WeRead Powered by ReaderPub
Ανάλεκτα Τόμος Πρώτος / Διηγήματα - Κοινωνικαί εικόνες και μελέται cover

Ανάλεκτα Τόμος Πρώτος / Διηγήματα - Κοινωνικαί εικόνες και μελέται

Chapter 66: ΙΓ'.
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

Συλλογή πεζογραφημάτων και δοκιμίων που συγκεντρώνει παλαιότερα δημοσιευμένα κείμενα, περιλαμβάνοντας σύντομα διηγήματα, κοινωνικές εικόνες, επιστολικές εντυπώσεις και μια μυθολογική αναδιήγηση. Τα κείμενα παρατηρούν την καθημερινότητα της πόλης και τις κοινωνικές αντιθέσεις, θίγουν θέματα φτώχειας και πλούτου και καταγράφουν ηθικά και πολιτισμικά έθιμα. Ο τόνος μετακινείται μεταξύ νοσταλγικής ανάμνησης και κριτικής παρατήρησης, με έμφαση στην περιγραφή χαρακτήρων, αστικών σκηνών και μικρών συμβάντων που φωτίζουν εποχικές και κοινωνικές ιδιαιτερότητες.

Τι πρέπει άρα γε να υποθέση ο αναγινώσκων την διασκεδαστικήν αυτήν μυθολογίαν; ότι είνε σκόπιμον μαγείρευμα προς αποστόμωσιν των κατηγόρων της Ελλάδος, ή μάλλον ότι είνε αποτέλεσμα αστείας τινός παιδιάς φιλόφρονος μεν αλλ' ιδιοτρόπου συνοδοιπόρου, όστις επλήρωσεν αυτός τα μικρά έξοδα της Αγγλίδος, και της επώλησεν έπειτα, ότι οι αχθοφόροι, οι λεμβούχοι και ο σιδηρόδρομος δεν λαμβάνουσιν εν Ελλάδι πληρωμήν παρά των ξένων; Το κατ' εμέ υποθέτω αδιστάκτως το δεύτερον, διότι άλλως θα ευρισκόμην εις την δυσάρεστον ανάγκην να παραδεχθώ, ότι η φιλέλλην συγγραφεύς, μυθολογούσα τοιαύτα πράγματα προς τους αναγνώστας της, νομίζει φοβερόν πράγμα και πάσης μομφής άξιον το να πληρόνωνται οι λεμβούχοι και οι αχθοφόροι και οι σιδηρόδρομοι, και εν τω ακράτω της φιλελληνισμώ βλέπει 'ς τον ουρανό φεγγάρι εν πλήρει μεσημβρία κατά το κοινόν λόγιον. Αλλ' ό,τι δήποτε και αν υποθέση τις, δεν έχει άδικον η ιταλική εκείνη παροιμία: Dagli amici mi guardi. Iddio che dai nemici mi guardo io, ούτε η άλλη εκείνη ισπανική: Quien te cubre te descubre.

Ευτυχώς το βιβλίον αυτό, το οποίον, δεν αμφιβάλλω, θα συντελέση εις την ευθυμίαν σου πλειότερον όλων σου των ταξειδίων, δεν εδημοσιεύθη ακόμη αγγλιστί, και οι ευρωπαίοι, ευτυχέστεροι ημών και κατά τούτο, αγνοούσιν έτι τους υπέρ της Ελλάδος πανηγυρισμούς της συγγραφέως. Χαίρω φοβερά δι' αυτό, και από βάθους καρδίας εύχομαι εις τον Θεόν να παρέλθη από της Ελλάδος το ποτήριον τούτο· διότι εντρέπομαι τη αληθεία συλλογιζομένη, πώς θα ξεκαρδισθώσιν οι αναγνώσται της κυρίας F. Ε. Μ. εις βάρος της Ελλάδος, ουδέ παρηγορούμαι σκεπτομένη ότι θα γελάσωσιν ολίγον και εις βάρος της.

Δεν τους θέλω τοιούτους φίλους, αδελφή! ας μου λείπουν! Μας ξεσκεπάζουν αντί να μας σκεπάζουν, ως λέγουσιν οι Ισπανοί· και συμφωνώ με τους Ιταλούς, οίτινες επικαλούνται κατ' αυτών την προστασίαν του θεού. Πόσα ημείς ιδίως οι ταλαίπωροι Έλληνες επάθαμεν έως τώρα από τον άκρατον και φιλελληνικόν έρωτα πολλών φίλων μας! Τι να γείνη! On n' est trahi que par les siens! και ομοιάσαμεν πολλάκις τα άκακα εκείνα πιθηκίδια, άτινα πνίγει διά των πολλών της φιλημάτων εις τας αγκάλας αυτής η φιλόστοργος μήτηρ των. Ας μας λείπουν, ας μας λείπουν τοιούτοι φίλοι. Προτιμότεροι, μα τον Θεόν, εχθροί ως τον About παρά φίλοι ως την κυρίαν F. Ε. Μ.

Η'.

Εν Αθήναις τη 16 Ιουλίου 1879

Δεν σου έγραψα την παρελθούσαν εβδομάδα διά πολλούς και διαφόρους σπουδαίους λόγους, των οποίων ο σπουδαιότερος είνε, ότι δεν είχα τι να σου γράψω. Η εξομολόγησίς μου αυτή με απαλλάττει, ελπίζω, της απαριθμήσεως των άλλων, ως απηλλάγη ποτέ ομοίας απαριθμήσεως ο αφελής εκείνος δήμαρχος, όστις υποδεχόμενος τον βασιλέα του και δικαιολογουμένος ότι δεν διέταξε πυροβολισμούς επί τη ελεύσει του, ήρχισε μεν λέγων πανηγυρικώς, ότι εβδομήκοντα ήσαν οι λόγοι της ελλείψεώς του, προσέθηκε δε μετά τούτο εν πάση ταπεινότητι, ότι ο πρώτος αυτών ήτο η έλλειψις πυρίτιδος. Ο μεγάθυμος βασιλεύς τον απήλλαξε τότε της απαριθμήσεως των υπολοίπων εξήκονταεννέα λόγων· ελπίζω δε ότι και η ιδική σου μεγαλοθυμία θα δειχθή τουλάχιστον ίση, αν όχι και ανωτέρα της βασιλικής.

Μεγαθυμία; Ιδική σου μεγαθυμία . . . Ενθυμούμαι την τελευταίαν σου επιστολήν, και αι ελπίδες μου καταβαίνουσιν υπό το άρτιον, πολύ περισσότερον και από του ταλαιπώρου Λαυρίου τας μετοχάς. Συ μεγάθυμος; κάθε άλλο! Αν είχες συ την χριστιανικήν αυτήν αρετήν, δεν θα μου έγραφες βεβαίως την επιστολήν, την οποίαν μου έγραψες. Αν κόκκον και μόνον συμπαθείας ησθάνετο η τρυφερά σου καρδία προς την δυστυχή Αθηναίαν, ήτις κατ' αυτήν την ευδαίμονα των Αθηνών εποχήν ψήνεται αλληλοδιαδόχως από τον καύσωνα και πασπαλόνεται από τον κονιορτόν, δεν θα της περιέγραφες με τόσην θριαμβευτικήν ευχαρίστησιν τας λεπτομερείας του θελκτικού σου ταξειδίου από την Μείζονα Λίμνην εις την Λίμνην της Λυκέρνης. Θα περιωρίζεσο μόνον να καταρασθής τα πυκνά του κονιορτού σύννεφα, τα οποία σ' ετύφλωσαν, ως μου γράφεις, μεταξύ της Βιάσκας και του Αϋρόλου, θα ηρκείσο εις την κωμικήν περιγραφήν του Μεγάλου Ξενοδοχείου της Βιάσκας, το οποίον εδυσκολεύεσο, λέγεις, να ανεύρης μεταξύ των περικυκλούντων αυτό οικίσκων, και θ' ανελογίζεσο ίσως, ότι ζώσα εγώ εν μέσω των κυνικών καυμάτων των Αθηνών, δεν θα υπεδεχόμην βέβαια με μειδίαμα ευχαριστήσεως την λεπτομερή αφήγησιν των ιδικών σου διασκεδάσεων και τέρψεων, ούτε τον ποιητικόν σου πανηγυρισμόν των χιόνων του Αγίου Γοθάρδου, επί των οποίων έτρεμες συ εκ του ψύχους εν μέσω Ιουλίω! Αλλά είσαι άσπλαγχνος και εγωιστική φύσις. Ούτε την περιγραφήν του αμιμήτου δρόμου παρέλειψες, όστις υπεραναβαίνων το γιγάντειον όρος διαγράφει 46 καμπάς μόνον εντός της κοιλάδος της Τρέμολας, ούτε την εκατέρωθεν της οδού εστιβασμένην εξ αμνημονεύτων χρόνων και άλυτον πλέον χιόνα, ούτε την πρασίνην χλόην ήτις θάλλει επί του φυτικού χώματος, το οποίον απέθηκεν βαθμηδόν ο άνεμος επί της επιφανείας των χιόνων, ούτε τους καταρράκτας, οίτινες χωνευόμενοι υπό τους προαιωνίους πάγους, αναδύουσι μακρότερον και κατακρημνίζονται επί τας μελανάς των ελατών κορυφάς· ούτε τους κολοσσιαίους και προσηνείς σκύλους του ξενώνος του Αγίου Γοθάρδου, οίτινες σε έσυρον ηρέμα από της εσθήτος, ίνα λάβωσι μικράν μερίδα του προγεύματός σου· ούτε τας γραφικάς των ελβετίδων ενδυμασίας, ούτε την καταπληκτικήν Γέφυραν του Διαβόλου, ούτε του Φλύλεν την αμίμητον τοποθεσίαν, ούτε της λίμνης σου τα πράσινα κύματα, ούτε . . . . ούτε τίποτε τέλος πάντων, το οποίον ηδύνατο να κινήση την ζηλείαν μου και τον φθόνον μου, και να μου καταστήση αφορητοτέραν την εν Αθήναις θερινήν διαμονήν. Είνε φιλικόν αυτό; είνε εύσπλαγχνον; είνε χριστιανικόν; Ας όψεσαι εν ημέρα κρίσεως, ότε ο Πλάστης θα σ' ερωτήση, — και θα σ' ερωτήση βεβαίως, διατί εταξείδευες εις την Ελβετίαν, ότε η φίλη σου έμενεν εις τας Αθήνας; και διατί συ εκρύονες επί των Άλπεων, ότε η ταλαίπωρος εκείνη ανελύετο εις ιδρώτα εν μέση πλατεία του Συντάγματος;

Μη νομίσης όμως, ότι δεν είχαμεν και ημείς οι Αθηναίοι τας μικράς μας διασκεδάσεις αυτάς τας ημέρας. Λέγω μικράς, βλέπεις, με όλην την πρέπουσαν μετριοφροσύνην, καθότι περί μεγάλων παρ' ημίν δεν πρόκειται, όσον και αν προσποιούμεθα τους μεγάλους. Εν πρώτοις είχαμεν πολιτικήν ανεμοταραχήν, ήτοι σάλον κοινοβουλευτικόν, ως λέγουσιν οι πολιτικοί. Η κυβέρνησις δηλαδή συνεκάλεσε την βουλήν, η βουλή απεδοκίμασε την κυβέρνησιν, η κυβέρνησις έδωκε την παραίτησίν της, έπειτα πάλιν έμεινε, διότι η αντιπολίτευσις δεν εσχημάτισεν άλλο υπουργείον, και επειδή η αντιπολίτευσις εφάνη ότι είχε και πάλιν διάθεσιν να αποδοκιμάση την κυβέρνησιν, η κυβέρνησις έστειλε την βουλήν όθεν ήλθεν. Εννοείς συ τίποτε από όλα αυτά; όχι βέβαια· ούτ' εγώ. Σε μέλει; ολίγον, αναντιρρήτως· κ' εμέ το ίδιον. Λέγουν τριγύρω μου, ότι τα πράγματα είνε σπουδαία· αλλ' όσοι το λέγουν φαίνονται ως ν' αστειεύωνται, και δεν τους πιστεύω. Το μόνον σπουδαίον είνε κατ' εμέ αι διακόσιαι πεντήκοντα περίπου χιλιάδες δραχμαί, αι οποίαι υπήρξαν το τίμημα της οκταημέρου εκτάκτου συνόδου της βουλής μας. Ο ταλαίπωρος ελληνικός λαός πληρόνει επί τέλους πάντοτε les pots cassés. Έπειτα πλην των πολιτικών είχαμεν και έν έκτακτον συμβάν, ικανώς κωμικοδραματικόν, το οποίον αρκετά μας συνεκίνησε και μας διεσκέδασεν αυτήν την εβδομάδα. Πολύ φοβούμαι, ότι εις σε δεν θα κάμη μεγάλην εντύπωσιν· ημείς όμως οι μικροπολίται, οίτινες δεν έχομεν καθ' ημέραν τοιαύτα τυχηρά, αρκούμεθα και εις τα ολίγα, αναλογιζόμενοι την παλαιάν παροιμίαν «όταν μη κρέας παρή και ταρίχω στερκτέον», την οποίαν ο υπηρέτης μου μεταφράζει «εν ελλείψει χαρτοσήμου καλό 'ν' και το στουπόχαρτο». Επειδή δε νομίζω και εγώ ότι η τυχηρά αυτή διασκέδασις ημών των μικροπολιτών δύναται να διασκεδάση και σε την κοσμοπολίτιδα, σου διηγούμαι το γεγονός. Άκουσε λοιπόν και διασκέδασε, — αν θέλης, εννοείται· υποχρεωμένη δεν είσαι. Είς εκ των πολλών υπαξιωματικών του ελληνικού στρατού επεθύμησε, φαίνεται, να συνδέση την δάφνην του Άρεως προς την μύρτον του έρωτος. Θύμα δε πρόχειρον των φονικών του βλεμμάτων ευρέθη κόρη τις απλή και άκακος, δεκαπενταέτις μόλις, ήτις και καταλιπούσα τον πατρικόν οίκον, όπου είχεν ίσως βαρυνθή να ακούη από πρωίας μέχρις εσπέρας το τύπτω τύπτεις του διδασκάλου πατρός της, — ίσως δε και να το αισθάνεται ενίοτε, παρηκολούθησε τον εκπορθητήν της καρδίας της εις μικρόν τινά εν Νεαπόλει (των Αθηνών) οικίσκον, όπου, αλλάξασα γραμματικήν, έκλινε το j' aime, tu aimes αντί του βαρέος εκείνου ελληνικού ρήματος.

Ο πατήρ όμως ήθελε την κόρην του, και η στρατιωτική αρχή ήθελε τον παραπλανηθέντα ήρωά της. Ανεζητήθη λοιπόν το ερημητήριον των δύο περιστερών, ευρέθη μετά κόπους πολλούς, και τα πεζά της εξουσίας όργανα — όχι, ελησμόνησα· ήσαν και ιππείς — προσεκάλεσαν τον νεαρόν Άρην να παραδώση εις τον πατέρα της την νεαρωτέραν Αφροδίτην. Αλλά το ζεύγος το ερωτικόν, ενθυμούμενον και αντίγραφον ίσως το επινόημα του Σελεστίνου και του Ξαβιέρου του Méry, εκλείσθη και εμανδαλώθη εντός της φωλεάς του, και εδήλωσεν εις τους πολιορκούντας αυτό κλητήρας και στρατιώτας, ότι κατ' ουδένα τρόπον εννόει να χωρισθή. Εις μάτην αι παρακλήσεις των κλητήρων, εις μάτην αι επιταγαί της στρατιωτικής αρχής. Ο ήρως της κωμωδίας, προσαγορεύων από του εξώστου του ερωτικού του φρουρίου το περιϊστάμενον πλήθος, εδήλου ρητώς και κατηγορηματικώς, ότι είχεν εντός της οικίας πετρέλαιον και δυναμίτιδα και πυρ και εκτός τούτων σπάθην και πολύκροτον· ότι εις πρώτην απόπειραν εκβιάσεως της θύρας ήθελε πυροβολήσει κατά του πρώτου τολμητίου, ήθελε κόψει τον λαιμόν της ερωτικής του περιστεράς, ήθελεν ανάψει το πετρέλαιόν του, και . . . πριν ή ανατινάξη εις τον αέρα διά δυναμίτιδος την οικίαν, ήθελεν αυτοκτονήσει διά της τελευταίας του πολυκρότου βολής. Το πράγμα, εννοείς, εφάνη κάπως σπουδαίον εις τους πολιορκητάς, διότι ολίγοι, φαίνεται, μεταξύ αυτών εγνώριζον τον ήρωα. Το περιεστώς πλήθος έφριξε, τα όργανα της εξουσίας συνεκινήθησαν και κάπως το εσυλλογίσθησαν, επλατύνθη δε ικανώς ο κύκλος των περιέργων, οίτινες την εσπέραν εκείνην είχον προτιμήσει το εν Νεαπόλει θέαμα από την παράστασιν του Άμλετ εν τω Απόλλωνι και του Ορφέως εν Φαλήρω. Συμβουλίου γενομένου, εκρίθη καλόν να αλωθώσιν οι ποιητικοί ερασταί διά του πεζοτάτου μέσου της πείνης. Φρουρά τακτική εστήθη προ του ερημητηρίου των δύο περιστερών, και περιπολίαι τακτικαί μετηλλάσσοντο εις ώρας τακτάς, προς ανέκφραστον διασκέδασιν των αργών Αθηναίων και των περιέργων γειτόνων, οίτινες ούτε Άντρον των Νυμφών εσυλλογίζοντο πλέον, ούτε Βουλήν, ούτε πλατείαν του Συντάγματος. Δυστυχώς όμως το πράγμα εκοινολογήθη, η πόλις ήρχισε να συγκινήται, ο σπουδαίος τύπος επελήφθη του ζητήματος, και η κοινή γνώμη απήτει την αυστηράν του νόμου εκτέλεσιν. Αι αρχαί κατενόησαν ότι δεν ηδύναντο πλέον να μένωσιν απαθείς — ή και συγκεκινημένοι, αδιάφορον — θεαταί των γινομένων, και απεφάσισαν να προβώσιν εις την εξ εφόδου άλωσιν της ερωτικής ακροπόλεως. Προχθές λοιπόν την πρωίαν έγεινεν εν πρώτοις, κατά τα νόμιμα του πολέμου, η εις παράδοσιν πρόσκλησις των πολιορκουμένων. Αλλ' ο ήρως εξελθών εις τον εξώστην, παρισταμένης εκ δεξιών της νεαράς και μυρτοστεφούς ηρωίδος, ελάλησεν εις το κοινόν διά μακρών, κρατών την σπάθην του διά της δεξιάς και ανημμένην λαμπάδα διά της αριστεράς, και εδήλωσε βροντωδώς, ότι προ των ομμάτων αυτών του περιεστώτος λαού ήθελε φονεύσει την νεάνιδα και πυρπολήσει διά πετρελαίου τον οίκον. Την δήλωσιν μάλιστα ταύτην παρηκολούθησε και δραματική τις παντομίμα, καθ' ην εκείνος μεν προσήγαγε την σπάθην του εις τον τράχηλον εκείνης, εκείνη δε έκλεισεν εν ερωτική εκστάσει τους οφθαλμούς, οιονεί μέλλουσα να παραδώση το πνεύμα εις την λευκήν της Αφροδίτης περιστεράν. Το άκακον κοινόν ενόμισε πρόσφορον να φρίξη, και ανεκραύγασε μάλιστα εκ τρόμου. Αλλ' οι στρατιώται δεν ενόμισαν αναγκαίον να συγκινηθώσι· διαρρήξαντες δε διά πελέκεων την θύραν, ενώ μάτην ο ήρως εξηκολούθει χειρονομών από του εξώστου και κραυγάζων, και περιφέρων πάντοτε την σπάθην του εις της ερωμένης του τον λαιμόν, και γυμνών τα στήθη του και προκαλών τους πυροβολισμούς των στρατιωτών, εισήλθον εκείνοι εις τον οίκον, και τον συνέλαβον εν πάση πεζότητι. Πριν ή όμως τον συλλάβωσι, προφθάσας εκείνος εκρήμνισεν από του εξώστου εις την οδόν . . . τίνα υποθέτεις; την νεαράν ηρωίδα του οικογενειακού δράματος, ως θα έλεγε πρόγραμμά τι του ελληνικού θεάτρου. Ούτω δε απήχθη μεν ο ήρως εις το φρουραρχείον, η δε ηρωίς εις παρακείμενόν τι φαρμακείον, όπως τη δοθή η πρώτη βοήθεια. Σε διεσκέδασεν η ιστορία μου; το ελπίζω. Αν τώρα σου έλθη η περιέργεια να μ' ερωτήσης: τι θα τον κάμουν τον παράδοξον αυτόν ήρωα; θα σου απαντήσω αφελώς: δεν ηξεύρω. Αν έζων αλλού, θα το ήξευρα και θα σου το έλεγα. Ίσως εδώ προβιβασθή.

Θ'.

Εν Αθήναις τη 25 Ιουλίου 1879

Η κωμικοτραγική μου διήγησις της παρελθούσης εβδομάδος τόσον εξετάθη, ως είδες, ώστε με εμπόδισε να εκκαθαρίσω μαζή σου τον εβδομαδιαίον μου λογαριασμόν, και μ' αφήκε μάλιστα υπό το βάρος καθυστερούντων, άτινα σπεύδω να πληρώσω σήμερον, μη θέλουσα να μιμηθώ κατά τούτο τους μάλλον φορολογουμένους ευδαίμονός τινος χώρας, ων αι προς το δημόσιον ταμείον οφειλαί αναβαίνουσι μέχρι σήμερον εις το ασήμαντον ποσόν των εβδομήκοντα περίπου . . . εκατομμυρίων.

Και εν πρώτοις λοιπόν ας σου αναφέρω την συναυλίαν Frigeri, την οποίαν απηλαύσαμεν προ δεκαπέντε ημερών εν Φαλήρω. Δεν ενθυμούμαι τώρα, τις μοχθηρός τεχνοκρίτης έγραψέ ποτε, ότι η μουσική κατήντησε σήμερον θόρυβός τις ικανώς δυσάρεστος, διαφέρων παντός οιουδήποτε άλλου θορύβου κατά τούτο και μόνον ότι πληρόνεται ακριβώτερα. Αγνοώ ποία μουσική ακρόασις προεκάλεσε τον φοβερόν αυτόν αφορισμόν του κριτικού εκείνου· υποθέτω όμως, ότι θα ήτο πρώτη τουλάχιστον εξαδέλφη, αν όχι και αδελφή, της μοναδικής συναυλίας την οποίαν μας προσέφερεν η εν Αθήναις επίδημος ιταλίς αοιδός. Αι Αθήναι, βλέπεις, εξομοιούνται ολονέν προς τα μεγάλα κέντρα του δυτικού πολιτισμού. Αφού απέκτησαν operette ως οι Παρίσιοι, και season ως το Λονδίνον, και Damenorchester ως η Βιέννα, ήρχισαν από τινος ν' αποκτώσι και μουσουργούς επιδήμους, οίτινες φέρουσιν από καιρού εις καιρόν τον πλάνητα πόδα των εις την κλασικήν χώραν των ωραίων τεχνών, θηρεύοντες μεν ίσως και αυτοί τα φειδωλά κέρματα των Αθηναίων, ως οι δεκαετείς αλήται αρπισταί της Μεσσήνης και του Τράνι, αλλά ποθούντες ιδίως να προσθέσωσι κλάδον ελαίας Αττικής εις τους λοιπούς των στεφάνους. Ημείς δε, άνθρωποι πρακτικοί, φειδόμεθα μεν των κερμάτων, όσον και αν εξεχείλισαν εσχάτως εν Ελλάδι αι χάλκιναι εικόνες του βασιλέως ημών, αφειδούμεν όμως στεφάνων και πανηγυρισμών, διότι . . . die kosten ja nichts, ως λέγουσιν οι πολύ ημών πρακτικώτεροι γερμανοί. Ούτω θα ανέγνωσες βέβαια εις τας αθηναϊκάς εφημερίδας, τας οποίας σου έφερε το παρελθόν ταχυδρομείον, τους θριάμβους της ιταλίδος ψαλτρίας, αλλά θα παρετήρησες συνάμα, ότι των θριάμβων αυτών πολύ αραιοί υπήρξαν οι μάρτυρες. Μεταξύ αυτών υπήρξα δυστυχώς και εγώ· το δε μαρτύριόν μου διήρκεσε δύο περίπου ώρας. Ευτυχώς όμως «Ο τρώσας και πάλιν ιάσεται» λέγει η Γραφή. Το μαρτύριόν μου είχεν εν εαυτώ και την θεραπείαν του. Η φωνή της Κ. Frigeri ήτο τοσούτον μετριοφρόνως ολίγη και τόσον δειλώς οικονομική, οι δε συμπαραστατούντες αυτή μουσουργοί τοσούτον συμπαθώς είχον αποσυρθή εις τα μύχια βάθη της φαληρικής σκηνής, ίνα μη καταστήσωσι φαίνεται προδηλοτέραν διά της παραβολής την φωνητικήν ανέχειαν της ψαλτρίας, ώςτε η όλη συναυλία δεν υπερέβη την ευάρεστον διαπασών υποκώφου τινός μορμυρισμού, συγχεομένου μυστηριωδώς προς τον ήρεμον φλοίσβον των επί των άμμων του Φαλήρου εκπνεόντων κυμάτων.

Εβλέπομεν την αοιδόν ανοίγουσαν τα χείλη και χειρονομούσαν μετά πάθους πολλού, εβλέπομεν τους μουσικούς σύροντας ευσυνειδήτως τα τόξα των επί των χορδών, αλλά τόσον και μόνον. Η μυστική ημών ρέμβη δεν εταράσσετο· εφανταζόμεθα ότι είχομεν εμπρός μας κινεζικήν τινα σκιοπαιδιάν, και . . . . ήμεθα ευχαριστημένοι. Μόλις πού και πού η φωνή της ψαλλούσης έκρινε καλόν να βεβαιώση την ύπαρξίν της δι' εκτάκτου αγώνος, και κραυγή τις τότε οξεία μας εξήγειρε του ύπνου, ως ψυχρού λουτρού καταρράκτης επί την κεφαλήν οπιοφάγου κινέζου. Αλλά τα έκτακτα αυτά ήσαν σπάνια· η δε καθόλου της μουσικής ημών διασκεδάσεως εντύπωσις ωμοίαζε προς την παράδοξον εκείνην και μυστηριώδη συγκίνησιν, ην προξενεί φωνή εγγαστρίμυθου.

Έρχομαι τώρα εις τον papa Lavergne. Τον ενθυμείσαι, τον εύσωμον εκείνον και φαιδρόν Ολύμπιον Δία, όστις επιδεικνύων εις την χορείαν του δωδεκαθέου τας ευσάρκους του κνήμας, ανεφώνει μετά δικαίας υπερηφανείας: et pas coton! Τον ενθυμείσαι βέβαια· τον εθαυμάσαμεν μαζή κατά το 1871, ότε απετέλει τον ακράδαντον στόλον του γαλλικού θεάτρου των Αθηνών. Τον εχειροκροτήσαμεν τότε ως Général Boum και ως Jupiter, ήλπιζα δε να τον χειροκροτήσω και εφέτος, ότε η διεύθυνσις του φαληρικού θεάτρου ενόμισε πρόσφορον να καρυκεύση τα μουσικά της μαγειρεύματα διά των εκ του παρελθόντος ευαρέστων αναμνήσεων των θεατών. Ήλθε λοιπόν και πάλιν και ανέβη εις το φαληρικόν σανίδωμα ο Ζευς του 1871. Πόσον όμως μεταβεβλημένος! Πόσον ισχνός και μαραμμένος ο ταλαίπωρος! Ούτε παρειαί πλέον στρογγύλαι, ούτε κνήμαι στρογγυλώτεραι, ούτε κοιλία στρογγυλωτάτη. Πομφόλυγες ήσαν πάντα και διερράγησαν. Και αυτοί νομίζω οι τρεις τέσσαρες οδόντες του πατρός ανδρών τε θεών τε, οίτινες επένθουν άλλοτε εν ερημία την στέρησιν των αδελφών των, μετέβησαν εις εντάμωσιν εκείνων, και το άσμα του εφετεινού Διός ήτο άναρθρός τις φωνή, βαρεία μεν ως πάντοτε και ηχηρά, αλλά τίποτε περιπλέον. Φαντάσου την απογοήτευσιν των παλαιών του θαυμαστών. Φαντάσου δε και την λύπην αυτών, ότε την επομένην πρωίαν ηκούσθη αίφνης καθ' όλην την πόλιν η απαισία είδησις, ότι ο Ζευς ούτος ο κατεσκληκώς και ηρειπωμένος, ούτινος το παρελθόν καν μεγαλείον επέβαλλε τον σεβασμόν, μετηνέχθη από του χαρτίνου του Ολύμπου εις τας πολιτικάς φυλακάς διά χρέη! Αστείος τις, αλλά σκληροκάρδιος και απαθής προς το φοβερόν αυτό δυστύχημα του φαληρικού Ολύμπου, είπεν, ότι εις το νέον του violon θα εννόησεν ο Ζευς πόσον τερπνόν ήτο και προτιμότερον το violon του Ορφέως. Το λογοπαίγνιον είνε άσχημον, ως βλέπεις, και διά τον δυστυχή Lavergne ήτο πολύ ασχημότερον. Ευτυχώς ευρέθη, φαίνεται, θεός τις από μηχανής ισχυρότερος του Διός, και απεφυλάκισε τον νεφεληγερέτην. Τον έχομεν λοιπόν και πάλιν, μέχρις ου φυτρώση κανείς άλλος δανειστής.

Ιδού εξώφλησα τα καθυστερούντα μου, και μεταβαίνω εις τον τρεχούμενον, ως λέγουσιν οι έμποροι. Επειδή δε είπα την λέξιν τρεχούμενος, ηξεύρεις ποία είνε σήμερον η πλέον τρεχούμενη διασκέδασις (μεταφράζω κατά τον συρμόν l' amusement le plus courou) των Αθηνών; Η Lilly, αγαπητή μου. Συ δεν γνωρίζεις βέβαια την Lilly· δυστυχής θνητή! Η Lilly, φιλτάτη, είνε χαριτωμένη τις Αγγλίς, τραγουδίστρια των εν υπαίθρω σκηνών, ολίγον χορεύτρια, κάπως μίμος, πολύ πολύ όμως εύμορφη, και πολύ περισσότερον ευμελής και εύσωμος. Διά να εννοήσης δε πόσον είνε εύσωμος η νέηλυς αοιδός του Κήπου των Μουσών, αρκεί να σου αναφέρω, ότι κυρία τις πρό τινων ημερών καθημένη πλησίον μου, — ομοιάζουσα δε, σημείωσε καλώς, τσίρον της περυσινής εσοδείας, — δεν ηδυνήθη να καταστείλη την ιεράν της αγανάκτησιν, βλέπουσα τας τορνευτάς κνήμας της Αγγλίδος διαγραφομένας υπό το ροδόχρουν της πλέγμα. «Αχ! τι εντροπή!» ανεφώνησεν· εγώ δε εμειδίασα εις απάντησιν, συλλογιζομένη, ότι η τόσον αιδήμων γείτων μου είνε τακτική φοιτήτρια του φαληρικού θεάτρου, και ότι πολλάκις είδε και την Perichole και την Jolie Parfumeuse, και τας λοιπάς ευωδίας του εφετεινού μας θιάσου. Η Αγγλίς λοιπόν αυτή εγκατεστάθη εφέτος εις έν των επτά Άντρων, άτινα εφύτρωσαν ένθεν και ένθεν της ξηράς κοίτης του Ιλισσού, και μετέβαλον, ως λέγει ενθουσιώδης τις φίλος μου, το μέρος εκείνο της πόλεως εις άλλα Champs Elysées. Ψάλλει αγγλιστί ελαφρά τινα ασμάτια, εις τα οποία αναμιγνύει πού και πού και γερμανικάς ή γαλλικάς επωδούς, και διά του απλού αυτού μέσου καταμαγεύει εις τοιούτον βαθμόν τους ακροατάς της, ώστε ηρημώθησαν πέριξ και Άντρον των Νυμφών, και Απόλλων και γερμανικοί θίασοι, και Γιαννούλα — είνε η σμυρναία αοιδός του αμανέ, περί ης άλλοτε θα σου γράψω — και αθρόος ο κόσμος συρρέει καθ' εσπέραν εις τους αναριθμήτους — ολίγους όμως σκάμνους του θεάτρου, και συνωθείται ίνα καταλάβη θέσιν παρέχουσαν και εις τα ώτα και εις τους οφθαλμούς συγχρόνως τέρψιν. Το κύριον δε θέλγητρον της Lilly δεν είνε ούτε το μέτριον άλλως άσμα της, ούτε αι υπέρ το μέτριον κνήμαι της, αλλ' η χάρις του αναστήματος και της αναβολής αυτής, το εμμελές και αρμονικόν των κινήσεών της και η περί την ενδυμασίαν της άπειρος τέχνη. Αδύνατον να την υπολάβη τις Αγγλίδα, πριν ανοίξη το στόμα της. «Έπιε νερόν του Σηκουάνα η Αγγλίς αυτή», μ' έλεγεν ο ίδιος εκείνος φίλος μου, και νομίζω ότι δεν είχεν άδικον. Φαντάζεσαι τώρα ευκόλως, εις ποίας υπερβολάς ωθεί καθ' εσπέραν ο ενθουσιασμός το ευφάνταστον και ενθουσιώδες κοινόν των Αθηνών. Αι φιλοφροσύναι γίνονται μεγαλοφώνως διά λόγων και σχημάτων, τα επιφωνήματα του θαυμασμού ομοιάζουσιν ενίοτε με βρυχηθμούς, αι ανθοδέσμαι δε και αι περιστεραί βρέχουσι κατά κεφαλής της Lilly, ήτις ουδεμίαν συνήθως αισθάνεται δυσκολίαν να ανταποδίδη μεγαλοφώνως επίσης και εκφραστικώτατα τας φιλοφρονήσεις των θυμάτων της. Περί του συντρόφου της Lavator, κοινοτάτου κωμικού, τις οίδε τινος ιπποδρόμου της Ευρώπης, ουδέ λόγος δύναται να γείνη, ειμή μόνον ότι είνε σύζυγος της Lilly, — ως λέγει.

Δεν εξακολουθώ την επιστολήν μου σήμερον, διότι η συνέχεια θα ήτο λυπηρά. Προτιμώ να σου μείνω και πάλιν χρεώστης.

Ι'.

Εν Αθήναις, τη 2 Αυγούστου 1879.

Ανέβης λοιπόν εις το Ρίγι και δεν ετρόμαξες! Ανερριχήθης διά τολμηράς και παραδόξου σιδηροδρομικής τροχιάς εις δύο χιλιάδων περίπου ποδών ύψος, και ούτε ζάλην ησθάνθης, ούτε ιλιγγίασιν, ούτε φόβον! Καλόν σημείον. Θα ειπή, ότι το νευρικόν σου σύστημα εδυναμώθη, ότι η επισφαλής εκείνη υγεία σου, — ήτις ως ενθυμείσαι, δεν ενέπνεεν εις τους φίλους σου τόσους φόβους, όσους εις σε, — ανέλαβε πάλιν. Δεν ηξεύρω κατά πόσον συνετέλεσεν εις τούτο η περιηγητική σου θεραπεία· έχω όμως τον εγωισμόν να νομίζω, ότι και τα ιδικά μου γράμματα ενήργησαν κάπως προς το ευάρεστον αυτό αποτέλεσμα. Δεν δύνασαι τουλάχιστον να μου αρνηθής, ότι συμμορφουμένη ακριβώς προς τας οδηγίας σου, προσεπάθησα μέχρι τούδε πάση δυνάμει να φαιδρύνω τας ώρας της ξενητείας σου, ότι απέφυγα επιμελώς πάσαν αφήγησιν και πάσαν περιγραφήν δυναμένην να λυπήση τον πατριωτισμόν σου, και ότε η αττική εκείνη αύρα, την οποίαν κατά τας ποιητικάς απαιτήσεις σου προσεπάθουν να αποταμιεύω εκάστην εβδομάδα εντός των επιστολών μου, περιείχεν ικανήν ποσότητα σκοπίμου φαιδρότητος. Σημείωσε δε, ότι θα περιείχεν ακόμη περεσσοτέραν, αν μου επέτρεπες να αναμιγνύω ενίοτε εις την σκευασίαν μου και μικρόν τι srupulum κακολογίας, και να σου διηγώμαι παραδείγματος χάριν . . . πλην δεν το θέλεις, μου το απηγόρευσες. N' en parlons plus.

Δι' αυτόν τον λόγον κ' εγώ απέφυγα να σου αναγγείλω διά της παρελθούσης μου επιστολής λυπηράν τινά είδησιν, και σου έμεινα και πάλιν χρεώστης, περιμένουσα να την μάθης παρά των εφημερίδων πρώτον και κατόπιν παρ' εμού. Δεν θα έχη μεν πλέον το θέλγητρον του νέου, αλλά τοσούτων νέων θέλγητρον ας μην έχη ποτέ κανέν μου γράμμα. Ναι, φίλη μου, και σήμερον έτι, ότε παρήλθον ήδη δέκα ημέραι από του απαισίου γεγονότος — και ηξεύρεις πόσα και ποία πράγματα ψυχραίνονται συνήθως και λησμονούνται παρ' ημίν εντός δέκα ημερών, — και σήμερον έτι έχω βαρυαλγή την καρδίαν, όχι πλέον αναγγέλλουσα αλλά γράφουσα και εγώ, ότι ο ποιητής Αριστοτέλης Βαλαωρίτης απέθανεν. Είμαι δε βεβαία, ότι και εις σε την αυτήν λύπην θα προξενήσωσιν αι ολίγαι αύται σειραί, όσην σου επροξένησε το πρώτον του θανάτου άγγελμα, και ότι το δάκρυ το οποίον θα θολώση και πάλιν τους οφθαλμούς σου δεν θα ήνε ολιγώτερον θερμόν εκείνου, όπερ εστάλαξεν επί της πρώτης εντύπου αγγελίας του δυστυχήματος, την οποίαν σου έφεραν αι εφημερίδες. Είχαμεν και αι δύο το ευτύχημα να γνωρίσωμεν εκ του πλησίον τον ευγενή εκείνον άνδρα· και αν οι πολλοί πενθούσι σήμερον την μεγάλην και πρόωρον απώλειαν, ην υπέστησαν τα ελληνικά γράμματα διά του θανάτου ενός των καλλιτέρων λυρικών ποιητών της νέας Ελλάδος, ημείς πενθούμεν συγχρόνως και το άωρον τέρμα του βίου ανδρός ευγενούς και υψηλόφρονος, ούτινος η μεγάλη και ευπαθής καρδία, πλήρης φλογερού και δυσαπαλλάκτου πατριωτισμού, διερράγη επί τέλους μοιραίως υπό την βιαιότητα των παλμών της. Ο Βαλαωρίτης, ως ήξευρες, έπασχεν από πολλού βαρύ καρδιακόν νόσημα, ούτινος ουδ' αυτόν τον ίδιον διέφευγεν η σπουδαιότης. Από καιρού ήδη δεν κατεκλίνετο πλέον, και μόλις που κατώρθονε να κλείη τα βεβαρημένα του βλέφαρα ανακύπτων επί βραχείας ώρας εις το ανάκλιντρόν του. Η σωματική αυτή βάσανος είχεν εμπνεύσει αναγκαίως εις τον ταλαιπωρούμενον ποιητήν της Κυρά Φροσύνης βαρύθυμόν τινα μισοκοσμίαν· διά τούτο δε φεύγων πάσαν κοινωνικήν αναστροφήν, είχεν αποσυρθή εις την παρά τα γαλανά της Λευκάδος ύδατα εκτεινομένην ωραίαν εξοχικήν του έπαυλιν, και εμόναζεν εις την Μαδουρήν του. Εκεί, θεώμενος από των παραθύρων του τα μελανά της Ακαρνανίας όρη και βαθύτερον τας κυανάς κορυφάς του Ζυγού, αναπνέων την βαλσαμώδη αύραν, ήτις προσέπνεεν από τας ελάτας των ηπειρωτικών βουνών και από τα βάθη του Αμβρακικού κόλπου, αναπολών την αιματηράν ιστορίαν του Αλή- Πασσά και τα καρυοφίλια των αρματωλών, ανέπλαττεν εν εκστάσει της Φροσύνης τον έσχατον στεναγμόν, πνιγόμενον υπό τα κύματα της Λίμνης, και τους άθλους των Σουλιωτών επί των βράχων της Κιάφας· έβλεπε το οικτρόν φάσμα του Θανάση Βάγια, και την σεμνήν μορφήν του Σαμουήλ, ανατινάσσοντος το Κούγκι εις τον αέρα, και έτεινεν άπληστον το ους, οιονεί προς μακρυνήν τινα και μυστηριώδη μελωδίαν, προς την αρμονικήν λαλιάν των κλεφτών, την οποίαν μετά τοσαύτης θρησκευτικής ευλαβείας απεταμίευσεν εις τα ποιήματά του. Ενίοτε η έκστασις εκείνη μετέπιπτεν εις έμπνευσιν, η ρέμβη μετεβάλλετο εις ενθουσιασμόν, η άφωνος ποιητική θεωρία εξεχύνετο εις άσμα, και ο από της Λευκάδος άνεμος μας έφερεν εις Αθήνας νέαν μελωδίαν του πάσχοντος ποιητού. Αλλ' ήσαν σπάνια δυστυχώς τα ενεργά εκείνα διαλείμματα. Ο Βαλαωρίτης έβλεπε μόνον, ανεπόλει και ωνειρεύετο. Ωνειρεύετο, φευ! ό,τι δεν του εχάρισεν η μοίρα να ίδη πραγματοποιούμενον. Ωνειρεύετο τα Γιάννενά του ελεύθερα· ωνειρεύετο νέον προσκύνημα εις την ηρωικήν εκείνην γην, της οποίας υπήρξεν ο ψάλτης· ωνειρεύετο άσμα καινόν ως τέρμα των παλαιών του ασμάτων, ωνειρεύετο να εορτάση το Πάσχα εκεί, όπου ενηστεύθη τεσσάρων αιώνων τεσσαρακοστή. Αλλ' ο θάνατος έκοψε τα όνειρα του ποιητού, και το αρρενωπόν του άσμα δεν θα πανηγυρίση της Ηπείρου την ελευθερίαν. Όταν εκεί ποτε την αιματοβαφή σημαίαν αντικαταστήση η κυανόλευκος και ο σταυρός την ημισέληνον, όταν τείνη ένθους η Ήπειρος το ους προς την Λευκάδα, ίνα ακούση την γνώριμον φωνήν πανηγυρίζουσαν την χαράν της, η Λευκάς θα μείνη βωβή, και τα κύματα της μόνον, εκπνέοντα εις της Πρεβέζης τον αιγιαλόν, θα φλοισβίσωσι πενθίμως, ότι . . . ο Βαλαωρίτης δεν ζη πλέον.

Συγχώρει, αν δεν σου γράφω σήμερον περισσότερα και φαιδρότερα. Άφες την συγκίνησίν μου αμιγή, και ας μείνη και η ιδική σου τοιαύτη.

ΙΑ'.

Εν Αθήναις τη 8 Αυγούστου 1879

Τίποτε σχεδόν άξιον λόγου δεν έχω να σου αναγγείλω εξ Αθηνών αυτήν την εβδομάδα, και εντρέπομαι τη αληθεία, όχι εννοείται εις λογαριασμόν μου, αλλ' εις λογαριασμόν της ελληνικής μεγαλοπόλεως διά την νεολογικήν αυτής πτωχείαν. Και όμως αι Αθήναι ως και άλλοτε σου έγραψα, μεγαλύνονται ολονέν, μεγαλύνονται και αυξάνουσι, το δε μέτρον του σημερινού των μεγαλείου σου παρέχει τούτο και μόνον το γεγονός, ότι η πρωτεύουσα του ελληνικού βασιλείου θα εκλέξη εφέτος, κατά τας προσεχείς βουλευτικάς εκλογάς, όχι πλέον έξ, ως μέχρι τούδε, αλλά οκτώ αντιπροσώπους. Δεν δύνασαι, πιστεύω, να μου αρνηθής, ότι τούτο είνε πρόοδος, πρόοδος αληθινή και αδιαφιλονείκητος, την οποίαν ουδ' αυτοί της Ελλάδος οι εχθροί δύνανται ν' αρνηθώσιν. Ημπορεί τις ίσως, αν ήνε μάλιστα φύσει δύσκολος άνθρωπος, φιλόψογος και μεμψίμοιρος, να μη παραδέχεται ως εκφανή μαρτύρια της αναπτύξεως και προόδου των Αθηνών, κατά την τελευταίαν από του 1870 δεκαετίαν, τον εγκληματισμόν του γαλλικού θεάτρου παρ' ημίν, την εισαγωγήν των raoùts και των αθώων questions, τας μονομαχίας χάριν ενός μανδηλίου μιας γαλλίδος ηθοποιού, τους bals costumés, την Lilly και άλλα πολλά πειστικώτατα εν τούτοις τεκμήρια, μαρτυρούντα ότι αι Αθήναι δεν δύνανται να κοιμηθώσιν από την ζηλοτυπίαν των, ακούουσαι ότι οι Παρίσιοι ονομάζονται ενίοτε nouvelle Athènes, και προσπαθούσι να γίνωσι Παρίσιοι διά να ήνε άξιαι του ονόματός των. Όλα αυτά φιλονεικούνται ίσως και δύνανται να φιλονεικηθώσι. Δύναται τις ίσως μάλιστα· και να ισχυρισθή, ότι αι Αθήναι απέχουσιν έτι πολύ των Παρισίων, διότι που combles ακόμη και . . . . πολλά άλλα πράγματα. Τις όμως, σε παρακαλώ, θα διαμφισβητήση, ότι δεν προώδευσε και δεν ανεπτύχθη καταπληκτικώς πόλις, ήτις μετά ένα περίπου μήνα θα έχη οκτώ εκλεκτούς — δηλ. βουλευτάς — εκ τριάκοντα περίπου κλητών ήτοι υποψηφίων, ενώ είχε τέσσαρας μόνον κατά το 1860, πέντε κατά το 1865 και έξ κατά το 1871; Φαντάσου επί στιγμήν, ότι μετά ένα αιώνα, αν τα πράγματα θεού ευδοκούντος βαίνωσιν ως βαίνουσι, και αι Αθήναι μας προοδεύσωσιν ως προοδεύουσι, θα έχωσι των εγγόνων μας οι εγγονοί τριάκοντα τουλάχιστον βουλευτάς! Δεν ζηλεύεις την δόξαν των; και δεν λυπείσαι και συ φοβερά, ως εγώ λυπούμαι ενίοτε, ότι εγεννήθης εκατόν έτη πρωιμώτερα παρ' ότι έπρεπε; Φαντάσου τριάκοντα αντιπροσώπους, μεριμνώντας ημέραν και νύκτα περί της ευημερίας και προόδου της κλεινής πόλεως, ωχρούς εκ των πατριωτικών των αγρυπνιών και ισχνούς εκ της από του βήματος ρητορείας των, μη τρώγοντας, μη πίνοντας, μηδέ κοιμωμένους χάριν του κοινού καλού, — και ειπέ μου, σε παρακαλώ, αν μετά εκατόν έτη δεν θα δικαιούνται να λέγωσιν οι απόγονοί μας, παρωδούντες το μασσαλιωτικόν λόγιον: si Paris avait trente députés serait une petite Athènes. Μη αμφιβάλλης δε περί τούτου. Αι Αθήναι έχουσι μέλλον, και ευδαίμονες εκείνοι δι' ους το μέλλον αυτό θα ήνε παρόν. Σήμερον όμως, μ' όλον το σχετικόν των μεγαλείον και τους προσεχείς οκτώ των βουλευτάς, είνε δι' εμέ Σαχάρα αυχμηρά, όθεν δεν ευρίσκω να συλλέξω προς ψυχαγωγίαν σου ουδέ το ελάχιστον ειδησείδιον. Αν σου έγραφα πολιτικάς ανταποκρίσεις, και ηγάπας και συ τα πολιτικά, ως τα τρελλαίνεται μία μας φίλη, θα είχα πολλά πράγματα να σου γράψω, όχι τόσον αηδή, όσον υποθέτεις, και πολύ διασκεδαστικώτερα παρ' ό,τι φαντάζεσαι. Ήρκει μόνον να σου περιγράψω την εκλογικήν εκστρατείαν των υποψηφίων μας βουλευτών, τα γλυκερά των μειδιάματα, τας μελισταγείς των θωπείας και τας χονδράς των υποσχέσεις, αίτινες κατά τούτο και μόνον διαφέρουσιν από τας υποσχέσεις των εκλογέων, ότι είνε κάπως μεγαλείτεραι κατά το περιέχον και κενότεραι επομένως κατά το περιεχόμενον. Ήρκει να σου εκθέσω εν συνόψει τα περί εκλογικών συνδυασμών μυστικά διαβούλια των επαρχιακών υποψηφίων, άτινα εν τούτοις γίνονται εν Αθήναις, χωρίς να υπάρχη ανάγκη να ερωτηθώσι κάπως και οι μέλλοντες ψηφοφόροι, οίτινες κατατίθενται απλώς εις την μέλλουσαν εκλογικήν εταιρείαν, ως κατατίθενται εις κερδοσκοπικόν τινα εμπορικόν συνεταιρισμόν εκατόν δέματα βακαλάου, είκοσι βαρέλια σακχάρεως και πεντήκοντα κάσσαι πετρελαίου. Ήρκει τέλος να κάμω μαζή σου μικρόν τινα περίπατον εις την αγοράν και τας οδούς των Αθηνών, και να διασκεδάσωμεν ομού, θεωρούσαι αδιακρίτως εις τα βάθη των υπογείων οινοπωλείων, όπου θα εβλέπαμεν τον μελανόν επενδύτην προστριβόμενον οικείως εις την λιπαράν εφεστρίδα του χωρικού, το στίλβον υπόδημα πατούμενον εν φιλική διαχύσει υπό του λασπωμένου τσαρουχίου, και τους γλαφυρούς δακτύλους κομψού τινος υποψηφιδίου θωπεύοντας τον πιναρόν τράχηλον οινοβαρούς εκλογέως. Αλλ' αυτά ως προείπα είνε πολιτικά, και ειξεύρω ότι δεν τα νοστιμεύεσαι. Αν τουλάχιστον ενοστιμεύεσο τα διασκεδαστικά μεν αλλά κάπως κακολόγα ανέκδοτα, άτινα τοσάκις ρητώς μου απηγόρευσες, θα σου διηγούμην πολλά περίεργα της εβδομάδος ταύτης σκάνδαλα. Αλλά συ λέγεις· Ουαί όχι μόνον δι' ου αλλά και εις ον το σκάνδαλον έρχεται, και πτύεις εις τον κόλπον σου τρις και σταυροκοπείσαι προς την κακολογίαν.

Ανατρέχω λοιπόν εις τα παλαιά, καταβαίνω μαζή σου εις Φάληρον, εις το μέγα και πολύ Φάληρον, το οποίον κατήντησε πλέον ανάγκη εις διασκέδασιν του καλού κόσμου των Αθηνών, και σε οδηγώ εις μίαν των πρώτων παραστάσεων των Cloche de Corville. Το κωμικόν αυτό μελόδραμα, το οποίον υπήρξε πέρυσι, κατά την Παγκόσμιον έκθεσιν των Παρισίων, έν των μεγίστων θελγήτρων του παντοδαπού εκείνου πληθυσμού, όστις συρρέει εις την νέαν Βαβυλώνα, ίνα δαπανήση τερπνότερον τα αποταμιεύματά του, εδόθη κατ' ανάγκην εφέτος και από του φαληρικού θεάτρου, ως επεκράτησε να ονομάζεται το επί των άμμων του Φαλήρου εστημένον ξύλινον παράπηγμα. Λέγω κατ' ανάγκην, διότι εννοείς πολύ καλά, ότι δεν ήτο δυνατόν να μη χειροκροτήσωσιν αι Αθήναι πράγμα το οποίον εχειροκρότησαν οι Παρίσιοι. Εχειροκρότησε λοιπόν και επεδοκίμασεν ενθουσιωδώς το αθηναϊκόν κοινόν το χαριέστατον αυτό, ως ωνομάσθη, μελόδραμα, και το εχειροκρότησε μάλιστα όπως ουδ' εις τους Παρισίους αυτούς εχειροκροτήθη. Οι σκαιοί παρισινοί, ως τουλάχιστον ενθυμούμαι, ουδέποτε κατώρθωσαν να εννοήσωσι και εκτιμήσωσι την κομψήν εκείνην χάριν, μεθ' ης ανατρέπει την τράπεζαν του ο είς των τριών γραφέων εν αρχή της τρίτης πράξεως, και συνανατρέπεται μετ' αυτής κυλιόμενος επί της σκηνής. Ημείς όμως εξετιμήσαμεν εις το Φάληρον και την δραματικήν του γεγονότος τούτου σπουδαιότητα, και την ρυθμικήν αυτού χάριν και την νοήμονά του εκτέλεσιν. Διά τούτο δε και το εχειροκροτήσαμεν, και την επανάληψιν του εζητήσαμεν, και ο ταλαίπωρος Frederic ηναγκάσθη να πέση εκ νέου και να κυλισθή εκ δευτέρου επί της σκηνής εν μέσω ραγδαίων χειροκροτημάτων. Ότε όμως το ενθουσιώδες κοινόν εζήτησε και την εκ τρίτου επανάληψιν του σκηνικού εκείνου επεισοδίου, ο δυστυχής γραφεύς είχε, φαίνεται, βαρυνθή την κάπως κουραστικήν αυτήν διά την ράχιν του διασκέδασιν, και παρελθών εις το προσκήνιον, είπεν ευσεβάστως εις τους θαυμαστάς του: «Si ces messiers ne sont pas contents, je n' en suis pas non plus». Το κοινόν τότε ευχαριστήθη και ησύχασεν, αρκεσθέν εκόν άκον εις τα μουσικά του έργου θέλγητρα. Τα θέλγητρα ταύτα λέγονται πολλά και ποικίλα υπό του κοινού. Το κατ' εμέ δεν ηξεύρω αληθώς πώς να σου παραστήσω την εντύπωσιν, ην μοι επροξένησε το παράδοξον αυτό μουσικόν έργον. Δεν ομιλώ περί του είδους της δραματικής μουσικής εις την οποίαν ανήκει, διότι δεν κατώρθωσα να το κατατάξω. Ούτε σπουδαίον μελόδραμα είνε, ούτε εις την ιταλικήν opera buffa ανήκει, ούτε opera comique γαλλική δύναται να ονομασθή, ούτε οφφεμπαχιάς είνε καθαρά. Είνε κάτι τι αμφίβιον και hybride, ετερόκλιτον και χιμαιροειδές. Είνε είδος τι μωσαϊκού αλλοκότου, ευάρεστον μεν εν συνόλω ως εκ της ποικιλίας των χρωμάτων και της συμπλοκής των αραβουργημάτων του, μη έχον όμως οιονδήποτε σχέδιον, ουδέ σκοπόν, ούτε ιδέαν, ούτε αναλογίας, ούτε φωτοσκίασιν. Και αυτό το μελωδικόν του περιεχόμενον είνε αβυρτάκη τις, η ιταλική σαλάτα, κατά την σημερινήν μαγειρικήν γλώσσαν, όπου αλλαχού μεν αναγνωρίζεις τον Κουρέα της Σεβίλλης και τους Δραγόνους του Βιλλάρ και την Κόρην της Αγγώ, αλλαχού δε απορείς προς το γνώριμον του μέλους και δεν κατορθόνεις εν τούτοις να το ενθυμηθής. Αι πλείσται των μουσικών του φράσεων είνε ράκη γνωστών παλαιοτέρων μελωδιών, επιδεξίως όμως συνερραμμένα εις τριβώνιον πολύχρωμον, το οποίον θαμβόνει την όρασιν και την ευχαριστεί εφ' ικανάς στιγμάς. Η εκτέλεσίς του δεν υπήρξε κακή· πολλοί μάλιστα διατείνονται ότι ήτο εξαίρετος. Σημείωσε όμως, ότι εις τους πολλούς τούτους κατατάσσονται οι όχι ολίγοι θαυμασταί των εφετεινών μας υψιφώνων κυριών, οι πωληταί των ανθοδεσμών και οι πτηνοπώλαι, νομίζω, ακόμη, οι προμηθεύοντες τας περιστεράς, όσαι ρίπτονται καθ' εσπέραν εις την σκηνήν, ως τρυφεροί ερμηνείς του ενθουσιασμού θεατών τινων.

ΙΒ'.

Εν Αθήναις τη 19 Αυγούστου 1879.

Αν την παρελθούσαν εβδομάδα δεν έλαβες γράμμα μου, συλλογίσου, ότι δεν έλαβα κ' εγώ ιδικόν σου, και συγχώρησόν με, αφού και συ έχεις ανάγκην συγχωρήσεως. Μην υποθέσης όμως, ότι η έλλειψίς μου ήτο πληρωμή της ελλείψεώς σου. Όχι· δεν είμαι τόσον εκδικητική. Αφορμή της σιωπής μου ήτο άλλη, κοινοτέρα πολύ και αθωοτέρα: η αμέλεια. Δεν ηξεύρω πως και διατί, αλλά τοσαύτη με είχε καταλάβει την παρελθούσαν εβδομάδα αδράνεια, τόσος βαρεμός κατά την εκφραστικωτάτην λέξιν του λαού, ώστε όχι μόνον η χειρ μου δεν ενετείνετο εις εργασίαν οιανδήποτε, αλλά και αυτός ο νους μου εβαρύνετο να σκεφθή. Δις μόλις και τρις προσεπάθησα να αποσείσω την οκνηρίαν μου, αλλά και πάλιν δεν το κατώρθωσα. Σ' ενθυμήθην, ενθυμήθην το χρέος μου, αλλ' αδύνατον ήτο να κρατήσουν οι δάκτυλοί μου τον κάλαμον. Ο χάρτης έμενεν εμπρός μου λευκός, η χειρ μου κατέπεσεν αδρανής, εχασμήθην, και . . . Αλλ' αρκεί· κινδυνεύω να πάθω και τώρα τα ίδια, περιγραφούσα την παλαιάν μου κατάστασιν. Η ανάμνησις μόνη του παλαιού εκείνου και ηδονικού χασμήματος διαστέλλει και πάλιν τας σιαγόνας μου εις χάσμημα νέον. Σήμερον όμως έχω θέλησιν. Αφίνω τον κάλαμον επί στιγμήν· εγείρομαι, κάμνω δύο τρία βήματα εις το δωμάτιόν μου, πίνω έν ποτήριον ύδατος ψυχρού και διαυγούς — από το φρέαρ της οικίας μου, σημείωσε, διότι το ύδωρ της πόλεως δεν πίνεται πλέον — και αναλαμβάνω την εργασίαν μου, διότι αλλέως, αν σ' άφινα και αυτήν την εβδομάδα χωρίς επιστολήν, δεν ηξεύρω τι ήθελες μου ψάλει την επομένην.

Έλα, λοιπόν, πηγαίνωμεν ομού εις το Άντρον των Νυμφών, να ακούσωμεν την Ειρήνην ψάλλουσαν. Σου την είχα ονομάσει Γιαννούλαν εις μίαν των προηγουμένων μου επιστολών, αλλ' έκαμα λάθος και σπεύδω να το διορθώσω. Γιαννούλα είνε το άσμα και όχι η αοιδός, καθώς θα ιδής μετ' ολίγον. Εισερχόμενα λοιπόν και πάλιν εις το πολυπαθές εκείνο Άντρον, όπου προ δύο περίπου μηνών ηκούσαμεν υλακτούσας τας γερμανικάς χάριτας. Ο θίασος εκείνος ο γερμανικός κατέλιπεν ήδη προ ενός περίπου μηνός την σκηνήν, επί της οποίας δεν κατώρθονε, φαίνεται, ν' ανανεώση τους παλαιούς του θριάμβους, και μετεκομίσθη με όλα του τα τύμπανα και τα κρόταλα εις τον παρά τας στήλας του Ολυμπίου Διός φυτρώσαντα εντός του ρεύματος Κήπον του Παρθενώνος. Την θέσιν του δε κατέλαβε συμμιγής τις άλλη, ωδική και μιμική και χορευτική συγχρόνως, εταιρεία, εξ Ελλήνων συνάμα και Ιταλών και Ανατολιτών προχείρως συγκροτηθείσα. Ο θίασος δε ούτος ο ποικίλος και αστειότατος — χωρίς να το θέλη, εννοείται, — ορχήστραν του έχει ένα και μόνον Άτλαντα, δέροντα ευσυνειδήτως καθ' εσπέραν επί πέντε συνεχείς ώρας παράφωνον κλειδοκύμβαλον, ούτινος η ηλικία τουλάχιστον επέβαλλε πλειότερον σεβασμόν (ή ανασκοπήν ως λέγουσι σήμερον), και αδάμαντά του την σμυρναίαν Ειρήνην, ήτις τετράκις ή πεντάκις της εσπέρας εναλλάσσει το τουρκικόν σαβαί προς το βαρύ και παθητικόν μέλος δημοτικού τινος άσματος. Το πλείστον μέρος των θεατών έρχεται ν' ακούση αυτάς ιδίως τας ανατολικάς της Ειρήνης μελωδίας, μονοτόνους μεν ως επί το πολύ αλλ' οικείας όμως εις τα ώτα των ακροατών, συνοδευομένας δε δι' ενός βιολίου υπό σμυρναίου μουσικού, και υπ' αυτής της αοιδού διά παραδόξου τινός οργάνου, πολλήν έχοντος την ομοιότητα προς το γερμανικόν Zither. Δι' αυτόν δε τον λόγον είνε συνήθως το κοινόν του Άντρου ικανώς συμμιγές, ουδ' αποπνέει ως επί το πολύ αρώματα του Lubin και του Atkinson. Υπάρχουσιν όμως μεταξύ αυτού και θεαταί ευρωπαϊκωτέραν έχοντες την καλαισθησίαν, οίτινες τέρπονται πλειότερον εκ της βραχνής κραυγής κολοσσιαίου τινός βαρυτόνου, περιφερομένου εις την σκηνήν και παθητικώτατα χειρονομούντος μονωδίαν τινα του Trovatore, ή εκ του οξέος συριγμού μελιταίας τινός υψιφώνου, ην η πρασινοπόρφυρος ενδυμασία της μεταβάλλει εις αληθή χρυσομυίαν, ή εκ των στερεοτύπων μορφασμών του αλευρωμένου προσώπου ηλιθίου τινός pagliaccio, ή τέλος και εκ των χαριεστάτων δύο αυτοχειροτονήτων χορευτριών, αίτινες ουδεμίαν έχουσι δυσκολίαν να περιφέρωσι τον δίσκον των εις το κοινόν χωρίς να προσθέτωσιν ο,τιδήποτε εις την στοιχειώδη αυτών ενδυμασίαν, συνοδευόμεναι όμως πάντοτε υπό δεκαετούς τινος βρακοφόρου και ανυποδήτου κισλάρ-αγά.

Αλλ' αυτά αποτελούσι το αστείον μέρος της παραστάσεως. Το σπουδαίον και ικανώς άξιον προσοχής αποτελεί το ανατολικόν άσμα της Ειρήνης. Ηξεύρω, ότι η μουσική αυτή δεν σ' ενθουσιάζει τόσον όσον τον Κ. Ducoudray. Σου φαίνεται, ως πολλάκις μου είπες, φοβερά μονότονος και παντελώς άρρυθμος, ίσως δε δεν έχεις και πολύ άδικον. Σημείωσε όμως, ότι δι' αυτόν ακριβώς τον λόγον, διότι τα ανατολικά μέλη είνε ικανώς μονότονα και άρρυθμα, απαραίτητον είνε, όπως ευαρεστήσωσι, να άδωνται υπό ψάλτου, όστις και φωνήν ιδία προς τούτο πεπλασμένην να έχη, και να αισθάνεται βαθέως, και ησκημένος να ήνε διά μακρών.

Τότε με συγκινεί πολλάκις η ανατολική μελωδία μέχρι μυχών της καρδίας μου· η μονότονος εκείνη, η κατ' ελάσσονα τόνον (minore) αδιακόπως φερομένη, αλλ' εντέχνως όμως ποικιλλομένη διά τρομώδους λαρυγγισμού μουσική φράσις μου προξενεί ανέκφραστόν τινα αλλά γλυκείαν βαρυθυμίαν, και το ους μου όχι μόνον δεν κουράζεται υπό του βαρέως συρομένου ρυθμού, όστις ούτε τέλος έχει πολλάκις ούτε αρχήν, αλλά τον παρακολουθεί τουναντίον ευαρέστως, και όταν το άσμα παύση, τον παρατείνει πολλάκις δι' ενδομύχου τινός και μυστηριώδους ηχούς.

Αυτό μου συνέβη προχθές, ότε ήκουσα την Ειρήνην ψάλλουσαν τους ωραίους τούτους δημοτικούς στίχους·

Όλαις η νηαίς παντρεύονται και πέρνουν παληκάρια,
κ' εγώ η Γιαννούλα η ώμορφη πήρα το μαραζιάρη.
Σιμά του πάντα κάθομαι· του κρένω δεν μου κρένει·
ψωμί του δίνω δεν το τρώει, κρασί και δεν το πίνει.

Η κλαγγή της φωνής της, καίτοι δεν έχει πλέον την δρόσον της πρώτης νεότητος, έχει όμως σπάνιον αληθώς το κάλλος. Είνε φωνή μεσοφώνου βαθεία, πλήρης, ηχηρά και ομαλωτάτη, εκφράζει δε πάθος αληθές και ανεπιτήδευτον, και — όπερ σπανιώτατον εις ανατολίτας αοιδούς, — είνε καθαρά του στήθους φωνή, ουδέποτε επικαλουμένη της ρινός την βοήθειαν, ως επικαλούνται την βοήθειαν του fausset οι ευρωπαίοι ψάλται. Κρίμα αληθώς, ότι τοιαύτη φωνή δεν έτυχεν ευρωπαίου διδασκάλου ουδ' εμορφώθη διά σπουδών τακτικών.

Μου παραπονείσαι ότι δεν σου γράφω περί του ελληνικού θεάτρου. Αν σου έγραφα, θα μου παρεπονείσο ότι σου γράφω, και θα μου έλεγες ότι καταστρέφω την θεραπείαν σου.

ΙΓ'.

Εν Αθήναις τη 14 Ιανουαρίου 1880.

Πέντε ολοκλήρους μήνας είχα να λάβω γράμμα σου, και υπέθετα ότι με είχες εντελώς λησμονήσει, ότε, επιστρέψασα εις τας Αθήνας, όθεν έλειψα καθ' όλον σχεδόν αυτό το διάστημα, εύρον επί της τραπέζης μου τρεις σου συγχρόνως επιστολάς, πλήρεις πικρών μεν παραπόνων διά την σιωπήν μου, χαριεστάτων δε λεπτομερειών των περιπλανήσεών σου και του εν Παρισίοις βίου σου. Και εις μεν τα παράπονά σου άπαντα επαρκώς, ελπίζω, η απουσία μου, ήτις, ανάγραψε και τούτο εις λογαριασμόν της ειλικρινείας μου, μ' έδωκε νέαν αφορμήν, όχι μόνον να εκτιμήσω την αγάπην σου, αλλά και να καμαρώσω πάλιν διά την ευχαρίστησιν την οποίαν σου προξενεί η αθηναϊκή μου φλυαρία. Αι δε λεπτομέρειαι της κατά το πεντάμηνον αυτό διάστημα ζωής σου, γραμμέναι μεθ' όλης εκείνης της χάριτος και της αφελούς ασυναρτησίας, ήτις χαρακτηρίζει την νωχελή σου φύσιν, με κατεγοήτευσαν αληθώς, και με μετεβίβασαν πολλάκις, ως εν ονείρω, από της μικράς μου αθηναϊκής φωλεάς εις τον ευρύν ορίζοντα του ευρωπαϊκού κόσμου. Αι λεπτομέρειαι ιδίως του παρισινού χειμώνος, η ωραία σου περιγραφή της χιονοσκεπούς λεωφόρου των Ηλυσίων και του παγωμένου Σηκουάνα, και η οδυνηρά σου αφήγησις της διαρκούς φρικιάσεως, ήτις σε κατείχεν υπό όλας σου τας σισύρας και με όλην την σπινθηρακίζουσαν εστίαν σου, μ' έκαμαν πολλάκις να διαρραγώ εις άσβεστον γέλωτα. Ηξεύρεις διατί; Ενθυμήθην τας καλοκαιρινάς σου επιστολάς, και την δροσομανίαν ήτις σε είχε καταλάβει· ανεμνήσθην ότι αφήκες εν μηνί Αυγούστω την Ελβετίαν, διότι δεν την εύρισκες αρκετά δροσεράν, και ότι εβάδιζες προς βορράν εις αναζήτησιν ψύχους· εσυλλογίσθην τέλος την δημώδη ελληνικήν παροιμίαν: τα μικρά δεν ήθελες τα μεγάλα γύρευες, και ξεκαρδίσθην σκεπτομένη, ότι δεκαπέντε βαθμοί υπό το μηδέν ευχαρίστησαν επί τέλους με το παραπάνω την απληστίαν σου.

Ηξεύρεις όμως, ότι και ημείς οι μικροί και άσημοι Αθηναίοι δεν καθυστερήσαμεν εις την τουρτουριστικήν αυτήν συναυλίαν, την οποίαν συνεκρότησαν εφέτος οι πάγοι καθ' όλην την Ευρώπην; Τετράκις μέχρι τούδε ελεύκανεν η χιών τας οδούς και τους ορόφους των οίκων μας! Ο βοριάς, του οποίον εθρηνούμεν άλλοτε και ιδίως πέρυσι την απουσίαν, πνέει αδιακόπως σχεδόν από δύο ήδη μηνών, και τα ύδατα των υπαίθρων αυλάκων παγόνουσι κατά πάσαν σχεδόν νύκτα. Ευτυχώς παγόνει μαζή των και ο πηλός των οδών μας, αίτινες στίλβουσιν ούτω και λαμποκοπούσι την πρωίαν, όσον ουδεμία δημοτική αρχή ποτέ θα το κατώρθονε.