WeRead Powered by ReaderPub
Ανάλεκτα Τόμος Πρώτος / Διηγήματα - Κοινωνικαί εικόνες και μελέται cover

Ανάλεκτα Τόμος Πρώτος / Διηγήματα - Κοινωνικαί εικόνες και μελέται

Chapter 67: ΙΔ'.
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

Συλλογή πεζογραφημάτων και δοκιμίων που συγκεντρώνει παλαιότερα δημοσιευμένα κείμενα, περιλαμβάνοντας σύντομα διηγήματα, κοινωνικές εικόνες, επιστολικές εντυπώσεις και μια μυθολογική αναδιήγηση. Τα κείμενα παρατηρούν την καθημερινότητα της πόλης και τις κοινωνικές αντιθέσεις, θίγουν θέματα φτώχειας και πλούτου και καταγράφουν ηθικά και πολιτισμικά έθιμα. Ο τόνος μετακινείται μεταξύ νοσταλγικής ανάμνησης και κριτικής παρατήρησης, με έμφαση στην περιγραφή χαρακτήρων, αστικών σκηνών και μικρών συμβάντων που φωτίζουν εποχικές και κοινωνικές ιδιαιτερότητες.

Δεν 'σου περιγράφω λεπτομερώς τα του χειμώνος μας, διότι τι νέον δύνανται να αναγγείλωσιν οι δύο μόλις βαθμοί ψύχους, τους οποίους εζήσαμεν ημείς, εις τους είκοσι, τους οποίους έζησες συ; Τα συνάχιά μας και τους βήχας μας και τας πορφυράς μας ρίνας τα είχατε, υποθέτω, και σεις πολύ αφθονώτερα και ποικιλώτερα, και ουδεμίαν επομένως θα έχης διάθεσιν να μάθης, ποσάκις επταρνίσθην κατά τον παρελθόντα μήνα, και πώς βασανίζομαι να θεραπεύσω τας χιονίστρας των χειρών μου. Ό,τι όμως θέλεις να μάθης, ό,τι απαραιτήτως θέλεις να σου διηγηθώ, είνε το πώς διασκεδάζομεν εφέτος. Χορεύομεν; Πηγαίνομεν εις το θέατρον; Ακούομεν μουσικήν; Γίνονται συναστροφαί;

Εις όλα σου αυτά τα ερωτήματα αδύνατον, εννοείς, μου είνε να απαντήσω διά μιας και μόνης μου επιστολής. Ησύχασε όμως, και δεν θα σε αφήσω δυσηρεστημένην, αφού θέλεις να τα μάθης όλα.

Σου υπόσχομαι να βαρυνθής επί τέλους την φλυαρίαν μου, επί τω όρω bien entendu να βαρυνθώ και εγώ την ιδικήν σου. Χορεύομεν; ερωτάς. Και τι άλλο κάμνομεν, σου απαντώ. Οι χοροί και αι χορευτικαί εσπερίδες και αι δευτέραι (θα έπρεπε ίσως δεύτεραι κατά σε, ήτις είσαι à cheval sur la grammaire, αλλά τι να σου ειπώ; δεν μου έρχεται) και αι τρίται ήρχισαν ήδη από του παρελθόντος μηνός, και φαντάσου τι κακόν έχει να γείνη μέχρι των απόκρεω, αι οποίαι συμπίπτουν εφέτος την τρίτην Μαρτίου. Αι χορευτικαί και διασκεδαστικαί μας ορέξεις ανεπτύχθησαν, βλέπεις, κατ' ευθύν λόγον προς την διάρκειαν των απόκρεω, και από της α'. Ιανουαρίου, ότε εδόθη ο πρώτος γενικός χορός της Αυλής, επέρχονται καθ' εβδομάδα αλλεπάλληλοι προσκλήσεις, αι δε ολίγαι μας ράπτριαι δεν προφθάνουσιν, όχι να μας ράπτωσωσιν αλλ' ουδέ να μας ακούωσι. Κατήντησαν και αυταί personnages, και πολύ φοβούμαι μήπως ορίσωσιν επί τέλους ώρας ακροάσεων, καθώς οι υπουργοί μας.

Περί του αυλικού χορού της πρώτης του έτους δεν σου γράφω τίποτε. Ήτο όμοιος κατά την λαμπρότητα προς τους χορούς των παρελθόντων ετών, τους οποίους γνωρίζεις, διότι είδες πολλούς· επιφυλάσσομαι δε να σου γράψω λεπτομερέστερον περί του μικρού χορού, όστις δίδεται απόψε, διά της προσεχούς μου επιστολής. Ας σου είπω σήμερον ολίγα τινά περί του χορού της Κας Σ., και αυτά όχι μεθ' όλης της λεπτομερείας, την οποίαν ποθεί η άπληστός σου περιέργεια, διότι ούτε τα όρια απλής επιστολής θα εχώρουν όσα θέλεις συ, ούτε ο κάλαμος της φίλης σου θα επήρκει. Περί την χορευτικήν αυτήν εσπερίδα — διότι ούτω την ωνόμαζον μετριοφρόνως τα προσκλητήρια — εγένετο πολύς εκ προοιμίων ο πάταγος, και αμύθητον υπήρξε το πλήθος — άρρεν και θήλυ — το οποίον έφερε την προχθές εσπέραν ένδυμα γάμου. Ούτω δε το μέγα εκείνο μέγαρον, του οποίον εθαυμάσαμεν, ενθυμείσαι, άλλοτε ομού τας ημιτελείς μεν αλλ' ευρείας και συνεχείς αιθούσας, επληρώθη μέχρι και αυτών των τελευταίων γωνιών του μεσορόφου, κ' ενόμιζεν ο περί την δεκάτην ώραν του προχθές Σαββάτου εισερχόμενος εις τα κατάκοσμα εκείνα δώματα, ότι παρίσταται εις δημοσίαν τινά αγόρευσιν του νέου ημών ιεροφάντου Μακράκη, πολύ πριν ή ο εισαγγελεύς μετριάση κάπως τον ενθουσιασμόν του νοήμονος κοινού· της πρωτευούσης, το οποίον ετίμησεν εσχάτως τον προφήτην, κατά τας τελευταίας βουλευτικάς εκλογάς, δι' επτά χιλιάδων ψήφων, εις δόξαν της καθολικής ψηφοφορίας! Η πληθύς δε αυτή, κατά την ομόφωνον της ιδίας πληθύος γνώμην, υπήρξε το μόνον ελάττωμα της λαμπράς εκείνης εσπερίδος, καθ' ην ημιλλώντο η αμίμητος καλλιτεχνική του οίκου διακόσμησις, ο άπλετος φωτισμός των περιχρύσων αιθουσών, η της ορχήστρας τελειότης, ο πλούτος και η κομψότης των εσθήτων, η χάρις των χορευτριών, η κοινωνική σημασία των προσκεκλημένων, του δείπνου η άφθονος και αριστοτεχνική ποικιλία, και επί πάσιν η προσηνής ευγένεια και περιποιητικότης των οικοδεσποτών. Δεν επιχειρώ, φιλτάτη, να σου περιγράψω τα θαυμάσια της οικίας, ουδέ τον καλλίτεχνον ευτρεπισμόν των ωραίων αιθουσών του μεγάρου, θα εχρειαζόμην πολλάς σελίδας, ίνα σου καταδείξω διά λέξεων την βαθείαν εντύπωσιν του θαυμασμού, τον οποίον μου επροξένησεν η κατάλευκος και δι' αναγλύφων εκ ναστοχάρτου περίκοσμος αίθουσα κατά την βορειοανατολικήν πρόσοψιν του μεγάρου, η διαιρουμένη εις δύο διά κομψοτάτων στηλών εκ λευκού πεντελικού μαρμάρου, η παρ' αυτή δεξιόθεν μικροτέρα, διακεκοσμημένη διά γραφών και επίπλων κατά τον επί Λουδοβίκου του ΙΕ'. συρμόν, η άλλη παρακειμένη, επί των τοίχων της οποίας ανευρίσκει τις τον ρυθμόν και τας γραφάς των πομπηιανών δωμάτων, το περαιτέρω μαγευτικόν μικρογράφημα των αραβουργημάτων της Αλάμβρας, και τέλος το εκ ξύλου δρυός περίγλυφον εστιατόριον, όπου διαρκώς εστρωμένον κυλικείον ανέψυχε τους διψώντας και ενεδυνάμου τους απαύστως σχεδόν πεινώντας στομάχους των προσκεκλημένων, χορευόντων και μη.

Άλλως δε η περιέργεια σου επιθυμεί αναντιρρήτως λεπτομερεστέραν και φλυαροτέραν την περιγραφήν των κυριών και των ενδυμασιών των. Και δι' αυτό όμως . . . τι να σου είπω; εντρέπομαι, αλλ' η αλήθεια είνε, ότι ολίγα ενθυμούμαι, διότι ολίγα είδα. Ήμεθα τόσον πολλαί και τόσον πυκναί, ώστε σε βεβαιώ, ότι πολλάς μας φίλας μόλις κατώρθωσα να ιδώ και να χαιρετίσω εις το τέλος του χορού. Σου αναφέρω μόνον εν γένει, ότι αι εσθήτες των χορευτριών ήσαν βαρείαι ως επί το πολύ και όλαι σχεδόν πλούσιαι, εκτός ολιγίστων — δυστυχώς! — εξαιρέσεων. Τρίχαπτα πανταχού, πλημμύρα de points d' Angleterre et de point de Bruxelles, κεντήματα βαρύτιμα, φορέματα εξ επικρόκου, αδάμαντες και μαργαρίται εις σχήματα περιδεραίων και πτίλων και χρυσαλλίδων, άνθη χαριέστατα, ωραιότερα των αληθινών, και ουραί . . . ουραί . . . ουραί . . . τόσον μακραί, ώστε εσχίσθησαν, εσχίσθησαν και πάλιν έμειναν. Και ποίαι ήσαν αι ωραιότεραι του χορού; θα μ' ερωτήσης βέβαια. Τι να σου ειπώ; Ηξεύρεις, ότι έχω το φοβερόν ελάττωμα να ήμαι δύσκολος, και ότι σπανίως τολμώ ν' απονέμω τίτλους καλλονής. Πρέπει όμως οπωσδήποτε να διακρίνω μεταξύ του πλήθους την ζωηρότητα και την χάριν της Κυρίας Κ., το επιβάλλον παράστημα της Κυρίας Σ., την ήρεμον μεγαλοπρέπειαν της Κυρίας Λ. και το αφελές εκείνο αλλ' ανθηρότατον κάλλος της Κυρίας Ν., όπερ κρίμα αληθώς ότι ατελώς εκτιμά η ράπτριά της. Εκ των δεσποινίδων μου ήρεσαν πολύ δύο μικρά αλλά χαριέστατα κοράσια, άτινα διατηρούσιν επί του αφελούς των προσώπου όλην την χάριν της νεαράς των ηλικίας, και ανατέλλουσιν επί της ερυθριώσης μορφής των όλον εκείνο το ανέκφραστον της αθωότητος γόητρον, το οποίον δυστυχώς εξαλείφει παρ' ημίν από ημέρας εις ημέραν η μετάγγισις του πολιτισμού της Εσπερίας. Η δεσποινίς Κ. και η δεσποινίς Κ. είνε κομψόταται κόραι, και πεποίθησιν έχω, ότι θα γείνωσιν έτι κομψότεραι και ωραίαι κυρίαι.

Ο χορός υπήρξε ζωηρότατος και πλήρης αδιαπτώτου ευθυμίας απ' αρχής μέχρι τέλους· το δε ακροτελεύτιον cotillon διέκριναν ωραιόταται εικόνες — σου μεταφράζω ούτω τας figures — ων δύο ιδίως παρήγαγαν αληθώς μαγευτικόν αποτέλεσμα. Κατά την μίαν εξ αυτών ευρέθησαν διά μιας οι πλείστοι των χορευτών περιβεβλημένοι πολυχρώμους και ποικίλας εκ σιγαροχάρτου ενδυμασίας, ας εξήγον αι χορεύτριαί των εκ μικρών περιχρύσων κιλίνδρων διανεμηθέντων εις αυτάς επί τούτω· περιεδινούντο δε ούτω τα χορεύοντα ζεύγη εντός της καταφώτου αιθούσης, και το θέαμα μοι ανέμνησε τοιχογραφίαν τινά παριστάνουσαν τας απόκρεω της Βενετίας, την οποίαν είδα ποτέ εν Ιταλία. Κατά την άλλην έθραυον αι χορεύτριαι κατά της κεφαλής των χορευτών των λευκάς εκ λεπτού χαρτίου σφαίρας, και ανεπήδα εξ αυτών νέφος ολόκληρον μικρών τεμαχίων χάρτου λευκού, άτινα επλήρουν ως χιόνος νιφάδες τον αέρα, το έδαφος, τας κόμας των κυριών και των κυρίων τα μελανά φορέματα. Ενόμιζες ότι χιών κατέπιπτε την στιγμήν εκείνην πυκνή, και ηπόρεις ότι δεν ησθάνεσο παγωμένους τους λοβούς των ωτίων σου.

Την πέμπτην ώραν μετά το μεσονύκτιον το μέγαρον ήτο σκοτεινόν, και τους λοβούς των ωτίων μας επάγονεν αληθώς η παγερά ατμοσφαίρα των Αθηνών, εν μέσω των κλειστών αμαξών, αίτινες μας μετέφερον οίκαδε.

ΙΔ'.

Εν Αθήναις τη 20 Ιανουαρίου 1880.

Σου υπεσχέθην διά της τελευταίας μου επιστολής περιγραφήν του πρώτου μικρού βασιλικού χορού, όστις εδόθη εφέτος, και σπεύδω να εκπληρώσω την υπόσχεσίν μου, πριν ή έλθη του ταχυδρομείου η ημέρα, ωφελουμένη από θερμήν αλλά παροδικήν βεβαίως ηλίου ακτίνα, ήτις εισδύει την στιγμήν αυτήν διά του παραθύρου μου, και ζωογονεί κάπως τους παγωμένους μου δακτύλους. Τι χειμών, αδελφή μου, είνε ο εφετεινός! Υπεδέχθημεν προ ενός και ημίσεος μηνός την χιόνα μετ' ευθύμου σχεδόν εκπλήξεως, και την συνελέξαμεν ιδίαις χερσίν από της φλιάς των παραθύρων μας, και εσφαιροβολήθημεν δι' αυτής, και την κατεπατήσαμεν χαίρουσαι, πριν ή έτι αναλυθή εις ρύπον και πηλόν, ελπίζουσαι ότι, ως συνήθως, ουδέν άλλο ήτο η ωραία τις χειμερινή σκηνογραφία, παρασκευασθείσα εις στιγμιαίαν ημών διασκέδασιν υπό του αθηναϊκού χειμώνος, και μέλλουσα να διαλυθή την επαύριον υπό το φαιδρόν του ηλίου θάλπος. Και διελύθη μεν αληθώς, αλλά τι το όφελος, αφού μετ' ολίγας ημέρας υπεδέχθημεν την δευτέραν της έκδοσιν; Εξεπλάγημεν και τότε, εννοείται, αλλ' η έκπληξίς μας ουδέν είχε πλέον το εύθυμον. Ότε δε μετά μίαν μόλις εβδομάδα ελεύκανε τας στέγας εκ τρίτου η χιών, και μετ' ολίγας πάλιν ημέρας εκ τετάρτου, και επάγωσαν των ρυάκων τα ύδατα, και είδαμεν τας λεμονοπορτακαλλέας των κήπων μας φυλλορροούσας και μελαγχολικάς — κατά την ωραίαν έκφρασιν, ην μετεχειρίσθη προχθές ο βασιλεύς, ομιλών εν τω χορώ μετά τινος των προσκεκλημένων, — τότε πλέον η έκπληξίς μας εκορυφώθη εις αδημονίαν, και η παιδική εκείνη από των πρώτων χιόνων χαρά μετετράπη εις αγανάκτησιν, ην από ενός ήδη μηνός μαρτυρούμεν δι' επιφωνημάτων και βηχός, διά πατάγου ρινών και χουχουλισμάτων.

Και μ' όλα αυτά εν τούτοις, και μ' όλας τας απαισίας προρρήσεις των αστρονόμων μας, αίτινες προεικάζουσι βαρύτερον έτι το επερχόμενον ψύχος, διασκεδάζομεν εφέτος πολύ περισσότερον παρ' όσον διεσκεδάζομεν πέρυσι, ότε δεν είδαμεν σχεδόν χειμώνα και ολίγον έλειψε να μεταβληθώμεν εις αμφίβια, υπό τας αδιακόπους βροχάς, δι' ων μας εφιλοδώρει ο νότος. Είπα: μ' όλα αυτά, ενώ έπρεπεν ίσως ορθότερον να είπω· δι' όλα αυτά. Αφού οι χοροί και αι συναναστροφαί και αι παννυχίδες είνε διασκεδάσεις χειμεριναί, δεν είνε φυσικόν ν' αυξάνωσι και να πληθύνωνται όσον αυξάνει κ' επιτείνεται ο χειμών; Τούτο συνέβη και εφέτος, ως σου έγραφα την παρελθούσαν εβδομάδα. Ηνοίχθησαν τα διάκοσμα δώματα των πλουσίων μεγάρων, και άλλα μεν καθ' ημέρας τακτάς, άλλα δ' εκτάκτως συναθροίζουσιν επί του λείου δαπέδου των τον πυκνόν και φαιδρόν όμιλον των χορευτών και χορευτριών, οίτινες, ενώ έξω συρίζει ο βορράς και λευκαίνονται υπό την χιόνα οι δρόμοι, αποζημιούσι τας εκ της αργίας του παρελθόντος αιμωδιώσας κνήμας των, παρατείνοντες το cotillon μέχρι πρωίας. Και αυτοί δε οι χοροί της Αυλής, τους οποίους, χάρις εις την ευμενή των βασιλέων αγαθότητα, συνείθισεν ήδη ν' αναμένη τακτικώς ανά πάντα χειμώνα η καλή των Αθηνών κοινωνία, προϋπολογίζουσα την εξ αυτών διασκέδασαν ως ωρισμένον ευθυμίας εισόδημα, και αυτοί υπήρξαν εφέτος εκτάκτως ωραίοι και ζωηροί.

Ο την παρελθούσαν Δευτέραν δοθείς μικρός χορός — ή συναστροφή, ως καλεί αυτόν η αυλική γλώσσα, — υπήρξεν αναντιρρήτως είς των ωραιοτέρων χορών όσους περιέλαβον ποτέ αι υψόροφοι εκείναι και αληθώς λαμπραί αίθουσαι, ας γερμανοί αρχιτέκτονες και ιταλοί ζωγράφοι κατεσκεύασαν και διεκόσμησαν εν έτει 1848 εν μέσω των βασιλικών ανακτόρων των Αθηνών, και τας οποίας θαυμάζουσι δικαίως και αυτοί οι την πρωτεύουσαν επισκεπτόμενοι ξένοι.

Εις τας αιθούσας αυτάς δίδονται υπό της νέας βασιλείας ου μόνον οι μεγάλοι αλλά και οι μικροί χοροί.

Είνε δε βεβαίως προτιμότερος ο χώρος ούτος διά πολυπληθή και μάλιστα χορευτικήν ομήγυριν ή τα μακρά εκείνα και υποτρέμοντα πολλάκις δώματα του τρίτου ορόφου, όπου η βασίλισσα Αμαλία συνεκάλει τον παλαιόν καιρόν την ευάριθμον και αραιάν ομάδα των εκλεκτών, οίτινες ήσαν συνήθως οι κλητοί των μικρών χορών της πρώην Αυλής. Προτιμώ δε και προτιμώσι μαζή μου, είμαι βεβαία, τας αιθούσας των μεγάλων χορών πάντες οι προσκεκλημένοι, διότι πρώτη και απαραίτητος ανάγκη παντός χορού, — είτε χορός καλείται είτε συναναστροφή είτε ο,τιδήποτε άλλο — είνε αίθουσα ευρεία, αδιάσειστον έχουσα το έδαφος, υψηλή και ευάερος. Είνε τόσον ευχάριστον να χορεύης ανέτως, χωρίς να πνίγεσαι εντός του πλήθους, μηδέ να κινδυνεύης να πατηθής ή να πατήσης ανά πάσαν στιγμήν, μηδέ να αισθάνεσαι ότι ενδίδει το έδαφος υπό τους πόδας σου, μηδέ να δυσκολεύεσαι ν' αναπνεύσης εντός πνιγηράς και θερμής ατμοσφαίρας. Τα προσόντα δε ταύτα συνενούσιν άπαντα εν ωραιοτάτω συνδέσμω αι ανακτορικαί αίθουσαι των μεγάλων χορών. Όταν μάλιστα αναλογίζωμαι ιδιωτικάς τινας αιθούσας, τας οποίας αρέσκονται συνήθως οι προσκαλούντες να πληρώσι μέχρι και των προθαλάμων, φρονούντες ίσως μετά του K. de Montlucar Scribe «qu il vaut mieux entasser ses amis dans l' antichambre . . . et quel-ques-uns mê me sur l' escalier», και μεριμνώντες ως εκείνοι ουχί πώς να διασκεδάσωσιν οι ξένοι των, αλλά πώς μάλλον να επιδείξωσιν αυτοί το πλήθος των σχέσεών των, αισθάνομαι αληθινήν χαράν και ανακούφισιν, ούτως ειπείν, οσάκις ευρίσκομαι εν μέσω των περιχρύσων εκείνων και υψηλών δωμάτων, και φέρομαι ανάρπαστος υπό του χορού διά της δροσεράς των ατμοσφαίρας, προς το γοργόν και εναρμόνιον μέλος τελείας ορχήστρας, υπό το άπλετον φως των πολλαπλών πολυελαίων, ων η άνωθεν καταπεμπομένη λάμψις μαγεύει χωρίς να κουράζη τους οφθαλμούς.

Εννοείς επομένως ευκόλως πόσον διεσκέδασα την παρελθούσαν δευτέραν, αν και δεν εχόρευσα πολύ, διότι ήμην κουρασμένη εκ προηγουμένων αγρυπνιών. Οι αντίχοροι και οι στρόβιλοι δεν παρετάθησαν, ως άλλοτε, πέραν του μεσονυκτίου, διότι η ενδιαφέρουσα, ως λέγεται, θέσις της βασιλίσσης δεν επέτρεπεν αυτή να μετάσχη του χορού, μήτε να παρατείνη πέραν του προσήκοντος την νυκτερινήν αυτής αγρυπνίαν. Καίτοι όμως η Α. Μεγαλειότης απείχε της χορευτικής διασκεδάσεως των προσκεκλημένων της, ήτο περιχαρής, ως πάντοτε, και φαιδροτάτη, προσηνής και ομιλητική, η δε αγαθή της μορφή, εφ' ης τοσούτον εύχαρις θάλλει έτι της νεάνιδος η αφέλεια, υφ' όλην την αίγλην της ηγεμονικής μεγαλειότητος, ενεθάρρυνε διά διαρκούς ιλαρού μειδιάματος τον εύπτερον όμιλον, όστις ήρχετο και παρήρχετο στροβιλίζων ενώπιόν της. Εφόρει χαριεστάτην μελανήν εσθήτα, διάκοσμον διά βαρυτίμων λευκών τριχάπτων και ορμαθού όλου αδαμάντων· φαντάζεσαι δε, πόσον η ανθηρά αυτής χροιά ανεδεικνύετο έτι ανθηροτέρα υπό της αμαυράς εκείνης αναβολής. Ηξεύρεις βεβαίως συ η παρισινή, πόσον τα μελανά φορέματα είνε εφέτος του συρμού κατά τους χορούς και τας εσπερίδας· αγνοείς όμως, ότι και ημείς αι οσημέραι τελειοποιούμεναι κατηντήσαμεν πλέον τόσον ενήμεροι εις τους νόμους του Κ. Worth, ώςτε μετεφυτεύσαμεν ήδη τας μελανάς εσθήτας εν Αθήναις, χωρίς ν' αφήσωμεν να παλαιώση μηδ' ένα καν χειμώνα ο συρμός των. Ούτω δε πλησίον της βασιλικής τέσσαρες άλλαι μελαναί ενδυμασίαι ανέπτυσσον άλλη μεν τα λευκά της τρίχαπτα, άλλη δε τους διανθείς της στεφάνους, και άλλη τους πολυχρώμους θυσάνους της, αλλ' ήσαν όμως όλαι σχεδόν άκομψοι και εζητημέναι, προκαλούσαι μεν το βλέμμα αλλά μη ευχαριστούσαι αυτό. Περί άλλων φορεμάτων μη μ' ερωτάς. Όχι διότι δεν ήσαν ωραία· τουναντίον, ήσαν ωραιότατα, πλουσιώτατα, βαρυτιμότατα τα πλείστα· αλλά δι' αυτό ίσα ίσα σου λέγω, μη μ' ερωτάς. Δεν ηξεύρω ποίον είνε το ιδικόν σου φρόνημα· το κατ' εμέ όμως λυπούμαι φοβερά, και ελεεινολογώ τον τόπον μας και το μέλλον του, οσάκις βλέπω εις ποίον ύψος πολυτελείας ανήγαγε την ενδυμασίαν μας η ούτω καλουμένη αλλά κακώς εννοουμένη — κοινωνική ανάγκη.

Το βλέπω δε δυστυχώς πολύ συχνά το φαινόμενον αυτό, και εις τον τελευταίον ανακτορικόν χορόν το είδα τοσούτον ανεπτυγμένον, ώστε αι λυπηραί σκέψεις, τας οποίας μου εγέννησε, μ' έρριψαν εις δυσθυμίαν παράδοξον, την οποίαν μάτην προσεπάθησα ν' αποδιώξω καθ' όλην την εσπέραν. Ανελογίσθην τους δυστυχείς συζύγους των κυριών, αίτινες έφερον χιλίων φράγκων εσθήτας εις την ράχιν των, τους ταλαιπώρους πατέρας των δεσποινίδων, αίτινες έσυρον διά της αιθούσης τας πλουσίας και μακράς ουράς πολυτελών μεταξωτών φορεμάτων, ων ήτο πρόδηλος η παρισινή καταγωγή, και είπα κατ' εμαυτήν . . . — περιττόν να σου το επαναλάβω, διότι καμμίαν βεβαίως δεν έχεις όρεξιν ν' αναγνώσης τας μελαγχολικάς σκέψεις της πρεσβυτιζούσης φίλης σου.

Τώρα θα μ' ερωτήσης βεβαίως, ποίαι ήσαν αι ωραιότεραι του χορού, διότι συ, — το ηξεύρω — δεν αρκείσαι εις την ερώτησιν, ποίαι ήσαν αι ωραιότεραι toilettes, ήτις μόνη σήμερον είνε του συρμού εν Αθήναις. Η απάντησίς μου θα ήνε απαράλλακτος με την απάντησιν, την οποίαν έδωκα την παρελθούσαν εβδομάδα εις το ίδιόν σου ερώτημα. Η Κυρία Κ., η Κυρία Λ., και πάσαι κατά δεύτερον λόγον αι άλλαι. Συλλογήν ωραίων γυναικών δεν έχει δυστυχώς άφθονον η ελληνική πρωτεύουσα, και την πλειάδα εκάστου χορού και πάσης εσπερίδος αποτελούσιν ως επί το πλείστον τα ίδια πρόσωπα.

Το δείπνον παρετέθη ενωρίτερον ή άλλοτε, περί το μεσονύκτιον, εν τη μεγάλη αιθούση, ης εσύρθησαν αίφνης, προς δοθέν σημείον, αι διά των διαμέσων στηλών ανηρτημέναι αυλαίαι, και απεκάλυψαν διά μιας τας εστρωμένας τραπέζας, ων ηκτινοβόλουν τα κρύσταλλα υπό τους πολυφώτους λυχνούχους. Έγεινε τότε . . . . . η φοβερά έφοδος, και μετά μικρόν πάταγος σιαγόνων συγκρουομένων διεδέχθη τους σιγήσαντας φθόγγους της ορχήστρας. Ότε ο πάταγος εκείνος εκόπασεν, ήκουσα τινάς σχολιάζοντας τα του δείπνου και παραπονουμένους, ότι οι κούρκοι δεν ήσαν αρκετά παχείς, ουδ' ο καμπανίτης λίαν άφθονος. Οι παραπονούμενοι ήσαν γνωστοί μου· γνωρίζουσα δε, ότι οι κούρκοι και ο καμπανίτης δεν έχουσι συνήθη των διαμονήν τας τραπέζας των, εμειδίασα και σχεδόν ανεκάγχαζον. Η ευάρεστος αυτή τροπή διέλυσε την προτέραν μου δυσθυμίαν, και ότε επέστρεψα εις την οικίαν μου, εμειδίων ακόμη με τους δυσκόλους εκείνους συνδαιτυμόνας.

Συ χορεύεις; πώς δεν μου γράφεις τίποτε;

ΙΕ'.

Εν Αθήναις, τη 28 Ιανουαρίου 1880.

Αν δεν εφοβούμην μη καταντήσω μονότονος ως μυθολόγος γραία και πληκτική ως αγγλικόν μυθιστόρημα, θα ήρχιζα και την σημερινήν μου επιστολήν από την νέαν εισβολήν του χειμώνος, της οποίας προ πέντε ήδη ημερών είμεθα θύματα, και ήτις μας απειλεί διά νέων πάλιν χιόνων και νέων παγετών. Αλλ' εσκέφθην και θα σκεφθής ομοίως ελπίζω, ότι αρκετά είνε πλέον τα χειμερινά μας μυρολόγια, αφού ούτε μας παρηγορούν ούτε το κακόν εξορκίζουν. Τι όμως να σου γράψω, διά να μη γείνω μονότονος, αφού χειμών και χοροί επλήρωσαν δύο μου ήδη γράμματα, χειμών δε μόνον και χοροί είνε και αυτής της εβδομάδος τα νέα; Χορός παρά τω γραμματεί της γαλλικής Πρεσβείας, ούτινος θα ενθυμείσαι βεβαίως τον ωραίον bal costumé, τον οποίον έδωκε πέρυσι κατά την αυτήν εποχήν χορός — ο δεύτερος ήδη — της εν Αθήναις γερμανικής παροικίας εν τη Philadelphia· χορός τέλος πάντων masqué et paré εν τω θεάτρω, — ιδού εν ολίγοις ο χορευτικός ισολογισμός των τελευταίων ημερών. Ο πρώτος εξ αυτών υπήρξεν ωραία αληθώς εσπερίς, συναθροίσασα εκατόν περίπου προσκεκλημένους εκ των κορυφών της αθηναϊκής κοινωνίας· είχε δε τούτο ιδίως το ευάρεστον χαρακτηριστικόν, ότι δίκην ανθοδέσμης, αποτελουμένης εξ ευωδών μόνον ανθέων, περιελάμβανε νεαρά μόνον πρόσωπα και χορευτικάς μόνον κνήμας. Tapisserie, ήτοι στασίδια, ως προσφυώς μετέφρασέ ποτε την λέξιν ο κ. Σκυλίσσης, έλειπον σχεδόν εντελώς, και πάντες περίπου όσοι παρεκάθισαν εις το μεσονύκτιον δείπνον το είχον κερδίσει αληθώς εν ιδρώτι του προσώπου των. Ο γερμανικός χορός της Ρhiladelphia, όστις από έτους εις έτος λαμβάνει μεγαλοπρεπεστέρας τας διαστάσεις, ήτο αφελεστάτη ως πάντοτε και χωρίς τινος αυστηράς εθιμοτυπίας συνάθροισις, όπου οι νεαροί χορευταί και αι εύπτεροι χορεύτριαι, ξανθόκομοι Τεύτονες οι πλείστοι, εχόρευον μετά προδήλου ευχαριστήσεως και ακάματοι απ' αρχής μέχρι τέλους, διακοπτόμενοι μόνον ενίοτε όπως πίωσι ποτήριον ζύθου ή φάγωσι τεμάχιον χοιρομηρίου.

Τας ατελείς αυτάς και ανεπαρκείς βεβαίως διά σε πληροφορίας σου δίδω ουχί εξ ιδίας όψεως, αλλ' εξ ακοής μόνον και εκ παραδόσεως νεαρού χορευτού, όστις μου εξωμολογήθη, ότι ουδαμού διεσκέδασε τόσον, όσον εν μέσω της απροσποιήτου εκείνης και ανεπιτηδεύτου ομηγύρεως, όπου άλλως δεν ήτο υποχρεωμένος, έλεγε, να προσέχη αδιακόπως, πού θέτει τον πόδα του, εκ φόβου μη σχίση την ουράν βαρυτίμου τινός μεταξωτού φορέματος δισχιλίων φράγκων.

Η διασκεδαστική όμως συνάθροισις της παρελθούσης εβδομάδος, εκείνη εις ην ομοθύμως — και δικαίως ως φαίνεται — απένειμαν την δάφνην, ουχί τόσον οι χορευταί όσον οι θεαταί της, είνε ο εν τω χειμερινώ θεάτρω των Αθηνών δοθείς χορός μετημφιεσμένων. Ηξεύρεις, υποθέτω, ουχί βεβαίως εξ όψεως, αλλ' εκ πιστής τινος και λεπτομερούς αφηγήσεως, τι πράγμα είνε περίπου οι διδόμενοι εν Αθήναις κατά τας απόκρεω χοροί μετημφιεσμένων, ων κερδοσκόποι συνήθως αμφιτρύωνες είνε διευθυνταί τίνες καφενείων ή ξενοδοχείων, τρέφοντες την εύλογον ελπίδα να εξοδεύσωσιν εν μέσω της χορευτικής τύρβης τα αμφίβολα και ουχί εκτάκτως ελκυστικά ποτά και όψα των ερμαρίων των, ή ευσυνείδητοι χοροδιδάσκαλοι, υπολαμβάνοντες καθήκον αυτών να παράσχωσιν εις τους επιμελείς τελειοφοίτους των μαθητάς, άπαξ καν κατά το τέλος των μαθημάτων και δίκην ευσήμου ή βραβείου, την ασυνήθη χορευτικήν απόλαυσιν ετεροφύλων χορευτριών, θα ήκουσες αναμφιβόλως, όποίος τις είνε ως επί το πλείστον ο τας ομηγύρεις αυτάς αποτελών όμιλος, όστις κατά τούτο ιδίως δύναται να ονομασθή μετημφιεσμένος, ότι το ήμισυ των ανδρών του φορεί γυναικεία ενδύματα. Θα εγέλασες δε βεβαίως εξ όλης σου καρδίας, φανταζομένη τους αρειμανείους των χορευτών μύστακας προκύπτοντας ενίοτε του προσωπείου και ελέγχοντας το αληθές γένος των κατ' επιφάνειαν χορευτριών, ή τον απαραίτητον του χορού διευθυντήν, όρθιον επί καθέδρας εν τω μέσω της αιθούσης και εκφωνούντα μετ' απανθρώπων στρεβλώσεων τα γαλλικά προστάγματα των αντιχόρων, ή το συμμιγές εκείνο της χορευτικής ατμοσφαίρας άρωμα, εν ώ επικρατεί ιδίως η οσμή του υπό των στομάχων των χορευτών χωνευομένου οίνου.

Και τοιούτος λοιπόν ήτο, θα ερωτήσης βεβαίως, ο εις το θέατρον δοθείς χορός μετημφιεσμένων; — Όχι ακριβώς, σου απαντώ, αλλά περίπου τοιούτος. Κατά βάθος ολίγον διέφερε των άλλων εκείνων, περί ων ήκουσες διηγούμενα όσα έλεγα προ μικρού· ήτο δε μόνον κατά τι επηυξημένος και διωρθωμένος, ως πάσαι αι νεώτεραι εκδόσεις. — Και τον είδες λοιπόν; θα εξακολουθήσης ερωτώσα. — Τον είδα βέβαια· διατί να μην τον ιδώ; και τι άλλο θέλεις να ιδώ εγώ εν Αθήναις, όταν συ βλέπης τους bal de l' Opéra εν Παρισίοις; Η μόνη διαφορά μεταξού εμού και σου είνε, ότι συ μεν, διά να ίδης τους χορούς του παρισινού μελοδράματος, θα ηναγκάσθης πιθανώς να φορέσης δόμινον και προσωπείον, εγώ δε ανυπόκριτος και αμεταμφίεστος ενεθρονίσθην εις έν θεωρείον, και απήλαυσα ανέτως το περίεργον και αστειότατον εκείνο θέαμα, εφ' όσον, εννοείται, μου το επέτρεπεν ο πυκνός καπνός, τον οποίον έστελλον εις την αίθουσαν οι από των διαδρόμων του θεάτρου καπνίζοντες χορευταί, και ο υπό τους πόδας των χορευόντων αδιακόπως αναδιδόμενος κονιορτός. Κύριον θέλγητρον του χορού επρόκειτο να ήνε κατά το πρόγραμμα του θεατρώνου, και υπήρξεν εν μέρει, η παρουσία του προσωπικού του θεάτρου en costume, και η μετοχή αυτού εις τον χορόν. Ο κ. Moreau είχε πεισθή, ως φαίνεται, μετά δίμηνον πείραν, ότι οι ψάλται και αι ψάλτριαι, τους οποίους από δύο ήδη μηνών έτρεφε διά μόνης της πρωινής δρόσου, — ίνα μη πάθη πιθανώς η φωνή των — ου μόνον δεν κατώρθοναν να μεταβληθώσιν εις τέττιγας, μ' όλην την ανακρεόντειον δίαιταν, εις την οποίαν τους υπέβαλλεν, αλλ' εμαρτύρουν τουναντίον ορχηστικήν τινα ειδικότητα, αξίαν μείζονος προσοχής και εμψυχώσεως. Απεφάσισε λοιπόν να χρησιμοποιήση δημοσία τα κεκρυμμένα του θιάσου του προτερήματα και, tirant deux moutures du même sac, να πληρώση συνάμα την συνήθως κενήν αίθουσαν του θεάτρου του. Πρώτην φοράν εφέτος ο κ. Moreau είχε την τύχην να φανή ευφυής· και το θέατρον επληρώθη όσον ουδέποτε το παρελθόν Σάββατον, και οι ηθοποιοί του εχόρευσαν όπως ουδέποτε είχον τραγουδήσει. Ο αντίχορος μάλιστα, τον οποίον επί το κορδακικώτερον συνεκρότησαν οι αποτυχόντες τέττιγες του θεατρώνου μας, υπήρξε γραφικώτατος και ζωηρότατος, προς μεγίστην του κοινού ευχαρίστησιν, ο δε κωμικός Gregoire, ενδυμένος παράδοξον και ιδιότροπον ιπποκόμου στολήν, απέδειξεν ότι ηδύνατο να διαπρέψη ως homme caoutchouc εις οιονδήποτε ιππόδρομον της Ευρώπης.

Η Κ. Minelli ως οδαλίσκη και η Κ. Νeuville ως folie ήσαν επίσης κομψόταται, και πολλοί των θεατών ελησμόνησαν το άσμα των βλέποντες τας ενδυμασίας των. Το υπόλοιπον θεατρικόν τάγμα έμεινεν ως επί το πολύ μετριοφρόνως incognito υπό τα πολύχρωμα dominos της θεατρικής ιματιοθήκης, και απέβαλλε μόνον ενίοτε τα προσωπεία, οσάκις η ανάγκη πόσιος η δ' εδητύος ωδήγει αυτό εις το κυλικείον του θεάτρου. Την ανάγκην δε αυτήν πολλάκις, φαίνεται, συνησθάνθησαν καθ' όλην την εσπέραν οι συνήθως νηστεύοντες τρόφιμοι του Κ. Moreau, διότι περί τα τέλη της νυκτερινής του πανηγύρεως ήρχισαν κάπως να λησμονώσιν οι πόδες των τα βήματα του χορού, και η ζωηρότης αυτών και των προ μικρού συνδαιτυμόνων των κατεδεικνύετο δι' εκχύσεων οικειότητος παραδόξου, της οποίας αδιάκριτοι πλέον παρίσταντο θεαταί οι εν τοις θεωρείοις περίεργοι. Τότε κατέλιπον και εγώ το θέατρον· ώστε δεν δύναμαι, βλέπεις, να σου αφηγηθώ το τέλος της χορευτικής εορτής του κ. Moreau, ήτις πρόκειται, ως ακούω, να επαναλαμβάνεται κατά παν Σάββατον μέχρι του τέλους των απόκρεω.

Α! είδες; ολίγου δειν ελησμόνουν την κωμικωτέραν μορφήν του θεατρικού χορού. Ήτο Άγγλος τις, αληθής και γνήσιος, εκ των αμιμήτων εκείνων, ους απηθανάτισεν η γραφίς του Doré και ο κάλαμος του Féval, και τους οποίους παρακολουθούσι συνήθως οι αγυιόπαιδες των Παρισίων. Ο άνθρωπος είχε προδήλως ακατάσχετον επιθυμίαν να διασκεδάση· τι δε φαντάζεσαι, ότι έκαμεν; Έκοψε τον ερυθρόν του μύστακα και τας δαυκόχρους παραγναθίδας του, ενεδύθη γυναικείαν εσθήτα decolletée, ήλειψε την απαθή του φυσιογνωμίαν διά πυκνού στρώματος poudre de riz, τους ηρακλείους του ώμους δι αφθόνου γάλακτος παρθενικού, και ήλθεν εις τον χορόν, όπως αντιτάξη, φαίνεται, τα στερεά κάλλη των ευσάρκων του βραχιόνων προς τα λαγαρά θέλγητρα των εγκαθέτων χορευτριών του θεάτρου. Νομίζω δε ότι το επέτυχεν· αν τουλάχιστον ερωτηθώσιν οι βραχίονές του, εφ' ων πολλαπλά και ποικίλα απέμειναν τα ίχνη τολμηρών τινων δακτύλων, αναντιρρήτως θα είπωσι το ίδιον. Ίσως επόνεσεν ολίγον ο ιδιότροπος Άγγλος· αλλά εμπρός 'ς τα κάλλη τ' είν' ο πόνος ! κατά την δημώδη παροιμίαν. Υποθέτεις ότι θα το ξανακάμη το ερχόμενον Σάββατον; Τις οίδε! That is very comical, θα είπε καθ' εαυτόν, και θα επαναλάβη πιθανώς την διασκέδασιν.

ΣΤ'.

Εν Αθήναις, τη 10 Φεβρουαρίου 1880.

Δεν σου έγραψα την παρελθούσαν εβδομάδα, διότι εβαρύνθην πλέον να γράφω περί χορών και διασκεδάσεων, περισσότερον ίσως παρ' ό,τι εβαρύνθην να χορεύω και να διασκεδάζω. Και όμως χοροί και διασκεδάσεις είνε το μόνον πράγμα, περί του οποίον δύναταί τις σήμερον να λαλήση εν Αθήναις, αφ' ότου μας απεχαιρέτισεν ο δριμύς χειμών, όστις επάγονε μεν, είνε αληθές, τας ρίνας και τους δακτύλους μας, αλλά μας παρείχε τουλάχιστον ύλην ομιλίας.

Περί πολιτικών δεν σου έγραψα ποτέ, και ουδέ σήμερον θα σου γράψω, μολονότι τα πράγματα, ως λέγουσιν οι αρμόδιοι, είνε σπουδαία, διότι πρόκειται, φαίνεται, και πάλιν να πέση το Υπουργείον.

Περί των απόκρεω δεν είνε καιρός ακόμη να γείνη λόγος, διότι, μολονότι ήρχισε σήμερον το τριώδιον, και ανυπόμονοί τινες μετημφιεσμένοι ενεφανίσθησαν ήδη εις την οδόν Σταδίου, και η περιλάλητος καμήλα εθεάθη προχθές ορχουμένη προ του Σολωνείου εν μέσω πυκνού ομίλου περιέργων, ουχ ήττον ο κόσμος ο πολύς επιφυλάσσεται ακόμη, τα δε μικρά μαγαζεία των οδών Αιόλου και Ερμού, άτινα εκ του προχείρου μετεβλήθησαν εις εμπορεία προσωπίδων και μεταμφιέσεων, μάτην αναπτύσσουσιν από των θυρών και παραθύρων των τα πολύχρωμα εκείνα και πολύσχημα ράκη, άτινα, μ' όλα της υπηρεσίας των τα έτη και τας πολυαρίθμους αυτών πληγάς, δεν απεφάσισαν οι απάνθρωποι ενοικιασταί των να κατατάξωσιν εις απομαχίαν. Φαίνεται εν τούτοις, ότι θα έχωμεν εφέτος ζωηροτάτας απόκρεω, περιεργοτέρας πολύ των παρελθόντων ετών, και μετά τινων μάλιστα νεωτερισμών. Αν τουλάχιστον πιστεύσω εις ακριτόμυθά τινα εκμυστηρεύματα φίλων μας, των οποίων δεν μου επετρέπεται σήμερον να σου γράψω τα ονόματα, οργανίζεται είδος τι corso διά των οδών Σταδίου και Πατησίων, ούτινος τα κυριώτερα πρόσωπα θα είνε ηρωίδες μάλλον ή ήρωες. Λέγεται μάλιστα, . . αλλ' αρκετά και ίσως πλέον του δέοντος εφλυάρησα. Αν και όταν γείνη το πράγμα, θα σου το περιγράψω εν πάση λεπτομερεία, και η περιέργειά σου θα κερδήση μάλλον ή θα ζημιωθή αναμένουσα.

Η εχεμυθία αυτή με στενοχωρεί, έσο βεβαία, πολύ περισσότερον ή σε, διότι θα ηδυνάμην άλλως να γεμίσω σήμερον εξαίρετα την επιστολήν μου, και δεν θα ευρισκόμην εις την φοβεράν αυτήν αμηχανίαν του να μη έχω τι να σου γράψω, και να αναγκάζωμαι επί τέλους, αποφεύγουσα τα περί χορών και εσπερίδων και διασκεδάσεων, να σου ομιλήσω σήμερον . . . περί του υποβρυχίου πλοίου, διά του οποίου πρόκειται, καθ' όλα τα φαινόμενα, να συνταράξη εντός ολίγου τον ευρωπαϊκόν κόσμον η μικρά Ελλάς.

 — «Υποβρυχίου πλοίου!» θ' ανακράξης βέβαια, διακόπτουσα την ανάγνωσιν των γραμμών αυτών. «Πώς! έχετε υποβρύχιον πλοίον εις την Ελλάδα;»

 — Όχι, κυρία μου, δεν έχομεν ακόμη, αλλά θα έχωμεν, ελπίζω, εντός ολίγου, και τότε πλέον, εννοείς, gare aux cuirrassés! Μη γελάς! Το μέγα πρόβλημα, ούτινος η λύσις τοσάκις μάτην απησχόλησε τους μεγαλειτέρους ναυπηγούς της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Αμερικής, και θα μετέβαλλεν ίσως, αν επετυγχάνετο, τον χάρτην της Ευρώπης εντός ολίγων ετών, το πρόβλημα αυτό πλησιάζει, ως λέγουν, να λύση παρ' ημίν ουχί ναυτικός τις, ουχί επιστήμων, μαθηματικός, μηχανικός ή άλλος, αλλ' άνθρωπός τις κοινός, απλούς, απαίδευτος, περικλείων όμως, φαίνεται, εις τα προνομοιούχα του στήθη το θείον εκείνο πυρ, όπερ μετέβαλεν άλλοτε τους αλιείς εις αποστόλους, και τοσαύτας ενεργεί παραδόξους μεταβολάς και σήμερον έτι εν Ελλάδι, χώρα κατ' εξοχήν προνομιούχω. — «Αλλά, θα μου παρατηρήσης μεθ' όλης της δυνατής δειλίας του χαρακτήρος σου, αλλά νομίζω, ότι ίνα επιτύχη μηχανική τις εφεύρεσις δεν αρκεί μόνον το θείον πυρ αλλά χρειάζεται και κάποια επιστημονική προπαίδευσις, διότι άλλως, αν π. χ. δεν ηξεύρη τις ότι δύο και δύο κάμνουν τέσσαρα, δύναται να υποθέση, παραπλανώμενος υπό του θείου πυρός, ότι κάμνουν πέντε, και τότε;» — Αι, φιλτάτη! πιθανόν να έχης δίκαιον, διότι έχεις υπ' όψιν σου την Ευρώπην· εις την Ελλάδα όμως το πράγμα είνε κάπως διαφορετικόν, και ότι είνε διαφορετικόν απέδειξαν τα μέχρι τούδε γενόμενα πειράματα, άτινα επέτυχον πληρέστατα.

Πριν δε με διακόψης και πάλιν, άκουσε. Ο μέλλων εφευρέτης του υποβρυχίου πλοίου, αφού πολλάκις πρότερον, παρόντων ευαρίθμων μόνον θεατών, κατεβύθισε το υποβρύχιον σκάφος του εν τω όρμω του Φαλήρου, και διαμείνας ικανήν ώραν υπό τα ύδατα, ανέδυ πάλιν σώος και υγιής, προσεκάλεσε πρό τινων ημερών διά δημοσίας αγγελίας κόσμον πολύν εις το Φάληρον, και ενώπιον πυκνού ομίλου περιέργων και δυσπίστων κατεβυθίσθη αυτός και τα τέκνα του εντός του υποβρυχίου σκάφους του, διέμεινε πέντε περίπου ώρας υπό τα ύδατα, και ανέδυ μετά ταύτα υγιέστατος, εν μέσω των παταγωδών ευφημιών των παρισταμένων. Συγκεκινημένος τότε ανέβη εις έν τραπέζιον του καφενείου, και απέτεινε θερμοτάτην και πλήρη πεποιθήσεως προσφώνησιν εις τους θεατάς του, ήτις κατέληξε διά της δηλώσεως, ότι προς τελειοποίησιν της εφευρέσεώς του του εχρειάζοντο τρεις χιλιάδες φράγκων, άτινα ήλπιζεν, είπεν, ότι προθύμως ήθελον συνεισφέρει οι ενδιαφερόμενοι υπέρ της επιτυχίας του. Η προσφώνησις αύτη εκορύφωσεν, εννοείς, τον ενθουσιασμόν του κοινού· είς των παρισταμένων αντεφώνησε τον εφευρέτην, πολλαί κυρίαι ησθάνθησαν υγραινομένους τους οφθαλμούς των και ήρχιζαν να τους σπογγίζωσι διά των ρινομάκτρων των, επιτροπή δε πάραυτα συνεκροτήθη, όπως μεριμνήση περί συλλογής των τρισχιλίων φράγκων. Η επιτροπή ανέλαβε προθύμως το έργον, ωργάνωσε λαχείον, και είνε πάσης αμφιβολίας εκτός, ότι το χρήμα θέλει ταχέως συμποσωθή, και ότι η σπουδαία εφεύρεσις θα τιμήση τον τόπον. Τι λέγεις τώρα παρακαλώ; Μη με διακόψης και πάλιν, παρατηρούσα μικρολόγως, ότι η υπό την θάλασσαν βύθισις οιουδήποτε σκάφους δεν καθιστά ήδη αυτό υποβρύχιον πλοίον, ότι το σπουδαίον είνε να κινήται το υποβρύχιον σκάφος όπως θέλει ο εντός αυτού κυβερνήτης, να διαμένη εις ωρισμένον βάθος, να βλέπη και να ενεργή υπό το ύδωρ και άλλα τοιαύτα μικρολογήματα, οποία ήκουσα να παρατηρώσι τινές φύσει φιλοκατήγοροι. Αυτά τα λέγουν όσοι δεν έχουσι πατριωτισμόν, όσοι δεν αισθάνονται αναπτερούμενον τον νουν των και θερμαινομένην την καρδίαν των προς το μεγαλείον και την δόξαν της πατρίδος των, όσοι τέλος πάντων νομίζουσιν, ότι επιδεικνύουσι σοφίαν, αμφιβάλλοντες περί πάντων και προς πάντα δυσπιστούντες. Συ όμως είσαι αγνή πατριώτις, και τοιούτοι λόγοι δεν αρμόζουν εις τα χείλη σου. Εύχου μόνον υπέρ της επιτυχίας του έργου και πίστευε, διότι ηξεύρεις ότι η πίστις μεταθέτει όρη, και πληροί κοιλάδας, και . . . . . κατασκευάζει υποβρύχια πλοία· — διατί όχι;

Απόψε δίδεται μουσική συμφωνία εις το Ωδείον, υπό του εν Αθήναις προ τινος χρόνου εγκατεστημένου ιταλού κλειδοκυμβαλιστού Lacalamita. Το πρόγραμμα του είνε αρκετά ελκυστικόν. Επεθύμουν ιδίως ν' ακούσω την περιλαμβανομένην εν αυτώ ωραίαν τετραφωνίαν του Mozart, και περιπαθές τι Andante apassionato, έργον διακεκριμένου έλληνος μουσουργού και μελοποιού, του κ. Αυγερινού, ον είχες, υποθέτω, την ευτυχίαν ν' ακούσης συ άλλοτε εν Αγγλία. Έγραψα, επεθύμουν, διότι δυστυχώς δεν θα υπάγω· όχι διότι μ' επηρεάζει το άδικον λογοπαίγνιον, όπερ διά της παρατονίσεως του ονόματος εδημιούργησεν άλλοτε ευφυολόγος τις αθηναίος εις βάρος του κ. Lacalamita, αλλά διότι . . . πρέπει να χορεύσω και απόψε!

Madame, . . . ah! Madame . . . plaignez mon tourment.

ΙΖ'.

Εν Αθήναις τη 17 Φεβρουαρίου 1880

Δόξα τω θεώ, έχω σήμερον να σου γράψω και κάτι άλλο, εκτός χορών και εσπερίδων· τόσον δε περισσότερον χαίρω, ότι με ηυνόησεν αυτήν την φοράν η τύχη, όσον γνωρίζω, πόσον ενδιαφέρεσαι εις φιλολογικάς ομιλίας, και πόσον σ' αρέσκει η καλή και αληθής μουσική. Επιχειρώ λοιπόν να σου μεταδώσω ατελώς την ευχαρίστησιν, την οποίαν ησθάνθην την παρελθούσαν εβδομάδα εκ φιλολογικής μελέτης, την οποίαν απήγγειλε την εσπέραν της τετάρτης ο κύριος Γ. Βερναρδάκης εν τω φιλολογικώ συλλόγω Παρνασσώ, και εκ μουσικής εσπερίδος, εις την οποίαν ο κοινός ημών φίλος κ. Δ. συνεκάλεσε την επαύριον Πέμπτην ευάριθμον ομήγυριν φίλων.

Και αι δύο αυταί εσπεριναί διατριβαί υπήρξαν δι' εμέ ου μόνον ευχάριστος ανακούφισις από του χορευτικού πανδαιμονίου, το οποίον κατέκλυσεν εφέτος τας Αθήνας, αλλά και απόλαυσις αληθής, εξ εκείνων αίτινες και διαρκούσαι θέλγουσι την ψυχήν και την καρδίαν, και παύουσαι καταλείπουσιν οπίσω των ανάμνησιν ιλαράν και γλυκύθυμον, ήτις αυτή καθ' εαυτήν είνε τέρψις, ως είνε τέρψις το ηδύπνουν άρωμα, όπερ αφίνει κατόπιν της ωραία γυνή, ως είνε τέρψις η διάβασις χλοεράς ατραπού,

où le vent balaya des roses,

κατά την ωραιοτάτην έκφρασιν του Sully Prudhomme.

0 Κ. Βερναρδάκης, τον οποίον δεν είνε απίθανον να εγνώρισες εις Παρισίους, όθεν προ δύο περίπου μηνών κατήλθεν εις Αθήνας, είνε νεώτερος αδελφός του γνωστού ποιητού της Μερόπης και άλλοτε διαπρεπούς καθηγητού της ιστορίας εν τω Πανεπιστημίω. Δόκιμος δ' επίσης φιλόλογος και διά σπουδαίων ήδη έργων τιμήσας τα ελληνικά γράμματα, κατέδειξε την παρελθούσαν τετάρτην εν τω Παρνασσώ, ότι και ποιητικήν έχει την ψυχήν, ως ο πρεσβύτερος αυτού αδελφός, και την χάριν του λόγου ίσην σχεδόν προς εκείνον. Θέμα του λόγου του ή μάλλον αφορμήν αυτού έλαβεν ανέκδοτόν τι απόσπασμα του Ευριπίδου, το οποίον δημοσιευθέν πρό τινος εν Παρισίοις πολύ φυσικώς επροξένησε πάταγον μεταξύ των ελληνιστών της Δύσεως, και πολλάς προεκάλεσε συζητήσεις, και μεγάλως διήρεσε τας γνώμας των σοφών, περίπου τις ήτο άρα γε η απολεσθείσα τραγωδία του τραγικωτάτου των αρχαίων ποιητών, ης απετέλει αέρος το ανευρεθέν λείψανον. Δεν περιμένεις βέβαια να σου μνημονεύσω τας γνώμας των ξένων φιλολόγων, ούτε τους λόγους δι' ων κατεπολέμησεν αυτάς ο έλλην συνάδελφός των. Το πράγμα θ' απέβαινε πολύ σοφόν, σοφώτερον αναμφιβόλως και σου και εμού. Όταν σου αναφέρω απλώς, ότι κατά την γνώμην του κ. Βερναρδάκη το δημοσιευθέν απόσπασμα ανήκει εις τραγωδίαν του Ευριπίδου «Ανδρομέδαν», της οποίας υπάρχουσιν ήδη γνωστά και δημοσιευμένα πεντήκοντα περίπου άλλα αποσπάσματα, πολύ όμως μικρότερα και ασημότερα, είνε νομίζω τούτο αρκετόν διά την φιλολογικήν σου περιέργειαν. Ίσως ίσως δε και αυτό θα σου ήνε αδιάφορον, διότι ουδείς πιθανώς υπάρχει λόγος να ανησυχής, αν εις τα σωζόμενα μέχρι τούδε δίστιχα ή τετράστιχα αποσπάσματα απολεσθείσης αρχαίας τραγωδίας προσετέθη και άλλο νέον, έστω τούτο και τεσσαρακοντάστιχον, έστω και ωραίον αληθώς υπό πάσαν έποψιν. Ό,τι όμως βεβαίως δεν θα σου ήνε αδιάφορον, ό,τι πολύ θα επεθύμεις να ήκουες και συ όπως ήκουσα και εγώ, είνε αυτή η απολεσθείσα τραγωδία του Ευριπίδου, ης προδήλως — κατά την ταπεινήν μου γνώμην — απετέλει μέρος το δημοσιευθέν εσχάτως τεμάχιον.

Και πού λοιπόν, θ' αναφωνήσης, ευρέθη αυτή η τραγωδία, και πώς δεν μου το λέγεις τόσην ώραν; — Δεν ευρέθη, φίλη μου, δυστυχώς· ευτυχώς όμως ανεπλάσθη συγκολληθείσα εκ των αμόρφων εκείνων λειψάνων, ανεδημιουργήθη ούτως ειπείν εκ του μη όντος υπό της καλλιτέχνου χειρός του νεαρού φιλολόγου, άρτιον δε σχεδόν ούτω και καλλίμορφον ανεπτύχθη προ των εκθάμβων ακροατών το ωραίον εκείνο έργον του μεγάλου τραγικού, όπερ ομοφώνως κατέτασσον οι αρχαίοι μεταξύ των αριστουργημάτων του. Δεν ηξεύρω, αν σ' έτυχέ ποτε — και θα σ' έτυχε βεβαίως — να ιδής που αναπλαστικήν εικόνα αρχαίου μνημείου, εξ εκείνων τας οποίας οι Γερμανοί ιδίως επιτηδεύονται, οι επιστημονικώς ως επί το πλείστον παιδεύοντες την καλλιτεχνικήν των γραφίδα. Το κατ' εμέ ενθυμούμαι πάντοτε μετ' ίσης συγκινήσεως την βαθείαν και γοητευτικήν αληθώς εντύπωσιν, την οποίαν μου επροξένησεν ωραία τις τοιαύτη εικών της Ακροπόλεως, γεγραμμένη υπό του Graeb άνωθεν της εισόδου της ελληνικής αιθούσης του εν Βερολίνω Μουσείου. Ώρας ολοκλήρους έμεινα θεωμένη την χαριεστάτην εκείνην και πλήρη εμπνεύσεως ανάπλασιν των αμιμήτων αριστουργημάτων, άτινα εκάλλυνον προ αιώνων τον ιερόν βράχον της Αθήνας· και τοσούτον επί στιγμήν ελησμόνησα και τα κύκλω μου γύψινα εκμαγεία ελληνικών αγαλμάτων και την μακράν μου — επί της πατρίας γης — λυπηράν των ερειπίων πραγματικότητα, τοσούτον εν παραδόξω εκστάσει ανυψώθην ανεπαισθήτως εις των ονείρων τον κόσμον, ώστε υπέλαβον την εικόνα πιστήν μάλλον της αληθείας αντιγραφήν ή ανάπλασιν του μη υπαρχοντος, και ήλπισα, ότι επανερχομένη εις τας Αθήνας ήθελα επανεύρει την Ακρόπολίν μου λαμπράν και απαστράπτουσαν εκ κάλλους και νεότητος, οποίαν είχε φαντασθή και γράψει αυτήν ο γερμανός ζωγράφος επί του τοίχου του βερολινείου Μουσείου. Τοσαύτη ήτο η μαγική δύναμις της ευλαβούς εμπνεύσεως του καλλιτέχνου, ούτινος η γόησσα και ειδήμων γραφίς είχεν εμφυσήσει ζωήν εις τους συντετριμμένους λίθους, ανιδρύουσα επί του βάθρου της την Πρόμαχον, αναστηλούσα τους πεπτωκότας κίονας του Παρθενώνος, επαναφέρουσα εις την ζωφόρον αυτών τα συλήματα του Έλγιν, και συμπληρούσα τον απωρφανωμένον όμιλον των σεμνών Καρυατίδων, ως λέγει που έλλην ποιητής, ον παρέτρεψε δυστυχώς εις ακανθώδεις τρίβους η δημοσιογραφία·

Του Παρθενώνος θεωρών τας στήλας πετωκυίας,
τον πλάττω ως τον έπλασεν ακμαίον ο Φειδίας,
ο πλάστης ούτος των θεών,
και παν εκπλύνων λείψανον των δουλικών κηλίδων,
κοσμώ και με την λείπουσαν εκ των Καρυατίδων
του Ερεχθέως τον ναόν.

Τοιαύτη περίπου υπήρξε και η εντύπωσις, ην μοι επροξένησε την παρελθούσαν τετάρτην η υπό του Κ. Βερναρδάκη ανάπλασις της «Ανδρομέδας» του Ευριπίδου. Ακούσασα αυτόν συνθέτοντα μετ' ευλαβείας το απολεσθέν δράμα εκ των περισωθέντων λειψάνων του, συγκολλώντα ούτως ειπείν και προσαρμόζοντα τα μικρά εκείνα συντρίμματα, αναπληρούντα τα κενά διά λόγου ποιητικού, εγκρατούς και αρχαιοπρεπές έχοντος το κάλλος, υποβάλλοντα εκάστοτε τον προσήκοντα λόγον εις του Περσέως, της Ανδρομέδας και του Κηφέως το στόμα, και την προσήκουσαν συμβουλήν και κρίσιν εις τα χείλη του κορυφαίου του χορού, ενόμισα προς ώραν, ότι ανέλυε μάλλον υπάρχουσαν και σωζομένην τραγωδίαν ο ρήτωρ και εφαντάσθην ότι επανερχομένη εις την οικίαν μου και ανοίγουσα τον Ευριπίδην θα ανεύρισκον εντός αυτού την «Ανδρομέδαν» ολόκληρον, οποίαν προ μικρού είχεν αναπλάσει αυτήν ο κ. Βερναρδάκης. Τοσούτον είχε το γόητρον η επιστήμων φαντασία του λαλούντος, τοσαύτην είχε την χάριν ο λόγος του, τοσούτον ήτο αληθής και βαθεία η εν τη ψυχή αυτού ενσάρκωσις του δράματος.

Τι λέγεις τώρα; Δεν θα επεθύμεις και συ να ήσο εκεί και να τον ήκουες; Παρηγορήσου όμως. Ο λόγος του νεαρού αλλά διακεκριμένου ήδη φιλολόγου θέλει δημοσιευθή προσεχώς, και δύνασαι τότε ν' απολαύσης εκ της αναγνώσεως όσην εγώ απήλαυσα εκ της ακροάσεως ευχαρίστησιν. Θέλεις δε βεβαίως πεισθή και συ, ως εγώ επείσθην, ότι ο τόπος ημών ο πάντων αφθονών αλλά και πάντων σπανίζων, απέκτησεν επιστήμονα των γραμμάτων ουχί συνήθη, ουδέ όμοιον προς το πολύ πλήθος των ημετέρων φιλολόγων, ων η περί τας λέξεις σοφία ουδέν σχεδόν άλλο κατώρθωσε δυστυχώς μέχρι τούδε, ή να εμπνεύση εις τους πολλούς αποστροφήν μάλλον ή έρωτα προς τα αθάνατα έργα των παλαιών, άτινα εις τούτο και μόνον κρίνονται ως επί το πλείστον χρήσιμα, εις το ν' ασκώσι δίκην πτωμάτων τα μικροσκόπια της κριτικής και τα μαχαίρια της γραμματικής ανατομίας.

Έχει και ο Κ. Βερναρδάκης μικροσκόπιον, και διά πολλών ήδη κατέδειξεν, ότι διαυγέστατος είνε του μικροσκοπίου του ο φακός· αλλ' έχει όμως και οφθαλμόν, οφθαλμόν ψυχής συνάμα και καρδίας, και τούτο είνε δι' εμέ, την μη σοφήν, η μεγίστη του σοφία.

Δεν μου περισσεύει, βλέπεις, χάρτης διά την μουσικήν εσπερίδα. Αλλά ce qui est différé n' est pas perdu. Επιφυλάξου διά την προσεχή εβδομάδα.

ΙΗ'.

Εν Αθήναις τη 24 Φεβρουαρίου 1880.

Τι κόσμος! τι θόρυβος! τι οχλοβοή! Τι πλήθος συνωθουμένων εις τους δρόμους! Πόσοι και ποίοι μετημφιεσμένοι! Πόσαι και ποίαι φωναί, και πόσος πάταγος, και πόσα συρίγματα, και πόσος κονιορτός! — Και κονιορτός; — Και κονιορτός, αγαπητή μου, μ' όλην την προ τριών ημερών βροχήν, ήτις είχεν απελπίσει τους Αθηναίους, βλέποντας πνιγομένην σχεδόν εντός του πηλού την από των Κρονίων προσδοκωμένην διασκέδασίν των.

Προ μικρού μόλις επέστρεψα παραζαλισμένη και κεφαλαλγούσα εις την οικίαν μου, αφού επί δύο σχεδόν ολoκλήρους ώρας περιήλθον την οδόν Αιόλου από της πλατείας της Ομονοίας μέχρι της μακαρία τη λέξει Ωραίας Ελλάδος, και εκείθεν την οδόν Ερμού μέχρι της πλατείας του Συντάγματος, και εκείθεν την οδόν Σταδίου μέχρι του Σολωνείου, και εκείθεν πάλιν την οδόν Αιόλου, και πάλιν την οδόν Ερμού, και καθεξής και καθεξής, ως έλεγεν ο μακαρίτης Ασώπιος. Το τι επατήθην κατ' αυτήν μου την περιήγησιν, το τι διεσκέδασα, και εξεκωφάθην, και εγέλασα, και . . . . αηδίασα, δεν περιγράφεται. Φαντάσου, . . πλην είνε αδύνατον να φαντασθής. Έπρεπε να ήτο μαζή μου προ ολίγων ωρών, να πάθης ό,τι έπαθα, να ιδής ό,τι είδα, να ακούσης ό,τι ήκουσα, διά να συλλάβης αμυδράν τινα ιδέαν της διασκεδάσεως, την οποίαν απήλαυσεν η αθηναία φίλη σου κατά τας εφετεινάς απόκρεω. Θα προσπαθήσω μολοντούτο να σου μεταδώσω ατελώς τας εντυπώσεις μου, διότι τας έχω νωπάς ακόμη, και μη με συνερισθής, αν σου γράψω άτακτα και συγκεχυμένα, διότι συγκεχυμένον και άτακτον είνε εις την κεφαλήν μου ό,τι ούτε τάξιν ηδύνατο να έχη, πολύ φυσικώς, ούτε ειρμόν, ούτε μέθοδον.

Εν πρώτοις και προ πάντων γενική και όχι λίαν ευχάριστος εντύπωσις των Κρονίων της σημερινής Κυριακής είνε δι' εμέ η παντελής σχεδόν έλλειψις ευφυών μεταμφιέσεων. Εκτός δύο ωραίων εξαιρέσεων, τας οποίας θ' απαντήσωμεν μετ' ολίγον, το πολύ και αμέτρητον πλήθος των εφετεινών ειδώλων περιελάμβανε μεταμφιεσμένους κοινούς, ουδέν παριστάνοντας, ουδέν λέγοντας, νομίσαντας δε, φαίνεται, ότι αρκετή διασκέδασις ήτο και δι' αυτούς και διά το θεώμενον πλήθος, να φορέσουν έν ενοικιασμένον domino, κατά το μάλλον ή ήττον κομψόν και καθάριον, να ακριβοπληρώσωσι μίαν άμαξαν, και να περιέρχωνται ούτω τας λεωφόρους σκορπίζοντες φασόλια κατά του πλήθους — η σπατάλη των δεν προέβη μέχρι κουφέτων — ή μοιράζοντες τυπωμένην την ευφυίαν των δι' επισκεπτηρίων φερόντων την φράσιν· «Μ. Rigolopulo et Cie· Να μας γράφετε», και ακούοντες κύκλω του τα πλήθη φωνούντα εν χορώ την φράσω του συρμού Κόφ' το! Κόφ' το! Μη μ' ερωτάς επί του παρόντος, τι σημαίνει η περίεργος αύτη φράσις, την οποίαν, μιμούμενον τους παρισινούς, καθιέρωσεν εφέτος το αθηναϊκόν κοινόν. Θα την ακούσωμευ μετ' ολίγον εντονωτέραν, και τότε θα σου την εξηγήσω.