Αν θέλης δος μου τώρα διανοητικώς τον βραχίονά σου, και πηγαίνωμεν προς στιγμήν ν' αναμιχθώμεν εις το ρεύμα του πλήθους, όπερ φέρεται πυκνόν από της πλατείας της Ομονοίας προς την οδόν του Αιόλου. Προσοχή μη μας πατήσουν, ή μη πατήσωμεν ημείς κανέν εκ των απειραρίθμων νηπίων, τα οποία σύρουσι κατόπιν των αι φιλόστοργοι αυτών μητέρες διά να τα διασκεδάσωσι.
Περιττόν, υποθέτω, να σταθώμεν ενώπιον του μικρού αυτού θεατριδίου, το οποίον περικλείει ολόκληρον μία και μόνη ρυπαρά σινδών, και εις του οποίου την ανοικτήν θυρίδα κινούνται ένθεν κακείθεν δυο τρεις πλαγγόνες, συνδιαλεγόμεναι ακατανόητα διά του στόματος του κινούντος αυτάς θεατρώνου. Είνε τόσον αδέξιαι, ώστε ουδέ να δαρώσι καν προσηκόντως δεν κατορθόνουσιν. Ας προχωρήσωμεν. Α! Ιδού ευθύς έν κάρρον, του οποίου οι κάτοικοι διασκεδάζουσιν αναντιρρήτως, αδιαφορούντες αν διασκεδάζουν και οι θεαταί των. Ηλείφθησαν προχείρως ό,τι χρώμα είχε πρόχειρον ο γείτων των βαφεύς, άλλος κυανούν, άλλος ερυθρόν, άλλος κίτρινον, και άλλος ολιγαρκέστερος ολίγην ασβόλην από της εστίας του. Εφόρεσαν ό,τι εύρον· οι μεν το πάπλωμά των, οι δε των συζύγων των τα φορέματα, άλλοι πίλους υψηλούς, και άλλοι σπυρίδας ανεστραμμένας. Έζευξαν εις το ταραχώδες των άρμα έν έτι άλογον περιπλέον, εκάθισαν επ' αυτού ένα των σύντροφον, όστις σοβαρός και ατάραχος επιδεικνύει τας μέχρι μηρού γυμνάς και κιτρινοβαφείς ρωμαλέας του κνήμας, και αφού δι' ολίγων οκάδων ρητινίτου εκανόνισαν προσηκόντως την ψυχικήν των διάθεσιν, εκίνησαν θριαμβευτικοί, άδοντες και αλαλάζοντες, ουδόλως δε ανησυχούντες περί του παρισταμένου πλήθους, όπερ ουδέ να κυττάξωσι καν καταδέχονται. Δεν ειξεύρω διατί, αλλά μ' αρέσκουσιν οι μιλτοπάρειοι αυτοί αρματηλάται. Ουδέν εμπαίζουσιν, ουδ' έχουσι την αξίωσιν να εμπαίξωσι. Διασκεδάζουσι μόνον, διότι τούτο και μόνον ηθέλησαν, και εννοούσι τας Απόκρεω κατά την αληθή και φυσικήν αυτών σημασίαν, απαράλλακτα όπως εννόουν τα Κρόνια του οι παλαιοί Ρωμαίοι. Τους προτιμώ μυριάκις των ανόστων δομινοφόρων, δι' ων ο αύξων πολιτισμός του ελληνικού και η ξενική μίμησις αντικατέστησαν σήμερον τους παλαιοτέρους μακηδόνους, τους κουδουνάτους, τους διαβόλους, τους ψαράδες και τους τουρκαλάδες.
Ολίγον περαιτέρω, επί της πλατείας της Τραπέζης, παίζουσι τα πασίγνωστα ρόπαλα. Τα γνωρίζεις βεβαίως εν πάση αυτών τη αηδία και ρυπαρότητι, ώστε περιττόν είνε να σταματήσωμεν. Non guarda e passa· ας ρίψωμεν δε μόνον, αν θέλης, μίαν δεκάραν εις τον τενεκέν του θεατρώνου. Παρέκει προφαίνεται από της παρόδου των Αγίων Θεοδώρων το γεγηρακός ήδη αλλά παραδόξως ανανεωθέν εφέτος Γαϊτανάκι. Κερδοσκοπική και αυτή μεταμφίεσις, ως τα ρόπαλα και το διά πλαγγόνων θέατρον, άτινα προ μικρού απηντήσαμεν. Διαφέρει δε μόνον κατά τούτο εκείνων, ότι οι θιασώται του είνε εφέτος καθαριώτερον και ευπρεπέστερον ενδυμένοι, μολονότι τα λευκά σανδάλια των κυριών των, όσον ευρείας και αν έχωσι τας διαστάσεις, υποφέρουσι τα πάνδεινα υπό των έτι ευρυτέρων ποδών τους οποίους περικλείουσι.
Δόξα τω Θεώ! Ιδού και είς ευφυής μασκαράς. Είνε αψόγως ενδεδυμένος μελανήν αναξυρίδα και μελανόν επενδύτην, κομβωμένον μέχρι πώγωνος, φορεί υψηλά μέχρι γονάτων υποδήματα, φέρει πτερνιστήρας ηχηρούς και μεγάλους, και κρατεί μάστιγα. Έχει το ήθος αύταρκες και το βήμα βαρύ, πάλλει δε την μάστιγά του, ως άνθρωπος έτοιμος να μαστίση τον πρώτον, ούτινος ήθελε τον δυσαρεστήσει το ήθος. Αντί παντός προσωπείου, καλύπτει την κεφαλήν αυτού ολόκληρον ωραία και επιτυχεστάτη όνου κεφαλή. Μαντεύεις βεβαίως, τι ήθελε να σατυρίση· πολύ φοβούμαι όμως, μη το μαντεύσωσι και άλλοι εντός ολίγου, και ο τολμηρός σατυριστής επιστρέψη εις την οικίαν του μώλωπας φέρων πολλούς από τινός αρειμανίου χειρός και μετάνοιαν πλείονα της τόλμης του.
Ας προχωρώμεν εν τούτοις, καταστέλλουσαι όσον δυνατόν την περιέργειάν μας, διότι το πλήθος είνε πυκνόν, και το ρεύμα του δεν επιτρέπει ανέτους παρατηρήσεις. Άλλως τε και δεν έχομεν τι περίεργον να παρατηρήσωμεν. Ούτε ο νεανίσκος αυτός, όστις θέλει δήθεν να σατυρίση τους γυναικείους συρμούς, και περιεβλήθη προς τούτο παν δυνατόν και ακατονόμαστον ράκος· ούτε οι εφ' αμάξης εκείνοι δύο, οίτινες έκρυψαν τας μικράς των κεφαλάς εντός μεγαλειτέρων εκ ναστοχάρτου, τας οποίας αναγκάζονται να υποκρατώσι διά των χειρών των· ούτε ο μείραξ αυτός, όστις εφόρεσε πορφυρούν επώμιον και πορφυράν φενάκην και διευθύνει μόνος του το κομψόν του αμάξιον, είνε θεάματα παρατηρήσεως άξια. Ας κάμψωμεν λοιπόν την γωνίαν της Ωραίας Ελλάδος, και ας τραπώμεν την οδόν Ερμού.
Πλήθος συμπαγές, εντός του οποίον μόλις κατορθόνει να κινήται η δεξιά πάντοτε βαίνουσα σειρά των αμαξών, εξώσται πλήρεις περιέργων, αλλ' ουδ' είς σχεδόν μετημφιεσμένος, εκτός των εποχουμένων δομινοφόρων. Αδύνατον να στραφώμεν προς τα οπίσω· ας αφήσωμεν να μας κινή το ρεύμα.
Α! τέλος πάντων ας αναπνεύσωμεν! εφθάσαμεν εις την πλατείαν του Συντάγματος. Εδώ ημπορούμεν κάπως να κινηθώμεν και μόναι μας. Ημπορούμεν δε και να σταθώμεν εις καμμίαν γωνίαν, διά ν' απολαύσωμεν την χαριτωμένην θέαν του θαυμασίου αυτού επικηδείου ρήτορος, όστις οτέ μεν εν περιπαθεί κατανύξει οτέ δε μετά ζωηρού ενθουσιασμού εκφωνεί επικήδειον λόγον εις τεθνεώτα . . . . όνον, τον οποίον σύρει μεθ' εαυτού εντός κάρρου, και εξαίρει τας πολυειδείς του μακαρίτου υπηρεσίας προς την πατρίδα. Σημείωσε και αυτόν ως δεύτερον ευφυά μετημφιεσμένον, και ας προχωρήσωμεν προς την οδόν Σταδίου.
Τι είνε αυτοί; Φουστανελλοφόροι αρειμανείς, πάλλοντες τα κυρτά των ξίφη, στρήφοντες τον μύστακά των, και περικυκλούντες εν αλαλαγμώ τον αρχηγόν αυτών, όστις ιππεύων σοβαρώτατον όνον και ανέτως επί μαλακών προσκεφαλαίων αναπαυόμενος, αρκείται καπνίζων την καπνοσύριγγά του εν πλήρει ψυχική γαλήνη. Τίνα εκστρατείαν άρα γε παρωδεί η κωμική αυτή πομπή; Το παριστάμενον πλήθος φαίνεται κατενθουσιασμένον. Φωνάζει, επευφημεί, κροτεί τας χείρας, και κραυγάζει μετά παραφοράς την φράσιν του συρμού: Κόφ' το! Κόφ' το!
Αλλά τι λοιπόν σημαίνει η παράδοξος αυτή φράσις; Ουδέν άλλο ή:
Αρκεί! Φθάνει! Αρμόζει δεν αρμόζει, ο λαός υποδέχεται δι' αυτής και συνοδεύει πάντα
παρερχόμενον μετημφιεσμένον και ιδίως τους κομψούς δομινοφόρους των
αμαξών, προς τους οποίους, μα την αλήθειαν, δεν φαίνεται αδίκως αποτεινομένη
η κραυγή του πλήθους. Είνε τόσον άνοστοι! τόσον άνοστοι! . . . Αν δε θέλης να
μάθης και πόθεν η καταγωγή του Κόφ' το, λυπούμαι μη δυναμένη να σου
μεταδώσω ακριβές τι και οριστικόν. Συζήτησις γίνεται μεγάλη τας ημέρας αυτάς εν
Αθήναις, γνώμαι συγκρούονται πολλαί περί της φύτρας και ρίζης του πράγματος,
λογομαχία αυτόχρημα βυζαντηνή ανεπτύχθη μεταξύ των αρμοδίων, αλλά δεν
κατωρθώθη έτι να διαλευκανθή, ως λέγουσιν οι φιλόλογοι, το ζήτημα.
Πιθανώτατον φαίνεται, ότι αφορμήν έδωκε πρώτην εις το Κόφ' το γηραιός τις
εφημεριδοπώλης, αγαπών υπερβολικά τα πνευματώδη ποτά, και σταματών συχνά
πυκνά προς της θύρας των οινοπωλείον, ίνα δροσίζη τον κουραζόμενον λάρυγγά
του δι' αλλεπαλλήλων ρακοποτίων. Τα ζιζάνια των οδών, άτινα εβαπτίσθησαν
προσφάτως επί το ποιητικώτερον υποδηματοσμήκται, — οι άλλως
αμαθέστερον και ευνοητότερον λούστροι καλούμενοι, — ήρχισαν φωνούντα
Κόφ' το εις τον δυστυχή εφημεριδοπώλην, και εκ τούτου η φράσις. Άλλοι, ως
προείπον, λέγουσιν άλλα· αλλ' ημείς και αι δύο είμεθα απερίεργοι, και δεν
ανησυχούμεν, εννοείται, πολύ προς την τύρβην των πολυπραγμονούντων, εις τους
οποίους πολύ φοβούμαι, ότι πρέπει επί τέλους, αρμοδιώτατα αυτήν την φοράν, να
φωνήση τις Κόφ 'το.
ΙΘ'.
Εν Αθήναις τη 2 Μαρτίου 1880.
Είνε σήμερον η τελευταία Κυριακή των Απόκρεω, και η πόλις ολόκληρος, μεταμφιεσθείσα σύσσωμος από της χθες εσπέρας . . . καλύπτεται σήμερον διά παχείας χιόνος. Μετημφιέσθη, βλέπεις, η πόλις αντί των κατοίκων της, οι δε κάτοικοί της θρηνούσι και ολοφύρονται και κόπτονται και βλασφημούσι, διότι ο καιρός εχάλασε τας διασκεδάσεις των.
Αν ανήκον εις τους ευλαβείς εκείνους και θεοσεβεστάτους θεολόγους, οίτινες προτείνουσι να κρεμασθή ο καθηγητής Ζωχιός, διότι αναπτύσσει τας θεωρίας του Δαρβίνου από της πανεπιστημιακής καθέδρας, και τον πρόσφατον θάνατον χρηστού ανδρός απέδωκαν εις οργήν του θεού, τιμωρήσαντος δήθεν τον υποστηρίζοντα την διάλυσιν των μοναστηριακών κηφηνείων, θα απέδιδα και εγώ τον αιφνίδιον αυτόν χειμώνα εις οργήν θεϊκήν, τιμωρούσαν επί τη παραλυσία των τους από ενός ήδη και ημίσεος μηνός διασκεδάζοντας και μη χορτάσαντας ακόμη Αθηναίους. Αν ήμην μετεωρολόγος, θα έλεγον το πράγμα φυσικόν και προσδοκώμενον, συνδυάζουσα, εννοείται, το βαρόμετρον και τα μετεωρολογικά τηλεγραφήματα, τα ρεύματα των άνω και κάτω στρωμάτων της ατμοσφαίρας, και δεν ηξεύρω πόσα άλλα πράγματα ακόμη. Αλλ' ουδέν εκ τούτων είμαι, και αρκούμαι επομένως οδυρομένη και εγώ διά τον αιφνίδιον αυτόν και φοβερόν χειμώνα, όστις μας περιετύλιξε διά μιας εις σινδόνα λευκήν, και εσαβάνωσεν ούτως ειπείν τας εφετεινάς απόκρεω, πριν ακόμη ξεψυχήσωσι.
Παράδοξος βεβαίως θα σου φανή η αρχή της επιστολής μου, και απροσδόκητος η αγγελία της πέμπτης και έκτης εκδόσεως χιόνος, την οποίαν εδημοσίευσεν αναχωρών ο Φεβρουάριος. Τι θα ειπής όμως, όταν μάθης ότι εντός μιας και μόνης εβδομάδος είχαμεν όλα τα είδη των καιρών, αιθρίαν και ήλιον, άνεμον και βροχήν, χιόνα και πάγους;
Την παρελθούσαν Κυριακήν χαρά θεού, ως λέγει ο λαός· ήλιος λάμπων και θερμαίνων, ουρανός αθηναϊκός, και πλήθος φαιδρόν εις τους δρόμους. Την Δευτέραν άνεμος φοβερός, και την νύκτα θύελλα αληθινή, αναρπάζουσα τας καπνοδόχας των οικιών, εκριζούσα δένδρα και αναποδογυρίζουσα τας κεράμους των ορόφων. Την Τρίτην . . . αλλοίμονον εις όσους εξήλθον της οικίας των! Οι πίλοι των ίπταντο επί πτερύγων του βορρά ως φύλλα φθινοπώρου, αι ράβδοι των εκυλίοντο εις τας οδούς ως κάρφη αχύρων, αι κνήμαι των απέμενον αδρανείς εν μέσω του πεζοδρομίου, και η αναπνοή των εκόπτετο ως υπό αντλίαν πνευματικήν. Την τετάρτην και την πέμπτην ημέραι πάλιν φωτειναί και χλιαραί, ημέραι έαρος, μεταγγίσασαι τας Αθήνας ολοκλήρους εις τας εξοχάς των περιχώρων και τους αγρούς, όπου τρυφερός εσείετο ο νεογενής χόρτος υπό την μαλακήν πνοήν ανεπαισθήτου αύρας. Έλεγέ τις ότι ο Μάιος, ωφελούμενος από τας Απόκρεω, περιεφέρετο incognito εις την χλοεράν πεδιάδα, όπου ευφυείς τινες ανεμώναι τον εννόησαν και προέκυψαν πρώιμοι εις προϋπάντησίν του. Ηπατάτο όμως όστις το έλεγεν. Ήτο ο Φεβρουάριος, ο ελεεινός και δύστροπος Κουτσοφλέβαρος του λαού, όστις εμασκαρεύετο και αυτός προσωρινώς και υπεκρίνετο τον Μάιον, αλλ' έμενεν όμως πάντοτε κατά βάθος ο παροιμιακός μην του ψύχους και του βορρά. Την ιδίαν ευθύς εσπέραν μας έφερε βροχήν παγετώδη, και την επομένην πρωίαν ελαφραί χιόνος νιφάδες απεπειρώντο να στρώσωσι λευκάς των οικιών μας τας στέγας. Δεν το κατώρθωσαν την ημέραν εκείνην, αλλά το κατώρθωσαν όμως την επομένην, καθ' ην ο ορίζων των Αθηνών μετεβλήθη διά μιας εις ορίζοντα του Βερολίνου, και το θερμόμετρον κατέβη εις 6 βαθμούς υπό το μηδέν, και αι μύται μας εκοκκίνησαν ως μήκωνες ανθηραί. Σήμερον τέλος εξυπνήσαμεν, και αι Αθήναι είχον την όψιν πλακούντος αφρώδους, εκ των ωραίων εκείνων, τους οποίους, ενθυμείσαι, τόσον λαιμάργως άλλοτε κατεπίναμεν εις Αϊδελβέργην. Μιας σπιθαμής, — ακούεις; — μιας σπιθαμής είχε πάχος η χιών· και καθ' ην ώραν σου γράφω,
εν πέντε σισύραις εγκεκορδυλημένη,
πίπτει πάντοτε πυκνή και αδρά, ως πίπτουσιν από τινος αι ιδέαι πυκναί και αδραί εντός του ελληνικού βουλευτηρίου, όπου θα έμαθες βέβαια εκ των εφημερίδων, οποίον ηρωικόν θόρυβον παρήγαγεν εσχάτως μία μας ομόφυλος, ανανεώσασα τας παραδόσεις της παλαιάς αγοράς, και τακτικόν συνάψασα διάλογον από των ακροατηρίων προς τους εν τη αιθούση . . . αγορεύοντας.
Φαντάζεσαι οποίαν λύπην, οποίαν αγανάκτησιν, οποίαν απόγνωσιν παρήγαγεν η παράδοξος αυτή και απευκταία του χειμώνος εμφάνισις εν τέλει των αθηναϊκών Κρονίων. Εκτός ίσως των οικοδεσποτών και των αμφιτρυώνων, οίτινες εύρον ευπρόσδεκτον αφορμήν να κλείσωσι τους οίκους των προς τον βορράν και τους . . . μετημφιεσμένους, πάντες οι άλλοι, οι θέλοντες να χορεύσωσιν, οι θέλοντες να μεταμφιεσθώσιν, οι θέλοντες να σεριανίσωσιν, οι θέλοντες να ίδωσι τέλος πάντων, είνε απαρηγόρητοι. Δεν σου λέγω το φυσούν και δεν κρυόνει, κατά την παροιμίαν, καθότι περί του τελευταίου τούτου φροντίζει ο βορράς και η χιών, αλλ' αναντιρρήτως το φυσούν και δεν ζεσταίνεται. Δεν εννοούν, πώς είνε δυνατόν να μη διασκεδάσωσι την τελευταίαν Κυριακήν των Απόκρεω, αφού διεσκέδασαν ήδη έξ άλλας Κυριακάς, και έξ άλλα Σάββατα, και έξ άλλας εβδομάδας. Και πώς διεσκέδασαν, και πώς μετημφιέσθησαν! Το γνωρίζεις ήδη αρκετά, διότι όλα μου τα γράμματα από δύο σχεδόν μηνών δεν ήσαν άλλο τίποτε ή χρονικά των αθηναϊκών διασκεδάσεων, και χρονικά ατελή — σημείωσε, — διότι εν μέσω του κατακλυσμού εκείνου της ευθυμίας και της τέρψεως, όπου επί έξ όλας εβδομάδας έπλεεν αμέριμνος η χορευτική των Αθηναίων κιβωτός, πολλάς κατ' ανάγκην ελησμόνησα εσπερίδας και πολλούς παρέλειψα χορούς. Ούτε τας ωραίας εσπερίδας της Κυρίας Σ. σου εμνημόνευσα, αίτινες ανά πάσαν Δευτέραν συνεκέντρουν εντός πολυτελεστάτων αιθουσών το άνθος του αθηναϊκού κόσμου, ούτε τας συναστροφάς της Κυρίας Δ., όπου ολίγος μεν αλλ' οικείος και εύθυμος όμιλος παρέτεινε μέχρι της τετάρτης πρωινής ώρας το ταραχώδες cotillon, ούτε άλλας μεμονωμένας και μικροτέρας νυκτερινάς ομηγύρεις, των οποίων και τώρα πλέον, — κατόπιν εορτής — θ' απέβαινε μακρά και η απλή μόνον απαρίθμησις.
Και αυτήν όμως την τελευταίαν εβδομάδα, ης αι άπληστοι Αθήναι θρηνούσι σήμερον χιονοσκεπείς την τραγικήν καταστροφήν, δεν εμείναμεν άγευστοι πλακούντων ουδέ άποτοι λεμονάδων. Πλην του ωραίου χορού της Κυρίας Λ., δι' ου φαιδρώς εωρτάσθησαν οι πρόσφατοι αρραβώνες ζεύγους νεαρού, πλην του δευτέρου χορού της εν Πειραιεί Λέσχης, όστις επέτυχεν, ως λέγεται, πολύ περισσότερον του πρώτου, η παρά τη Κυρία Ν. Σ. λαμπρά εσπερίς της παρελθούσης πέμπτης υπήρξεν αληθώς η μεγαλοπρεπεστέρα προπομπή των εφετεινών απόκρεω, και αφήκεν ανεξάλειπτον την μαγευτικήν της εντύπωσιν εις πάντων των προσκεκλημένων την μνήμην. Ούτε των ωραίων αιθουσών η πλήρης καλαισθησίας διακόσμησις, ούτε η χάρις των κυριών και των εσθήτων αυτών ο πλούτος, ούτε η περί πάντα τάξις και ευρυθμία, αίτινες εμαρτύρουν ότι τοιούτου είδους υποδοχαί ουδέν ήσαν το ασύνηθες διά τους οικοδεσπότας, ούτε το ωραίου διπλούν δείπνον και το πρωτοφανές διπλούν cotillon ήσαν τα κύρια θέλγητρα της μοναδικής εκείνης συναναστροφής. Υπέρ πάντα ταύτα επέλαμπε και εζωογόνει και εφαίδρυνε την ομήγυριν η ανέκφραστος εκείνη χάρις, ης η οικοδέσποινα κατέχει το μυστήριον, η φυσική εκείνη και εγγενής ούτως ειπείν προσήνεια του ήθους, το ανεπιτήδευτον και όμως διακεκριμένου των τρόπων, η αβρά εκείνη φιλοφροσύνη, ήτις vous met si bien a votre aise, όπως λέγουσιν οι Γάλλοι, και όπως δυστυχώς δεν δυνάμεθα να είπωμεν ημείς ακόμη ελληνιστί, στερούμενοι πιθανώς την έκφρασιν διότι στερούμεθα εν γένει και το πράγμα.
Ως προς τους μετημφιεσμένους, ή μάλλον ειπείν τους θέλοντας να μεταμφιεσθώσι, μη νομίσης ότι τους εζημίωσε και πολύ η χθεσινή και σημερινή χιών. Αν απέκλεισεν αυτούς από τον δρόμον, προς μεγίστην λύπην των κεχηναίων, οίτινες μόνον προς τον συννεφή ουρανόν δύνανται σήμερον ν' αποτείνωσι το ευφυές των Κόφ' το, ήνοιξεν όμως εις αυτούς τας οικίας, όπου εκόντες άκοντες ανοίγουσι τας θύρας του οι οικοδεσπόται προς τα χιονόπαστα στίφη, άτινα, καίτοι ριγούντα και τρέμοντα, εννοούσι να αναπτύξωσιν υπό το προσωπείον τον πενιχρόν της ευφυίας των σπόρον. Τινές μάλιστα των αμφιτρυώνων και προσεκάλουν ήδη προ ημερών τους κομψούς δομινοφόρους διά της ανεκτιμήτου ταύτης φράσεως· «Αύριον δεχόμεθα μασκαράδες. Έρχεσθε και σεις;»
Εννοείς λοιπόν τι έγεινε χθες την νύκτα, και τι θα γείνη πιθανώτατα και απόψε. Φαντάζεσαι οποία ποσότης ευφυολογίας έχει να δαπανηθή, και πόσον θα διασκεδάσουν οι συνάγοντες υπό την στέγην των τα πολύχρωμα εκείνα και πολύστομα σμήνη, άτινα εισέρχονται, τρώγουσι, πίνουσι, χορεύουσι, λέγουσιν ό,τι φθάσωσιν, εντείνοντα μέχρι κρωγμού την φωνήν των, και απέρχονται άγνωστα και κατευχαριστημένα.
Κατευχαριστημένα; Όχι πάντοτε δυστυχώς, διότι και η διασκέδασις αυτή έχει ενίοτε την σκιεράν της όψιν. Άκουσε, να γελάσης. Προ ολίγων ημερών ευάριθμος αλλά φαιδρά δομινοφόρων ομάς περιήρχετο εσπέραν τινά τας οδούς των Αθηνών ζητούσα διασκέδασιν και χορόν εις πάσαν οικίαν, της οποίας έβλεπε φωτισμένα τα παράθυρα. Τοιαύτη έτυχε την εσπέραν εκείνην και οικία τις, όπου κατώκει άλλοτε γνώριμον εις τους φίλους μας πρόσωπον. Οι εύθυμοι νυκτοπλάνητες είδον φως εις τα παράθυρα, υπέθεσαν φυσικώς ότι ο φίλος των έδιδε συναναστροφήν, και χωρίς τινος δισταγμού εζήτησαν διά του αμαξηλάτου των την άδειαν να αναβώσιν. Η άδεια, εννοείται, τοις εδόθη, και μετ' ολίγον οι μετημφιεσμένοι μας ευρίσκοντο εν μέσω ομηγύρεως κυρίων και κυριών, των οποίων . . . . παραδόξως ουδένα κατώρθωσαν ν' αναγνωρίσωσιν. Οι θορυβωδώς υποδεχθέντες αυτούς είχον άψογον την ενδυμασίαν, αλλ' ουχί εντελώς άψογον και την γλώσσαν, ουδέ τους τρόπους υπερβαλλόντως κοσμίους.
— Πού διάβολον επέσαμεν! εψιθύριζεν ο είς των δομινοφόρων.
— Πού είνε ο κύριος Λ; έλεγεν ο άλλος, και εννόει τον προ τεσσάρων μηνών μετοικήσαντα οικοδεσπότην.
— Δεν γνωρίζω ψυχήν! παρετήρει τρίτος, και πάντες έμενον βωβοί και κατάπληκτοι, ότε είς των χορευτών, ρωμαλέος και πορφυρούς την όψιν Ηρακλής, πλησιάζει εις τον παρείσακτον όμιλον, και ερωτά διά βροντώδους φωνής·
— Έχετε άδειαν;
— Βέβαια. Εζητήσαμεν άδειαν, πριν αναβούμεν.
— Καλέ άδειαν από τον οικοκύρην . . . έχετε;
— Δεν ειξεύρομεν πού είνε ο οικοκύρης· ημείς εστείλαμεν τον αμαξάν μας, και μας είπεν ότι ειμπορούμεν . . .
— Α! έτσι; πολύ καλά! Καθίσατε παρακαλώ!
Αλλά πού να καθίσουν οι φίλοι! Τα πράγματα ελάμβανον όψιν παράδοξον και ικανώς ανησυχητικήν. Ως δροσιστικά προσεφέροντο εις τους χορευτάς αμύγδαλα, πορτοκάλλια και ριζόγαλον μετά πολλής κανέλλας, η δε ορχήστρα αποτελουμένη εκ δύο ζυγιών βιολίου και μπουζουκίου ήρχισε μέλπουσα συρτόν! Ούτε ο χορός ούτε τα δροσιστικά ήσαν φαίνεται της ορέξεώς των, ενώ δε η λοιπή ομήγυρις συνεκρότει περί την αίθουσαν τον ορχηστικόν της κύκλον, οι δομινοφόροι ετρέποντο αψοφητί ως φαντάσματα προς την θύραν, και ητοιμάζοντο ήδη να διαβώσι την φλιάν, ότε κυρία τις αποσπάται του συρτού, τοποθετείται δίκην Κερβέρου προ της θύρας, και ερωτά επιχαρίτως μειδιώσα·
— Και πώς, κύριοι, έτσι θα φύγετε, χωρίς να ιδούμεν τα χρυσά σας μούτρα;
— Αλλά, κυρία μου, απαντά είς των νέων, ον είχε φαίνεται περισσότερον προσβάλει ο απρεπής του προσώπου του χαρακτηρισμός, τα μούτρα μας έχουν, βλέπετε, μουτσούναις, και ο αμαξάς μας μας είπεν, ότι είμεθα ελεύθεροι να μη ταις 'βγάλωμεν.
— Κυρ Γιάννη! φωνεί τότε η κυρία πρός τινα των χορευτών, αυτό το πράγμα δεν γίνεται! πρέπει κάποιος να βγάλη την μάσκα του.
— Έννοια σας, κυρία Ουρανία, λέγει σοβαρός προσερχόμενος ο πορφυρούς την όψιν Ηρακλής. Έννοια σας! αφήστε το πράγμα επάνω μου, και θα ιδήτε.
Στρεφόμενος δε προς τους δομινοφόρους, οίτινες πολύ πιθανώς είχον αρχίσει να οσφραίνωνται δυσάρεστα, παρατηρεί μεθ' ικανού μεγαλείου·
— Η κυρία έχει δίκαιον. Ένας τουλάχιστον από σας πρέπει να βγάλη την μάσκα του.
— Αλλά ο αμαξάς μας . . .
— Ο αμαξάς σας, ο αμαξάς σας! Πούν' τος αυτός ο αμαξάς σας;
— Νικόλα! κραυγάζει τότε στεντόρειον από της κλίμακος είς των μετημφιεσμένων, έλα γρήγορα επάνω! Και μετά στιγμήν εμφανίζεται ο Νικόλας.
— Καλό 'ς τον κυρ Νικόλα! φωνεί αίφνης, σύμπασα η ομήγυρις, και ο πορφυρούς την όψιν Ηρακλής τω προσφέρει ποτήριον οίνου.
— Τι σόι πράγμα είν' αυτοί οι λεβέντες; τον ερωτά.
— Καλά παιδιά, κυρ Γιάννη! 'Σ την υγειά σας, αδέλφια, και ο θεός 'ς το καλό!
— Α έτσι; Πολύ καλά, κύριοι! Ευχαριστούμεν και να μας συγχωρήτε!
Οι φίλοι κατέβησαν, εννοείται, τας βαθμίδας ανά δύο, δεν αναφέρει δε η ιστορία αν εξηκολούθησαν την νυκτερινήν αυτών εκδρομήν.
Μαντεύεις τι είχε συμβή; Ο μάγειρος του οικοδεσπότου, λαβών παρά του κυρίου του την άδειαν, είχε συγκαλέσει εν τη κενή οικία τους συναδέλφους και φίλους του εις χορόν. Τα λοιπά εξηγούνται.
Η χιών έπαυσε να πίπτη καθ' ην ώραν κλείω την επιστολήν μου. Ανοίγω το
παράθυρόν μου, και βλέπω σχεδόν αίθριον τον ουρανόν. Φαντάσου, αν αύριον
είνε ωραία ημέρα! Ας χαίρουν τα Κούλουμα και το Φάληρον.
Κ'.
Εν Αθήναις, τη 9 Μαρτίου 1880.
Δόξα τω θεώ και προσκύνημα τω Κυρίω των Δυνάμεων, ότι μας απήλλαξε τέλος πάντων της φοβεράς βασάνου, ήτις ονομάζεται ενδυμασία προς χορόν, της έτι φοβερωτέρας, ήτις ονομάζεται χορός, και της φοβερωτάτης πασών, ήτις ονομάζεται αγρυπνία μέχρι πρωίας και cotillon διαρκούν τέσσαρας ώρας.
Ησυχάσαμεν επί τέλους, αγαπητή μου φίλη, και δυνάμεθα τώρα εν πάση ανέσει, διά μετανοιών και χαβιαροφαγίας, να καθαρισθώμεν από πάσης χορευτικής αμαρτίας και να αποπλύνωμεν πάντα τα από των απόκρεω και των μεταμφιέσεων κρίματα ημών. Θα το κάμωμεν όμως άρα γε; Ή τουλάχιστον θα το κάμωμεν όλαι; Αμφιβάλλω πολύ· και θ' αμφιβάλης και συ μαζή μου, όταν μάθης, ότι χθες ακόμη, σάββατον μόλις της πρώτης εβδομάδος της τεσσαρακοστής, εχόρευον — όχι εγώ, θεός φυλάξη! — αλλά πολλαί φίλαι μας . . . . μέχρις της τρίτης μετά το μεσονύκτιον. Και πώς λοιπόν! θ' αναφωνήσης βέβαια· δεν εχόρτασαν επί δύο ήδη μήνας sandwichs και λεμονάδας; δεν εκουράσθησαν οι πόδες των; δεν εβαρύνθησαν οι ρώθωνές των ροφώντες καπνόν κηρίων και κονιορτόν; δεν εβαρύνθησαν αι γλώσσαι των ομιλούσαι μεταξύ δύο αντιχόρων περί βροχής και ηλίου, περί χειμώνος και αιθρίας, περί υπουργικής κρίσεως και Κωστοπούλου, περί της οδού Πατησίων και του ελληνικού ζητήματος; Όχι, αγαπητή μου! ούτε εκουράσθησαν, ούτε εβαρύνθησαν. Απόδειξις δε τούτου το φοβερόν χθεσινόν πραξικόπημα, το οποίον, ως μανθάνω, πρόκειται να επακολουθήσωσι και άλλα όμοια εντός ολίγου. Δεν ηξεύρω, αν ο κόσμος εν γένει ελωλάθη εφέτος, ή εγώ παραδόξως πρεσβυτίζω. Το βέβαιον όμως είνε, ότι η μανία των διασκεδάσεων, των εσπερίδων και των χορών δεν εξεθύμανεν ακόμη, μ' όλον το δυσάρεστον douche, το οποίον έρριψε κατά των κεφαλών μας ο ανεκδιήγητος χειμών της παρελθούσης εβδομάδος. Ούτω δε, μολονότι κ' εφέτος καθ' όλους τους τύπους εωρτάσαμεν τα Κούλουμα, μολονότι, ως εμάντευον εις το τέλος της παρελθούσης μου επιστολής, ηθρίασεν αίφνης την Καθαράν Δευτέραν ο καιρός, οιονεί από σκοπού καταδεικνύων, ότι ετραχύνθη μεν ίνα κόψη τας αμαρτωλάς ημών διασκεδάσεις, εγλυκάνθη δε πάλιν εν μια νυκτί, ίνα καλέση ημάς εις πανηγυρικήν προϋπάντησιν των νηστειών και της μετανοίας, ημείς όμως ου βουλόμεθα συνιέναι, ούτε σημεία εκτιμώμεν ούτε οιωνούς, εμμένομεν δε σκληροτράχηλοι εις την παραλυσίαν, και ο θεός πλέον. . . . ελεήσαι και οικτειρήσαι ημάς. Αυτά δε περίπου έλεγε και σήμερον εν πολλή κατανύξει καλοθρεμμένος τις ιεροκήρυξ, όστις εφρόντισεν επί τέλους να μνημονεύση επιδεξίως προς τους ακροατάς του και μικρόν τι αυτού συγραμμάτιον, ορίζων συνάμα και το βιβλιοπωλείον, όπου ηδύνατο να το αγοράση ο βουλόμενος προς ψυχικήν αυτού οικοδομήν, αντί ευτελούς τιμής. Γνωρίζετε σεις αυτού, εν Παρισίοις, το είδος αυτό της Réclame, το οποίον υπερβαίνει, ως βλέπεις, παν ό,τι ομοειδές επενόησαν μέχρι τούδε οι Αμερικανοί;
Ουχ ήττον, μολονότι και νηστεύοντες χορεύομεν, μολονότι και μετανοούντες εν τεσσαρακοστή διασκεδάζομεν ως εν απόκρεω, εσπεύσαμεν όμως ως άνθρωποι κατ' εξοχήν τυπικοί ν' αποχαιρετίσωμεν δήθεν τα Κρόνια και πάσαν την πομπήν αυτών, άλλοι μεν εις τας στήλας του Ολυμπίου Διός, άλλοι δε εις το Φάληρον. Εννοείς, ότι αφότου η ακτή του νέου Φαλήρου ήρχισε να κάμνη ανταγωνισμόν εις τας στήλας του Ολυμπίου Διός, ο κόσμος των καθαυτό Κουλούμων έγεινεν αραιότερος και από έτους εις έτος ελαττούται. Μάτην ήθελέ τις και εφέτος αναζητήσει επί των γραφικών καίτοι φαλακρών λόφων, οίτινες δεσπόζουσι των οχθών του ξηρού Ιλισσού, τας ποικίλας εκείνας συστάδας των σταυροποδητί καθημένων πέριξ τρυβλίου ελαιών, κρομμύων, θριδάκων και της απαραιτήτου πλώσκας· μάτην ήθελέ τις ζητήσει τα παλαιά εκείνα και παροιμιακά όρη των στραγαλίων, άτινα έφρασσε κυκλοειδής πορτοκαλλίων παράταξις, και το απειράριθμον τάγμα των κουλουρτζήδων, πέριξ των οποίων εσκίρτων εκ χαράς των νηπίων τα ροδοπάρεια στίφη, και τους σκοροδοστεφείς βιολιστάς, και τους όπισθεν της κεφαλής των φέροντας την προσωπίδα μετημφιεσμένους, και των υπό τας στήλας του Ολυμπιείου ορχουμένων παλληκαρίων τον όμιλον, και το πυκνόν, πυκνότατον εκείνο πλήθος των θεατών, οίτινες κατέκλυζον τον πέριξ χώρον, δίκην μυρμήκων στρατιάς. Όλα εκείνα τα παλαιά, όλη εκείνη η φαιδρά αληθώς πανήγυρις, ήτις έτι τοσαύτα έτη αντείχεν επίμονος εις παν εκκλησιαστικόν ανάθεμα και πάσαν επισκοπικήν προγραφήν, παρήλθε πλέον σήμερον ανεπιστρεπτεί, και ό,τι δεν κατώρθωσεν η εκκλησία κατώρθωσεν ούτως ειπείν ο πολιτισμός. Λέγω ούτως ειπείν, διότι μετέθηκεν απλώς ό,τι μάτην εκείνη προσεπάθει να εξοντώση. Δεν γίνεται πλέον εις τας στήλας του Ολυμπίου Διός το προσκύνημα της Καθαράς Δευτέρας, αλλά γίνεται όμως από πέντε ήδη ετών εις το Φάληρον. Εις τους λόφους του Ιλισσού απέμειναν πιστοί αποδημηταί ολίγιστοι μόνον, μη πολιτισμένοι και εις τας κατωτέρας του λαού τάξεις ανήκοντες. Αυτοί μεταφέρουσιν ακόμη εκεί, ως είχον μεταφέρει την παρελθούσαν Δευτέραν, τας ελαίας των και τα σκόροδά των και τα πενιχρά των όστρεα και τον απαραίτητον ρητινίτην, και τραγουδούσιν ακόμη εύθυμοι, και χορεύουσι προς τον ήχον βραχνού τινος και παραχόρδου βιολίου. Αλλ' είνε ολίγοι δυστυχώς, ως είνε ολίγοι και οι θεαταί των. Οι πολλοί, ων η πολιτιζομένη και νεωτερίζουσα στρατιά πληθύνεται οσημέραι, καταβαίνουσιν εις το Φάληρον, όπου υπάρχει εστιατόριον της Εταιρίας του σιδηροδρόμου, όπου υπάρχει καφενείον, όπου κτίζονται μέγαρα εξοχικά, όπου δύναταί τις τέλος να περιπατήση ώρας ολοκλήρους εις διακοσίων μέτρων έκτασιν, θαυμάζων τας πασσαλοστοιχίας, ας οι φαληρισταί αποκαλούσι κήπους, το μελαγχολικόν παράπηγμα, όπερ το θέρος ονομάζεται θέατρον, και . . . . . την περίεργον ανεμαντλίαν, ήτις ως γίγαντος σκελετός αναπτύσσει προς την θαλασσίαν αύραν τας ερυθράς της πτέρυγας. Τα πολλά ταύτα και ποικίλα θέλγητρα του Φαλήρου, εις τα οποία μη λησμονήσης να προσθέσης το μέγιστον εκείνο, όπερ συνοψίζουσιν αι γαλλικαί λέξεις: voir et ê tre vu, συγκαλούσι συνήθως την Καθαράν Δευτέραν παρά τον φαληρικόν αιγιαλόν τον ούτω καλούμενον καλόν κόσμον των Αθηνών, όστις, αφού περιπατήση ώρας τινάς, και ακούση ρακένδυτόν τινα και άνιπτον ιταλόπαιδα παίζοντα διά της άρπας του την Mandolinata και την Stelle Confidente, επιστρέφει οίκαδε κατευχαριστημένος, και διηγείται την επιούσαν ότι επέρασε θαυμάσια εις το Φάληρον. Εφέτος όμως και του Φαλήρου τα Κούλουμα ήσαν πενιχρά και μέτρια. Ο κόσμος ήτο ολίγος, ίσως διότι ο άφθονος πηλός των οδών εμπόδισε τους περισσοτέρους να επιχειρήσωσι την από της οικίας των εις τον σιδηροδρομικόν σταθμόν οδοιπορίαν, πολύ μακροτέραν και δυσαρεστοτέραν της από του σταθμού εις το Φάληρον· το δε εστιατόριον του σιδηροδρόμου ήτο κλειστόν, διότι πιθανώς η χιών της προτεραίας είχε παγώσει τους κερδοσκοπικούς υπολογισμούς του ξενοδόχου. Ούτω πάσαι αι διασκεδάσεις, τας οποίας προ μικρού ανέφερα, έγειναν μεν, αλλ' έγειναν κατά πολύ μικροτέρας διαστάσεις, και ως greatest attraction της ημέρας έμεινεν η ανεμαντλία του σιδηροδρόμου, ήτις αντικατέστησεν από τινων μηνών το δυστυχές ονάριον, ούτινος οι αφιλοκερδείς αγώνες επότιζον άλλοτε τον κήπον της Εταιρείας.
Θέλεις τώρα και έν νέον; Έφθασε προχθές ο ιταλικός μελοδραματικός θίασος, όστις πρόκειται να τέρψη τα αθηναϊκά ώτα κατά την τεσσαρακοστήν από της σκηνής του χειμερινού θεάτρου. Λέγεται δε ήδη περί αυτού ότι η πρώτη κυρία είνε . . . . πολύ ωραία. Συ θα ερωτήσης ίσως, αν τραγουδεί εύμορφα. Περί τούτου ουδείς έγεινε λόγος μέχρι τούδε υπό του φιλομούσου κοινού.
Α! αλήθεια· ολίγου δειν να λησμονήσω και έν άλλο νέον. Έπεσε το Υπουργείον.
ΠΤΩΧΕΙΑ ΚΑΙ ΠΛΟΥΤΟΣ,
ΛΙΤΟΤΗΣ ΚΑΙ ΠΟΛΥΤΕΛΕΙΑ
(11)
Ο αναγινώσκων τας τέσσαρας ταύτας λέξεις της επιγραφής της προκειμένης
μελέτης θέλει κατά πάσαν πιθανότητα συνάψει αυτάς φυσικώς και κατά τάξιν ανά
δύο, την μεν πτωχείαν μετά της λιτότητος, την πολυτέλειαν δε μετά του πλούτου.
Σκεπτόμενος βεβαίως κατά λογικωτάτην ακρίβειαν, ότι οι νεοφανείς ασπάραγοι
τιμώνται τριών δραχμών κατά δέσμην, ότι οι ασπάραγοι είνε λίχνευμα μάλλον ή
φαγητόν, και ότι τα λιχνεύματα προϋποθέτουσι τα φαγητά, θέλει συμπεραίνει,
κατά λογικωτάτην επίσης ακρίβειαν, ότι εκείνοι μόνον δύνανται να τρώγωσι και
τρώγουσι συνήθως νεοφανείς ασπαράγους, όσοι περισσεύουσι φαγητού και
αφθονούσιν, εννοείται, χρήματος. Περί ορέξεως δεν πρόκειται, καθότι η όρεξις
των προσφάτων ασπαράγων δεν είνε προνόμιον εξαιρετικόν τάξεώς τινος
ανθρώπων, και αν η μοίρα εδημιούργησε διάφορα τα βαλάντια και το
περιεχόμενον αυτών, η φύσις όμως εδημιούργησεν ομοίους τους ουρανίσκους των
ανθρώπων και ομοίους σχεδόν αυτών τους στομάχους. Αν δε μετά της αυτής
λογικής ακριβείας εξακολουθήση σκεπτόμενος ο ημέτερος αναγνώστης, θέλει
επίσης σκεφθή, ότι, επειδή αι μεταξωταί εσθήτες και τα τρίχαπτα είνε ακριβαί
συνήθως και βαρύτιμοι, δεν είνε δυνατόν να φορώσιν αυτάς ειμή μόνον των
πλουσίων αι γυναίκες, εκείνων δηλαδή, οίτινες τοσούτον έχουσι στρογγύλον το
πουγγίον αυτών, ώςτε, αφού φάγωσι μέχρι κόρου προσφάτους ασπαράγους,
δύνανται να ενδύσωσι και τας συζύγους αυτών μέχρι κόρου δι' εσθήτων
μεταξωτών.
Τας σκέψεις ταύτας επιβάλλει η λογική· και δι' αυτό ελέγομεν ανωτέρω, ότι ο λογικός ημών αναγνώστης θέλει συνάψει τον πλούτον μετά της πολυτελείας και την πτωχείαν μετά της λιτότητος, αναλογιζόμενος και συμπεραίνων, ότι, όπως η πολυτέλεια είνε ακολούθημα του πλούτου, ούτω και η λιτότης είνε της πτωχείας ανάγκη. Δυστυχώς όμως η λογική δεν συμφωνεί πάντοτε και πανταχού προς τα πράγματα· εν Ελλάδι δε ιδίως, και μάλιστα εν Αθήναις, ψεύδει συνήθως η των πραγμάτων αλήθεια την αυστηρότητα της λογικής. Είνε δε φυσική η τοιαύτη παρ' ημίν ανωμαλία, ουδέ πρέπει να ξενίζη τον προσεκτικόν παρατηρητήν. Όπως τα εν ζυμώσει διατελούντα ρευστά φέρουσι συνήθως επί της επιφανείας αυτών όλην εκείνην την ιλύν, ήτις εις τρύγα μεταβαλλομένη θέλει μετ' ολίγον καταβή εις τον πυθμένα — την φυσικήν αυτής θέσιν, — ούτω και εις τας αστάτους και ζυμουμένας έτι κοινωνίας ανατρέπεται ως επί το πολύ η φυσική των πραγμάτων θέσις, και πολλά γίνονται άνω κάτω, και απορεί προς το παράδοξον ο επιπολαίως τα πράγματα μελετών. Τοιούτο τι συμβαίνει σήμερον και εν τη ελληνική κοινωνία, ιδίως δε τη Αθηναϊκή, ήτις ως πρωτευούσης κοινωνία ου μόνον ευλόγως αξιοί να νομοθετή και διά την λοιπήν Ελλάδα, αλλά και ήρχισεν από τινος πράγματι να γίνεται πρότυπον των επαρχιών.
Η ανατροπή αυτή της φυσικής των κοινωνικών φαινομένων αναπτύξεως είνε δυστύχημα πάντως όπου και αν επέλθη, πολύ δε μείζον και λυπηρότερον αναντιρρήτως, οσάκις επέρχεται εις έθνη μικρά, εις πολιτείας πτωχάς και μόλις την βρεφικήν αυτών ηλικίαν καταλιπούσας. Τοιαύτη νηπιώδης έτι κοινωνία είνε η ελληνική, και διά τούτο μέγα δι' αυτήν δύναται να κληθή δυστύχημα το φαινόμενον εκείνο, περί ου επιλαμβανόμεθα να ανακοινώσωμεν εις τον αναγνώστην ολίγας σκέψεις και παρατηρήσεις.
Η πολυτέλεια εκρίθη πάντοτε και κρίνεται σήμερον έτι διαφόρως και ποικίλως υπό των κοινωνιολόγων. Πολλοί αποκαλούσιν αυτήν λέπραν εν πάση οιαδήποτε περιπτώσει, και παρ' αυτοίς έτι τοις πλουσίοις, και την καταδικάζουσιν ανεπιφυλάκτως, ισχυριζόμενοι, ότι η εφ' α μη δει δαπάνη, η θεραπεία ουχί πραγματικών αλλ' ανυπάρκτων, συνθηματικών και φαντασιωδών μόνον αναγκών, και αυτή τέλος η εκ του περιττού των περιττών προμήθεια είνε νόσημα κοινωνικόν, παραλύον τα νεύρα και την παραγωγικήν δύναμιν των εθνών, μαραίνον τα ευγενή των αισθήματα, καταστρέφον διά της αβροδιαίτης το γενναίον του φρονήματος και αποπνίγον εν εκείναις μάλιστα ταις πολιτείαις, όσων ο εθνικός προορισμός διατελεί έτι ανεκπλήρωτος, πάσαν περί του μέλλοντος σκέψιν και πάσαν περί εθνικού μεγαλείου μέριμναν.
Άλλοι δε τουναντίον, ουχί δυστυχώς οι ασημότεροι ούτε οι ολιγώτερον έχοντες το κύρος του λόγου, αντεδοξούσιν ότι η πολυτέλεια είνε ου μόνον ανάγκη των πλουσίων κοινωνιών, αλλ' αυτόχρημα καθήκον των ευπορούντων.
Η πολυτέλεια, λέγουσιν ούτοι, ανοίγει πόρους εις την βιομηχανικήν των εθνών παραγωγήν, προκαλούσα την άμιλλαν των βιομηχάνων και κεντρίζουσα την εφευρετικότητα του πνεύματός των, ασχολούσα τας εργατικάς δυνάμεις της πολιτείας, πληρούσα εκ του περισσεύματος των πλουσίων ταμείων το κενόν του πτωχού βαλαντίου, και διατιθεμένη τα ψιχία της αφθονούσης τραπέζης εις χορτασμόν του πεινώντος πένητος.
Αλλ' οπωςδήποτε και αν κρίνωσι περί της πολυτελείας οι περί τας κοινωνίας σήμερον φιλοσοφούντες, αι περί αυτών κρίσεις των δεν ανάγονται εις το προκείμενον ημών θέμα του λόγου, καθότι περιστρέφονται εις την εύλογον και φυσικήν και ευεξήγητον πολυτέλειαν, την εκ του περιττού πολυτέλειαν των ευπόρων και πλουσίων. Το να δαπανά ο πλούσιος όσα και όπου και όπως θέλει, είνε λίαν φυσικόν. Δεν βλάπτει μεν εαυτόν, ωφελεί δε μάλλον ή ζημιοί, αμέσως τουλάχιστον, τους άλλους. Κάμνει μεν την επίδειξίν του, διότι τέλος πάντων είνε κύριος να ζη κάλλιον των άλλων, να τρώγη ό,τι θέλει, να ενδύεται όπως θέλη, να έχη αμάξας και θεωρεία, να δίδη γεύματα και χορούς· αλλ' η επίδειξις αύτη, όσον αυστηρώς και αν κριθή υπό βαθυτέραν ηθικολογικήν έποψιν, δεν δύναται να καταλογισθή εις κοινωνικόν έγκλημα, εν μέσω τουλάχιστον μεγάλων και κατηρτισμένων κοινωνιών, όπου και αι κοινωνικαί κλάσεις εισίν ακριβώς και δυσυπερβάτως διακεκριμέναι, και ο της μιμήσεως πειρασμός δεν είνε πλέον νόσημα κοινωνικόν, και οι άνθρωποι εν γένει ου μόνον γνωρίζουσι τι είνε και τι έχουσιν, αλλά και αν το λησμονήσωσιν ενίοτε, αναγκάζονται να το ενθυμηθώσιν υπό την χλεύην και την επιτακτικήν πίεσιν της κοινής γνώμης.
Παρ' ημίν όμως σπανίζει μεγάλως η φυσική εκείνη και εύλογος πολυτέλεια, αφθονεί δε τουναντίον η άλογος και η παράδοξος. Παρ' ημίν δαπανώσιν ως επί το πολύ αφθόνως και σπατάλως οι δυσαναλόγους προς την σπατάλην ταύτην έχοντες τους οικονομικούς αυτών πόρους, οι πτωχοί απλώς ειπείν ή καν μετρίας περιουσίας άνθρωποι, οι πλούσιοι δε τουναντίον φειδωλεύονται και χρηματίζονται έτι μάλλον.
Πλην ολίγων, ολιγίστων εξαιρέσεων, αίτινες παρέχουσιν εν τη καθ' ημάς κοινωνία το θέαμα της ελλόγου πολυτελείας, ο πλούτος εν Ελλάδι σπανίως που συναντάται μετ' αυτής, και αν που συναντηθή, αφορμή ως επί το πλείστον της τοιαύτης συμπτώσεως είνε η οψιμότης του πλούτου, ή επιδείξεως πυρετός, ή κενόδοξον σχέδιον πολιτικής και κοινωνικής προαγωγής. Ουδέν σχεδόν απαντά τις παρ' ημίν παράδειγμα του σοβαρού εκείνου, του εαυτόν σεβομένου και την αποστολήν του συνειδότος πλούτου, όστις εν ταις ανωτέραις τάξεσι των ευρωπαϊκών κοινωνιών μεταβάλλει σχεδόν πάντοτε τους οίκους των πλουσίων διά της λογικής και ευκόσμου πολυτελείας εις κυψέλας ευεργετικάς, αφ' ων ου μόνον αμέσως ή εμμέσως σιτίζεται κόσμος ολόκληρος εργατικός και βιομήχανος, αλλά και άλλος κόσμος, ανώτερος μεν διανοητικώς αλλά πενιχρόν παρά της μοίρας λαχών του χρήματος το τάλαντον, αποδέχεται φως και θερμότητα, εμψύχωσιν υλικήν και νοήμονα υποστήριξιν. Σπάνιον δυστυχώς εύρημα είνε παρ' ημίν έστω και πενιχρά τις βιβλιοθήκη εις οίκον πλουσίου, έτι δε σπανιώτερον πινακοθήκη εξ ολίγων αλλά καλών εικόνων ή εύμορφόν τι γλυπτικόν καλλιτέχνημα. Και αυτά δε τα εξωτερικά και καταφανέστερα του πλούτου δείγματα, τα ανετωτέραν μεν την απόλαυσιν του υλικού βίου μαρτυρούντα, κατελέγχοντα δε συνάμα και την συναίσθησιν της φυσικής εκείνης ανάγκης του πλούτου εις μετάδοσιν αυτού και κοινολόγησιν, είνε επίσης σπάνια εν τη ελληνική κοινωνία, ή, αν που αναφαίνωνται, υπεμφαίνουσιν, ουχί την ειλικρινή εκείνην πολυτέλειαν των πλουσίων, αλλά τον τύφον μάλλον και τον επιδεικτικόν πυρετόν των οψιπλούτων.
Τι τούτο βλάπτει; ίσως ερωτήση τις. Ουδέν, αποκρινόμεθα, ουδέ μνημονεύομεν του πράγματος όπως το κατακρίνωμεν. Είνε μεν αληθές, ότι est modus in rebus, ήτοι ότι το καλόν ουκ έστι καλόν εάν μη καλώς γένηται, και ότι επομένως και αυτή η των πλουσίων πολυτέλεια, κακώς γινομένη, ζημιοί μάλλον ή ωφελεί την κοινωνίαν, διότι και τον φθόνον κινεί, και της μιμήσεως τον πειρασμόν διεγείρει, και εις ευολίσθους παράγει ατραπούς τους ανοήτους. Αλλά τέλος πάντων, τι μας μέλει, δύνανται ευλόγως να παρατηρήσωσιν οι ούτω δαπανώντες πλούσιοι, τι μας μέλει, αν υπάρχουσι φθονεροί και ανόητοι, τι πταίομεν ημείς αν σκάσωσιν ολίγοι βάτραχοι, διότι θέλουσι και καλά να γείνωσι βόες ως ημείς. Ουδέν βεβαίως τους μέλει, ούτε πρέπει να τους μέλη εκ της ατομικής των επόψεως. Μέλει όμως πολύ τον πολύν κόσμον, έτι δε περισσότερον μέλει και πρέπει να μέλη τον περί της εν γένει καλής ή κακής, υγιούς ή νοσηράς καταστάσεως της ημετέρας κοινωνίας μελετώντα και ευλόγως περί αυτής ενδιαφερόμενον.
Αλλά το θέμα τούτο, όπερ μακράς και σπουδαίας μελέτης ηδύνατο να καταστή υποκείμενον, είνε ξένον της σημερινής ημών διατριβής. Δεν αδιαφορούμεν μεν, αν και πώς δαπανώσιν οι πλούσιοι παρ' ημίν, αφίνομεν όμως εις άλλην ευκαιρίαν την περί τούτου μελέτην, επιλαμβανόμεθα δε του δευτέρου μέρους του κοινωνικού ημών παραδόξου, τουτέστι της πολυτελείας των μη πλουσίων, ήτις και παριστά τα συμπτώματα πολύ σπουδαιοτέρας και κινδυνωδεστέρας κοινωνικής νόσου, θέλει δε, δεινουμένη, καταστή αναποδράστως θανατηφόρος γάγγραινα της Ελλάδος.
Εις βεβαίωσιν του λυπηρού τούτου φαινομένου αρκεί μικρά τις μόνον, έστω και επιπολαία, παρατήρησις της αθηναϊκής κοινωνίας, κατά τας δημοσίας αυτής συναθροίσεις. Ας εξέλθη ο παρατηρητικός ημών αναγνώστης κυριακήν τινα ή μουσικής ημέραν εις τας πλατείας του Συντάγματος και της Ομονοίας· ας παρακολουθήση τον περίπατον των Πατησίων· ας πορευθή θερινήν τινα εσπέραν εις του Απόλλωνος και του Φαλήρου τα ύπαιθρα θέατρα· ας παραμείνη τέλος εν αυτή τη αιθούση του χειμερινού ημών θεάτρου, περιάγων επί τινας στιγμάς το βλέμμα του από θεωρείου εις θεωρείον. Είμεθα ολίγοι δυστυχώς και γνωριζόμεθα. Γνωριζόμεθα δε ου μόνον προσωπικώς, αλλά και βαθύτερον έτι και λεπτομερέστερον, σπανίως αγνοούντες τις έκαστος και πόθεν, τι πράττει, και — το σπουδαιότερον — τι έχει.
Ας παρατηρήση ο αναγνώστης ημών ο περίεργος. Εκεί μεν θα ίδη διακοσιοδράχμου τινος δημοσίου μισθοφόρου την σύζυγον μετακαλούσαν εις εσθήτα μεταξωτήν ολόκληρον του ανδρός της μηνιαίον· εδώ δε της πλυντρίας αυτού την θυγατέρα — εκείνην ακριβώς, ήτις χθες έτι το εσπέρας του έφερεν εντός κανίστρου τα υποκάμισά του, και εις ην εδώρησεν ολίγα κέρματα διά τον κόπον της, μεταμορφωμένην μεν εις περίκοσμον κυρίαν, και φέρουσαν επάνω της τους κόπους εβδομάδων όλων της ταλαίνης μητρός της, ελέγχουσαν όμως συνάμα διά της χροιάς της μορφής της — αν τυχόν δεν είνε και αυτή εορτάσιμος — ότι μακράς ημέρας ενήστευσε χάριν του κυριακού εκείνου περιπάτου. Παρέκει θ' απαντήση μικρόν τινα υπάλληλον εμπορικού γραφείου, αναβοκαταβαίνοντα μόνον εντός αμάξης του Σταδίου και των Πατησίων την λεωφόρον με άνθος εις την κομβιοδόχην και την λαβήν του ραβδίου του εις τα χείλη, οφείλοντα δε, βεβαίως μεν τον κομψόν του επενδύτην εις δυστυχή τινα ράπτην, πιθανώτατα δε και εβδομάδων όλων γεύματα εις ελεήμονα τινα ξενοδόχον. Εις του Φαλήρου την ακτήν και του θεάτρου τα εδώλια θα εύρη συχνότατα ο παρατηρητής ημών πολυπληθείς οικογενείας — πατέρα, μητέρα, θυγατέρας και υιούς, μικρούς και μεγάλους — προσέχοντας εις το άσμα της σκηνής ή τρώγοντας παγωτά, ενώ βεβαίως ανεπαρκώς εγευμάτισαν. Εις του χειμερινού μας τέλος θεάτρου τα θεωρεία θα ίδη ανέτως αναπαυομένας και επιχαρίτως μειδιώσας οικοδεσποίνας, αίτινες κατέλιπον βεβαίως οίκοι σωρείαν παιδίων ατημελήτων και φωνασκούντων, κυλιομένων πιθανώς επί του εδάφους εν μέσω τεμαχίων άρτου και τυρού, υπό την επιτήρησιν ρυπαράς τινάς ανδρίας υπηρέτιδος. Πανταχού δε απλώς ειπείν, πανταχού όπου αν στρέψη το βλέμμα, θα καταπλαγή προς την μεγαλοπρεπώς κεκοσμημένην και επιδεικτιώσαν πτωχείαν, την υπό αυτάρκες μειδίαμα σοβούσαν εν μέσω του πλήθους, την εκ της ελλείψεως του άρτου δαπανώσαν εις το περίσσευμα της εσθήτος, την αφελώς πιστεύουσαν, ότι εκλαμβάνεται αντί πλούτου. Τις όμως εν τη μικρά ημών κοινωνία, απατάται εκ της προς το θεαθήναι παράφρονος δαπάνης; τις ο αγνοών το περιεχόμενον και θαμβούμενος εκ του περιέχοντος; τις ο αφελής εκείνος, όστις παραγνωρίζει το σεσηπός ξύλον υπό τον καλύπτοντα ψευδόχρυσον; Ουδείς βεβαίως, διότι, ως προείπομεν, είμεθα ολίγοι δυστυχώς και γνωριζόμεθα. Διά τούτο δε, όσον και όπως αν ενδυθώσιν, όσον και όπως αν επιδειχθώσι δημοσία, όσον και όπως αν καλύψωσιν αληθή και έντιμον πολλάκις πενίαν υπό πλούτον ψευδή οι νομίζοντες αρκούσαν των πολλών την γνώμην εις ευτυχίαν των ολίγων, ματαία πάντως είνε η προσπάθεια, και ανωφελείς οι αγώνες των· διότι βλέποντες αυτούς μειδιώσι μεν εξ οίκτου οι απαθέστεροι, ερωτώσι δε περιέργως αλλήλους οι νευρικώτεροι: «Πού τα βρίσκει λοιπόν κ' εξοδεύει;» οι δε απερισκεστότεροι και αναφωνούσιν ίσως δυσάρεστόν τι και προπετές επιφώνημα εν μέσω της οδού. Πάντες δε γελώσιν, οι μεν ενδομύχως, οι δε και εκφανώς προς την παράδοξον εκείνην μωρίαν, ήτις αφίνει νήστιν τον ίδιον στόμαχον, ίνα τέρψη τους ξένους οφθαλμούς. Ίσως και διά τους γελώντας γελώσιν οι άλλοι. Ουδέν παράδοξον, διότι ο μύθος της ξένης δοκού, όσον παλαιός και αν ήνε, έχει επίκαιρον πάντοτε και πανταχού την εφαρμογήν. Τούτο όμως αποδεικνύει, ότι οι ανοήτως παρ' ημίν σπαταλώντες είνε πολύ πλείονες των υποτιθεμένων, και ότι η επιδημία είνε πολύ μάλλον διαδεδομένη.
Και ταύτα μεν περί της νόσου και της αιτιολογίας της, ίνα λαλήσωμεν επί το παθολογικώτερον. Τα δε περί της προγνώσεως αυτής και της εκβάσεως, ως λέγουσιν οι ιατροί, είνε βεβαίως πολύ δυσαρεστότερα και απαισιώτερα. Αν η ανόητος πολυτέλεια είνε καθόλου λέπρα και φαγέδαινα των μικρών και ασυμπήκτων έτι κοινωνιών, η των απόρων όμως σπατάλη, η εκ χρεών συνήθως, εκ στερήσεως των αναγκαίων και εξ ασιτίας πολλάκις ή εκ κρυφίων άλλων και δυσομολογήτων ενίοτε μέσων τρεφομένη, είνε νόσημα κοινωνικόν ανίατον, φέρον εις παντελή εκφαύλισιν ηθικήν, εις σήψιν και διάλυσιν την ατυχή εκείνην κοινωνίαν, ης υπονομεύει το σώμα.
Πόθεν — αληθώς — επληρώθη χθες, ή πόθεν θα πληρωθή αύριον ή μεθαύριον, ή την άλλην εβδομάδα το μεταξωτόν εκείνο φόρεμα της συζύγου του διακοσιοδράχμου υπαλλήλου; Σήμερον ίσως εκ της τοκογλυφικής προεξοφλήσεως του μισθού του, αύριον εκ βαρυτόκου συναλλάγματος, μεθαύριον εκ καταχρήσεως, και την άλλην εβδομάδα εξ άλλης αρρήτου πηγής.
Πώς επληρώθη ή θα πληρωθή ο αμαξηλάτης, ο ράπτης, ο ξενοδόχος του μικρού εκείνου υπαλλήλου εμπορικού γραφείου; Διά μικράς τινος σήμερον προκαταβολής, δι' υποσχέσεων και ψεύδους αύριον, διά κρυπτού μεθαύριον, και μετ' ολίγον διά δικαστικού κλητήρος.
Πώς κατορθόνει ο ταλαίπωρος εκείνος οικογενειάρχης να οδηγή τρις και τετράκις της εβδομάδος την οικογένειάν του εις τα θερινά θέατρα, και να παρέχη αυτή απαραιτήτως την διασκέδασιν εκείνην, ης κάλλιστα εστερούντο άλλοτε οι αθηναίοι αστοί, — ότε δεν είχον αι Αθήναι Φάληρον και Απόλλωνα — ήτις όμως κατέστη πλέον αναπόφευκτος εις την υγείαν των; Ουδ' αυτός ακριβώς το γνωρίζει. Γνωρίζει τούτο μόνον· ότι χρειάζεται πάσαν εσπέραν τοιαύτης θεατρικής ψυχαγωγίας δέκα περίπου δραχμάς, ότι δαπανά ούτως έκαστον μήνα υπέρ τας διακοσίας, ότι εσπατάλησε βαθμηδόν μικρόν τι αποταμίευμα, όπερ είχε διαφυλάξει δι' απευκταίαν ενδεχομένην ανάγκην, και ότι . . . . πρό τινων εβδομάδων έχασεν έν τέκνον του, διότι δεν είχε τα μέσα να το νοσηλεύση. Χάριν της υγείας των άλλων, τα φέρει εις το θέατρον του Φαλήρου!
Πόθεν τέλος στολίζεται η δέσποινα εκείνη, και ενοικιάζει πάσαν σχεδόν εσπέραν θεωρείον; Ερωτήσατε τα πολυπληθή της τέκνα, άτινα κατακλίνονται άδειπνα και οιμώζοντα· ερωτήσατε τον σύζυγόν της, όστις αναγκάζεται να επαιτή δεξιά και αριστερά κλειδία θεωρείου, όστις χθες έτι σας εζήτησε δάνειον πεντήκοντα δραχμών, και αύριον θα έχη μόλις να προμηθευθή τα τρόφιμα της ημέρας.