WeRead Powered by ReaderPub
Ανάλεκτα Τόμος Πρώτος / Διηγήματα - Κοινωνικαί εικόνες και μελέται cover

Ανάλεκτα Τόμος Πρώτος / Διηγήματα - Κοινωνικαί εικόνες και μελέται

Chapter 81: ΤΟ ΣΥΜΠΟΣΙΟΝ ΤΩΝ ΣΚΥΛΩΝ (16)
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

Συλλογή πεζογραφημάτων και δοκιμίων που συγκεντρώνει παλαιότερα δημοσιευμένα κείμενα, περιλαμβάνοντας σύντομα διηγήματα, κοινωνικές εικόνες, επιστολικές εντυπώσεις και μια μυθολογική αναδιήγηση. Τα κείμενα παρατηρούν την καθημερινότητα της πόλης και τις κοινωνικές αντιθέσεις, θίγουν θέματα φτώχειας και πλούτου και καταγράφουν ηθικά και πολιτισμικά έθιμα. Ο τόνος μετακινείται μεταξύ νοσταλγικής ανάμνησης και κριτικής παρατήρησης, με έμφαση στην περιγραφή χαρακτήρων, αστικών σκηνών και μικρών συμβάντων που φωτίζουν εποχικές και κοινωνικές ιδιαιτερότητες.

Και περάνας την αποστροφήν του ο φίλος μου, έστη ενώπιόν μου προκλητικός ως ερωτηματικόν σημείον.

 — Δεν τ' αρνούμαι όλ' αυτά, υπέλαβον εγώ δειλώς, πολύ δειλώς, διότι είνε δυστυχώς αλήθεια· αλλά νομίζω ότι το συμπέρασμά σου είνε κάπως υπερβολικόν.

 — Πώς; υπερβολικόν; εφώνησεν εκείνος, και η ράβδος του εδούπησεν επί του πεζοδρομίου.

 — Νομίζω, τοιαύτα δείγματα βαρβαρότητος απαντώνται και εις τους πλέον πολιτισμένους τόπους . . .

 — Μάλιστα, φίλτατε, απαντώνται· αλλ' απαντώνται ως εξαίρεσις, και οσάκις απαντώνται αποδοκιμάζονται υπό της κοινής συνειδήσεως, καταδιώκονται υπό της αρχής, και τιμωρούνται υπό της δικαιοσύνης.

 — Και μήπως εδώ; . . .

 — Διόλου! διέκοψεν ατίθασος ο φίλος μου, πριν ή περάνω την φράσιν μου. Διόλου. Εδώ όχι μόνον οι πολλοί, αλλά και οι ολίγοι, οι κάπως πολιτισμένοι, τ' ακούομεν και αδιαφορούμεν ως επί το πλείστον· η αρχή δεν τα καταδιώκει, και οσάκις τα καταδιώξη θα ήτο καλλίτερον να μη τα κατεδίωκε, διότι η καταδίωξίς της τελειόνει συνήθως εις την συνοπτικήν διαδικασίαν των ραπισμάτων· της δε δικαιοσύνης ποσάκις δεν δεσμεύομεν πάλιν τας χείρας ημείς, οι δήθεν πολιτισμένοι και ισχύοντες, εγώ ο δημοσιογράφος, συ ο βουλευτής . . .

 — Α! όσον δι' αυτό, διαμαρτύρομαι!

 — Αδιάφορον· αν δεν το κάμνεις συ, το κάμνει άλλος συναδελφός σου, και είνε το ίδιον. Μη ζητής λοιπόν παραβολάς και ομοιότητας μεταξύ των εδώ συμβαινόντων και των γινομένων αλλαχού του πολιτισμένου κόσμου. Ημείς εδώ, φίλτατε, είμεθα ακόμη απολίτιστοι, και αν δεν είμεθα βάρβαροι εντελώς, είμεθα ημιβάρβαροι, το οποίον είνε πολύ χειρότερον, διότι απατά.

 — Αλλά τέλος πάντων, ανέκραξα εν απογνώσει, δεν είμεθα όλοι. Είνε και άνθρωποι . . .

 — Αληθώς πολιτισμένοι. Συμφωνότατος. Αλλ' ο πολιτισμός των ανθρώπων αυτών, των πολύ ολίγων — σημείωσε — δεν είνε πολιτισμός εθνικός, δεν είνε γέννημα της πατρίου γης ουδέ προϊόν πατρίου ατμοσφαίρας. Απεκτήθη επί ξένης γης ως επί το πολύ, ή διά ξένης μορφώσεως, και ομοιάζει προς τα φυτά των θερμοκηπίων, τα οποία θάλλουσιν εν μέσω του χειμώνος στεγόμενα υπό των υέλων κατά του βορρά και του ψύχους και θαλπόμενα διά μυστικών θερμαγωγών σωλήνων. Αποτελούσι και αυτά μέρος του κήπου, αλλ' ο κήπος κύκλω είνε κατάξηρος και χέρσος.

 — Ω! δεν είνε πάλιν τόση η διαφορά . . .

 — Αν δεν είνε τόση ακριβώς, είνε σχεδόν τόση. Δι' αυτό γελώ, εγώ τουλάχιστον, όταν ακούω τους πολιτισμένους αυτούς κυρίους να παραπονώνται και ν' αγανακτούν, ότι δεν έχομεν αυτό και ότι στερούμεθα εκείνο, ότι μας λείπει τον χειμώνα γαλλικόν θέατρον ή ότι δεν ευρίσκει τις εις τας Αθήνας τσάι της προκοπής. Υποθέτουν ότι ο πολύς κόσμος αισθάνεται και πρέπει να αισθάνεται τας ιδικάς των ανάγκας, και λησμονούν, ότι αυτοί μεν είνε εμπρός, πολύ εμπρός, οι δε άλλοι οπίσω, διότι αυτοί μεν διήνυσαν την οδόν διά του σιδηροδρόμου, οι δε άλλοι παρέπονται πεζοί.

Ωμίλει έτι ο φίλος μου, ότε εισήλθομεν εις την πόλιν. Ήτο ήδη νυξ· ευάριθμος δε νέων ομάς, αδόντων μεγαλοφώνως, επρόβαλλε την στιγμήν εκείνην εις την λεωφόρον από πλαγίας οδού. Το βήμα των ήτο ασταθές και το άσμα των όμοιον.

 — Ιδού, είπε σταματήσας ο συνοδός μου, έν πρόχειρον δείγμα του πολιτισμού μας. Και όμως οι κύριοι αυτοί είνε του συρμού, διότι και στενάς περισκελίδας φορούν και μυτερά υποδήματα.

Και εχωρίσθημεν.

ΤΟ ΣΥΜΠΟΣΙΟΝ ΤΩΝ ΣΚΥΛΩΝ (16)


Όστις πρωινός εξέρχεται του οίκου του εν Αθήναις έχει πολλάς διασκεδάσεις και τέρψεις ποικίλας, τας οποίας στερούνται συνήθως οι μεσημβρίζοντες οκνηροί. Αλλ' υπέρ πάσας όμως τας άλλας, υπέρ την ορθρίζουσαν μουσικήν των ερρίνων κραυγών των σαλεπτζήδων και τας οξείας φωνασκίας των εφημεριδοπωλών, όπερ το εύχαρι και πλήρες ζωής θέαμα των εις τα σχολεία ταχυβατούντων παιδίων και κορασίων, και των από της αγοράς ερχομένων οψοκόμων, έν ιδίως ανεκλάλητον και απερίγραπτον, αλλά τακτικώς όμως καθ' ημέραν επαναλαμβανόμενον θέαμα ελκύει το βλέμμα του διαβάτου και ανακόπτει πολλάκις το βήμα του. Το θέαμα δε τούτο το εξόχως διασκεδαστικόν, εν όλη αυτού τη κακόσμω πολλάκις ρυπαρία, είνε το κατά πάσαν πρωίαν προ πάσης σχεδόν εξωθύρας των οικιών τελούμενον πανηγυρικόν συμπόσιον των αστέγων και φερεοίκων σκύλων των Αθηνών. Της κυνικής δε ταύτης πανδαισίας χορηγός μεν είνε πανταχού ρυπαρά τις και λιπαρόχειρ μαγείρισσα, ευμενείς δε και ανεκτικοί προστάται και οιονεί τραπεζοκόμοι η αστυνομία της πρωτευούσης και η δημοτική αρχή Αθηναίων.

Πρωί, λίαν πρωί, μόλις χαράξη και ανοίξη η εξώθυρα του οίκου, θα ιδήτε, αν έχετε διάθεσιν και είσθε πρωινός, προβάλλουσαν της θύρας νυσταλέαν τινά και άνιπτον ανδρίαν ή ναξίαν μέγαιραν, κρατούσαν εις την ευτραφή και σπαργώσαν αυτής αγκάλην ευμέγεθες εκ λευκοσιδήρου δοχείον. Το οκτάγωνον αυτό κιβώτιον περιείχεν άλλοτε πετρέλαιον. Εταξείδευσε μακρόθεν, εξ Αμερικής, καθ' υψηλήν κυβερνητικήν παραγγελίαν, εν πομπή και παρατάξει, σεσημασμένον με βασιλικάς σφραγίδας, συνοδευόμενον κατά την πορείαν αυτού διά δηλωτικών και πιστοποιήσεων απειραρίθμων, και εταμιεύθη εις αποθήκας δημοσίας, όθεν εξήλθεν υπερήφανον επί τη πενταπλασία υπερτιμήσει της αξίας του περιεχομένου του. Αλλά το πολύτιμον αυτού αίμα εξέρρευσε βαθμηδόν, φωτίσαν τις οίδε πόσας αγρυπνίας και πόσην εργασίαν, πόσας χαράς ή αγωνίας και πόσα όργια ή πένθη, το δε πρόστυχον αυτό κέλυφος, κενόν και περιφρονηθέν, αφού ερρίφθη από γωνίας εις γωνίαν του μαγειρείου και εδέχθη εις τους κόλπους αυτού παν κάθαρμα και πάντα φορυτόν, κατήντησεν επί τέλους το τακτικόν δοχείον των σαριδίων του μαγειρείου και των αποτραπεζίων αυτού λειψάνων.

Εκεί ταμιεύεται πλέον παν οστούν γυμνωθέν υπό τους οδόντας της οικοσίτου γαλής, και παν άρτου κατάρρυπον θρύμμα, σαρωθέν από πάσης γωνίας του οίκου. Εκεί παν λαχάνου εξώφυλλον και πάσα δαυκίου ουρά. Εκεί των κενών ωών τα κελύφη και τα σπογγίσαντα το τηγάνιον τεμάχια χαρτιού. Εκεί τέλος παν απόβλημα της τραπέζης και όλα των ερμαρίων τα περιττώματα. Και το πολύτιμον αυτό ταμίευμα φυλάσσεται εις την γωνίαν εκεί, μέχρις ου σημάνη εκ της οδού ο κώδων της δευτέρας αυτού παρουσίας εν τω κάρρω της αστυνομίας.

Αλλ' ο καρραγωγεύς της καθαριότητος δεν είνε δυστυχώς πάντοτε και πανταχού πρωινός. Τις οίδεν εις ποίον πρωινώτερον αυτού οινοπωλείον καταγίνεται να στομώση τον στόμαχόν του προς τας μελλούσας αναθυμιάσεις του κάρρου του. Άλλως δε και προς τι να σπεύση; Μήπως θα τιμωρηθή αν βραδύνη, ή μήπως κινδυνεύει να επανέλθη κενός; Το φορτίον του είνε πάντοτε έτοιμον και τον περιμένει. Ας περιμείνη λοιπόν. Το φορτίον όμως δεν τον περιμένει εις την γωνίαν του, αλλ' εξέρχεται εις την οδόν.

Η μαγείρισσα επρόβαλεν εις την θύραν, κατεσκόπησε δεξιά και αριστερά την οδόν, ουχί μήπως ανακαλύψη ερχόμενον το αμάξιον της καθαριότητος, αλλά μήπως ίδη που κοκκινίζοντα πρωινόν τινα κλητήρα, και αφού επείσθη, ότι πάντα ηρεμούσιν, ότι ουδέν εχθρικόν βλέμμα την κατοπτεύει, ανέτρεψε διά μιας τον τενεκέν της — όχι προ της εξωθύρας του οίκου εν ώ υπηρετεί, αλλά προ της γειτονικής συνήθως, ίνα σώση οπωςδήποτε την φιλοτιμίαν των κυρίων της — και εξηφανίσθη ταχεία εις τα βάθη της οικίας.

Δεν επρόφθασε να στρωθή η ύπαιθρος τράπεζα, κ' επέδραμον ήδη οι συνδαιτυμόνες, ως εξ αοράτου τινος αλλ' ουχί και αόσμου συνθήματος συνεννοηθέντες. Οι πλείστοι εξ αυτών είνε τακτικοί πελάται του πρωινού αυτού συσσιτίου, Stammgåste, ως λέγουσιν οι γερμανοί, της πενιχράς εκείνης ευωχίας, δι' ης κατορθούσιν οι ταλαίπωροι να συγκρατώσι την λιπότριχα αυτών επιδερμίδα επί των ατροφικών των οστών. Αλλ' είνε όμως πού και πού μεταξύ αυτών και έκτακτοι ξένοι, διαβάται τυχηροί, ων είλκυσε τον βουλιμιώντα στόμαχον η οσμή, ή παρέτρεψε το πλανητικόν βήμα η όψις του απροσδοκήτου θηράματος. Όρμησαν όλοι διά μιας συνωθούμενοι και γρύζοντες επί τον σωρόν, και ο σωρός διεσκορπίσθη αμέσως εις σκύβαλα και εκάλυψε την οδόν, υπό τον τριγμόν των σιαγόνων και τον βρυγμόν των οδόντων του πειναλέου εκείνου σκυλολογίου. Ουδείς εξ αυτών εστρώθη κατά γης, διότι πού να ευρεθή εκεί τεμάχιον άξιον χρονιωτέρας ασχολίας και καθιστικής καταναλώσεως!

Καταβροχθίζουσιν όλοι όρθιοι και βιαστικοί, σπεύδοντες να τελειώσωσι, πριν ή — ως συμβαίνει δυστυχώς ενίοτε — αιφνίδιον λάκτισμα διακόψη την πανδαισίαν αυτών ή ράβδου επιφοίτησις ταράξη την χώνευσίν των. Σκαλίζουσιν ανυπόμονοι τον φορυτόν διά των ονύχων των, εκλέγουσι τούτο, περιφρόνούσιν εκείνο, — διότι είχεν η μαγείρισσα την κακοήθειαν να ταμιεύση εντός του τενεκέ και πράγματα άξια της περιφρονήσεώς των — αναπνέουσι μόνον και πνευστιώσι θορυβωδώς, αλλ' ουδεμία διακόπτει υλακή την φοβεράν των σιαγόνων των λειτουργίαν.

Εκτός μόνον αν συμπέσωσι δύο ή και τρεις πολλάκις επί το αυτό οστούν. Τότε . . . . χαίρε πλέον συμπόσιον και χαίρε ευωχία! Την ειρήνην διεδέχθη ο πόλεμος, το ανενόχλητον κοκκάλισμα ρήξις αιματηρά, την κατανυκτικήν σιγήν υλακαί οργής και απειλών, και οι οδόντες καρφόνονται εις των εχθρών τας ράχεις, όσοι φρονιμώτεροι δεν ετράπησαν εις φυγήν, εκ του φόβου μεγαλειτέρων συμφορών.

Τι απομένει εις την οδόν, ευκόλως το φαντάζεταί τις, αν δεν το είδε.

Το κάρρον της καθαριότητος παρέρχεται μετ' ολίγας ώρας — ενίοτε και μετ' ολίγας ημέρας — και αναλαμβάνει τα σαπρά λείψανα του συμποσίου των σκύλων, αφού έμειναν εκεί τόσον χρόνον, όσος ακριβώς εχρειάζετο διά να αρωματίσωσι την οδόν.

Και του συμποσίου τούτου, ως ελέγομεν εν αρχή, επίσημοι τραπεζοκόμοι είνε αφ' ενός μεν ο δήμος Αθηναίων, όστις πληρόνει μόνον τα αμάξια της καθαριότητος, αλλά δεν έχει, φαίνεται, και το δικαίωμα να τα εξελέγχη, και η αστυνομία των Αθηνών, ήτις τα επιτηρεί μεν και τα εξελέγχει, αλλά δεν έχει και το δικαίωμα να τα πληρόνη μεν, όταν καθαρίζωσι την πόλιν, να μη τα πληρόνη δε, όταν αφίνωσι τα καθάρματα της πόλεως εις ύπαιθρον συμπόσιον των σκύλων της.

ΤΑ ΕΜΠΟΡΙΚΑ ΚΑΙ ΑΙ ΚΥΡΙΑΙ (17)


Τίποτε δεν τας πτοεί, ούτε τας αναχαιτίζει.

Ούτε το δριμύ ψύχος των ημερών αυτών, το μεταβάλλον εις άμορφα κουβάρια τους διαβάτας, ούτε η ακατάσχετος μανία του βορρά, η απειλούσα κατά παν αυτών βήμα να ανατρέψη τα ελαφρά των και ευλύγιστα σώματα.

Αν εξέρχεσθε πρωί εις τας οδούς, θα τας απαντήσητε, και το βράδυ, αργά, όταν επιστρέφετε εις τας οικίας σας, τας επαναβλέπετε πάλιν.

Διατρέχουσι συνήθως έν μέγα τρίγωνον, αρχόμενον από της πλατείας της Ομονοίας, αναβαίνον διά της οδού Σταδίου προς την πλατείαν του Συντάγματος, καταβαίνον διά της οδού Ερμού προς την αοίδιμον Ωραίαν Ελλάδα, και καταλήγον πάλιν προς την πλατείαν της Ομονοίας διά της οδού Αιόλου.

Ομοιάζουσι πολλάκις — τόσον παρακολουθούσι πυκναί η μία την άλλην, μόναι, ή ανά δύο, ή κατά συστάδας — τους εις θήραν τροφής εκστρατεύοντας μύρμηκας· μόνον ότι δεν τρίβουσιν, ως εκείνοι, προς αλλήλας τας πορφυράς εκ του βορρά ρίνας των. Σταματώσιν όμως, οσάκις συναντήσωσιν ομοφύλους και γνωρίμους, αδιαφορούσαι προς την κρυεράν αναπνοήν της Πάρνηθος, ήτις κυματίζει τας εσθήτας των, και προδίδει τους μικρούς καμπύλους των πόδας, και βάπτει ιανθίνους τας δροσεράς των παρειάς. Ανταλλάσσουσιν έν μειδίαμα και μίαν χειραψίαν, ερωτώσιν η μία την άλλην πόθεν έρχεται και πού υπάγει, και αποχωρίζονται φαιδραί και σπεύδουσαι εις εκπλήρωσιν της υψηλής αυτών αποστολής.

* *
*

Πόθεν έρχονται και πού υπάγουσιν;

Ως να μη το εγνώριζον!

Έρχονται από τας οικίας των, όπου αφήκαν πρωί πρωί το θάλπος και τα κλειστά παράθυρα, την ανημμένην εστίαν και τον διαρραφή των κοιτωνίτην, και εξήλθον εις τους παγερούς δρόμους και τας αναπεπταμένας πλατείας, άλλαι με τας σισύρας και τα βαρέα των περιώμια και τους πτιλωτούς των βόας, και άλλαι, ευσταλέστεραι εξ ανάγκης ή φιλαρεσκείας, επιδεικνύουσαι ασκεπή την γλαφυράν των οσφύν και αψηφώσαι το δριμύ πνεύμα του ανέμου, εν πλήρει πεποιθήσει εις την αντοχήν των τοσάκις αγωνισθέντων ώμων των.

Πηγαίνουσι δε όλαι, ή σχεδόν όλαι, εις . . τα εμπορικά! Εις του Βουγά και του Χουτοπούλου, εις του Κατελούζου και του Πατσιφά, και εις όλων των άλλων φιλομειδών και επιχαρίτων βαλαντιοσκόπων τας ελκυστικάς και πολυωνύμους παγίδας, όσας έχει στήσει ο συρμός εκατέρωθεν των μεγάλων εμπορικών αρτηριών της πρωτευούσης.

Πηγαίνουσιν ίσως — θα υποθέσετε όσοι τας βλέπετε μεν αλλά δεν τας γνωρίζετε — διά να αγοράσωσιν;

Ενίοτε ναι, αλλ' ως επί το πλείστον όχι, — ευτυχώς!

Αλλοίμονον, εις τους αθηναίους, αν όλαι αυταί αι αθηναίαι μετέβαινον εις τα εμπορικά, ίνα κενώσωσι τα βαλάντιά των! Τα δυστυχή αυτά, τα ρικνά και χρόνιον ατροφίαν πάσχοντα βαλάντια προ καιρού ήδη πολλού θα είχον εντελώς κενωθή, πολύ έτι πριν επιτείλη το σύστημα των οικονομικών συνδυασμών εις τον ελληνικόν ορίζοντα, πολύ πριν ή ανακηρυχθώσι χωρίς ποτέ να βασιλεύσωσι τα περιλάλητα ισοζύγια, πολύ πριν ή σημάνη η πρώτη Δεκεμβρίου 1893 το Δι' ευχών των αγίων εις τας ελληνικάς περιουσίας.

* *
*

Όχι, ευτυχώς!

Δεν πηγαίνουσιν αι αθηναίαι εις τα εμπορικά διά να αγοράσωσιν.

Αγοράζουσιν ενίοτε, αλλ' εν παρέργω ή εν εσχάτη ανάγκη· ένα πήχυν ίσως ταινίας οιασδήποτε ή ημίσειαν δωδεκάδα κομβίων, αν μετά δίωρον βάσανον του δυστυχούς εμπόρου και ατελείωτον λογοκοπίαν αισθανθώσι το ερύθημα της εντροπής· ή ακριβώς μεν εκείνο, διό εξεκίνησαν πρωί από της οικίας των, αλλά μετά πεντάωρον ριζικήν ανασκάλευσιν όλων των εμπορικών καταστημάτων από του πρώτου μέχρι του τελευταίου.

Αι κυρίαι των Αθηνών μεταβαίνουσι κυρίως εις τα εμπορικά διά να διασκεδάσωσιν. Η εκδρομή των είνε είδος τι περιπάτου, είδος τι αλεπούς, της οποίας η σύλληψις γίνεται πολλάκις παραδόξως εις το ζαχαροπλαστείον του Γιαννάκη, είδος τι προσκυνήματος εις τας προθήκας των εμπορικών, ων η εξωτερική λατρεία, ελκύει μεν ως επί το πολύ τας ευλαβεστέρας και εις τα ενδότερα του τεμένους, αλλ' όχι πάντοτε και εις απόθεσιν του οβολού των εις τον κορβανάν των ιερέων του Ερμού.

* *
*

Τι να κάμωσι το πρωί εις την οικίαν των; Τα παιδία των, αν έχουν, επήγαν ήδη εις το σχολείον· η μαγείρισσα επέστρεψεν από την αγοράν· το μυθιστόρημά των θα το αναγνώσωσι το εσπέρας· η υπηρέτρια ήνοιξε τα παράθυρα της οικίας και ξεσκονίζει.

Ο οίκος των είνε αυτόχρημα ακατοίκητος.

Έπειτα, τι απίθανον να έφερε διά του τελευταίου ατμοπλοίου κανέν νέον ύφασμα ο Πατσιφάς ή κανέν νέον κόσμημα της αιθούσης ο Χουτόπουλος; Είνε δίκαιον να μη το ίδωσι, και το βράδυ, όταν συναντηθώσι που περί το μικρόν τραπέζιον του τεΐου ή την μεγαλειτέραν τράπεζαν του Μάους, να φανώσιν αυταί διδασκόμεναι παρ' άλλων τα νέα;

* *
*

Τας γνωρίζουσιν όλας οι δυστυχείς έμποροι, τας γνωρίζουσιν εκ μακράς, ορθίας και κοπιώδους πείρας.

Δι' αυτό εκφράζει ανεκλάλητον χριστιανικήν εγκαρτέρησιν το οξύμωρον εκείνο μειδίαμα, το οποίον διαστέλλει τα προσηνή των χείλη, οσάκις νέα προσκυνήτρια προσέλθη, αυξάνουσα το άλλο πλήθος των συνηγμένων ήδη εντός του τεμένους εκείνου του συρμού.

Τας γνωρίζουσι· και εν τούτοις τας υποδέχονται προσκλίνοντες την σπονδυλικήν αυτών στήλην, προσφέροντες εις αυτάς κάθισμα, και ερωτώντες γλυκερώτατα·

 — Τι προστάζετε;

Αλλ' εις την ερώτησιν αυτήν σπανίως δίδεται απάντησις. Η νέηλυς κάθηται εν πρώτοις, εξάγει κατόπιν το ρινόμακτρόν της και σπογγίζει την ρίνα της — ήτις, όσον γυναικεία και αν ήνε, είνε όμως ρις ανθρωπίνη — και αρχίζει έπειτα ατελείωτον διάλογον προς τας παρακαθημένας της·

 — Τι κάμνετε;

 — Πώς είσθε;

 — Πόσον καιρόν έχω να σας ιδώ!

 — Πώς είνε τα παιδιά;

 — Το μικρό ήτον ολίγον κρυωμένο. Τώρα είνε καλλίτερα. . . . Ευχαριστώ. Και ο κύριος αδελφός σας;

 — Και η νύμφη σας;

 — Καλέ θα φύγετε, έμαθα! μ' αυτόν τον καιρόν;

 — Δεν απεφασίσαμεν ακόμη τίποτε. Ίσως μετά τας εορτάς, . . Και σιγώτερα, εις το ους·

 — Καλέ, πώς σας εφάνη; η κυρία Κ . . . ν' αφήση τον άνδρα της! . . .

 — Η κυρία Α . . . θέλετε να ειπήτε.

 — Μπα! και η κυρία Α . . . ; περίεργον. Και πώς αυτό;

 — Πολλά λέγονται . . . . .

Και λέγονται αληθώς πολλά, αναρίθμητα, ατελείωτα.

Έχουσι, βλέπετε, και αι κυρίαι τα καφενεία των, ως οι άνδρες.

Τα δε ταλαίπωρα γαρσόνια ίστανται εκεί όρθια προ των καταφόρτων τραπεζών, όπου υπό τους δυσκόλους δακτύλους των ανορέκτων πελατίδων ανεπτύχθησαν ήδη μεταξωτά και μάλλινα, επίκροκα και ταινίαι, στηθόδεσμοι και περιτραχήλια, εις μάτην προσμένοντα την εκλογήν των.

Ανοίγει τέλος το στόμα της η νέηλυς, αφού είπεν όσα είχε και ήκουσεν όσα ήθελε, και ζητεί κάτι, αλλ' εική, ασκόπως, ως θα εζήτει ο,τιδήποτε άλλο. Αι χάρτιναι θήκαι καταβαίνουσι ταχείαι από των θέσεών των, οι υπάλληλοι αρχίζουσι τον πανηγυρισμόν του περιεχομένου των, και αι μικραί της κυρίας χείρες αναδιφώσι, παραμερίζουσι, σκαλεύουσι, πασπατεύουσι, και καθ' ην στιγμήν εφάνη σαν τέλος ότι κάτι εξέλεξαν, και ηκτινοβόλησε του υπαλλήλου ο οφθαλμός, και προσέκλινεν ο καταστηματάρχης επιδοκιμάζων την καλαισθησίαν της εκλογής, αι μικραί χείρες αποσύρονται αδρανείς, η κυρία εγείρεται, — αφού εξεκουράσθη ήδη εντελώς — και λέγει χαριέστατα μειδιώσα·

 — Ευχαριστώ . . . . θα ξαναπεράσω!

* *
*

Και ξαναπερνά δυστυχώς, ως τοσάκις ήδη εξαναπέρασε.

Και το προσκύνημα αυτό το ατελείωτον επαναλαμβάνεται καθ' εκάστην· αρχίζει την πρωίαν και λήγει την μεσημβρίαν ή και την εσπέραν πολλάκις, χωρίς ποτέ να κουρασθώσιν αι προσκυνήτριαι, χωρίς να βαρυνθώσι, χωρίς να πεινάσωσιν, όταν σημαίνη μεσημβρία, χωρίς να πτοηθώσι το σκότος, όταν ανάπτωνται πλέον οι σπάνιοι φανοί των οδών.

Και επιστρέφουσιν εις τας οικίας των, κατευχαριστημέναι ότι καταδιεσκέδασαν, ενώ οι ταλαίπωροι σύζυγοι, οι αδελφοί ή οι πατέρες των αναμένουσι πεινώντες την επιστροφήν των, ίνα καθίσωσιν εις την τράπεζαν.

ΑΝΑ ΤΑΣ ΟΔΟΥΣ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ (18)


Ας μην ανησυχήση ο κύριος Δήμαρχος Αθηναίων.

Δεν έχομεν σκοπόν να επιθεωρήσωμεν τας οδούς της πόλεως.

Την επιθεώρησιν αυτών θα επιχειρήσωμεν ίσως άλλην τινά ημέραν, όταν παρέλθη ο καιρός των βροχών και του βορβόρου, και καταστή ούτως ακίνδυνος οπωσδήποτε η ευσυνείδητος του έργου ημών εκπλήρωσις. Δεν θα αναμείνωμεν, εννοείται, τον κονιορτόν του θέρους, διότι θα έχωμεν ανάγκην κάτι να ίδωμεν χωρίς να τυφλωθώμεν. Θα εκλέξωμεν μίαν των σπανίων ημερών, καθ' ην να μη υπάρχη κονιορτός μήτε βόρβορος. Επειδή δε αι ημέραι αύται είνε σπάνιαι, σπανιώταται εν Αθήναις, διότι και όταν ήνε κονιορτός, ηξεύρουσι την τέχνην οι καταβρέκται του Δήμου να μεταβάλλωσιν αυτόν εις βόρβορον, μειδιά ήδη βεβαίως εν μακαριότητι ο κύριος Δήμαρχος, συλλογιζόμενος ότι μακρόν καιρόν θα αναμείνωμεν την ανατολήν της εξαιρετικής εκείνης ημέρας,

Αι! τις οίδεν; Ο μέγας της Ελλάδος θεός, ο θεός ο δωρήσας εις τους Έλληνας το κοινοβουλευτικόν πολίτευμα και το γαλλικόν θέατρον, ο εισαγαγών παρ' ημίν το θείον δώρον του χρηματιστηρίου και πολιτίσας ημάς μέχρι του Κυνηγίου της Αλώπεκος και των bals calicot, θα ευδοκήση να χαρίση και εις τας Αθήνας μίαν ημέραν άνευ βορβόρου και άνευ κονιορτού.

Δεν την περιμένομεν, βλέπετε, από τους ανθρώπους, αλλά την περιμένομεν από τον θεόν, όστις σήμερον τουλάχιστον, εκεί όπου κατηντήσαμεν, αφού δεν ευδοκεί να μας βρέξη ολίγον χρυσόν διά τα τοκομερίδια, ημπορεί επί τέλους και να παύση βρέχων νερόν δι' ολίγας ημέρας.

Μίαν από τας ημέρας αυτάς θα επιθεωρήσωμεν και ημείς τας οδούς της πρωτευούσης και την κατάστασιν αυτών.

* *
*

Σήμερον σκοπόν μόνον έχομεν να μεταδώσωμεν εις τους αναγνώστας ημών ολίγας εκ των προχείρων διασκεδάσεων και τέρψεων, τας οποίας παρέχουσι δωρεάν αι οδοί των Αθηνών εις πάντα κάτοικον ή διαβάτην, αστόν ή ξένον, επαρχιώτην ή αλλοδαπόν.

Διά να τας απολαύση τις όλας, δεν είνε πάντοτε ανάγκη να εξέλθη εις την οδόν. Ενσκήπτουσιν αύται από της οδού κατά του μόλις εξυπνήσαντος ή και κοιμωμένου έτι ακάκου θνητού, απαράλλακτα όπως κατά την οθωμανικήν παροιμίαν μεταβαίνει το βουνόν προς τον Μωάμεθ, οσάκις αυτός δεν ευκαιρεί να μεταβή προς εκείνο.

Ας παρέλθωμεν τους δυστυχείς σαλεποπώλας, οίτινες, αν δεν ανήκουσιν ήδη εις το παρελθόν, είνε όμως αναντιρρήτως εκπεσούσα πλέον μεγαλειότης. Ηνάγκασε και αυτούς ο προβαίνων ολονέν πολιτισμός των Αθηναίων να γείνωσι πολύχειρες και πολυτεχνίται, να προσθέσωσιν εις το αρχικόν και πατριαρχικόν των επιτήδευμα πολλά άλλα, να μεταβληθώσιν από πλανοδίων πωλητών εις καθιστικούς εμπόρους, να γείνωσι χαλβαδοπώλαι και βουτυροπώλαι, να ανοίξωσι τέλος εμπορικά καταστήματα και να γείνωσιν επιτηδευματίαι φορολογούμενοι, προς αγαλλίασιν του οικονομικού εφόρου, αφού δεν ηδύναντο άλλως να κερδήσωσι τον ολιγαρκή και πενιχρόν αυτών βίον. Διότι . . . . τις πίνει πλέον σαλέπι εν Αθήναις, όπου και αυτός ο καφές κινδυνεύει να εκθρονισθή υπό του τεΐου; Μόλις που βρογχοπαθής τις γραία, ή μαθητής επαρχιώτης προσκείμενος εις τα παλαιά, ουδ' αποτριβείς έτι την μικροπολιτικήν σκωρίαν υπό του θεάτρου των Ποικιλιών.

Δι' αυτό και σπανία, βραχνή, δειλή και εξησθενημένη ακούεται από της οδού η φωνή του εωθινού σαλεποπώλου.

* *
*

Αλλ' αντ' αυτής όμως ποία — Θεέ και Κύριε! — είνε η φοβερά εκείνη κραυγή, η σχίζουσα τα ώτα ως μελωδικόν κορύφωμα νεοβαγνερικής μουσικής, και καλύπτουσα τον κυλιόμενον πάταγον των τροχών παρελαύνοντος αμαξίου; Είνε σάλπισμα δαίμονος κρυολογημένου, ή απαίσιος ήχος σχιζομένου πανίου; είνε ροκάνας υπερμεγέθους κρωγμός ή υλακή θηρίου τινός της Αποκαλύψεως; Είνε ζώου μυκηθμός ή παράφρονος άναρθρος κραυγή;

Τίποτε απ' όλ' αυτά.

Είνε απλούστατα η μουσική πρόσκλησις του αρτοπώλου της οικίας.

Ο οιονεί από θριαμβικού δίφρου και δίκην γηίνου τοποτηρητού της θείας προνοίας περιφέρων εις των πελατών του τους οίκους τον επιούσιον αυτών άρτον εσταμάτησε προ της θύρας σας τον ταχύν τριποδισμόν του ασθματικού του ιππαρίου, και φυσά φυσίγναθος την ορειχαλκίνην του βυκάνην. Δεν ομοιάζει αυτός τον ράθυμον καραγωγέα της καθαριότητος, όστις αδιαφορεί εντελώς αν ακουσθή· θέλει τουναντίον να τον ακούσωσιν όλοι, και ο οξύς του φοβερού του σαλπίσματος ήχος, κλονίζων τας υέλους των παραθύρων, σχίζων τα ώτα των ενοίκων, παροξύνων εις σπαρακτικάς ωρυγάς τον σκύλον της οικίας και εις αγωνίας κακαρίσματα τας όρνιθας της αυλής, φθάνει τέλος διάτορος εις το μαγειρείον,

Εσώθημεν! Η μαγείρισσα εξήλθεν εις την οδόν και παρέλαβε το σιτηρέσιον της οικίας.

Ο σαλπιστής παρήλθε, και η παράφωνος ηχώ της σάλπιγγός του ακούεται περαιτέρω αναστατούσα την γειτονίαν.

Και όμως υπάρχει που άρθρον του ποινικού Νόμου, τιμωρούν την διατάραξιν της οικιακής ειρήνης των πολιτών.

* *
*

Να μείνωμεν ακόμη εντός του οίκου, διά να ακούσωμεν αλληλοδιαδόχως τας ποικίλας κραυγάς του αγοράζοντος μποτί...λιαις, του ζητούντος χαλκώματα να γανώση και του ισχνού γυρολόγου, του πανηγυρίζοντος δι' ερρίνου ψαλμωδίας το περιεχόμενον του ονοφορήτου εμπορικού του καταστήματος;

Ας μας λείψη.

Αρκετά ήδη μας εξεκώφανεν ο αρτοφόρος. Ας εξέλθωμεν εις τας οδούς, όπου άλλαι και πολλαί μας περιμένουσι ψυχαγωγίαι.

Εν πρώτοις αδύνατον είνε να μη απαντήσωμεν κάπου νωπήν τινα τάφρον ανορυσσομένην προ των ποδών μας.

Οι αθηναίοι εσυνείθισαν εκ μακράς ανοχής των αρχών να θεωρώσι τους δρόμους της πόλεως των ως ιδιόκτητον αγρόν, τον οποίον αροτριώσι και άνασκάπτουσι και διβολίζουσιν, ως αν επρόκειτο να τον φυτεύσωσιν όλον σπαράγγια. Ο είς εδώ ανοίγει χάνδακα, διά να φέρη εις την οικίαν του το ύδωρ ή το φωταέριον, ο άλλος παρέκει ανοίγει μεγαλείτερον διά να μεταγγίση εις τας γηραιάς και απωστεωμένας πλέον αρτηρίας των υπονόμων της πόλεως τας περιττάς ευωδίας του μαγειρείου και . . . . άλλων μερών του οίκου του.

Και όλα αυτά γίνονται ελευθέρως, ακωλύτως, όπως θέλει και κρίνει πρόσφορον έκαστος συνταγματικός πολίτης των Αθηνών, δικαίαν αξίωσιν έχων, ως τακτικώς ψηφοφορών και ατάκτως πληρόνων τους φόρους του, να ασκή ανεξελέγκτως όσα νομίζει ελευθέρου πολίτου δικαιώματα.

Αν μετά τινας ημέρας παρέλθετε πάλιν εκεί προ της τάφρου, θα ίδετε αντ' αυτής ένα λόφον βορβόρου, και μετά τινας άλλας ημέρας, ότε τον βόρβορον απεκόμισαν ήδη των διαβατών οι πόδες ή απέπλυνεν η βροχή, ευρύ ρυπαρόν αυλάκιον.

* *
*

Ας προχωρήσωμεν.

Θέλετε το πεζοδρόμιον ή την οδόν;

Αλλ' εκείνο είνε δυστυχώς ονόματι μόνον πεζοδρόμιον, πράγματι δε ό,τι άλλο θέλετε.

Εκεί έχει σωρεύσει προ της θύρας του όλας αυτού τας κοφίνους ο οπωροπώλης, και ο παντοπώλης όλα του τα σαρδελλοβάρελα. Εκεί έχει παρατάξει ο καφεπώλης τα σιδηρά του τραπεζάκια και τας χωλάς του καθέδρας. Εκεί πολλάκις το θέρος αναπτύσσονται εν υπαίθρω ολόκληρα εστιατόρια. Εκεί θα προσκρούσετε ίσως προς το κομψόν χειραμάξιον, εφ' ου η τροφός διακεκριμένου οίκου εξάγει εις περίπατον το μαμμόθρεπτον νήπιον. Εκεί θ' ανακόψη παν βήμα σας όμιλος αργών διερωτούντων αλλήλους τα νέα της ημέρας. Εκεί κινδυνεύετε να κρημνισθήτε πολλαχού εις τα ταρτάρεια βάθη των υπογείων αποθηκών των εμπορικών καταστημάτων, ων την χαίνουσαν καταπακτήν ελησμόνησε να κλείση ο υπηρέτης, ή να ανατραπήτε υπό γιγαντιαίας κενής κιβωτού, όθεν προ μικρού εξήχθησαν οι τελευταίοι νεωτερισμοί των Παρισίων. Τα πεζοδρόμια χρησιμεύουσιν εν Αθήναις εις πάντα και πάντας· μόνον εις τους πεζούς διαβάτας δεν χρησιμεύουσιν. Άπορον δε είνε αληθώς, πώς εξέφυγον μέχρι τούδε την προσοχήν των ποδηλατών. Δεν εννοώ τι θα τους εμπόδιζε να εισβάλωσι και εις αυτά. Ίσως τους αποθαρρύνει κάπως η ιδέα, ότι καλλίτερον είνε να πέφτη κανείς εις τα μαλακά.

* *
*

Δόξα τω Θεώ!

Ιδού τέλος και έν πεζοδρόμιον κενόν.

Παρέρχεσθε αργά, βραδυπατών, ελευθέρως αναπνέων. Είσθε αμέριμνος, συλλογίζεσθε τις οίδε τι ωραία πράγματα, αναπάλλετε ησύχως το ραβδίον σας, και ροφάτε ηδονικώς τον καπνόν του σιγάρου σας, ότε αίφνης . . . Πραφ! διά μιας αφ' υψηλού, τρία βήματα εμπρός σας — αν είσθε τυχηρός — ή επί της κεφαλής σας αυτής αν είσθε ατυχής, χύνεται βαρύς και ρυπαρός Νιαγάρας. Κατάπληκτος, διάβροχος και βλασφημών υψούτε το βλέμμα, και βλέπετε υψηλά εκεί φαιδράν και γυμνόποδα υπηρέτριαν, σφογγαρίζουσαν τον εξώστην της οικίας και βρέχουσαν αμερίμνως επί της κεφαλής σας τον υγρόν αυτής βόρβορον. Φωνάζετε, αν είσθε τολμηρός, και ακούετε εις απάντησιν τους γέλωτάς της, συνοδευόμενους πολλάκις εν χορώ υπό των παρερχομένων διαβατών. Σιωπάτε, αν είσθε δειλός, και παρέρχεσθε, μακαρίζοντες την πρωτεύουσαν και τας αρχάς της. Δεν είσθε ο πρώτος, ούτε θα ήσθε ο τελευταίος.

* *
*

Δεν ειξεύρω, τι θα κάμη από πρώτης Ιανουαρίου η στρατιωτική αστυνομία. Αλλ' ό,τι έκαμε μέχρι τούδε η διοικητική, διά να καταστήση τας οδούς της πρωτευούσης εν ασφαλεία προσιτάς εις τους κατοίκους αυτής, δεν παρέχει βεβαίως ύλην εις επικόν ποίημα ή εις λόγον πανηγυρικόν. Ίσως τις των νεωτέρων συμβολιστών αντλήση εξ αυτών το θέμα βαθείας τινός αλληγορίας. Το βέβαιον όμως είνε, ότι η παροιμιακή δόξα της ελευθέρας Κερκύρας ωχρίασεν από πολλού προ της αίγλης των Αθηνών.

ΟΙ ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΑΙ ΤΟΝ ΟΔΩΝ (19)


Δεν ειξεύρω πότε ανεκάλυψε και πώς δικαιολογεί η νεωτέρα ψυχολογία την ανακάλυψιν, ότι το άσμα είνε ενδόμυχος ανάγκη και αυτόματος ούτως ειπείν έκχυσις τοιαύτης τινός ή τοιαύτης ψυχικής καταστάσεως, ιδίως δε των δύο άκρως αντιθέτων, της φαιδρότητος και της μελαγχολίας. Το βέβαιον όμως είνε, ότι τον μελαγχολώντα Έλληνα — δεν εννοώ τον περισσότερον ή ολιγώτερον εξευρωπαϊσμένον, τον ερρύθμως στενάζοντα προς την σελήνην και υποκώφως διακιθαρίζοντα την ψυχικήν αυτού βαρυθυμίαν, αλλά τον γνήσιον και ανεπίπλαστον και ημιβάρβαρον μεν αλλ' ελληνίστατον Έλληνα του λαού σπανιώτατα ή μάλλον ειπείν ουδέποτε κινεί εις άσμα η μελαγχολία. Άλλως η Ελλάς ολόκληρος θα είχεν από πολλών ήδη μηνών μεταβληθή εις απέραντον ύπαιθρον ωδείον, οπού οι ελέω οικονομικών συνδυασμών πτωχυνθέντες και λιμοκτονηθέντες Έλληνες θα εξεθύμαινον εις ήχον μάλλον ή ήττον βαρύν την μελανήν χολήν του στήθους των.

Ο ελληνικός λαός ψάλλει συνήθως όταν ήνε εύθυμος. Επειδή δε τούτο, σήμερον ιδίως, σπανίως του συμβαίνει, αναζητεί την ευθυμίαν εντός του πλήρους οίνου ποτηρίου, και όταν την εύρη — πράγμα όχι δύσκολον — την διαλαλεί μεγαλοφώνως και μουσικώς, είτε δι' ενός αμανέ είτε διά μιας καντάδας, αναλόγως πλέον της καταγωγής αυτού, της μουσικής του ανατροφής, της καλαισθησίας του ή της ειδικωτέρας ψυχικής του καταστάσεως. Την διαλαλεί δε τότε οξυφωνότατα αληθώς και παταγωδέστατα, ξελαρυγγιζόμενος αυτόχρημα και ογκούμενος μάλλον ή άδων. Έχει βεβαίως την ιδέαν ότι τραγουδεί, αλλά κραυγάζει μόνον και ουδέν άλλο.

Ο Έλλην δεν επλάσθη υπό της φύσεως μουσικός. Τούτο είνε λυπηρά αλήθεια, της οποίας μόνον χάριν της επικρατούσης προλήψεως και προς αποφυγήν μακρολογίας δύναταί τις να παραδεχθή τους Επτανησίους ως εξαιρέσεις. Ο Έλλην δεν έχει δυστυχώς ούτε το ους μουσικόν ούτε την φωνήν μουσικήν. Πλην δε σπανίων εξαιρέσεων ξεφωνίζει μεν συνήθως άδων, παραφωνεί δε ως επί το πλείστον ως ραγισμένος οξύαυλος.

* *
*

Και οσάκις μεν ο έλλην τραγουδιστής εκχύνει εις τόνους μάλλον ή ήττον αμούσους και τραχείς και εις κραυγάς μάλλον ή ήττον οξείας την τεχνητήν αυτού φαιδρότητα εκεί όπου την ηγόρασε, τουτέστι παρά την τράπεζαν του οινοπωλείου, meno male, ως λέγουσιν οι Ιταλοί· το κακόν είνε υποφερτόν. Τραγουδισταί και ακροαταί είνε συνήθως οι αυτοί, ή, αν ήνε διάφοροι, ισοπεδούνται όμως ταχέως υπό του ρητινίτου και ώτα και φωναί, η συναυλία ευρύνεται, και όσοι δεν ψάλλουσιν, υποκρούουσιν επί τέλους διά των ποτηρίων ή των γρόνθων αυτών επί της τραπέζης. Όλοι των είνε προδήλως ευχαριστημένοι, και υπέρ πάντας αναντιρρήτως ο οινοπώλης, ο εκ μακράς πείρας γινώσκων, αν μη υπό του Ευαγγελίου διδαχθείς, πότε συνήθως εξοδεύεται ο ελάσσων οίνος.

Αλλ' όταν όμως οι ατμοί του οίνου γεμίσωσι τας κεφαλάς των τραγουδιστών, και θερμανθή κατ' ολίγον μέχρι πνιγμού η ατμοσφαίρα του οινοπωλείου, και στενοχωρηθέντες οι οινόφλυγες ψάλται ποθήσωσιν ύπαιθρον δροσερόν αέρα και εκχυθώσιν εις τας οδούς εν ώρα μεσονυκτίου, τότε — οίμοι! — αρχίζει το βάσανον των ειρηνικών κατοίκων της πόλεως.

* *
*

Επεστρέψατε αργά εις την οικίαν σας, αφού ημέραν όλην, από πρωίας μέχρι βαθείας πολλάκις νυκτός, ηγωνίσθητε τον ατερπή και βαρύμοχθον αγώνα του βίου. Μόλις το δείπνον κατορθοί να διαλύση κάπως την δυσθυμίαν σας, και τις οίδε ποίαι σκέψεις και ποίαι περί της αύριον μέριμναι παρακολουθούσι τας έλικας του καπνού, τας αναδιδομένας υπό του σιγάρου, το οποίον ανάπτετε μηχανικώς. Ποθείτε ανακούφισιν, ανάπαυσιν. Το αισθάνεσθε, και κατακλίνεσθε τέλος, καλούντες εκ μέσης ψυχής τον παρήγορον ύπνον επί τα βλέφαρά σας. Αργεί να έλθη, αλλά τέλος έρχεται, και αρχίζετε ήδη να αισθάνεσθε την ευχάριστον εκείνην έκλυσιν των σωματικών σας δυνάμεων, την ποθητήν εκείνην σύγχυσιν των ιδεών, ήτις τον προαγγέλλει, ότε . . . . . αίφνης φοβερά φωνασκία μουσολήπτων δαιμόνων αντηχεί από της οδού. Δεν είνε είς, κλαυθμηρίζων ερρίνως, ως άλλοτε, τον αμανέν του. Είνε πολλοί, είνε συμμορία ολόκληρος, είνε χορός αποτελών συναυλίαν, και αναμιγνύων εις σπαρακτικόν των ώτων σας κράμα πάσαν δυνατήν και αδύνατον ζώου φωνήν, από του βαρέος ογκηθμού γεγηρακότος όνου μέχρι της οξείας υλακής δερομένου κυναρίου, από του μυκηθμού του βοός μέχρι του γρυλλισμού του χοιριδίου. Άλλοι εξ αυτών είνε δήθεν βαθύφωνοι και άλλοι μεσόφωνοι, άλλοι βαρύτονοι και άλλοι, οι νεώτεροι και αμύστακες, παρωδούσιν απαισίως γυναικείας φωνάς, συστέλλοντες εις οξύν συριγμόν τον οινοβραχή των λάρυγγα. Άδουσι δήθεν εν τετραφωνία, και μέλπουσιν, ως φρονούσιν, ευρωπαϊκούς σκοπούς. Είνε οι πλείστοι εξ αυτών θαμισταί των ωδικών καφενείων, και εξ αυτών εταμίευσεν η μουσική των μνήμη όσα βρυχάται το άμουσον αυτών στόμα.

Ανασκιρτάτε σπασμωδικώς επί της κλίνης σας, ως από φοβερού εφιάλτου εγειρόμενοι, αγανακτείτε, βλασφημείτε, συλλογίζεσθε ότι πληρόνετε τακτικώτατα τους φόρους σας, και ότι επομένως έχετε αναμφήριστον το δικαίωμα της οικιακής ειρήνης και ασφαλείας, στέλλετε μυριάκις εις τον διάβολον τους νυκτερινούς συναυλητάς και τους νεοφωτίστους αστυφύλακας, αλλά μ' όλα ταύτα ή μάλλον ειπείν δι' όλα ταύτα ο ύπνος σας επέταξε. Μένετε μ' ανοικτούς οφθαλμούς, . . . και ελπίζετε ίσως ότι θα παρέλθη ταχύς ο φοβερός εκείνος μουσικός χείμαρρος προ των παραθύρων σας, και θα μεταβή τέλος περαιτέρω, να εξυπνήση και άλλον άκακον χριστιανόν. Αλλ' οι συμμορίται παραμένουσι και ξελαρυγγίζονται εναμίλλως, τις οίδεν εις τίνος σκληράς μαγειρίσσης την άτεγκτον καρδίαν προσφέροντες τον μουσικόν λιβανωτόν των ακαταπονήτων λαρύγγων των.

* *
*

Αλλ' ίσως δεν κοιμάσθε, ότε αντήχησεν έξωθεν της οικίας σας

il rauco suon della tartarea tromba

Εργάζεσθε όμως, ή προσπαθείτε καν να εργασθήτε. Ανάψαντες τον λύχνον σας εστρώσατε τον χάρτην εμπρός σας, ελάβατε τον κάλαμον εις χείρας, και ηρχίσατε κάπως να συγκεντρόνετε τας ιδέας σας, . . . ότε εκρήγνυται διά μιας της μεθύσου ομάδος ο απροσδιόνυσος πάταγος. Συμμαζεύσατε τότε πλέον τας ιδέας σας, αν ημπορείτε! Έφυγαν όλαι μικραί και μεγάλαι, και μένετε με τον κάλαμον εις την μίαν χείρα και με την άλλην χείρα ξύουσαν την άγονον πλέον και ανέλπιδα κεφαλήν σας.

Αλλ' ίσως έχετε το ατύχημα μήτε να κοιμάσθε, μήτε να εργάζεσθε, αλλά να ασθενήτε, ή να έχετε πλησίον σας εκεί ασθενούντα ένα των οικείων σας. Στενάζετε, ή βλέπετ' εκείνον στενάζοντα υπό τον πυρετόν, τυραννούμενον υπό της αϋπνίας και κυλιόμενον εν αγωνία, επί της κλίνης του. Φαντάσθητε δε, — και διατί να το φαντασθήτε, αφού πολλάκις βεβαίως το επάθετε — το φοβερόν επί του ασθενούς αποτέλεσμα της αιφνιδίας εκείνης των μαινομένων λύκων ωρυγής!

* *
*

Και διατί ταύτα πάντα;

Διά να μη προσβληθή ίσως η συνταγματική ελευθερία του έλληνος πολίτου;

Ή διά να μη παρακωλυθή η ανάπτυξις της μουσικής εν Αθήναις;

Ή διά να διασκεδάζωσιν ελευθέρως οι αθηναίοι ψηφοφόροι, αποσπώμενοι πάσης άλλης πολιτικής σκέψεως και μερίμνης περί της αύριον;

Δι' ουδέν τούτων βεβαίως, αλλ' απλώς και μόνον διά να μη κοπιάζωσιν υπερανθρώπως τα αστυνομικά όργανα.

Ενθυμούμεθα εν τούτοις τα καϋμένα τα ευζωνάκια του εν μακαρία τη λήξει Μπαϊρακτάρη, άτινα επί μήνας πολλούς είχον αληθώς ειρηνεύσει τας αθηναϊκάς νύκτας, αδυσωπήτως συλλέγοντες από πάσης αγυιάς και λεωφόρου και ρύμης της πρωτευούσης πάσαν μεγαλόφωνον μουσικήν συμμορίαν, και ευσυνειδήτως ταμιεύοντες τα παραπαίοντα μέλη της εντός των δροσερών κατωγείων των αστυνομικών κρατητηρίων, . . . και ευλογούμεν την ωραίαν εκείνην εποχήν.

Είνε τόσον δύσκολον άραγε να απαγορευθή αυστηρώς εν Αθήναις δι' αστυνομικής διατάξεως ό,τι εις ουδεμίαν, ούτε πρωτεύουσαν ούτε δευτερεύουσαν ούτε τριτεύουσαν πόλιν του πολιτισμένου κόσμου επιτρέπεται, και η αστυνομική αυτή διάταξις να μη μείνη απλώς επί του χάρτου;

Είνε άραγε υπερβολική η αξίωσις των φιλησύχων αστών της πόλεως να τεθώσιν αν μη εν κρείττονι αλλ' εν ίση καν μοίρα προς τους φιλοταράχους, και να καταστώσιν ελεύθεροι να κοιμώνται, να εργάζωνται ή και ν' ασθενώσιν εν ειρήνη, όπως εκείνοι δύνανται κάλλιστα ν' αφεθώσιν ελεύθεροι να ξεφωνίζωσι και να ξελαρυγγίζωνται όπου αλλού θέλουσιν, αλλ' όχι ανά τας οδούς της πόλεως και υπό τα παράθυρα των οικιών; Ας σκεφθή, παρακαλούμεν, περί τούτου κατά τας ώρας της σχολής αυτής η στρατιωτική αστυνομία.

Η ΚΥΡΙΑ ΔΕΧΕΤΑΙ (20)


Δέχεται δηλαδή άπαξ της εβδομάδος διαρκούντος του χειμώνος, εις ώραν ωρισμένην, από της πέμπτης συνήθως μέχρι της εβδόμης· έχει τουτέστι την ημέραν της, son jour, ως λέγουσιν οι γάλλοι, κατά την οποίαν κάθηται εις την οικίαν της, είτε βρέχει είτε δεν βρέχει, είτε ωραίος καιρός είνε ή παγετώδης βορράς.

Μη τυχόν υποθέσετε όσοι δεν παρακολουθείτε την εν Ελλάδι εξέλιξιν του δυτικού πολιτισμού, ούτε διατελείτε ενήμεροι εις τας εν Αθήναις προόδους του, ότι η Κυρία μένει εξαιρετικώς την ημέραν αυτήν εις την οικίαν της, διότι έχει — ως άλλοτε εις χρόνους βαρβαρότητος η μήτηρ αυτής ή προμήτωρ — να φροντίση περί των εν τω οίκω, να επιστατήση εις την παρασκευήν του γεύματος, να εποπτεύση την μελέτην των τέκνων της, ή να ευτρεπίση την ιματιοθήκην των. Αυτά είνε γηραιάς εποχής παρωχημένα ασχολήματα, μόλις που σήμερον μνημονευόμενα υπό των παλαιών· είνε αναμνήσεις ευρωτιώσαι καιρών παρελθόντων, καθ' ας αι κυρίαι ελέγοντο επί το προστυχώτερον οικοκυραί, και ιδρύουσαι οίκον διά του γάμου των ήσαν υπερήφανοι διοικούσαι αυτόν ως σύζυγοι και μητέρες.

Σήμερον αι κυρίαι — αι πολιτισμέναι, εννοείται, αι αναγινώσκουσαι τον Bourget και τον Delpit, αι έχουσαι λεύκωμα και ομιλούσαι αταράχως περί πραγμάτων, άτινα δεν ετόλμων να ακούσωσιν αι μητέρες των, — έχουσιν άλλα πολύ μεγαλείτερα καθήκοντα προς τον κόσμον και την εν αυτώ κοινωνικήν των θέσιν. Ζώσι διά τον κόσμον μάλλον ή διά τον οίκον των και τους εν αυτώ. Και αυτό δε το κάλλιστον του οίκου των μέρος, η αίθουσα, ήτις από τινος απέκτησε μάλιστα και τέκνον — το σαλονάκι, αν αγαπάτε — είνε διά τον κόσμον ιδίως και την υποδοχήν αυτού παρεσκευασμένη. Εκεί έχουσι συμφορηθή πάντα του οίκου τα ανάκλιντρα και τραπεζάκια· εκεί τα μεταξωτά ή βελούδινα μικρά προσκεφάλαια, άτινα εκέντησαν κατά τας ώρας της αφθόνου σχόλης των η οικοδέσποινα ή αι θυγατέρες της, και τα χρυσοποίκιλτα παλαιά υφάσματα, περιδεδεμένα καλλιτεχνικώς περί τας φωτογραφίας των οικείων και φίλων· εκεί επί παντός τραπεζίου παντοία μικρολογήματα, κρυστάλλινα αγγεία κλονιζόμενα προς παν βήμα, λαμπτήρες μικροσκοπικοί περιστεφόμενοι υπό των εκ τριχάπτου σκιαδίων των, ανθοδοχεία ναννοφυή μόλις χωρούντα έν ίον, βιβλία εδώ, λευκώματα εκεί, και φόρτος παντοίος βαρύτερος της ράχεως των βασταζόντων αυτόν τραπεζίων, και κινδυνεύων να ανατραπή χαμαί εις άμορφον σωρόν κατά την πρώτην αποτόμου επαφήν αγκώνος ή κνήμης. Εκεί τέλος παν κόσμημα και παν στολίδιον δυνάμενον να καλλύνη το οπλοστάσιον αυτό του συρμού, όπου αναμένει από της πέμπτης μετά μεσημβρίαν ώρας η οικοδέσποινα, πάνοπλος προς πάσαν ενδεχομένην μάχην φιλαρεσκείας, κενολογίας ή πνεύματος.

* *
*

Εις γωνίαν τινά της αιθούσης αυτής — ήτις παρέχει πολλάκις εν συνόλω την όψιν βιομηχανικού μουσείου ή συμμιγούς παλαιοπωλείου — αχνίζει επί κομψής λευκοστρώτου τραπέζης ή τεϊοδόχη, και παρ' αυτήν παρατάσσονται πινάκια ποικιλομεγέθη, άλλο μεν με το φοβερόν εκείνο Cake, το απαραίτητον πλέον διά πάσαν οικοδέσποιναν σεβομένην εαυτήν και τους ξένους της, άλλο με σακχαροπήκτους καρπούς, και άλλα με παντοία τραγήματα, εις καλλιτέχνους πυραμίδας συντεταγμένα, ων την συμμετρίαν ελαθροχείρησαν πού και πού, παρεισφρήσαντες προ της ώρας, οι δίποδες ποντικοί της οικίας.

Να εισέλθωμεν ημείς πρώτοι εις επίσκεψιν της κυρίας, καθ' ην ώραν αναμένει έτι τους ξένους της, και τείνει έμπλεον προσδοκίας το βλέμμα προς την θύραν, και προσέχει ανυπόμονον το ους προς πάντα κρότον του κώδωνος της θύρας;

Καλλίτερα όχι. Δεν είνε ευχάριστον να περιμένη τις, και ακόμη ολιγώτερον να βλέπη άλλον περιμένοντα. Ενθυμηθήτε τον ταλαίπωρον Σουφλερύ, όσοι δεν ηκούσατε τον Λεπορέλλον ψάλλοντα το αμίμητον εκείνο Aspettare e non venire. Είνε στιγμαί αγωνίας πολλάκις αι στιγμαί εκείναι, καθ' ας η κυρία, μάτην περιμένουσα και μάτην κατασκοπούσα από του παραθύρου της τον καιρόν και τους διαβάτας, αναμετρεί εν συντριβή πόσων γνωρίμων της συναδέλφων τας η μ έ ρ α ς παρημέλησεν, εις πόσους των ξένων της δεν εμειδίασεν επαρκώς κατά την παρελθούσαν Πέμπτην ή Παρασκευήν, όπως τους ενθαρρύνη εις εξακολούθησιν του προσκυνήματος, και συγκυκά εν τη αεικινήτω φαντασία της πολυποίκιλα και συγκρουόμενα σχέδια μετανοίας ή εκδικήσεως.

Το θέαμα θα ήτο ίσως ψυχολογικώς ενδιαφέρον, αλλ' όχι και ευχάριστον.

* *
*

Ας βραδύνωμεν ολίγον, και ας εισέλθωμεν in medias res, ως πράττουσιν οι μυθιστοριογράφοι, οι συμμορφούμενοι προς του Ορατίου τα παραγγέλματα. Ας εισέλθωμεν εις την πλήθουσαν ήδη αίθουσαν, θερμήν από των αχνιζόντων κυπέλλων και ζωηράν από της συνομιλίας. Μη φοβήσθε. Δεν θα ταράξωμεν κανένα. Η μεν γενική ομιλία δεν έχει ούτε αρχήν ούτε τέλος, ούτε αντικείμενον ωρισμένον, οι δε κατ' ιδίαν εις τας γωνίας των ανακλίντρων συνημμένοι διάλογοι δεν θα διακοπώσι προς χάριν μας. Θα δυσκολευθώμεν ίσως μόνον να εύρωμεν θέσιν, αλλά θα το κατορθώσωμεν επί τέλους, προσέχοντες, εννοείται, μη ανατρέψωμεν κανέν τραπέζιον και τον επ' αυτού λαμπτήρα, και διολισθαίνοντες διά μέσου σκαμνίων και γονάτων μέχρι της κενής εκείνης καθέδρας.

Εκαθίσαμεν τέλος, επήραμεν εκόντες άκοντες το τσάι μας, και φαιδρύναντες ευσυνειδήτως το πρόσωπον ημών διά του ιλαρωτάτου των μειδιαμάτων, αποπειρώμεθα να μετάσχωμεν και ημείς της συνομιλίας. Το πράγμα δεν είνε τόσον εύκολον, όσον φαίνεται. Αν μάλιστα η πλειονοψηφία της ομηγύρεως είνε, ως συνήθως συμβαίνει, γυναικεία, μακρά θα ήνε η απόπειρα και ίσως μάταιος επί τέλους ο κόπος. Ομιλούσι τόσον ευχαρίστως αι γυναίκες! Έπειτα δε και προς τι άλλο δέχεται η κυρία, παρά διά να ομιλήση και ν' ακούση; Τέλος κατορθόνομεν και ημείς ν' αρπάσωμεν έν άκρον ενός οιουδήποτε μίτου της συνομιλίας, και συμπαρασυρόμεθα μετά των άλλων εις τον συμμιγή εκείνον βόμβον λέξεων, φωνών, γελώτων, επιφωνήματων, — ενίοτε και ιδεών.

Τι λέγουσι και τι λέγομεν!

Δυσκολώτατον είνε να το αντιληφθή τις καθαρώς, και αδύνατον να το σημειώση στενογράφος. Εδώ μιας φράσεως αρχή, και εκεί το τέλος άλλης. Εδώ ερώτησις μένουσα χωρίς απάντησιν, διότι δεν ηκούσθη, και εκεί απάντησις εις ερώτησιν μη γενομένην. Εδώ επιφωνήματα θαυμασμού προς ευφυολογίαν την οποίαν κανείς δεν εννόησε, και παρέκει διήγησις την οποίαν κανείς δεν ακούει. Εδώ απαγγέλλει τις αίφνης, οιονεί εν υπνωτισμώ μονολογών, δύο στίχους του Κοππέ από του παρακειμένου χρυσοδέτου τομιδίου, και άλλη παρ' αυτόν συγχρόνως μεγαλοφωνεί έν βαθύσοφον απόφθεγμα από του λευκώματος της οικοδεσποίνης. Εδώ ψιθυρισμοί και εκεί γέλωτες. Εδώ επιτιμήσεις και αιτήσεις συγγνώμης, και παρέκει φιλοφροσύναι και μετριόφρονες διαμαρτυρήσεις. Και εν μέσω του συμμιγούς αυτού βόμβου, του αναμιμνήσκοντος αμυδρώς το συγχορδιστικόν προανάκρουσμα πολυπληθούς ορχήστρας, τολμά τις ενίοτε αφελής να διηγηθή την υπόθεσιν του τελευταίου μυθιστορήματος το οποίον ανέγνωσεν, ή να αναλύση το κωμειδύλλιον του φίλου του ως αν ήτο εχθρός του, ή να περιγράψη την ενδυμασίαν της κυρίας δείνα εις τον τάδε χορόν. Η τελευταία του αυτή απόπειρα επιτυγχάνει κάπως περισσότερον, και αι κυρίαι τουλάχιστον σιωπώσι προς στιγμήν. Αλλοίμονον, αν καθίση αίφνης μία εξ αυτών προ του κλειδοκυμβάλου, ή αν νεαρός τις ποιητής αρχίση παρακληθείς την απαγγελίαν του τελευταίου του αριστουργήματος! Ευτυχώς συμβαίνουσιν ενίοτε και τα δύο συγχρόνως, . . . πολλάκις δε της φαιδράς ομηγύρεως τα χειροκροτήματα δεν περιμένουσιν ούτε της μιας ούτε του άλλου το τέλος.