WeRead Powered by ReaderPub
Η Λυγερή cover

Η Λυγερή

Chapter 11: ΣΤ'
Open in WeRead

About This Book

An elderly folk healer known across neighboring villages employs a blend of exorcisms, herbal remedies and ritual crafts to cure ailments and repel epidemics, invoking saints, numbers and folkloric beings. The narrative follows her daily practices, procedures for casting out maladies, and a celebrated episode in which she protects a settlement from a virulent disease by ritual means. Vivid scenes show how villagers rely on her scarce material rewards, reciprocal charity and steady presence, while the text explores rural customs, popular belief, and the interplay of communal trust, poverty and localized knowledge in everyday life.

Έχετε 'γεια πατέρα μου και συ γλυκειά μου μάννα· έχετε 'γεια 'δερφάκιά μου και σεις δικοί μου φίλοι. Εγώ πάω στο σπίτι μου και στο πεθερικό μου· πάω να μάθω γράμματα να γράφω τα καλά μου. Έχετε 'γεια γειτόνισσες και σεις γειτονοπούλες κ' εγώ πηγαίνω σπίτι μου και στο πεθερικό μου.

Αι νεάνιδες ετραγούδησαν το συγκινητικόν τραγούδι του αποχαιρετισμού της νύμφης· δάκρυα πύρινα και λυγμοί ανεμίχθησαν εις το θριαμβευτικόν παίξιμο των τυμπάνων και η γαμήλιος πομπή εξεκίνησεν.

ΣΤ'

ΑΦΟΜΟΙΩΣΙΣ

— Τι άνοστο φαγί! . . .

— Ναι . . . άνοστο!

Σιωπηλόν εγίνετο το δείπνον της εσπέρας εκείνης εις το σπίτι του Στριμμένου. Το υψηλόν κανδηλιέρι με τους δύο λύχνους αναμμένους, εφώτιζε διά κοκκινωπού και παλμώδους φωτός το δωμάτιον, επιρρίπτον πένθιμόν τινα κατήφειαν ως να εφώτιζε δωμάτιον νεκρού. Ψυχροί και κατασκονισμένοι οι τοίχοι του κτιρίου, εφαίνοντο αλγεινώς μορφάζοντες κάτω από τα τριμμένα κ' εφθαρμένα μυστρίσματά των· τα στέφανα με το εικονοστάσιον και το πενιχρόν κανδήλι, είχον θλιμμένην έκφρασιν ως ν' απεσύρθησαν εκεί υψηλά διά να κλαύσουν την μοίραν των κυρίων των· η κοκκινωπή ψάθα η αντικαθιστώσα την οροφήν, με τους όγκους και τα κοιλώματά της, αδιακόπως τριζοβολούσα ένεκα του εισχορούντος από την στέγην ανέμου, εδείκνυε διαθέσεις πτώσεως, συναφής ει δυνατόν μετά του σαθρού πατώματος, διά να κρύψη την καταθλιπτικήν εκείνην εικόνα.

Αλλά δεν παρουσιάζετο μόνον απόψε η τοιαύτη καταθλιπτική εικών. Από πολλού τόρα χρόνου έτσι εδείπνει το νεαρόν ανδρόγυνον Πικοπούλου. Ο Νικολός εκάθητο εις το έν άκρον της τραπέζης, η Ανθή εις το άλλο και κύπτων έκαστος προ του πινακίου του έτρωγε με σπουδήν, ωσεί βιαζόμενος να τελειώση οχληράν ενασχόλησιν. Κάποτε βραχείαι λέξεις, αι μάλλον πεζαί του λεξιλογίου ενός ανδρογύνου, αι απαραίτητοι διά την οικιακήν συνεννόησιν, ετάρασσον διά μίαν στιγμήν την πένθιμον εκείνην σιγήν, η οποία επέστρεφεν αμέσως περισσότερον αγρία και καταθλιπτική. Λόγος εύχαρις δεν ηκούετο ποτέ, ούτε εγκάρδιος δεξίωσις· αστεϊσμός ή χαριτολόγημα. Σπανίως γέλως τις μόνον αντήχει, αλλ' από τον νευρικόν τόνον του εφανερώνετο ότι και αυτός ήτο βεβιασμένος.

Εφ' όσον οι γέροντες γονείς μετείχον της ζωής των δύο νεονύμφων, εγίνοντο και ούτοι υποφερτοί κάπως μεταξύ των. Κάτω από τας γεροντικάς αυτών όψεις, τας οποίας ο χρόνος, αι μέριμναι του βίου και η πείρα των εγκοσμίων περιέλουον με του σεβασμού και της αγάπης το ακτινοβόλημα. Κάτω από την ήρεμον ζωήν του ανδρογύνου εκείνου, εύρισκον ούτοι μαθήματα αληθούς οικογενειακού βίου κ' έκαμνον την ιδικήν των ενότητα. Η κυρά Παναγιώταινα δεν άργησε να γνωρίση το όλως ανόμοιον των νεαρών συζύγων και θέλουσα να εξαγνισθή ενώπιόν των, επροσπάθει διά μαλακών λόγων και συμβουλών να υποδεικνύη εις την θυγατέρα της, την ανεκτικότητα και τας άλλας χριστιανικάς αρετάς, αι οποίαι αποτελούν το ευαγγέλιον του συζυγικού βίου μιας χωρικής. Μόλις ο Νικολός εφαίνετο εις το σπίτι, ευθύς η γραία απεσύρετο ίν' αφήση μόνους τους δύο νεονύμφους και πολλάκις παρεκίνει την Ανθήν να σπεύση εις συνάντησιν του ανδρός της.

— Πήγαινε μη σε θέλη τίποτα, θυγατέρα.

— Τι να κάμω; . . τι θα με θέλη; έλεγεν η λυγερή βαρύθυμος.

— Πήγαινε και μην κάνης έτσι, κόρη μου, 'ς τον άνδρα σου . . . Μ' εκείνον θα ζήσης — δεν θα ζήσης μ' εμάς!.

Ο γέρων έμπορος δεν είχεν αυτήν την διορατικότητα ούτε αυτήν την φροντίδα. Το μεγάλον εμπορικόν του τερτίπι επέτυχε· δεν είχε τίποτε άλλο να φροντίση πλέον. Ενδίδων όμως εις τας συχνάς παρακινήσεις της γρηάς του, ηναγκάζετο πολλάκις μεταξύ των εμπορικών κατηχήσεων, τας οποίας έκαμνεν εις τον γαμβρόν του, να παρεμβάλλη και μερικάς περί της κόρης του συστάσεις:

— Έτσι, γαμπρέ μου! . . . Το καϋμένο το κορίτσι είνε καλομαθημένο . . . δίνε του κάποτε και καμμιά σβερκιά! . . .

Ο κυρ Παναγιώτης έτσι συνείθιζε να εκδηλώνη πάντοτε τας συζυγικάς του τρυφερότητας . . . Επειδή όμως εγνώριζεν ότι του Διβριώτου η ευαισθησία δι' άλλων μέσων παρά διά ξηρών συμβουλών εκεντάτο, εις στιγμήν εξάψεως των πατρικών του φίλτρων, εκάλεσε τον συμβολαιογράφον και μετεβίβασε «θεληματικώς και αβιάστως» ολόκληρον την περιουσίαν του εις τον Νικολόν. Και δεν ηπατήθη εις τούτο ο ευφυής έμπορος. Η χονδρά παλάμη του Διβριώτου έλαβεν από τότε μεγαλειτέραν γνωριμίαν με τον εύτορνον τράχηλον της Ανθής.

Τόρα όμως οι γέροντες έπαυσαν να δίδουν τας συμβουλάς των. Η κυρά Παναγιώταινα επλήρωσε το κοινόν χρέος, προσβληθείσα σφοδρότερον υπό του καρδιακού νοσήματος· ο δε τερτιπιλής έμπορος, ένεκα του ψύχους και των γηρατείων, διήρχετο τας ημέρας του κατάκοιτος υπό των ρευματισμών. Κ' έτσι το νεαρόν ανδρόγυνον έμεινε μόνον, ελεύθερον εις τας διαθέσεις του.

Ο Νικολός μέσα εις το εμπόριον ανατραφείς, έχασε μικρόν κατά μικρόν όλην την αισθηματικότητα της ψυχής του. Το εμπόριον είνε πάντοτε βλαβερόν διά τας νεαράς υπάρξεις. Μεταξύ των εμπορικών θεμάτων, του θορύβου της συναλλαγής, των καταπολεμουμένων κεφαλαίων, της συνηχήσεως του χρήματος και της λυσσώδους επιδιώξεως του κέρδους, η παιδική ψυχή αφίνει μικρόν κατά μικρόν τας αγαθάς διαθέσεις της, απεκδύεται τας υψηλάς της τάσεις και προσκολλάται εις μίαν μόνην ιδέαν, την ιδέαν του κέρδους. Αυτήν έχει πλέον ως σκοπόν του βίου της. Αυξάνει μαζί της, ανδρίζεται αλλά δεν την εγκαταλείπει. Ή μάλλον η ιδέα δεν εγκαταλείπει αυτήν· φωλεύει ακοίμητος, κ' ενώ καταφθείρει το σώμα συγκεντρούται ως φλοξ εις τα μάτια. Και ο μικρός εμπορίσκος προσκολλάται πλέον εις αυτήν αναπόσπαστος, ως ο Αριστομένης εις την ουράν της αλπούς η οποία θα τον έφερεν έξω του Καιάδα.

Ο Νικολός εξήλθε τόρα από τον Καιάδα της πενίας διά του γάμου του με την Ανθήν. Αλλ' η διαβολευμένη αυτή αλπού του κέρδους είνε τόσον ελκυστική, ώστε δεν την παραιτεί κανείς μόλις εξέλθη του βαράθρου του. Εξακολουθεί να την κρατή σφιγκτά, και φέρεται κατόπιν της ολοταχώς, περιφρονών τους κόπους και τας κακουχίας, αδιαφορών διά την ανάπαυσιν του σώματος και την γαλήνην της ψυχής. Ένα μόνον πόθον έχει, να φθάση εις τον τόπον όπου το χρυσίον συλλέγεται με την παλάμην. Και αυτόν τον πόθον είχε τόρα ο Νικολός. Ο Διβριώτης τον γάμον του με την λυγερήν δεν έλαβεν ως σταθμόν, αλλ' ως αφετηρίαν του σκοπού του. Ήτο καθ' όλα σύμφωνος εις 'τούτο με τον πενθερόν του, ότι ο γάμος δεν ήτο παρά έν επικερδέστατον εμπορικόν τερτίπι, διά του οποίου θα ετελείωναν και τόσα άλλα! Εφ' όσον ο Στριμμένος ηδύνατο να συχνάζη εις το κατάστημα, ο Πικόπουλος δεν έμενεν αργός εις την εκπλήρωσιν των ευεργετικών συμβουλών του πενθερού επί του τραχήλου της γυναικός του. Αφ' ης όμως ημέρας ο γέρων κατήντησεν ανίκανος εις τούτο, έπαυσε και ο Διβριώτης αυτάς του τας συζυγικάς τρυφερότητας. Τακτικά με το γλυκοχάραγμα, άφινε την νεοπαγή κλίνην της λυγερής, σπεύδων ν' ανοίξη το κατάστημά του και να επιδοθή εις τας εμπορικάς του επιχειρήσεις. Μόνον εις την όψιν των εμπορευμάτων, εις την οσμήν των μπακαλικών ειδών, εύρισκε την ζωήν και την ανάπαυσιν. Εις το ψαύσιμον των γλοιωδών και μουχλιασμένων χαλκονομισμάτων, τα οποία εσύναζεν από τους πελάτας του, ανεκάλυπτε θελκτικάς, μέχρις ιδανικής τρυφερότητος απολαύσεις και εις την ονειροπόλησιν αμυθήτου πλούτου η καρδία του συνεκινείτο μακαρίως, μέχρις εκλύσεως. Και όταν ήρχετο η ώρα του γεύματος, δεν ήθελε καθόλου να υπάγη εις το σπίτι του ο Διβριώτης. Τι να κάμη τάχα; Καλήτερα εκεί προ του πάγκου του· θα δύναται ακόπως ενώ τρώγει να ρίπτη και από ένα βλέμμα εις τα κατάστιχά του, όπου αναγράφονται οι τόσοι οφειλέται και οι τόσοι συνδεδεμένοι αριθμοί. Του ανοίγουν πολύ την όρεξιν αυτά τα θεάματα! . . . . Έστελλε τον υπηρέτην κ' έφερεν εκεί την τροφήν του. Και μόλις αργά την νύκτα, κλείων το κατάστημα του ενεθυμείτο το σπίτι και την γυναίκα του.

Αλλά κ' εκεί ακόμη δεν ελησμόνει τα εμπορικά του είδη. Εκείνη η αβρά επιμέλεια, η καλλιτεχνική διασκευή, η λεπτή καθαριότης του σπιτιού, η εκφράζουσα πιστώς την εργατικότητα και προκοπήν πάσης χωρικής σπιτονοικοκυράς και σαγηνεύουσα την ψυχήν του συζύγου, έμενεν άγονος διά τον Νικολόν. Τι τα ήθελεν ο μπακάλης αυτά; Δεν έφερον τον πλούτον· τουναντίον μάλιστα τον εδίωκον, τον εσπατάλουν. Ο Διβριώτης κατεστενοχωρείτο μέσα εκεί, ως η γρηούλα του μύθου η οποία ενώ εκατοίκει εις το παλάτι, συχνά ενεθυμείτο το καλύβι της κ' έκραζε με πόνον: — Σπίτι μου, σπιτάκι μου· — πορδοκαλυβάκι μου. Δυσηρεστείτο διότι δεν εύρισκεν εις το σπίτι του ούτε την άτακτον διακόσμησιν, ούτε την οσμήν του μαγαζίου του και μόνον παρηγορείτο όταν εδίδετο αφορμή να είπη εις την γυναίκα του, ότι τα μαύρα μάτια της ωμοίαζον καθόλου με τας ελαίας των Σαλώνων τας οποίας επώλει.

— Και ξέρεις, δεν έχει κανένας άλλος εληές· θα βγάλουμε το ένα- άλλο, επρόσθετεν εμπιστευτικώς.

Επειδή όμως έβλεπεν ότι η γυναίκα του δεν εκολακεύετο και πολύ διά την παρομοίωσιν εκείνην, ούτε ήτο πρόθυμος να θαυμάση το εμπορικόν του πνεύμα, απεσύρετο δύσθυμος εις τον κοιτώνα του κ' ερροχάλιζε μέχρι της αυγής.

Η Ανθή παρεδέχετο αυτήν την ζωήν μετά χριστιανικής πραότητος. Και τούτο όχι διότι ήθελε να κολακεύση τον Νικολόν. Ω! δεν εφρόντιζε καθόλου. Αλλ' ήξευρεν ότι δεν ήτο παρθένος πλέον και δεν είχε δικαίωμα να φέρεται όπως θέλει. Ήτο γυναίκα, ανήκεν εις άνδρα και διά πάσαν πράξιν, διά κάθε σκέψιν της, είχε να δώση λόγον εις αυτόν και εις τον Θεόν μίαν ημέραν. Έτσι μικρόν κατά μικρόν η λυγερή μετέπεσεν εις την πολύτροπον ζωήν της χωρικής.

Είνε τω όντι πολύτροπος η ζωή της χωρικής. Διότι εκεί προ πάντων ο πατρικός εγωισμός δεσπόζει παντοδύναμος ακόμη, επί των αξέστων πλασμάτων και η υική υπακοή φέρει μέχρις αυτοθυσίας τας τρυφεράς παρθένους. Πολλάκις η καρδία μιας χωρικής φέρει τα ίχνη τόσων κλονισμών η ψυχή τα λείψανα τόσων ελπίδων· το πρόσωπον φαίνεται εκτραχυνθέν υπό τόσων φροντίδων, τας οποίας ουδέ να φαντασθή δύναται μία σουσουράδα των πόλεων. Διότι αυτή όπως έλαβε λείαν την κατασκευήν, μαλακήν την επιδερμίδα υπό την ευμάρειαν του βίου, έτσι δέχεται μαλακά και τα αισθήματα της καρδίας, ατόνους τας εντυπώσεις του νου. Αλλ' εκείνη η αγροδίαιτος, μέσα εις τον βαρύν κ' εκτραχυνθέντα όγκον της, έχει μεγάλας και ρωμαλέας τας εντυπώσεις και τας περιπετείας, όπως η ελάτη του βουνού δέχεται τους κεραυνούς και τας καταιγίδας, ενώ το χαμοκέρασον μόνον την δροσεράν πνοήν της κοιλάδος απολαμβάνει. Διά τούτο μόνον η παρθενική ζωή της, η διαρρέουσα εν αφροντισία και αγνότητι, δύναται να εκληφθή ως αληθινή ζωή. Άμα όμως υπανδρευθή, δεν είνε πλέον η πέρδικα η πλουμιστή, η από της αυγής μέχρι της εσπέρας επιμελουμένη προ του ήλιου το πτίλωμά της· αλλά κουρούνα κλαίουσα τον περασμένον βίον της. Αλοίμονον λοιπόν αν αναγκασθή να κλαύση και την παρθενίαν της. Αν υπό την θέλησιν τραχέων γονέων, αναγκασθή να συνδέση τον βίον της μεθ' ενός βερεμιάρη. Η γυνή έχασε πλέον όλον αυτής το μεγαλείον. Βλέπουσα τας νεανικάς της ελπίδας διαψευδομένας, το μέλλον της μαρανθέν, την καλλονήν της, διά την οποίαν υπερηφανεύετο, δοσμένην εις αδιάφορον εξουσιαστήν, όλον της τον βίον διερχόμενον άνευ στοργής, άνευ χαράς και απολαύσεως, μικρόν κατά μικρόν χάνει πάσαν ιδέαν ανθρωπισμού, αποσκληρύνεται και καταλήγει εις χονδροειδή αναισθησίαν.

Εις τοιαύτην χονδροειδή αναισθησίαν κατήντησε τόρα η Ανθή. Το χρυσομάργαρον δοχείον συνετρίβη κ' εχύθη το πεντοβολούν ροδόσταγμα. Αι άφθονοι πηγαί της αισθητικότητος της λυγερής εξηράνθησαν όλαι κάτω από την ζωήν της υπάνδρου. Δεν έμεινε πλέον εις αυτήν παρά η ιδέα του καθήκοντος, ξηρά και κατά συνθήκην εννοουμένη, και αδρανής η φυσιογνωμία της γυναικός.

— Τι άνοστο φαγί! . . .

Έπρεπε ν' απαντήση και απήντα· είχε καθήκον να παραδεχθή και παρεδέχετο τους λόγους του ανδρός της.

Φαίνεται όμως ότι ο Νικολός Πικόπουλος δεν ήτο εις καλήν ψυχολογικήν κατάστασιν απόψε. Α, ναι! Πώς ήτο δυνατόν να είνε ήσυχος η εμπορική εξωχότης, αφού κατώρθωσαν άλλοι να την υποσκελίσουν! Προ πολλού εγνώρισε την επικειμένην έλλειψιν της σαρδέλλας εν τη αγορά κ' έγραψε ρητώς εις Πάτρας να του στείλουν όσον τάχιστα, δέκα βαρέλια. Ακόμη όμως τα επερίμενεν. Ενώ ο Θωμόπουλος, αυτό το χθεσινό μπακαλόπαιδο, διά να έχη συγγενείς εκεί, έγραψε και του ήλθαν και τας επώλει τόρα προς έξ κ' εξήμισυ λεπτά την μίαν. Ακούς εξήμισυ λεπτά η σαρδέλλα! . . . Αυτό είνε φανερή κλεψιά! . . .

Και ο Πικόπουλος δεν ηδύνατο ν' ανεχθή αυτήν την ασυνειδησίαν. Είνε αληθές ότι αυτός άλλοτε εις έλλειψιν ελαίου, επώλησε το ιδικόν του προς εξήντα λεπτά τα εκατόν. Αλλ' αυτό διαφέρει. Ήτο λάδι και το λάδι καίεται εις το κανδήλι, προ των αγίων εικόνων . . . Όχι μίαν σαρδέλλαν εκεί τόσην δα, από την οποίαν θα πετάξη κανείς την μισήν εις ουράν και κεφάλι. Και όλα του έπταιον γύρω, η γάτα που έπαιζεν εις τους πόδας του· το κάθισμά του που εταλαντεύετο κάποτε· το κανδηλιέρι που δεν εφώτιζε καλά και αυτό το φαγητόν που ήτο τόσον άνοστον! . . .

Αλλ' όταν διετύπωσε την τελευταίαν του κατηγορίαν κ' εύρε την γυναίκα του πρόθυμον να την παραδεχθή, εθύμωσεν ο Νικολός. Τι τάχα, όλο ναι θα λέγη αυτή; Τόρα δεν της αρέσει και το φαγί.

— Σαν δε σ' αρέσει, μην το τρως· είπεν αίφνης τραχέως.

 — Δεν είπα εγώ πώς δε μ' αρέσει· εγώ το τρώγω· απήντησε δειλά η
Ανθή.

— Το 'τρωγες και 'ς του πατέρα σου, βλέπεις.

— Αν δεν το 'τρωγα 'ς του πατέρα μου, το τρώγω 'ς του ανδρός μου.

Εφρίμαξεν ο Νικολός. Τι αντιλογία, ο διάβολος! . . .

Κατέφερε βαρύ λάκτισμα επί της γάτας· ετόξευσε φοβερόν βλέμμα εις την γυναίκα του και απλώσας την χείρα εσάρωσεν όλ' από της τραπέζης, πινάκια και κανδηλιέρι και μαχαιροπήρουνα και τα εποδοπάτει κατά γης ως μαινόμενος.

Η Ανθή έντρομος κατέφυγεν εις το δωμάτιον του πατρός της. Ήτο σκότος εκεί και μόνον από τας ραγάδας των σαθρών παραθυροφύλλων εισώρμα ο άνεμος και η νυξ. Διότι ο Νικολός, μεταξύ των εμπορικών συλλογισμών του, ανεύρεν, αίφνης την ημέραν ακριβώς κατά την οποίαν έγεινε κύριος όλης της περιουσίας του πενθερού του, ότι το καιόμενον έλαιον κατά πάσαν νύκτα εις το δωμάτιον του γέροντος, εις χρόνου διάστημα θ' ανεβίβαζεν εις αρκετόν ποσόν τα έξοδα της οικογενείας. Αλλά τούτο ήτο όλως περιττόν. Ούτε θα έρραπτεν, ούτε θα εκέντα ο κυρ Παναγιώτης. Διάβολε, δεν χρειάζεται δα και φως διά να λέγη κανείς κάθε λεπτόν της ώρας τα «ωχ! ωχ!» και τα «αχ! αχ! . . .» του.

Ο γέρων έμπορος κατ' αρχάς δεν εδέχθη με προθυμίαν τους νεωτερισμούς αυτούς του γαμβρού του. Δεν επεδοκίμαζε βεβαίως την σπατάλην αλλ' ως γνήσιον τέκνον της κωμοπόλεως, δεν ηννόει την κατάργησιν και των απλουστέρων όρων της καλοζωής. Διεμαρτυρήθη ενώπιον της θυγατρός του· εβλασφήμησεν, ύβρισε τον Νικολόν τον είπε τσιφούτην και αγνώμονα. Αλλά γρήγορα κατέπεσεν ο θυμός του. Η λυπηρά σκέψις ότι οι όροι δεν ήσαν πλέον οι αυτοί εν τη οικογενεία· ότι ο Νικολός εκράτει το σκήπτρον τόρα και αυτός ήτο μόνον υπήκοος, τον έκαμε να καταπίη την πικρίαν του και να δεχθή την νέαν του τύχην.

Και δεν εδέχθη μόνον τούτο ο κυρ Παναγιώτης· αλλ' ηναγκάσθη μικρόν κατά μικρόν να παρίσταται συχνά βωβόν πρόσωπον εις τας θλιβεράς σκηνάς του νεαρού ανδρογύνου. Κατ' αρχάς και αυτό δεν ηθέλησε να το δεχθή κ' επροσπάθησε να κάμη παρατηρήσεις εις τον γαμβρόν του. Αλλ' ο Νικολός τον ητένισεν άγριος.

 — Κάτσε, γέροντα 'ς το στρώμα σου, είπε· γυναίκα μου είνε· θα την
κάμω όπως θέλω!

Ο γέρων τόρα, ακοίμητος, εγνώρισεν από το ελαφρόν βάδισμα την
Ανθήν και την εκάλεσε πλησίον του.

— Τι είνε, τι πάθατε πάλι; την ηρώτησεν ανήσυχος.

— Τίποτα, πατέρα· απήντησεν εκείνη, μετατρέπουσα επί το ευθυμότερον την φωνήν της· η γάτα έρριξε το τραπέζι. — Θέλεις τίποτα;

— Όχι, δεν θέλω . . . Ωχ, γεράματα! γεράματα! γεράματα! . . .

Η Ανθή μέσα εις τους λυγμούς της δεν ηδύνατο να εξακριβώση αν από τους πόνους τους οποίους ησθάνετο εις τας αρθώσεις ή από τους πόνους της καρδίας ανεθεμάτιζε τα γεράματα ο κυρ Παναγιώτης Στριμμένος.

Η γεροντική κάρωσις κατέλαβεν αυτόν αίφνης· ερροχάλισε μικρόν.
Έπειτα ηρώτησε χωρίς ν' ανοίξη τα μάτια:

— Να σου πω· πού βαρούν τα ταβούλια;

— Εκεί που χαίρονται . . . 'ς του Βρανά! . . .

Η φωνή της λυγερής ήλλαξε τόνον ευθύς· έτρεμε κ' εφαίνετο κατηγανακτησμένη, ως να έλεγεν: «εδώ θέλεις να βαρούν;» Ναι, εκεί που χαίρονται, εις του Βρανά έπαιζον τα τύμπανα. Και ήρχοντο οι ήχοι των διάτοροι και παλμώδεις, ως εύχαρι πτερύγισμα περιστεράς εις το δωμάτιον εκείνο της θλίψεως. Και ηνάγκαζον την λυγερήν ν' αναπαριστά ενώπιόν της την χαροποιάν εικόνα, η οποία εξετυλίσσετο εις το σπίτι εκείνο της χαράς και της ευθυμίας. Ολόκληρον αντηχεί από φωνάς και γέλωτας. Αι γυναίκες πηγαινοέρχονται περιποιούμεναι τους καλεσμένους. Φώτα εδώ, φώτα εκεί, παντού φώτα! Εις την μίαν σάλαν καθισμένοι γύρω επί παχέων προσκεφάλων οι άνδρες, οι φίλοι και συγγενείς του Βρανά, και αυτός εις την ανωτάτην θέσιν με τον κουμπάρον εις το πλάγι, τρώγουν και πίνουν εις υγείαν των νεονύμφων. Και εις την απέναντι σάλαν αι γυναίκες με την νύμφην κάμνουν το αυτό και διασταυρούνται αι ευχαί και αι προπόσεις:

Ο γάμος καλορροίζικος κ' η νύφη καλομοίρα· να κάμουν σερνικά παιδιά σαν της μηλιάς τα μήλα! . . .

Πόσες φορές το ήκουσε ψαλλόμενον η Ανθή· και πόσες φορές επίστευσεν ότι μίαν ημέραν θα το ετραγουδούσαν δι' αυτήν και τον Γεώργιον! . . . Όμως τόρα δεν ετραγουδούσαν δι' αυτήν. Ετραγουδούσαν δι' άλλην νύμφην, τω όντι καλομοίραν νύμφην, αφού κατώρθωσεν επί τέλους να γίνη σύζυγος του ιδικού της σταυραετού! . . . Και τα δάκρυα της Ανθής έτρεχαν περισσότερον και αυλάκωναν δίκην καυτηρίου τας παρειάς της.

Πριν, μέσα εις τα βάσανα και τας ατυχίας της, έχασε μικρόν κατά μικρόν τας γλυκύτητας του παλαιού έρωτός της. Μόνον ως φωτεινόν μετέωρον, λαμπρύναν αίφνης τον βίον της και σβεσθέν, ενεθυμείτο τον Γεώργιον. Ήκουσεν ότι ούτος εσύχναζεν εις το σπίτι του Καινούριου· μετ' ολίγον έμαθε τους αρραβώνας του με την Βασιλικήν· αλλ' ολίγον, πολύ ολίγον εκεντήθη η αισθητικότης της. Σήμερον όμως όταν επείσθη ότι το αγαπητότερόν της ον, εκείνος τον οποίον αυτή επί έτη ωνειροπόλησεν ως άνδρα της, εγίνετο άνδρας άλλης γυναικός, η καρδία της λυγερής ανένηψεν αίφνης. Τα κοιμώμενα υπό βαρύν, καταναγκαστικόν λήθαργον αισθήματά της εξηγέρθησαν όλα και την κατέθλιβον. Η Ανθή έτρεφε τόρα διά τον Βρανάν όλην την αγάπην των παλαιών ημερών της· όλον τον φθόνον της διά την Βασιλικήν. Ελησμόνησεν ότι ανήκεν εις άλλον, και ότι πάσα γυνή εδικαιούτο να διαφιλονεικήση τον Γεώργιον εκτός αυτής· και μόνης αυτής! Δεν εσκέπτετο τίποτε άλλο παρά ότι ο νεανίας προ πολλού ήτο ιδικός της και ότι η Βασιλική τον ήρπαζε διά της βίας από τας αγκάλας της. Και τόσον παρεφέρθη υπό του πάθους, τόσον ελησμόνησε τα καθήκοντά της, ώστ' έκλεισεν αίφνης τα παραθυρόφυλλα του σπιτιού της και λύσασα τας πλεξίδας, εκάθησεν εις την μέσην της σάλας και ήρχισε να μοιρολογή:

     Ευτού που πας, μαννούλα μου, καιρό να μην αργήσης!
     Μην κάμης μάννα μ' ξάμηνο, μην κάμης μάννα μ' χρόνο.
     Το ξάμηνο είνε πολύ ο χρόνος είν' μεγάλος! . .

Δι' αποτόμου συνδυασμού συλλογισμών απετείνετο προς την μητέρα της η λυγερή· ανέφερε τον θάνατόν της ως μέγα δεινόν, την μόνωσίν της εν τω τάφω, την κατάλυσίν της, ενώ εσυλλογίζετο κ' έκλαιε μόνον τον απολεσθέντα έρωτά της.

Αίφνης ήχησαν δούποι βαρείς και μετ' ολίγον διεκρίθη έντονον και χαρωπόν τυμπάνισμα, το σύνηθες εις τας γαμηλίους πομπάς. Η Ανθή συνήλθεν έστρεψε θολόν πέριξ το βλέμμα και διά μιας, ωσεί ενθυμηθείσα, επήδησεν ορθία κ' έτρεξεν εις το παράθυρον, διανοίξασα τα φύλλα. Εκ του αντιθέτου μέρους της αγοράς, μεταξύ των αμαυρών στεγών των καταστημάτων και της βαναύσου εικόνος της αποτελουμένης εκ ξυλίνων στύλων, εφθαρμένων σκιάδων, ρυπαρών τοίχων, αγροίκων προμετωπίδων και της ποικιλομόρφου σωρείας των αγοραίων ειδών, είδε διαχυνομένην την πομπήν μεγαλοπρεπή και πλουσίαν. Τα κόκκινα φέσια, αι λευκαί φουστανέλλαι, τα πολύχρωμα σειρίτια επί των κυανών και βυσσίνων βελούδων, συνεμίγνυντο με θαυμαστήν αρμονίαν προς τ' αργυρά σελάχια, τα μεταξωτά φορέματα, και τα εκφραστικά πρόσωπα των συμπεθέρων. Κ' έπαιζον εδώ κ' εκεί ίριδος χρώματα, γοητεύοντα την ψυχήν και θαμβούντα το βλέμμα ως εις τα νερά ρυακίου,τα οποία επιψαύει λαμπρός ήλιος. Μία ζυγιά γύφτων επροπορεύετο κτυπώσα το τύμπανον και φυσώσα τις καραμούζες εν σπασμωδική βία, προθυμουμένη να σκορπίση την χαράν. Ήρχετο έπειτα εν τω μέσω σμήνους παιδιών θορυβούντων είς έφηβος, φέρων επί μεγάλου δίσκου εις την κεφαλήν τα στέφανα, των οποίων αι γαλάζιαι και λευκαί κορδέλαι εκυμάτιζον υπό του ανέμου προς τ' άνω, ως αγναί ελπίδες των νεονύμφων τείνουσαι προς τον ουρανόν. Οι εγκέδες, αι προσκεκλημέναι διά την πομπήν γυναίκες, δροσεραί όλαι, νεαραί σύζυγοι φίλων του Βρανά, ηκολούθουν κατόπιν εις πυκνόν όμιλον με καινουργείς και πολυχρόμους στολάς, μετρημένα και με ντροπαλόν ήθος βαδίζουσαι, διά την ανάμιξίν των εκεί μέσα εις τόσους άνδρας, τόσα βλέμματα, τα οποία εκολλώντο εις τα κάλλη των διστακτικά ναι αλλά πάντοτε περίεργα και βουλιμιώντα.

Αλλά δεν ενδιέφερον αυτά την λυγερήν. Το βλέμμα της εφέρετο συνεσταλμένον και αδιάφορον επί της σωρείας του πλήθους άλλα αναζητούν.

Αίφνης όμως υπεγόγγισεν άκουσα η λυγερή κ' ελύγισεν εις τα εμπρός το σώμα της. Το αίμα έφυγεν από του προσώπου και συνεσωρεύθη εις την καρδίαν και τα μάτια. Εις την καρδίαν διά να έχη δυνάμεις να πάλλη φρικωδώς υπό τρομώδους θλίψεως· και εις τα μάτια διά να βλέπουν εναγωνίως την χρυσοστόλιστον νύμφην και τον ευτυχή γαμβρόν. Α! ήτο φρικτόν αυτό που έβλεπεν· ήτο ανυπόφορον! Μία φουρναροπούλα να κάμη τέτοιον γάμον!

Να την συνοδεύουν τόσοι και να την θαυμάζουν! να την ραίνουν όλοι με ρύζι και μ' ευχάς, με κουφέτα και βλέμματα, ως καμμίαν βασίλισσαν! Να της κρατούν το άλογον από του χαλινού οι καρρολόγοι κατενθουσιασμένοι, περιχαρείς, ποδοπατούντες την λάσπην του δρόμου αδιαφόρως, ως να την περιφρονούν αυτήν και την καθαριότητα χάριν της νύμφης, από της οποίας την πολυάσχολον φροντίδα δεν εύρον καιρόν ούτε να στολισθούν. Και αυτή η Βασιλική, την οποίαν χθες ακόμη δεν ήθελεν εκείνη ούτε για δούλαν της, να κάθητ' επάνω, με το λαμπρόν κυανομέταξον φουστάνι της, το χρυσοστόλιστον κοντογούνι με τας πλατείας και βαρυτίμους χειρίδας του, το αραχνοΰφαντον περιστήθιον με τας χρυσάς περιστεράς, ανταλλασούσας φιλήματα εν συμβολική παραστάσει· το μέγα γκόλφι λαμποκοπούν εκεί, επί γαλακτώδους τραχήλου ως αυγερινός ανατέλλων από λευκού συννέφου· το καινουργές φέσι με τον περίχρυσον θύσανόν του, περιθεόμενον υπό αφθόνων πλεξίδων καστανής κόμης! . . . Τι είνε αυτή; Η κόρη του Καινούριου είνε ή καμμιά Νεράιδα των παραμυθιών από εκείνες που έχουν τα παγώνια και τις πάπιες να φροντίζουν διά τα δροσερά των κάλλη· κ' έχουν τις Λάμιες ράπτριες των φορεμάτων κ' έχουν τους Δράκους ακοιμήτους προστάτας της ευμορφιάς και της τύχης των! Και τι τάχα καμώνεται πως δεν την μέλει, κ' έχει τόσην σεμνότητα επί του προσώπου κ' έχει τα βλέφαρα χαμηλωμένα, σαν να εντρέπεται και κινεί εδώ κ' εκεί την κεφαλήν εις προσκυνησμόν του πλήθους, το οποίον της εύχεται να ζήση και να γεράση; Μη θαρρεί πως γίνονται αυτά όλα προς χάριν της, για την ωμορφιάν της· μάτια μου! . . . Ας ήτο αυτή νύμφη η Ανθή κ' έβλεπες πόσον λαμπροτέρα θα ήτο η πομπή· πόσον περισσοτέρους θα είχε θαυμαστάς! . . .

Αλλ' εις την σκέψιν αυτήν βαρύς νυγμός διεπέρασε την καρδίαν της λυγερής. Απετυπώθη ευθύς εις τον νουν της η πένθιμος εσπέρα του ιδικού της γάμου· η καταθλιπτική βαρύτης της ιδικής της χαράς! . . . Και η Ανθή απέσπασε βιαίως το βλέμμα από της Βασιλικής διά να εξαλείψη και την εικόνα, την αφόρητον από τον νουν της. Κ' αίφνης αντίκρυσε τον Γεώργιον μεταξύ των φίλων του βαδίζοντα, έκλαμπρον υπό την χρυσοστόλιστον εδυμασίαν και την αθηράν μορφήν του.

Πρώτην φοράν τον έβλεπε με τόσην πολυτέλειαν στολισμένον. Όλας τας εισπράξεις του καλοκαιριού εκείνου τας εδαπάνησεν εις την γαμβριάτικην εδυμασίαν του ο νεαρός καρρολόγος. Τα μεϊτανογέλεκά του όλα από κυανούν βελούδον, κεντημένον με πυκνά κεντήματα διά λευκού μεταξωτού μπερσιμίου με τα μεγάλα κουμπιά και της κουμποθηλιές εις το στήθος, επάνω από το κολλαρισμένον και πιετόφορτον υποκάμισον, εκάθηντο στρωτά επί του κορμού κ' εχώριζον ως πλουμιστά όστρακα. Εις την μέσην το ζωνάρι πλατύ, μεταξωτόν με γραμμάς κυανάς και λευκάς εναλλάξ, φύλακας των χρωμάτων της εθνικής σημαίας, της οποίας το ιδανικόν δεν είχε σβεσθή ακόμη, έρριπτεν εμπρός αριστερά επί της φουστανέλλας τους πλουσίους θυσσάνους του. Απ' εκεί κατέβαινεν η φουστανέλλα μέχρι γόνατος πολύλοξη, κώθρος σωστός, κολλαρισμένη και σιδερωμένη επίτηδες εις Πάτρας, από τον διάσημον ελληνορράπτην της Επάνω Χώρας. Και κάτω, ενώ μεταξύ άφιναν να φαίνεται ολίγον το εκ δυμίττου εσώβρακον, άρχιζαν οι κάλτσες μωραΐτικες, με το αυτί επάνω προς το γόνα και κάτω προς τον άκρον πόδα καλύπτουσαι όλον το λουστρινένιον παπούτσι, πολυκέντητες διά του λευκού μεταξωτού σηριτίου περίγυρα και με τις ολόχρυσες καλτσοδέτες άνω της γαστροκνημίας.

Εμπρός το σελάχι λουστρινένιον όλον, κεντημένο με πούλιες και τιρτίρια και χρυσογάιτανα, έδειχνεν εις μίαν του πτυχήν την αργυράν λαβήν μικρού μαχαιρίου και από μέσα μεταξωτόν μανδύλι κεραμόχρουν, μετριοφρόνως εσκέπαζε δίκανον πιστόλι του οποίου ο αστραπτερός χάλυψ επροδίδετο κάτω μιας πτυχής. Κ' επάνω το φέσι κατακαίνουργον, τσακισμένον αριστερά έρριπτε την φούνταν του μαύρην, γυαλιστήν σαν το πτερόν του κόρακος επί του ώμου και της καλοξυρισμένης παρειάς. Η λυγερή επερίμενε να έλθη ο Βρανάς υπερήφανος, αντικρύζων τα παράθυρά της, αυτήν την ιδίαν περιφρονητικώς, διά να δείξη την αγανάκτησίν του. Τον έβλεπεν όμως γαλήνιον, συνομιλούντα μετά των φίλων του, εύθυμον, αδιαφορούντα αν διέβαινε κάτω της παλαιάς ερωμένης του και προσηλούντα μετά γλυκύτητος το βλέμμα επί της νύμφης, ως άνθρωπος λησμονήσας πλέον το παρελθόν και τείνων προς το μέλλον, από το οποίον περιμένει ευτυχίαν και αφοσίωσιν. Η λυγερή εξουδενώθη. Τον ήθελεν ωργισμένον τον Βρανάν αλλά δεν τον υπέφερεν αδιάφορον. Μία ελαφρότης κατέλαβε το σώμα της· μαλακή θερμότης επέψαυσε την καρδίαν της, ως να ολιγόστευον αι δυνάμεις, ως να την παρήτει η ζωή. Τα μάτια της έκαιον κ' εσπαρτάριζον έτοιμα να χύσουν πύρινα δάκρυα. Αλλ' η λυγερή επέμενε καθηλωμένη εκεί, να βλέπη την πομπήν, η οποία έλαμπε κ' εθορύβει υπό τους πόδας της, προς πείσμα αυτής και μόνης. Και είδεν αίφνης τον Δημήτρην Καινούριον ο οποίος έκλειε την πομπήν με την άλλην ζυγιάν των τυμπάνων, να προσηλώση επί των παραθύρων της σαρκαστικόν το βλέμμα. Και ήκουσεν ευθύς το τυμπάνισμα ν' αλλάξη τόνον.

     Της τριανταφυλλιάς τα φύλλα θαν τα κάνω φορεσιά,
     Να περνώ απ' τη γειτονιά σου να σου καίγω την καρδιά.

Δεν ήτο γοργόν κ' εύχαρι πλέον. Ήτο τραχύ και σαρκαστικόν· ενείχε φιλέκδικον διάθεσιν και ανακραυγήν θριάμβου· κατάραν και γέλωτα· φοβερόν μίσος και ζήτησιν απολαυστικής γαλήνης. Όλα εκείνα τα οργίλα αισθήματα, όσα γεννώνται και συγκρούονται εις τα στήθη περιφρονηθέντος εραστού, ζητούντος διά της χαράς να λυπήση, διά της αβρότητας να καυτηριάση την ερωμένην, διετυπούντο εναργώς μέσα εκεί. Η λυγερή το ενόησε, το αντελήφθη όλον, παρετήρησε τα βλέμματα του πλήθους, τα οποία εκολλήθησαν μετά καταθλιπτικής περιεργείας εις τα παράθυρά της· τα τόσα πρόσωπα, τα οποία εξέφραζον την χλεύην και την χαιρεκάκιαν. Μαργαρίται ιδρώτος ανέβλυσαν επί του ωχρού μετώπου της και παράφορος ήρπασε διά των οδόντων τον βραχίονά της, δακγώνουσα μέχρις αίματος τας σάρκας διά να μην εκφράση το λυσαλέον άλγος της ψυχής της. Ω, όχι· δεν ήτο ανάγκη να στολισθή με της τριανταφυλλιάς τα φύλλα ο Βρανάς διά να κάψη την καρδίαν της ατυχούς γυναικός. Αρκετά την εμάρανεν έτσι!

Η Ανθή ήκουεν ακόμη τόρα, μεταξύ των λυγμών της τους ήχους των τυμπάνων και διετήρει ζωηράν ενώπιόν της την γαμήλιον εκείνην πομπήν. Κ' αίφνης η ψυχή της προδιατεθειμένη εις την αυταπάτην, ενόμισεν ότι αυτή κατείχε την θέσιν της Βασιλικής επί του αλόγου και ωδηγείτο νύμφη εις το σπίτι του Βρανά. Έκλαιε ναι· αλλ' έκλαιεν από την χαράν, την μεγάλην ότι κατωρθώθη τέλος, εκείνο το οποίον επί τόσα έτη ωνειρεύετο η ψυχή της. Εφαντάζετο την γραίαν Αγαθήν ότι έστεκεν εκεί εμπρός εις την θύραν του σπιτιού της, διά να την δεχθή μετά χαράς νύμφην της· ότι της έδιδε καρπόν ροδιάς να τον θραύση εις τον τοίχον και να σκορπίση εκεί την ευτυχίαν όπως θα εσκορπίζοντο οι κόκκοι· ότι την ηνάγκαζε να περάση από το μαυρορμάνικον μαχαίρι που ήτο καρφωμένον ανάποδα εις το υπέρθυρον, διά να καθαρισθή από την βασκανίαν του πλήθους· να πατήση το σίδηρον που είχεν εις το κατώφλι διά να εισέλθη ισχυρά και άκαμπτος από τας επιβουλάς της τύχης εις την νέαν της οικογένειαν . . . Έβλεπε τον εαυτόν της όρθιον παραπλεύρως του Βρανά, με τα στέφανα ακόμη επί κεφαλής, να δέχεται τας ευχάς των φίλων· επανεύρισκε τον εαυτόν της εις τους φωτοβολούντας θαλάμους, μεταξύ ανδρών και γυναικών ευθύμων και ήκουεν επαναλαμβανόμενον το δίστιχον:

Ο γάμος καλορροίζικος κ' η νύφη καλομοίρα· να κάμουν σερνικά παιδιά σαν της μηλιάς τα μήλα.

Και δεν ήτο πλέον ψεύμα· δεν ήτο ονειροπόλημα! Η ευχή ετραγουδείτο δι' αυτήν — αυτήν και τον Βρανάν . . . Κ' αίφνης οι δακρύβρεκτοι οφθαλμοί της εθαμβώθησαν υπό τινος ερχομένου φωτός. Βεβαία, ήτο ώρα! Η γραία πενθερά κρατούσα λύχνον, ήρχετο πονηρώς γελώσα να την οδηγήση εις τον νυμφικόν θάλαμον . . . Έρχεται, έφθασε, καλή γρηούλα!

— Πού ήσαι, μωρή; έλα μέσα να κοιμηθής! . .

Ποία τρομερά εξέγερσις! . . Ο Νικολός, ο χονδρός και βάναυσος Νικολός, κρατών λύχνον, απαίσιος υπό τον κεφαλόδεσμον και την νυκτικήν ενδυμασίαν του, ήτο εις την θύραν κ' εκάλει διά της τραχείας φωνής του εις ύπνον την λυγερήν. Και πώς ωμοίαζεν η φωνή του με το χλιμίντρισμα αλόγου θηλυμανούς! . . Δεν είχε τον τρυφερόν τόνον και την γλυκύτητα εκείνην, η οποία μεταφέρει τας γυναικείας ψυχάς εις ονειροπόλησιν του αγνώστου συζυγικού κόσμου, του περικαλύπτοντος το πραγματικώτερον των επιγείων με τον πέπλον σαπφειρίζοντος ιδανικού. Η Ανθή ήκουεν αυτόν από της εποχής της παρθενίας της ακόμη, με μίαν βάναυσον διέγερσιν όλου της του νευρικού συστήματος . . .

Έτσι διέρρεεν ο βίος του Νικολού και της Ανθής· άχαρις, ατερπής και απρόθυμος, ως ρεύμα λαγκαδίου, δυσκολευόμενον από σαπησμένα βρύα και φθισιώντα λάχανα. Το σπίτι των δεν είχε την ευέλπιδα όψιν φωλεάς πτηνών, εν τω μέσω πρασίνου κισσού και ξανθού αιγοκλήματος τελούντων τους έρωτας και τας αγάπας των. Αλλά την βαρείαν κ' ερημικήν όψιν τρώγλης, ένθα αγριωπός πετρίτης κρατεί αναγκαστικώς εις τας ορέξεις του αθώαν και άχολον περιστεράν. Και ο τοιούτος συζυγικός βίος δεν επέδρασε μόνον επί των αισθημάτων, αλλά κ' επί του όλου ατόμου της Ανθής. Δεν εστείρευσε μόνον η καρδία, αλλά και ο νους επαχύνθη και το σώμα εξετραχύνθη. Ο νους έχασε την γοργότητα, την υψιπετή τάσιν του, παθών όλως αντίθετον εξέλιξιν της πεταλούδας. Νωθρός και βαρύς ανεκινείτο μόλις εις τον περιωρισμένον κύκλον του καθημέραν βίου, όπως ο σκώληξ του πηλού ο οποίος μόνον διά την τροφήν του φροντίζει. Το δε σώμα απέβαλε την ζωηράν και αγαλματώδη αυτού πλαστικότητα. Αι παρειαί έγειναν πλαδαραί· τα χείλη παχέα και πλήρη ραγάδων έχασαν την αγνήν των φρικίασιν· αι σάρκες ωγκώθησαν κ' εχάθη η λυγηρά οσφύς· το κατά τι ανδρικόν παράστημα το οποίον έδιδε χάριν εις την παρθενίαν της κ' έδιδεν ιδέαν της δρυάδος νύμφης των δασών, τόρα την μετέβαλεν εις ωργισμένην δράκαιναν φοβερού παραμυθίου. Μόνον τα μάτια της, τα μεγάλα εκείνα και κατάμαυρα, διετήρουν ακόμη την μαγικήν και μυστηριώδη έλξιν των — δίχως όμως της πριν παρθενικής αγνότητος.

Την τοιαύτην εξέλιξιν του σώματος και της διανοίας της Ανθής, έβλεπε προ πάντων ευχαρίστως η Φρόσω. Η αγαθή χωρική, μεταξύ της ακμαζούσης αναπτύξεως του τέκνου της, επί του οποίου επίστευεν ακραδάντως ότι ο άγιος Γεώργιος έρριψε την προστασίαν του και του νωθρού και απράγμονος βίου του ανδρός της είχε μίαν φροντίδα, την φροντίδα της Ανθής. Ήτο θεία και αναγκαίως ώφειλε να λάβη την θέσιν της αποχωρησάσης μητρός εις τα δεινοπαθήματα της ανεψιάς της. Ήκουε τας θλίψεις της κ' έδιδε τας συμβουλάς της, φέρουσα πάντοτε ως παράδειγμα τον εαυτόν της . . . Ναι τον εαυτόν της! . . Θαρρείς ότι τον υπανδρεύθη θεληματικώς τον Σπυροκόκια, ένα βρωμερόν ντεμπελχανάν; Καθόλου· έφαγε ξύλον, έχυσε δάκρυα, της έσυρε τα χίλια-δυο ο κόσμος διά να μη τον υπανδρευθή. Τον υπανδρεύθη όμως, υπέκυψεν εις την μοίραν της και τόρα να — είνε ένα χαριτωμένον ανδρόγυνον που μακάρι και άλλοι! . . .

Έτσι η Φρόσω συχνά κατώρθωνε να συγκρατή τας μεμψιμοιρίας και τα δάκρυα της ανεψιάς της. Αλλά δεν είχε μόνον αυτήν την φροντίδα. Η κηδεμονία μιας υπάνδρου δεν είνε αναπαυτικόν πράγμα εις τα χωρία. Ήτο ανάγκη να κλείση και τ' απύλωτα στόματα του κόσμου· να διαψεύση την χαράν των, θριαμβευόντων εκ του ασυμφώνου βίου του Νικολού και της Ανθής· κ' εν γένει να καλύψη διά ρόδων τας συριζούσας από παντού εχίδνας. Τούτο όμως δεν είνε εύκολον και η Φρόσω ματαίως εξήντλει την θορυβώδη ευγλωττίαν της και συνήπτε μάχας κρατεράς διά της γλώσσης της εις το Καλό πηγάδι και τ' άλλα κέντρα των γυναικείων συναθροίσεων. Αι αντίπαλοι πάντοτε απεδείκνυον αβάσιμα τα επιχειρήματά της.

Τόρα όμως είχε βάσιμα επιχειρήματα η χωρική. Η πάχυνσις του σώματος και η νωθρότης του 'ς της Ανθής ήτο λαμπρά επικουρία. Διά την στείρωσιν της καρδίας δεν εφρόντιζε καθόλου. Εκ της πείρας του βίου εγνώριζεν η χωρική, ότι τούτο είνε απαραίτητος ανάγκη διά τον γαλήνιον βίον μιας υπάνδρου. Η πάχυνσις του σώματος μόνον δεικνύει εις τους ξένους την ήρεμον ζωήν την οποίαν απολαμβάνει η γυναίκα παρά του ανδρός της· και ο νωθρός νους περιορίζει αυτήν εις την εύκτακτον επίδειξιν του σπιτιού της. Και αντεπεξήρχετο λοιπόν κρατερώς εις τας δυσφημίας των γυναικών.

— Μωρ' εκείνη δεν περνάει καλά; κι' όπου καλό μου θέλει· μακάρι κι' άλλαις να είχαν τέτοια τύχη! . . . δεν βλέπουν πώς επάχυνε σαν θρεφτάρι! . . . Άφσε δα που είνε και 'ς το μήνα της! . . .

Ανέφερε δε τούτο πομπωδώς κ' εσύσταινε την προσοχήν των αντιπάλων επί της εγκυμονούσης κοιλίας της Ανθής . . . Βεβαία, μία γυνή η οποία μετ' ολίγον θα γείνη μήτηρ δεν ημπορεί να τρώγεται με τον άνδρα της! . . .

Αλλ' αν ο συλλογισμός ούτος δεν ήτο ικανός να πείση τας χωρικάς περί της ειρηνικής συμβιώσεως του ανδρογύνου Πικοπούλου· ήτο όμως σημείον ότι η Φύσις, η παντοδύναμος, ειργάζετο να κατορθώση αυτήν εις το μέλλον.

Ανέτελλε τόρα η παραμονή του νέου έτους. Από του γάμου της η Ανθή ηρίθμει τον όγδοον μήνα και πολλαί συμπτώσεις έπειθον την πολύπειρον Φρόσω, ότι η ανεψιά της έμελλε τάχιστα να γείνη μήτηρ. Διά τούτο δεν παρέλειπε καμμίαν ευκαιρίαν διά να προεισαγάγη, ούτως ειπείν αυτήν, διά λόγων κ' επιχειρημάτων εις τον μέλλοντα βίον της· να της υποδεικνύη τα νέα της καθήκοντα. Η Ανθή ήκουε τους λόγους της θείας της μετά τινος γλυκείας χαράς· αλλά και περισσού τρόμου. Ποίον άρα γε θα ήτο το άγνωστον το οποίον μετ' ολίγον θ' απεκαλύπτετο ενώπιόν της; Θα ήτο μέγας ο αγών και θα ήτο ευτυχές το αποτέλεσμά του; θ' απελάμβανε θλίψεις ή χαράς εξ αυτού; . . . Μόνον αι ιδέαι αυταί κατείχον τόρα τον νουν της κ' εβασάνιζε δι' ερωτήσεων την Φρόσω.

— Α! μπα· δεν είνε τίποτε, καλότυχη· σαν να ειπής ένα λόγο· έλεγεν η χωρική.

Αλλ' αυτόν τον λόγον πώς να τον είπη; αυτό ήθελε να μάθη η Ανθή. Η Φρόσω ήτο στρατιώτης, βαπτισθείς μυριάκις εις το πυρ της μάχης και συνηθισμένος τόσον που ν' αποτολμά παιγνίδι με τας σφαίρας. Ενώ η Ανθή ήτο νεοσύλλεκτος εν σπουδή, μεταξύ βαναύσων ύβρεων γυμνασθείς διά τον πόλεμον, τρέμων τους ανωτέρους του περισσότερον των σφαιρών και εις τον πρώτον πυροβολισμόν ανατινασσόμενος εις φυγήν. Διά τούτο μόλις ησθάνθη τας πρώτας ωδίνας, έντρομος και άπελπις εστράφη προς τον άνδρα, τον οποίον εγνώριζεν αδιάφορον επίσης. Διά πρώτην φοράν σήμερον κατενόει ότι εκείνος ο Νικολός ήτο ο καλήτερος φίλος, από τον οποίον ηδύνατο ν' αναμείνη την μεγίστην συνδρομήν. Εκάλεσεν ευθύς την Γκόλφω, την μικράν παιδίσκην, την οποίαν εκληρονόμησε παρά της μητρός της σχεδόν όπως και την κοφίναν του πλυσταρίου, και την έστειλεν εν σπουδή προς τον Νικολόν να του είπη την κατάστασίν της.

— Τι με θέλει; . . . ας κάμη όπως κάμη . . . έχω δουλειά! . . .

Ο Νικολός έμεινεν απαθής εις την είδησιν της κορασίδος. Α! είχε δουλειάν η εμπορική εξοχότης της κωμοπόλεως! Ήσαν εκεί τόσοι αγορασταί· έμεναν ανεκτέλεστοι τόσαι παραγγελίαι! Ιδού μία του Στρατσίνου του εμπορίσκου Τραγανού, αποτελουμένη από εκατοντάδα δραμίων πεπέρεως, οκάδας ζάχαρη και ορύζης, μέτρων τινών σησάμου κ' ενός δέματος στρατσοχάρτου. Πώς να την αφήση ανεκτέλεστον ενώ ο πελάτης εβιάζετο να φθάση ενωρίς εις το χωρίον του και να μεταπωλήση τας προμηθείας του εις τους χωρικούς, οι οποίοι τα εχρειάζοντο διά τας εορτάς; Ζημιώνεται ο άνθρωπος εκ τούτου· ζημιώνεται και ο Νικολός, διότι πλέον δεν αγοράζει ο εμπορίσκος από το μαγαζί του. Κοιλοπονά η γυναίκα του· ας κάμη όπως κάμη! . . .

Η Ανθή όταν άκουσε την απάντησιν του ανδρός της έφθασεν εις φοβεράν αγανάκτησιν.

— Να 'ς τα μάτια του! . . . εφώναξεν αγριωπή.

Και βάναυσοι βλασφημίαι εκύλισαν από το στόμα της ακράτητοι, ως από καμμίαν τελματώδη πηγήν βρωμερά νάματα . . . Ω, ήτο πλέον γυναίκα η λυγερή!

Αίφνης θόρυβος και φωναί ηκούσθησαν εις την σκάλαν. Η Ανθή ως να προεμάντευε κακόν τι έσπευσεν ευθύς γογγίζουσα έξω. Αλλ' εις το αλγεινόν θέαμα, το οποίον παρουσιάσθη ενώπιόν της, εξηπλώθη επί του πατώματος, ρήξασα φοβεράν κραυγήν.

— Τον άνδρα μου! . . .

Ναι τον άνδρα της, τον Νικολόν Πικόπουλον μετέφερον επί εδράνου, ημιθανή κ' αιμόφυρτον εις το σπίτι του. Ενώ ησχολείτο να συμπληρώση τας παραγγελίας του εμπορίσκου κ' επί του πάγκου του όρθιος επροσπάθει να κατεβάση βαρύ δέμα στρατσοχάρτου από υψηλού ραφιού, παρεπάτησε κ' έπεσε κατά γης. Αλλά κατά την πτώσιν του βαρέως σώματός του έσπασεν η κνήμη του δεξιού ποδός· και το δέμα πεσόν κατεπλήγωσε την κεφαλήν του. Τόρα ανέβασαν αυτόν εις το σπίτι, τον εξήπλωσαν γογγίζοντα επί της κλίνης και ο ιατρός επροσπάθει να του παράσχη τας πρώτας βοηθείας. Ο Νικολός συνελθών και κατανοήσας την κατάστασίν του ήρχισε ν' απελπίζεται.

— Ωχ, ο μαύρος! . . θα πεθάνω, θα πεθάνω! . .

Έστρεψε το βλέμμα· αλλ' επειδή δεν είδε πλησίον την γυναίκα του κατελήφθη υπό παραπόνου και ήρχισε να κλαίη. Τόρα κατενόει και αυτός, ότι μόνη η Ανθή ήτο εις θέσιν να του δώση το θάρρος και την ελπίδα της ζωής. Ούτε ο ιατρός, ούτε τ' άλλα πέριξ του φιλικά πρόσωπα ήσαν ικανά ν' απαλύνουν τους πόνους του, να διώξουν τας μαύρας σκέψεις του, ν' ανδρίσουν την ψυχήν του εις τας περιπετείας παρά μόνη η γυναίκα του με μίαν επίθλιψιν της χειρός, μ' ένα της χαμόγελο, μ' ένα βλέμμα. Κ' αίφνης συλλογισθείς την στιγμήν όπου απέπεμψεν αποτόμως την παιδίσκην από το κατάστημά του και ήκουσεν αδιαφόρως της γυναικός του τας ωδίνας, επίστευσεν ότι προς τιμωρίαν η Ανθή δεν ήρχετο τόρα πλησίον του· ότι χαιρεκακούσα διά το πάθημά του τον άφινε μόνον κ' έρημον, προς εκδίκησιν.

— Ανθή, γυναικούλα μου, πού ήσαι; . . . Μη μ' αφίνης έρμο τον κακομοίρη! . . . ωλόλυζε.

Κ' επίστευεν αληθινά ότι ήτο έρημος, απερριμμένος εις μίαν τάφρον ως σκύλος αγωνιών, κ' εμεταμελείτο οικτρώς διά την πράξιν του και δεν ήθελε κανένα να γνωρίση από τους τόσους εν τω δωματίω· αλλά μόνον έκλαιε την εγκατάλειψιν της γυναικός του . . .

Αίφνης φωναί θορυβώδεις ηκούσθησαν εκ του παρακειμένου δωματίου. Αλεπάλληλα και θυμώδη «ουά» εμαρτύρουν ότι η οικογένεια Πικοπούλου ηύξησε κατά έν άτομον, μικρόν και αδύνατον πλάσμα, το οποίον όμως από τόρα είχε τόσας απαιτήσεις! Του πατρός η περιαλγής μορφή εξιλαρύνθη ευθύς· μειδίαμ' ανεφάνη επί των ωχρών χειλέων του και λησμονών τους πόνους, ανέκραξε με συντετριμμένην αλλά περιπαθή φωνήν:

— Ανθή . . . παιδί μου! . . .

Η Ανθή είχε γεννήση παιδίον εις τον Νικολόν. Η λιποθυμία εκείνη επί τη θέα του συζύγου της εις τοιαύτην κατάστασιν, μετέφερεν αυτήν ακόπως και αβλαβώς εις την θέσιν της μητρός.

Όταν συνήλθε παρετήρησεν ότι εκείτο επί της κλίνης της, εντός θερμού δωματίου· ότι τρεις γυναίκες την επεριποιούντο και ότι είχεν εις το πλευρόν της μικρόν κλαυθμυρίζον βρέφος. Διά της φυσικής εκείνης ροπής, της ενυπαρχούσης εις την γυναίκα, κατενόησεν ότι το μικρόν εκείνο απείκασμα του ανθρωπίνου όντος, το ανοιγοκλείον εις το φως τα μάτια διστακτικόν και περίεργον και διά λεπτών φωνών ταράττον το δωμάτιον ήτο σαρξ εκ της σαρκός της, ότι ήτο παιδί της κ' εχύθη να το περιπτυχθή, ως να το εγνώριζεν από μακρού χρόνου.

— Παιδί μου, γκόλφι μου! . .

— Ας το, μωρή! . . θα το σκάσης· έλεγεν εις αυτήν η Φρόσω θριαμβεύουσα . . . Ε, δε σου 'λεγα πως είν' ένας λόγος! . .

Ναι, ένας λόγος· αλλά πότε και πώς τον είπεν αυτόν τον λόγον! Τόρα μόλις ήρχιζε να σκέπτεται πώς και πότε το εγέννησεν αυτό το παιδί η Ανθή. Κ' αίφνης εσυλλογίσθη το πάθημά της, την φοβεράν πτώσιν της, κ' ηθέλησε να σηκωθή από την κλίνην να σπεύση έξω, επαναλαμβάνουσα την τρομεράν κραυγήν.

— Τον άνδρα μου! . . . πού είνε ο άνδρας μου! . . .

Έτρεμεν όλη ως το φυλλοκάλαμον· ελησμόνει το παιδί της, την χαράν της. Μόνον τον άνδρα και την συμφοράν της ενεθυμείτο. Επί του ωχρού προσώπου της εζωγραφήθη τόρα έκφρασις πόνου, ως να είχε την προς τον Νικολόν αγάπην της ερριζωμένην από την πρώτην ημέραν του γάμου, και πριν ακόμη εις την ψυχήν της, και τόρα ανέδιδε τους υψιπετείς κ' ευρώστους κλώνους της. Δεν ήτο όμως η αγάπη· ήτο το μύχιον εκείνο αίσθημα του καθήκοντος, το οποίον ενυπάρχει από παιδικής ηλικίας εις την γυναίκα του αγρού και αναπτύσσεται από της ώρας του γάμου, καταλήγον εις τυφλήν προς τον άνδρα αφοσίωσιν. Η Ανθή δεν έβλεπε πάσχοντα τον Νικολόν, αλλά τον άνδρα· δεν ετρόμαζε διά το άτομον, αλλά διά την ιδέαν. Επειδή δε εις την ψυχήν της συνείθισεν από καιρού πλέον να βλέπη αυτά συνδεδεμέν' αναποσπάστως· να μανθάνη ότι η ευπειθής υπακοή προς το έν ήτο και υπακοή προς το άλλο, δεν εχώριζε πλέον τας αγάπας και τους φόβους της. Ματαίως τόρα η Φρόσω εξώρκιζεν αυτήν να μη κινηθή από την κλίνην της, διότι θα βλαφθή· να μη τρομάζη έτσι διότι θα φαρμακεύση το γάλα της κ' έλεγεν ότι ο σύζυγός της είχε μόνον στραγγαλίση τον πόδα κ' εκοίτετο ακίνητος εις το πλησίον δωμάτιον.

— Όχι, θέλω να τον ιδώ! . . . επέμενεν η Ανθή.

Μόλις και μετά βίας κατεπείσθη να μη εξέλθη του δωματίου, όταν ήκουσε την φωνήν του Νικολού, παρακαλούσαν αυτήν να μείνη ήσυχη διά το πάθημά του. Και πόσον ήτο τρυφερά και περιπαθής εν τη παρακλήσει της η φωνή εκείνη του Διβριώτου! Αληθινά εκίνει την Ανθήν εις δάκρυα. Ο καϋμένος κι' αυτός να βγάλη το πόδι του! . .

Από της ημέρας εκείνης ήρχισε νέος βίος εις το σπίτι εκείνο. Ο Νικολός, περιορισθείς υπό του ιατρού εις εντελή ακινησίαν διά την πρόσφυσιν του κοκκάλου, παρεπονείτο διότι δεν ηδύνατο να είνε πλησίον της γυναικός και του τέκνου του. Δεν παρήρχετο ώρα χωρίς να ερωτήση τους εισερχομένους εις τον θάλαμον της λεχούς, περί της καταστάσεως αυτής και του παιδίου, θέλων να μάθη και τας ελαχίστας λεπτομερείας της ζωής των· αν κοιμάται ήσυχος η Ανθή, αν κατεβλήθη πολύ ή αν ήτο εύρωστον το παιδί κ' έτρωγε το γάλα του. Οσάκις δε ήκουεν αυτό κλαίον, ανεστάτωνε διά φωνών το σπίτι ολόκληρον, καλών τας γυναίκας να σπεύσουν και να το καθησυχάσουν.

 — Μα τι κάνεις έτσι, χριστιανέ, έλεγεν επιπλήττουσα αυτόν η
Φρόσω· σώπα και κοιμάται η Ανθή που παράδειρε απόψε! . . .

 — Καλά . . . σωπαίνω! . . . έλεγεν ο Νικολός ησύχως και περιδεώς·
μα εκείνο το παιδί κάτι θα 'παθε . . .