Την μεσημβρίαν δεν εκάθισεν εις το γεύμα. Οι γέροντες γονείς, οι οποίοι ως μονάκριβην την επεριποιούντο περισσότερον κ' εταράσσοντο εις την παραμικράν κακοδιαθεσίαν της, την εκάλεσαν επανειλημμένως να φάγη. Υποθέτοντες ότι η δυσθυμία της εκείνη προήρχετο από μετάνοιαν, διότι δεν επήγεν εις την πανήγυριν, υπέσχοντο εις αυτήν να υπάγουν μίαν άλλην ημέραν όλοι, να καλέσουν και άλλας οικογενείας φιλικάς, να ψήσουν αρνιά και να διασκεδάσουν εκεί, κάτω από τας μεγάλας ελαίας της Μονής. Ο κυρ Παναγιώτης μάλιστα υπέσχετο να φέρη και τα ταβούλια από το Τραγανό και να χορεύση εμπρός, χάριν της Ανθής του. Αλλ' η λυγερή έμεινεν αμετάπειστος. Προσεποιήθη κόπωσιν, κεφαλόπονον και αυτή δεν ήξευρε τι προσεποιήθη κ' έμεινεν έξω εις το κατώφλιον της θύρας, ως χήρα κλαίουσα την Μοίραν της.
Το απόγευμα ήλθεν η Ζαχάρω και ήθελε να την πάρη εις τον χορόν. Η Ανθή ηρνείτο επιμόνως· δεν ήξιζε τον κόπον να υπάγη. Ο χορός και η συναναστροφή θέλουν όρεξιν και αυτή δεν είχε καθόλου, μα καθόλου! ούτε ν' ανοίξη το στόμα της. Αλλά και η Ζαχάρω επέμενε παρακαλούσα. Την όρεξιν θα την κάμη εκεί, άμα ιδή τας άλλας να χορεύουν και ακούση το ντέφι να βροντή και να κελαδή ως έμψυχον εις τας χείρας της Χαραλάμπαινας. Πόσοι κάθηνται εις το τραπέζι δίχως όρεξιν και όμως άμα ιδούν τα φαγητά τρώγουν! . . . Έπειτα να ξεδώση· αν έχη τίποτε να το ρίψη έξω . . . Η λυγερή εν τούτοις ισχυρίζετο ότι άμα είνε βαμμένη η καρδιά του ανθρώπου, χίλια να κάμη του κακού πηγαίνουν. Μα πάλιν τι θα κάμη να κλεισθή εκεί; αντέτεινεν η Ζαχάρω. Από το σπίτι του Καινούριου θα έβλεπε τουλάχιστον τους πανηγυριστάς· αλλ' από το ιδικόν της τι θα έβλεπε; Η αγορά θα είνε έρημη σήμερον· ο κόσμος είν' έξω, εις τις γειτονιές . . .
Ήτο αγαθή κόρη η Ζαχάρω κ' επέμενε να διασκεδάση την θλίψιν της φίλης της. Παρίστανεν ως όλως έκτακτον το θέαμα των πανηγυριστών, όταν επιστρέφουν εις την κωμόπολιν, άλλοι εξηντλημένοι, χαλαρώς κρατούντες τους χαλυνούς των αλόγων και κύπτοντες την κεφαλήν βαρείαν εκ του πότου και του δρόμου· άλλοι εξημμένοι και αρειμάνιοι, επιδεικνύοντες τον στολισμόν και την ευτυχίαν των . . .
Η Ανθή κατεπείσθη τέλος και ηκολούθησε την νεάνιδα εις το σπίτι του Καινούριου. Και τόρα η Ζαχάρω, καταμαγευμένη διά την επιτυχίαν της αυτήν, έξαλλος εκ του θορύβου της συναναστροφής και πρόθυμη να χαροποιήση την φίλην της, ηνάγκαζεν αυτήν να σύρη πρώτη τον χορόν. Κ' αι άλλαι νεάνιδες παρεχώρουν προθύμως την θέσιν των εις την Ανθήν. Απέκαμαν πλέον! εχόρευσαν τέσσαρες και πέντε φορές κάθε μία . . .
Η λυγερή εχόρευσε τω όντι με χάριν και αφέλειαν πολλήν. Έλειπεν όμως από αυτήν η ευθυμία, η όρεξις εκείνη η πτερόνουσα τους πόδας. Ούτε κινήσεις είχεν αρκετάς, ούτε το βεργολύγισμα εκείνο το βαρύ της εποχής, το οποίον παρομοιάζει την χορεύουσαν με παγώνι όταν σκύπτη να ποτισθή εις την πηγήν. Τούτο δεν διέφυγε το εξησκημένον μάτι των άλλων γυναικών και ήρχισαν μεταξύ των να φέρουν εν ψιθυρισμώ τας κρίσεις των. Τι έπαθε, καλέ πώς χορεύει έτσι η Ανθή! . . . Από όλας δε περισσότερον παρετήρησε τούτο η σπιτονοικοκυρά και το έδειξε χαιρεκάκως εις την μεσόκοπον γείτονά της, την αδελφήν του Γιωργίου Βρανά. Όχι, δεν ηδύνατο να συγχωρέση τοιαύτα λάθη εις τον χορόν η αγαθή Παντελιού. Αν εχόρευον έτσι αι θυγατέρες της, η Βασιλική της αν εχόρευεν έτσι, δεν θα την άφινε ποτέ πλέον να χορεύση. Και βλέπεις, αδελφή, ότι επάχυνεν ακόμη αυτή η κόρη· βλέπεις τι άσχημη έγεινε; πού πρώτα που ήτο μια πανώρηα λυγερή! . . Έπειτα τι κάμνει τάχα πως δεν την μέλει και χαμηλώνει τα μάτια, σαν την Παναγιά; Αυτά δεν χωνεύονται πλέον! . . . Και ζωηρευθείσα αίφνης, εψιθύρισεν εις το αυτί της συντρόφου της.
— Ξέρεις, αδελφούλα μου, που αν είν' αλήθεια τα λόγια του κόσμου, ο Γιωργάκης δεν κάνει καλά να πάρη αυτή την ψευτοπαναγιά! . . .
Κ' ενδιαφέρετο η χονδρή και πληθωρική γυνή περί του μέλλοντος του Γεωργίου Βρανά και ανησύχει διά την τύχην του. Η μητρική καρδία της δεν ηδύνατο ν' ανεχθή τοιαύτην του νέου ατυχίαν. Δεν εχάθηκαν δα από τον κόσμον τα κορίτσια· είνε άλλα που τον παρακαλούν αρκεί να θέλη μόνον! . . . Και ήσαν οι λόγοι ούτοι πλαγία ομολογία των συμπαθειών τας οποίας έτρεφε προς τον Γιώργιον και των προσδοκιών της, ως καλού γαμβρού διά την θυγατέρα της, την Βασιλικήν. Την ηξεύρει δα όλον το χωριόν την Βασιλικήν, την πρωτότοκόν της, τι προκομμένη είνε και τι εύμορφη! Ας μη λέγη τίποτε η Παντελιού, διότι είνε μητέρα και να μην υποτεθή ότι θέλει να επαινέση την κόρην της . . .
— Μπα σε καλό σας! γάμο έχετε; Ηκούσθη αίφνης και ώρμησεν εις την σάλαν η Βασιλική.
Φωναί εύθυμοι εδέχθησχν ευθύς την παρθένον, δεκαεπταετή ξανθόμαλλον και λευκήν παρθένον· ευχαί εγκάρδιοι και δεξιώσεις ως να έλειπεν από χρόνου μακρού.
— Καλώς την, καλώς ώρισες!
— Βοήθειά σου ο άγιος.
— Και του χρόνου με τον καλό σου! . . .
Η Βασιλική ηυχαρίστει όλας διά τας ευχάς· ησπάζετο τας φίλας της, άπλωνε την χείρα εις άλλας κ' εσπόγγιζε το κάθιδρον πρόσωπόν της κ' εγέλα πετώσα όλη από χαράν. Ήτο φύσει εύχαρις και λάλος η νεάνις· ένας από τους ελαφρούς εκείνους παρθενικούς χαρακτήρας, τους οποίους δύναται τις ασφαλώς να παρομοιάση με τας σουσουράδας· πετούν, φλυαρούν, γελούν αδιακόπως και ο νους των διατελεί εις αδιάκοπον ζήτησιν της μεταβολής του βίου, το δε σώμα παρακολουθεί πρόθυμον. Η μελαγχολία δεν έχει θέσιν εις αυτούς· η λύπη δεν έχει διάρκειαν. Περί της Βασιλικής ελέγετο μεταξύ των γυναικών, που παρεστάθησαν εις την γέννησίν της, ότι μόλις έπεσεν εγέλα και ηκτινοβόλει από ευτυχίαν το πρόσωπόν της, ως να ήρχετο με λαμπράς εντυπώσεις από τον άλλον κόσμον κ' εχαίρετο διά την αλλαγήν του βίου.
Και τόρα δι' αυτήν την βραχείαν αλλαγήν του βίου, τας νέας σκηνογραφίας, που εξετυλίχθησαν εμπρός τα μάτια της, της θορυβώδους πανηγύρεως, του εσμού αυτής και των θεαμάτων, ήτο τόσον χαρούμενη κ' έφρισσεν όλη ανήσυχος, υπό τας φιλοστόργους χείρας της μητρός της, η οποία την επεριποιείτο με συγκίνησιν.
— Μέσ' 'ς το μεσημέρι εκινήσατε να 'ρθήτε έλεγε κάπως
ηγανακτισμένη η Παντελιού· δεν αφίνατε 'λίγο να δροσίση . . .
— Πού άφινε ο Νικολός· απ' την ώρα που τον πάτησε τ' άλογο
εδαιμονίσθηκε!
— Τι, ποιο άλογο τον πάτησε;
Όχι, καλότυχη, τον πάτησε τον επήρε εκεί με τον αέρα το άλογο του Γεωργίου Βρανά και τον έρριψε κάτω. Αλλ' αυτός εφοβήθη τόσον, ώστε όλο και άλογα έβλεπε γύρω του και ηνάγκασε τας γυναίκας να φύγουν γρήγορα, γρήγορα! . . .
Ο χορός διεκόπη τόρα και όλαι αι νεανίδες εκύκλωσαν την Βασιλικήν, περίεργοι ν' ακούσουν τας εντυπώσεις της. Εις το πάθημα του Νικολού Πικοπούλου, ο οποίος διά το κωμικόν παράστημά του, συχνά επροκάλει τας ειρωνείας των κορασίδων, οι γέλωτες ήχησαν με θορυβώδη ασυμφωνίαν.
Αλλ' η εγκαρδιώτερον των άλλων γελώσα ήτο η Ανθή. Έπασχε τόσα από αυτόν τον άνθρωπον, ώστε της εφαίνετο πολύ ευχάριστον το πάθημά του. Εξεδικείτο έτσι η αδυναμία της· εθριάμβευεν επί τη ιδέα ότι ο Γεώργιος ήτο ο εκδικητής αυτής και μετεμελείτο, διότι δεν επήγεν εις την πανήγυριν, ν' αντιληφθή με τα ίδια της μάτια την εξουθενωτικήν εκείνην πτώσιν του μισητού της. Η ψυχή της λυγερής ευρίσκετο εις απολαυστικήν έκστασιν, φανταζομένη διά της ζωηρότητος του μίσους, τον Νικολόν κυλιόμενον εις το χώμα κ' έπειτα σηκονόμενον περίτρομον, με τα φορέματα κατασκονισμένα και φεύγοντα ευθύς μακράν της πανηγύρεως, ενώ ο Γεώργιος ωρθούτο επί του αλόγου του, θριαμβευτής και υπερήφανος . . . Και ολίγον κατ' ολίγον δόσις φθόνου εγεννάτο μέσα της διά την Βασιλικήν· φθόνου τον οποίον ησθάνθη ευθύς μόλις έμαθεν ότι η νεάνις αντικατέστησεν αυτήν εις την πανήγυριν και τον οποίον εσίγασαν μετ' ολίγον αι σκέψεις του λυπηρού μέλλοντός της.
Αλλ' ανέκαθεν η Ανθή δεν έτρεφε μεγάλην συμπάθειαν προς την Βασιλικήν. Το εύθυμον και γελαστόν ήθος της παρθένου, αι περιποιήσεις τας οποίας απέδιδε προς αυτήν, πάντοτε παρεξηγούντο υπό της λυγερής. Ενόμιζεν ότι όλα ήσαν εμπαιγμοί και φιλέκδικος διάθεσις μόνον. Η Βασιλική ήτο αδελφή του Δημητρίου, του στενωτέρου φίλου του Βρανά και τούτο την ανησύχει μεγάλως. Πρόληψίς τις εβασίλευεν εις το πνεύμα της, ότι εκείνη μίαν ημέραν θ' αντικαθίστα αυτήν εν τη καρδία και τη ζωή του αγαπητού της. Πολλάκις έκλαυσε δι' αυτήν την ιδέαν· πολλάκις απηλπίσθη και ωμολόγησεν εις τον Γεώργιον πλαγίως, ότι δεν ήθελεν να συχνάζη εις το σπίτι του φίλου του. Ο νέος εννόησε τους φόβους της και προσεπάθησε να τους διασκεδάση. Αλλ' η φιλία του Βρανά και του Δημητρίου υπήρχε πάντοτε, ακμαία και αδιάρρηκτος και υπήρχον εκ τούτου και οι φόβοι της λυγερής. Τόρα ενόμιζεν ότι η Βασιλική υπερέβαλεν αυτήν καθ' όλα· ότι της έκλεψε μίαν έκτακτον απόλαυσιν, και μετενόει διότι δεν ηκολούθησε την θείαν της, αλλά παρεχώρησε την θέσιν της εις εκείνην, να κόβη τόρα και να ράβ' η γλώσσα της!
Ναι, να κόβη τόρα και να ράβ' η γλώσσα της Βασιλικής! Τούτο εκέντα πολύ την ζυλοτυπίαν της λυγερής. Να βλέπη τόσας εκεί μορφάς προσηλωμένας εις εκείνην περιέργως· ενωτιζομένας τους λόγους της λαιμάργως, εκπληττομένας διά τα περίεργα συμβάντα της πανηγύρεως και να ηξεύρη ότι εις την θέσιν της θα ήτο αυτή τόρα, θα εκίνει αυτή την προσοχήν και όχι η Βασιλική· τούτο εξηρέθιζε τον φθόνον της ακόμη περισσότερον.
— Αμ' την κουλούρα; ποιος επήρε την κουλούρα; ηρώτησαν αίφνης την
Βασιλικήν αι γυναίκες.
— Ο Γιώργης ο Βρανάς.
Και μετά φλυάρου λεπτομερίας, ευτυχισμένη διότι ήτο εις θέσιν να λέγη, όλον να λέγη και ν' ακούεται μετά προσοχής η ελαφρά νεάνις, ήρχισε να διηγήται τα του ιππικού αγώνος. Α! είνε το καλλίτερον της όλης πανηγύρεως αυτό! Φαντασθήτε· μόλις εδόθη το σημείον και όλη εκείνη η μυρμηκιά του θεωμένου πλήθους ν' ανυπομονή, να στενοχωρήται να παθαίνεται ως έν και μόνον σώμα. Ο κάμπος ηπλούτο επικλινής ολίγον ομαλός όμως, καταπράσινος, με ολίγα σφερδούκλια εδώ κ' εκεί· με μίαν αγριαπιδιάν εις την μέσην κ' ευρύς, απεριόριστος εις το βλέμμα των θεατών. Ένεκα της μεγάλης αποστάσεως δεν διέκρινέ τις κατ' αρχάς άλλο τίποτε παρά μελανά μόλις στίγματα, σκιάς άνω του εδάφους, φερομένας υπό του ανέμου. Μικρόν κατά μικρόν έπειτα διεκρίθησαν οι πόδες των αλόγων, κινούμενοι εμπρός-οπίσω μετά ταχύτητος, ως πτερωταί μύλου και τέλος διεγράφησαν και οι καβαλλάρηδες, ως λευκά συννεφάκια ανά την απέραντον έκτασιν. Ο νικητής όμως ήτο αδύνατον να διακριθή ακόμη. Η φορά των αλόγων εν τη καταπληκτική ορμή των, ήλλασε κατά λεπτόν και οι πρώτοι ήρχοντο έσχατοι και οι έσχατοι επροπορεύοντο, ώστε κατήντησεν αμφίβολον το τέλος. Το πλήθος ανυπόμονον έκαμνε τας κρίσεις του, έλεγε τας εικασίας του καθείς, ωσεί θέλων να ταχύνη το αποτέλεσμα.
— Να το ψαρί, την άρπαξε!
— Μπα, δεν βλέπεις το μπάλιο που το φέρνει κατά πόδι;
— Θα το περάση, ορέ, θα το περάση!
— Α! α! α! α! . . .
Κ' εφώναζον οι στρατηλατούμενοι, κινούντες χείρας και πόδας, ως να μετείχον και αυτοί του αγώνος . . . Αίφνης νά· πίπτει ένας καβαλλάρης και φεύγει το άλογόν του μακράν, τριποδίζον. Δύο άλλοι, βλέποντες φανεράν την αποτυχίαν αποσύρονται του αγώνος· αλλά διά να μην ντροπιασθούν φεύγουν μακράν των θεατών. Και αρχίζουν ούτοι πάλιν φωνάζοντες:
— Του Ζόγγα επήρ' ο ένας, του Ζόγγα!
— Κι' ο άλλος του Μάζι . . .
— Πάει να κάμη συμπεθεριό! . . .
Και γελούν, αιωνίως γελούν, σαρκάζοντες τους νικημένους . . . Τ' άλογα τρέχουν ακόμη εν δαιμονιώδει φορά, με την κεφαλήν τεντωμένην εμπρός, το σώμα όλον ευθύτατον ως ιπτάμενοι κόρακες. Και τα φορέματα των καβαλλάρηδων κυματίζουν, φουσκώνουν από τον άνεμον αι πλατείαι χειρίδες των υποκαμίσων και η φουστανέλλα πλαταγεί θορυβωδώς.
Άλογα τέσσαρα έμενον τόρα διαφιλονικούντα το γέρας. Το λευκόν ήρχετο προς τα εμπρός, με τον καβαλλάρην κολλημένον ως κάνθαρον επάνω του. Αίφνης πλησίον του επέρασε το μαύρον, με το λευκόν αστέρι εις το μέτωπον κ' εβάδιζε τόρα κατ' ευθείαν εις το τέρμα. Αλλά μετ' ολίγον άλλο, με τρίχωμα βαθύ ασπρόμαυρον ήλθε παραπλεύρως, ζητούν την νίκην . . . Και οι θεαταί εξηκολούθουν τας συζητήσεις κ' έλεγαν τα συμπεράσματά των ανυπόμονοι.
— Ανδραβιδιώτης είνε το αστεράτο;
— Ναι, του Σκαμνάκη . .
— Και τάλλο, το σιδερικό;
— Γαστουνιώτης.
— Θα την φάη τη χυλόπηττα!
Και ολίγον έλειψε να έλθουν εις ρήξιν εξ αιτίας του, μη παραδεχόμενοι να ντροπιασθή το άλογον του τόπου των. Αλλ' αίφνης ο ψαρής, ο προπορευόμενος εις την αρχήν του αγώνος, εστάθη εις την μέσην του δρόμου ακίνητος, παρά τας παροτρύνσεις του αυθέντη του, και κρατών υψωμένην την κεφαλήν, παρετήρει όλα τα σημεία, ως να ηρεύνα τον ορίζοντα· έπειτα εστράφη αποτόμως προς τα οπίσω, συναποφέρων άκοντα και τον κύριόν του.
— Άφς τον· πάει για βρούβες· είπαν.
Έμεναν πλέον τρία εις το ιπποδρόμιον· τα δύο επήγαιναν εμπρός, και ολίγον όπισθεν, σχεδόν επί τα ίχνη των, εβάδιζε το τρίτον. Ήρχετο τούτο κανονικώς τρέχον, μη παραλλάσσον τον βηματισμόν του, ως να ήτο βέβαιον περί της νίκης του και άφινε τ' άλλα να κοπιάζουν αδίκως. Και ωσεί προλαμβάνον την σκέψιν των θεατών, δι' ενός πηδήματος, επέρασεν αίφνης μεταξύ των αντιπάλων του κ' επλησίασε σπεύδον τον κρατούντα επί κοντού την κουλούραν, της νίκης το έπαθλον.
— Μωρέ, γεια σου, πουλί μου! εφώναξαν οι θεαταί κατενθουσιασμένοι, φιλούντες το άλογον επί του τραχήλου. Ενώ, ο Γεώργιος Βρανάς ο καβαλλάρης και κύριος του ωχρός, συγκεκινημένος, ωρθούτο κ' επεδείκνυεν εις το πλήθος την κουλούραν, εν εξάλλω αποθεώσει . . .
— Παναγία μου, τι ώμορφος που ήταν εκεί! άγγελος γραμμένος· επεφώνησεν η κόρη με απροσποίητον θαυμασμόν.
Αλλά και οι ακροαταί αυτής δεν ήσαν ολιγώτερον ενθουσιασμένοι. Η νίκη ενός αλόγου δεν θεωρείται μικρόν κατόρθωμα μεταξύ των χωρικών. Ο νικητής τιμά όχι μόνον τον εαυτόν του, αλλά και τον κύριόν του και το χωρίον ακόμη από το οποίον κατάγεται. Η νίκη του, διά των μυρίων στομάτων των παρατυχόντων πανηγυριστών, διαθρυλείται εις τα πέριξ χωρία ως μέγα γεγονός. Οι από Πατρών μέχρι Πύργου συναντώμενοι καρρολόγοι, μεταδίδουν το όνομα, το χρώμα κ' εν γένει τα χαρακτηριστικά του, αυξάνει δε την τιμήν του εις ενδεχομένην πώλησιν, ως έν από τα καλλίτερα προσόντα του. Οι χωρικοί εις τα χωρία των, διά την έλλειψιν καθημερινών νέων, επί εβδομάδας, επί μήνα όλον, συζητούν μετ' ενδιαφέροντος τα προσόντα, αυτού και τας αφορμάς διά τας οποίας οι άλλοι υστέρησαν, ως ιστοριογράφοι την ήτταν μεγάλων στρατηγών. Διά τούτο τόρα αι νεανίδες κ' αι άλλαι γυναίκες, ετράπησαν εις θορυβώδη διαδήλωσιν υπέρ του Γεωργίου και του αλόγου του.
Μόνον η Ανθή δεν ωμίλει, δεν εθορύβει, δεν ενθουσιάζετο. Τι αν ησθάνετο μικράν χαράν εις τα στήθη της διά τον θρίαμβον του Γεωργίου; Η λύπη της ήτο μεγάλη τόρα, διότι δεν ήτο εκεί και αυτή να τον απολαύση εις την έξαλλον αποθέωσίν του και μεγαλητέρα η αγανάκτησίς της εναντίον του Νικολού, ο οποίος έγεινεν η αιτία τούτου κ' εναντίον της Βασιλικής που τον απήλαυσεν. Και τι τάχα καμαρώνεται αυτή, η «άσπρη μου σαν το χαρτί, κόκκινη σαν το βερζί, μαύρα μάτια, μαύρα φρύδια, ρίξε μου τα μαλλάκια σου ν' ανέβω απάνου», έ; Τι καμαρώνεται και χοροπηδά και ομιλεί τόσον ελευθέρως περί του Γεωργίου!. Ή μήπως της επόνεσε και αυτής το δόντι; — μωρέ μούτρα! . . . Η λυγερή ζηλότυπος εις την αγάπην της· περίφοβος διά το είδωλόν της, εσκέπτετο ότι καλλίτερον θα έκαμνεν αν δεν ήρχετο εκεί και ωργίζετο εναντίον της Ζαχάρως, η οποία την έφερε διά ν' ακούση αυτούς τους λόγους, να μαυρίση περισσότερον την καρδίαν της, και ήθελε να φύγη. Αλλ' οι έπαινοι περί του Γεωργίου και του αλόγου του εξηκολούθουν μεταξύ των γυναικών και η λυγερή ανέβαλλεν από ώρας εις ώραν, αρεσκομένη ν' ακούη καλολογίσματα διά τον καλόν της.
— Δεν 'ξέρω, έλεγε τόρα η γρηά Μήτραινα· ο μαύρος είνε φαλάγγι!
— Και τι ώμορφο νοητάκι! εγώ αν ήθελεν ο Γιώργης θα του έκανα ένα χαϊμαλί· επρόσθεσεν η Βασιλική ενθουσιωδώς.
Η λυγερή δεν εκρατήθη πλέον. — Ξετσίπωτη! εψιθύρισε με πείσμα και διηυθύνθη προς την θύραν διά να εξέλθη. Αλλά δυνατός πυροβολισμός αντηχήσας έξω, ηνάγκασεν αυτήν να ορμήση μετά των άλλων γυναικών, με βοήν και πάταγον εις την σάλαν.
— Παγκυριώτες, κορίτσα, παγκυριώτες! . . .
Ευθύς άδειασεν η σάλα. Αι γραίαι, αι μεσόκοποι, αι νεάνιδες συνωστίζοντο τόρα επί της ξυλίνης ταράτσας, προβάλλουσαι τας κεφαλάς και διαφιλονεικούσαι τας θέσεις εν ανταλλαγή φωνών και γελώτων, μεταξύ των οποίων ηκούοντο και κλαψίματα στενοχωρηθέντος είτε πατηθέντος παιδίου.
— Την κουλούρα! έχουν την κουλούρα! . . . εφώναζε μικρά κορασίς, κτυπώσα τας παλάμας εξ υπερμέτρου χαράς.
Τω όντι ο όμιλος του Βρανά και των φίλων του ήρχετο φέρων θριαμβευτικώς την κουλούραν. Μετά τον ιππικόν αγώνα οι νέοι επήγαν εις την στάνην του γέρω Γκόρα, όπου ο πλούσιος ούτος πατριάρχης, με τα κοπέλια και τους υιούς του, υπηρέτει εν αδόλω χαρά τους πολυαρίθμους ξένους του. Έφαγον με όρεξιν το σουβλιστόν αρνί, το πουγανιστόν κατσίκι και την γευστικήν τυρόπητταν του γέρω Γκόρα κ' ερρόφησαν αφθόνως το κρασί του. Μετά τας διαχύσεις της χαράς και της ευθυμίας των, αποχαιρετίσαντες τους βλαχοποιμένας εκίνησαν διά την κωμόπολιν. Ο Γεώργιος Βρανάς δεν ήτο ολιγώτερον συγκεκινημένος του Κοροίβου, του αρχαίου Ολυμπιονίκου, εισερχομένου εις την γενέτειραν πόλιν. Το άλογόν του ήτο νικητής· άρα ήτο και αυτός νικητής. Και όχι μόνον αυτός αλλά και όλοι οι σύντροφοί του! Και ήρχοντο τόρα εξημμένον έχοντες τον νουν υπό του κρασιού οι νέοι, ορθόν το σώμα υπό του θριάμβου, ανά τέσσαρες, με τας χείρας ενωμένας επί των ώμων αλλήλων, εις ένα σώμα πολυσύνθετον εξ αλόγων και ανδρών. Εις το μέσον του πρώτου στοίχου διεκρίνετο, διά το πλούσιον της στολής και το υψηλόν ανάστημά του ο Βρανάς, κρατών εις την μύτην του μαχαιριού του ανθοστολισμένην την κουλούραν, της νίκης του άθλον, και το άλογόν του, μεγαλοπρεπώς βαδίζον, ανακινούν εδώ κ' εκεί στεφανηφόρον κεφαλήν, ως να ηνόει τον θρίαμβον τον οποίον κατήγαγε. Και τ' άλλα τ' άλογα μετ' ευρύθμου βαδίσματος, έφερον τους υπερηφάνους καβαλλάρους των, τραγουδούντας εναλλάξ, το τραγούδι του τροπαιοφόρου Στρατηλάτου, διά του οποίου ο ποιητής του λαού παρέστησε συγκινητικώτερον και θελκτικώτερον υμνογράφου το θαύμα:
Άγιε μ' άι Γιώργη στρατηγέ και γριβοκαβαλλάρη, αρματωμένε με σπαθί και με χρυσό κοντάρι, 'σαν άγιος 'μοιάζεις 'ς τη θωριά, 'σαν ήλιος 'ς τη λαμπρότη· παρακαλώ σ' αφέντη μου και τίμιέ μου Στρατιώτη! . . .
Οι πανηγυρισταί έτσι επλησίασαν εμπρός εις το σπίτι του Καινούριου. Απέναντι υπήρχεν ευρύς σπιτότοπος, κατεστραμμένος κήπος, μ' ερείπια εις το βάθος και αρκετάς πέριξ συκομωρέας. Επί μιας τούτων εκυμάτιζεν υψηλά κόκκινη σημαία κ' εκρέματο φιάλη γεμάτη κρασίου, κάτω δε εις την σκιάν των άλλων δένδρων, διεσπαρμένα ξύλινα καθίσματα εμαρτύρουν ότι εκεί ήτο πρόσκαιρον κρασοπωλείον. Τα πρόσκαιρα αυτά κρασοπωλεία είνε συνήθη εις τα χωρία κατά τας επισήμους ημέρας και χρησιμεύουν ως κέντρα ευθύμου συναθροίσεως, αφού τα καφενεία και τα καταστήματα της αγοράς μένουν κλειστά. Πτωχοί χωρικοί, από του Σεπτεμβρίου αποθηκεύοντες προς ιδίαν χρήσιν κρασί εις τα σπίτια των, πωλούν εξ αυτού ολίγον κατά τας τοιαύτας ημέρας, ποριζόμενοι δι' ελαχίστου εμπορεύματος αρκετά κέρδη. Τούτο λοιπόν έκαμεν εκεί ο Αριστείδης, μεσόκοπος χωρικός, έχων λευκόν σκουφάκι από μανδαπολάμι εις την κεφαλήν, σηκωμένας τας χειρίδας του υποκαμίσου μέχρι των ώμων, τας δε του μεϊντανίου καρφωμένας χιαστί όπισθεν διά καρφίδος, ποδιάν βρεγμένην επί της φουστανέλλας κ' ελευθέρους καλτσών τους πόδας. Ο τραυλός ούτος χωρικός εφαίνετο ότι εγεννήθη διά το επάγγελμα του κρασοπώλου· οι δε συμπατριώται του έλεγον ακόμη ότι κρασί επώλει και εις την κοιλιάν της μάνας του. Αδιακόπως έφερεν επί του προσώπου το χρώμα του κρασιού, επί δε των φορεμάτων, και όταν ακόμη ήτο αργός, την βαθείαν οσμήν του. Ήτο πολύλογος, ακούραστος εις την εξάσκησιν του επαγγέλματός του, μουσκευμένος μέσα κ' έξω, καθ' όλα τύπος Διονύσου των νεωτέρων χρόνων. Τόρα ησχολείτο εις την εξόφλησιν παλαιών λογαριασμών, τους οποίους είχε με τον Κουτσαναστάσην, αγαθόν κρασοπατέρα, σκεφθέντα αυτήν την στιγμήν κατά την μέθην του, να πληρώση τα χρέη. Αλλά του εφαίνοντο εξωγκωμένα, κ' εζήτει από τον Αριστείδην να κατεβάση τας απαιτήσεις του. Ο κρασοπώλης, ανυπομονών κ' εξωργισμένος επροσπάθει να τον πείση ότι ήσαν αλάθητα τα κατάστιχά του και του επανέλεγε με την τραυλήν φωνήν του:
— Τον καιρό που το πίνεις! . . . τον καιρό που το πίνεις! . . . τον καιρό που το πίνεις! . . .
Μόλις όμως είδε τους πανηγυριστάς πλησιάζοντας, ο Αριστείδης παρήτησε τον Κουτσαναστάσην να λύνη, με τρόμον χειρών και ψιθυρισμόν αδιάκοπον, την χρηματοσακκούλαν του και αρπάσας την κρασοκανάταν και ποτήρια ήλθε προς αυτούς. Οι νέοι παρετήρησαν ευθύς, μόλις πλησιάσαντες, τ' ωραίον και πλούσιον σύμπλεγμα των γυναικών επί της ταράτσας και ο ενθουσιασμός των έγεινεν ακράτητος.
— Χρόνια πολλά, θεια! . . . χρόνια πολλά! . . . εφώναζον, χαιρετώντες με το ποτήρι τας γραίας.
Αλλ' αν διά της φωνής απετείνοντο προς τας μαραμμένας εκείνας μορφάς, ο λογισμός αυτών και το βλέμμα επέτα κ' έθιγε διψαλέον τ' ανθηρά κάλλη, των οποίων τα πονηρά μάτια ελαμπίριζον μεταξύ του πρασίνου κισσού, ως αδάμαντες επί στρώματος σμαράγδου. Κ' έκφρονες πλέον, εκέντων τ' άλογά των εις διάφορα γυμνάσματα· διεσκέλιζον μαζί τα καθίσματα και τους πάγκους, έκοπτον διά μιας φεύγοντες τους κλάδους των δένδρων ή στρεφόμενοι περί την κοιλίαν των ζώων, ήρπαζον τα χαμαί ξυλάρια κ' επανέστρεφον επί της σέλας ακλόνητοι. Κ' αι τόσαι εκεί λυγεραί ησθάνοντο την καρδίαν πληγωμένην υπό της λεβεντιάς εκείνης· συνελάμβανον ιδέας παραδόξους, πόθους γλυκερούς, οι οποίοι κατά την εξέλιξίν των ήτο δυνατόν, ήτο εύκολον ναι, ν' απολήξουν εις την ευτυχίαν της ζωής των.
Υπάρχει εις την ζωήν της νεάνιδος κάποια στιγμή, κατά την οποίαν αίφνης και απροσδοκήτως, από το παραμικρόν γεγονός αφυπνίζεται το λανθάνον ένστικτον κ' εξετάζουσα ευρίσκει ότι έχει και αυτή δικαιώματα επί της ανθρωπίνης ευτυχίας. Τότε το πατρικόν σπίτι φαίνεται εις αυτήν στενόν, φυλακή αυτόχρημα· αι σοβαραί όψεις των γερόντων ανυπόφοροι· η οικογενειακή εκείνη ζωή, από την οποίαν έφυγαν πλέον αι ονειροπολήσεις, αι πλάναι, αι αδιάκοποι περί μεταβολής ελπίδες, πολύ μονότονη. Την γαλήνην του πατρικού ασύλου, την οποίαν ο νεάνιας πάντοτ' επιζητεί, η νεάνις αποστέργει μετά βαρυθυμίας, όπως αποστέργει το πουλί τον κλωβόν του. Βιάζεται να φύγη το τρυφερόν πουλάκι, να καθίση επί άλλου κλαδίσκου, τον οποίον φαντάζεται χλοερώτερον, σκιερώτερον, ευτυχέστερον πάντοτε του πατρικού. Και ονειροπολεί αδιακόπως τον άγνωστον σταυραετόν, εκείνον που θ' ανοίξη μίαν ημέραν τας ισχυράς πτέρυγάς του και θα την συνεπάρη μακράν εις άλλον βίον, εις άλλην φωλεάν. Τούτο συνέβαινε τόρα και εις τας ψυχάς των παρθένων. Εύρισκον πολύ αρμοδιώτερα τα σπιτάκια των νέων εκείνων, διά να περάσουν την ζωήν των, πολύ ευτυχέστερον τον εαυτόν τους, αν τους επερίμεναν εμπρός εις την θύραν διά να τους δεχθούν μόλις πεζεύσαντας και να τεθούν αφρόντιδες υπό τας περιποιήσεις και τας διαταγάς των.
Η Ανθή δεν εσκέπτετο τούτο ολιγώτερον των άλλων. Τουναντίον ήτο εκεί εμπρός της ο αγαπημένος και ήσαν ζωηρώτεροι οι πόθοι και τα όνειρά της. Αν αι άλλαι δεν ήξευρον τον λυτρωτήν σταυραετόν, αυτή τον εγνώριζε κ' εύρισκε μάλιστα ότι εβράδυνε να έλθη. Αχ, κινήσου καϋμένε σταυραητέ! άνοιξε τα φτερά σου κ' έλα πάρε την· φέρε την εις άλλους τόπους, όπου αφθονεί ο κισσός και ο μόσχος, και μη την αφίνης εις αυτόν τον μπούφον Νικολόν, ο οποίος θα την μαράνη με το πρώτον φίλημά του! . . Και η λυγερή με σπαρταρίζον μάτι ως να ητένιζε σημείον φωτεινόν, ητένιζε τον Γεώργιον Βρανάν, ανηρεύνα μετ' αυξούσης φροντίδος τα μεσσήνια — τας Μεσσηνιακάς εκείνας δερματίνας περικνημίδας, τας οποίας συνειθίζουν οι καβαλλικεύοντες φουστανελλοφόροι διά την προφύλαξιν των καλτσών — την φουστανέλλαν χυνομένην κατάλευκην επί της σέλας, τον λυγηρόν κ' ευρύν κορμόν, τον οποίον περιέβαλλον επιχαρίτως τα Μερεντίτικα μεϊντανογέλεκα και σχεδόν εψηλάφει ευφροσύνως την χαριτωμένην του νέου κεφαλήν, με το υπόξανθον μουστάκι και τα γαλανά μάτια. Εσύρετο δε υπό του πόθου κ' εθεώρει μεγίστην ευτυχίαν να της ήτο εύκολον να πλησιάση εκεί, ν' αρμόση μίαν φεύγουσαν λωρίδα του μεσσηνίου, να ταξιθετήση τας ανεστραμμένας πτυχάς της φουστανέλλας, να στρώση επιμελέστερον το κεντητόν μαντήλι του σελαχίου, να ρίψη επί του ώμου την σκορπισμένην φούνταν του φεσίου του. Όχι, δεν ήθελε να τον βλέπουν ξένα μάτια έτσι άτακτον τον καλόν της! Και εις την λέξιν αυτήν, την ανέκφραστον μαγείαν εξασκούσαν επί των παρθένων, φρικίασις εκυρίευε την σάρκα της Ανθής, ευτυχία επλημμύρει την καρδίαν της. Εφαντάζετο διά μίαν στιγμήν τον εαυτόν της. πλησίον εκείνου· ότι τον εψηλάφει γλυκύτατα· ότι ηκροάτο τους λόγους του, κ' εθεώρει μάγον μόνον όνειρον το τοιούτον. Αν κ' εγνώριζε τον προς αυτήν έρωτα του Βρανά, δισταγμός κάποιος εισέδυεν εις την ψυχήν της. Διά της αγάπης της εμεγάλυνε τον νεανίαν· εταπείνωνε δι' αυταπαρνήσεως τον εαυτόν της κ' εύρισκεν ότι τοιούτος λεβέντης όχι, δεν ηδύνατο να ζευγαρωθή με αυτήν, την σταχτοπούταν! . . . . Και η χαρά της λυγερής μετετρέπετο εις μελαγχολικήν χαράν, ευδαιμονίαν τεθλιμμένην η οποία ενάρκονε το σώμα παρέλυε το πνεύμα κ' έφερε σχεδόν δάκρυα εις τα μάτια της.
Αίφνης η λυγερή εσκίρτησεν ως να ήλθεν εις την πραγματικότητα. Ο Βρανάς την έβλεπε κατάματα, μ' έκφρασιν μεγάλης ευτυχίας. Έπειτα έσυρεν από του σελαχίου αργυρόλαβον μαχαιράκι, έκοψεν ένα κομμάτι από την κουλούραν κ' έφερε το άλογόν του κάτω από την ταράτσαν.
— Χαιρέτα, Μαύρε!
Το άλογον χαιρετά τω όντι, ανακινούν επάνω-κάτω την νοήμονα κεφαλήν του και ο νεάνιας όρθιος εις τις σκάλες της σέλας, προσφέρει το κομμάτι εις την λυγερήν. Εις αυτήν ναι, την Ανθήν και όχι άλλην· διότι τ' αποσύρει ευθύς, μόλις απλώνει την χείρα να το πάρη αυτή, η ξετσίπωτη Βασιλική. Αλλ' η Ανθή μένει ακίνητος. Όχι, Γιώργο μου όχι· δεν είνε καλόν αυτό που κάνεις· δεν είνε φρόνιμον ό,τι ζητείς να κάμη η αγάπη σου! Να μην ήτο κόσμος ναι, έπερνεν ευχαρίστως όχι την κουλούραν μόνον αλλά σε τον ίδιον, όλον εις την αγκαλιά της· αλλ' εκεί, ενώπιον τόσων βλεμμάτων, λαιμάργων βλεμμάτων, όχι! Τι θα ειπούν έπειτα οι γονείς; τι θα πλάση ο κόσμος; τι θα γείνη τ' όνομά της; Καλή είνε η αγάπη, αλλά και το τιμημένον όνομα πολύ καλήτερον! . . . Και η λυγερή παραλυμένη, ηύχετο να σχισθή η γη κάτω από τους πόδας της, διά να κρύψη αυτήν μετά της εντροπής της· να μεταβληθούν εις λίθους τα βλέμματα των τόσων εκεί θεατών, να την θάψουν ολοζώντανην και διά παντός.
— Πάρ' το! πάρ' το! εφώναζον οι νέοι από κάτω.
— Πάρ' το! έλεγον κ' αι γυναίκες.
Αλλ' η Ανθή ένα μόνον ησθάνετο να της λέγη «παρ' το!» τον Βρανάν, ο οποίος εξηκολούθει να κρατή υψηλά το κομμάτι της κουλούρας, με τρέμουσαν εκ του κόπου χείρα και να την ατενίζη υπομειδιών, με μάτια κάπως παραπονούμενα, διότι ηρνείτο να πάρη εκείνο, μέρος του θριάμβου τον οποίον δι' αυτήν κατέβαλε. Κ' ελυπείτο να λυπήση αρνουμένη τον νεανίαν η λυγερή· κ' εσύρετο εις το βλέμμα του, ως εις μαγνήτην.
Αλλά τα τόσα βλέμματα την επίεζον. Υπέθετεν ότι αι περίεργοι πέριξ μορφαί εσάρκαζον την πράξιν της· ότι τα μειδιώντα εκείνα χείλη εκινούντο, προητοιμάζοντο εις δυσφημίαν του ονόματός της. Κ' αίφνης εις την ιδέαν αυτήν ανδριευθείσα, διά σπασμωδικής δυνάμεως ετινάχθη προς τα οπίσω, παρεμέρισε το πλήθος των γυναικών και εισήλθε κλαίουσα εις την σάλαν.
Δ'
ΤΟ ΚΑΛΟ ΠΗΓΑΔΙ
Τόρα κείται παρημελημένον, με σκορπισμένα χείλη, κατεστραμμένα σκαλοπάτια, γεμάτον από ξύλα και πέτρες ως πηγή κατηραμένη. Αι βρύσεις, χύνουσαι κατά συνοικίας άφθονον και υγιεινόν νερόν, εστέρησαν αυτό και του τίτλου, τον οποίον ευγνωμόνως του απέδιδον οι κάτοικοι· ο δ' επαρχιακός δρόμος διελθών από πλησίον, εγύμνωσεν αυτό του μυστηρίου, εφυγάδευσε τον προστάτην Θεόν του και το εξέθεσεν εις τας κακοβούλους διαθέσεις των διαβατών. Τα παλληκάρια του τόπου δεν συγκινούνται πλέον εις την όψιν του κ' αι λυγεραί ουδ' ενθυμούνται καν την ύπαρξίν του. Ερωτήσατε όμως τους προ είκοσι, προ εικοσιπέντε ετών νέους, οποίας στιγμάς του βίου των οφείλουν εις αυτό· ίδετε τας μαραμένας όψεις των γραιών, πώς ζωηρεύονται όταν προφέρουν τ' όνομά του. Ο απογυμνωμένος εκείνος χώρος ανακαλεί εις αυτούς, εν λεπτομερεί παραστάσει εποχήν ολόκληρον, όπως η όψις τάφου επαναφέρει εις την μνήμην, με όλας τας συνηθείας της ζωής του, προσφιλή νεκρόν. Επανευρίσκουν μυστικάς χαράς εκεί κατασπαρείσας· εκφραστικά βλέμματα εκεί αφεθέντα· λόγους αγάπης, κρύφια εναγκαλίσματα, διακοπέντα αίφνης με τρόμον από το βήμα διαβάτου και μη επαναληφθέντα ποτέ πλέον· πόθους εκεί αναφανέντας κ' εκεί μείναντας ως φυτόν μαρανθέν εν τη γενέσει του. Όλος εκείνος ο βίος της νεότητος ο μυστικός, ο αφανής, ο κρύφιος, ο διαρρέων λάθρα διά της καρδίας και της ψυχής, πλανάται ακόμη δι' αυτούς εκεί, τους ψηλαφά γλυκύτατα, τους προσμειδιά κ' ευρίσκουν, οι απόμαχοι ούτοι της νεότητος, την δρόσον, την ευεργετικήν δύναμιν του απομάχου πλέον εκείνου ποτισώνος.
Διότι το Καλό πηγάδι ήτο ο μόνος ποτισών της κωμοπόλεως τότε. Ακόμη από των χρόνων της τουρκοκρατίας το νερόν εσπάνιζεν εκεί. Και όχι διότι εστερείτο ο τόπος πηγαδίων. Αλλ' όλα ήσαν άτυχα, είχον γλυκύ είτε υφάλμυρον νερόν, όλως ακατάλληλον προς πόσιν. Πρώτος ο Χασάν Αλής κ' έπειτα ο Σιμάν αγάς, πλούσιοι και φιλοπόλιδες τούρκοι, ήνοιξαν δύο μεγάλα πηγάδια, μετά τον Τζαφέρην, τον γεφυρώσαντα τον Στρεμμένον, ευεργετήσαντες κατά πολύ τους κατοίκους. Αλλ' ο Σιμάν αγάς υπήρξεν ευτυχέστερος εις την εκλογήν του εδάφους. Αι Νεράιδες, αι έφοροι των πηγών, επλούτισαν το πηγάδι του με όλα τα δώρα των. Έκαμαν το νερόν του διαυγές, ψυχρόν, ευκολοχώνευτον και νόστιμον, ώστε όλοι οι κάτοικοι από αυτό να υδρεύωνται. Κ' επήγαιναν καθ' ημέραν, από τας πρώτας μεταμεσημβρινάς ώρας μέχρι βαθείας νυκτός, αι γυναίκες και παρθένοι να γεμίσουν τας στάμνας των, έφερον οι ενδιαφερόμενοι νέοι να ποτίσουν τ' άλογά των, ήρχετο και ο γέρων νεροκουβαλητής με το γαϊδουράκι, να γεμίση τα μικρά του βαρέλια. Έτσι συνηντάτο εκεί ποικιλία χαρακτήρων και παρήγετο ποικιλία γεγονότων. Η γυναικεία φλυαρία επετείνετο εις το ακρότατον σημείον· τα νέα της ημέρας συνεζητούντο και ανελύοντο μετ' ακριβολογίας περισσής· η κακολογία, η οποία εις τας μικράς κοινωνίας εμπλέκει, όπως η αράχνη τα ζωύφια εις ασφυκτικόν ιστόν, ονόματα τινά επίφθονα και οικογενείας, εύρισκεν εκεί ελεύθερον στάδιον ενεργείας. Αλλ' εύρισκεν ελεύθερον στάδιον ενεργείας εκεί και ο έρως, από παρθένους απλοϊκάς και αφελείς όπως η Ρεβέκκα, την οποίαν συνήντησεν ο ταμίας του Αβραάμ εις την πηγήν του Ναχώρ· η συζυγική πίστις από γυναίκας όπως η Πηνελόπη του δημοτικού τραγουδιού, η ποτίζουσα τον μαύρον του ξένου χωρίς να τον ατενίζη εις τα μάτια· η φιλία από νέους γεμάτους με ρωμαλέα και ανδροπρεπή αισθήματα.
Και αυτήν την εσπέραν η ιδία εικών εφαίνετο εις το Καλό πηγάδι. Όλος ο πέριξ τόπος κατείχετο υπό συμμιγούς και αδιακόπου θορύβου. Όμιλοι γυναικών ήρχοντο και όμιλοι απήρχοντο, με τας στάμνας γεμάτας εις την κεφαλήν, ή τας χείρας ή επί των ώμων· χαιρετισμοί αντηλλάσσοντο κατά διαφόρους εκφράσεις· γέλωτες κ' επικλήσεις και φωναί ανεκατεύοντο και συνήχουν με τους κωφούς κτύπους των χωματίνων αγγείων και τους οξείς ήχους των μεταλλίνων σίκλων· βλέμματα πονηρά διεσταυρούντο και ανακραυγαί εκπλήξεως μετά μορφασμών και μειδιαμάτων υπόπτων εκυκλοφόρουν.
Επί των υψηλών χειλέων του πηγαδιού και κάτω επί του πετρίνου αλωνίου, σμήνος ολόκληρον εχειρονόμει κ' εφλυάρει και υδρεύετο εναλλάξ. Πέντε-δέκα σίκλοι ανέβαινον διά μίαν στιγμήν από τα έγκατά του· δέκα-είκοσι χείρες τους ήρπαζον ευθύς και κατά διαφόρους διευθύνσεις τους εκένουν εντός των χασκόντων αγγείων. Εκ της σπουδής της υδρεύσεως κ' εκ της αμίλλης όπως μη υστερήση η μία της άλλης, παρήγετο σύγχυσις περισσοτέρα. Τα σχοινία των σίκλων περιεπλέκοντο· αι γεμάται στάμναι εκενούντο κρυφίως εις άλλας υπό τινος πονηράς βιαζομένης, είτ' εχύνοντο κατά γης υπό άλλης ευφυούς σκανδαλιάρας, είτ' εξηφανίζοντο καθόλου, είτ' εθραύοντο πολλάκις εξ αλληλοσυγκρούσεως. Τότε ήρχιζον οι διαπληκτισμοί, αι κατάραι, αι χονδροειδείς βλασφημίαι, αι διαμαρτυρήσεις, εις τας οποίας εγέλων κ' εφώναζον εμπαικτικώς αι κάτω αναμένουσαι την σειράν των γυναίκες.
— Να τι σου κάνει η Κεβή· — την βλέπεις!
— Και δεν ακούς γλώσσα που σώβγαλε!
— Σαν δεν παίρνεις να της σπάσης τη βίκα 'ς το κεφάλι! . .
Είχον κουρασθή να περιμένουν τόσην ώραν με τας στάμνας προ των ποδών και τας χείρας σταυρωμένας και προσεπάθουν να διασκεδάσουν ολίγον, εξανάπτουσαι την έριν διά των λόγων. Παρέκει δύο γραίαι, αφού διά συναξαρίου ευχών έπεισαν μίαν παιδίσκην να γεμίση τους σίκλους των, προσεστραμμέναι πλησίον εβλέποντο και «ψι . . . ψι . . .» συνωμίλουν στόμα με στόμα, περί σπουδαίας δήθεν υποθέσεως. Πλησίον δ' εκεί δύσμορφος και αστείος νεανίας, έφερεν υπερήφανον άλογον να ποτίση κ' εζήτει ένα σίκλον. Αλλ' αι γυναίκες όλαι ηρνούντο να του δώσουν και ο νέος εστενοχωρείτο και παρεκάλει χαριτολογών:
— Μωρ' δόστε μου, να με ιδήτε καλό γαμπρό! . . .
Αι γυναίκες εγέλων διά τούτο κ' αι παρθένοι εξεκαρδίζοντο. Μα τι νόστιμα που τα λέει ο Φωτάκης! . . . Αλλ' ο νέος εβιάζετο· εβαρύνθη μόνον να λέγη κ' αίφνης ήρπασεν ένα σίκλον, ανασυρθέντα εκείνην την στιγμήν από το πηγάδι και παρά τας φωνάς της αντλούσης κοντούλας γεροντοκόρης, έφερεν αυτόν εις το στόμα του ζώου του:
— Έτσι να δροσίσω κ' εγώ εσένα, κυρά μου! είπε με ιλαρότητα ο
νέος.
Γέλως θορυβώδης εξερράγη από τους λόγους αυτούς. Αλλ' η μία των συνομιλουσών γραιών εμόρφασε δυσαρέστως.
— Τι ξετσιποσιές, αδερφή! είπε.
— Αμ δεν άκουσες τα χθεσινά; μπα, που δεν ξέρει πια πώς να μας βαστάξη ο Θεός! . . επρόσθεσεν η άλλη.
Και ήρχισαν τόρα τα δύο λαδικά να σχολιάζουν διά λόγων κλαυθμηρών, μετά ψευδευλαβείας περισσής, την χθες εμπρός εις το σπίτι του Καινούριου συμβάσαν σκηνήν. Η καθαρά αλήθεια είνε, ότι ούτε η μία ούτε η άλλη των γραιών ήτο εκεί. Ήκουσαν το γεγονός λεγόμενον εις τας μακρυνάς γειτονίας των καθεμία και τόρα, αφού συνηντήθησαν, έκριναν αναγκαίον ν' ασχοληθούν ολίγον και περί αυτού . . . Ακούς, καλέ να μένη αυτή καρφωμένη εις την ταράτσαν κ' εκείνος από κάτω να της δίδη την κουλούραν εμπρός σε τόσον κόσμον! πού ηκούσθη άλλοτε τέτοιο πράγμα . . . Ε, τι να ειπή! δεν το επερίμενε ποτέ αυτό από την Ανθήν η γρηά Κωνσταντινιά· την είξευρε τόσον φρόνιμη! . . Αλλ' η γρηά Βαγγελιώ εβεβαίωνεν, ότι δεν είνε πλέον καιρός να πιστεύη κανείς ούτε τα ίδια του τα μάτια. Από το σιγαλό ποτάμι να φοβάσαι. Α! εκείνη πάντα το έλεγε, πως χρήματα ειμπορεί ν' απόκτησεν ο Στριμμένος, μα φρόνιμο κορίτσι δεν απόκτησε! Μπα, Παναγία μου· δεν πάνε να κάμουν τουλάχιστον κρυφά ό,τι κάνουν, παρά φανερά εβγήκαν εις τους δρόμους σαν τα σκυλιά!
Κ' εξήφθησαν μικρόν κατά μικρόν αι στρεβλαί ψυχαί των λαδικών κ' έγειναν οι λόγοι των ακουστοί πέριξ, ώστε να προσελκύσουν και άλλας γυναίκας. Κύκλος ευρύς εσχηματίσθη περίγυρά των από μεσοκόπους, από παρθένους και παιδίσκας ακόμη. Και όλαι ήσαν κατά πάντα σύμφωνοι με τας γραίας. Ούτε η ηλικία, ούτε το νεάζον πνεύμα, ουδ' αυτή η ψυχή η ακμάζουσα, ούτε τα ίδια των ακροατών συναισθήματα ήρχοντο να υπερασπίσουν τους δύο εραστάς. Τουναντίον καθεμία εκ του ομίλου εφρόντιζε πώς να επισωρεύση περισσοτέρας κατηγορίας εναντίον των, πώς να φανή πρόθυμος ότι αποδοκιμάζει μετά μίσους τοιαύτα διαβήματα. Εκοκκίνιζον τα πρόσωπα των μεσοκόπων, σκανδαλιζομένων υπό του πειρασμού· εφοβούντο αι καλαί μητέρες μήπως αι τοιαύται σκηναί προσβάλουν την ηθικήν των θυγατέρων των, του χωρίου ολοκλήρου, κ' εκόπτοντο τόρα και ανεθεμάτιζον σχεδόν την κυρά Παναγιώταινα, διότι δέχεται τας τοιαύτας παρεκτροπάς της θυγατρός της.
— Εγώ, αν μώκανε τέτοια το κορίτσι μου, το σφαζα εμπρός 'ς το κατώφλι της πόρτας μου· είπε τραγικώς χειρονομούσα εύσωμος γυνή.
— Κακομοίρα μάννα, θεός σχωρέσ' την! τώλεγε πάντα· «ο κόσμος, μωρέ παιδιά μου, εχάλασε· έτσι που πάμε θα μας έρθη κι' άλλη νεροποντή!» επρόσθεσεν η γρηά Βαγγελιώ με τόνον θρηνώδη, ενθυμουμένη τας περί νέου κατακλυσμού προφητείας της μητρός της.
— Αμ σώπα, καλότυχη! 'ς τον καιρό τον δικό μας, πού να γένουν τέτοια πράμματα! . . . αντέκρουσε μωρόσοφον γραΐδιον.
— Εγώ να, εγώ μωρές, με βλέπετ' εμένα; έκραξεν αράθυμη η γρηά Κωνσταντινιά. Ως την ημέρα που τον πήρα τον συχωρεμένον Κωσταντή, δεν τον είδα 'ς τα μάτια . . . Αμ' από μακρυά εκαταλάβαινα πως ερχόταν να με ιδή, φραστ! εγώ κ' έφευγα 'ς τους γειτόνους να κρυφθώ ως που να φύγη . . .
— Όχι, σαν τόρα κάνε, που μ' οποίον 'βρεθούν στέκουν και 'μιλούν 'ς τους δρόμους! . . .
Η συνομιλία των γυναικών ελάμβανε διαφόρους φάσεις κ' εζωηρεύετο. Αι νέαι απεκήρυσσον και ανεθεμάτιζον την εποχήν των, την ελευθέραν και προοδευτικήν κ' έλεγον ότι επόθουν τους περασμένους καιρούς· ενώ αι γραίαι εφιλοτιμούντο να παριστάνουν αυτούς τόσον αγνούς και αμώμους! Εν τούτοις επί του πηγαδιού διεξήγετο ακόμη θορυβώδης ο περί της υδρεύσεως αγών κ' εξηκολούθουν ακόμη να πηγαινοέρχονται αι χωρικαί από τα μονοπάτια.
— Για ιδέστε, ιδέστε πώς έρχεται, η σιγαλοπαπαδιά! είπεν αίφνης μία γυνή, δεικνύουσα προς την είσοδον του χλοερού δρομίσκου, του φέροντος από της κωμοπόλεως εις το πηγάδι.
Αι γυναίκες διέκοψαν την συνομιλίαν των και ητένισαν όλαι με μειδίαμα χλευαστικόν την Ανθήν. Ήρχετο η λυγερή κρατούσα την στάμναν επί του αριστερού ώμου και άλλην διά της χειρός και ακολουθουμένη υπό μικράς ανυποδήτου παιδίσκης, φερούσης τον σίκλον. Δεν είχε τίποτε το προσποιητόν επάνω της, όπως ήθελον να φανερώσουν διά του επωνύμου σιγαλοπαπαδιάς αι κακολογούσαι γυναίκες. Επί του προσώπου, επί του βαδίσματος κ' εφ' όλου αυτής του ατόμου υπήρχε θλίψις τις, η ισχυρά εκείνη θλίψις και κόπωσις, η απαντωμένη μόνον εις τους γνωρίσαντας την αληθινήν δυστυχίαν. Τα μάτια της παρθένου διετήρουν βεβαίως την γλυκείαν αυτών και μαγικήν διαύγειαν· αλλ' υπόμαυροι στεφάναι διαγραφόμεναι κύκλω και τριανταφυλλένια ερυθρότης επί των ακροβλεφάρων, επρόδιδον ότι πολλά έχυσαν δάκρυα· σπασμώδης δε τις τρόμος του κάτω χείλους, υπόχρως πελιδνού και η νωθρότης του σώματος, εμαρτύρουν αρκετά την δοκιμασίαν της ψυχής της.
Τω όντι η λυγερή υπέφερε πάρα πολύ. Εκτός του κλονισμού τον οποίον ησθάνθη από τα λόγια της Κυράς Παγώνας και των φανερών πλέον διαθέσεων των γονέων της περί συνοικεσίου, η χθεσινή εμπρός εις το σπίτι του Καινούριου διαδραματισθείσα σκηνή, πολύ την ελύπησε. Δύο κακά επήλθον διά του συμβάντος εκείνου εις την παρθένον. Πρώτον ότι κατεντροπιάσθη εμπρός τόσου πλήθους, φανερωθέντος πλέον του προς τον Γεώργιον έρωτός της· και δεύτερον δυσηρέστησεν αυτόν, αρνηθείσα να λάβη το προσφερόμενον κομμάτι της κουλούρας. Κ' ενώ αποσυρθείσα της ταράτσας ανελύετο εις δάκρυα και λυγμούς, δεν ηδύνατο κανείς να είπη ασφαλώς, αν έκλαιεν από τον θυμόν, διότι εδόθη τ' όνομά της έρμαιον της κακολογίας των χωρικών ή από έλεγχον εναντίον της, διότι δεν έλαβε του νέου το δώρον.
Αλλ' εκ της συχνοτέρας προσηλώσεως του νου της λυγερής εις έν και μόνον σημείον της σκηνής εκείνης, εις την πικραμένην όψιν και τ' οργίλον ήθος, το οποίον έλαβεν αίφνης ο Βρανάς, μόλις είδε την εντελή άρνησίν της, έκαμνε καθένα να πιστεύση ότι περισσότερον εστενοχωρείτο διά το δεύτερον. Ναι, εκάκιζε τόρα τον εαυτόν της η Ανθή, διότι εδείχθη τόσον υπερήφανος και ασυγκίνητος εις τον έρωτά της. Τι ηθέλησε τάχα να κάμη με αυτό; Να φράξη τα κακά στόματα; Εις εκείνα αρκεί ότι είδον κάτι τι· δεν είχον ανάγκην να ιδούν περισσότερα. Αι κακαί γλώσσαι έχουν την καλοσύνην να συμπληρώνουν μόναι των τα κενά. Αν ευχαρίστει τουλάχιστον τον Γεώργιον· αν εδέχετο την προσφοράν του, θα είχε καν αυτόν· δεν θα τον ηνάγκαζε να φύγη ευθύς μακράν, μακρύτερον όσον το δυνατόν, καταπληγώνων με τα σπιρούνια το άλογόν του, μη θέλων ν' ακούση ουδέ τους συντρόφους του.
— Έπρεπε να το πάρω κ' ας χανόταν ο κόσμος· έλεγεν αποφασιστικώς.
Αλλ' ευθύς ήρχετο δριμύς έλεγχος της αποφάσεώς της αυτής, το παρθενικόν κοκκινάδι επί του προσώπου και σχεδόν την απέπνιγε. Τι να κάμη; Να το δεχθή εκεί, εμπρός τοσούτου κόσμου· να προδώση μόνη το αίσχος της· να λησμονήση τους γονείς, τ' όνομά της! Όχι ποτέ! ας εχάνετο καλλίτερα η αγάπη . . .
Αλλά και πάλιν δεν το εύρισκε καλόν τούτο. Πώς να χάση την αγάπην της, διά την οποίαν έπαθε τόσα πολλά; Πώς ν' αφήση να της φύγη δυσηρεστημένος ο Γεώργιος, διά τον οποίον καθ' ημέραν τόσας επιπλήξεις εδέχετο παρά των οικείων της; Πώς να τον υποφέρη ξένον και αδιάφορον, αφού συνείθισε να τον θεωρή αφωσιωμένον πλέον σύντροφον; Ω, όχι! θα κάμη τ' αδύνατα δυνατά να τον συναντήση· να του είπη την αιτίαν διά την οποίαν δεν έλαβε την προσφοράν του: «μη μου χολιάς, Γιωργάκη μου, γι' αυτό . . . δεν με θες να είμαι φρόνιμη;» και να του διηγηθή την νέαν, την μεγάλην συμφοράν η οποία τους ηπείλει. Έτσι η λυγερή σκεπτομένη έφθασεν εις το σπίτι της.
— Αμ έλα, περπέσα· συμμαζέψου πια! είπεν η κυρά Παναγιώταινα,
μόλις είδε την θυγατέρα της με μαλακήν, δήθεν επιπλήττουσαν φωνήν.
— Δεν ήμουν πουθενά· 'ς τη Βασιλική ήμουν· είπε δειλώς η Ανθή,
φοβουμένη μήπως έμαθε τίποτε η μήτηρ της.
— Εσύ γυρίζεις κ' η μοίρα σου δουλεύει, καλότυχη; Έλα, πιάσε μου
γιατί θάχωμε το γαμπρό απόψε.
— Ποιο γαμπρό;
— Έλα δα, καλομοίρα· και τον ξέρεις και τον ξέρω σώπα! . .
Η Ανθή ανετριχίασεν όλη. Δεν ήξευρε διατί, δεν ηδύνατο να φαντασθή πώς, αλλά πάντοτε οσάκις επρόκειτο περί σπουδαίου τινός γεγονότος της ζωής της, το πρώτον πράγμα που έβανεν ευθύς κατά νουν ήτο ο Νικολός Πικόπουλος. Από της ημέρας του αγίου Ιωάννου, ότε μετά το βγάλσιμο των ριζικαρίων εξήρχετο με γεμάτον αμιλήτου νερού το στόμα εις τους δρόμους, διά ν' ακούση τ' όνομα εκείνου τον οποίον έμελλε να κάμη σύζυγον, μέχρι της μεταμεσημβρινής ώρας του Τριημέρου, ότε υπό την επιρροήν της αλμυροκουλούρας ωνειρεύετο, ο Νικολός επρωτοστάτει κ' εν τω ύπνω κ' εν τη εγρηγόρσει της παρθένου. Ο Γεώργιος Βρανάς δεν εφανερώνετο έτσι ενώπιόν της, όχι. Έπρεπε ν' αγωνισθή η ίδια, να τον κράξη σχεδόν διά του νου και τότε να προσέλθη. Ενώ ο Νικολός ήρχετο ευθύς και αυτόκλητος. Η λυγερή ελυπείτο, κατεστενοχωρείτο διά τούτο και τον απέπεμπε πεισμόνως από την μνήμην της, τον παρείσακτον τούτον επισκέπτην, όπως αποδιώκει κανείς σκύλον από το σπίτι του. Αλλά και αυτός πεισμόνως επανήρχετο. Έτσι και τόρα εις τους πρώτους λόγους της μητρός της, ο Νικολός εφάνη, με όλην του την συχαμερήν παράστασιν εις τον νουν της λυγερής.
— Σαν το διάτανο φανερώνεται 'μπροστά μου! εσκέφθη. Και είχε την έκφρασιν αδίκως ταλανιζομένης υπάρξεως ενώ εσυλλογίζετο τούτο. Όχι, δεν τον ήθελε τον Νικολόν. Εκείνα τα μικρά και πονηρά μάτια του, τα προσηλούμενα άπληστα και αρπακτικά παντού όπου ητένιζον· εκείνη η βάναυσος συμπεριφορά του· η σπουδή του εις οποίον δήποτε μέρος και αν ήτο, και εις την εκκλησίαν ακόμη, να ομιλή περί χρημάτων και συμφέροντος, η απάθειά του η μαρμαρίνη εις ό, τι καλόν και ωραίον, δεν ήσαν ικανά προσόντα διά να κινήσουν εις συμπάθειαν την νεαράν ψυχήν της παρθένου.
— Γρήγορα, γρήγορα! το φαγί στο τραπέζι! ηκούσθη αίφνης κ' εφάνη εις την θύραν ο κυρ Παναγιώτης.