ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β' |
Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης καθίσταται επίτροπος της αρχής της Εταιρίας των Φιλικών. — Ενέργειαι αυτού και προετοιμασίαι εις επανάστασιν της Ελλάδος. |
| Ο αποσταλείς προς τον Καποδίστριαν Ξάνθος ίνα τω προσφέρη την αρχηγίαν της Εταιρίας όχι μόνον δεν ηύρεν ευμενή υποδοχήν παρ' αυτώ, αλλά και κακώς απεπέμφθη ως συνεργών εις την καταστροφήν του έθνους του, και ηναγκάσθη να στρέψη προς άλλον τα βλέμματά του. |
| Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης έζη εν Ρωσσία· ήτο βλαστός λαμπράς οικογενείας και υιός ηγεμόνος καταδιωχθέντος υπό της Πύλης και πρόσφυγος εις Ρωσσίαν· διέπρεψε μαχόμενος υπό την ρωσσικήν σημαίαν· εν δε τη μάχη της Δρέσδης απεκόπη και η δεξιά του. Έφερε τίτλον πρίγκηπος και βαθμόν στρατηγού, και υπασπιστού του αυτοκράτορος, και εδείκνυε πάντοτε πολλήν φιλογένειαν και μέγαν ενθουσιασμόν υπέρ της ελευθερίας της Ελλάδος. Τοιαύτα χαρακτηριστικά εθεώρησεν ο Ξάνθος άξια της γενικής αρχηγίας της Εταιρίας· ως μυστικός δε και αυτός αρχηγός αυτής δεν έκρινεν αναγκαίον να ζητήση την γνώμην των συναρχηγών του· έφερεν υπογεγραμμένην παρ' αυτών σύμβασιν, ην έπρεπε να προσυπογράψη ο Καποδίστριας, αν εδέχετο την γενικήν αρχηγίαν· κατ' αυτήν ώφειλεν ο γενικός αρχηγός να συμβουλεύηται και αυτούς περί πάντων (α). Ο αποσταλείς, ευρών τον Υψηλάντην πρόθυμον να την προσυπογράψη, τον εχειροτόνησεν επίτροπον της Αρχής· ο δε Υψηλάντης, λαβών εντεύθεν την απαιτουμένην εξουσίαν, και κατανοήσας οποίοι ήσαν οι συνιστώντες την Αρχήν, εσφετερίσθη όλην την υπερτάτην διοίκησιν των πραγμάτων, ολιγωρήσας μεν τους αρχηγούς της Εταιρίας και δοτήρας της εξουσίας του, και θεωρήσας την υπογραφείσαν πράξιν ως χαρτίον άγραφον, προσποιούμενος δε πάντοτε, ότι ενήργει υπό διαταγάς ανωτέρων εις πλάνην των μη ειδότων το μυστήριον της ανυπάρκτου Αρχής· ανέλαβε δε την γενικήν αρχηγίαν την εικοστήν Ιουνίου 1820, και ήρχισεν έκτοτε να ενεργή εντός της Ρωσσίας ό,τι ενόμιζεν ωφέλιμον προς τον σκοπόν του. |
| Ο δε Γαλάτης μετά τινα διατριβήν εν Βλαχία, όπου πρώτος εισήξε την Εταιρίαν, αφίχθη εις Κωνσταντινούπολη. Υποπτεύσαντές τον οι εκεί συνάδελφοι του ως επίβουλον, ή ως προσπαθούντα να σφετερισθή την αρχήν, τον έπεισαν ν' απέλθη, επί προετοιμασία δήθεν του αγώνος εις Πελοπόννησον εν συνοδεία τινών συνεταίρων· αλλά φθάσας παρά την Ερμιόνην (Καστρί) αντικρύ των Σπετσών εδολοφονήθη παρ' αυτών, υπερμεσούντος του έτους. Τόσον δε ο ζήλος της Εταιρίας κατέτρωγε τους μύστας αυτής, ώστε επλήγωσέ τις αυτών καιρίως εν Κωνσταντινουπόλει τον Αναγνώστην Δηληγιάννην ως αποδοκιμάζοντα τα της Εταιρίας. |
| Εν τούτοις, ο Παπαρρηγόπουλος αφιχθείς εις Κωνσταντινούπολιν παρέστη ενώπιον των εκεί εφόρων της Εταιρίας, και απεστάλη εις Πετρούπολιν προς συνέντευξιν του Υψηλάντου όπως μυσταγωγηθή δήθεν παρ' εκείνου τα της Αρχής και τω εγχειρίση τα προς αυτήν γράμματα. Ως δε διπλούς απόστολος, επεσκέφθη και τον εν Κωνσταντινουπόλει επίτροπον του Αλή προς ον ήτο συστημένος, και δι' αυτού εθάρρυνεν αύθις τον Αλήν να επιμείνη εις ην εμελέτα προς τον σουλτάνον αντίστασιν, και να ελπίζη πάντοτε εις την ρωσσικήν υπεράσπισιν· τα αυτά τω εγνωστοποίησε και αφ' ού έφθασεν εις Πετρούπολιν, και τω προανήγγειλεν ως άφευκτον τον προς την Πύλην ρωσσικόν πόλεμον· μη ευρών δε τον Υψηλάντην εν Πετρουπόλει, έτρεξε κατόπιν του εις Μόσχαν, κακείθεν εις Οδησσόν, όπου τον συνήντησε και τω ανεκάλυψε τον σκοπόν της αποστολής του. Ερωτήσας δε αυτόν και περί της Αρχής προς ην εστέλλετο, ήκουσεν, ότι ήτον αφανής, ότι αυτός ήτον ο πληρεξούσιος της, και ότι αυτώ έπρεπε και τα προς αυτήν γράμματα να εγχειρίση, και τους στοχασμούς του ν' ανακοινώση, και ότι διά του πληρεξουσίου της θα εμάνθανεν η Αρχή τα πάντα και δι' αυτού θα έδιδε τας αναγκαίας διαταγάς. Ο Παπαρρηγόπουλος τω έδωκεν επί τοις λόγοις τούτοις το συστατικόν των Πελοποννησίων, τω είπεν ότι οι Έλληνες ανέμεναν όλα τα του πολέμου παρά της Αρχής, και τον επληροφόρησεν ακριβώς περί της καταστάσεως, των πραγμάτων καθ' όλην την Ελλάδα. Ηπόρησεν ο Υψηλάντης ακούσας, ότι ούτε στρατεύματα ήσαν μυστικώς προωργανισμένα, ούτε χρήματα αποτεταμιευμένα, ούτε πολεμεφόδια ουδαμού συσσωρευμένα. Εις τόσην δε απάτην τον έρριψαν οι απόστολοί του, ώστε εδίσταζε να πιστεύση όσα αληθώς τω έλεγεν ο Παπαρρηγόπουλος, όστις θεωρήσας εθνοφθόρον τον δισταγμόν του έγραψε δι' άλλης χειρός επί του αγράφου και παρά των αρχιερέων και προκρίτων της Πελοποννήσου υπογεγραμμένου χαρτίου όσα ενόμισε συντελεστικά εις παύσιν του δισταγμού και εις αναίρεσιν των ψευδολογιών εφ' ων ο ατυχής πληρεξούσιος εσάλευε τας ελπίδας του και ερριψοκινδύνευε την ύπαρξιν του έθνους του· αλλ' αυτό το έγγραφον ίσχυσε να απαλλάξη τον Υψηλάντην της απάτης του. |
| Το φθινόπωρον του 1820 επανήλθεν ο Παπαρρηγόπουλος εις Πάτρας και ενεχείρισε τω Πατρών (β) τα παρά του Υψηλάντου ως πληρεξουσίου επιτρόπου της Αρχής αποκριτικά γράμματα πραγματοποιούντα τας αιτήσεις της Πελοποννησιακής ομηγύρεως δι' αδείας εγκαταστάσεως γενικής εφορίας διοικούσης εν Πελοποννήσω τα της Εταιρίας υπό την Αρχήν και εχούσης την απαιτουμένην ισχύν εφ' όλων των αδελφών, και διά συστάσεως γενικού ταμείου των κατά την Πελοπόννησον, καθ' όλον το Αιγαίον και κατά την Επτάννησον συνεισφορών αυτών. Τα αυτά γράμματα ανήγγελλαν ως εξ ονόματος της Αρχής και την αναγόρευσιν του Υψηλάντου ως πληρεξουσίου αυτής. Οι Πελοποννήσιοι λαβόντες ταύτα, ακούσαντες και τους θαρρυντικούς λόγους του αποστόλου των υποπτεύσαντος τα του Υψηλάντου ως σαθρά, αλλά μη στηλιτεύσαντος αυτά, και αναγνώσαντες μάλιστα και φράσιν των προς αυτούς γραμμάτων λέγουσαν, «ε ζ η τ ή θ η - κ α ι - ό θ ε ν - έ δ ε ι - η - α ν ή κ ο υ σ α - β ο ή θ ε ι α - κ α ι - υ π ε ρ ά σ π ι σ ι ς - κ α ι - ε χ ο ρ η γ ή θ η - α φ θ ό ν ω ς», εθαρρύνθησαν και εσύστησαν την εφορίαν, υπό την προεδρείαν του Ιωάννου Βλασοπούλου προξένου της Ρωσσσίας, εκ των αρχιερέων Π Πατρών Γερμανού, Μονεμβασίας Χρυσάνθου, Χριστιανουπόλεως Γερμανού, και εκ των προκρίτων Ασημάκη Ζαήμη, Σωτήρη Χαραλάμπη και Θεοδώρου Ρέντη· διώρισαν δε και ταμίας τον Ιωάννην Παπαδιαμαντόπουλον και τον Παναγιώτην Αρβάλην. Η εκλογή αύτη εψύχρανέ τινας μη συμπαραληφθέντας εν τη εφορία, και εντεύθεν ανεφύη έρις και αντίπραξις πριν αρχίση ο αγών, και η εφορία έμεινεν εξ αυτής της συστάσεώς της νεκρά. |
| Εν τω μεταξύ δε τούτω ο εν Ρωσσία Υψηλάντης ήτησε παρά της Ρωσσικής κυβερνήσεως άδειαν απουσίας, και μετέβη εις Βεσσαραβίαν, όπου πολλάκις διελέχθη μετά διαφόρων μελών της Εταιρίας ελθόντων πολλαχόθεν εις έντευξίν του, προετοιμάζων τα πάντα προς έναρξιν του αγώνος. Οι απόστολοι της Εταιρίας, οι γενικώς την ταχείαν έναρξιν του αγώνος επιθυμούντες, τους μεν Έλληνας, προς ους εστέλλοντο, εβεβαίουν ότι πάσα βοήθεια θα ήρχετο έξωθεν άμα ήρχιζεν εντός ο αγών, τον δε Υψηλάντην εθάρρυναν λέγοντες, ότι τα πάντα ήσαν έτοιμα εντός της Ελλάδος, και ότι οι Έλληνες δεν εζήτουν ειμή αρχηγόν έξωθεν εις έναρξιν. Ο Υψηλάντης επίστευεν όσα τω έλεγαν, διότι ήσαν όσα επεθύμει και ενόμιζεν ότι δεν επρόκειτο ν' ανεγείρη θρόνον, αλλά να καθήση επί ήδη ανεγερθέντος. Αν δε τις τω έλεγε την αλήθειαν, δεν επιστεύετο· τόσον εφάνη ευαπάτητος. Απεφάσισε δε εν πρώτοις να κατέλθη εις Ελλάδα, και έστειλε καί τινας φέροντας μυστικά γράμματα εις την Πελοπόννησον, εις τας νήσους και εις την στερεάν Ελλάδα, και έχοντας εντολήν να προκηρύξωσι την ταχείαν έλευσίν του και προετοιμάσωσι την οδόν του· διενοείτο δε άγνωστος να καταβή εις Τεργέστην όπου θα τον περιέμενεν Ελληνικόν πλοίον περί την 20 νοεμβρίου, και άγνωστος να καταπλεύση εις τα παράλια της Μάνης, όθεν εμελέτα ν' αρχίση τα ένοπλα κινήματά του την 25 Μαρτίου, ημέραν του Ευαγγελισμού, ως ευαγγελιζομένην την πολιτικήν λύτρωσιν του ελληνικού έθνους· αλλ' εν ώ κατεγίνετο παρασκευάζων την εις Ελλάδα κατάβασίν του, τινές των περί αυτόν υπερίσχυσαν συμβουλεύοντές τον να μεταβή εις Μολδοβλαχίαν, και εκείθεν ν' αρχίση τον αγώνα. Εις υποστήριξιν δε της γνώμης των τω έλεγαν, ότι αι δύο αύται ηγεμονείαι εθεωρούντο ως άλλη Ελλάς, διότι και ηγεμόνες και αυλικοί ήσαν Έλληνες, και ο λαός ως ομόδοξος ήτο πρόθυμος να συναγωνισθή τον υπέρ πίστεως αγώνα, ότι ο ηγεμών της Μολδαυίας τον εδέχετο προθύμως, ότι η ηγεμονεία της Βλαχίας, χηρεύουσα διά τον μεσούντος του Ιανουαρίου θάνατον του ηγεμόνος της Αλεξάνδρου Σούτσου, ετέλει υπό αδύνατον μεσηγεμονίαν ή μάλλον ειπείν αναρχίαν, ότι ευρίσκετο εν ταις ηγεμονείαις μέγας αριθμός Φιλικών, ότι Τούρκοι δεν ενυπήρχαν, ότι ο τόπος είχεν αφθόνους τροφάς εις διατήρησιν πολυπληθών στρατευμάτων, και ότι το ταμείον της Φιλικής Εταιρίας δεν ήτο κενόν. Τον εβεβαίουν δε εξ ων είχαν πληροφοριών, ότι έτοιμοι ήσαν να συναγωνισθώσιν όλοι οι Αρβανίται. Αρβανίται δε ελέγοντο οι εν ταις δύο ηγεμονίαις σύμμικτοι Έλληνες, Βούλγαροι και Σέρβοι συνδεόμενοι διά του αυτού δόγματος και ποριζόμενοι τα προς το ζην δι' οπλοφορίας, τινές δε διά μισθώσεως προσόδων. Οι Φαναριώται αυθένται, εξ ότου η ηγεμονία μετέπεσεν εις χείρας των, τους μετεχειρίζοντο εις ιδίαν φρουράν και εις δημοσίαν υπηρεσίαν. Το παράδειγμα των αυθεντών μιμούμενοι οι εντόπιοι άρχοντες είχαν και ούτοι Αρβανίτας και εις υπηρεσίαν των και εις φύλαξιν των γαιών των. Οι σύμμικτοι δε ούτοι πολεμικώτεροι των εντοπίων, ελογίζοντο τω καιρώ εκείνω τετρακισχίλιοι. Εθάρρυναν τον Υψηλάντην ίνα μεταβή εις τας ηγεμονείας και οι εξής λόγοι. |
| Διέτριβαν εν Βλαχία δύο σημαντικοί οπλαρχηγοί Έλληνες, ο Γεωργάκης Ολύμπιος ή Ολυμπιώτης υπηρετήσας άλλοτε υπό τους Ρώσσους, και ο Καμινάρης Σάββας Φωκιανός Πάτμιος έχοντες αμφότεροι ικανόν αριθμόν οπλοφόρων· και ο μεν Ολύμπιος, νυμφευθείς την χήραν του περίφημου Σέρβου Χαϊδούκου Βέλκου και πολεμήσας άλλοτε υπέρ αυτού εν Σερβία, είχεν εκεί μέγα κόμμα· ο δε Σάββας είχε πολλήν επιρροήν εν Βουλγαρία· αμφότεροι δε ούτοι, μέλη όντες της Εταιρίας των Φιλικών, ειδοποίησαν τον Υψηλάντην, ότι ήσαν και έτοιμοι και ευέλπιδες να κινήσωσιν εις επανάστασιν τους τόπους εκείνους. Εκτός τούτου απηγορεύετο κατά τας συνθήκας Τουρκίας και Ρωσσίας πάσα εισβολή τουρκικών στρατευμάτων εις τας ηγεμονείας άνευ προηγουμένης συγκαταθέσεως της Ρωσσίας, και ευλόγως εσυλλογίζετο ο Υψηλάντης ότι, αν ετάραττε τας ηγεμονείας, η Πύλη μανθάνουσα τας ταραχάς ή θα έστελλεν αμέσως διά το κατεπείγον της περιστάσεως κατά των αποστατών δυνάμεις άνευ προηγουμένης συγκαταθέσεως της Ρωσσίας, και τότε παρέβαινε τας συνθήκας και έδιδε δικαίαν αφορμήν πολέμου, ή θα εζήτει την συγκατάθεσίν της εις αποστολήν στρατευμάτων, και τότε παρήρχετο πολύς καιρός· ώστε εδύνατο ο Υψηλάντης εν τω μεταξύ τούτω, μένων ανεπηρέαστος, να οργανίση ικανάς δυνάμεις εν ταις ηγεμονείαις και ευτυχώς να προοδεύση· επίστευε δε ως κατορθωτόν και σχέδιόν τι σταλέν παρά της εν Κωνσταντινουπόλει εφορίας και επιδιορθωθέν και εγκριθέν παρ' αυτού, καθ' ό η Κωνσταντινούπολις εν ρητή ημέρα θα εκαίετο, ο Σουλτάνος θα εφονεύετο, ο στόλος θα εκυριεύετο ή θα κατεστρέφετο, και οι βασιλικοί θησαυροί θα διηρπάζοντο. Τοιούτοι λόγοι έπεισαν τον Υψηλάντην να προτιμήση την εις τους παραδουναβίους τόπους μετάβασιν επί σκοπώ πάντοτε να μη διαμείνη εν Μολδοβλαχία, Σερβία ή Βουλγαρία, αλλά να καταβή εις Ελλάδα ανάπτων παντού καθ' οδόν την φλόγα της αποστασίας. Επετάχυναν δε την έναρξιν του αγώνος προ της προσδιορισθείσης ημέρας 25 Μαρτίου αι εξής αιτίαι. |
| Μεταξύ των αποστόλων, ους ο Υψηλάντης έπεμψεν εις διάφορα μέρη φέροντας τας περί της αποστασίας εντολάς του, ήσαν και ο Δημήτριος Ύππατρος Μετσοβίτης, και ο Αριστείδης Παπάς ή Πωπ Θεσσαλός, και οι δύο άλλοτε κληρικοί. Τούτων ο μεν πρώτος διέβη εις Θεσσαλονίκην φέρων γράμματα του Υψηλάντου, εν οις και ιδιόχειρα αυτού, προς πολιτικούς και πολεμικούς των μερών εκείνων, και σκοπεύων ν' απέλθη εις Ήπειρον· ο δε δεύτερος εστέλλετο εις Σερβίαν φέρων και αυτός γράμματα προς επανάστασιν της ηγεμονείας εκείνης. Αμφότεροι δε, συλληφθέντες καθ' οδόν, αρχομένου του Ιανουαρίου, εφονεύθησαν, και τα γράμματα έπεσαν εις χείρας της οθωμανικής εξουσίας. Ο Υψηλάντης, εν αγνοία εισέτι των κατά τον Αριστείδην, αλλ' εν πλήρει γνώσει των κατά τον Ύππατρον, κατεθορυβείτο αναλογιζόμενος ότι, αν η Πύλη έστελλε τα γράμματα ταύτα προς τον αυτοκράτορα Αλέξανδρον παραπονουμένη, ότι στρατηγός του ωργάνιζεν επανάστασιν εντός της οθωμανικής αυτοκρατορίας, και απαιτούσα την ματαίωσιν του σχεδίου του, θα ηναγκάζετο ο αυτοκράτωρ να τον ανακαλέση εκ Βεσσαραβίας και να τον καταστήση διόλου άχρηστον· αρθέντος δε αυτού εκ μέσου, εματαιούντο όλα τα σχέδια της Εταιρίας. Εκτός του δεινού τούτου συμβάντος, εγνώσθη ότι καί τις Ασημάκης Θεοδώρου Πελοποννήσιος επρόδωκε την Εταιρίαν τω σουλτάνω, και τις Διόγος Επταννήσιος, μέλος της Εταιρίας, την επρόδωκε και αυτός τω Αλή, ούτος δε την ανεκάλυψε τω κυριάρχη του επ' ελπίδι να εύρη χάριν ενώπιόν του· έλαβε δε και εξ Ελλάδος ο Υψηλάντης κατ' εκείνας τας ημέρας γράμματα λέγοντα, ότι η Εταιρία, ήτο πασίγνωστος, ότι το έθνος ευρίσκετο επί του χείλους της αβύσσου εξ αιτίας της ανακαλύψεώς της, και ότι ώφειλε να καλέση τους λαούς άνευ ουδεμιάς αναβολής εις τα όπλα. |
| Λήγοντος δε του δεκεμβρίου του αυτού έτους, κατέβη εις Πελοπόννησον ως αντιπρόσωπος του Υψηλάντου ο εκ της επαρχίας του Λεονταρίου αρχιμανδρίτης Γρηγόριος Δίκαιος Φλέσσας, ο κατ' αρχάς απόστολος και μετά ταύτα μέλος της υπερτάτης αρχής, ήτοι ειδώς το μυστήριον της απάτης, άνθρωπος νεωτεριστής, μεγαλότολμος και πνευματώδης, αλλ' ανίκανος να εμπνεύση σέβας διά του χαρακτήρος του ή της διαγωγής του· διά ταύτα, και διότι οι αρχιερείς και οι προεστώτες της Πελοποννήσου, γινώσκοντές τον προ ολίγου μικρόν, τον είδαν διά μιας μέγαν, κακίστην επροξένησεν εντύπωσιν ο υψηλός διορισμός του εξ αυτών των προοιμίων. |
| Η δε εν Πελοποννήσω τουρκική εξουσία είχε συλλάβει πρό τινος καιρού μεγάλας υποψίας περί των μελετωμένων. Πάσα άλλη εξουσία θα εξιχνίαζεν ακόπως και ακριβώς όλη την αλήθειαν εξ όσων ασυστόλως ελέγοντο και ενηργούντο καθ' όλας τας επαρχίας της Πελοποννήσου· αλλ' οι υπό την Πύλην ηγεμόνες, καταγινόμενοι εις το ν' αργυρολογώσι μάλλον ή να διοικώσιν, έχοντες δε και έξιν να σφάζωσι και καταστρέφωσιν οσάκις συνελάμβαναν πολιτικάς υποψίας, συγχέοντες πταίστας υπόπτους και αθώους, δεν εφρόντιζαν συνήθως να προασφαλίζωσι την επικράτειαν καθ' ους απαιτεί η προνοητική πολιτική τρόπους. Την φύσει δε τυφλήν ως προς τα τοιαύτα τουρκικήν εξουσίαν απετύφλωσε και η αποστασία του Αλή, ην δράξαντες ως αφορμήν οι Έλληνες διέσπειραν επιτηδείως παντού, ότι ο Αλής, ον παρωνόμαζαν επονειδίστως Καρά - Αλήν, ηρέθιζε την Πελοπόννησον, και ότι αρχιερείς και άρχοντες κατεγίνοντο εις ματαίωσιν των σχεδίων του. Αλλά μόλις διεσκεδάζοντο αι επικρατούσαι υποψίαι, και ανεφύοντο νέαι ισχυρότεραι, ώστε οι εντόπιοι Τούρκοι, έχοντες άλλα συμφέροντα παρά τα των ηγεμονευόντων, ήσαν πάντοτε έμφοβοι. Διά τας αιτίας ταύτας, και προς ακριβή γνώσιν της αποστολής του Δικαίου και σπουδαίαν σύσκεψιν περί του πρακτέου, συνήλθαν εις Βοστίτσαν, ως εις απόκεντρον μέρος, αρχιερείς τινες και προεστώτες συναινέσει και των μη παρόντων, εις αποφυγήν υποψιών, θέλοντες δε να κρύψωσι και οι ολίγοι ούτοι τον αληθή σκοπόν της συνελεύσεως, διέδοσαν, ότι συνήρχοντο κατά διαταγήν της Μεγάλης εκκλησίας προς επιτόπιον επιθεώρησιν αγρού τινος σταυροπηγιακού διαφιλονεικουμένου. Υπό το πρόσχημα τούτο συνεδρίασαν κατά πρώτην φοράν την 26 Ιανουαρίου, και ηκροάσθησαν τον Δίκαιον διαδίδοντα ασκέπτως και ασυστόλως επί της εις Ελλάδα καταβάσεώς του και της εις Βοστίτσαν ελεύσεώς του, ότι ήγγιζεν η έναρξις του αγώνος, και ότι εστέλλοντο έξωθεν άφθονα και πολυειδή πολεμικά βοηθήματα· έδειξε δε εν Βοστίτση, και τας οδηγίας του και τα πιστωτήριά του, δι' ων απεκαλείτο παρά του Υψηλάντου «άλλος εγώ». Εις απόδειξιν δε της πολλής απάτης του Υψηλάντου περί τα της Ελλάδος, και της σφαλεράς κρίσεώς του, σημειούμεν εκ των περί ων ο λόγος οδηγιών τα ακόλουθα. |
| «Άρθρ. β'. Οι αρχιερείς, οι άρχοντες και οι δημογέροντες της Πελοποννήσου να εκλέξωσιν από όλον το σύστημα των προεστώτων δύω τους δοκιμωτέρους και υποληπτικωτέρους, οι οποίοι κ α θ ή μ ε ν ο ι - ε ι ς - Τ ρ ι π ο λ ι τ σ ά ν να θεωρώσι τας συμπίπτουσας κοινάς της πατρίδος υποθέσεις με καθαράν συνείδησιν, οι δε λοιποί να διοργανίσωσιν εις τας επαρχίας το πράγμα ευτάκτως και ταχέως. |
| Αρθρ. γ'. Το στρατιωτικόν να διοργανισθή ευτάκτως· η ευταξία φέρουσα την ευδαιμονίαν των όπλων, τότε θέλει φυλαχθή, όταν καθ' όλας τας επαρχίας διορισθώσι χιλίαρχοι οι πλέον φρόνιμοι και δόκιμοι εις το να οπλοφορώσι και να διοικήσωσι στρατόν. Πρέπει να γενή κατά επαρχίαν η εκλογή ενός χιλιάρχου έχοντος την άδειαν να στρατολογήση και να επιστήση κατά την τάξιν της χιλιαρχίας τους αξιωματικούς, ήτοι εκατοντάρχους, πεντηκοντάρχους και δεκάρχους. Εις αυτούς θέλει υπόκειται νομίμως διοικούμενος ο στρατός. |
| Άρθρ. στ'. Ο γενικός έφορος (Υψηλάντης) δεν κρίνει εύλογον, να αρματωθή ο τυχών διά την προξενουμένην σύγχυσιν και ζημίαν από την απειρίαν του όχλου. Να εκλεχθώσι δε από την Πελοπόννησον όλην ε ί κ ο σ ι - π έ ν τ ε - μ ό ν ο ν - χ ι λ ι ά δ ε ς - σ τ ρ α τ ό ς - α π ό - ά ν δ ρ α ς - ε κ λ εκ τ ο υ ς - κ α ι - ε μ π ε ί ρ ο υ ς - ε ι ς - τ α - ό π λ α, διά να οδηγηθώσι τακτικώς από τούτον με την ανήκουσαν υπακοή ευθύς οπού φανή εις την Πελοπόννησον. |
| Αρθρ. η'. Ανάγκη πάσα να γίνη κατάλογος καθαρός της αδελφότητος όλης διά να εξετασθή η κατάστασις του καθ' ενός και να υποχρεωθή να συνεισφέρη αναλόγως, ώστε η καταβολή να γενή επέκεινα του ενός μιλιουνίου. Αύτη είναι γνώμη του γενικού εφόρου και της σεβαστής Αρχής. |
| Αρθρ. θ'. Οι χιλιάρχοι και αξιωματικοί έχουν χρέος να ορκίσωσι τους στρατιώτας των εν ονόματι του Ιησού Χριστού κ.τ.λ.». |
| Κατά τας οδηγίας ταύτας ο Υψηλάντης επίστευεν ότι η Τριπολιτσά, καθέδρα της Πελοποννήσου, όλη σχεδόν υπό Τούρκων κατοικουμένη και υπέρ πάσαν πελοποννησιακών πόλιν φρουρουμένη, ήτον ο καταλληλότερος τόπος εις εγκατάστασιν επαναστατικής αρχής και εις μυστικήν διεξαγωγήν των συμπιπτουσών της πατρίδος υποθέσεων, και ότι δυνατόν ήτο να εκλεχθώσι μεταξύ των Πελοποννησίων, ανθρώπων καταγινομένων εις ειρηνικάς εργασίας, να οργανισθώσι μυστικώς και ορκισθώσιν ενώπιον της ακμαζούσης τουρκικής εξουσίας στρατεύματα είκοσι πέντε χιλιάδων εξ εμπειροπολέμων ανδρών. |
| Και ταύτα μεν έλεγαν αι οδηγίαι. Ο δε άλλος εγώ Δικαίος επρόσθετεν, ότι η Ρωσσία εκίνει τον Υψηλάντην, ότι θα εκήρυττε πόλεμον κατά της Πύλης άμα ήρχιζεν ο αγών εν Ελλάδι, και ότι θα έστελλε τότε και στόλους και στρατεύματα και πολεμεφόδια και θησαυρούς. Ιδών δε, ότι όσα εκομπορρημόνει δεν επιστεύοντο, δεν εσυστάλη να βεβαιώση ότι έφθασεν ήδη εις Ύδραν ικανή ποσότης και όπλων και χρημάτων και πολεμεφοδίων εκ της Ρωσσίας, και ότι ητοιμάζοντο και πλοία της νήσου εκείνης εις έκπλουν. Ηγανάκτησεν η συνέλευσις διά τας αναιδείς ψευδολογίας του Δικαίου, τον επέπληξεν αυστηρώς και τον εφοβέρισεν, ότι θα τον εφυλάκιζεν, αν δεν έπαυεν ερεθίζων τα πνεύματα, διαδίδων τόσω ψευδείς φήμας και ριψοκινδυνεύων την ύπαρξιν του έθνους. Πάντα ταύτα έδωκαν κακίστην ιδέαν και περί τον προσωπικού και περί των πόρων της Αρχής. Όχι ολιγώτερον είχε κλονίσει την πεποίθησιν των συνελθόντων και η προ τινος καιρού γενομένη και απορριφθείσα απαίτησις της εν Κωνσταντινουπόλει γενικής εφορίας του ν' αποστείλωσιν οι Πελοποννήσιοι εκεί κατά διαταγήν της Αρχής όλας τας συνεισφοράς των. Αλλά, και αν υπώπτευσαν ότι αι μεγάλαι ελπίδες άς συνέλαβαν ήσαν απατηλαί, δεν εδύναντο μήτε αυτοί να οπισθοδρομήσωσι μήτε την ορμήν των πολλών ενθουσιώντων ν' αναστείλωσι· πεντάκις δε συνεδριάσαντες διέλυσαν την συνέλευσιν αποφασίσαντες τα εξής. |
| «Ο Δίκαιος ν' αναχωρήση εις τα ίδια και να ησυχάση. |
| Να γείνη φροντίς περί καταγραφής και συλλογής των συνεισφορών, και να κατατεθώσι παρά τω εν Πάτραις γενικώ ταμία, Παπαδιαμαντοπούλω. |
| Η Πελοπόννησος να μη κινηθή, μηδέ αφ' ού έλθη ο προσδοκώμενος πληρεξούσιος, αν δεν κινηθώσι προηγουμένως τα άλλα μέρη της Ελλάδος. |
| Να εξιχνιασθή διά νέας αποστολής εις Ρωσσίαν και Πίσαν, όπου διέτριβεν ο μητροπολίτης Ιγνάτιος, οποία η γνώμη του αυτοκράτορος Αλεξάνδρου ως προς τον μελετώμενον αγώνα, και ποίαν βοήθειαν εδύναντο οι Έλληνες να προσδοκώσιν εκείθεν. |
| Να εξετασθή η διάθεσις των προκρίτων Ύδρας, Σπετσών και Ψαρών ως προς τον αγώνα. |
| Να αποποιηθώσιν ευσχήμως οι προεστώτες την εις Τριπολιτσάν απέλευσίν των αν εκαλούντο παρά της εξουσίας· και αν αύτη επέμενε, να μεταβώσιν εις τας Κυκλάδας επί λόγω μεν ότι απήρχοντο εις Κωνσταντινούπολιν, επί σκοπώ δε να αναμείνωσιν εκεί τας έξωθεν απαντήσεις και οδηγηθώσι περί του πρακτέου». |
| Ταύτα εβουλεύθησαν, και παρηγγέλθησαν καί τινες αυτών, επανερχόμενοι εις τα ίδια, να τα κοινοποιήσωσι τοις πλησιετέροις συναδέλφοις των· διέταξαν δε και τον μεγασπηλαιώτην Ιερόθεον να περιέλθη την Πελοπόννησον μυστικώς επί καταγραφή και εισπράξει των συνεισφορών. |
| Τοιαύται ήσαν αι περιστάσεις και αι διαθέσεις των εν Ελλάδι, ότε ο Υψηλάντης απεφάσισε να κινήση την επανάστασιν. Εν ώ δε κατεγίνετο προετοιμάζων και προετοιμαζόμενος, συνέβη το εξής εις επιθάρρυνσίν του. |
1821 |
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ' |
Αποστασία Θεοδώρου Βλαδιμιρέσκου. — Μετάβασις Υψηλάντου εις Μολδοβλαχίαν, καί τα κατ' εκείνας τας ηγεμονείας συμβάντα μέχρι των Αρχών απριλίου. |
| ΘΕΟΔΩΡΟΣ τις, γεννηθείς έν τινι χωρίω της μικράς Βλαχίας, και εξ ου έφερε παρασήμου του αγίου Βλαδιμίρου παρονομαζόμενος Βλαδιμιρέσκος, εστράτευσεν υπό τους Ρώσσους επί του εν έτει 1812 παύσαντος εξαετούς Τουρκορρωσικού πολέμου· μετά δε την γενικήν αμνηστείαν διωρίσθη, επί της ηγεμονίας Ιωάννου Καρατσά, κατά σύστασιν του εν Βουκουρεστίω γενικού προξένου της Ρωσσίας του προστατεύοντος αυτόν, Υποθεματάρχης, και ως τοιούτος διετέλει και επί του διαδεχθέντος τον Καρατσάν Αλεξάνδρου Σούτσου, γνωστός διά τον φιλαυτοχθονισμόν του και την ανδρίαν του. |
| Ο Θεόδωρος ούτος μετέβη δι' ιδιαιτέρας του υποθέσεις εις Βουκουρέστι καθ' όν καιρόν, εξ αιτίας της αναφυείσης αλληλομαχίας της Πύλης και του Αλή, εφαίνετο εγγίζουσα η έναρξις του ελληνικού αγώνος, και οι εν Βουκουρεστίω Φιλικοί κατεγίνοντο προετοιμάζοντες τον αγώνα κατ' εκείνα τα μέρη δι' εσωτερικών ταραχών υπ' άλλο πρόσχημα. Ο καταλληλότερος ταραξίας τοις εφάνη ο Βλαδιμιρέσκος, και ο αρμοδιώτερος των ταραχών καιρός η συμπεσούσα μεσηγεμονία. Μεταξύ των εν Βλαχία σημαντικών Φιλικών διέπρεπεν, ως είπαμεν, ο οπλαρχηγός Γεωργάκης Ολύμπιος διά τον πατριωτισμόν, την σύνεσιν, την ανδρίαν και την επιρροήν του. Ο οπλαρχηγός ούτος, ο υπό τον τίτλον γκιουλέρ - αγασή υπηρετών παρά τω ηγεμόνι Σούτσω, κατήχησε πρό τινων μηνών διά προτροπής των Φιλικών τον Βλαδιμιρέσκον τα της Εταιρίας επί τη βεβαιώσει Ρωσσικής συμπράξεως, και τον εβεβαίωσεν ως φιλόπατριν ότι ο σκοπός της Φιλικής Εταιρίας ήτο να επαναστατήση και ελευθερώση όλους τους υπό τον τουρκικόν ζυγόν χριστιανικούς λαούς οποίας και αν ήσαν φυλής. Συμβάντος δε του θανάτου του Σούτσου, τον εσυμβούλευσε ν' απέλθη εις μικράν Βλαχίαν, να κινήση τον λαόν της εις τα όπλα, και μη ανακαλύπτων όλον τον αληθή σκοπόν του κινήματός του να κηρύξη επί του παρόντος, ότι εκινείτο εις απόσεισιν της φαναριωτικής ξενοκρατίας και ανάκτησιν των αρχαίων προνομίων της πατρίδος του υπό την κυριαρχίαν πάντοτε του σουλτάνου. Ο Βλαδιμιρέσκος, σεβόμενος εις άκρον τον κατηχητήν του, εδέχθη προθύμως τας συμβουλάς του, έλαβε παρ' αυτού όχι πλειοτέρους των 30 στρατιωτών καί τινα χρήματα παρά της εφορίας, επανήλθεν εις μικράν Βλαχίαν εκάλεσε τον λαόν εις τα όπλα, και διέδωκεν ότι ήτο πιστός υπήκοος της μεγάλης και κραταιάς οθωμανικής αυτοκρατορίας, ότι δεν ωπλίσθη ειμή εις παύσιν των καταχρήσεων και εις ανάκτησιν των αρχαίων προνομίων της πατρίδος του καταπατηθέντων ή εις ωφέλειαν μόνον των αρχόντων αποβάντων, και ότι επάναγκες εθεώρει να στείλωσιν αι επαρχίαι προς αυτόν πληρεξουσίους εις σύσκεψιν περί του κοινού καλού· εξέδωκε δε και προκηρύξεις και απέστειλε και ικετήριον αναφοράν προς τον Σουλτάνον της αυτής εννοίας. |
| Διάδοχος του αποθανόντος ηγεμόνος της Βλαχίας διωρίσθη ο Σκαρλάτος Καλλιμάχης. Ούτος ακούσας, εν Κωνσταντινουπόλει έτι διατρίβων, τα κατά τον Βλαδιμιρέσκον, έστειλεν αμέσως ανθηγεμόνας, τον Ιωάννην Σαμουρκάσην, τον Κωνσταντίνον Νέγρην και τον Στέφανον Βογορίδην προς καθησύχασιν της ταραχθείσης ηγεμονείας του. Φθάσαντες οι ανθηγεμόνες εις Βουκουρέστι έστειλαν τον Γεωργάκην και τον φίλον του και συστρατιώτην Γιαννάκην Φαρμάκην Μακεδόνα μετά 600 κατά του Βλαδιμιρέσκου, τον δε Σάββαν εκράτησαν παρ' αυτοίς ως αρχηγόν της φρουράς της πρωτευούσης, αγνοούντες ότι οι οπλαρχηγοί ούτοι ήσαν μέλη της Εταιρίας. Εκστρατεύσαντες οι περί τον Γεωργάκην και τον Φαρμάκην, αντί να κατατρέξωσι τον Βλαδιμιρέσκον, τον συνέτρεχαν κρυφίως δίδοντές τω πάσαν ευκαιρίαν υπό διαφόρους προφάσεις να ενδυναμωθή έτι μάλλον και προοδεύση. Φθάσαντες δε εις Κραϊόβαν, πρωτεύουσαν της μικράς Βλαχίας, ηύραν ετοίμους να κινηθώσιν επί τον Βλαδιμιρέσκον κατά διαταγήν των ανθηγεμόνων τον Ιωάννην Σολωμόν και τον Διαμαντήν Σιρδάρην μετά πολλών στρατιωτών, αλλ' ο φιλόπατρις Γεωργάκης κατήχησε και αυτούς τα της Εταιρίας και τους ουδετέρωσεν. Εν τοσούτω ο Βλαδιμιρέσκος ασφαλισθείς τοιουτοτρόπως από πάσης προσβολής, έχων ικανόν αριθμόν Πανδούρων (α) και συλλέξας καθ' οδόν πλήθος άλλων οπλοφόρων και ροπαλοφόρων, ώδευεν αφόβως εις Βουκουρέστι. Η ευτυχής και ακώλυτος πρόοδός του και η προσέγγισίς του εις την πρωτεύουσαν ηνάγκασαν τους άρχοντας να καταφύγωσιν εις Τρανσιλβανίαν, τους δε ανθηγεμόνας εις Ρουτσούκι, παραδουνάβιον πόλιν της Τουρκίας. Απομακρυνόμενοι δε ούτοι της πρωτευούσης, διέταξαν τον Σάββαν θεωρούμενον πιστόν ν' ασφαλίση την πόλιν από του αποστάτου. Εν τοσούτω ο Βλαδιμιρέσκος έφθασε παρά το Βουκουρέστι την 15 Μαρτίου μέγας και πολύς, και κατέλυσεν εν Κοτροτσανίω, μοναστηρίω του αγίου Όρους, ημιώριον προς δυσμάς από της πόλεως. Ύψωσε δε κατά πρώτην φοράν και σημαίαν φέρουσαν επί κυανού μεταξωτού υφάσματος τα ομοιώματα της αγίας Τριάδος και των μεγαλομαρτύρων Γεωργίου και Δημητρίου και το «Ζήτω η Ελευθερία» χρυσόγραπτον. Την δε 17 εξέδωκε κήρυγμα προς τούς κατοίκους του Βουκουρεστίου λέγων όσα έλεγε και επί της οδοιπορίας του, και προσθέτων, ότι εις ευόδωσιν του μεγάλου εθνικού σκοπού του συνήχθησαν υπό την οδηγίαν του δεκαεξακισχίλιοι οπλοφόροι, ότι η υψηλή Πύλη εσκόπευε να στείλη αντιπρόσωπόν της εις διόρθωσιν των κακώς εχόντων, και ότι αναγκαίον ήτο να στείλωσι και οι λαοί προς αυτόν πληρεξουσίους, να ενωθώσιν ως Χριστιανοί μετά του κινηθέντος πλήθους υπέρ του γενικού καλού, και να ετοιμάσωσι και τα αναγκαία καταλύματα. Κατόπιν του Βλαδιμιρέσκου αφίχθησαν εις Βουκουρέστι ο Γεωργάκης και ο Φαρμάκης, και κατέλυσαν εντός της πόλεως όπου διέτριβε και ο αρχηγός της φρουράς Σάββας· όλοι δε οι εντός και οι εκτός ήρχοντο συχνάκις εις λόγους χωρίς να συγκρούωνται. |
| Φεβρουάριος | Καθ' ον δε καιρόν διετάραττεν ο Βλαδιμιρέσκος την Βλαχίαν, ο Υψηλάντης, έχων εν τη συνοδία του τους δύο νεωτέρους αδελφούς του, Νικόλαον και Γεώργιον, τον συνταγματάρχην του ελαφρού ρωσσικού ιππικού Γεώργιον Καντακουζηνόν (β), τον ταμίαν του Γεώργιον Μάνον, αξιωματικόν τινα Πολωνόν, Γαρνόφσκην, και δύο υπηρέτας, επέρασεν εν ρωσσική στολή τον Προύθον την 22 Φεβρουαρίου περί την ε' ώραν μετά μεσημβρίαν, και υποδεχθείς επί της αποβάσεώς του και συνοδευθείς παρά τινων στρατιωτών ευρεθέντων εκεί διά της μυστικής ενεργείας οπαδών του πρρσταλέντων επί τούτω εις Ιάσι, εισήλθε δύνοντος του ηλίου εις την πόλιν και έστησε το στρατοπεδαρχείον του εν τη οικία της Καντακουζηνής, αυτός δε κατέλυσεν εν τω μοναστηρίω του Γαλατά επί λόφου κειμένω είκοσι λεπτά μακράν της πόλεως. Μόλις δ' έφθασε, και όλοι οι εν τη πόλει οπλοφόροι Αρβανίται, όντες μυστικώς προωργανισμένοι, αφήκαν πάσαν υπηρεσίαν κοινήν και ιδιωτικήν, και ετάχθησαν διά μιας υπό τας διαταγάς του. Ετάχθησαν υπό τας διαταγάς του και άλλοι, και πολλοί των μαθητών αυτοπροαίρετοι και ενθουσιώντες. |
| Κατ' εκείνον τον καιρόν ηγεμόνευεν εν Μολδαυία ο Μιχαήλ Σούτσος προ ολίγων μόνον εβδομάδων κατηχηθείς τα της Εταιρίας. Ο κατηχητής του, είτε θέλων να τον ελκύση, είτε αγνοών και αυτός τα σχέδια της Εταιρίας, τον εβεβαίωσεν, ότι μήτε αι ηγεμονείαι θα εταράττοντο μήτε η επανάστασις θα εξερρηγνύετο εν Ελλάδι προ του 1825. Ο Σούτσος, θεωρών το τέρμα τούτο βραχύ, επρότεινε διά του κατηχητού τον τη υπερτάτη Αρχή παράτασιν μέχρι του 1827,και έγραψε τα αυτά κατ' ευθείαν τω Υψηλάντη διατρίβοντι εν Βεσσαραβία. Ο Υψηλάντης, υποπτεύσας ότι διά της προτάσεως ταύτης ο Σούτσος διενοείτο ν' αποκαρπωθή εν ανέσει την επταετή ηγεμονίαν του, και φοβούμενος μη τον εύρη αντίπαλον αν ηναντιούτο, υπέκρυψε τους αληθείς σκοπούς του· ώστε ο Σούτσος ηπόρησε και εταράχθη ότε παρά πάσαν προσδοκίαν έμαθε την 21 κατά πρώτον, ότι ο Υψηλάντης θα επέρα τον Προύθον την επαύριον· αλλ' ούτε αντείπεν ούτε αντέπραξεν· εξ εναντίας έδωκε πάσαν βοήθειαν, πιστεύων και αυτός αδιστάκτως, ως και οι λοιποί, ότι η Ρωσσία τον υπεκίνει. Η διαγωγή αύτη του ηγεμόνος έπεισε τους εντοπίους άρχοντας, ότι το κίνημα του Υψηλάντου δεν ήτον απροστάτευτον έξωθεν, και ότι προανήγγελλε ταχείαν είσοδον εις τας ηγεμονείας ρωσσικών δυνάμεων, και μεταβολήν της πολιτικής τύχης των· διά τούτο και αυτοί ούτε αντείπαν ούτε αντέπραξαν. Αλλ' έβλαψαν τον αγώνα εξ αυτών των προοιμίων του αυτοί οι αγωνισταί. Τα πλείστα των επί των ορίων των ηγεμονειών φρούρια ήσαν και ανώχυρα και απροφύλακτα και ανεφοδίαστα εξ αιτίας της συνήθους αμελείας των Τούρκων ενισχυομένης έτι μάλλον υπό της επικρατούσης τότε βαθείας ειρήνης· διά τούτο ήσαν ευάλωτα προσβαλλόμενα αίφνης. Αλλ' αντί να προσβληθή αίφνης και αλωθή η Βραΐλα, ως έχουσα μικράν και αδύνατον φρουράν, ο διατελών υπό τας διαταγάς του Υψηλάντου Βασίλης Καραβιάς, οπλαρχηγός και αυτός των εν ταις ηγεμονείαις μη εντοπίων, εξύπνησε τους Τούρκους, πράξας έμπροσθεν ούτως ειπείν των πυλών του φρουρίου τούτου πράξιν απολίτευτον, απάνθρωπον και αδικαιολόγητον. |
| Καθ' όλας τας πόλεις της Μολδοβλαχίας όπου εσύχναζαν Τούρκοι, ως διαβάται ή ως έμποροι, διέτριβεν αξιωματικός Τούρκος, έχων παρ' εαυτώ καί τινας στρατιώτας προς συστολήν των ατακτούντων ομοπίστων του μη σεβομένων συνήθως την χριστιανικήν φρουράν. Τοιούτος τις διέτριβε και εν Γαλατσίω παραδουναβίω εμπορική πόλει της Μολδαυίας, όπου ήσαν καί τινες Τούρκοι φιλήσυχοι και φιλέμποροι. Τον αξιωματικόν τούτον, τους περί αυτόν και όσους εκ των εμπορευομένων Τούρκων εδυνήθη να συλλάβη ο Καραβιάς, ο ως αρχιχωροφύλαξ εκεί σταθμεύων, εφόνευσε σχεδόν όλους επιπεσών αίφνης άνευ διαταγής του Υψηλάντου την προτεραίαν της εις Μολδαυίαν περαιώσεώς του. Εναβρυνόμενος δε επί τω κατορθώματί του εσόβει διά της αγοράς φορών την μηλωτήν του φονευθέντος αξιωματικού ως την λεοντήν ο Ηρακλής. |
| Η είδησις της αιμοσταγούς ταύτης πράξεως, της πρώτης πράξεως του υπέρ ελευθερίας και ευνομίας αγώνος, έφθασεν εις Ιάσι καθ' ην εσπέραν εισήλθεν ο Υψηλάντης, και την διεδέχθη άλλη ομοίας φύσεως υπό τους οφθαλμούς αυτού του Υψηλάντου. 40 Τούρκοι υπό Οθωμανόν αρχιφρούραρχον της ηγεμονείας διέτριβαν εν Ιασίω, δι' ους λόγους διέτριβαν τοιούτοι και εν Γαλατσίω και αλλού. Εισελθόντος του Υψηλάντου, οι Τούρκοι ούτοι αφωπλίσθησαν κατά διαταγήν του ηγεμόνος και εφυλακίσθησαν· εφυλακίσθησαν και 30 έμποροι Οθωμανοί ευρισκόμενοι εν τη αυτή πόλει· αλλά την νύκτα οι πλείστοι εφονεύθησαν ανηλεώς και αναιτίως. Αι δύο δε αύται πράξεις δείξασαι εξ αυτής της αρχής, ότι ούτε σύνεσις ωδήγει τους οπλαρχηγούς, ούτε πειθαρχία επεκράτει, δυσηρέστησαν εις άκρον και τον ηγεμόνα και τους αυλικούς και τους εντοπίους άρχοντας. Αλλ' ο Υψηλάντης, αντί να εκφράση πανδήμως την δυσαρέσκειάν του και ελέγξη αν όχι και παιδεύση τους αιτίους, περί μεν των υπό τους οφθαλμούς του συμβάντων εσιώπησε, περί δε των εν Γαλατσίω εξέδωκεν ημερησίαν διαταγήν ευφημών την αθέμιτον πράξιν του Καραβιά ως λαμπρόν κατόρθωμα. Παρόμοιοι πράξεις εξ αιτίας της τοιαύτης διαγωγής του Υψηλάντου προς τον Καραβιάν επαναληφθείσαι και αλλαχού της ηγεμονείας ηύξησαν έτι μάλλον την γενικήν και δικαίαν δυσαρέσκειαν, και εσύστησαν κάκιστα εξ αυτής της αρχής τον αγώνα. Εξ αυτής της αρχής ο Υψηλάντης έπεσε και εις άλλο ατόπημα. Ήκουσεν ότι πολλά χρήματα της Εταιρίας απετέθησαν παρά τω εν Ιασίω τραπεζίτη Παύλω Ανδρέου. Διατεινομένου δε τούτου, ότι το άκουσμα ήτο ψευδές, διέταξεν ο Υψηλάντης ούτος μεν και ο παραυιός του να φυλακισθώσι, τα δε βιβλία του να εξετασθώσι. Γενομένης δε της εξετάσεως απεδείχθη το άκουσμα πάντη ψευδές. Αλλ' ο Υψηλάντης δεν απεφυλάκισε τους αδίκως φυλακισθέντας ειμή επί πληρωμή γροσίων 60000 εις χρήσιν του στρατού. Η βία και η αρπαγή αύτη έβαλαν εις ανησυχίαν τους πλουσίους της ηγεμονείας και συνήρησαν μεγάλως εις την μετ' ολίγας ημέρας συμβάσαν αιφνίδιον φυγήν του Ροσνοβάνου και του Στούρτσα Σαντουλάκη, δύο των πρωτίστων αρχόντων της Μολδαυίας· ανεκάλυψαν δε και την μηδαμινότητα των πόρων του Υψηλάντου και διήγειραν πολλάς αμφιβολίας περί της πιστευομένης υποκινήσεως της Ρωσσίας, ήτις, αν ενείχετο, δεν θ' άφινε τον Υψηλάντην άπορον. |
| Ιδού και άλλο κακόν χείρον των πρώτων. Ο Υψηλάντης ήλθε ν' ανοίξη τον ελληνικόν αγώνα εντός ξένων τόπων χωρίς να έχη προεσχεδιασμένον τι να πράξη ως προς τους εγκατοίκους. Πασίγνωστον είναι, ότι εν ταις ηγεμονείαις λαός δεν υπάρχει· υπάρχουν μόνον αυθένται και δούλοι· οι δε δούλοι τόσον εξευτελίσθησαν εκ της δουλείας, ώστε έχασαν και αυτόν τον πόθον της ελευθερίας. Ο Υψηλάντης, αντί να εγκολπωθή την ισχυράν μερίδα, την των αρχόντων, και διά της συνδρομής αυτών να ενισχύση τον αγώνα, εμελέτησε να καταργήση τα προνόμιά των και να κηρύξη πολιτικήν ισότητα, ό εστι, να εφελκύση την αγανάκτησιν των δυνατών χωρίς καν να ωφελήση ή να προσοικειωθή τους δούλους όντας οποίους τους εδείξαμεν· αλλά πεισθείς περί της δεινότητος των αποτελεσμάτων τοιαύτης πράξεως παρητήθη και δεν εξέδωκεν ην εμελέτα προκήρυξιν, αλλ' εξέδωκεν άλλην την επιούσαν της αφίξεώς του, δι' ης, αποτεινόμενος προς τους Μολδαυούς, τοις έλεγεν, ότι διέβαινεν απλώς πορευόμενος εις Ελλάδα, όπου τον εκάλει η φωνή του λαού δράξαντος τα όπλα κατά του τυράννου, και τους εθάρρυνε ν' ασχολώνται αφόβως εις τα ειρηνικά έργα των και να υπακούωσι τον ηγεμόνα και τους νόμους των· επρόσθετε δε, ότι, άν τινες απελπισμένοι Τούρκοι ετόλμων να πατήσωσι το έδαφός των, «Ι σ χ υ ρ ά - Δ ύ ν α μ ι ς - ε υ ρ ί σ κ ε τ ο - ε τ ο ί μ η - δ ι ά - ν α - τ ι μ ω ρ ή σ η - τ η ν - τ ό λ μ η ν - τ ω ν». Την δε 24 εξέδωκε δύο άλλας προκηρύξεις την μεν προς το Πανελλήνιον λέγουσαν προς τοις άλλοις, «Κ ι ν η θ ή τ ε, κ α ι - θ έ λ ε τ ε - ι δ ε ί - μ ί α ν - κ ρ α τ α ι ά ν - Δ ύ ν α μ ι ν - ν α - υ π ε ρ α σ π ι σ θ ή - τ α - δ ί κ α ι ά - μ α ς», αινιττόμενος την Ρωσσίαν, την δε προς τους παρεπιδημούντας Έλληνας. Την αυτήν ημέραν κατά προτροπήν αυτού ο αυθέντης Σούτσος, συγκαλέσας το συμβούλιον, ανηγγειλεν, ότι ο πρίγκηψ Υψηλάντης διέβαινε μόνον απερχόμενος εις Ελλάδα, αλλ' ότι ενδεχόμενον η Πύλη οργισθείσα να στείλη στρατεύματα και αφανίση τον τόπον· διά τούτο έκρινεν αναγκαίον να ικετεύσωσι την προστάτριαν Δύναμιν ίνα μη επιτρέψη εισβολήν. Το συμβούλιον έγραψε την προβληθείσαν αναφοράν συστηθείσαν και δι' ιδιαιτέρας του ηγεμόνος προς τον διατρίβοντα τότε εν Λαϋβάχη αυτοκράτορα Αλέξανδρον, έγραψε προς αυτόν και ο Υψηλάντης υποστηρίζων την αίτησιν του κοινού, ομολογών, ότι τω όντι ανεδέχθη τον υπέρ της ελευθερίας της Ελλάδος αγώνα και εκθέτων τους λόγους. Την δε 26 εξέδωκε στρατιωτικόν οργανισμόν, καθ' ον επλάττοντο στρατηγοί σωματάρχαι, ως τους εκάλει ο οργανισμός, στρατηγοί φαλαγγάρχαι, στρατηγοί ταγματάρχαι, χιλίαρχοι, συνταγματάρχαι, εκατόνταρχοι και τοιούτοι· έταξε δε εις την πρώτην τάξιν τους δύο αδελφούς του και τον Καντακουζηνόν, ουδένα εις την δευτέραν, εις την τρίτην τον Ορφανόν και τον Δούκαν, και εις τας κατωτέρας άλλους. Ετοιμασθείς δε να εκστρατεύση εις Βλαχίαν διέταξε και εψάλη την 28 εν τω ναώ των τριών ιεραρχών δοξολογία, εν ή παρέστη όλος ο στρατός και αυτός ως αρχιστράτηγος. Κατά την τελετήν δε ταύτην ο μητροπολίτης τον έζωσε σπάθην ειπών μεγαλοφώνως το προφητικόν λόγιον «Περίζωσε την ρομφαίαν σου επί τον μηρόν σου δυνατέ τη ωραιότητί σου και τω κάλει σου, και έντεινε και κατευοδού και βασίλευε». Ευλόγησε δε και την σημαίαν του φέρουσαν ένθεν μεν το σημείον του σταυρού, τα ομοιώματα του αγίου Κωνσταντίνου και της αγίας Ελένης και το «εν τούτω νίκα»· ένθεν δε τον φοίνικα και το «εκ της κόνεώς μου αναγεννώμαι». Όλοι δε ωρκίσθησαν πανδήμως τον υπέρ της ελευθερίας της πατρίδος όρκον. |
| Ο δε Υψηλάντης, αφ' ού διέτριψεν έξ ημέρας εν Ιασίω, και διένειμε χρήματα εις τους στρατιώτας, εξεστράτευσεν εις Βουκουρέστι μετά 800 ιππέων προδιατάξας να ετοιμασθώσι παντού τροφαί εις χρήσιν δεκακισχιλίων στρατιωτών. Αλλ' η εν Ιασίω εξαήμερος διατριβή του ούτε το επιχείρημά του εσύστησεν, ούτε αυτόν ύψωσεν εξ αιτίας της αναξίας υπαλληλίας του και της κακοηθείας του συρφετώδους στρατού, όστις αχαλίνωτος εις τας ορέξεις του έπραττε παντός είδους καταχρήσεις ασυστόλως και αφόβως υπό τας όψεις του αρχιστρατήγου και εκίνει μέγαν γογγυσμόν· μόνη η ιδέα της ρωσσικής υποκινήσεως διεσώζετο και κατείχε την γενικήν και δικαίαν αγανάκτησιν. Πολλοί δε των κατοίκων της Βλαχίας, μαθόντες ότι τα άτακτα ταύτα στρατεύματα μετέβαιναν εκεί, εφοβήθησαν μη πάθωσιν όσα οι Μαλδαυοί και έφυγαν. Τούτο μαθών ο Υψηλάντης καθ' οδόν, εξέφρασε προς τον μητροπολίτην και τους συγκροτούντας την Αρχήν προκρίτους της Βλαχίας την απορίαν του, ως διατηρουμένης, κατά το λέγειν του, αυστηράς ευταξίας εν Μολδαυία· τοις έστειλε δε, επ' ελπίδι να τους καθησυχάση, και τας προς τους Βλάχους προκηρύξεις του εις δημοσίευσιν, και τοις έλεγεν ότι η προστατεύουσα τας ηγεμονείας μεγάλη Δύναμις θα εμπόδιζε την εισβολήν των βαρβάρων· εις πίστωσιν δε τούτου επρόσθετεν, ότι ο στρατηγός Βιτγενστέης διετάχθη να φέρη επί των ορίων τα εν Βεσσαραβία στρατεύματα, και ότι ουδ' αυτός θα διέμενεν εν τη Βλαχία· τους διέταττε δε ετοιμάσωσιν εις χρήσιν των μεγάλων δυνάμεών του τροφάς και καταλύματα επί της διαβάσεως. |
| Μετά επταήμερον δε οδοιπορίαν έφθασεν εις Φωξάνην, πόλιν επί των ορίων Μολδαυίας και Βλαχίας, όπου ηύρε τους οπλαρχηγούς Αναστάσην Αργυροκαστρίτην και Καραβιάν αναμένοντάς τον. Ο τελευταίος ούτος έφερεν εκ Γαλατσίου δύο κανόνια και έσυρε κατόπιν του και πολύν όχλον, ον οπλίσας διά του παρατυχόντος, και παρατάξας καθ' ην ώραν εισήρχετο ο Υψηλάντης εφείλκυσε τόσον την προσοχήν αυτού ως άνθρωπος μεγάλης αξιότητος, ώστε ανεδείχθη στρατηγός ταγματάρχης (γ). Επτά ημέρας διέμεινεν ο Υψηλάντης εν Φωζάνη, καθ' ας κατεγίνετο γυμνάζων κατά την ευρωπαϊκήν τάξιν πολλούς νέους, πεπαιδευμένους ως επί το πλείστον και αγαθών γονέων, συρρέοντας καθ' ημέραν πολλαχόθεν υπό τας σημαίας του, εξ ων συνεκροτήθη τάγμα επονομασθέν «ιερός λόχος». Ελέγοντο δε οι ιερολοχίται ούτοι και μαυροφορίται, διότι εμελανοφόρουν· έφεραν δε επί του πίλου κατά μέτωπον ομοίωμα κρανίου επί δύο κοκκάλων εν χιαστώ σχήματι υφ' ο επιγραφή «Ελευθερία ή θάνατος»· εφόρουν δε και εθνόσημον τρίχρουν. |
| Μάρτιος | Εκστρατεύσας ο Υψηλάντης εκ Φωξάνης έφθασε την 16 μαρτίου εις Βουζέον, πόλιν παρά τον ομώνυμον ποταμόν, κακείθεν επροχώρησεν εις Πλοέστι, όπου διέμεινεν ως δέκα ημέρας. Την δε 28 εστρατοπέδευσεν εν Κολεντίνη ημιώριον από Βουκουρεστίου· ώστε εχρονότριψε καθ' οδόν από Ιασίου εις Κολεντίναν τέσσαρας εβδομάδας. Η τόση χρονοτριβή καθ' ους καιρούς η ταχύτης συντελεί τα μέγιστα εις πρόοδον τοιούτων τολμημάτων, επήγασε κυρίως εξ όσων ελάμβανεν επί της οδοιπορίας του μυστικών ειδήσεων, ότι ο μεν Βλαδιμιρέσκος εμελέτα κατ' αυτού επιβουλήν, ο δε Σάββας εκλονίζετο· διά τούτο οδοιπορών εταλαντεύετο αν έπρεπε να υπάγη εις Βουκουρέστι, όπου ήσαν ο Βλαδιμιρέσκος και ο Σάββας έχοντες ικανάς δυνάμεις ή να στρατοπεδεύση εν Τυργοβίστω, αρχαία μητροπόλει της ηγεμονείας. |
| Το Βουκουρέστι έκειτο υπό στρατιωτικήν μάστιγα καθ' ον καιρόν προσήγγισεν ο Υψηλάντης· διά τούτο οι κάτοικοι εχάρησαν επί τω ερχομώ του ελπίζοντες ανακούφισιν των δεινών, οι δε σημαντικώτεροι των εναπομεινάντων αρχόντων, εν οις και ο μητροπολίτης, υπήγαν εις προϋπάντησίν του παρακαλούντές τον να έμβη εις την πόλιν, αλλά δεν εισηκούσθησαν δι' ας συνέλαβεν υποψίας. Εκ δε των οπλαρχηγών ο μεν Γιωργάκης προϋπήντησε τον Υψηλάντην κατά την Μενζίλην, τον συνώδευσεν εις Κολεντίναν και διέμεινε παρ' αυτώ και υπό τας διαταγάς του μετά των στρατιωτών του· ο δε Βλαδιμιρέσκο και ο Σάββας δεν προσήλθαν ουδ' αφ' ού έφθασεν εις Κολεντίναν. Την δε επαύριον εστάλη προς τον Σάββαν ο εξ απορρήτω του Υψηλάντου Λασσάνης εις γνώσιν της αιτίας. Ο Σάββας υπεκρίθη κατ' αρχάς τον άρρωστον, αλλ' αναγκασθείς να εξηγηθή σαφέστερον ωμολόγησεν, ότι το κίνημα του πρίγκηπος δεν ήτον οποίον εφημίζετο, ότι επί τη βεβαιώσει ρωσσικής συμπράξεως ανεδέχθησαν όλοι τον αγώνα, ότι παρήλθαν πέντε εβδομάδες αφ' ού ο πρίγκηψ επέρασε τον Προύθον, και ρωσσική σύμπραξις δεν εφάνη, ότι έβλεπεν άφευκτον τον αφανισμόν των δύο ηγεμονειών και τον παντελή όλεθρον των πρωταγωνιστών, και ότι εδίσταζε περί του πρακτέου. Ο Λασσάνης επροσπάθησε να τον θαρρύνη ειπών, ότι αι ελπίδες της ρωσσικής συμπράξεως ήσαν βάσιμοι, αλλ' η ώρα δεν ήλθε, διότι δεν εισέβαλαν εις τας ηγεμονείας τουρκικά στρατεύματα, ώστε να λάβωσιν εντεύθεν αφορμήν να εσβάλωσι και ρωσσικά. Διά τούτων και τοιούτων λόγων έφερε τον Σάββαν ο Λασσάνης προς τον Υψηλάντην, όστις τον εδέχθη φιλοφρονέστατα και υπεστήριξε και αυτός τας δοθείσας αυτώ ελπίδας. Γενομένου δε λόγου περί του Βλαδιμιρέσκου, ο Υψηλάντης εξεμυστηρεύθη όσας υποψίας συνέλαβε κατ' αυτού, προσθέσας, ότι δις υπήγεν ο Γεωργάκης να τον φέρη εις Κολεντίναν και απέτυχε. Ο Σάββας ανεδέχθη να τον πείση, και τω όντι το κατώρθωσε μείνας εν τω στρατοπέδω του Βλαδιμιρέσκου εις ασφάλειαν αυτού μέχρι της επανόδου του. Ο δε Βλαδιμιρέσκος, παραστάς ενώπιον του Υψηλάντου, υπεκρίθη τελείαν αφοσίωσιν εις αυτόν και ζήλον προς τον αγώνα· εξέφρασε δε επιθυμίαν να μείνη αυτός ως οπισθοφυλακή εν Βλαχία, ο δε Υψηλάντης να μεταβή εις Βουλγαρίαν, ως προεσχεδιάσθη· επέμενε δε τόσω μάλλον εις το να προχωρήση ο Υψηλάντης όσον τάχιον, καθ' όσον είχεν έλθει είδησις, ότι η Βουλγαρία ετοίμη ήτο να δράξη τα όπλα επί τω εμφανισμώ αυτού, και ότι επί τω σκοπώ τούτω εστάλη εκείθεν και έφθασεν ήδη εις την επί του Δουνάβεως αντικρύ του Σιστόβου Ζέμνιτσαν ο Χρίστος Πάγκας, είς των οπλαρχηγών της Βουλγαρίας μετά 400 στρατιωτών και των εις περαίωσιν του στρατού αναγκαίων πλοιαρίων. Αλλ' οι λόγοι του Βλαδιμιρέσκου δεν ίσχυσαν· και αυτός μεν επανήλθεν αβλαβής εις τα ίδια, ο δε Σάββας απελύθη ευφημούμενος διά τον ζήλον του. |
| Όσον δε το σχέδιον του Υψηλάντου ήτον εξ αρχής σαθρόν τόσον η θέσις του καθίστατο καθ' ημέραν κινδυνωδεστέρα. Συνέρρευσαν υπό τας σημαίας του και καθ' οδόν και εν Κολεντίνη πολλοί ένοπλοι, και ελογίζοντο όλοι τρισχίλιοι· αλλ' άτακτοι εν γένει και καταχρασταί· και έχοντες υπ' όψιν το σκανδαλώδες παράδειγμα των πλείστων οπλαρχηγών, ων τα εν Βλαχία αθεμιτουργήματα υπερέβησαν και αυτά τα εν Μολδαυία, εγίνοντο ημέρα τη ημέρα έτι μάλλον ακράτητοι. Μεταξύ δε των τριών οπλαρχηγών, των εχόντων και επιρροήν και ικανότητα και τα ανδρειότερα και πολυπληθέστερα σώματα, πιστός ήτο και πιστός διέμεινε μέχρι τέλους ο Γεωργάκης, αλλ' ο Σάββας και ο Βλαδιμιρέσκος ήσαν επίβουλοι και προδόται. Οι εντόπιοι όλοι ηχθρεύοντο τον Υψηλάντην, διότι ο αγών ήτον επ' ωφελεία ξένης γης και επί φθορά της πατρίδος των· πάσα δε ηθική δύναμις, εξ όσων έβλεπαν και έπασχαν, εξέλειψεν· ώστε η τελεία καταστροφή του αγώνος εφαίνετο άφευκτος επερχομένης εχθρικής δυνάμεως. |
| Τοιαύτα ήσαν τα κατά την Βλαχομολδαυίαν αρχομένου του απριλίου. Ερχόμεθα τώρα να θεωρήσωμεν και τα κατά την Ελλάδα. |