WeRead Powered by ReaderPub
Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Α cover

Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Α

Chapter 15: 1821
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A comprehensive contemporary history traces the causes, secret societies, and outbreaks of the early nineteenth-century struggle for Greek independence, following uprisings across the Peloponnese, mainland regions and islands, naval engagements, sieges, pitched battles, and brutal reprisals against civilians. It documents internal political divisions, shifting loyalties, and the conduct of local leaders, and surveys foreign diplomacy and great-power reactions. The work pairs chronological narrative with thematic essays on language, sources, and historiographical method, presenting a revised, documentary-based account intended to weigh successes and failings without partisan distortion.

1821

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'

Έποψις της Πελοποννήσου και κατάστασις αυτής επί των παραμονών της επαναστάσεως. _Έλευσις κι απέλευσις του Χουρσίδ Πασά και χαρακτηρισμός αυτού.

ΚΑΘ' όλα τα μέρη της ελληνικής γης ο αριθμός των εντοπίων Χριστιανών ήτον ανώτερος του αριθμού των εντοπίων Τούρκων. Αλλ' η Πελοπόννησος είχε και ιδιαίτερα πλεονεκτήματα· περιείχε χριστιανικόν λαόν πολυπληθέστερον, ευπορώτερον, εμπορικώτερον και βιομηχανώτερον αναλόγως των άλλων λαών της στερεάς Ελλάδος, διότι και ο τουρκικός ζυγός ήτον ελαφρότερος. Οι στελλόμενοι εις Πελοπόννησον ηγεμόνες συχνάκις αλληλοδιεδέχοντο, και ως εκ τούτου η επί του τόπου ισχύς των πολλή δεν ήτον· εφορευόμενοι δε υπό των διατριβόντων εν τη βασιλευούση αντιπροσώπων της Πελοποννήσου, εσυστέλλοντο έτι μάλλον εν ταις κακοεργίαις των. Οι αρχιερείς και οι προεστώτες είχαν μεγάλην επιρροήν επί των ομοπίστων αυτών· και ως εκ τούτου ήσαν ισχυροί παρά τη εξουσία· συνήρχοντο δε περί κοινών υποθέσεων εις την πρωτεύουσαν της Πελοποννήσου δις του έτους, συνενισχυόμενοι ενώπιον της τουρκικής εξουσίας. Αν και γενικώς οι λαοί της Πελοποννήσου, καταγινόμενοι εις ειρηνικά έργα, δεν ήσαν μάχιμοι, διέπρεπαν όμως μεταξύ αυτών άνδρες εκ της τάξεως των κλεπτών φημιζόμενοι επ' ανδρία και πολεμική εμπειρία. Έζη και λαός προς μεσημβρινήν άκραν αυτής διασώσας πολλά λείψανα της σπαρτιατικής καταγωγής του. Επιτηδειοτάτη εις αμυντικόν πόλεμον είναι η γεωγραφική θέσις της. Θαλασσοτείχιστος η χώρα αύτη παρέχει μόνον τον στενόν Ισθμόν εις εισβολήν εχθρικών στρατευμάτων, αλλά και αυτόν βουνώδη προς την Μεγαρίδα και δυσπρόσιτον. Βουνώδη και δυσπρόσιτα είναι και πάμπολλα εντός αυτής μέρη. Τα μεταξύ Κορίνθου και Άργους στενά τα κοινώς λεγόμενα Δερβενάκια και το Αγιονόρι, το μεταξύ Άργους και Τριπολιτσάς Παρθένι, το μεταξύ Τριπολιτσάς και Καλαμάτας Μακρυπλάγι, το μεταξύ Αρκαδίας και Πύργου Κλειδί, τα μεταξύ Κορίνθου και Βοστίτσης στενά της Ακράτας, τα μεταξύ Πατρών και Βοστίτσης Σελλά, ο διατέμνων την Μάνην Ταΰγετος και τόσαι άλλαι ορειναί και δύσβατοι θέσεις είναι ευϋπεράσπιστοι, και δι' ολίγων επιτηδειόταται εις παρεμπόδισιν της από τόπου εις τόπον μεταβάσεως πολλών· φρουρείται δε η χερσόνησος αύτη υπό μεγάλων προμαχώνων, ένθεν μεν της στερεάς Ελλάδος, ένθεν δε των ναυτικών νήσων και της Κρήτης· βοηθείται και υπό της παραλίου περιφερείας της εις εισαγωγήν άλλοθεν των αναγκαίων. Όλα ταύτα ανεδείκνυαν την Πελοπόννησον, ην δικαίως θεωρεί ο Στράβων ακρόπολιν όλης της Ελλάδος, την καταλληλοτέραν και ασφαλεστέραν βάσιν του μελετωμένου επαναστατικού κινήματος.
Δύο ήσαν αι εν αυτή εστίαι της επαναστάσεως, η Αχαΐα και η Μάνη· εκείνη μεν πολιτική, αύτη δε πολεμική.
Η πόλις των Πατρών ήκμαζεν υπέρ πάσαν άλλην της Πελοποννήσου διά το εμπόριον και το πολύτιμον προϊόν της σταφίδος· ευρωπάιζε δε και υπέρ τας άλλας διά την συχνήν μετά τινων παραθαλασσίων της Ευρώπης πόλεων εξ αιτίας του εμπορίου επιμιξίαν, και διά την εν αυτή διαμονήν προξένων ισχυόντων παρά ταις τουρκικαίς Αρχαίς και πολλάς σχέσεις προς τους εντοπίους εχόντων· είχε και φιλομούσους και φιλοκάλους πολίτας Χριστιανούς και ημέρους πολίτας Τούρκους. Τρεις πολιτικοί άνδρες της Αχαΐας, ο Π. Πατρών Γερμανός, ο Ανδρέας Ζαήμης προεστώς των Καλαβρύτων, και ο Ανδρέας Λόντος προεστώς της Βοστίτσης, ήσαν ειλικρινώς συνδεδεμένοι πριν έτι γνωσθώσιν εν Πελοποννήσω τα της Εταιρίας. Οι συνετοί δε και φιλοπάτριδες ούτοι άνδρες εν πολλή όντες υπολήψει, ίσχυαν εξ αιτίας του δεσμού των και της αξίας των και παρά τοις τοπικοίς συμβουλίοις και παρά τοις γενικοίς· έμειναν δε μέχρι τέλους ζωής, εν μέσω τόσων πολιτικών και πολεμικών περιπετειών του αγώνος, πιστοί προς αλλήλους πολιτευόμενοι πάντοτε την αυτήν πολιτικήν. Η υπόληψις των τριών τούτων ανδρών συνέτεινεν όχι ολίγον εις το να κατασταθή η πόλις των Πατρών πολιτικόν κέντρον της Πελοποννήσου.
Η Μάνη, εξ αιτίας της ορεινής θέσεως και της ακαρπίας της γης, δεν έπεσεν εις τας αυτάς πολιτικάς περιπετείας, ούτε διήγειρε την φιλοδοξίαν και την πλεονεξίαν των δορυκτητόρων, ως η λοιπή Πελοπόννησος. Ο λαός της, πτωχός ως ο τόπος ον κατοικεί, αφιλέμπορος, αβιομήχανος, άθικτος, και ζων εν σκληραγωγίαις και τη χρήσει των όπλων, εθήρευε πολλάκις τα προς το ζην δι' αρπαγών κατά γην και κατά θάλασσαν. Ούτε Αρχήν τουρκικήν, ούτε κατοίκους Τούρκους είχε ποτε η Μάνη· απελάμβανε δε πλήρη αυτονομίαν υπό την κυριαρχίαν του κατά καιρούς καπητάμπασα επί ετησίω φόρω, σπανίως και αυτώ αποδιδομένω, τεσσάρων μεν χιλιάδων γροσίων κατ' αρχάς, δεκαπέντε δε μετά ταύτα. Είχεν επτά αρχιερείς· και αρχήθεν μεν διηρείτο εις οκτώ καπητανάτα, έπειτα δε εις ένδεκα· πας δε καπητάνος ήτο σχεδόν ανεξάρτητος, και διεδέχετο ως επί το πλείστον την αξίαν του ο κληρονόμος του· ανεδεικνύετο δε είς εξ αυτών ανώτερος των άλλων, παρ' αυτών μεν κατ' αρχάς, φέρων τον τίτλον Μπας - καπητάνος, μετά δε το 1770 παρά του κατά καιρούς καπητάμπασα υπό τον τίλον Μπας - μπογούς, αλλ' έκτοτε κοινώς προσαγορευόμενος «Μανιατμπέης»· δικαίως δε εθεωρείτο ο τόπος διά τα πλεονεκτήματα του πολεμικόν κέντρον της Πελοποννήσου· επρόκειτο δε να κινηθώσιν οι κάτοικοί του προ των άλλων, διότι εις εκείνους απέβλεπαν κυρίως οι λοιποί λαοί της Πελοποννήσου διά την φήμην της ανδρίας των. Αλλ' η Αρχή της Εταιρίας, καί τοι θεωρούσα και αύτη τον τόπον τούτον εστίαν της επαναστάσεως, ούτε όπλα, ούτε τροφάς, ούτε πολεμεφόδια, ούτε χρήματα εναπεταμίευσεν, αλλ' έστειλε μόνον κατηχητάς και έδωκεν υποσχέσεις (α).
Τον δε νοέμβριον του αυτού έτους κατέβη εις την Πελοπόννησον ως ηγεμών αυτής ο Χουρσήδπασας, άνθρωπος μεγαλοπρεπής ως σουλτάνος, σκληροκάρδιος, πολυδάπανος ως ουδείς άλλος των ηγεμόνων της Πελοποννήσου και τρόμον τοις υπ' αυτόν εμπνέων (β)· διέπρεψε δε και επί των λαμπροτέρων υπουργιών του οθωμανικού κράτους και υπηρέτησε και ως μέγας βεζίρης· εστάλη δε εις την Πελοπόννησον κυρίως προς παρατήρησιν της πολιτικής καταστάσεως του τόπου και του πνεύματος των κατοίκων, και διετάχθη, αν εύρισκεν αφορμήν να υποπτεύση ότι εμελετάτο τι κατά του κράτους, να ενεργήση τρία τινά· την αφόπλισιν των Χριστιανών, την μετάπεμψιν εις Τριπολιτσάν των αρχιερέων και προεστώτων και την εισαγωγήν εις την Πελοπόννησον στρατευμάτων προς ενίσχυσιν της εξουσίας. Πολλά εθρυλλούντο κατά των Χριστιανών ότε έφθασεν ο Χουρσήδης εις την Πελοπόννησον· αλλ' αυτός ούτε πίστιν ούτε προσοχήν πολλήν έδωκε· και εκ τούτου φαίνεται, ότι η Πύλη είχε μέχρι τούδε απλάς μόνον υποψίας, αποδίδουσα ίσως και αύτη την φαινομένην ανησυχίαν και κίνησιν των ελληνικών πνευμάτων εις τας ραδιουργίας του αποστάτου Αλήπασα. Αλλ' ο άγριος χαρακτήρ του νέου τούτου ηγεμόνος, η αιμοβόρος διάθεσίς του και η δραστηριότης του διέσπειραν τόσον φόβον, ώστε η Πελοπόννησος ή δεν θα εκινείτο καθ' όλην την διάρκειαν της ηγεμονίας του, ή, αν εκινείτο, θ' απετύγχανεν αφεύκτως παρόντος αυτού. Αλλ' η Πύλη, δυσαρεστηθείσα επί τη διαγωγή του αρχηγού της κατά του Αλή εκστρατείας, ανέθεσε την αρχιστρατηγίαν εκείνην εις τον Χουρσήδην, όστις εξήλθε της Πελοποννήσου ολίγας εβδομάδας αφ' ού εισήλθεν. Εκλήθη εις την ηγεμονίαν ο οικείος του Κιοσέ Μεχμέτπασας, αλλά και αυτός συνηκολούθησε τον Χουρσήδην, ώστε η ηγεμονεία έμεινεν υπό διοίκησιν ανθηγεμόνος, του Μεχμέτ - Σαλήχαγα, μήτε πολλήν ικανότητα έχοντος, μήτε την προσήκουσαν συστολήν εμπνέοντος. Τόσον δε ανύποπτοι ήσαν προς όσα συνέβησαν μετ' ολίγον εν Πελοποννήσω και ο Χουρσήδης και ο Μεχμέτης, ώστε αμφότεροι αφήκαν εν Τριπολιτσά και τας γυναίκας και τα πλούτη των ως εν τόπω ασφαλεί και ησύχω· θέλοντες δε να καθησυχάσωσι τα πνεύματα των εντοπίων Τούρκων, υποπτευόντων και φοβουμένων, απέστειλαν εις Πελοπόννησον μετά την έξοδόν των χιλίους στρατιώτας προς ενίσχυσιν της εξουσίας και ματαίωσιν ενδεχομένου ανιαρού συναντήματος. Τοιουτοτρόπως η Πελοπόννησος ηλευθερώθη του Χουρσήδη, και οι Χριστιανοί ανέπνευσαν. Αλλ' οι εντόπιοι Τούρκοι ήσαν πάντοτε έμφοβοι, σχεδιάζοντες πώς να ματαιώσωσι τας βουλάς των Ελλήνων· εφοβούντο δε προ παντός άλλου τους λεγομένους κλέπτας, ων εσώζοντο λείψανα εν Πελοποννήσω· διά τούτο ηξεύροντες, ότι ο ποτέ κλέπτης Αναγνωσταράς είχεν εισέλθει πρό τινος καιρού κρυφίως εις Πελοπόννησον, και ότι υπενήργει τι εν ταις μεσσηνιακαίς επαρχίαις, βουλήν έβαλαν ή να τον συλλάβωσιν ή να τον φέρωσιν εις Τριπολιτσάν διά φιλικών τρόπων, αλλ' απέτυχαν. Βουλήν έβαλαν να συλλάβωσι και τους τήδε κακείσε ολίγους άλλους καπητάνους, ως τους Κουμανιώτας και τους Πετμεζάδας· και διαδόσαντες επιτηδείως και πανούργως ότι τινές των αγάδων του Λάλα, απειθήσαντες εις τας διαταγάς της εξουσίας, εξωπλίσθησαν, διέταξαν τους ρηθέντας να επιστρατεύσωσιν επί μισθώ, σκοπόν έχοντες να τους συλλάβωσιν απροφυλάκτους ή να τους δολοφονήσωσιν. Αλλ' οι επιβουλευόμενοι δεν επαγιδεύθησαν. Η απείθεια και η προφύλαξις των Ελλήνων ανησύχαζαν έτι μάλλον τους Τούρκους· αλλ' ό,τι υπερηύξησε την ανησυχίαν των ήτο το εξής.
Ο μέχρι θανάτου καταδιωκόμενος υπό της τουρκικής εξουσίας Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, και καταφυγών προ πολλών ετών εις Επτάννησον, ήλθε την 6 Ιανουαρίου εις την Μάνην την γενναίως και φιλοφρόνως τους καταδιωκομένους ομογενείς και ομοπίστους αείποτε δεχομένην. Η είδησις του ερχομού του κατά τας περιστάσεις εκείνας εφάνη τρανόν προμήνυμα ταραχών, και η τουρκική εξουσία ηρώτησε τον Μαυρομιχάλην περί αυτού και τον παρεκίνησε να τον συλλάβη ή αποδιώξη ως κακεντρεχή και επικίνδυνον, αλλ' ουδέν κατώρθωσε, και ο Κολοκοτρώνης καθήμενος εκεί άφοβος μέχρις ου εξερράγη η επανάστασις δεν έπαυεν ανταποκρινόμενος μετά των εν Πελοποννήσω οικείων του, και προδιαθέτων αυτούς εις το να δράξωσι τα όπλα την 25 μαρτίου, καθ' ην, ως προεσχεδιάσθη, θα εκινείτο η Μάνη προ των άλλων επαρχιών της Πελοποννήσου εις εμψύχωσιν και παράδειγμα αυτών. Αλλ' όσον παρήρχοντο αι ημέραι, τόσον το πράγμα εγίνετο σπουδαιότερον· δεν έλειπαν δε και περιστάσεις εις αύξησιν των υποψιών των Τούρκων, και η ακόλουθος όχι ολίγον τους ετάραξε.
Διάφοροι νερόμυλοι ήσαν προ πολλών ετών κατηδαφισμένοι εν Δημιτσάνη, κωμοπόλει της Καρυταίνης. Οι αδελφοί Σπηλιωτόπουλοι ανήγειράν τινας, και φέροντες άλλοθεν ύλην ήρχισαν να κατασκευάζωσι κρυφίως πυρίτιδα. Ανεκάλυψε τούτο η τουρκική Αρχή της Καρυταίνης αρχομένου του Φεβρουαρίου, κατεταράχθη, επάτησε τα ύποπτα μέρη, εν οις, αν δεν ηύρε πυρίτιδα, ηύρε τα εις κατασκευήν της, και ανέφερε τα πάντα εις τον εν Τριπολιτσά ανθηγεμόνα, όστις διέταξε και κατεδαφίσθησαν οι ανεγερθέντες ύποπτοι μύλοι.
Η τουρκική Αρχή, οσάκις συνελάμβανε πολιτικάς υποψίας συνείθιζε ν' ασφαλίζεται λαμβάνουσα ομήρους· εν τη παρούση όμως περιστάσει φοβηθείσα την παρακοήν των Χριστιανών ηρκέσθη εις την υπ' άλλην πρόφασιν κλήσιν εις Τριπολιτσάν εν πρώτοις μεν των προεστώτων, έπειτα δε και των αρχιερέων προσκαλουμένων συνήθως οσάκις ή πόλεμος εξωτερικός επέκειτο ή εσωτερικαί ταραχαί ανεφύοντο. Σκοπός δε της εξουσίας ήτο μηδενός να επιτρέψη την έξοδον και να ματαιώση τοιουτοτρόπως ό,τι ετεκταίνετο. Η συγκάλεσις αύτη κατεθορύβησεν όλους συνειδότας την ενοχήν και εικάζοντας την αιτίαν. Μέχρι τινός αμφίβαλλαν περί του πρακτέου· είχαν υπ' όψιν την απόφασιν της εν Βοστίτση συνελεύσεως του να μη υπάγωσιν εις Τριπολιτσάν προφασιζόμενοι άλλ' αντ' άλλων· αλλ' εσυλλογίζοντο εν ταυτώ ότι, αν παρήκουαν, έσχιζαν το προσωπείον, και ώφειλαν να οπλισθώσιν αμυνόμενοι, καί τοι ανέτοιμοι, ανεφοδίαστοι, διεσκορπισμένοι εν ταις επαρχίαις και μήτε καν να συννοηθώσι δυνάμενοι διά τους εις σύλληψιν αποστόλων ή γραμμάτων παραφυλάττοντας Τούρκους, διά τούτο νομίσαντες αδύνατον ή ολεθρίαν την αντίστασιν, απεφάσισαν να υπακούσωσιν, ελπίζοντες διά του εμφανισμού των να εμπνεύσωσι θάρρος και διασκεδάσωσι τας υποψίας. Ήγγιζε δε και το Πάσχα, καθ' ό επανήρχοντο συνήθως εις τα ίδια, ώστε ήλπιζαν και διά ταύτην την αιτίαν να μη μείνωσιν εν Τριπολιτσά ειμή ολίγας ημέρας. Οι Τούρκοι ηθέλησαν να λάβωσι τα πιστά και παρά της Μάνης, ην υπέρ πάσαν άλλην επαρχίαν υπώπτευαν αλλ' η Μάνη δεν εκρέματο από της τουρκικής Αρχής της Πελοποννήσου· διά τούτο ο Πετρόμπεης παρηγγέλθη περιποιητικώ τω τρόπω ν' αναβή και αυτός ως πιστός υπήκοος εις Τριπολιτσάν προς διασκέδασιν διά της παρουσίας του των προς βλάβην αυτού και του τόπου του φημιζομένων. Ο Πετρόμπεης απεποιήθη ευσχήμως ν' απέλθη, αλλ' έστειλε λήγοντος του φεβρουαρίου ένα των υιών του, τον Αναστάσην, και ένα των ανεψιών του, τον Πανάγον Πικουλάκην (β), ων η εν Τριπολιτσά παρουσία ενέπνευσε μέγα θάρρος. Το θάρρος τούτο ηύξησεν έτι μάλλον η κατόπιν αλληλοδιάδοχος είσοδος αρχιερέων και προεστώτων, υποκρινομένων όλων ότι τα πάντα ήσαν ραδιουργίαι του Καρά - Αλή.
Ουδεμία επαρχία ήτο τόσον τεταραγμένη όσον η των Πατρών. Τούρκοι και Χριστιανοί υπέβλεπαν και παρετήρουν αλλήλους. Λόγοι απειλητικοί παρ' εκείνων και ύποπτοι παρά τούτων ελέγοντο συχνάκις, και το παν προεμήνυε ταχείαν και βαρείαν ρήξιν· και άλλοι μεν των Πατρίων Χριστιανών μετέφεραν τα φίλτατά των εις τα χωρία, άλλοι δε τα διεβίβαζαν εις την Επτάννησον. Οι δε Τούρκοι, περιφερόμενοι ένοπλοι, τους εμπόδιζαν, και εντεύθεν συνέβαιναν λογοτριβαί και συγχύσεις. Ανίκανος ο Π. Πατρών να καθησυχάση τους τεταραγμένους Τούρκους, και φοβούμενος ρήξιν ανετοίμων των Ελλήνων έτι όντων, εκάλεσε τον εν Βοστίτση φίλον του Λόντον εις σύσκεψιν και την επαύριον της αφίξεώς του επεσκέφθησαν αμφότεροι τον διοικητήν των Πατρών Σεκήραγαν, εντόπιον, και ηύραν παρ' αυτώ πλήρη συνέλευσιν των εντοπίων αγάδων σκεπτομένων περί των πραγμάτων. Ο Λόντος ενόησεν ότι οι Τούρκοι ήσαν μάλλον φοβισμένοι ή ωργισμένοι· διά τούτο τοις ελάλησε θαρραλέως. «Αγάδες», τοις είπεν, «επανάστασις των ραγιάδων δεν γίνεται χωρίς να θέλωμεν ημείς, οι πρόκριτοι· και ημείς, χάρις εις τον μεγαλοδύναμον Θεόν και εις τον πολυεύσπλαγχνον αυθέντην μας, είμεθα πλούσιοι και κτηματίαι ως και σεις. Ημείς ενθυμούμεθα ότι έμειναν γυμνοί και πεινώντες οι αποστατήσαντες πρό τινων ετών πατέρες μας, και δεν επιθυμούμεν να πάθωμεν τα αυτά. Έπειτα τότε ήκμαζεν ο προς την υψηλήν Πύλην ρωσσικός πόλεμος, σήμερον εξ εναντίας είναι παντού βαθεία ειρήνη και καταδίωξις των αποστατούντων. Ο αποστάτης Αλής, Αγάδες, κινεί τας ταραχάς, και σεις, χρεωστώ να είπω, τας υποθερμαίνετε δι' ων πράττετε, αν και εν αγνοία. Ιδού, εσκορπίσθη ο ραγιάς· πώς θα πραγματοποιηθή η είσπραξις των βασιλικών εισοδημάτων; Αν δεν αλλάξετε διαγωγήν, ημείς οι προεστώτες δεν εγγυώμεθα την ησυχίαν του τόπου· και επειδή χρεωστούμεν και ημείς λόγον τη υψηλή Πύλη περί τούτου, ίσως αναγκασθώμεν ν' απολογηθώμεν κατ' ευθείαν και να φανερώσωμεν τους αιτίους».
Οι Τούρκοι όχι μόνον δεν ωργίσθησαν ακούσαντες τους αποτόμους τούτους λόγους εκ στόματος ραγιά, αλλά και εζήτησαν ευμενώς τας συμβουλάς αυτού. «Αγάδες», επανέλαβεν ο Λόντος, «μη περιφέρεσθε ένοπλοι· αφήσατε τους ραγιάδας ελευθέρους να μεταφέρωσι τας οικογενείας και τα πράγματά των όπου ευαρεστούνται, και ημείς σας εγγυώμεθα την ησυχίαν του τόπου, και σας προσφέρομεν και πάσαν συνδρομή εις την είσπραξιν των βασιλικών εισοδημάτων, κινδυνευόντων να χαθώσιν». Οι Τούρκοι εισήκουσαν τους λόγους του Λόντου, και εφάνησαν ανυποπτότεροι μαθόντες μετ' ολίγον, ότι αρχιερείς και προεστώτες άλλων μερών της Πελοποννήσου απήρχοντο πρόθυμοι εις Τριπολιτσάν, και ότι και οι της Αχαΐας εμελέτων και αυτοί ν' απέλθωσι. Τω όντι και ο Π. Πατρών και ο Λόντος εκίνησαν προς την Τριπολιτσάν, αφ' ού έμαθαν ότι απήρχοντο εκεί οι άλλοι, και ανέβησαν και εις Καλάβρυτα· αλλά συσκεφθέντες μετά του αρχιερέως και των προεστώτων της επαρχίας εκείνης, δεν ηύραν εύλογον να υπακούσωσι την πρόσκλησιν της εξουσίας, διότι οι σκοποί της εφαίνοντο ολέθριοι. Εφρόνουν δε ότι η παρακοή των θα ωφέλει μάλλον ή θα έβλαπτε και τους ήδη προαπελθόντας, διότι θα εσυστέλλοντο οι Τούρκοι, εν όσω έμεναν ούτοι έξω, να κακοποιήσωσι τους έσω, φοβούμενοι δικαίως μη τους ερεθίσωσι, και συμβή ό,τι επροσπάθουν να εμποδίσωσιν. Επεθύμουν δε να λάβωσι και τας έξωθεν απαντήσεις, ως προεσχεδιάσθη, και να πράξωσιν έπειτα ό,τι θα τοις υπηγόρευεν η περίστασις· αλλά δεν ήθελαν και να σχίσωσιν εισέτι το προσωπείον· όθεν εμεθοδεύθησαν το ακόλουθον τέχνασμα. Έπλασαν επιστολήν ανώνυμον ως στελλομένην προς αυτούς παρά τινος των εν Τριπολιτσά Τούρκων φίλων των και λέγουσαν, ότι θάνατος τους ανέμενεν εν Τριπολιτσά, καθώς θάνατος ανέμενε και τους προεισελθόντας· διέταξαν δε τον κομιστήν να προπορευθή κρυφίως κατά την οδόν της Τριπολιτσάς, και επανέλθη εις απάντησίν των ως ερχόμενος εκ της πόλεως εκείνης.
Ταύτα προετοιμάσαντες απεχαιρέτησαν τον διοικητήν των Καλαβρύτων, συμπαρέλαβαν δύο τρεις Τούρκους και ανεχώρησαν την 9 μαρτίου ως εις Τριπολιτσάν· ήσαν δε ο Π. Πατρών, ο επίσκοπος Κερνίτσης Προκόπιος, ο Ζαήμης, ο Χαραλάμπης, ο Λόντος, ο Φωτίλας και ο Θεοχαρόπουλος. Αφ' ού δε επλησίασαν ταις Κατσάναις απήντησαν, ως προεσχεδιάσθη, τον επιστολιοφόρον και έλαβαν την επιστολήν παρόντων των συνακολουθούντων Τούρκων, ην αναγνώσαντες εις επήκοον πάντων, υπεκρίθησαν ότι ηγανάκτησαν και υπήγαν όλοι ομού εις Καρνέσι· εκείθεν ανήγγειλαν τοις εν Τριπολιτσά και τω διοικητή των Καλαβρύτων όσα τοις εκοινοποιήθησαν καθ' οδόν, παραπονούμενοι διά την προς αυτούς άδικον απιστίαν των αγάδων, και ζητούντες άδειαν να μένωσιν εν ταις επαρχίαις των ως φοβούμενοι, έτοιμοι πάντοτε να εκτελέσωσιν όσα κοινή γνώμη των συνελθόντων θ' απεφασίζοντο εν Τριπολιτσά. Την δ' επιούσαν μετέβησαν εις την μονήν της Αγίας Λαύρας (γ), και απέστειλαν εις Κωνσταντινούπολιν καλόγηρον φαίροντα προς τον πατριάρχην γράμματα εις καθησύχασιν της Πύλης, αν τυχόν διεβάλλοντο παρά των εν Πελοποννήσω τουρκικών Αρχών ως απειθείς και κακά βουλευόμενοι. Διά του αυτού γραμματοκομιστού εκοίνωσαν και τοις εφόροις της Εταιρίας την αληθή κατάστασιν των πραγμάτων αιτούμενοι τας οδηγίας των. Λαβόντες οι εν Τριπολιτσά αγάδες τα προς αυτούς γράμματα των Αχαιών δεν τα εξέλαβαν ως απατηλά, και κατεταράχθησαν, ζητούντες να μάθωσι τις εφόβησε τους γράψαντες, υποθέτοντες ότι ήτο Τούρκος. Εν τούτοις εστάλη προς αυτούς διατρίβοντας εν τη αγία Λαύρα απάντησις των αγάδων, των αρχιερέων και των προεστώτων λέγουσα ότι ήσαν όλα ψευδή, και θαρρύνουσα αυτούς να σπεύσωσιν εις Τριπολιτσάν ανυπόπτως. Αυτά ταύτα τους έγραψε και ο διοικητής Καλαβρύτων· απεστάλη δε προς αυτούς επί τω αυτώ σκοπώ παρά των εν Τριπολιτσά και ο Ανδρέας Καλαμογδάρτης αναβάς εις την πόλιν εκείνην καθ' ον καιρόν ανέβησαν οι αρχιερείς και οι προεστώτες. Αλλ' αυτοί και τον πρέσβυν μη όντα εκ των Φιλικών, απέστειλαν άπρακτον, και επανέλαβαν όσα και πρότερον, προσθέσαντες, ότι ενόμιζαν αναγκαίον κατά την παρούσαν ταραχήν των πνευμάτων ν' αποσταλώσιν εις τας επαρχίας των και οι εν Τριπολιτσά αρχιερείς και προεστώτες προς καθησύχασιν του λαού, προς είσπραξιν των βασιλικών φόρων και προς ευόδωσιν της λοιπής υπηρεσίας· επέμειναν δε επί τη προτέρα γνώμη, ο εστι, μήτε να παραδοθώσιν εις την εξουσίαν, μήτε να επιτεθώσιν έως ου έλθωσιν αι έξωθεν αναμενόμεναι απαντήσεις· υποπτεύοντες δ' ένοπλον καταδίωξιν διά την παρακοήν, απεφάσισαν να στρατολογήσωσι μυστικώς εις υπεράσπισιν, αν η χρεία το εκάλει. Επειδή δε ασύμφορον ενόμισαν να συνδιατρίβωσιν όλοι, μη τύχη αίφνης και συλληφθώσι, διεχωρίσθησαν· και ο μεν Π. Πατρών και ο Ζαήμης απήλθαν εις Νεζερά, ο δε Κερνίτσης και Φωτίλας εις Κερπινήν, ο δε Χαραλάμπης και Θεοχαρόπουλος εις Ζαρούχλαν, ο δε Λόντος εις Διακοφτόν. Ανεκλήθη παρ' αυτών καθ' οδόν και ο εις Τριπολιτσάν απερχόμενος Γεώργιος Σινίνης προεστώς της Γαστούνης. Οι δε εν Τριπολιτσά μετά την επάνοδον του Καλαμογδάρτου και την παραλαβήν ων ανεφέραμεν γραμμάτων έστειλαν προς τους Αχαιούς δεύτερον πρέσβυν, τον Νικόλαον Μοθωνιόν, και δεύτερα γράμματα, δι' ων οι αρχιερείς και οι προεστώτες τους εβεβαίουν περί της ασφαλείας των ως αν ήσαν οι δυστυχείς ασφαλείς αυτοί· αλλ' ούτε και η δευτέρα αύτη αποστολή ευτύχησεν, ούτε οι προς ους εγένετο απήντησαν, διότι δεν συνδιέτριβαν· και ο πρέσβυς Μοθωνιός ιδών την κατάστασιν των πραγμάτων ουδ' αυτός επανήλθεν εις Τριπολιτσάν.

1821

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'

Επανάστασις της Πελοποννήσου.

ΟΤΑΝ ύλη εύφλεκτος συσσωρευθή, σπινθήρ αρκεί να πέση και την ανάπτει. Τοιούτον τι συνέβη εν Πελοποννήσω παρά την θέλησιν και απόφασιν όλων.
Μάρτιος Ο γέρων Ασημάκης Ζαήμης, προεστώς των Καλαβρύτων και πατήρ του Ανδρέου, είχε παρ' αυτώ δύο παλαιούς κλέπτας, τον Χονδρογιάννην και τον Πετιώτην, ους άλλοτε λυτρώσας του θανάτου ηγάπα, επιστεύετο, κατήχησε τα της Εταιρίας και προπαρεσκεύαζεν εις τον μελετώμενον αγώνα. Την 15 μαρτίου, εν ώ εγευμάτιζε μόνος εν τω χωρίω του, τη Κερπινή, υπηρετούντων του Χονδρογιάννη και του Πετιώτη, τους ηρώτησε «τι νέον;» Εκείνοι απεκρίθησαν, ότι την επαύριον ανεχώρει εις Τριπολιτσάν, φέρων χρήματα του δημοσίου, ο Σεηδής Λαλιώτης, σπαής, και ότι, αν τοις έδιδε την άδειαν, έτοιμοι ήσαν να τον κτυπήσωσι καθ' οδόν, και αρπάσωσι και φέρωσι τα χρήματα προς τον αυθέντην των επ' ωφελεία του γένους. Ο γέρων Ζαήμης, ολιγολογώτερος και αυτών των παλαιών Σπαρτιατών, τους εκύτταξεν ασκαρδαμυκτί, τοις ένευσε να τον κεράσωσι, και αφ' ού έπιεν εις την ελευθερίαν της πατρίδος, έκαμε τον σταυρόν του και τοις είπε, «'ς την ευχήν μου παιδιά». (α) Οι δύο κλέπται, λαβόντες την ευχήν του άρχοντος και παραλαβόντες καί τινας άλλους, παρεμόνευσαν επί της εις Τριπολιτσάν οδού κατά την Χελονοσπηλιάν, και ετουφέκισαν τον Σεηδήν διαβαίνοντα ανύποπτον και έχοντα συνοδόν τον Ταμπακόπουλον αναβαίνοντα και αυτόν δι' υποθέσεις του εις Τριπολιτσάν. Ο Σεηδής δεν εβλάφθη, και έφιππος ων έφυγε και διεσώθη εις Τριπολιτσάν διασώσας και όσα έφερε χρήματα· διεσώθη αβλαβής και ο συνοδοιπόρος του Ταμπακόπουλος, αφαρπασθέντος μόνον του σκευοφόρου ίππου του. Έτυχε δε την αυτήν ημέραν ν' αναχωρήση εις Τριπολιτσάν και ο διοικητής των Καλαβρύτων Ιβραήμης Αρναούτογλους. Ο δε καταλυματίας του, προπορευόμενος εις αριστοποίησιν, και πλησιάσας όπου ετουφεκίσθη ο Σεηδής, έμαθε το γεγονός, και φοβηθείς κατά του αυθέντου του ενέδραν επέστρεψεν έντρομος και διηγήθη όσα συνέβησαν αυθημερόν. Ο Αρναούτογλους, πλήρης και πρότερον υποψιών, εθορυβήθη ακούσας το γεγονός, ωπισθοδρόμησεν εις Καλάβρυτα, εφόβισε τους εντοπίους Τούρκους παραστήσας το τόλμημα ως επαναστατικόν μάλλον ή ληστρικόν, και παραλαβών αυτούς εκλείσθη και ωχυρώθη εντός τριών δυνατών πύργων των Καλαβρύτων, ως αν ήρχοντο κατόπιν του εχθροί. Συγχρόνως εφονεύθησαν και δύο σπαΐδες Τριπολιτσώται κατά το Λιβάρτσι, χωρίον των Καλαβρύτων. Ηγουμένου δε του Νικολού Σολιώτη εφονεύθησαν καί τινες γυφτοχαρατσίδες κατά το Αγρίδι, χωρίον της αυτής επαρχίας, και τρεις κομισταί γραμμάτων του τοποτηρητού της Τριπολιτσάς προς τον Χουρσήδην· ετουφεκίσθησαν καί τινες άλλοι Τούρκοι αποβιβασθέντες εκ Σαλώνων εις Ακράταν, και απερχόμενοι εις Τριπολιτσάν, εξ ων οι μεν εφονεύθησαν, οι δε συνελήφθησαν. Τα συμβάντα ταύτα, αν και μη επαναστατικά, ηύξησαν τας δικαίας υποψίας των Οθωμανών.
Καθ' ην δε ημέραν εκλείσθησαν οι περί τον Αρναούτογλουν εντός των πύργων, οι προεστώτες των Καλαβρύτων απουσίαζαν. Πρώτος των άλλων, ο Χαραλάμπης, μαθών το γεγονός και αγνοών ότι φοβηθέντες οι περί τον Αρναούτογλουν εκλείσθησαν εις άμυναν μάλλον ή εις βλάβην, παρέλαβεν όσους εδυνήθη εκ του προχείρου ενόπλους υπό τους Πετμεζάδας, εισήλθεν εις την πόλιν και επολιόρκησε τους εν τοις πύργοις κλεισθέντας, οίτινες παρεδόθησαν. Γενομένου δε γνωστού του συμβάντος τούτου, όπερ και η φήμη και οι επικρατούντες φόβοι εμεγάλυναν, οι μεν εν Βοστίτση Τούρκοι διεπορθμεύθησαν όλοι αβλαβείς και ανεμπόδιστοι συν γυναιξί και τέκνοις εις Γαλαξείδι, και κατέφυγαν εις Σάλωνα όπου ήσαν ικανοί Τούρκοι· οι δε εν Πάτραις, οίτινες και αφ' ότου έμαθαν, ότι οι Αχαιοί απεποιήθησαν να μεταβώσιν εις Τριπολιτσάν, είχαν αρχίσει να μεταφέρωσι τας γυναίκας και τα τέκνα των εις την ακρόπολιν, εγκατέλειψαν την πόλιν και συνεκλείσθησαν την 21 μαρτίου, μήτε πολεμούντες μήτε πολεμούμενοι. Την αυτήν ημέραν ανέβησαν ένοπλοι έως 100 Τούρκοι εκ του Ρίου εις την πόλιν τουφεκίζοντες· τινές δε αυτών εμβάντες είς τι ρακοπωλείον κατά την ενορίαν της αγίας Τριάδος, αφ' ού εμέθυσαν, έχυσαν ρακήν έν τινι λεκάνη και εμβάψαντες τα παρευρεθέντα παλαιόπανα, τα άναψαν, και δι' αυτών έκαυσαν το ρακοπωλείον· εφόνευσαν και τον ρακοπώλην· εκείθεν υπήγαν να πατήσωσι την οικίαν του Παπαδιαμαντοπούλου· αλλ' ευρόντες αντίστασιν, αυτοί μεν την επολέμουν κάτωθεν, οι δε εν τη ακροπόλει την εκανονοβόλουν άνωθεν. Εν τοσούτω αι φλόγες του ρακοπωλείου διεδόθησαν και πολλαί οικίαι εκάησαν. Ήσαν πάμπολλοι Επταννήσιοι εν τη πόλει, εξ ων πολλοί Φιλικοί. Ούτοι ακούσαντες τον τουφεκισμόν και βλέποντες τας φλόγας ωπλίσθησαν και έτρεξαν εις διάφορα μέρη· τινές δε αυτών, παραλαβόντες καί τινας Πατρείς, επροχώρησαν εις το Τάσι όπου συνήθως συνηθροίζοντο οι Τούρκοι· εκεί συνεκρούσθησαν κατά πρώτην φοράν, και εσκοτώθη ο Κεφαλλήν Βασίλης Ορκουλάτος. Εκείθεν απεσύρθησαν οι Επταννήσιοι προς την ενορίαν του αγίου Γεωργίου κατοικουμένην όλην υπό Χριστιανών κατά τα δυτικά άκρα της πόλεως, όπου ήσαν τα προξενεία. Το δ' εσπέρας της αυτής ημέρας ο πρόξενος της Ρωσσίας Βλασσόπουλος, και ο πρόξενος της Σουηδίας Στράνης, κατοικούντες όχι μακράν της ακροπόλεως και φοβούμενοι την οργήν των Τούρκων υποπτευόντων αυτούς, και δικαίως, ως συνωμότας, εγκατέλιπαν τας οικίας των και διεσώθησαν εις τα πλοία· απέπλευσαν δε μετ' ολίγας ημέρας, και συναπέπλευσε και ο προξενος της Πρωσσίας Κοντογούρης, φίλος και αυτός του αγώνος.
Την αυτήν ημέραν ήλθεν εις το μέσον ένοπλος ο εντόπιος Παναγιώτης Καρατσάς, απλούς τεχνίτης έως τότε, και πολλήν εξ αυτής της αρχής του κινήματος υπόληψιν αποκτήσας διά την ανδρίαν και τον πατριωτισμόν του. Ούτος θέλων να δώση καιρόν να παραμερίσωσιν οι Πατρείς τα φίλτατα και τα πράγματά των διά νυκτός, συννοηθείς και μετά του Ν. Γερακάρη ενός των αρχηγών των Επταννησίων, διέσπειρεν ανθρώπους εις διάφορα μέρη της πόλεως φωνάζοντας δι' όλης της νυκτός, «γρηγορείτε», επί σκοπώ να υποθέτωσιν οι Τούρκοι, ότι Έλληνες ήσαν πολλοί και προσεκτικοί, και να μη τολμήσωσι νυκτικήν επέξοδον. Τοιουτοτρόπως κατωρθώθη ο φιλάνθρωπος ούτος σκοπός. Την δε επαύριον (22) οι Τούρκοι ευρέθησαν όλοι συνηγμένοι εν τη ακροπόλει, όπου διέμειναν κανονοβολούντες την πόλιν. Εν τοσούτω οι πέριξ σημαντικοί Αχαιοί, μαθόντες τα εν Πάτραις συμβάντα, έσπευσαν να εισέλθωσι συμπαραλαβόντες όσους εδυνήθησαν εκ του προχείρου οπλοφόρους· και πρώτος μεν εισήλθε περί την μεσημβρίαν ο Παπαδιαμαντόπουλος, μετ' αυτόν δε ο Λόντος υπό ερυθράν σημαίαν, ην κατεσκεύασεν ως έτυχε και ως ήθελε την ώραν εκείνην, έχουσαν εν τω μέσω μέλανα σταυρόν εφ' ενός μόνου προσώπου. Εξ αιτίας δε του χρώματος της σημαίας οι εν τω φρουρίω Τούρκοι εξέλαβαν τους εισερχομένους ως Λαλιώτας Τούρκους, διότι ο επί του ενός προσώπου της σημαίας σταυρός δεν εφαίνετο εκ της ακροπόλεως· τους εχαιρέτησαν δε και ως συναδέλφους των κανονοβολούντες. Εισήλθαν την αυτήν ημέραν και ο Π. Πατρών, ο Κερνίτσης, ο Ζαήμης, και ο Ρούφος, επισύροντες πλήθη οπλοφόρων και ροπαλοφόρων· επί δε της εισόδου οι Πατρείς και οι παρεπιδημούντες Έλληνες εκραύγαζαν ενθουσιώντες, Ζ ή τω - η - ελευθερία· ζ ή τ ω σ α ν - οι - α ρ χ η γ ο ί· κ α ι - εις - τ η ν - Π ό λ ι ν - ν α - δ ώ σ η - ο - Θ ε ό ς. Είσελθόντες δε οι αρχηγοί κατέλαβαν το προς τον άγιον Γεώργιον μέρος της πόλεως, όπου ήσαν οι Επταννήσιοι. Ο δε Π. Πατρών διέταξε και έστησαν επί της πλατείας του αγίου Γεωργίου σταυρόν, ον έτρεχαν και ησπάζοντο οι παρευρεθέντες, ορκιζόμενοι τον υπέρ πίστεως και πατρίδος όρκον. Εμοίρασαν δε οι αρχηγοί και εθνόσημα εξ ερυθρού υφάσματος φέροντα σταυρόν κυανόχρουν, διέταξαν και τους ιστοποιούς να τυπώσωσι σημαίας προς χρήσιν των παρόντων οπλοφόρων, και αποστολήν εις άλλα μέρη, εξέδωκαν παντού επαναστατικάς προκηρύξεις, έγραψαν τοις εντός και εκτός της Πελοποννήσου να δράξωσι τα όπλα, και έστειλαν προς τους εν Πάτραις εδρεύοντας προξένους την ακόλουθον εγκύκλιον.
«Ημείς, το Ελληνικόν έθνος των Χριστιανών, βλέποντες ότι μας καταφρονεί το οθωμανικόν γένος, και σκοπεύει όλεθρον εναντίον μας πότε μ' ένα πότε μ' άλλον τρόπον, απεφασίσαμεν σταθερώς ή ν' αποθάνωμεν όλοι ή να ελευθερωθώμεν, και τούτου ένεκα βαστούμεν τα όπλα εις χείρας ζητούντες τα δικαιώματά μας. Όντες λοιπόν βέβαιοι ότι όλα τα χριστιανικά βασίλεια γνωρίζουν τα δίκαια μας, και όχι μόνον δεν θέλουν μας εναντιωθή, αλλά και θέλουν μας συνδράμει, και ότι έχουν εις μνήμην ότι οι ένδοξοι πρόγονοί μας εφάνησάν ποτε ωφέλιμοι εις την ανθρωπότητα, διά τούτο ειδοποιούμεν την εκλαμπρότητά σας, και σας παρακαλούμεν να προσπαθήσετε να ήμεθα υπό την εύνοιαν και προστασίαν του μεγάλου κράτους τούτου».
Αν και οι εν Πάτραις Τούρκοι και προέβλεπαν και προέλεγαν τας ταραχάς, ημέλησαν διόλου το φρούριόν των· εξ αιτίας της συνήθους απρονοησίας των, και μηδέ τας δεξαμενάς του καν εφρόντισαν να καθαρίσωσι και γεμίσωσιν ώστε μετά δύο ημέρας αφ' ού εκλείσθησαν, εδίψασαν, διότι οι Έλληνες έκοψαν το υδραγωγείον, εκυρίευσαν και τας παρά το φρούριον τουρκικάς οικίας, και δεν τους άφιναν μήτε να προκύπτωσι μήτε τα κανόνια να γεμίζωσιν ειμή υπό το σκότος της νυκτός. Διεκρίνετο ως τολμηρότερος των άλλων ο Καρατσάς· τα μέγιστα δε διέπρεψε και ο Σταμάτης Κουμανιώτης, θύμα πεσών της τόλμης του την ημέραν της εις την πόλιν εισόδου. Τολμηροί οι Έλληνες τας πρώτας ημέρας και ενθουσιώντες έστησαν κατά του Φρουρίου έξ κανόνια μετακομισθέντα εκ των εν τω λιμένι Ιονίων πλοίων, και ήρχισαν να υπονομεύωσι μετά πολλής προθυμίας και επιτυχίας εις ανατροπήν του· αλλά μαθόντες οι έμφρουροι εν καιρώ προς ποίον μέρος δευθύνετο η υπόνομος, την εματαίωσαν δι' ανθυπονόμου ολίγον απέχουσαν των βάθρων του φρουρίου (β). Πριν δε ματαιωθή το επιχείρημα τούτο, οι αρχηγοί έλαβαν γράμματα του Πανουργιά, ενός των οπλαρχηγών της στερεάς Ελλάδος, λέγοντα, ότι εφόνευσε καθ' οδόν ταχυδρόμον του εκ Σερρών Ισούφη ηγεμόνος της Ευβοίας επανερχομένου εξ Ιωαννίνων εις την ηγεμονείαν του, και ανέγνωσε τα προς τας τουρκικάς Αρχάς της νήσου εκείνης γράμματά του διαλαμβάνοντα, ότι φθάσας εις Βραχώρι έμαθε τα εν Πάτραις συμβάντα, και ότι διέκοπτε την οδοιπορίαν του και μετέβαινεν εκεί εις υπεράσπισιν των ομοπίστων του. Κατεταράχθησαν επί τη ειδήσει ταύτη οι προύχοντες Αχαιοί, την εφύλαξαν μυστικήν, ίνα μη φοβίσωσι τους οπαδούς των, και έσπευσαν να ειδοποιήσωσι τον εν τη επαρχία του Ζυγού περιφερόμενον ως κλέπτην Μακρήν και να τον παρακινήσωσιν εν ο ν ό μ α τ ι - τ η ς - Α ρ χ ή ς, να κτυπήση τον Ισούφην διαβαίνοντα τα προς την Ναύπακτον στενά. Ο Μακρής απεκρίθη ότι δεν εδύνατο να πράξη τι άνευ της γνώμης των προεστώτων του Μεσολογγίου και, των οπλαρχηγών της Αιτωλοακαρνανίας· αλλ' ο Ισούφης κατήλθε μετά τριακοσίων οπλοφόρων εις Μεσσολόγγι, και κατέπλευσεν εις Αντίρριον, όθεν έστειλεν εις Πάτρας τον κεχαγιάν του υπ' άλλο όνομα πενιχρά φορούντα ίνα μη κακοπάθη γνωρισθείς. Έφερε δε ούτος πρός τινας των προξένων γράμματα του πασά αιτούντος την σύμπραξίν των εις κατάπαυσιν των ταραχών, και είχεν εντολήν να καθησυχάση τους Χριστιανούς, επί υποσχέσει, ότι θα υπεστήριζεν ο πασάς εντόνως τα δίκαια παράπονά των κατά των εντοπίων Τούρκων.
Ο πρέσβυς ούτος ανέβη αβλαβής υπό συνοδίαν Ελλήνων εις το επί της εν τη πόλει ανόδου πρωσσικόν προξενείον, όπου ανεγνώσθησαν τα γράμματά του· αλλ' απεπέμφθη άπρακτος και ανενόχλητος, αποκριθέντων των Ελλήνων, ότι εχλεύαζαν τας υποσχέσεις, κατεφρόνουν και τας απειλάς του πασά του. Ο πασάς ακούσας την απόκρισιν των Πατρέων διεβιβάσθη εις Ρίον όπου διέμεινε δύο ημέρας αγνοών την κατάστασιν των πραγμάτων. Μαθών δε τα πάντα και ότι το φρούριον έπιπτε διά λειψυδρίαν, αν δεν επρόφθανε να λύση την πολιορκίαν, εκίνησε, την κυριακήν των Βαΐων πρωί (3 απριλίου), και εισήλθεν ανεμπόδιστος, διότι οι επί της μεταξύ οδού τοποθετηθέντες υπό τον Ροδόπουλον Βοστιτσάνοι εις εμπόδιον της μεταβάσεως έφυγαν αμαχητί, οι δε λοιποί οι προς το Βλατερόν, το κάτω μέρος της πόλεως, εγκατέλειψαν τας θέσεις των και εισήλθαν επί λεηλασία εις την πόλιν, όπου οι εντόπιοι Τούρκοι, καθ' ην ημέραν κατέφευγαν εν βία εις το φρούριον, αφήκαν τα δυσκόμιστα πράγματά των. Εισελθών δ' ο πασάς ηύρε τους Τούρκους εν άκρα αμηχανία, τους εθάρρυνε, και επειδή η λύσις της πολιορκίας ήτον η μόνη σωτηρία των, τους παρέλαβεν όλους, και εξελθών ήρχισε να καίη πρώτον τα προς το φρούριον άκρα της πόλεως, και πολεμών να προχωρή και να καίη και τα ενδότερα. Οι δε οπλοφόροι χωρικοί, όλοι απειροπόλεμοι, αφιλότιμοι και κωφεύοντες εις τας πατριωτικάς φωνάς των αρχηγών, έφυγαν αισχρώς απέμπροσθεν του εχθρού, αφήσαντες και την πόλιν και τα κανόνια και αυτά τα πολεμεφόδια εις χείρας του. Μόνον οι αδελφοί Κουμανιώται και οι παρευρεθέντες Ξηρομερίται Χασαπαίοι εκλείσθησαν μετ' ολίγων εντός τινων οικιών προς την Αλεξιώτισσαν και την Αγίαν Παρασκευήν, και αφ' ού επολέμησαν γενναίως και ευτυχώς φονεύσαντές τινας εχθρούς, έφυγαν αβλαβείς. Οι δε αρχηγοί, βλέποντες την λειποταξίαν των οικείων και την πρόοδον των εχθρών, εγκατέλειψαν και αυτοί ην κατείχαν θέσιν κατά τον άγιον Γεώργιον, και κατέλαβαν άλλην κατά την Οδηγήτριαν, ματαίως προσπαθούντες να συγκεντρώσωσί τινας· αλλά μετ' ολίγον έφυγαν και εκείθεν έμφοβοι και περίλυποι διά την ατυχή έναρξιν των αγώνων των, και έτι μάλλον διά την δειλίαν και πολεμικήν απειρίαν των χωρικών, διά την φιλάρπαγα και αφιλότιμον διάθεσίν των, και διά την προς τους αρχηγούς απείθειάν των. Το εσπέρας δε της αυτής ημέρας εφάνη έμπροσθεν του λιμένος των Πατρών πλοίον τουρκικών, εχαιρέτησε το φρούριον, αντεχαιρετήθη, και ηύξησεν εμφανισθέν τον πανικόν φόβον. Τοιουτοτρόπως η εμπορικωτέρα και πλουσιωτέρα πόλις της Πελοποννήσου, η μία των δύο επαναστατικών εστιών, καθ' ην πρώτον υψώθη το σύμβολον της ελευθερίας, κατεστράφη εκ πρώτης αφετηρίας παραδοθείσα εις πυρ και εις λεηλασίαν· και οι μεν δυστυχείς κάτοικοι, άλλοι ηχμαλωτίσθησαν, άλλοι εσφάγησαν, και άλλοι διεσώθησαν φεύγοντες γυμνοί και άποροι εις Επτάννησον. Οι δε ολίγοι Τούρκοι, νικηταί τόσου πλήθους, διεσκορπίσθησαν εις τα χωρία, συλλαμβάνοντες και φονεύοντες τους φεύγοντας, και φρίκην διασπείροντες (γ).
Επί των δεινών δε τούτων περιστάσεων τινές των προξένων, και κατ' εξοχήν ο της Γαλλίας, Πουκεβίλλος, εφάνησαν άξιοι παντός επαίνου, και ετίμησαν τας σημαίας των ανοίξαντες τας οικίας των εις καταφυγήν και σωτηρίαν πλήθους ανδρών και γυναικών καταδιωκομένων και κινδυνευόντων, και εις διάσωσιν της περιουσίας των. Αλλ' εν ώ ούτοι εφέροντο τόσον γενναίως και φιλανθρώπως προς τους πάσχοντας, τινές, απορίμματα της Ιταλίας και της Επταννήσου, οπλισθέντες δήθεν υπέρ ελευθερίας, κατήντησαν εις τόσην κακοήθειαν, ώστε εφέροντο προς τους αθλίους Πατρείς ως Τούρκοι. Άλλοι δε αν και υπό γαλλικήν προστασίαν, ησέβησαν και εις αυτήν την προστάτριαν σημαίαν, ηγνωμόνησαν και εις αυτόν τον ευεργέτην των Πουσεβίλλον, ήρπασαν παρρησία την διασωθείσαν εκ των χειρών των Τούρκων και διατηρουμένην εν των προξενείω περιουσίαν των Πατρίων, και ηνάγκασαν και αυτόν τον Πουκεβίλλον να εγκαταλείψη το προξενείον και καταφύγη είς τι αγγλικόν πλοίον ευρεθέν εν τω λιμένι των Πατρών, αίροντες μιαιφόνον χείρα και κατ' αυτού.
Μάρτιος Αν και απέτυχε το εν Πάτραις πρώτον τούτο επαναστατικόν κίνημα, η επανάστασις διεδόθη από άκρου εις άκρον της Πελοποννήσου. Πρώτη η Μάνη, μαθούσα τα συμβάντα ταύτα, εχύθη την 23 μαρτίου εις Καλαμάταν υπό την αρχηγίαν του ηγεμόνος της Πετρόμπεη, ανδρός αξιοσέβαστου διά τας κοινωνικάς αρετάς του, και την επ' αγαθώ της Ελλάδος χρήσιν της ηγεμονίας του. Εξεπλάγησαν οι εν Καλαμάτα Τούρκοι ιδόντες εν τη πόλει τόσα πλήθη ενόπλων, και μαθόντες τον σκοπόν της εκστρατείας, παρέδωκαν τα όπλα και τα πράγματά των, παρεδόθησαν και αυτοί επί ασφαλεία ζωής και τιμής και δεν εκακόπαθαν. Τούτου δε γενομένου, εψάλη πάνδημος δοξολογία επί τον παραρρέοντα ποταμόν, και έγεινε δέησις προς τον Κύριον των Δυνάμεων υπέρ ενισχύσεως των υπέρ πίστεως και πατρίδος αγωνιζομένων. Διεσπάρησαν δ' εκείθεν διάφοροι οπλαρχηγοί εις διάφορα μέρη. Ο δε Πετρόμπεης, θεωρούμενος ως ο γενικός αρχηγός, εκάθησεν εν τη πόλει εκείνη, όπου εσυστήθη τοπική διοίκησις (Γερουσία), ήτις συνεδρίασε κατά πρώτην φοράν την 28, καθ' ην εξέδωκε κήρυγμα προς την Ευρώπην, εν ώ εξέθετε τα αίτια της επαναστάσεως και τας επί την συνδρομήν της Ευρώπης ελπίδας της αναδεχθείσης τον υπέρ ελευθερίας αγώνα της Ελλάδος (δ).
Αφ' ού η φωνή της ελευθερίας ήχησε καθ' όλην την Πελοπόννησον, οι ενδιατρίβοντες Τούρκοι, πτοηθέντες και υποπτεύοντες ξένην χείρα υποκινούσαν τους Έλληνας, εγκατέλειψαν τας ατειχίστους πόλεις, και υπό μηδενός καταδιωκόμενοι έτρεχαν εις τα διάφορα φρούρια συν γυναιξί και τέκνοις προς ασφάλειαν.
Οι κατοικούντες τα Μπαρδουνοχώρια της Λακεδαιμονίας Τούρκοι είχαν μεγάλην και δικαίαν φήμην ανδρίας, ετάρατταν συχνά την Πελοπόννησον, και εφόβιζαν και αυτάς τας τουρκικάς Αρχάς, άλλοτε ως αντιπολιτευόμενοι, άλλοτε ως αντάρται, ενίοτε δε και ως λησταί. Αλλά κατά ταύτην την περίστασιν φόβος πανικός κατέλαβεν αυτούς όλους. Είχαν πολλούς και δυνατούς πύργους και τροφάς αφθόνους· αλλ' εις ουδέν τα ελογίσθησαν εξ αιτίας του ακολούθου περιστατικού.
Παρευρέθησαν κατ' εκείνας τας ημέρας πλοία τινα ελληνικά εμπορίου χάριν εν Μαραθωνησίω. Ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης, όστις είχε σχέσεις προς τους Μπαρδουνιώτας και δεν έπαυε γράφων αυτοίς, αρξαμένης της επαναστάσεως, ότι ήρχετο η Φ ρ α γ κ ι ά να κυριεύση την Ελλάδα, και ότι Φ ρ ά γ κ ο ι εκίνησαν την επανάστασιν, διέτριβεν εκείνας τας ημέρας εν Μαραθωνησίω, και κραιπάλων διέταξε τα πλοία να κανονοβολήσωσιν. Ακούσαντες οι Μπαρδουνιώται τον βρόντον, και έμφοβοι δι' όσα εμάνθαναν περί επεμβάσεως της Φ ρ α γ κ ι ά ς, ηρώτησαν τους διαβαίνοντας τι εσήμαιναν οι τόσοι κανονοβολισμοί. Αγωγιάται τινες, ερχόμενοι εκ Μαραθωνησίου, τοις είπαν, ότι ο Φραγκιάς εκανονοβόλει· Φραγκιάς δ' ελέγετο ο διοικητής ενός των εν τω λιμένι του Μαραθωνησίου πλοίων, Μυκώνιος. Οι Τούρκοι, ή κακώς ακούσαντες, ή παρεξηγήσαντες την απόκρισιν των αγωγιατών, και προδιατεθειμένοι εις φόβον, και υποπτεύοντες ερχομόν Φράγκων, επίστευσαν ακούσαντες το όνομα του πλοιάρχου, ότι ήλθε τω όντι Φραγκιά εις υποστήριξιν του ελληνικού αγώνος, και όλοι, μικροί μεγάλοι, γυναίκες άνδρες, νέοι γέροντες, φωνάζοντες «Φ ρ α γ κ ι ά - μ α ς - ε π λ ά κ ω σ ε», εγκατέλειψαν οικίας και περιουσίαν και έτρεχαν εις Τριπολιτσάν μη τους προφθάσωσιν οι Φράγκοι καθ' οδόν. Οδοιπορούντες δε όπως έτυχεν, εκλείσθησαν εν Τριπολιτσά την 27. Προ της εκεί δε καταφυγής των επρόλαβαν και κατέφυγαν εις την αυτήν πόλιν και οι Λεονταρίται Τούρκοι. Οι δε Καρυτινοί φοβηθέντες μη συλληφθώσι καθ' οδόν απερχόμενοι εις Τριπολιτσάν, δεν μετετόπησαν.
Οι δε Κορίνθιοι Τούρκοι, ιδόντες ότι εκινήθησαν οι επί του ισθμού Δερβενοχωρίται, οι εις την οπλοφορίαν εξ αιτίας της τοποθεσίας και της υπηρεσίας των ησκημένοι, συμπαρέλαβαν την μητέρα του Κιαμήλμπεη απόντος εις Τριπολιτσάν και λοιπούς οικείους του, και ανέβησαν όλοι έντρομοι εις την Ακροκόρινθον (ε), όπου ελθόντες την επαύριον οι Δερβενοχωρίται και άλλοι υπέρ τους δισχιλίους τους επολιόρκησαν ηγουμένου του Αναγνώστη Πετμεζά. Έξ μόνον εκλείσθησαν έν τινι πύργω επί της αναβάσεώς των και παρεδόθησαν.
Οι δε Αργείοι Τούρκοι, ταλαντευόμενοι μέχρι τινός, εκυριεύθησαν και αυτοί υπό πανικού φόβου, πεσούσης κατά περίστασιν εν τη πόλει μιας και μόνης πιστολίας, και μετέφερον τας οικογενείας των εις Ναύπλιον αυτοί δε διημέρευαν ένοπλοι εν Άργει, και διανυκτέρευαν εν Ναυπλίω. Εις πλειοτέραν δε ασφάλειαν, έβαλαν κατά νουν να μεταφέρωσιν ευσχήμως εις Ναύπλιον τας οικογενείας των προκρίτων Χριστιανών, και ήλθαν μια των ημερών 150 ιππείς ένοπλοι εις Άργος εκ Ναυπλίου επί σκοπώ να τους βιάσωσιν, αν δεν τους έπειθαν. Οι πρόκριτοι ευχαρίστησαν υπούλως τους Τούρκους διά την περί αυτών φροντίδα, και υπεσχέθησαν προθύμως να ετοιμασθώσιν αυθημερόν και μεταφέρωσι τα φίλτατά των την επαύριον εις Ναύπλιον. Οι Τούρκοι πιστεύσαντες τους λόγους των, επέστρεψαν εις Ναύπλιον, σκοπεύοντες να επανέλθωσι την επαύριον εις Άργος και να τους συνοδεύσωσιν· αλλ' οι πρόκριτοι εδραπέτευσαν την νύκτα συν γυναιξί και τέκνοις, και διασπαρέντες εις την επαρχίαν ενώπλιζαν τους επαρχιώτας. Θέλοντες δε να διακόψωσι πάσαν συγκοινωνίαν Άργους και Ναυπλίου έστειλαν την 2 απριλίου διά νυκτός ικανούς ενόπλους εις το μεταξύ των δύο τούτων πόλεων χωρίον, την Δελαμανάραν, όπου φθάσαντες εκ Ναυπλίου οι Τούρκοι την επαύριον, είδαν αίφνης πολλών τουφεκιών στόματα προς αυτούς εστραμμένα, και ήκουσαν και φωνήν λέγουσαν, 'π ί σ ω - α γ ά δ ε ς, 'π ί σ ω· Χ ρ ι σ τ ι α ν ο ί - κ α ι - Τ ο ύ ρ κ ο ι - δ ε ν - σ υ ζ ο ύ ν - π λ έ ο ν. Οι Τούρκοι εστράφησαν οπίσω και δεν εδοκίμασαν έκτοτε να μεταβώσιν εις Άργος. Επανήλθαν τότε και οι πρόκριτοι εις την πόλιν, ύψωσαν λευκήν σημαίαν, ως σημαίαν ελευθερίας, και ήρχισαν να φροντίζωσι περί πολιορκίας του Ναυπλίου.
Οι δε Γαστουναίοι Τούρκοι ανεχώρησαν πανοικί την 27 ειδοποιηθέντες δε καθ' οδόν ότι δεν ήσαν δεκτοί εις του Λάλα, διότι οι εκεί Τούρκοι υπώπτευαν μη, αποκλεισθέντες τόσω πολλοί, αποθάνωσι της πείνας, εστράφησαν προς το Χλουμούτσι, παλαιόν φρούριον παρά την Γλαρέντσαν, άφρουρον και διόλου ακατοίκητον. Φθάσαντες δε εις τα χωρία Σαβάτια και Ρουβιάτα μίαν ώραν μακράν της Γαστούνης εκτυπήθησαν υπό των Ελλήνων, αλλ' υπερίσχυσαν και έφθασαν αβλαβείς εις το φρούριον, όπου τους απέκλεισαν οι Έλληνες υπό την αρχηγίαν του Σισίνη και του Χαραλάμπη Βιλαέτη. Αλλ' οι Λαλιώται Τούρκοι προβλέποντες, ότι οι κλεισθέντες εν Χλουμουτσίω θα παρεδίδοντο μετ' ολίγον δι' έλλειψιν των αναγκαίων, εξεστράτευσαν εις βοήθειάν των, ως 400, υπό τον Κουτσοραίπαγαν και έλυσαν διά μιας την πολιορκίαν, καταδιώξαντες κακήν κακώς τους Έλληνας μέχρι θαλάσσης, όπου τινές επνίγησαν. Λυθείσης τοιουτοτρόπως της πολιορκίας του Χλουμουτσίου, οι εν αυτώ Τούρκοι μετέβησαν όλοι εις Πάτρας, όπου ευρόντες καλήν υποδοχήν διέμεναν μέχρι τέλους.
Οι δε Αρκάδιοι Τούρκοι (στ), ακούσαντες ότι Έλληνες ένοπλοι υπό σταυροφόρους λεύκας σημαίας συνήχθησαν εις Κεφαλάρι του Σουλιμά, ότι διήρπασαν τας αποθήκας, ότι εκακοποίησαν τους επιστάτας των χωρίων, και ότι εμελέτων να πέσωσι την νύκτα της 25 (ζ) εις την πόλιν, ανεβίβασαν αυθεσπερί τας οικογενείας των εις το παλαιοφρούριόν των· πρωίας δε γενομένης μετέφεραν αυτάς εις Μοθώνην και Νεόκαστρον μήτε ενοχλούμενοι επί της μεταβάσεως, μήτε ενοχλούντες τους Χριστιανούς, ους και επαρηγόρουν υποκρινομένους, ότι ελυπούντο εγκαταλειπόμενοι. Ωπλίσθησαν τω όντι οι του τμήματος του Σουλιμά Χριστιανοί, αλλ' εις άμυναν· διότι, εξ όσων έλεγαν παρρησία οι Αρκάδιοι Τούρκοι, εφοβήθησαν, ότι εμελέτων ούτοι να εξέλθωσιν εις τα χωρία, να σφάξωσι και να καταστρέψωσιν. Εφοβήθησαν δε οι του τμήματος του Σουλιμά μάλλον ή οι των άλλων της επαρχίας τμημάτων, διότι επ' αυτούς κυρίως, ως πολεμικωτέρους, ελέγετο ότι θα έπιπτεν η αιμοχαρής οργή των Τούρκων.
Την δε 26 εκίνησαν προς την Τριπολιτσάν οι Φαναρίται Τούρκοι, συν γυναιξί και τέκνοις, μεθ' ων και οι του Ζούρτσα της επαρχίας της Αρκαδίας ως γειτνιάζοντες· ήσαν δε όλοι 2600 ψυχαί.
Ο δε Κολοκοτρώνης, ο καθήμενος και καιροφυλακτών εν τη Μάνη, εθεωρείτο δικαίως ως έν των στοιχείων της πελοποννησιακής επαναστάσεως διά την πολεμικήν εμπειρίαν και φήμην του. Ούτος συνώδευσε τους Μανιάτας κατελθόντας εις Καλαμάταν· εκείθεν, λαβών υπό την οδηγίαν του 300 εξ αυτών, εστράτευσε την 24 προς την Σκάλαν, 4 ώρας απέχουσαν της Καλαμάτας. Ο ενθουσιασμός των Χριστιανών επί της πορείας αυτού ήτο μέγας. Άνδρες και γυναίκες τον υπεδέχοντο διαβαίνοντα ευφημούντες· οι δε ιερείς τον προϋπήντων φέροντες εικόνας και θυμιάματα και ψάλλοντες το «Δ ό ξ α - ε ν - υ ψ ί σ τ ο ι ς - Θ ε ώ». Ο Κολοκοτρώνης φθάσας το εσπέρας εις Σκάλαν έμαθεν, ότι οι Καρυτινοί Τούρκοι και ο διοικητής των Εμβλακίκων Μουσταφάς Ριζιώτης εκλείσθησαν εν τω παλαιοφρουρίω της κώμης εκείνης εκτός ολίγων απομεινάντων εν τη κώμη. Προχωρήσας εκείθεν, διεγείρων παντού τον λαόν, βαρρύνων αυτόν κατά των Τούρκων, και στρατολογών εκ των συμπατριωτών του Καρυτινών, έφθασε την επαύριον εις Τετέμπεη, χωρίον μεταξύ Λεονταρίου και Καρυταίνης, όπου τω εδόθη γράμμα ευρεθέν παρά τινι πεζώ στελλομένω παρά των Φαναριτών Τούρκων προς τους Καρυτινούς και συλληφθέντι. Το γράμμα τούτο έλεγεν, ότι οι Φαναρίται θα διέβαιναν την επαύριον διά της Καρυταίνης, και ότι ήλπιζαν να εύρωσιν έτοιμους και τους εκεί Τούρκους προς ασφαλή συμπορείαν εις Τριπολιτσάν, διότι ο Κολοκοτρώνης εστράτευσε μετά πολλών χιλιάδων Μανιατών επί σκοπώ να τους κτυπήση, καθ' οδόν. Επί τη ειδήσει ταύτη ο Κολοκοτρώνης κατέλαβε την επιούσαν την δίοδον· αλλά, μη φανέντων των εχθρών, επορεύθη προς την Καρύταιναν, εξ ης οι εναπομείναντες ολίγοι Τούρκοι, ιδόντες αυτόν ερχόμενον, έφυγαν ησύχως και εκλείσθησαν και αυτοί εν τω παλαιοφρουρίω των.
Την δε επαύριον ο Κολοκοτρώνης, αφήσας ολίγους συντρόφους του εν τη κώμην, μετέβη τα χαράγματα εις το προς τον άγιον Αθανάσιον στενόν, παραφυλάττων τους αναμενομένους εχθρούς. Οι εχθροί εφάνησαν μετ' ολίγον ερχόμενοι και αποτελούντες μακράν γραμμήν εξ αιτίας του πλήθους των φορτωμάτων και της στενοτοπίας. Ιδόντες δε μακρόθεν ότι οι Έλληνες προκατέλαβαν την δίοδον, ήλθαν έμπροσθεν όλοι οι ένοπλοι, και πλησιάσαντες εμάχοντο έξ ώρας. Αύτη ήτον η πρώτη εν τάξει μάχη της πελοποννησιακής επαναστάσεως μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων, και συνεκροτήθη κατά τύχην υπό τον πολέμαρχον της Πελοποννήσου, Κολοκοτρώνην. Οι Τούρκοι επολέμησαν γενναίως εις σωτηρίαν των γυναικών και τέκνων, και εις διαφύλαξιν της περιουσίας των. Οι Μανιάται διέπρεψαν επίσης πολεμούντες ολίγοι προς πολλούς· μέχρι δε της μεσημβρίας εσκοτώθησαν 15 Τούρκοι και 6 Μανιάται· επληγώθησαν και εκ των αρχηγών αυτών ο Βοϊδής, και ο Δουράκης Οι Μανιάται καταναλώσαντες περί την μεσημβρίαν τα φυσέκιά των, αφήκαν ην έως τότε κατείχαν θέσιν και απεσύρθησαν είς τι παρακείμενον πετρώδες ύψωμα παρά την γέφυραν του ποταμού· τινές δε αυτών ανεχώρησαν συνοδεύοντες τους πληγωθέντας εις τα ίδια. Οι Τούρκοι διέβησαν την εγκαταλειφθείσαν θέσιν, και συναχθέντες όλοι εις το Κ ο μ μ έ ν ο ν - Τ σ α μ ί, επροχώρουν εις την γέφυραν· αλλ' οι επί του υψώματος ολίγοι Έλληνες, προμηθευθέντες πολεμοφοδίων, δεν τους αφήκαν να περάσωσι τουφεκίζοντές τους. Τότε οι Τούρκοι ωπισθοδρόμησαν, επανήλθον εις το Κ ο μ μ έ ν ο ν - Τ σ α μ ί, επί σκοπώ να περάσωσι διά τον προς του Χαλούλαγα καλοκαιρινού πόρου· αλλ' έφθασαν οι αδελφοί Πλαπούται, Γεωργάκης και Δημήτρης, μετά 400 και τους εκτύπησαν· τους εκτύπησαν τότε ενωθέντες μετά των περί τους Πλαπούτας αναφανδόν και οι υπό τον Νικολόν Ζαριφόπουλον και Τσανέτον Χριστόπουλον Φαναρίται, συνακολουθούντες εξ αρχής μακρόθεν τους συμπατριώτας των Τούρκους υπό πρόσχημα φίλων κατ' αίτησιν αυτών δι' ασφάλειάν των επί της πορείας. Επειδή δε μόνη σωτηρίας οδός ήτο η ποταμοπορία, ερρίφθησαν εις τον πόρον εν πρώτοις όλοι οι άοπλοι, αι γυναίκες και τα παιδία, άλλοι έφιπποι και άλλοι πεζοί· ερρίφθησαν και τα πλείστα των φορτηγών ζώων, οι δε οπλοφόροι έμειναν όπισθεν μαχόμενοι και υπερασπίζοντες την περαίωσιν. Εν ώ δε εποταμοπόρουν τουφεκιζόμενοι και φονευόμενοι, κατέβησαν οι εντόπιοι Τούρκοι άνωθεν του παλαιοφρουρίου, απεδίωξαν τους απομείναντας εν τη κώμη ολίγους Έλληνας, και ήλθαν παρά τας όχθας του ποταμού προστατεύοντες τους συναδέλφους των. Υπό τοιαύτας περιστάσεις διεπέρασαν οι δυστυχείς Φαναρίται τον Ρουφιάν. Εκατόν σχεδόν εσκοτώθησαν, πλειότεροι επνίγησαν, μάλιστα γυναίκες, παιδία και γέροντες, και πολλά ζώα εζωγρήθησαν. Επειδή δε δεν τους εχώρει όλους το παλαιοφρούριον, διέμειναν οι πλείστοι έξω συσσωρευτοί.
Το δε εσπέρας της αυτής ημέρας έφθασεν ο Ηλίας Μαυρομιχάλης μετά διακοσίων· έφθασε την επαύριον και ο Κανέλλος Δηληγιάννης μετ' άλλων τόσων· έφθασαν κατόπιν αυτών και άλλοι και πλήθη χωρικών· ώστε την 29 ήσαν έξωθεν της Καρυταίνης εξακισχίλιοι οπλοφόροι εκ διαφόρων επαρχιών. Και οι μεν Τούρκοι, φοβούμενοι να μείνωσι πλέον εν τη κώμη, κατέφυγαν όλοι περί το παλαιοφρούριον, όπου ούτε τροφή ούτε πόσις σχεδόν ήτον· οι δε Έλληνες κυκλώσαντες αυτούς ανέμεναν ώρα τη ώρα την παράδοσίν των. Τόσον δε τους εστενοχώρησαν και τους απήλπισαν, ώστε τους ηνάγκασαν να έλθωσιν εις συνθηκολογίαν.
Τοιουτοτρόπως οι κατοικούντες τας ατειχίστους πόλεις και τα χωρία της Πελοποννήσου Τούρκοι, κυριευθέντες υπό πανικού φόβου, εγκατέλειψαν τας εστίας των και συνεσωρεύθησαν εντός των φρουρίων εν διαστήματι τριών εβδομάδων, αφ' ού τρεις τέσσαρες οπλοφόροι Καλαβρυτινοί έστησαν ενέδραν. Μόνοι δε οι Λαλιώται, μέγα φρονούντες επί τη ανδρία των, διέμειναν τρεις μήνας εν τη κωμοπόλει των πλήρεις θάρρους και ελπίδων, λεηλατούντες και καταστρέφοντες τα περίχωρα.