WeRead Powered by ReaderPub
Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Α cover

Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Α

Chapter 20: 1821
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A comprehensive contemporary history traces the causes, secret societies, and outbreaks of the early nineteenth-century struggle for Greek independence, following uprisings across the Peloponnese, mainland regions and islands, naval engagements, sieges, pitched battles, and brutal reprisals against civilians. It documents internal political divisions, shifting loyalties, and the conduct of local leaders, and surveys foreign diplomacy and great-power reactions. The work pairs chronological narrative with thematic essays on language, sources, and historiographical method, presenting a revised, documentary-based account intended to weigh successes and failings without partisan distortion.

1821

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ'

Τραγικά συμβάντα εν Κωνσταντινουπόλει και αλλαχού της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Μάρτιος Η ΠΥΛΗ είχεν από τινος καιρού ατελείς και συγκεχυμένας ιδέας περί της Εταιρίας και απέδιδεν ίσως την φαινομένην ανησυχίαν των ελληνικών πνευμάτων εις τας ραδιουργίας του αποστάτου Αλή· αλλά τα συλληφθέντα γράμματα του Υψηλάντου, ων κομισταί ήσαν ο Ύππατρος και ο Αριστείδης, δεν αφήκαν αμφιβολίαν περί της υπάρξεως και του σκοπού της Εταιρίας και περί της όσον ούπω ενάρξεως του επαναστατικού κινήματος. Αλλά τόση ήτον η απάθειά της, ώστε, αν και τα περί ων ο λόγος γράμματα συνελήφθησαν περί τας αρχάς του Ιανουαρίου του 1821, δεν έδωκε σημεία της συνήθους θηριώδους πολιτικής της ειμή αρχομένου του μαρτίου. Ό,τι δε, ως φαίνεται, την κατετάραξε και την ηρέθισεν υπέρμετρα ήτον η ανακάλυψις του σχεδίου των Φιλικών εις καταστροφήν της Κωνσταντινουπόλεως. Εξ αιτίας της ανακαλύψεως ταύτης εδόθη προσταγή να φύγωσιν εκείθεν όσοι των Ελλήνων δεν ήσαν εγκάτοικοι· έγειναν δε και κατ' οίκους έρευναι εις εύρεσιν κρυπτομένων, ως υπώπτευεν η Αρχή, όπλων και πολεμοφοδίων· παρετηρήθησαν και διάφορα μέρη της πόλεως, όπου εψιθυρίζετο ότι υπεσκάφθησαν υπόνομοι, εν οις άνθρωποι εκρύπτοντο, και όπλα απεταμιεύθησαν εις χρήσιν, δοθέντος του σημείου· τόσος φόβος και τρόμος κατέλαβε την Πύλην και εντεύθεν, φαίνεται, προήλθε κυρίως η άπληστος αιμάτων παραφροσύνη της.
Το πρωί της 1 μαρτίου έφθασεν εκ Μολδαυίας έκτακτος ταχυδρόμος προς τον εν Κωνσταντινουπόλει πρέσβυν της Ρωσσίας, όστις εκοινοποίησε τη Πύλη αυθημερόν τα κατά την 22 φεβρουαρίου εν τη ηγεμονεία εκείνη συμβάντα· αυθεσπερί δε τη εδόθη διά των τακτικών ταχυδρόμων η αυτή είδησις και κατ' ευθείαν. Την επαύριον έφυγαν κρυφίως συν γυναιξί και τέκνοις εις Οδησσόν οι επίτροποι του αυθέντου της Μολδαυίας, Νικόλαος Σούτσος αδελφός του και Ιωάννης Σχινάς εξ αδελφής γαμβρός του καί τινες άλλοι. Την 3 ανέγνωσεν ο μέγας διερμηνεύς εν τω οικουμενικώ πατριαρχείω φιρμάνι διελαμβάνον, ότι η υψηλή Πύλη, μαθούσα την κατά την Μολδαυίαν στάσιν τινών απονενοημένων τους ελυπείτο και παρεκίνει την Μεγάλην εκκλησίαν να συμβουλεύση τους υπό την ποιμαντορίαν της πιστούς υπηκόους της κραταιάς βασιλείας να μη αποπλανηθώσι και πέσωσιν εις την δικαίαν και αδυσώπητον αγανάκτησιν και αυτής και των πιστών Οθωμανών. Κατά την βασιλικήν ταύτην διαταγήν εξέδωκεν η Μεγάλη εκκλησία συνοδικά και πατριαρχικά έγγραφα (α) καταρωμένη και αφορίζουσα τον Υψηλάντην και τον Σούτσον ονομαστί, και παραινούσα πατρικώς τους λοιπούς Χριστιανούς όπως οι μεν πιστοί εμμείνωσι και του λοιπού εις την προς τον σουλτάνον πίστιν, οι δε αποπλανηθέντες επανέλθωσιν εις την προτέραν υποταγήν· απέλυσε δε και τους Φιλικούς του προς την Εταιρίαν όρκου ως ασεβούς και ολεθρίου. Τα κεραυνοφόρα δε ταύτα έγγραφα υπεγράφησαν εις πλειοτέραν φρίκην επί της αγίας Τραπέζης και εστάλησαν δι' εξάρχων εις τας επαρχίας· και εν μεν ταις ηγεμονείαις έφεραν αποτέλεσμα, αλλ' όχι και εν τη Ελλάδι· τοιαύτα έγγραφα εκίνησαν άλλοτε τους ευλαβείς λαούς της Ελλάδος κατά των κ λ ε π τ ώ ν· αλλ' οι καιροί δεν ήσαν οι αυτοί, και ο σημερινός αγών ήτον υψηλής φύσεως· διά τούτο ούτε αι εκκλησιαστικαί αύται παραινέσεις ησύχασαν ως άλλοτε τους Έλληνας, ούτε αι απειλαί τους ετάραξαν, ούτε οι αφορισμοί και αι κατάραι τους αφώπλισαν. Τινές δε των εν Κωνσταντινουπόλει βλέποντες την διαγωγήν της Πύλης προείδαν τι τοις έμελε· και ότι η φυγή ήτον η σωτηρία των. Την 5 έφυγεν ο πρώην αυθέντης Αλέξανδρος Χαντσερής πανοικί και κατέφυγεν εις Οδησσόν. Πανοικί έφυγαν την 6 και κατέφυγαν εις τον αυτόν τόπον και ο Γεώργιος υιός του πρώην αυθέντου Καρατσά, ο έμπορος Γεώργιος Χρηστόπουλος και άλλοι. Την 8 ανεγνώσθη μυστικόν φιρμάνι καθ' όλα τα ζαμία της Κωνσταντινουπόλεως, δι' ου παρηγγέλλοντο όλοι οι πιστοί να ήναι διά παντός άγρυπνοι και έτοιμοι προς αντίκρουσιν των εν τοις κόλποις του κράτους εμφωλευόντων εχθρών, και οι μη έχοντες όπλα ν' αγοράσωσι πωλούντες και αυτά τα σκεπάσματά των, διότι ο κίνδυνος ήτο περί των όλων (β). Την 9 διετάχθη ο οικουμενικός πατριάρχης διά φιρμανίου να στείλη εις την Πύλην τινάς των εγκρίτων αρχιερέων, χωρίς να αιτιολογηθή η διαταγή αύτη· εστάλησαν δε ο Εφέσου Διονύσιος, ο Δέρκων Γρηγόριος, ο Νικομηδείας Αθανάσιος, ο Θεσσαλονίκης Ιωσήφ, ο Τυρνόβου Ιωαννίκιος, ο Αδριανουπόλεως Δωρόθεος ο και Πρώιος, και ο Αγχιάλου Ευγένιος. Παρασταθέντες οι αρχιερείς ούτοι ενώπιον του ρεήζ - εφέντη απεστάλησαν εις οθωμανικήν τινα οικίαν υπό φύλαξιν, έχοντες μεν τας αναπαύσεις των, αλλ' όχι και την άδειαν να βλέπωσιν άλλους ειμή τους διακόνους των ως υπηρέτας.
Συγχρόνως η εξουσία έφερεν εις την βασιλεύουσαν πλήθος Ασιανών στρατιωτών και την 14 διέταξε να οπλισθώσι και όλοι οι εν Κωνσταντινουπόλει Οθωμανοί. Αφ' ού δε έστησε παντού φυλακάς, εκίνησεν αμέσως χείρα βαρείαν καν μιαιοφόνον καθ' όλων των σημαντικών Ελλήνων ανεξετάστως και ακρίτως· αι οικίαι και οι γυναικωνίται των επατήθησαν, αι φυλακαί εγέμισαν υπόπτων, αιμοχαρείς Ασιανοί σείοντες γυμνάς τας ρομφαίας και φρυάττοντες περιέτρεχαν πληθηδόν τας οδούς και τας αγοράς θύοντες και απολύοντες όσους του κοινού λαού απήντων, άνευ αδείας της κυβερνήσεως, αλλά και άνευ κωλύματος· η πολιτική δε λύσσα συνώμοσε μετά του θρησκευτικού φανατισμού κατά των αποστατών και των απίστων. Άνευ αποδείξεων ή ενδείξεων αλλ' επί απλή υποψία είλκυαν κατά διαταγήν της εξουσίας τους γνωστούς Χριστιανούς εις σφαγήν και εις αγχόνην· άλλους έσφαζαν επί των οδών, άλλους εκρέμων από των παραθύρων των οικιών των και έμπροσθεν των συγγενών των, άλλους παρέδιδαν εις τα βασανιστήρια· εκκλησίας εμίαιναν και εγύμνοναν, οικίας κατηδάφιζαν, περιουσίας εδήμευαν, γυναίκας και κοράσια ήρπαζαν, πλοία υπό Ευρωπαϊκήν σημαίαν επεσκέπτοντο, και τους εις αυτά καταφυγόντας Έλληνας έσυραν εις την ξηράν υπό τους οφθαλμούς των πρέσβεων.
Απρίλιος Το ξίφος του σουλτάνου έπεσεν εν πρώτοις επί την κεφαλήν των εν Κωνσταντινουπόλει Ελλήνων την 22, καθ' ην απεκεφαλίσθησαν ο Νικόλαος Σκαναβής, ο Μιχαήλ Μάνος πρώην διερμηνεύς του στόλου και γαμβρός του Σκαναβή, ο Θεόδωρος Ρίζος και ο Αλέκος υιός του Φωτεινού αρχιάτρου του αυθέντου της Μολδαυίας. Τα πρώτα ταύτα σφάγια της σουλτανικής μανίας διεδέχθησαν άλλα την 26 και 27, ήγουν ο Λεβίδης ο και Τσαλίκης, ο Στεργιαννάκης Τσουρπατσόγλους, τρεις καλόγηροι, τρεις ταχυδρόμοι του αυθέντου της Μολδαυίας και οκτώ άλλοι ολίγον γνωστοί. Την 3 απριλίου έφθασε ταχυδρόμος εξ Αθηνών αναγγέλλων δι' ων έφερε γραμμάτων, ότι απεστάτησεν όλη η Πελοπόννησος. Παράφρων έτι μάλλον έγεινεν ο σουλτάνος επί τη ειδήσει ταύτη, και ήρχισε να φονεύη απονώτερον.
Μέγας διερμηνεύς τω καιρώ εκείνω ήτον ο Κωστάκης Μουρούζης, ούτινος ο φιλογενέστατος οίκος διηνεκές και προσφιλές έργον είχε τον φωτισμόν των ομογενών του. Ο ανήρ ούτος, αν και κατείχεν υψηλήν θέσιν και υπό την μάχαιραν έκειτο του δημίου, εις ουδέν τα καθ' εαυτόν ελογίσθη προκειμένης της αναστάσεως της πατρίδος. Εν ώ δε εισήρχετο μίαν των ημερών εις την Πύλην κατά το σύνηθες, τω εδόθη παρά πάσαν προσδοκίαν γράμμα του Υψηλάντου λέγον τα κατά τας ηγεμονείας συμβάντα, και θαρρύνον αυτόν, ως μεμυημένον τα της Εταιρίας, εις τον αγώνα. Ο Μουρούζης λαβών τα γράμμα παρ' αγνώστου και ενώπιον πολλών, και νομίσας ότι δεν έπρεπε να το αποκρύψη μήπως κινήση υποψίας, το εκοινοποίησε τω ρεήζ - εφέντη αποδίδων αυτό εις ραδιουργίαν, και επανήλθεν εις την οικίαν του ανενόχλητος· αλλά την 4 μεταπεμφθείς παρά τω ρεήζ - εφέντη και αποσταλείς παρ' αυτού εις τον αρχιβεζύρην απήχθη εκείθεν εις το Μπάμπι - Χουμαϊούν, και εκεί απεκεφαλίσθη φορών την στολήν του. Την αυτήν ημέραν απεκεφάλισεν η Πύλη και τον Αντωνάκην Τσιράν έμπροσθεν της οικίας του· εκρέμασε και άλλους οκτώ εν οις και τον τραπεζίτην του πρώην αυθέντου Αλεξάνδρου Σούτσου Δημήτριον Παπαρρηγόπουλον από του παραθύρου της οικίας του· την δε επαύριον απεκεφάλισε τον γαμβρόν του Παπαρρηγοπούλου (γ) Δημήτριον Σκαναβήν, τον Παναγιωτάκην Τσιγκήν και τον πρώην διερμηνέα του στόλου Μιχαλάκην Χαντσερήν· εκρέμασε δε και τον Γεώργιον Μαυροκορδάτον και αυτόν από του παραθύρου της οικίας του (δ). Την 8 απεκεφάλισε τρεις νεροκράτας ως μελετώντας δήθεν να φαρμακεύσωσι τα νερά της βασιλευούσης. Την δε 9, ήτοι το μέγα σάββατον, απεκεφάλισε δύο εφημερίους της Μεγάλης εκκλησίας φύλακας της δομνίτσης Ευφροσύνης Μουρούζη φυγούσης.
Την δε εσπέραν της αυτής ημέρας διεσκορπίσθησαν καθ' όλην την ενορίαν του πατριαρχείου, εντός και εκτός του Φαναρίου, πεντακισχίλιοι ωπλισμένοι γενίτσαροι μηδενός ειδότος την αιτίαν. Οι γενίτσαροι περιεφέροντο όλην την νύκτα εις τας οδούς του Φαναρίου μέχρι της ενορίας του αγίου Δημητρίου της Ξυλόπορτας και του Μπαλατά μηδένα ενοχλούντες. Πρός δε το μεσονύκτιον έκραξεν ο κράχτης της εκκλησίας, και οι Χριστιανοί, αν και έμφοβοι, συνήλθαν ακωλύτως και ανενοχλήτως διά μέσου του πλήθους των γενιτσάρων εις την εκκλησίαν του πατριαρχείου. Ελειτούργησεν ο πατριάρχης μετά των δώδεκα αρχιερέων κατά την συνήθειαν, και, απολύσεως γενομένης, ανεχώρησαν όλοι εις τα ίδια ως και άλλοτε ανενόχλητοι. Ανέβη και ο πατριάρχης εις τα πατριαρχεία εν ώ ήρχιζε να φωτίζη. Αλλά, μόλις ανέβη, και ειδοποιήθη ότι ο Σταυράκης Αριστάρχης, ο διαδεχθείς την προτεραίαν τον αποκεφαλισθέντα μέγαν διερμηνέα Μουρούζην, ήρχετο εις το πατριαρχείον (ε). Ο πατριάρχης διέταξε να τον εισάξωσιν εις το ιδιαίτερον δωμάτιόν του· αλλ' ο Αριστάρχης απεκρίθη, ότι επροτίμα να εισαχθή κατ' ευθείαν εις το συνοδικόν, όπου και εισήχθη. Εισήχθη μετ' ολίγην ώραν εις το συνοδικόν καί τις οθωμανός γραμματεύς του ρεήζ - εφέντη, και μετ' αυτόν εισήλθε και ο πατριάρχης εις έντευξίν των. Αφ' ού δ' εχαιρετήθησαν και εκάθησαν και οι τρεις, ο μέγας διερμηνεύς είπεν, ότι ο γραμματεύς έφερε φιρμάνι και είχε διαταγήν να το αναγνώση αυθωρεί επί παρουσία των αρχιερέων, των προυχόντων και των αρχηγών των συντεχνιών. Ο πατριάρχης διέταξε να συνέλθωσιν οι ρηθέντες και εις επήκοον των συνελθόντων ανεγνώσθη το φιρμάνι λέγον, «Επειδή ο πατριάρχης Γρηγόριος εφάνη ανάξιος του πατριαρχικού θρόνου, αχάριστος και άπιστος προς την Πύλην και ραδιούργος γίνεται έκπτωτος της θέσεώς του, και τω προσδιορίζεται διαμονή το Καδδίκιοϊ μέχρι δευτέρας διαταγής». Μετά δε την ανάγνωσιν συνοδευόμενος ο πατριάρχης υπό του Νικηφόρου του πιστού του αρχιδιακόνου, απήχθη, παρά την φράσιν του φιρμανίου και κατά διαταγήν ως φαίνεται μυστικήν, εις το δεσμωτήριον του Μποσταντσήμπαση. Εξελθόντος δε του πατριάρχου εκ του συνοδικού, ανεγνώσθη άλλο φιρμάνι έχον ούτως. «Επειδή η υψηλή Πύλη δεν επιθυμεί να στερήση τους πιστούς της υπηκόους της πνευματικής κηδεμονίας του κοινού πατρός των, διατάττει να εκλέξωσι πατριάρχην κατά την ανέκαθεν συνήθειαν». Επί τη διαταγή ταύτη ήρχισεν η συζήτησις περί εκλογής πατριάρχου, σιωπώντων και του διερμηνέως και του γραμματέως, και απεφασίσθη ν' ανακληθή εις τον πατριαρχικόν θρόνον ο εν Αδριανουπόλει διαμένων πρώην πατριάρχης Κύριλλος· αλλ' ο γραμματεύς ακούσας την εκλογήν είπεν ότι δεν ήτο δεκτή απόντος του εκλεχθέντος, διότι η υψηλή Πύλη δεν επεθύμει κατά τας παρούσας περιστάσεις μηδέ μίαν ώραν να μένη ο πατριαρχικός θρόνος κενός, και απήτει να εκλέξωσιν εκ των παρόντων οποίον ήθελαν. Διά τον λόγον τούτον μετά δευτέραν μακράν και επίσης ανεπηρέαστον συζήτησιν έπεσεν η ψήφος επί τον Πεισιδίας Ευγένιον, ον ο μέγας διερμηνεύς και ο γραμματεύς απέστειλαν αμέσως εις την Πύλην κατά την συνήθειαν· ούτοι δε απέμειναν εν τω πατριαρχείω καθώς και όλοι οι συνελθόντες αναμένοντες την επάνοδόν του. Μετά παρέλευσιν δέ τινων ωρών επανήλθεν ο νέος πατριάρχης υπό λαμπροτέραν παρά την συνήθη πομπήν.
Διήρκει η περί ης ο λόγος τελετή, ότε εξήχθη της φυλακής ο Γρηγόριος, όστις νοήσας έκ τινων σημείων ότι ήγγιζεν η ώρα του θανάτου του, προητοιμάζετο αδιαλείπτως προσευχόμενος· εμβάς δε εις πλοιάριον απεβιβάσθη εις το παράλιον του Φαναρίου. Εκεί ατενίσας εις τον ουρανόν, όπου έμελλε ν' αναβή μετ' ολίγον, έκαμε τον σταυρόν του, εγονάτισε, και έκλινε την μιξότριχα κεφαλήν του υπό την μάχαιραν του δημίου· αλλ' ο δήμιος τον ανήγειρεν ειπών αυτώ να τον ακολουθήση, διότι δεν ήτον εκείνος ο τόπος της ποινής του. Οδεύοντες εκείθεν έφθασαν εις τα πατριαρχεία. Εκεί ο δήμιος τον εκρέμασε προσευχόμενον από του ανωφλίου της μεγάλης πύλης μετά την μεσημβρίαν της Κυριακής του Πάσχα· ώστε, καθ' ην ώραν εφήμιζαν άνωθεν του πατριαρχείου και επολυχρόνουν τον νέον πατριάρχην οι τρισάθλιοι Χριστιανοί ψάλλοντες το ε ι ς - π ο λ λ ά - έ τ η - δ έ σ π ο τ α, εκρεμάτο κάτωθεν ως ληστής και κακούργος ο προκάτοχος αυτού, όστις προ ολίγων ωρών, προσφέρων την αναίμακτον θυσίαν υπέρ των του λαού αγνοημάτων, ευλόγει τους πιστούς ασπαζομένους εν ευλαβεία και κατανύξει την εν τοις αγίοις των αγίων αγιασθείσαν και αγιάζουσαν δεξιάν του. Αι τελευταίαι στιγμαί του Γρηγορίου εφάνησαν στιγμαί ακραιφνούς πίστεως και ανεξικακίας, οποίας προετοιμάζει ακηλίδωτος συνείδησις, αγαθοποιός καρδία, παράβλεψις της προσκαίρου ζωής και προσδοκία της μελλούσης. Το δε επί του λειψάνου έγγραφον της καταδίκης έλεγε τας αιτίας δι' ας εκρίθη άξιος θανάτου. Ιδού το έγγραφον, το τουρκιστί λεγόμενον «Γ ι α φ τ άς».
«Χρέος των αρχηγών των υπό την εξουσίαν μου διαφόρων λαών είναι να επαγρυπνώσι νύκτα και ημέραν τους υπό την οδηγίαν των, να παρατηρώσι την διαγωγήν των και ν' ανακαλύπτωσι και αναφέρωσιν εις την κυβέρνησίν μου τας αθεμίτους πράξεις των. Οι δε πατριάρχαι, ως αρχηγοί των ραγιάδων ζώντων εν ασφαλεία υπό την σκιάν της αυτοκρατορικής μου εξουσίας, οφείλουν να ήναι υπέρ πάντα άλλον ανεπίληπτοι, τίμιοι, πιστοί και ειλικρινείς. Έχοντες δε τας αρετάς ταύτας οφείλουν, οσάκις παρατηρήσουν κακάς κλίσεις του λαού των, να τας εμποδίζωσι δι' απειλών και συμβουλών, ή, αν αναγκαίον, και διά ποινών κατά τα έθιμα της θρησκείας των, και τοιουτοτρόπως να φαίνωνται ευγνώμονες εν μέρει προς την υψηλήν Πύλην δι' ας απολαμβάνουν χάριτας και ελευθερίας υπό την αγαθοποιόν σκιάν της.
Αλλ' ο άπιστος πατριάρχης των Ελλήνων, ο δώσας άλλοτε δείγματα της εις την υψηλήν Πύλην αφοσιώσεώς του, αδύνατον να θεωρηθή αλλότριος των στάσεων του έθνους του, ας διάφοροι κακότροποι και αναίσθητοι, παρασυρόμενοι υπό χιμερικών και διαβολικών ελπίδων, διήγειραν· και χρέος του ήτο να διδάξη τους απλούς, ότι το τόλμημα ήτο μάταιον και ατελεσφόρητον· διότι τα κακά διαβούλια δεν είναι δυνατόν ποτε να ευδοκιμήσωσι κατά της μωαμεθανικής εξουσίας και θρησκείας, αίτινες έλαβαν ύπαρξιν θεόθεν προ υπερχιλίων ετών, και θα διατηρηθούν μέχρι της συντελείας του αιώνος καθώς μας βεβαιούν αι αποκαλύψεις και τα θαύματα· αλλ' εξ αιτίας της διαφθοράς της καρδίας του, όχι μόνον δεν ειδοποίησεν ουδ' επαίδευσε τους απατηθέντας, αλλά καθ' όλα τα φ α ι ν ό μ ε ν α ήτο και αυτός, ως αρχηγός, μυστικός συμμέτοχος της επαναστάσεως, και αδύνατον να μη αφανισθή και πέση εις την οργήν του Θεού όλον σχεδόν το έθνος των Ελλήνων, αν και εν αυτώ είναι και πολλοί αθώοι.
Καθ' ον καιρόν εγνώσθη η αποστασία, η υψηλή Πύλη, συμπάθειαν λαβούσα προς τους αθλίους ραγιάδας της, ησχολήθη να επαναφέρη τους πλανηθέντας διά της γλυκύτητος εις την οδόν της σωτηρίας, και επί τω σκοπώ τούτω εξέδωκε πρόσταγμα διατάττουσα και συμβουλεύουσα τον πατριάρχην τα δέοντα, και προσκαλούσα αυτόν ν' αφορίση όλους τους αποστατήσαντας ραγιάδας όπου και αν ήσαν αλλ', αντί να δαμάση τους αποστάτας και δώση πρώτος το παράδειγμα της εις τα καθήκοντα επιστροφής των, ο άπιστος ούτος έγεινεν ο πρωταίτιος όλων των αναφυεισών ταραχών. Είμεθα πληροφορημένοι ότι εγεννήθη εν Πελοποννήσω, και ότι είναι συνένοχος όλων των αταξιών όσας οι αποπλανηθέντες ραγιάδες έπραξαν κατά την επαρχίαν των Καλαβρύτων. Ούτος λοιπόν είναι ο αίτιος του θεία βοηθεία επικειμένου παντελούς αφανισμού των αποπλανηθέντων ραγιάδων.
Επειδή πανταχόθεν εβεβαιώθημεν περί της προδοσίας του όχι μόνον εις βλάβην της υψηλής Πύλης, αλλά και εις όλεθρον αυτού του έθνους του, ανάγκη ήτο να λείψη ο άνθρωπος ούτος από του προσώπου της γης, και διά τούτο εκρεμάσθη προς σωφρονισμόν των άλλων».
Δύο αιτίαι της καταδίκης του πατριάρχου αναφέρονται εν τω εγγράφω τούτω· η μεν «ότι δεν εκίνησε τα πνευματικά του όπλα κατά των αποστατών»· η δε «ότι και αυτός ήτο συμμέτοχος της αποστασίας».
Ολίγον ανωτέρω διηγήθημεν, ότι επί τη προτάσει της Πύλης και τους αρχιαποστάτας ο πατριάρχης αφώρισε και ανεθεμάτισε, και τους υπό την ποιμαντορίαν του λαούς εις την προτέραν των προς τον σουλτάνον υποταγήν ανεκάλεσε, και τους Φιλικούς του προς την Εταιρίαν όρκου ως ασεβούς και ολεθρίου απέλυσε. Σώζονται δε και τα περί ων ο λόγος συνοδικά έγγραφα, ώστε η αιτία αύτη στηλιτεύεται εξ αυτών των πραγμάτων πάντη ψευδής. Πάντη αναπόδεικτος και ανυπόστατος είναι και η άλλη αιτία, δηλαδή, ότι ο πατριάρχης ήτο συμμέτοχος της αποστασίας. Τρία τινά επιφέρει το έγγραφον εις απόδειξιν της αιτίας ταύτης, «ότι ο καταδικασθείς εις θάνατον ήτο καθ' όλα τα φ α ι ν ό μ ε ν α μυστικός συμμέτοχος της αποστασίας, ότι η Πύλη π ο λ λ α χ ό θ ε ν - ε β ε β α ι ώ θ η περί της ενοχής του, και ότι ε γ ε ν ν ή θ η - εν - Π ε λ ο π ο ν ν ή σ ω όπου κατά πρώτον εξερράγη η επανάστασις».
Προς Θεού! οι λόγοι ούτοι «κ α θ' ό λ α - τ α - φ α ι ν ό μ εν α, —π ο λ λ α χ ό θ ε ν - ε β ε β α ι ώ θ η,—ε γ ε ν ν ή θ η - ε ν - Π ε λ ο π ο ν ν ή σ ω», είναι λόγοι σπουδαίοι; είναι αποδείξεις; δικαιούν τοιούτον τόλμημα; Αν είχεν η Πύλη αποδείξεις της ενοχής του θύματός της, ως διετείνετο, διατί δεν τας εδημοσίευε; διατί δεν τας εκοινοποίει ταις πρεσβείαις κατά την ρητήν αξίωσιν του παρ' αυτή πρέσβεως του αυτοκράτορος της Ρωσσίας εις δικαιολογίαν της και αποτροπήν τόσων δεινών εξ ων περιεστοιχίζετο; Οι λόγοι ούτοι δεν αποδεικνύουν μάλλον το μέγα ανόμημα του τιμωρήσαντος ή το μέγα έγκλημα του τιμωρηθέντος; Ο πατριάρχης εγνώριζεν αναμφιβόλως τα της Εταιρίας, ουδ' ήτο δυνατόν ν' αγνοή ο πνευματικός πατήρ όλων των Ελλήνων ό,τι πλήθη πάσης τάξεως εγνώριζαν· αλλ' εταίρος, ό εστι συνωμότης κατά της τουρκικής εξουσίας, δεν ήτο· και όχι μόνον ουδόλως εθάρρυνε την ελληνικήν εθνεγερσίαν, αλλά και πάντοτε απέτρεπε τους προς ους διελέγετο φιλεπαναστάτας, θεωρών εθνοφθόρον το τοιούτον τόλμημα, και τον προς ον έτεινε σκοπόν ανεπίτευκτον. Μάρτυρες των λεγομένων είναι οι αυτήκοοι των λόγων του αγίου ανδρός, ων την αξιόπιστον μαρτυρίαν παρελάβαμεν και ημείς εκ του στόματος αυτών, και παραδίδομεν όπως την παρελάβαμεν εις την ιστορίαν· δεν κατεμήνυσε δε όσα πνευματικώ τω τρόπω εγνώριζε, διότι εθεώρησεν αναμφιβόλως την καταμήνυσιν και αναξίαν του χαρακτήρος του, και εναντίαν του πνευματικού καθήκοντός του, και ικανήν να προκαλέση τον όλεθρον των ομογενών του ενόχων και μη.
Επί ταύταις ταις αιτίαις εξετελέσθη η καταπλήξασα και καταταράξασα τον χριστιανικόν όλον κόσμον μιαιοφονία του αρχηγού της Ανατολικής Εκκλησίας το εβδομηκοστόν έτος διανύοντος.
Τούτου δε γενομένου, ανεχώρησαν εκ των πατριαρχείων ο μέγας διερμηνεύς, ο γραμματεύς και οι λοιποί. Το δε δειλινόν της αυτής ημέρας ο Μπεντερλή - Αλήπασας, ο προ ολίγου διορισθείς αρχιβεζίρης (στ), διέβη διά του Φαναρίου μεθ' ενός μόνου υπασπιστού, και εκάθησε πέντ' έξ λεπτά αντικρύ του κρεμαμένου πατριάρχου, θεωρών αυτόν και λαλών προς τον υπασπιστήν του. Διέβη εκείθεν μετά μίαν ώραν παρενδεδυμένος και ο σουλτάνος και έρριψε και αυτός το βλέμμα επί τον πατριάρχην. Τρεις ημέρας έμεινε το λείψανον κρεμάμενον· την δε τετάρτην το καθείλεν ο αγχονιστής επί σκοπώ να το ρίψη εις την θάλασσαν, διότι οι κατά διαταγήν της εξουσίας κρεμάμενοι ή αποκεφαλιζόμενοι δεν αξιούνται ταφής. Ήλθαν τότε προς τον αγχονιστήν Εβραίοι και λαβόντες την άδειάν του, κατά τινας δε και φιλοδωρήσαντες αυτόν, έδεσαν τους πόδας του λειψάνου, το έσυραν από των πατριαρχείων μέχρι του αιγιαλού του Φαναρίου χλευάζοντες και βλασφημούντες, και το έρριψαν εις την θάλασσαν εγχειρίσαντες το σχοινίον τω αγχονιστή, αναμένοντι εν πλοιαρίω. Απομακρυνθείς ούτος της ξηράς σύρων και το επί της θαλάσσης λείψανον, και φθάσας εν μέσω του κερατίου κόλπου μεταξύ Φαναρίου και ναυστάθμου απήρτησεν από του λειψάνου πέτραν εις καταποντισμόν του· αλλά το λείψανον δεν συγκατεποντίσθη, διότι δεν ήτο η πέτρα ικανώς βαρεία. Επέστρεψε τότε ο αγχονιστής εις την ξηράν, και λαβών άλλας δύο πέτρας επανήλθεν όπου εκυματίζετο το λείψανον, προσεπισυνέδεσε και αυτάς, το ελόγχευσε δις και τρις εις απορρόφησιν νερού, και ούτω κατεβυθίσθη. Μεθ' ικανάς δε ημέρας ανεφάνη προς τον Γαλατάν μεταξύ δύο πλοίων ελλιμενιζόντων έμπροσθεν του Καρακιοΐου, του μεν σλαβονικού του δε κεφαλληναίου. Πρώτος ο Σλαβόνος πλοίαρχος είδε το λείψανον, και το εσκέπασεν επιρρίψας ψάθαν, επί σκοπώ, όταν νυκτώση, να το ανελκύση και το θάψη ούτινος και αν ήτον ως φιλόχριστος. Γενομένης δε εσπέρας, επρόλαβεν ο άλλος πλοίαρχος, ο Κεφαλλήν, Σκλάβος ονόματι, και το ανείλκυσεν· ιδών δε εκ της γενειάδος και της αξυρίστου κεφαλής, ότι ήτο λείψανον ιερωμένου, έφερε την επαύριον εις το πλοίον τινας έξωθεν κρυφίως, και βεβαιωθείς ότι ήτο του πατριάρχου, το εσαβάνωσε, το μετεκόμισεν εις Οδησσόν, και το απέθεσεν εν τω λοιμοκαθαρτηρίω. Εξετασθέν δε αυτόθι και εκ δευτέρου κατά διαταγήν του διοικητού απεδείχθη και τότε ότι ήτο τω όντι το του πατριάρχου.
Δοθείσης δε της ειδήσεως εις Πετρούπολιν, εξεδόθη διάταγμα ίνα αποδοθώσιν εις τον νεκρόν δημοσίως όλαι αι προσήκουσαι τιμαί. Συνέδραμε και η ιερά σύνοδος της Ρωσσίας εις την εκκλησιαστικήν λαμπρότητα της κηδείας, και την 17 Ιουνίου συνήχθησαν εις το λοιμοκαθαρτήριον αι πολιτικαί και στρατιωτικαί Αρχαί του τόπου, οι δύο μητροπολίται ο Σιλιστρίας Κύριλλος και ο Ιεροπόλεως Γρηγόριος, ο επίσκοπος Μπεντερίου και Ακερμανίου Δημήτριος, ο κλήρος όλης της επαρχίας, οι δυστυχείς πρόσφυγες Έλληνες και μέγα πλήθος λαού, και υπό τον νεκρώσιμον ήχον των εκκλησιαστικών κωδώνων, των ψαλμωδιών, των πυροβόλων, της στρατιωτικής μουσικής, και υπό τας αδιαλείπτους εις τον Ύψιστον ευχάς, συνώδευσαν το ιερόν λείψανον αλώβητον και άοδμον εις την μητρόπολιν της Οδησσού, όπου διέμεινε τριήμερον μέχρι της 19, καθ' ην, αφ' ού εψάλη πάλιν η νεκρώσιμος ακολουθία, και εξεφωνήθη παρά του ιεροκήρυκος του οικουμενικού πατριαρχείου Κωνσταντίνου Οικονόμου κατανυκτικός λόγος, μετεκομίσθη εν μεγάλη και αύθις πομπή και παρατάξει εις την εκκλησίαν των Ελλήνων, και απετέθη εν μ ν ή μ α τ ι - κ α ι ν ώ εντός του αγίου βήματος προς την αρκτικήν πλευράν της αγίας τραπέζης ως λείψανον ιερομάρτυρος.
«Τοιουτοτρόπως», λέγει η ημιεπίσημος εφημερίς της Πετρουπόλεως, «απεδόθησαν, κατ' επιταγήν του ευλαβεστάτου αυτοκράτορος πασών των Ρωσσιών Αλεξάνδρου του α', αι νενομισμέναι τιμαί της πίστεως και της χριστιανικής αγάπης εις τον Γρηγόριον, τον άγιον πατριάρχην της ανατολικής ορθοδόξου εκκλησίας των Ελλήνων, τον υπομείναντα τον θάνατον του μαρτυρίου».
Aπρίλιος Την αυτήν δε κυριακήν του Πάσχα εκρέμασεν η Πύλη και τρεις των φυλακισθέντων αρχιερέων, τον Εφέσου, τον Αγχιάλου και τον Νικομηδείας. Ο τελευταίος ούτος, υπέργηρως ων, πριν φθάση εις τον τόπον της ποινής, πεσών κατά γης εξεψύχησεν, αλλά και νεκρός εκρεμάσθη· τόσον δε ελύσσων οι Τούρκοι, κατ' εκείνας τας ημέρας, ώστε όχι μόνον εφόνευαν σωρηδόν αυθαιρέτως και αφόβως όσους απήντων Έλληνας, αλλά και, ως αν δεν ήρκουν εις χορτασμόν τα αίματα των ζώντων, επιστόλιζαν, περιφερόμενοι αχαλινώτως, και αυτούς τους κρεμαμένους, και διεμέλιζαν και τους επί γης νεκρούς. Περιήρχοντο δε τας οδούς καί τινες ζητούντες αντιμισθίαν εις απαγωγήν των εν αυταίς πτωμάτων. Ουδαμού δε της πόλεως ετόλμα Χριστιανός να φανή, ή των παραθύρων να προκύψη. Η Κωνσταντινούπολις εφαίνετο μάλλον καταγώγιον ληστών και αιμοβόρων θηρίων, ή καθέδρα βασιλέως και διαμονή ευρωπαίων πρέσβεων. Πολλοί των Ελλήνων εδραπέτευαν και κατέφευγαν υπό την γενναίαν και φιλόχριστον περίθαλψιν της Ρωσσίας εις ξένην γην αφανείς και γυμνοί οι πρώην επιφανείς και βαθύπλουτοι.
Ο μανιώδης όχλος της Κωνσταντινουπόλεως εξεμάνη και κατ' αυτών των ιερών ναών των Χριστιανών. Την 22 συνήχθησαν προς τα χαράγματα νεανίαι Τούρκοι κατά το Εδρηνέκαπη, ηνώθησαν καί τινες ηλικιωμένοι, και εισήλθαν όλοι εις την εκεί εκκλησίαν διά της βίας, εσύντριψαν τα στασίδια και ήρπασαν τα ασημικά, τα σκεύη της και τα άμφια των εφημερίων της. Παρεκάθητο φυλακή και τους είδεν, αλλ' ούτε τους επέπληξεν, ούτε τους εμπόδισεν. Θαρρυνθέντες οι άτακτοι, συμπαραλαβόντες και άλλους ομοίους των, και φέροντες επί δοκαρίων εν είδει σημαιών τα φελώνια, τα επιτραχήλια, και άλλα ιερά άμφια, αλαλάζοντες και χλευάζοντες υπήγαν εις την εκκλησίαν του Εγρίκαπη, όπου εσύντριψαν τους πολυελαίους, έρριψαν κατά γης τα εικονοστάσια, έσπασαν τας εικόνας, εποδοπάτησαν τα ιερά σκεύη, και ήρπασαν τα ασημικά· εκείθεν μετέβησαν εις τας εκκλησίας της Παναγίας του Μουχλιού, της Ξυλόπορτας, του πατριαρχείου του αγίου Τάφου και του αγίου Ιωάννου του Μπαλατά αθεμιτουργούντες· εκείθεν εκίνησαν προς την του οικουμενικού πατριαρχείου, όπου φθάσαντες ηύραν τας πύλας κλειστάς και δεν ηδυνήθησαν να τας ανοίξωσιν ούσας σιδηράς· δύο δε εφημερίους, παρευρεθέντας εν τη αυλή του πατριαρχείου, οι μανιώδεις ούτοι εσκότωσαν. Το συμβάν τούτο ιδούσαι γυναίκες εκ των πέριξ οικιών ήρχισαν να ολολύζωσιν υποθέσασαι, ότι η Πύλη απεφάσισε γενικήν σφαγήν, ως εψιθυρίζετο· γενικός δε φόβος κατέλαβεν όλην την ενορίαν του πατριαρχείου, εντός και εκτός του Φαναρίου, ώστε δεν ηκούοντο ειμή ολολυγμοί Χριστιανών, και στασιώδεις και φονικαί κραυγαί υπερδιακοσίων Τούρκων. Οι Τούρκοι, μη δυνηθέντες να εισέλθωσιν εις την εκκλησίαν, ώρμησαν εις τα πατριαρχεία και τα εγύμνωσαν· οι δε ευρεθέντες εν αυτοίς καλόγηροι διεσκορπίσθησαν, και πολλοί ανέβησαν επί της στέγης καταφεύγοντες εις τας όπισθεν οθωμανικάς οικίας. Ο δε νεοχειροτόνητος πατριάρχης κατέφυγε προς το μέρος του κοινού του πατριαρχείου, όπου ευρόντες τον οι κακούργοι, οι μεν τον ύβριζαν και τον εφοβέριζαν, οι δε τον επροστάτευαν λέγοντες, ότι ήτο πιστός· τον συνώδευσαν δε και εις την αστυνομίαν του Φαναρίου όπου ηύρεν επί τέλους άσυλον. Αι σκηναί αύται ήρχισαν περί τον όρθρον, και μόλις έπαυσαν την δ' ώραν μετά μεσημβρίαν διά της ενόπλου επεμβάσεως του γενιτσάραγα. Την δ' επιούσαν η εξουσία έστειλεν εις το πατριαρχείον όσα των διαρπαγέντων εδυνήθη να διασώση.
Μαινόμενος ο όχλος κατηδάφισε και την εκκλησίαν της Παναγίας του Μπαλουκλή διαφερόντως τιμωμένην διά το εν αυτή αγίασμα.
Μάιος Η λύσσα δε της εξουσίας δεν ήτο μετριωτέρα της του όχλου. Αν και εφάνη ότι απεδοκίμαζε τας προϊστορηθείσας κατά των ιερών ναών του όχλου πράξεις, ούτε τινά των ατάκτων επαίδευσεν, ούτε αύτη έπαυσε χέουσα, ως και πρότερον, το αίμα του κλήρου και των κοσμικών. Εν ώ δε έφριττεν όλη η Ευρώπη δι' όσας προανεφέραμεν μιαιφόνους πράξεις της τουρκικής εξουσίας, ο σουλτάνος εκάθηρε τον αρχιβεζύρην Μπεντερλή - Αλήπασαν διότι, ως διελάμβανε το έγγραφον της καθαιρέσεως (ζ), ε φ ε ί δ ε τ ο - τ ο υ - α ί μ α τ ο ς - τ ω ν - Ε λ λ ή ν ω ν, και αντικατέστησε τον Σαλήχπασαν. Την τρίτην δε του Μαΐου, ό εστι, την ημέραν του διορισμού του νέου αρχιβεζύρη, και την δωδεκάτην αφ' ης εβεβηλώθησαν οι ναοί και εχλευάσθησαν πανδήμως τα ιερά, απεκεφάλισεν η Πύλη τον υπερεκατονταετή επίσκοπον Μυριουπόλεως, και τον εννεακαιδεκαετή υιόν του πρώτου άρχοντος της Ροδοστού. Την δε επαύριον διέταξε να κρεμασθώσι και οι λοιποί φυλακισθέντες αρχιερείς, ο Δέρκων, ο Αδριανουπόλεως, ο Τυρνόβου και ο Θεσσαλονίκης. Οι φιλόχριστοι ούτοι αρχιερείς, εν ώ μετεκομίζοντο εις τον τόπον της ποινής εντός ενός και του αυτού πλοιαρίου, προητοιμάσθησαν πλήρεις πίστεως και ευλαβείας εις αποβίωσιν, έψαλαν οι ίδιοι την νεκρώσιμον ακολουθίαν, ικέτευσαν τον Θεόν των πνευμάτων και πάσης σαρκός υπέρ αναπαύσεως των ψυχών αυτών, και ευλόγησαν αλλήλους ειπόντες το «Μακαρία η οδός ή πορεύη σήμερον». Αφού δε προσώρμισε το φέρον αυτούς πλοιάριον εις το Αρναούτκιοϊ, ο αγχονιστής, συμπλωτήρ και αυτός, διέταξε τον Τυρνόβου ν' αποβή και να τον παρακολουθήση. Ο Τυρνόβου κλίνας την κεφαλήν απεχαιρέτισε τους εν τω πλοιαρίω συναδέλφους και συλλειτουργούς, τους ησπάσθη τον τελευταίον ασπασμόν, τοις είπεν εν συντριβή καρδίας «κ α λ ή - α ν τ ά μ ω σ ι ς - α δ ε λ φ ο ί - ε ι ς - τ η ν - ά λ λ η ν - ζ ω ή ν», και παρακολουθήσας τον αγχονιστήν εκρεμάσθη από του ανωφλίου της οικίας παρακειμένου τινός κουρείου. Ο δε μέλας την μορφήν καθώς και την καρδίαν αγχονιστής, επανελθών εις το πλοιάριον, μετέφερε τα εν αυτώ απολειφθέντα θύματα εις Μέγα-ρεύμα όπου εκρέμασε τον Αδριανουπόλεως· εκείθεν μετέβη εις Νεοχώρι όπου εκρέμασε τον Θεσσαλονίκης, κακείθεν εις Θεραπεία προς ποινήν του Δέρκων. Ο υπέργηρως ούτος αρχιερεύς, ο υπέρ πάντα άλλον τιμώμενος διά την εμβρίθειαν, την πολλήν ελευθεροστομίαν και την γενναιοκαρδίαν του, φθάσας εις τον πυλώνα της μητροπόλεως του όπου έμελλε να κρεμασθή, εζήτησεν άδειαν να προσευχηθή, προσευχήθη, παρεκάλεσε τον αγχονιστήν να μη του δέση τας χείρας, και λαβών ην εκράτει εκείνος θηλειάν, την ευλόγησε τρις σταυροειδώς εκφωνήσας το «ε ι ς - τ ο - ό ν ο μ α - τ ο υ - Π α τ ρ ό ς - κ α ι - τ ο υ - Υ ι ο ύ - κ α ι - τ ο υ - α γ ί ο υ - Π ν ε ύ μ α τ ο ς», και στραφείς προς τον αγχονιστήν, είπε βαρεία τη Φωνή, «ε κ τ έ λ ε σ ε - τ η ν - ε ν τ ο λ ή ν - τ ο υ - α σ ε β ο ύ ς - κ υ ρ ί ο υ - σ ο υ». Είπε, και η εντολή του ασεβούς εξετελέσθη.
Την αυτήν ημέραν εκρέμασεν η Πύλη και τον πιστόν αρχιδιάκονον του πατριάρχου Γρηγορίου, Νικηφόρον, καί τινας κοσμικούς· μαθούσα δε, ότι και οι εν τω στόλω υπηρετούντες Υδραίοι εβουλεύοντο τον εμπρησμόν του, τον μεν αρχηγόν αυτών Κωνσταντίνον Γκιούστον και τους συν αυτώ αδελφούς και συγγενείς του απεκεφάλισεν επί της δεξαμενής του ναυστάθμου, τους δε λοιπούς τους μεν εκρέμασε, τους δε έπνιξε. Μεληδόν κατέκοψεν επί της ακτής του ναυστάθμου μετά τινας ημέρας και τον διερμηνέα του στόλου, Νικόλαον Μουρούζην, νεώτερον αδελφόν του προαποκεφαλισθέντος μεγάλου διερμηνέως. Εν μέσω δε των μεγίστων τούτων κακών, πολλοί εξωρίζοντο, αλλά και εν τη εξορία κατέστρεψεν η Πύλη τινάς των επισημοτέρων εν οις και τον προ ολίγου αυθέντην της Βλαχίας αναδειχθέντα Σκαρλάτον Καλλιμάχην. Εγίνοντο δε και φόνοι, άλλοι αντ' άλλων, παρά την διαταγήν και εις εμπαιγμόν αυτής της Πύλης.
Εκ των εξορισθέντων ήσαν και ο πρώην μέγας διερμηνεύς Γιάγκος Καλλιμάχης, ο Ευστάθιος Αγάς και ο Γεώργιος Βογορίδης. Η Πύλη διέταξε ν' αποκεφαλισθώσιν οι τρεις ούτοι. Φθάσας ο δήμιος εις Καισάρειαν, απεκεφάλισε τον Γιάγκον Καλλιμάχην· αλλά μη ευρών τους δύο άλλους, και οφείλων να φέρη τρεις κεφάλας εις Κωνσταντινούπολιν, συναπεκεφάλισε τους δύο υπηρέτας του Γιάγχου Καλλιμάχη, και έφερεν εις Κωνσταντινούπολιν τας κεφαλάς αυτών, ως κεφαλάς του Άγα και του Βογορίδου. Και ο μεν Βογορίδης απέθανεν εν τη εξορία μετά ταύτα· ο δε Άγας, ο λογιζόμενος μεταξύ των νεκρών, εξεφανερώθη μετά την κάθοδον των εξορίστων εν μέσω των ζώντων, και εξετάσεως γενομένης, ανεκαλύφθη και απεδείχθη το ανοσιούργημα του δημίου.
Εν ώ δε οι φόνοι ήσαν αδιάλειπτοι εντός της βασιλευούσης, ουδένα Έλληνα άφινεν η εξουσία να φύγη εκείθεν. Επ' αυτώ τούτω ανεγνώσθη την 8 φιρμάνι εν τω πατριαρχείω διατάττον τον πατριάρχην να προσκαλέση πάντας τους ομοπίστους του ραγιάδας, και να λάβη εγγύησιν της μη φυγής των εκ Κωνσταντινουπόλεως· να τους υποχρεώση δε και να αλληλεγγυώνται πέντε συνάμα, ώστε, αν είς εκ των πέντε έφευγεν, οι λοιποί τέσσαρες να ήναι ένοχοι θανάτου. Τοιουτοτρόπως οι εν τη βασιλευούση δυστυχείς Έλληνες εκινδύνευαν πάντοτε· διότι ή εφονεύοντο αν δεν έφευγαν, ή αν έφευγεν είς εκινδύνευαν να φονευθώσι τέσσαρες αντ' αυτού.
Παύοντες την αιμοσταγή διήγησιν των τραγικών συμβάντων εν Κωνσταντινουπόλει, εν η και μόνη δεκαχισχίλιοι Χριστιανοί εθυσιάσθησαν, δεν δυνάμεθα να μη θαυμάσωμεν τον μέγαν χαρακτήρα, ον ο κλήρος, ο θείος τω όντι κλήρος, και οι άρχοντες επί της καταδιώξεώς των έδειξαν. Εν μέσω των δεσμών και των βασάνων, κατέμπροσθεν της επονειδίστου αγχόνης και υπό την ανθρωποκτόνον αξίνην, πολλοί εξ αυτών παρωρμώντο ν' αρνηθώσι τον Χριστόν προς διαφύλαξιν της ζωής και απόλαυσιν πολλών άλλων επιγείων αγαθών, αλλ' όλοι μέχρις ενός επροτίμησαν τας βασάνους και τον θάνατον.
Ότε εν τη βασιλική καθέδρα εχέετο ποταμηδόν και ανηλεώς το αίμα του ιερού κλήρου, των αρχόντων, των εμπόρων, των τεχνιτών και αυτού του όχλου· ότε διά μόνης της φυγής, και αυτής επί θανατική ποινή απηγορευμένης, οι μεν άνδρες ήλπιζαν ν' αποφύγωσι τας βασάνους και τον θάνατον, αι δε γυναίκες την ατιμίαν· ότε τα άγια των αγίων εμιαίνοντο, και ό,τι εσέβετο και επροσκύνει ο Χριστιανός εσυντρίβετο, εποδοπατείτο ή εχλευάζετο· ότε αι οικίαι επατούντο και αι ιδιοκτησίας ηρπάζοντο· ότε όλα ταύτα επράττοντο υπό τας όψεις των αντιπροσώπων των ευρωπαϊκών αυλών και τα πλείστα διά των διαταγών αυτού του σουλτάνου, εύκολον είναι να συμπεράνη τις τας αιματοχυσίας και τα παντός είδους παθήματα των δυστυχών Ελλήνων κατά τα άλλα μέρη της τουρκικής αυτοκρατορίας. Όπου Τούρκοι και Έλληνες, εκεί και σφαγαί και αρπαγαί και ατιμίαι· εκορυφούντο δε τα κακά ταύτα όπου τυχόν συνηθροίζοντο και στρατεύματα.
Η Σμύρνη, η δευτερεύουσα πόλις του κράτους, εκινδύνευσε να χαθή όλη τον καιρόν εκείνον. Οι κάτοικοι της πόλεως Τούρκοι, οι διά την ησυχίαν και ασφάλειάν της αφοπλισθέντες προ πολλού, εξωπλίσθησαν όλοι, έτοιμοι αφορμής δοθείσης να καταστρέψωσι τους Χριστιανούς. Ό,τι δε ερριψοκινδύνευσεν έτι μάλλον την πόλιν ήτον η συρροή πλήθους ενόπλων Τούρκων εις τα πέριξ, επί σκοπώ να πέσωσιν εκείθεν όπου εξερράγη η επανάστασις. Ο ένοπλος ούτος όχλος, αίσχος πάσης κυβερνήσεως και θανάσιμος πληγή πάσης κοινωνίας, εζήτει αναφανδόν την γενικήν σφαγήν των εν Σμύρνη Χριστιανών· αλλ' οι εντόπιοι Τούρκοι, έχοντες εν τη πόλει τας οικογενείας των και μη φοβούμενοι τους Χριστιανούς, αόπλους όντας, δεν επέτρεψαν την είσοδον αυτού εις την ειρηνικήν πόλιν. Αλλ' ούτος επί τη απαγορεύσει ταύτη εξηγριώθη και έπεσεν εις τα πέριξ της πόλεως χωρία, όπου, μηδενός εναντιουμένου, εσφάζοντο οι απροστάτευτοι χωρικοί ως πρόβατα, ητιμάζοντο αι γυναίκες και ηρπάζετο η περιουσία. Εντός δε της πόλεως, αν και ήτον ικανή εκτελεστική δύναμις οθωμανική, φόνοι σποράδην και αταξίαι συνέβαιναν καθ' ημέραν, και καθ' ημέραν φόβος ήτο γενικής σφαγής. Ουδείς Χριστιανός ετόλμα ν' αντείπη προς Τούρκον ό,τι και αν ήκουεν, ούτε να εξέλθη την νύκτα της οικίας ό,τι και αν εχρειάζετο. Οι Τούρκοι θεωρούντες εαυτούς εμπολέμους (σεφερλίδας) ενόμιζαν ότι όλα ήσαν συγχωρητά. Τόσον δε εθρασύνθησαν, ώστε δεν εσυστάλησαν να εξυβρίσωσι και κρατήσωσιν υπό φύλαξιν ολονυκτίως και αυτόν τον αρχηγόν της γαλλικής μοίρας και δύο αξιωματικούς συναπαντηθέντας καθ' οδόν υπό της εκτελεστικής δυνάμεως την νύκτα παρά την διαταγήν, αν και εφόρουν την στολήν των· αλλ' η θρασύτης αύτη τοις απέβη εις κακόν. Τολμηροί και αλαζόνες ενώπιον αόπλων, εφάνησαν δειλοί και ουτιδανοί ενώπιον ολίγων ευρωπαίων ενόπλων. Ο αρχηγός της γαλλικής μοίρας, απαιτών την επιούσαν ικανοποίησιν δι' όσα έπαθεν, έφερε το πλοίον του απέναντι του διοικητηρίου έτοιμον εις προσβολήν. Η πολεμία αύτη επίδειξις ήρκεσε μόνη και τους επ' ανδρία επαιρομένους Τούρκους να βάλη όλους εις φόβον και πολλούς εις φυγήν, και η ζητηθείσα ικανοποίησις εν τω άμα να δοθή. Αλλ' ο κίνδυνος των δυστυχών Χριστιανών εφαίνετο καθ' ημέραν εγγύτερος.
Οσάκις τα πνεύματα είναι ηρεθισμένα και επιρρεπή εις φόβον, μικρά αφορμή αρκεί να φέρη το παν άνω κάτω.
Την νύκτα της 30 μαρτίου έπεσε κατά περίστασιν εν τη πόλει τουφεκία. Φωναί ηκούσθησαν εν τω άμα λέγουσαι «έ β α λ α ν - σ π α θ ί». Αι φωναί αύται επανελήφθησαν, επιστεύθησαν, και όλοι οι κάτοικοι Χριστιανοί εχύθησαν εις το παραθαλάσσιον προς διάσωσιν εις τα πλοία· τινές δε εξ αιτίας του κυριεύοντος αυτούς φόβου ερρίφθησαν εις την θάλασσαν και επνίγησαν, ως αν τους κατεδίωκαν τω όντι φονείς· αλλ' η πόλις διεσώθη ως εκ θαύματος κατ' εκείνην την περίστασιν.
Δεινά παθήματα έπαθε και η Αδριανούπολις. Διέτριβεν εν τη πόλει εκείνη ο πρώην οικουμενικός πατριάρχης Κύριλλος, μακράν των πολιτικών θορύβων, φυλάττων τας εντολάς του Θεού και μελετών τας ιεράς γραφάς· η υπόληψις δε, ην απελάμβανε, τον ανέδειξεν, ως είδαμεν, και απόντα άξιον της ομοφώνου εκλογής της εν Κωνσταντινουπόλει εκκλησιαστικής και κοσμικής ομηγύρεως εις την εκ δευτέρου πλήρωσιν του χηρεύσαντος πατριαρχικού θρόνου· αλλ' αυτή η υπόληψις τον ανέδειξεν ενώπιον εξουσίας τιμωρούσης την αρετήν άξιον θανάτου, και αντί να τον αναβιβάση εις τον οικουμενικόν θρόνον κατά την αυθόρμητον θέλησιν όλων, τον ανεβίβασεν εις το πήγμα της αγχόνης κατά την αυθαίρετον προσταγήν της εξουσίας. Εζήτησεν ο ιερός ανήρ ολίγας στιγμάς να προσευχηθή· προσευχήθη μυστικώς, είπε μεγαλοφώνως το «Μ ν η σ θ η τ ί - μ ο υ - Κ ύ ρ ι ε - ε ν - τ η - β α σ ι λ ε ί α - σ ο υ», και παρέδωκε το πνεύμα εις χείρας του Πλάστου. Συγχρόνως εκρεμάσθησαν και οι προκριτώτεροι Χριστιανοί, και η μεγαλόπολις εκείνη επένθησε πένθος μέγα.
Οι δε κάτοικοι της Αίνου έπαθαν άλλου είδους πάθημα. 800 Τούρκοι οπλοφόροι, σταλέντες εκεί εξ Αδριανουπόλεως, κατέλαβαν εν πρώτοις το φρούριον και έξωσαν τους έως τότε ενοικούντας Χριστιανούς· μετά τούτο αφώπλισαν όλους τους κατοίκους της πόλεως, τους επήραν ό,τι και αν είχαν, και προς εξευτελισμόν διέταξαν τους προϊσταμένους να φορέσωσιν αντί καλπακίου μαύρην προβίαν, και σεγκούνιον αντί του συνήθους επανωφορίου· τοις έλεγαν δε, ότι τοιούτον ήτο τα φόρεμα των πιστών ραγιάδων.
Τοιαύτη ήτον η κατάστασις κατά το μάλλον και ήττον τας ημέρας εκείνας όλων των μερών του οθωμανικού κράτους, όπου συνέζων αι δύο ετερόθρησκοι και ετερογενείς φυλαί. Και ταύτα πάντα έπασχαν οι δυστυχείς Χριστιανοί όχι διότι επεβουλεύθησαν τον σουλτάνον, ή τον παρήκουσαν, ή τον επολέμησαν, αλλά διότι άλλοι, κατοικούντες άλλα μέρη της επικρατείας του, τυχόντες να ήναι ομογενείς των και ομόθρησκοι, εκίνησαν όπλα κατ' αυτού.
Αλλά, καθώς άλλοτε η χύσις του αίματος των μαρτύρων εστερέωσε την καταδιωκομένην του Χριστού εκκλησίαν, ούτω και τα δεινά παθήματα τόσων αθώων ομογενών και ομοπίστων εστερέωσαν και σήμερον την επανάστασιν της Ελλάδος, διότι εξήψαν έτι μάλλον εν ταις καρδίαις των αγωνιζομένων το προς τους τυράννους μίσος, και τοις είπαν, ότι η μάχαιρα ήτον η μόνη ελπίς και η μόνη καταφυγή· ώστε η Πύλη λυσσώσα και μαινομένη υπεστήριξε τον κλονιζόμενον ελληνικόν αγώνα δι' ων τρόπων επεχείρησε να τον πολεμήση, εκίνησε την συμπάθειαν όλου του χριστιανικού κόσμου υπέρ των καταδιωκομένων, ηνάγκασε και αυτάς τας φιλικάς της Δυνάμεις να ομολογήσωσιν ότι Τούρκοι και Έλληνες δεν ήτο δυνατόν εις τα εξής να συζήσωσι, και επιθανολόγησε και τον μεταξύ αυτής και της Ρωσσίας πόλεμον, εφ' ον οι αγωνιζόμενοι Έλληνες εσάλευαν τας ελπίδας των. Τοιουτοτρόπως η Θεία Πρόνοια διά των ανεξερευνήτων βουλών της ρίπτει επί την κεφαλήν των απάνθρωπα πραττόντων τας απανθρωπίας των, και προετοιμάζει ακαταλήπτως πως το ευτυχές μέλλον της αδίκως πασχούσης ανθρωπότητος εν μέσω αυτών των δυστυχημάτων της.

1821

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'

Εξωτερική πολιτική προς την Ελλάδα και διαγωγή της Ρωσσίας προς τον Υψηλάντην.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΝ η ιερά συμμαχία εν Λαϋβάχη, έχουσα προσηλωμένην όλην την προσοχήν της εις τα εν τη μεσημβρινή Ευρώπη μεγάλα πολιτικά συμβάντα, ότε εξερράγη η επανάστασις της Ελλάδος. Η συμμαχία αύτη συστηθείσα εν Παρισίοις το 1815, αν και όλη πολιτική, είχε πρόσχημα θρησκευτικόν. Το δεύτερον άρθρον της συνθήκης της έλεγεν.
«Οι άνακτες Αυστρίας, Πρωσσίας και Ρωσσίας ομολογούν, ότι ο χριστιανικός κόσμος, ούτινος και αυτοί και οι λαοί των είναι μέλη, δεν έχει κυρίως βασιλέα ειμή τον Παντοκράτορα, τον Υιόν και Λόγον του Θεού, τον Σωτήρα ημών και Θεόν Ιησούν Χριστόν· διότι εν αυτώ και μόνω αποταμιεύονται όλοι οι θησαυροί της αγάπης, της γνώσεως και της σοφίας».
Το γράμμα της συνθήκης απέκλειε πασιφανώς της συμμαχίας την οθωμανικήν Αρχήν ως αλλόθρησκον και ασεβή, και εθάρρυνε τους υπ' αυτήν πιστεύοντας εις Χριστόν λαούς· αλλ' αι πραγματικαί αρχαί της εφάνησαν επί των προρρηθέντων πολιτικών συμβάντων ούσαι η αναλλοίωτος διατήρησις των καθεστώτων παντός κράτους ανεξαιρέτως υπό οιονδήποτε θρησκευτικόν σύμβολον και αν διετέλει, και η εν αυτώ παραδοχή πολιτικών μεταβολών τότε μόνον, ότε αύται ενηργούντο διά της αυθορμήτου θελήσεως του άνακτος. Πραγματοποιήσασα η συμμαχία διά στρατιωτικής επεμβάσεως τας αρχάς ταύτας εν Ιταλία, τας εκήρυξε και εγγράφως εις γνώσιν όλου του κόσμου και τας εφήρμοσε και κατ' αυτού του αγώνος της Ελλάδος. Τοιουτοτρόπως, σεμνολογουμένη «Ι ε ρ ά», ως δήθεν ενεργούσα υπό το σωτήριον κράτος της αδελφικής εν Χριστώ αγάπης και της ευαγγελικής χάριτος, εγκατέλειψε και κατέκρινεν ολόκληρον χριστιανικόν λαόν, ως επιχειρήσαντα ν' αποτινάξη αλλόπιστον και μισόχριστον ζυγόν υφ' ην προ αιώνων εστέναζε.
«Χρήσιμοι», εκήρυξεν η συμμαχία εν Λαϋβάχη, την 30 απριλίου 1821, «Χρήσιμοι ή αναγκαίαι μεταβολαί εν τη νομοθεσία ή εν τη διοικήσει των επικρατειών πρέπον είναι να πηγάζωσιν εκ της ελευθέρας θελήσεως και της πλήρους πεποιθήσεως των θεόθεν την εξουσίαν εμπεπιστευμένων. Παν ό,τι παρεκτρέπεται της αρχής ταύτης φέρει εξ ανάγκης τους λαούς εις αταξίαν, εις κλονισμούς και εις δεινά βαρύτερα παρ' όσα προτίθεται να θεραπεύση. Οι άνακτες, αισθανόμενοι βαθέως την αναλλοίωτον ταύτην αλήθειαν, δεν εδίστασαν να κηρύξωσι παρρησία, ότι σεβόμενοι τα δίκαια και την ανεξαρτησίαν όλων των νομίμων εξουσιών, εθεώρησαν ως νομίμως μη υπάρχουσαν και ως μη συνάδουσαν προς τας αρχάς του δημοσίου δικαίου της Ευρώπης πάσαν λεγομένην μεταρρύθμισιν ενεργουμένην δι' αποστασίας και δι' όπλων. Ως τοιαύτης φύσεως εθεώρησαν όχι μόνον όσα συνέβησαν εν τοις βασιλείοις της Νεαπόλεως και της Σαρδηνίας, αλλά και όσα (ήτοι τα της Ελλάδος) λ α β ό ν τ α - α ρ χ ή ν - ε κ - μ η χ α ν ο ρ ρ α φ ί α ς - ε π ί σ η ς - ε γ κ λ η μ α τ ι κ ή ς, α ν - κ α ι - υ π ό - π ο λ λ ά ς - δ ι α φ ο ρ ε τ ι κ ά ς - π ε ρ ισ τ ά σ ε ι ς, κ α τ έ σ τ η σ α ν - ε σ χ ά τ ω ς - τ ο - α ν α τ ο λ ι κ ό ν - μ έ ρ ο ς - τ η ς - Ε υ ρ ώ π η ς - θ έ α τ ρ ο ν - α π ε ρ ά ν τ ων - κ α κ ώ ν».
Ας συμβιβάση όστις ημπορεί την πολιτικήν ταύτην και τας χριστιανικάς αρχάς, ας η ιερά συμμαχία εκήρυξε παρρησία ότι επρέσβευεν.
Τυφλή και αξιοκατάκριτος είναι η πολιτική οσάκις δεν χειραγωγείται υπό της ηθικής· αλλά καθίσταται και βδελυρά οσάκις περιβάλλεται την ιεράν θρησκείαν, ό εστι, την υψίστην ηθικήν, εις καταπίεσιν της πασχούσης ανθρωπότητος. Ομολογήσαντες οι της ιεράς συμμαχίας εν τω επί της συστάσεώς της κηρύγματι, εν κατανύξει και ταπεινότητι καρδίας, ως παμβασιλέα των τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, εχρεώστουν βεβαίως να υποτάσσωνται εις τας εντολάς του παμβασιλέως των, καθώς τουλάχιστον απήτουν να υποτάσσωνται εις τας διαταγάς αυτών των μη παμβασιλέων οι λαοί.
Το ιερόν ευαγγέλιον δεν εθεωρήθη ποτέ σχολείον δεσποτισμού και δουλείας, αλλά μάθημα πραότητος, αγάπης και παραμυθίας των πασχόντων, και βιβλίον ελευθέρων ανδρών και ισοτίμων. Ενήργουν άρα οι άνακτες παρά το πνεύμα και το γράμμα του ιερού ευαγγελίου, κανόνος κατ' αυτούς της πολιτικής των, κατακρίνοντες παρρησία τους πιστεύοντας εις Χριστόν Έλληνας ως μη θέλοντας να διαμένωσι δούλοι και υπό την μάχαιραν μισοχρίστων δεσποτών. Πασίγνωστον είναι, ότι οι Τούρκοι εθεώρουν και μετεχειρίζοντο τους Έλληνας ως δούλους, όχι δι' άλλο ειμή διότι ήσαν Χριστιανοί. Πασίγνωστον επίσης είναι, ότι οιανδήποτε στιγμήν απεφάσιζαν οι Έλληνες Χριστιανοί να τουρκεύσωσιν, εγίνοντο εν τω άμα ελεύθεροι και καθ' όλα ισότιμοι των Τούρκων, καθώς έγειναν ελεύθεροι και καθ' όλα ισότιμοι αυτών οι άλλοτε Χριστιανοί και σήμερον Μωαμεθανοί Αλβανοί, οι τυραννούντες ημάς διαμείναντας Χριστιανούς. Διά τριών τρόπων εδύναντο οι Έλληνες Χριστιανοί ν' απαλλαχθώσι της δουλείας· ή δι' αυθορμήτου θελήσεως και πλήρους πεποιθήσεως κατά την φράσιν της ιεράς συμμαχίας του σουλτάνου, ή δι' όπλων, ή δι' αρνησιθρησκείας. Ουδείς βεβαίως, σώας έχων τας φρένας, ήλπιζέ ποτε την απελευθέρωσιν των Ελλήνων Χριστιανών από αυθορμήτου θελήσεως και πλήρους πεποιθήσεως σουλτάνου· η χρήσις όπλων κατεκρίνετο και αύτη και κατετρέχετο υπό της ιεράς συμμαχίας· δεν έμενεν άρα άλλος τρόπος απελευθερώσεως παρά την αρνησιθρησκείαν. Τοιούτος ήτον ο πολιτικός φανατισμός της συμμαχίας· ήθελε τους αθλίους Έλληνας ή Μωαμεθανούς συνδεσπόζοντας ή Χριστιανούς δουλεύοντας!
Εν ώ δε οι συστηταί της εκήρυξαν ταύτα κατά των Ελλήνων, διέταξαν και τους εν ταις ηγεμονείαις εδρεύοντας προξένους των ν' αναχωρήσωσιν εκ των μεμολυσμένων εκείνων τόπων.
Ο δε αυτοκράτωρ Αλέξανδρος, ον πολλά δείγματα του ελληνικού αγώνος αποκαθίστων, αν και αδίκως, ύποπτον προς τους συμμάχους του, λαβών αφορμήν εκ των προς αυτόν αναφορών του Υψηλάντου, του Σούτσου και των Μολδαυών, εκήρυξεν, ότι εθεώρει το κίνημα του Υψηλάντου ως αποτέλεσμα του διακρίνοντος τον καιρόν εκείνον φιλοταράχου πνεύματος και της απειρίας και κουφότητος της νεαζούσης ηλικίας του· τον απέβαλε δε και της υπηρεσίας του και τον ειδοποίησεν, ότι απεδοκίμαζε το επιχείρημά του, ότι δεν έπρεπε να προσδοκά παραμικράν βοήθειαν παρά της Ρωσσίας, και ότι ώφειλε να εγκαταλείψη και τον αγώνα και τους τόπους εκείνους (α)· διέταξε δε συγχρόνως τον μεν αρχηγόν των κατά τον Προύθον και την Βεσσαραβίαν δυνάμεων του Βιτγενστέην να διατηρή αυστηράν ουδετερότητα και να μη βοηθή τον ελληνικόν αγώνα, τον δε εν Κωνσταντινουπόλει πρέσβυν του να κοινοποιήση ταύτα πάντα τω σουλτάνω, και να προσφέρη αυτώ όχι μόνον πάσαν ηθικήν συνδρομήν, αλλά και στρατιωτικήν βοήθειαν προς κατάπαυσιν των εν ταις δύο ηγεμονείαις ταραχών. Ό,τι δε προ πάντων παρώργισεν υπέρμετρα τον Αλέξανδρον κατά του Υψηλάντου, και δικαίως, και διήγειρε κατ' αυτού υποψίας παρά τη ιερά συμμαχία ήτον η εν τη προς τους Έλληνας προκηρύξει αυτού του Υψηλάντου φράσις λέγουσα, «κινηθήτε, και θέλετε ιδεί μίαν κραταιάν Δύναμιν να υπερασπισθή τα δίκαιά μας» Τοιουτοτρόπως εματαιώθησαν όλαι αι εξωτερικαί ελπίδες του αγώνος.