1821 |
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η' |
Τα κατά τον Υψηλάντην διατρίβοντα εν Κολεντίνη. — Φυγή του ηγεμόνος Σούτσου. — Τα κατά τον Πεντεδέκαν. — Μετάβασις Υψηλάντου εις Τυργόβιστον. — Συμβάντα εν Μολδαυία. — Μάχη Γαλατσίου. |
| ΜΟΛΙΣ έφθασεν ο Υψηλάντης εις Κολεντίναν περιστοιχιζόμενος υπό καταχραστών, απειθών και επιβούλων, και έπεσαν επί την κεφαλήν του οι τρεις απροσδόκητοι κεραυνοί· ο μεν πνευματικός, ό εστιν, αι κατάραι και οι αφορισμοί της Μεγάλης εκκλησίας· οι δε δύο πολιτικοί, ήτοι η κατάκρισις του αγώνος παρ' όλης της ιεράς συμμαχίας, και η αποκήρυξις και καθαίρεσις αυτού παρά του αυτοκράτορος της Ρωσσίας. Και η μεν πνευματική πράξις απέσπασε πολλάς ευλαβείς καρδίας θεωρούσας αυτόν εις το εξής αφωρισμένον και κατηραμένον· η δε πολιτική, η της Ρωσσίας, ην εδημοσίευσεν ο εν Ιασίω γενικός αυτής πρόξενος καθ' ην ημέραν εστρατοπέδευσεν ο Υψηλάντης εν Κολεντίνη, εστηλίτευσεν επισήμως το ψεύδος, και έκαστος εφρόντιζεν έκτοτε πώς να σωθή. Οι άρχοντες των δύο ηγεμονιών, οι μεν έφευγαν, οι δε συνεννοούντο μυστικώς μετά των Τούρκων. Φόβος μέγας επεκράτει παντού, και εσωτερικώς εξ αιτίας της παντελούς αταξίας και αναρχίας, και εξωτερικώς εξ αιτίας επαπειλουμένης εισβολής οθωμανών. Ο δε Μιχαήλ Σούτσος, ιδών εξ ων έλαβεν απαντήσεων εις τας προς τον Αλέξανδρον αναφοράς του, ότι η ελπίς της ρωσσικής συμπράξεως, η μόνη απομένουσα ελπίς εφ' ης και αυτός στηριζόμενος εγένετο συμμέτοχος του αγώνος, εματαιώθη, υποπτεύων και τας μυστικάς σχέσεις των εντοπίων προς τους Τούρκους, και βλέπων ότι ο τόπος ήτο εις την διάκρισιν εχθρών, προδοτών και επιβούλων, και ότι ουδεμίαν είχε πλέον ισχύν, απεφάσισε, φοβούμενος μη κρατηθή και παραδοθή, να φύγη κρυφίως και μεταβή εις Βεσσαραβίαν, όπου, ως ειδοποιήθη, εδόθησαν διαταγαί εις υποδοχήν του· έφυγε δε διά νυκτός την 30 μαρτίου εν αγνοία των αρχόντων του τόπου, προϋπογράψας και σφραγίσας διπλώματα εις σύστασιν ανθηγεμονίας εκ των μελών του εντοπίου συμβουλίου, διαρκούσης της προσωρινής, ως έλεγεν, απουσίας του, και εις αντικατάστασιν εν τη υπηρεσία αυτοχθόνων αντί των Ελλήνων αυλικών του παρακολουθησάντων όλων· έστειλε δε τους διορισμούς, αφού διέβη τον Προύθον, προς τον μητροπολίτην, όπως ενεργηθώσιν. Εγνώσθη την επαύριον η φυγή του ηγεμόνος, εγνώσθησαν και οι διορισμοί, αλλ' ελογίσθησαν διορισμοί όχι ηγεμόνος απόντος, αλλ' αποστάτου και φυγάδος· διά τούτο συνελθόντες οι έχοντες δικαίωμα ψήφου εσύστησαν ανθηγεμονίαν όπως συνειθίζετο οσάκις εχήρευεν η ηγεμονεία. Συστηθείσα η νέα Αρχή έσπευσε να προσφέρη την υποταγήν της τω σουλτάνω, απεφυλάκισε και ώπλισεν ολίγους Τούρκους, ους εκράτει υπό φύλαξιν ο Σούτσος, ίνα μη κακοπάθωσι και ούτοι ως οι άλλοι (α), και διέταξε να καταδιώκονται ως εχθροί όσοι των περί τον Υψηλάντην διέμεναν εντός της ηγεμονείας επέκεινα ρητής προθεσμίας. Αλλ' αν η εντόπιος ανθηγεμονία παρέλαβε την Αρχήν εγκαταλειφθείσαν, δεν εφάνη αξία και να την φυλάξη παραληφθείσαν. |
| Καθ' ας ημέρας εσυστήθη αύτη, έφθασεν εις Ιάσι ο Πεντεδέκας σταλείς παρά του Υψηλάντου, αγνοούντος εισέτι την φυγήν του Σούτσου, επί χρηματολογία και αποστολή εις το γενικόν στρατόπεδον των προσερχομένων καθ' ημέραν έξωθεν εθελοντών. Φθάσας ο Πεντεδέκας εις Ιάσι, αντί φιλικής ηύρε παρά πάσαν προσδοκίαν εχθρικήν κυβέρνησιν· και αμέσως συνέλεξεν όσους Έλληνας και άλλους εδυνήθη εν τη πόλει, ως 200, και πλήρης τόλμης εκυρίευσε διά της μικράς ταύτης δυνάμεως μεσούντος του απριλίου το ανάκτορον, και έλαβε μόνος αυτός όλην την πραγματικήν δύναμιν. |
| Ο δε Υψηλάντης, φοβούμενος εισβολήν εχθρών, επειράθη να την εμποδίση, και ειδοποίησε τους ανθηγεμόνας της Βλαχίας, ότι επληροφόρησε τον αυτοκράτορα της Ρωσσίας περί των κινημάτων του, περί της καταστάσεως της Ελλάδος, και περί του επαπειλούντος τας δύο ηγεμονείας κινδύνου, αν εγίνοντο κέντρον ενώσεως εχθρικών στρατοπέδων και θέατρον πολέμου· ότι ο αυτοκράτωρ προς διατήρησιν της γενικής ειρήνης και των σχέσεών του τω παρήγγειλε μεν διά γράμματος του Καποδιστρίου όσα έκρινεν εύλογον εις παύσιν του κινήματος των Ελλήνων, αλλά τω εγνωστοποίησε συγχρόνως ότι ευηρεστήθη να προτείνη τη Πύλη φιλελληνικάς προτάσεις· ότι άνευ της παραδοχής των προτάσεων του αυτοκράτορος δεν κατέθετε τα όπλα· ότι σκοπόν δεν είχε να προσβάλη πρώτος τους Τούρκους, και ότι επεθύμει μηδ' αυτοί να προσβάλωσιν, ίνα μη πάθη ο ουδέτερος τόπος. |
| Απρίλιος | Τοιαύτα έγραψεν ο Υψηλάντης, αλλ' ουδέν ωφελήθη· διαμείνας δε ως μίαν εβδομάδα εν Κολεντίνη, ανεχώρησε πανστρατιά την 4 απριλίου, και την επαύριον εστρατοπέδευσεν εν Τυργοβίστω, όπου και ωχυρώθη· κατέλαβε δε διά του αδελφού του Νικολάου και το Κυμπουλούγγι, το επί των Καρπαθίων ορέων, ετοποθέτησε και τον Γεωργάκην κατά το Πιτέστι, το επί λοφώδους θέσεως μεταξύ Τυργοβίστου και του ποταμού Όλτου· τον δε Κωνσταντίνον Δούκαν απέστειλεν εις Πλοέστι. Αλλ' αι τέσσαρες αύται θέσεις ήσαν τόσω μακράν η μία της άλλης, ώστε και δυσκόλως συνεβοηθούντο, και ευκόλως διεκόπτοντο. Ο Υψηλάντης διατρίβων εν Τυργοβίστω ηύξησεν εις 450 τον ιερόν λόχον, ωργάνισε και μικρόν πυροβολικόν, και ιππικόν εκ διακοσίων, και έταξε την δύναμιν ταύτην υπό τον Καντακουζηνόν. Αλλά το στρατόπεδον έπασχεν έλλειψιν πολεμεφοδίων, πριν έτι αρχίση να πολεμή. Εξ αιτίας της αυστηράς απαγορεύσεως της αυστριακής Αρχής εις μάτην επροσπάθησεν ο Υψηλάντης να μεταφέρη πολεμεφόδια εκ Τρανσιλβανίας· ευτύχησεν όμως να συλλάβη πυρίτιδα δισχιλίας οκάδας στελλομένην έξωθεν προς τον Βλαδιμιρέσκον κρυφίως παρά τινων φίλων του, ην εκράτησεν εις χρήσιν του ολιγωρήσας τα πικρά παράπονα του προς ον εστέλλετο· μετεποίησε δε εις βόλια και την μολυβδίνην σκέπην του αρχιεπισκοπικού ναού της πόλεως. Δεν έπασχε δε το στρατόπεδόν του ολιγωτέραν έλειψιν τροφών. Τω όντι, τόση ήτον η αταξία, η παράλυσις, ο σφετερισμός και η απρονοησία, ώστε εν μέσω των ευφορωτέρων τόπων της οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όθεν ετρέφετο κυρίως η Κωνσταντινούπολις, ο περί τον Υψηλάντην μικρός αριθμός επείνα. Αλλ' ό,τι κατετάραττε προ παντός άλλου τον Υψηλάντην ήτον η προς αυτόν επίβουλος διάθεσις του Βλαδιμιρέσκου και του Σάββα, ημέρα τη ημέρα αναπτυσσομένη και λαμβάνουσα επίφοβον χαρακτήρα. Ουδένα λόγον έχομεν να υποπτεύσωμεν την ειλικρίνειαν του Βλαδιμιρέσκου κατ' αρχάς του κινήματός του. Δεν έλαβεν αυθόρμητος τα όπλα, αλλά κατά πρότασιν και διά συνδρομής του Γεωργάκη, του πιστού οπαδού της Εταιρίας, και του Υψηλάντου· μετέβαλεν όμως σχέδια, ότε είδεν ότι ο Υψηλάντης είχε μάλλον να ελπίση και να φοβηθή παρ' αυτού, ή αυτός παρ' εκείνου. Έκτοτε κατεγίνετο σπουδαίως να πραγματοποιήση ό,τι ως πρόσχημα του αληθούς σκοπού του άλλοτε παρεδέχθη, ο εστί, την αυτονομίαν της πατρίδος του υπ' αυτόχθονας αυθέντας. Αφ' ού δε ησθάνθη τας δυνάμεις του, και είδεν ο μικρός ούτος την υψηλήν αριστοκρατίαν της πατρίδος του φεύγουσαν απέμπροσθέν του, συνέλαβε την ιδέαν και να αυθεντεύση, και ηγάπα να λέγεται Δ ο μ ν ο θ ε ό δ ω ρ ο ς ενεργών τα πάντα ηγεμονικώς διά του μητροπολίτου και των εναπομεινάντων αρχόντων συνεδριαζόντων παρά τω μητροπολίτη, ον φοβηθέντα και αναχωρήσαντα επανέφερε βία εις την πόλιν. Αλλ' ό,τι τον καταδικάζει είναι η υπουλότης και η απιστία του. Υπεκρίνετο τον οπαδόν του Υψηλάντου, και συνενοείτο κατ' αυτού κρυφίως μετά των Τούρκων, οίτινες κολακεύοντες την φιλαυτίαν του τον παρέσυραν εις τα συμφέροντά των και εις τον όλεθρόν του. Ουδεμία έμεινεν αμφιβολία περί της απιστίας του, αφ' ού οι περί τον Υψηλάντην συνέλαβαν δύο ταχυδρόμους επί της οδού της μεταξύ Βουκουρεστίου και Γυργέβου, πόλεως επί την αριστεράν όχθην του Δουνάβεως, εξ ων ο μεν εστέλλετο παρά του Βλαδιμιρέσκου προς τας τουρκικάς Αρχάς, ο δε ήρχετο εκείθεν προς αυτόν, φέροντες αμφότεροι γράμματα μαρτυρούντα την προς τον Υψηλάντην απιστίαν του και την επί λόγω αμοιβής απαίτησιν της ηγεμονίας της πατρίδος του. Συνέλαβαν και τον ιατρόν Θεοδόσιον επανερχόμενον εις Βουκουρέστι εκ της εν Τρανσιλβανία Στρεφανουπόλεως, όπου εστάλη εις προτροπήν των εκεί καταφυγόντων αρχόντων Βλάχων όπως γράψωσι τω σουλτάνω κατά της φαναριωτοκρατίας, και ζητήσωσιν αυθέντην τον Βλαδιμιρέσκον. |
| Ο δε Σάββας, επίσης και αυτός άπιστος προς τον Υψηλάντην, εφάνη υπουλότερος του Θεοδώρου ως πνευματωδέστερος και επιτηδειότερος. Εν ώ ο Υψηλάντης διέτριβεν εν Βεσσαραβία, ο Σάββας τον εθάρρυνεν, ως είδαμεν, να μεταβή εις τας ηγεμονείας, υποσχόμενος να κινήση εις επανάστασιν διά της επιρροής του και της παρουσίας του την Βουλγαρίαν· δεν είχε δε τότε υπηρεσίαν παρά τω αυθέντη Αλεξάνδρω Σούτσω, και εθήρευε τύχην· αλλ' αποθανόντος τούτου κατέστη αρχηγός της φρουράς του Βουκουρεστίου· είχε δε και παλαιάς σχέσεις προς τον νέον ηγεμόνα Καλλιμάχην και ήλπιζε βεβαίως βελτίωσιν της τύχης του· και ουδεμία αμφιβολία, ότι εντεύθεν επήγασεν η πρώτη μεταβολή του φρονήματός του· αλλ', αφ' ού η αυτοκρατορική αποκήρυξις του Υψηλάντου εστηλίτευσε τας απατηλάς υποσχέσεις της Εταιρίας, εμελέτησε και προδοσίαν επ' ελπίδι να εύρη πλειοτέραν χάριν παρά τη οθωμανική εξουσία. |
| Τοιούτοι εφάνησαν κατά δυστυχίαν οι δύο εκ των τριών ισχυροτέρων οπλαρχηγών του κατά τας ηγεμονείας αγώνος. Εν ώ δε οι δύο ούτοι επεβουλεύοντο τον Υψηλάντην εν αγνοία ο είς του άλλου, επεβουλεύοντο και αλλήλους αντιφερόμενοι θανασίμως διά παλαιά πάθη και ανθυπαβλεπόμενοι. |
| Εν τοσούτω η Πύλη, μαθούσα τα κατά τας ηγεμονείας, ήρχισε να στέλλη ικανάς δυνάμεις προς τα παραδουνάβια φρούρια διαπραγματευομένη εν ταυτώ και παρά τω αυτοκράτορι της Ρωσσίας την μετάβασιν αυτών εις τας ηγεμονείας. Ο αυτοκράτωρ, αγωνιζόμενος παντοιοτρόπως να βεβαιώση την Πύλην και τας Ευρωπαϊκάς αυλάς ότι δεν ενείχετο εις τα επαναστατικά κινήματα, συγκατένευσε προθύμως εις την περί της στρατιωτικής εισβολής αίτησιν της Πύλης, και ούτως εκίνησαν τα στρατεύματά της. Και εν πρώτοις, μεσούντος του απριλίου, επέρασαν δισχίλιοι στρατιώται εκ Σιλιστρίας εις Καλαράσι, προς την αντικρύ της Σιλιστρίας όχθην του Δουνάβεως, και διά τον ολίγον αριθμόν των διέμειναν εντός του θέματος της Γιαλομνίτας, ούτινος το Καλαράσι είναι η πρωτεύουσα, συνάζοντες τροφάς αλλά μηδαμώς ενοχλούντες τους κατοίκους· άλλο δε μικρόν σώμα εξ 150 εισέβαλε μετ' ολίγον από του Ροστσουκίου επί λεηλασία και επροχώρησε και εις Ρουσεδεβέδην επί του ποταμού Βέδη, όπου 200 στρατιώται εκ των του Γεωργάκη επιπεσόντες αιφνιδίως την 23, τους μεν εφόνευσαν ους δε αιχμαλώτευσαν. Την δε 30 ο φρούραρχος της Βραΐλας, Ισούφπασας Περκόφτσαλης, εξεστράτευσεν εις Γαλάτσι μετά 3000 ιππέων και 1500 πεζών. |
| Μάιος | Έμπροσθεν του Γαλατσίου ήσαν τρεις προμαχώνες εγερθέντες παρά των Ρώσσων επί του τελευταίου πολέμου, εξ ων προς την οδόν της Βραΐλας ήτον ο οχυρώτερος. Προ ολίγου είχεν αποσταλεί εκεί παρά του Υψηλάντου εις φρούρησιν της πόλεως ο Θανάσης Τουφεκτσής Καρπενησιώτης, ανήρ γενναίος και μέχρι τούδε προσοδώνης. Ούτος, αναχωρήσας εκ Τυργοβίστου, είχε μόνον 60 στρατιώτας· αλλά φθάσας εις Γαλάτσι τους ηύξησεν εις 600, εν οις και πολλοί των πληρωμάτων των εν τω λιμένι 15 πλοίων, άτινα υπό τουρκικήν όντα σημαίαν και τουρκική ιδιοκτησία εκράτησεν ο Καραβιάς επί της κυριεύσεως του Γαλατσίου. Οι 600 ούτοι, αν και ολίγοι, απεφάσισαν να αντιπαραταχθώσι· και καθ' ην ημέραν εξήλθαν οι εχθροί της Βραΐλας, ο Θανάσης και ο Γεώργης Παπάς υποπλαρχηγός του, ολίγους έχοντες ιππείς, υπήγαν μέχρι των πλησίον του Γαλατσίου εις τον Δούναβιν εκβολών του ποταμού Σερέτη προς σκόπευσιν του προσερχομένου εχθρικού στρατεύματος, και ακροβολισθέντες επανήλθαν αυθημερόν εις τους προμαχώνας. Την δε επιούσαν (1 μαΐου) επήλθαν οι εχθροί. Τούτους ιδόντες μόνον επερχομένους οι κατέχοντες τους δύο ανωχύρους προμαχώνας ελειποτάκτησαν εν τω άμα και συνελειποτάκτησαν και οι πλείστοι των εν τω οχυρώ· εναπέμειναν δε ο Θανάσης, ο Παπάς και 43 στρατιώται, και επολέμησαν γενναίως όλην την ημέραν απωθούντες ευτυχώς τους πολλάκις εφορμώντας ιππείς. Επελθούσης δε της νυκτός, έπαυσεν η μάχη· και επειδή οι έγκλειστοι δεν έβλεπαν άλλον τρόπον σωτηρίας παρά την φυγήν, δύο ώρας πριν φέξη έρριψαν εν πρώτοις έξω του προμαχώνος τους επενδύτας των, ους οι Τούρκοι εκλαβόντες υπό το σκότος της νυκτός ως αυτούς τούτους, ετουφέκισαν· πριν δε προφθάσωσι και γεμίσωσιν εκ δευτέρου τα τουφέκια, εξεπήδησαν οι έγκλειστοι αφ' ού εγέμισαν τα εντός δύο εύχρηστα κανόνια και έθεσαν επί της οπής αυτών μακρά φυτίλια, ώστε ν' ανάψη το έν κατόπιν του άλλου μετά την φυγήν των, και ούτω να υπολάβωσιν οι εχθροί ότι απέμειναν και άλλοι εν τω προμαχώνι και να μη επιπέσωσιν όλοι επ' αυτούς φεύγοντας. Το στρατήγημα επέτυχεν, οι Τούρκοι δεν κατεδίωξαν τους φεύγοντας, και ούτω διεσώθησαν όλοι παρά τρεις επί μικράς Χερσονήσου προς την συμβολήν του Προύθου και του Δουνάβεως. Την δε επαύριον οι Τούρκοι εκυρίευσαν την πόλιν, την ελεηλάτησαν, την έκαυσαν, εξακοσίους εν αυτή Μολδαυούς εφόνευσαν, και τα εν τω λιμένι πλοία κατέστρεψαν. Ενδιατρίψαντες δε τρεις ημέρας επανήλθαν εις Βραΐλαν φέροντες τα λάφυρα. Ολίγοι ιππείς και πεζοί εξεκόπησαν καθ' οδόν και επροχώρησαν εις τα ενδότερα της Βλαχίας επί λεηλασία, εξ ων τινες πεζοί αφίχθησαν εις Ρύμνικον το μεταξύ Φωξάνης και Βουζέου, και ιδόντες Έλληνας εφίππους επερχομένους, εκλείσθησαν χάριν ασφαλείας έν τινι οικία, έφυγαν μετά δίωρον μάχην, και κατέφυγαν είς τινα μύλον έξω της κωμοπόλεως· αλλ' οι καταδιώκοντες αυτούς ιππείς και τον μύλον έκαυσαν, και τους πλείστους των εν αυτώ εθανάτωσαν. |
| Μετά δε την φυγήν του Σούτσου και τα μεταξύ της ανθηγεμονίας και του Πεντεδέκα εν Ιασίω παρεμπεσόντα, και πριν έτι γνωσθώσιν εν Τυργοβίστω τα παθήματα των εν Γαλατσίω, ο Υψηλάντης διέταξε τον Καντακουζηνόν να μεταβή εις Μολδαυίαν ως γενικός αντιπρόσωπός του, να στείλη εκείθεν εις το γενικόν στρατόπεδον στρατιώτας, πολεμεφόδια, χρήματα και τα εν Γαλατσίω κανόνια, και να επανέλθη μετά ταύτα και αυτός· εν απουσία δε αυτού κατέστησεν αρχηγόν του ιερού λόχου τον Καραβιάν. |
| Την 9 ανεχώρησεν εκ Τυργοβίστου ο Καντακουζηνός, έχων 350 συμμίκτους οπλοφόρους. Πλησιάσας εις Φωξάνην και ειδοποιηθείς ότι ενδιέτριβαν 200 Τούρκοι εκ των επί λεηλασία εισβαλόντων, διέταξε τους πλείστους των περί αυτόν να πέσωσι την νύκτα επ' αυτούς κοιμωμένους. Οι διαταχθέντες εισήλθαν την νύκτα της 14 εις την πόλιν, και επροχώρησαν ησύχως μέχρι του μοναστηρίου του αγίου Ιωάννου όπου οι εχθροί διενυκτέρευαν ανύποπτοι· αλλ', ενώ η επιτυχία ήτο σχεδόν βεβαία έπεσαν εις λογοτριβάς, διηρέθησαν, και ανεχώρησαν άπρακτοι. Την δε υστεραίαν εστράτευσε μετά των λοιπών και ο Καντακουζηνός εις Φωξάνην ενωθείς μετά των άλλων καθ' οδόν, και την αυτήν ημέραν εξήλθαν του μοναστηρίου 100 ιππείς Τούρκοι εις προσβολήν αυτού, αλλ' εβιάσθησαν μετ' ολίγον, αποκρουσθέντες, να επανακάμψωσι. Κατόπιν αυτών εισήλθαν εις την πόλιν και οι περί τον Καντακουζηνόν και κατέσχαν μέρος αυτής. Οι δε εχθροί φοβηθέντες μη προβώσι και πλησιέστερον, έκαυσαν τας πέριξ των εισελθόντων οικίας, τους απεδίωξαν της πόλεως διά του πυρός, και φεύγοντας τους εκυνήγησαν· εφόνευσαν δε και επλήγωσαν καί τινας βοηθηθέντες και παρ' άλλων ιππέων ευρεθέντων έξω και συνοδευόντων τροφάς και αποσκευάς. Φυγόντες δ' εκείθεν οι περί τον Καντακουζηνόν έφθασαν αυθεσπερί εις Μύρα, μοναστήριον επί οχυράς θέσεως, και ενδιενυκτέρευσαν. Την δε επιούσαν πορευόμενοι διά των βουνών έμαθαν ότι 60 Τούρκοι ευρίσκοντο εν άλλω τινί μοναστηρίω ολίγας ώρας απέχοντι, και επεστράτευσαν. Αλλ' οι Τούρκοι προειδοποιηθέντες υπό κατασκόπων έφυγαν αφήσαντες τας αποσκευάς και τα ζώα των. Την δε 22 έφθασεν ο Καντακουζηνός μετά των συν αυτώ εις Ιάσι όπου τον υπεδέχθησαν όλοι εντίμως, και τον έφεραν κατ' ευθείαν εις την εκκλησίαν, εν ή εψάλη ευχαριστήριος δοξολογία, ως αν ήρχετο νικητής, εν ώ έφυγεν απέμπροσθεν των εχθρών. Αφ' ού δε εδημοσίευσε την δοθείσαν αυτώ παρά του Υψηλάντου πληρεξουσιότητα, εξέδωκε διαταγάς περί ευταξίας του τόπου και επανόδου των φυγόντων εις τας εστίας των, περί στρατολογίας και εκστρατείας, περί προμηθείας τροφών και χρηματολογίας, και περί κατοχής θέσεών τινων εις προφύλαξιν της πρωτευούσης· αλλ' ουδείς ήκουε τας διαταγάς του. Όλοι οι οπλοφορούντες εδόθησαν εις αρπαγήν, εις κραιπάλην, και εις αταξίαν. Όσα ζώα ή προϊόντα εσυνάζοντο εν ονόματι της κυβερνήσεως, όλα επωλούντο προς ιδιαιτέραν ωφέλειαν· πενταπλάσια στρατιωτικά σιτηρέσια εδίδοντο παρ' όσα πραγματικώς εχρειάζοντο· τα στενά και οι δρόμοι ήσαν αφύλακτοι· και αν τις εξεστράτευεν, επανήρχετο μετ' ολίγον εις Ιάσι αφ' ού εγύμνονε τους δυστυχείς και απροστατεύτους χωρικούς· ουδείς δε εγνώριζεν άλλον ανώτερόν του· ιδού πώς υπεγράφετο οπλαρχηγός τις μόνον 12 στρατιώτας έχων υπό την οδηγίαν του. |
| «Γιαννάκης Μπουκουβάλας αρχιστράτηγος του εν Χαρλοβία ελληνικού στρατοπέδου, και ναζίρης των πέντε καδηλικίων διά την ευταξίαν και καλήν αποκατάστασιν του τόπου». |
| Βλέπων δε ο Καντακουζηνός ότι ούτε τον ήκουέ τις, ούτε τον εφοβείτο, ούτε τον εσέβετο, και μαθών ότι και αυτός ο Πεντεδέκας ήρχισε να τον αντιπολιτεύεται κρυφίως ζητήσαντα λόγον των πράξεών του, φοβηθείς δε και επιβουλάς κατά της ζωής του εντός της πόλεως, μετέβη μετά μίαν εβδομάδα εις το επί του Προύθου χωρίον Στίγκαν, δύο ώρας μακράν της πόλεως, όπου και εστάθμευσεν· 60 δε μόνον στρατιώται τον ηκολούθησαν. Παρηκολούθησαν και 400 πεζοί και 50 ιππείς εκ των εν Γαλατσίω πολεμησάντων. Οι δε λοιποί έμειναν όλοι εν Ιασίω εν οις και ο Πεντεδέκας εντρυφώντες. Δεν έπαυε δε ο Καντακουζηνός παρακινών τους εν τη πρωτευούση στρατιώτας και αυτόν τον Πεντεδέκαν να συνέλθωσιν όπου και αυτός· αλλά μη κερδήσας εξ αρχής το σέβας των στρατιωτών, κατεφρονήθη ολοτελώς αφ' ού ανεχώρησεν εξ Ιασίου, διότι οι εκεί επίστευαν και έλεγαν, ότι προητοιμάζετο να φύγη, και ότι διά τον σκοπόν τούτον επλησίαζε ταις όχθαις του ποταμού· αλλ' ο Πέντεδέκας, μη θέλων να ρίψη το προσωπείον, ήλθε μετ' ολίγον παρ' αυτώ και διετάχθη να παραλάβη τον παρευρισκόμενον στρατηγόν Σέρβον Μλάδην και τους περί αυτόν, και να τοποθετηθή κατά το Ρώμανον, πόλιν επί της συμβολής των ποταμών Μολδάβας και Σερέτη· αλλ' απεποιήθη επί λόγω, ότι οι στρατιώται του δεν τον ηκολούθουν, και ανεχώρησε μετά των υπ' αυτόν ολίγων κατά προτροπήν και αυτού του Καντακουζηνού, όστις εφοβήθη ακούσας αυτούς λέγοντας κατά πρόσωπόν του, ότι δεν τον εγνώριζαν αρχηγόν και ότι τον εθεώρουν προδότην. Συνέβη δε και άλλο τι εις επαύξησιν της επικρατούσης απειρίας και αταξίας. Έτυχε να ευρεθή εν Ιασίω επταννήσιός τις· ούτος μετονομασθείς κόμης Καποδίστριας εκήρυττεν ότι εστέλλετο παρά των συμμάχων Δυνάμεων ίνα οργανίση πολιτικώς την Μολδαυίαν, και ότι ενέκρινε να μη μετατοπήση ο εν τη πρωτευούση ελληνικός στρατός· ύβριζε δε αναφανδόν τον Καντακουζηνόν ως Μολδαυόν και ως προδότην των ελληνικών συμφερόντων· τόσω δε ίσχυσαν οι λόγοι του επιτηδείου τούτου αγύρτου μέχρι τινός, ώστε όλον το στρατιωτικόν τον ήθελεν αρχηγόν. Τοιαύτη ήτον η κατάστασις της Μολδαυίας καθ' ην ώραν επέκειτο εισβολή εχθρών και εις αυτήν την πρωτεύουσαν. |
1821 |
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ' |
Είσοδος Τουρκικών δυνάμεων εις Βουκουρέστι. — Επιβουλή Σάββα. — Φόνος Βλαδιμερέσκου ως προδότου — Μάχαι Νουτσέτου και Δραγασανίου. — Απέλευσις Υψηλάντου — Οι εναπομείναντες οπλαρχηγοί. — Τα κατά την Μολδαυίαν. — Θάνατος Γεωργάκη Ολυμπίου. — Επιθεώρησις της διαγωγής του Υψηλάντου. |
| Μάιος | Η ΕΠΙΒΟΥΛΟΣ διάθεσις του Σάββα και του Βλαδιμιρέσκου εθάρρυνε τους Τούρκους να οδεύσωσιν αφόβως προς το Βουκουρέστι, όπου και οι δύο διέτριβαν έχοντες μυστικάς σχέσεις προς αυτούς, αλλ' υποβλέποντες αλλήλους. Ο πασάς της Σιλιστρίας Σελήμ - Μεχμέτης, ετοιμάσας διά της συνδρομής του πασά του Γυργέβου οκτακισχιλίους οπλοφόρους, εξαπέστειλεν εις Βουκουρέστι, τους μεν τετρακισχιλίους υπό τον κεχαγιάν του Χατσή - καρά - Αχμέτ - εφέντην τον και αρχηγόν όλου του στρατού, τους δε λοιπούς υπό τον κεχαγιάν του πασά του Γυργέβου· ούτε δε ο είς ούτε ο άλλος απήντησαν καθ' οδόν εχθρόν, και εισήλθον εις την πόλιν, ο μεν αρχηγός την 15 ο δε υπαρχηγός την 17 μαΐου. Ολίγας δε ώρας πριν εισέλθη ο αρχηγός, εξήλθεν ησύχως ο εν τη πόλει εστρατοπεδευμένος φρούραρχος Σάββας λέγων, ότι δεν είχεν αποχρώσαν δύναμιν ν' αντισταθή, και ότι ο Βλαδιμιρέσκος απεποιήθη την σύμπραξίν του· υποκρινόμενος δε πάντοτε τον οπαδόν του Υψηλάντου ετοποθετήθη εν τω μοναστηρίω του Βακαρεστίου δύο ώρας μακράν του Τυργοβίστου, όπου σκεπτόμενος πώς να εύρη χάριν ενώπιον των μυστικών φίλων του εμεθοδεύθη να παγιδεύση τον Υψηλάντην διά του ακολούθου τεχνάσματος. |
| Ο Υψηλάντης, αφ' ότου έφθασεν εις Κολεντίναν, δεν έπαυσε προτρέπων τον Σάββαν να κηρύξη εγγράφως, ότι έλαβε τα όπλα υπέρ του ελληνικού αγώνος κατά της τουρκοκρατίας. Μη θέλων δε να δείξη, ότι υποπτεύων αυτόν εζήτει έγγραφον την πολιτικήν του ταύτην ομολογίαν, τω έλεγεν ότι πολλάκις εζήτησε παρόμοιον ομολογίαν παρά του Βλαδιμιρέσκου, ον ο Σάββας έλεγε πάντοτε επίβουλον, και πάντοτε απέτυχε, διότι ο Βλαδιμιρέσκος απεκρίνετο ότι, εν όσω εσιώπα ο εχθρός του Σάββας, ηναγκάζετο και αυτός να σιωπά. Ο πονηρός Σάββας έβλεπεν, ότι τοιαύτη πράξις ανέτρεπε τας αρτιγενείς μυστικάς του σχέσεις προς τους Τούρκους, και την απεποιείτο υπό διαφόρους προφάσεις· αλλ' αφ' ού οι Τούρκοι εισήλθαν εις Βουκουρέστι, αυτός δε ετοποθετήθη εν τω μοναστηρίω του Βακαρεστίου, και εσχετίσθη προς τους Τούρκους στενότερον, και συνενοήθη αναμφιβόλως και περί ου εμελέτα να πράξη, επαναληφθείσης της προτάσεως, υπέγραψε και εξέδωκε την πράξιν ες χαράν και εμψύχωσιν του Υψηλάντου· την δε επαύριον επήγε προς αυτόν αυτεπάγγελτος, συνέφαγε, και τον εκάλεσε και αυτός εις γεύμα την ακόλουθον ημέραν και εις επιθεώρησιν του λαμπρού τω όντι ιππικού του. Τόσον δε θάρρος ενέπνευσε δι' ων είπε και έπραξεν, ώστε ο Υψηλάντης υπεσχέθη να μεταβή εις το μοναστήριον κατά την πρόσκλησίν του· αλλά λαβών μετά ταύτα αιτίαν να υποπτεύση δολιότητα, υπεκρίθη τον ασθενή και έστειλε μόνον τινάς των επιτελών του. |
| Ο δε παρά το Βουκουρέστι εστρατοπεδευμένος Βλαδιμιρέσκος διέμεινεν εν τω στρατοπέδω του όλην την ημέραν καθ' ην οι Τούρκοι εισήλθαν εις την πόλιν, μήτε φανεράν συγκοινωνίαν λαβών, μήτε κηρυχθείς υπέρ αυτών, τρέφων όμως επιβούλους σκοπούς κατά του Υψηλάντου και προσπαθών να τους πραγματοποιήση επιτηδείως εις παντελή όλεθρόν του· την δε επιούσαν εξεστράτευσεν εις την μικράν Βλαχίαν μη προειδοποιήσας τον Υψηλάντην. |
| Μεταξύ των οπλαρχηγών του Βλαδιμιρέσκου ήσαν τινες και την επίβουλον διαγωγήν του αρχηγού των κατακρίνοντες, και άλλην οδόν παρά την του Γεωργάκη να βαδίσωσι μη θέλοντες. Δια τον διττόν τούτον λόγον ήσαν ύποπτοι παρά τω Βλαδιμιρέσκω, όστις, σκληρός και αιμοβόρος και εξ ανατροφής και εκ προαιρέσεως, επεχείρησε ν' απαλλαχθή των οπλαρχηγών του όσους υπώπτευε, και ήρχισε καθ' οδόν να τους φονεύη αδίκως και ανεξετάστως. Αι φονικαί αύται πράξεις δυσηρέστησαν και εφόβησαν εις άκρον τους επιζώντας κινδυνεύοντας να πάθωσι τα αυτά εξ αιτίας των υποψιών ας εδύνατο να συλλάβη και κατ' αυτών· διά τούτο αποφασίσαντες να πράξωσι πριν πάθωσιν, εξεμυστηρεύθησαν τω Γεωργάκη τους φόβους των και επεκαλέσθησαν την σύμπραξίν του εις ασφάλειάν των χρείας τυχούσης. |
| Εν τούτοις ο πανούργος Σάββας, ειδώς εξ ων είχε μυστικών σχέσεων προς τους Τούρκους τα σχέδια του Βλαδιμιρέσκου, τα ανεκάλυψε τω Υψηλάντη, ίνα μη χαρή ο εχθρός του τας πρώτας τιμάς της προδοσίας, ας αυτός επεθύμει. Τα ανακαλυφθέντα δε σχέδια ήσαν, ότι ο Βλαδιμιρέσκος ώδευε προς την μικράν Βλαχίαν εις προκατάληψιν των έμπροσθεν και εμπόδιον της εκείθεν του Όλτου διαβάσεως του ελληνικού στρατοπέδου, και ότι οι Τούρκοι εμελέτων, αφ' ού ο Βλαδιμιρέσκος ετοποθετείτο όπου έπρεπε, να κινήσωσι και αυτοί προς το Τυργόβιστον και να πέσωσιν επί τους περί τον Υψηλάντην όπισθεν, ώστε αυτόν μεν να φονεύσωσιν ή να συλλάβωσι, το δε στρατόπεδον να αφανίσωσιν. Ο Υψηλάντης εκοινοποίησε τω Γεωργάκη διαμένοντι εν Πιτεστίω τους λόγους του Σάββα, και τω παρήγγειλε να ματαιώση τα ολέθρια σχέδια του Βλαδιμιρέσκου καθ' οιουσδήποτε ενόμιζε καταλληλοτέρους τρόπους· διέταξε δε και τον εν Κυμπουλουγγίω αδελφόν του, εξ αιτίας του παρακολουθούντος τον Βλαδιμιρέσκον πλήθους, να καταβή και αυτός μετά των περί αυτόν εις το στρατόπεδον του Γεωργάκη προς ενδυνάμωσίν του. Ο δε Σάββας έδραξε την αρμοδίαν ταύτην ευκαιρίαν ίνα και τον Υψηλάντην αποκοιμήση και τον εχθρόν του Βλαδιμιρέσκον βλάψη, και έστειλε 400 ιππείς υπό τας διαταγάς του Γεωργάκη. Την 18 έφθασεν ο Βλαδιμιρέσκος πανστρατιά εις Γολέστι. Παρά το Πιτέστι και απέναντι του Γολεστίου ρέει ο Άρζησος· τας όχθας του ποταμού τούτου ζευγνύει γέφυρα, ην προκατέλαβεν ο Γεωργάκης. Ειδοποιηθείς ο Βλαδιμιρέσκος, παρεκάλεσε τον Γεωργάκην ν' αφήση το πέραμα ελεύθερον. Ο Γεωργάκης ανέβαλε την απάντησιν εις την επαύριον, καθ' ην συνοδευόμενος υπό 400 εκλεκτών ιππέων και πεζών υπήγεν εις Γολέστι. Ο Βλαδιμιρέσκος τον υπεδέχθη ενώπιον των οπλαρχηγών του. Ο Γεωργάκης ήρχισε να τον επιπλήττη ως μη αντισταθέντα εν ώ εισήρχοντο οι Τούρκοι εις Βουκουρέστι, ως αθετήσαντα τας υποσχέσεις του και ως παραβάντα τους όρκους του. Ο Βλαδιμιρέσκος ηθέλησε να ενοχοποιήση περί της μη αντιστάσεώς του τον Σάββαν μη θελήσαντα να συμπολεμήση· αλλ' ο Γεωργάκης επανέλαβεν, ότι ο πρίγκηψ (Υψηλάντης) είχεν εγγράφους αποδείξεις των μυστικών σχέσεων αυτού προς τους εχθρούς της πίστεως, και ήξευρεν ότι αυτός τους εθάρρυνε να πατήσωσιν ένοπλοι την ηγεμονείαν, ότι διά της πράξεώς του ταύτης ηφάνισε τον τόπον, και ότι είχε να δώση λόγον ενώπιον Θεού και ανθρώπων· εστηλίτευσεν έπειτα την προς τους οπλαρχηγούς επίβουλον διαγωγήν του διά του αδίκου θανάτου τινών εξ αυτών, και παρήνειρεν, ότι πάσα ασφάλεια διά τους παρεστώτας εξέλειψεν. Ανεγνώσθη δε εις επήκοον πάντων και μυστική σύμβασις αυτού και του Βλαδιμιρέσκου, γραφείσα προ της ενάρξεως του επαναστατικού κινήματος, και αποδεικνύουσα ότι ο Βλαδιμιρέσκος έπραξε παρά τα συνομολογηθέντα. Ο Βλαδιμιρέσκος, ο έχων την διάθεσιν αλλ' όχι και την επιτηδειότητα του επιβούλου, εσκοτίσθη επιπληχθείς. Ο δε Γιωργάκης βλέπων τούτο, και ότι πολλοί των παρεστώτων ενέκριναν όσα αυτός έλεγεν, εξεκρέμασε την επάνωθεν του Βλαδιμιρέσκου τοιχοκρεμή σπάθην του ειπών, ότι δεν ήτον άξιος να την φορή, και ότι ήθελε να την στείλη προς τον αρχιστράτηγον. Η τόλμη του Γεωργάκη και τον Βλαδιμιρέσκον κατεπτόησε και ουδένα των παρεστώτων παρώργισε. Ο Γεωργάκης ετόλμησεν έτι μάλλον· ήρπασεν από της ζώνης του Βλαδιμιρέσκου τας πιστόλας του, και διέταξε να τον μεταφέρωσιν εις Τυργόβιστον ίνα απολογηθή ενώπιον του πρίγκηπος. Τότε τον συνέλαβαν τινες των παρόντων οπαδών του Γεωργάκη παρά πάντων εγκαταλειφθέντα, τον ωπισθαγκώνισαν, και τον απήγαγον υπό φύλαξιν εις Πιτέστι· εκεί τον παρέλαβεν ο Νικόλαος Υψηλάντης και τον έφερεν υπό ικανήν φύλαξιν εις Τυργόβιστον, όπου επιπληχθείς πάλιν πικρώς παρά του Υψηλάντου, απήχθη έξω της πόλεως και κατεκόπη μεληδόν υπό των στρατιωτών ως προδότης και επίορκος την 23, μήτε δικασθείς κατά τους στρατιωτικούς νόμους μήτε καταδικασθείς εν τάξει, αλλά δυνάμει των ανά χείρας του Υψηλάντου εγγράφων, εξ ων εφαίνετο τω όντι η προδοσία και η επιορκία του. |
| Τοιούτος εφάνη και τοιούτον έλαβε τέλος ο Θεόδωρος Βλαδιμιρέσκος, άνθρωπος όστις επεθύμει μεν το καλόν της πατρίδος του, αλλ' εξ αιτίας της άκρας απαιδευσίας του, της βαρβάρου ανατροφής του και των κακών του έξεων εθεώρει θεμιτήν την χρήσιν της επιβουλής, της προδοσίας, των αδίκων φόνων και της επιορκίας, δι' ων διεκρίθη η τελευταία διαγωγή του. |
| Μετά δε τον φόνον τούτου ο Υψηλάντης διώρισεν αρχηγούς του στρατεύματός του τους δύο σημαντικωτέρους οπλαρχηγούς αυτού, τον Χατσή - Πρόδαν, Σέρβον, και τον Μακεδόνσκην, Βλάχον, φέροντα το όνομα της μακεδονικής καταγωγής του. Συνίστατο δε τότε η δύναμις αύτη εκ 250 ιππέων, Σέρβων και Βουλγάρων, 4000 Πανδούρων, και εκ 4 κανονίων. Τους διέταξε δε να μεταβώσιν εις την μικράν Βλαχίαν, να στρατολογήσωσι και να καταλάβωσί τινας θέσεις και την κώμην του Δραγασανίου, διότι ηκούσθη ότι δισχίλιοι εχθροί εξήλθαν του Βιδινίου και διεσπάρησαν εις την μικράν Βλαχίαν. Ο δε Υψηλάντης φοβούμενος ότι οι εν Βουκουρεστίω Τούρκοι εμελέτων, ως προειδοποιήθη, να τον κτυπήσωσιν εν Τυργοβίστω, απαλλαχθείς και του κρυφίου εχθρού του Βλαδιμιρέσκου, και βλέπων πανταχόθεν τας μεν δυνάμεις του εχθρού εις κίνησιν, τας δε υπ' αυτόν εις τελείαν απραξίαν, απεφάσισεν επί συμβουλίου την 27 να κινηθή και αυτός αυθημερόν· και επειδή οι εξελθόντες του Βιδινίου ήσαν οι ολιγαριθμότεροι, ηθέλησε να επιπέση πορευόμενος διά του επί της οδού προς την μικράν Βλαχίαν Πιτεστίου, όπου τον ανέμενεν ο Γεωργάκης· διέταξε δε να συγκεντρωθώσιν εκεί διάφορα σώματα και εκάλεσε και τον Σάββαν, μη ρίψαντα εισέτι το προσωπείον, να συνακολουθήση· αλλ' ούτος, υποπτεύων μη πάθη ό,τι έπαθεν ο συνεπίβουλός του Βλαδιμιρέσκος, απεποιήθη ευσχήμως την πρόσκλησιν, και ετοποθετήθη εν τω οχυρώ μοναστηρίω του Μαρτσενίου. Οι δε Τούρκοι, ως 5000, εξεστράτευσαν, καθώς προεσχεδιάσθη, προς το Τυργόβιστον την 25, και το εσπέρας της 26 έφθασαν πλησίον αυτού και διενυκτέρευσαν εντός του παρακειμένου δάσους, αγνοούντων των εισέτι εν Τυργοβίστω Ελλήνων, ότι οι εχθροί των ήσαν τόσω πλησίον. Το πρωί δε της 27, ό εστι καθ' ην ώραν ήρχισαν οι περί τον Υψηλάντην την προς το Πιτέστι πορείαν, 500 ιππείς αποσπασθέντες του κατόπιν αυτών οδεύοντος τουρκικού στρατεύματος εφάνησαν πορευόμενοι εις Νοτσέτον κατεχόμενον υπό των περί τον Γιαννάκην Κολοκοτρώνην, εξάδελφον του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη. Φθάσαντες δε εις την παρακειμένην μονήν του αγίου Γεωργίου και ευρόντες ελληνικήν φρουράν υπό τον Σαχίνην και τον Σφίκαν, εφώρμησαν, αλλ' ωπισθοδρόμησαν άπρακτοι, δεινής γενομένης αντιστάσεως. Περί δε το δειλινόν συμπληρωθέντες οι εχθροί εις 1500 ιππείς, ήλθαν εις Νοτσέτον, όπου είχαν έλθει προ ολίγου εις βοήθειαν των εκεί ο Κωνσταντίνος Δούκας και ο Γεράσιμος Ορφανός, σταλέντες παρά του Υψηλάντου μαθόντος τα προς το μέρος εκείνο κινήματα των εχθρών. Και οι μεν περί τον Ορφανόν ετοποθετήθησαν παρά την μονήν, οι δε περί τον Δούκαν απώτερον επί τινος λόφου προς τα αριστερά. Οι εν Νοτσέτω, βοηθούμενοι υπό των περί τον Ορφανόν, εμάχοντο γενναίως προϊούσης και της νυκτός. Σφοδρώς αντέστη και άλλο σώμα ελληνικόν υπό τον Αναστάσην Αργυροκαστρίτην, κατέχον λοφίσκον προφυλαττόμενον έμπροσθεν μεν υπό τινος εκ του προχείρου υψωθείσης λιθιάς, όπισθεν δε και εκ των πλαγίων υπό του δάσους. Αλλ' ο Δούκας, ιδών απόσπασμα εχθρών επερχόμενον, εγκατέλειψε την θέσιν του, και διά της φυγομαχίας του εφόβισε και ηνάγκασε τους άλλους, τους ευτυχώς έως τότε πολεμήσαντας, να τραπώσιν εις φυγήν περί το μεσονύκτιον ως νενικημένοι. |
| Αν και η πραγματική βλάβη των Ελλήνων ήτο μικρά, η ηθική, απέβη μεγίστη· διότι έφερεν εις μεγάλην αταξίαν το παραπορευόμενον υπό τον Υψηλάντην στράτευμα μαθόν το συμβάν, και εξ αιτίας τούτου αποσπάσματα τινα αυτού διεσκορπίσθησαν και επλανήθησαν εν μέσω του νυκτικού σκότους και του διαχυθέντος φόβου· εχάθησαν δε καί τινες αποσκευαί και ικαναί τροφαί επί της διαβάσεως του ποταμού Διμπαβίτσας. Ο δε Δούκας, επανελθών εις το στρατόπεδον και επιπληχθείς αυστηρώς διά την λειποταξίαν του, εγκατέλειψε τας ηγεμονείας. |
| Πριν δε διαβώσι τον Όλτον οι περί τον Μακεδόνσκην και Χατσή - Πρόδαν ως διετάχθησαν, οι εν τη μικρά Βλαχία εχθροί εκυρίευσαν την Κραϊόβαν· τινές δε αυτών απήντησαν εκτός της Κώμης του Σαβιδινίου δύο σώματα, το μεν υπό τον Σολωμόν, το δε υπό τον Αναστάσην Μανάκην τον και Μιχάλογλουν, στρατεύοντα προς τον Υψηλάντην, τα εκτύπησαν και τα διεσκόρπισαν. 800 δε άλλοι Τούρκοι υπό τον υιόν του επ' ανδρία γνωστού Καραφεϊζή ετοποθετήθησαν εν Δραγασανίω. Οι δε περί τον Μακεδόνσκην και Χατσή - Πρόδαν ήλθαν και αυτοί πλησίον του χωρίου τούτου την νύκτα της 29, και επέπεσαν αίφνης όπου οι Τούρκοι έβοσκαν τα ζώα των, εξ ων συνέλαβον 70 εσκότωσαν δε και 5 Τούρκους και εζώγρησαν δύο· ηκροβολίσθησαν και τας δύο ακολούθους ημέρας μετά των εν Δραγασανίω Τούρκων εξελθόντων εις καταδίωξίν των, και μετά ταύτα απεμακρύνθησαν. |
| Ιούνιος | Φθάσας δε ο Υψηλάντης εις Πιτέστι έμαθεν, ότι οι επερχόμενοι Τούρκοι εκ Βουκουρεστίου είχαν φανερόν συναγωνιστήν τον Σάββαν, και απέστειλεν ευθύς τον Φαρμάκην μετά 300 εις Αρζησίαν (κόρτε δε Αρζέσι) επί του ομωνύμου ποταμού εντός υψηλών ορέων, προς εξασφάλισιν της θέσεως εκείνης· αυτός δε έφθασε την 1 Ιουνίου εις Ρύμνικον, πόλιν επί της δεξιάς όχθης του Όλτου, όπου ήλθαν και οι υπό τους οπλαρχηγούς Μακεδόνσκην, Χατσή - Πρόδαν, Διαμαντήν Σερδάρην, Σολωμόν και Μανάκην· ώστε αι υπό τας διαταγάς του Υψηλάντου δυνάμεις την ώραν εκείνην ήσαν 2500 ιππείς και 4500 πεζοί συμπεριλαμβανομένου και του ιερού λόχου, και 4 κανόνια. Ο Υψηλάντης διέταξε τα πλείστα των σωμάτων να προχωρήσωσι προς το Δραγασάνι και καταλάβωσι θέσεις τινάς έως ου φθάση και αυτός. Την 3 εκίνησαν τα σώματα όπως διετάχθησαν· την δε 5 παρηκολούθησε και ο Υψηλάντης μετά της οπισθοφυλακής. Οκτώ ώρας απέχει το Δραγασάνι του Ρυμνίκου· αλλά τα σώματα ταύτα υπέρ το σύνηθες ηργοπόρησαν, ουδ' ομού όλα έφθασαν, πεσούσης καθ' οδόν ραγδαίας και διαρκούς βροχής· μόλις δε συνήλθαν εις τον προς ον όρον αλληλοδιάδοχος μέχρι της αυγής της 7. Ο συστρατεύων Γεωργάκης εσκόπευεν, εξ αιτίας της υπεροχής του αριθμού των υπό την ελληνικήν σημαίαν, ν' αποκλείση τους ολίγους εχθρούς πανταχόθεν, και έστειλε διάφορα σώματα και κατέλαβαν τας περί το χωρίον επιτηδείας εις τον σκοπόν τούτον θέσεις. Ο δε Καραβιάς μετά των περί αυτόν ιππέων και ο Νικόλαος Υψηλάντης, ο επί του ιερού λόχου και του πυροβολικού ταχθείς εσχάτως, ετοποθετήθησαν εντεύθεν χαράδρας αντικρύ του Δραγασανίου, ης τα δύο χείλη συζευγνύει γέφυρα· ειδοποιήθησαν δε όλοι να ετοιμασθώσιν εις μάχην την επαύριον, καθ' ην εσκόπευε να παρευρεθή και ο αρχιστράτηγος μετά της οπισθοφυλακής εκ δισχιλίων. Ο δε Γεωργάκης, όστις διέθεσε τα πάντα, ετοποθετήθη απώτερον επί της οδού Ρυμνίκου, όπως διαλεχθή προ των άλλων μετά του αυθημερόν αναμενομένου αρχιστρατήγου. |
| Οι εν Δραγασανίω Τούρκοι, κατέχοντες και την παρακειμένην μονήν, ησθάνθησαν πόσον δεινή ήτον η θέσις των και επεχείρησαν, αλλ' εις μάτην, να διώξωσι τους περί τον Αργυροκαστρίτην, μεταβάντας εκεί μετά τα εν τω Νοτσέτω συμβάντα και καταλαβόντας γήλοφον πλησίον του χωρίου εν μέσω ως· προβλέποντες δε, ότι η μάχη ήτον άφευκτος και εγγύς, ήρχισαν να καίωσι τας ευτελείς του χωρίου οικίας ως περιττάς ή επιζημίους. Αλλ' ο θερμουργός Καραβιάς εθεώρησε τον εμπρησμόν πρόδρομον φυγής, και φοβούμενος μήπως του φύγη η βεβαία, ως εφαντάζετο, νίκη εξ αιτίας της απραξίας του, διέβη μετά μεσημβρίαν συν τοις περί αυτόν πέραν της χαράδρας προς το χωρίον, μη προειδοποιήσας τους άλλους οπλαρχηγούς, ως θέλων να σφετερισθή όλην την δόξαν μόνος αυτός· παρηκολούθησαν δε επί τη προτροπή αυτού ο ιερός λόχος και το πυροβολικόν. Οι Τούρκοι εδειλίασαν υπολαβόντες, ότι θα εφώρμων οι Έλληνες εκ συνθήματος πανταχόθεν διά τούτο, εν ώ ήρχισε το πυροβολικόν να τους κτυπά, δεν εξήλθαν και εσκέπτοντο διά ποίας οδού να φύγωσιν· αλλά βλέποντες, ότι άλλοι δεν εκινήθησαν, και ότι τα κανόνια δεν τους έβλαπταν διά την απειρίαν των κανονοβολιστών, εξήλθαν έφιπποι και έπεσαν ξιφήρεις επί τους εχθρούς· και οι μεν περί τον Καραβιάν ελειποτάκτησαν, οι δε ιερολοχίται έδειξαν ότι φλόγες πατριωτισμού έκαιαν την καρδίαν των και επέμεναν μαχόμενοι· αλλ' ήσαν απειροπόλεμοι, και το ιππικόν του εχθρού επιπεσόν πανορμεί διέρρηξε τας τάξεις, εκυρίευσε τα κανόνια, και τους κατέκοψεν. Ακουσθείσης της βοής του πολέμου, έτρεξαν εις το πεδίον της μάχης ο Γεωργάκης καί τινες άλλοι οπλαρχηγοί μεθ' όσων εδυνήθησαν εκ του προχείρου, ετουφέκισαν τους Τούρκους καταδιώκοντας και κατακόπτοντας ανηλεώς τους ιερολοχίτας τραπέντας επί τέλους εις φυγήν, και τοιουτοτρόπως ελύτρωσαν της σφαγής και της αιχμαλωσίας πολλούς, εν οις και τους αδελφούς του αρχιστρατήγου κινδυνεύοντας να συλληφθώσιν. Όλοι δε οι ιερολοχίται θα ηφανίζοντο, αν δεν επρόφθαναν οι επιβοηθοί ούτοι, εν οις διέπρεψεν ο Βλάχος οπλαρχηγός Ιωαννίτσας Χόρκας. Οι Τούρκοι, καταδιώξαντες τους ηττηθέντας μέχρι της χαράδρας, επανήλθαν εις το χωρίον νικηταί, απορούντες και αυτοί δι' όσα παρ' ελπίδα κατώρθωσαν. Υπερδιακόσιοι Έλληνες εφονεύθησαν, όλοι σχεδόν ιερολοχίται, πεσόντες ως ευθαλείς κλάδοι υπό την κοπτεράν αξίνην στιβαρού ξυλοκόπου· εφονεύθησαν και οι επ' ανδρία μεταξύ των ανδρείων τούτων διακριθέντες εκατόνταρχοι, Δημήτριος Σούτσος, και Σπυρίδων Δρακούλης, 40 δε ηχμαλωτίσθησαν. Πανικός φόβος κατέλαβε τότε όλα τα σώματα, και τα πλείστα εν τω άμα διελύθησαν και κακήν κακώς διεσκορπίσθησαν. Ο δε Υψηλάντης, έμαθε το γεγονός καθ' οδόν τρεις ώρας μακράν της θλιβεράς σκηνής, και ιδών τον διασκορπισμόν των στρατιωτών επανερχομένων εις Ρύμνικον ωπισθοδρόμησε, και διέμεινεν εκεί την νύκτα και την ακόλουθον ημέραν· την δε 9 μετέβη εις Κόζιαν, μοναστήριον επί των Καρπαθίων ορέων δύο ώρας απέχον του Ρυμνίκου. |
| Εξ ότου ο Υψηλάντης έλαβε τας απαντήσεις της αυλής της Ρωσσίας εις τας αναφοράς του, έχασε πάσαν ελπίδα εξωτερικής βοηθείας ή εξωτερικών προσκομμάτων εις τα κατ' αυτού στρατιωτικά κινήματα της Πύλης· η δε εσχάτως συμβάσα εν Δραγασανίω καταστροφή κατέστρεψε πάσαν προσδοκίαν εσωτερικής ευτυχούς αντιστάσεως· και το χείριστον, ότι μετά την καταστροφήν ταύτην εφοβείτο όχι μόνον τους Τούρκους αλλά και αυτούς τους στρατιώτας του, και ούτε να μείνη ηδύνατο, διότι εκινδύνευε να συλληφθή υπό των εχθρών, ούτε να φύγη ετόλμα, διότι οι υπ' αυτόν στρατιώται αντέτειναν· τινές δε αυτών, μαθόντες ότι ο κεχαγιάμπεης εξέδωκε κήρυγμα, δι' ου υπέσχετο αντιμισθίαν προς όποιον έφερε την κεφαλήν του, εμελέτησαν και επιβουλήν. Ένεκα τούτου συνέλαβεν ο Υψηλάντης δεινάς υποψίας· ώστε, τριημερεύσας εν τω μοναστηρίω, ολίγους εδέχετο εντός της αυλής, και την νύκτα διέμενεν αυτός και οι περί αυτόν προσεκτικοί και άγρυπνοι, ως αν εφοβούντο έφοδον εχθρών. Τω όντι την δευτέραν νύκτα της εκεί αφίξεώς των ανεφάνη πυρκαϊά εν τω προαυλίω του μοναστηρίου όπου διενυκτέρευαν στρατιώται, οίτινες, υποκριθέντες ότι εφοβούντο μη καώσιν, ανέβησαν πολλαχόθεν τα τείχη εις αποφυγήν δήθεν του κινδύνου. Αλλ' οι περί τον Υψηλάντην, ειδότες προηγουμένως ότι οι επιβουλεύοντες την ζωήν του εσχεδίασαν το τέχνασμα τούτο, τοις απηγόρευσαν την είσοδον επί ποινή θανάτου. Εν μέσω τοιούτων υποψιών και επιβουλών ο Υψηλάντης απεφάσισε να εγκαταλείψη τας ηγεμονείας. Η γνώσις, ην είχε του χαρακτήρος και της αξίας του Γεωργάκη, τον εθάρρυνε να τω ανακαλύψη τον σκοπόν του και ζητήση την ειλικρινή συνδρομήν του. Ο Γεωργάκης ούτε της εμπιστοσύνης του Υψηλάντου ανάξιος εφάνη, ούτε κωφός εις την αίτησίν του, αν και την εθεώρησε λίαν επιβλαβή, και προς τον κοινόν αγώνα και προς εαυτόν· απέπεμψε δέ τινας των εκεί υπόπτων οπλαρχηγών εις κατάληψιν δήθεν θέσεών τινων πολεμικών, κυρίως δε ίνα μη ενοχλήσωσι τον Υψηλάντην επί της απελεύσεώς του. |
| Αλλ' ό,τι ο Υψηλάντης εμελέτα να πράξη υποκεκρυμμένως, πάμπολλοι των υπ' αυτόν έπρατταν παρρησία τρέχοντες μετά την εν Δραγασανίω τροπήν προς τα όρια, όπως διασωθώσιν εις την Τρανσιλβανίαν. Επειδή δε πάσα αιδώς και πας φόβος εξέλειψαν, ο δυνατός κατέθλιβε τον αδύνατον, μήτε ως συναγωνιστή συμπαθών μήτε ως ομοιοπαθεί· τινές δε τόσον εφάνησαν ασυνείδητοι και απάνθρωποι, ώστε, καταλαβόντες τα επί της προς την Τρανσιλβανίαν πορείας στενά, συνελάμβαναν, ως άλλοι Περιφήται και Κερκύωνες, τους διαβαίνοντας και κυρίως τους αξίους πάσης αγάπης και περιθάλψεως ιερολοχίτας, και αν δεν τους εφόνευαν ως οι παλαιοί συντεχνίται των, τους εγύμνοναν. Εν τοσούτω ο Υψηλάντης, προδιαθέτων τα εις επέλευσίν του, πρώτον μεν διέδωκεν, ότι η Αυστρία εκήρυξε πόλεμον κατά της Τουρκίας, έπειτα δε υπεκρίθη, ότι έλαβε γράμματα δηλωτικά της αφίξεως επί των ορίων και της εις Βλαχίαν ανυπερθέτου μεταβάσεως αυστριακών τινων ταγμάτων· προς πίστωσιν δε των λεγομένων έδωκε πάνδημα δείγματα χαράς διατάξας να τουφεκίσωσι, να φωτίσωσι το μοναστήριον και να ευθυμήσωσι πίνοντες εις υγείαν του αυτοκράτορος της Αυστρίας. Ταύτα έπραξε την εσπέραν· την δε επαύριον εξεστράτευσε προς τα όρια ειπών, ότι έλαβε πρόσκλησιν να μεταβή εκεί εις έντευξιν αξιωματικού σταλέντος παρά του αυτοκράτορος Φραγκίσκου προς διευθέτησιν των αφορώντων την είσοδον των αυστριακών στρατευμάτων. Εγγύς δε γενόμενος των ορίων ηναγκάσθη, απειλούμενος, να δώση εκ του υστερήματος τω Αργυροκαστρίτη χρήματα επί λόγω καθυστερούντων μισθών των οπαδών του, και ούτω ν' απαλλαχθή των χειρών αυτού· ημιώριον δε πριν φθάση εις Ροτερτούρμην, όπου εστάθμευεν η επί των ορίων αυστριακή Αρχή, εστάθη, και απέστειλε τον Λασσάνην, ίνα μάθη αν ήτο δεκτός επί της αυστριακής γης· μαθών δε ότι ήτο δεκτός αλλ' υπ' άλλω ονόματι, μετωνομάσθη Αλέξανδρος Κομνηνός, και την 14 παρεδόθη εις τας αυστριακάς Αρχάς, και παρεδόθησαν και οι περί αυτόν, ήγουν οι δύο αδελφοί του, ο Ορφανός, ο Λασσάνης, ο Γορνόφσκης και ο Κωνσταντίνος Καβελλαρόπουλος, μετονομασθέντες και ούτοι, και εκείθεν μετεκομίσθησαν όλοι εις Αράδην, πόλιν της Ουγγαρίας επί του ποταμού Μαρόσχου, όπου διέμειναν οκτώ ημέρας προσμένοντες τας διαταγάς της αυστριακής αυλής, και μηδόλως υποπτεύοντες όσα τοις έμελλαν, αλλ' εξ εναντίας ελπίζοντες εν πλήρει πεποιθήσει την εκ της αυστριακής εις άλλην ελευθέραν γην μετάβασίν των, και την εις Ελλάδα ταχείαν κάθοδόν των. Εν Αράδη διατριβών ο Υψηλάντης εξέδωκε την ακόλουθον ημερησίαν διαταγήν γραφείσαν εν Ρυμνίκω την 8 Ιουνίου. |
| «Στρατιώται! Όχι! δεν μολύνω πλέον το ιερόν, το τίμιον τούτο όνομα εις τα υποκείμενά σας. Άνανδροι αγέλαι λαών. Αι προδοσίαι σας, αι επιβουλαί σας με βιάζουσι να σας αποχωρισθώ. Εις το εξής κάθε δεσμός μεταξύ υμών και εμού κόπτεται· βαθείαν μόνον εις την ψυχήν μου θα φέρω την εντροπήν ότι σας εδιοικούσα. Επατήσατε τους όρκους σας, επροδόσατε θεόν και πατρίδα, επροδόσατε και εμέ την στιγμήν καθ' ην ήλπιζα ή να νικήσω ή να συναποθάνω μαζή σας ενδόξως. Σας αποχωρίζομαι λοιπόν· τρέξατε εις τους Τούρκους τους μόνους αξίους των φρονημάτων σας, εξέλθετε από τα δάση, καταβήτε από τα βουνά τα άσυλα της ανανδρίας σας, και τρέξατε εις τους Τούρκους, καταφιλήσατε τας χείρας των, από τας οποίας στάζει ακόμη το ιερόν αίμα των κατασφαγέντων απανθρώπως, των κορυφαίων υπουργών της θρησκείας, πατριαρχών, αρχιερέων, και μυρίων άλλων αθώων αδελφών σας. Ναι! τρέξατε, αγοράσατε την σκλαβίαν σας με την ζωήν σας, με την τιμήν των γυναικών και παιδιών σας· |
| Σεις δε σκιαί των γνησίων Ελλήνων εκ του ιερού λόχου, Όσοι προδοθέντες επέσατε θύματα διά την ευδαιμονίαν της πατρίδος, δεχθήτε δι' εμού τας ευχαριστίας των ομογενών σας. Ολίγος καιρός, και στήλη θ' ανεγερθή να διαιωνίση τα ονόματά σας. |
| Με χαρακτήρας φλογερούς είναι εγχαραγμένα εις τα φίλτρα της καρδίας μου τα ονόματα των φίλων όσοι μέχρι τέλους μ' έδειξαν πίστιν και ειλικρίνειαν. Η ενθύμησίς των θα είναι πάντοτε το μόνον δροσιστικόν ποτόν της ψυχής μου. |
| Παραδίδω δε εις την απέχθειαν της ανθρωπότητος, εις την δίκην των νόμων, και εις την κατάραν των ομογενών τον επίορκον και προδότην καμινάρην Σάββαν, τους λειποτάκτας και πρωταιτίους της κοινής λειποταξίας και φυγής Κωνσταντίνον Δούκαν, Βασίλειον Μπαρλάν, Γεώργιον Μάνον Φαναριώτην, Γρηγόριον Σούτσον Φαναριώτην και τον φαυλόβιον Νικόλαον Σκούφον. |
| Καθαιρώ και τον Βασίλειον Καραβιάν από την τάξιν των συστρατιωτών μου διά την απείθειάν του και διά το απρεπές πολίτευμά του». |
| Αφ' ού δε ήλθαν αι διαταγαί της αυστριακής αυλής, ήλλαξαν όνομα οι περί τον Υψηλάντην και εκ δευτέρου· απαιτείται δε η μετονομασία των επί πολιτικαίς αιτίαις φυλακιζομένων εν Αυστρία, ίνα μηδ' αυτοί οι φυλάττοντες γνωρίζωσι ποίοι οι φυλασσόμενοι· και ο μεν Υψηλάντης μετωνομάσθη Βαρόνος Σχονβάρδος, οι δε άλλοι άλλως, και απεκομίσθησαν νυχθαμαξοπορούντες εις Μουνκάτσην, πόλιν της Ουγγαρίας, όπου εφυλακίσθησαν και έπαθαν όσα δεινόν και λέγειν. Εν έτει δε 1823 μετεκομίσθησαν εκείθεν διά το νοσώδες του τόπου εις Θερεσιενστάδην, πόλιν της Βοεμίας, όπου, εκτός του Καβελλαροπούλου και του Γορνόφσκη ελευθερωθέντων το 1826, του μεν πρώτου ως Ιονίου, του δε δευτέρου ως Πολωνού, διέμειναν εν φυλακή μέχρι τέλους του 1827, και ηλευθερώθησαν όλοι διά της μεσιτείας του αυτοκράτορος Νικολάου επί λόγω τιμής του να διαμείνωσιν, έως ου απεπερατούντο τα της Ελλάδος, εν οποία των τριών πόλεων, της Βιέννης, της Βενετίας, ή της Βερώνης, ευηρεστούντο· διέμειναν δε εν Βιέννη, όπου ο Υψηλάντης, πάσχων εξ όσων υπέστη εν τη δεινή του φυλακίσει, απέθανε την 20 Ιουλίου του 1828 περί το τριακοστόν όγδοον έτος της ηλικίας του. |
| Η δε απέλευσις του Υψηλάντου εκ της Βλαχίας διέλυσε τον προς ένα και τον αυτόν σκοπόν των οπλαρχηγών αγώνα, και έκτοτε έκαστος ήγετο και εφέρετο υπό της φυσικής ροπής του και των συμφερόντων του· και οι μεν έφευγαν πέραν των ορίων, οι δε εκλείοντο εντός οχυρών θέσεων, και άλλοι περιήρχοντο εις ορεινά μέρη αποφεύγοντες την συνάντησιν των δυνατών και ευτυχών εχθρών, οίτινες διασπαρέντες κατεδίωκαν τους εναπολειφθέντας. |
| Ο δε Γεωργάκης, αφ' ού απεχαιρέτησε τον Υψηλάντην, μετέβη εις Αρζησίαν όπου ηνώθη μετά του κατέχοντος την θέσιν εκείνην Φαρμάκη. Μαθόντες δε οι δύο ούτοι αρχηγοί, ότι και οι Τούρκοι και οι περί τον Σάββαν επήρχοντο, ανεχώρησαν έχοντες 800 επιλέκτους ιππείς, και διαβάντες τα μεθόρια έπεσαν εις Τρανσιλβανίαν, και έφθασαν εις το μολδαυικόν όρος, Βρεάτσαν, όπου κείνται δύσβατά τινα χωρία, και εστρατοπέδευσαν. Ο δε Γεωργάκης, αρρωστήσας καθ' οδόν, συνώδευε το στράτευμα βασταζόμενος εν φορείω πολλάς ημέρας. |
| Οι δε Τούρκοι και οι περί τον Σάββαν, αποδιώξαντες πέραν των ορίων τον δεινότερον τούτον εχθρόν, εκίνησαν κατά του εν τη μονή της Βιστρίτσης, ή κατ' άλλους της Κόζιας, οχυρωθέντος Διαμαντή Σερδάρη. Ούτος αντέστη γενναίως δύο ημέρας· την δε τρίτην πιστεύσας τους λόγους του Σάββα παρεδόθη επ' ασφαλεία ζωής και διατηρήσει του βαθμού του· αλλ' οι Τούρκοι, παρασπονδήσαντες, αυτόν μεν απέστειλαν εις Κωνσταντινούπολιν, όπου απεκεφαλίσθη, πολλούς δε των συν αυτώ εθανάτωσαν εν τη μονή. Ο Σάββας εταράχθη επί τη απιστία των Τούρκων, και παρεπονέθη υποπτεύων μη πάθη και αυτός τα αυτά· αλλ' ο Κεχαγιάμπεης τον καθησύχασε λέγων, ότι ο Διαμαντής και οι συν αυτώ έπαθαν ως πολεμήσαντες τους Τούρκους, εν ώ αυτός εφάνη πιστός και συνεργός αυτών θερμότατος. |
| Οι Τούρκοι εξήλασαν πανταχόθεν της Βλαχίας τους εναντίους ευκόλως, αλλ' ηύραν κάπου αντίστασιν· 400 απέκλεισαν 70 εν τη κατά την Σλάτιναν μονή, τους επολέμησαν τρία ημερονύκτια, και αφ' ού πολλοί εν οις και ο αρχηγός εφονεύθησαν, έβαλαν πυρ εις την μονήν και έφυγαν, και ούτως ελυτρώθησαν οι έγκλειστοι. Τρεις ημέρας απέκρουσαν ευτυχώς και οι περί τον Μανάκην τους Τούρκους εκ της μονής των πεντεκαδιλικίων, και την τετάρτην εξήλθαν διά νυκτός και διεσώθησαν εις Τρανσιλβανίαν. |
| Ιερεύς δέ τις, κοινώς καλούμενος Παπα - Σέρβος, γνωστός διά την ανδρίαν του, αυθόρμητος ελθών εκ Σερβίας ίνα αγωνισθή μετά του Υψηλάντου διατρίβοντος εισέτι εν Τυργοβίστω, συνέλεξεν ικανούς στρατιώτας, ετοποθετήθη επί των Καρπαθίων άνωθεν του Κυμπουλουγγίου, απέκρουσε τους επελθόντας, κατέκοψε το ιππικόν των διά το δύσιππον του τόπου, και έφυγεν αβλαβής (α). Οι δε οπλαρχηγοί Μακεδόνσκης, Χατσή - Πρόδας, Σολωμός, Καραβιάς και άλλοι διεσώθησαν φεύγοντες εις Τρανσιλβανίαν. |
| Ο δε κεχαγιάμπεης, αφ' ού είδεν όλην την Βλαχίαν απηλλαγμένην των εχθρών του, εκάλεσεν εις Βουκουρέστι τον Σάββαν επί λόγω να τον ανταμείψη διά την προς τον σουλτάνον πιστήν και πολυωφελή υπηρεσίαν του. Ο Σάββας αφίχθη όπου εκλήθη εν πολλή δυνάμει, και παραλαβών εκλεκτούς τινας στρατιώτας και τους δύο του υποπλαρχηγούς, Μιχάλην και Γέντσην, υπήγε την 7 αυγούστου εις την κατοικίαν του κεχαγιάμπεη, και τους μεν στρατιώτας αφήκεν εν τω προαυλίω, αυτός δε και οι δύο υποπλαρχηγοί, προχωρήσαντες ενδότερον, εδολοφονήθησαν πριν φθάσωσιν ενώπιον του κεχαγιάμπεη. Τοιαύτην αμοιβήν έλαβεν ο Σάββας διά την επιορκίαν του προς την Εταιρίαν και διά την επίβουλον διαγωγήν του προς τον Υψηλάντην. Η δολοφονία αύτη έδωκεν αφορμήν εις αλληλομαχίαν των εν τω προαυλίω στρατιωτών του Σάββα και των Τούρκων, και εις χύσιν πολλού αίματος. Εν ώ δε ηθεμιτουργούντο ταύτα, απειράριθμοι Τούρκοι, οι μεν έφιπποι οι δε πεζοί διανυθέντες αδεία της εξουσίας εις όλην την πόλιν και πατήσαντες πολλάς οικίας έπεσαν ξιφήρεις επί τους προστυχόντας Αρβανίτας, απροφυλάκτους διά το απροσδόκητον, και κόπτοντες τας κεφαλάς των, καθώς και παμπόλλων αθλίων Χριστιανών μη ανηκόντων εις την τάξιν ταύτην, τας επεσώρευαν εν τη αυλή του κεχαγιάμπεη χάριν της παρά τοις Τούρκοις συνήθους τρισβαρβάρου και βδελυράς αντιμισθίας. Τόσαι δε κεφαλαί επεσωρεύθησαν, ώστε ο κεχαγιάμπεης φειδωλευόμενος απεποιήθη την αντιμισθίαν, και ούτως έπαυσεν η ανηλεής εκείνη αιματοχυσία διαρκέσασα τρεις σχεδόν ώρας. Τόση δε κατάχρησις έγεινε της φονικής ταύτης αδείας, ώστε ο αριθμός των αποκοπεισών κεφαλών υπερέβαινε τον γνωστόν αριθμόν όλων των εν Βουκουρεστίω Α ρ β α ν ι τ ώ ν. Επηνέθη ο κεχαγιάμπεης παρά της Πύλης ως απαλλάξας τον τόπον των ολετήρων, και επροβιβάσθη εις βαθμόν πασά. Διαρκούσης δε της μιαιοφονίας ταύτης, Θανάσης τις Χειμαριώτης, είς και αυτός των περί τον Σάββαν, και 26 στρατιώται κατέφυγαν εις την εν τη πόλει εκκλησίαν του Ολτενίου· εκεί απεκλείσθησαν πολεμούντες και πολεμούμενοι τρία ημερονύκτια, έως φθείραντες τα πολεμεφόδια, ήνοιξαν την θύραν και εξώρμησαν ξιφήρεις εν μέσω των εχθρών φονεύοντες και φονευόμενοι· τρεις δε μόνον διεσώθησαν φεύγοντες. Και ταύτα μεν τα εν Βλαχία. |
| Ιούνιος | Ο δε εν Μολδαυία Καντακουζηνός, συγκαλέσας αρχομένου του Ιουνίου εν τω χωρίω Στίγκα τους οπλαρχηγούς και υποπλαρχηγούς, και είτε αγανακτών δι' όσα κατ' αυτού ελέγοντο, είτε και απόφασιν έχων έκτοτε να φύγη, τοις επρόβαλε να εκλέξωσιν άλλον αρχηγόν· αλλ' εκείνοι απεκρίθησαν ομοφώνως ότι αυτόν ήθελαν. Τοις εκοινοποίησεν εν εκτάσει τότε ο Καντακουζηνός τον σκοπόν της αποστολής του, τοις είπεν όσα τον εμπόδισαν να τον πραγματοποιήση, και επρόσθεσεν ότι κατά τας παρούσας περιστάσεις ελπίς δεν ήτο να ενωθώσι πλέον μετά του Υψηλάντου διά της συνήθους οδού ως προεσχεδιάσθη, και ότι έκρινεν εύλογον να μεταβώσιν εις Βεσσαραβίαν, να παραλάβωσι τους εκεί ετοίμους εις συνεκστρατείαν, και εμβάντες όλοι εις τα εν Ισμαϊλίω πλοία να πλεύσωσιν εις την μαύρην θάλασσαν, ν' αποβιβασθώσιν όπου θα τους ωδήγει η περίστασις εις έντευξιν αυτού, και ούτω να συστηθή διά της ενώσεως όλων στρατόπεδον αξιόμαχον· έλεγε δε ότι έκρινεν αναγκαίον να μη περάσωσιν ευθύς τον Προύθον εις εκτέλεσιν του σχεδίου τούτου ως φυγόμαχοι, αλλά να οχυρωθώσι παρά το Σκουλένι το επί της δεξιάς όχθης του ποταμού απέναντι του ρωσσικού λοιμοκαθαρτηρίου, όπου εύκολον ήτο να λαμβάνωσι τα αναγκαία εκ της αντικρύ ρωσσικής γης· ούτω δε ωχυρωμένοι, να στέλλωσι μικρά σώματα εις κατασκοπήν του εχθρού, και εάν επήρχετο δύναμις ανάλογος της δυνάμεώς των, να την πολεμήσωσιν, ει δε και επήρχετο μεγάλη, ως εφημίζετο, να μείνωσιν 100 πολεμισταί εν τω οχυρώματι και να μη αφήσωσι τον εχθρόν να πλησιάση έως ου λάβωσι καιρόν οι πολλοί να περάσωσιν εις την άντικρυς όχθην μεταφέροντες όλας τας πολεμικάς αποσκευάς ακινδύνως· μετ' αυτούς δε να διασωθώσιν εκεί και οι λοιποί 100, και ούτω να ενεργηθή το περί ου ο λόγος σχέδιον. Η γνώμη αύτη, σαθρά και κούφη, ως στηρηζομένη επί αλλοκότου σχεδίου, και υποθέτουσα την ρωσσικήν γην σύμμαχον των υπό τον Υψηλάντην παρά τας γνωστάς και ρητάς διαταγάς του αυτοκράτορος, ενεκρίθη παρ' όλων των παρευρεθέντων, πιστευόντων όσα ήκουαν ως ευκατόρθωτα· εστάλησαν δε και οι υπό τον Μλάδην και Βασίλην Θεοδώρου, προσελθόντα μετά τινων και αυτόν, εις κατασκοπήν το εχθρού και ήρχισαν πολλοί να εργάζωνται εις οχύρωσίν των εν Σκουλενίω· αλλά μόλις άρχισαν, και έμαθαν την εις Ιάσι κατά την 13 περί την μεσημβρίαν είσοδον των εχθρών μηδενός εναντιωθέντος. Επί τη ειδήσει ταύτη ο Καντακουζηνός διέταξε τους επί κατασκοπή προαποσταλέντας να επανέλθωσιν εις Σκουλένι, όπου μετέβη και αυτός την αυτήν νύκτα· την δε ακόλουθον ημέραν επέρασε τον Προύθον επί λόγω να ίδη την εκεί διατρίβουσαν μητέρα του, να την ασπασθή τον τελευταίον ασπασμόν και να επανέλθη εις τον τόπον της τιμής και του κινδύνου· αλλά καθ' ην ημέραν επέρασεν εις το ρωσσικόν λοιμοκαθαρτήριον, προσκαλέσας τους εν τω Σκουλενίω αρχηγούς, τον Θανάσην, τον Κοντογόνην, τον Σοφιανόν και τον Σφαέλλον, τοις είπεν ότι δεν έκρινεν εύλογον ν' αντισταθώσι τόσον ολίγοι και ανέτοιμοι εντός του αδυνάτου οχυρώματος του Σκουλενίου, αλλά να περάσωσιν όλοι εις Βεσσαραβίαν· αυτά ταύτα τοις παρήγγειλαν και πολλοί άλλοι ομογενείς βλέποντες τον επικείμενον κίνδυνον. Αλλ' οι οπλαρχηγοί απέρριψαν ομογνωμόνως τας τοιαύτας προτάσεις, ως αναξίας ανδρών φιλελευθέρων και φιλοτίμων, επανήλθαν εις το οχύρωμα υβρίζοντες τον Καντακουζηνόν ως δειλόν, λειποτάκτην και προδότην, ωρκίσθησαν ν' αποθάνωσι πόλεμούντες, και πλήρεις πατριωτισμού και χριστιανικής ευλαβείας έφαγαν άγιον άρτον, ως προετοιμασίαν εις θάνατον, ειπόντες, «α ύ τ η - ε ί ν α ι - η - υ σ τ ε ρ ι ν ή - τ ρ ο φ ή - μ α ς (β). |
| Σπανίως το παράδειγμα των αρχηγών δεν ευρίσκει μιμητάς μεταξύ των οπαδών των· 400 απεφάσισαν να συναποθάνωσιν, αφ' ού οι αρχηγοί ανήγγειλαν την απόφασίν των. Το οχύρωμα ήτον ασθενέστατον· μόλις αι δύο πλευραί του ήσαν οπωσούν ευϋπεράσπιστοι, την δε τρίτην έσπευσαν να φράξωσιν επισωρεύοντες ξύλα· επέθεσαν δε και οκτώ κανόνια ουδ' αυτά λίαν εύχρηστα. |
| Γνωστής δε γενομένης της φιλομάχου αποφάσεως, συνέρρευσαν πλήθη θεατών εις την αντικρύ όχθην του Προύθου, εν οις και αυτός ο διοικητής της Βεσσαραβίας, παρετάχθησαν και στρατεύματα ρωσσικά επί της αυτής γραμμής προς διατήρησιν της ουδετερότητος, όλοι αισθανόμενοι και δεικνύοντες συμπάθειαν υπέρ των ολίγων αντιπαραταττομένων προς πολλούς, υπέρ των χάριν πίστεως, πατρίδος και εξευγενισμού μαχομένων προς μισοχρίστους, αλλοφύλλους, βαρβάρους και τυράννους. Η απόφασις των εν Σκουλενίω ολίγων Ελλήνων εφάνη εξ αυτών των πραγμάτων σταθερά, και η πολεμική των ζέσις μεγάλη· αλλά γενικόν αρχηγόν δεν είχαν· έκαστος εκινείτο όπως ήθελε, και τούτο τους έβλαψε θανάσιμα. |
| Τω όντι, την 15 εκίνησάν τινες εκ Σκουλενίου προς το Ιάσι μη ζητήσαντες την γνώμην των άλλων, αλλ' επανήλθαν άπρακτοι μετ' ολίγον· εκίνησαν και άλλοι επίσης την ακόλουθον ημέραν, και εν ώ επέστρεφαν και αυτοί άπρακτοι, απήντησαν εχθρούς παρά τον ποταμόν Ζίζαν προς το εσπέρας, συνεκρούσθησαν, εχύθη αίμα εκατέρωθεν, και νυκτός γενομένης επανήλθαν εις το οχύρωμα. Την δε 17 περί την α' ώραν εφάνη έξωθεν αυτού μικρά τις εχθρική δύναμις, και επεξήλθαν τινές των Ελλήνων· αλλ' ιδόντες, ότι ήτον η προφυλακή του τουρκικού στρατοπέδου κινηθέντος όλου επί τους εν Σκουλενίω, επανήλθαν τουφεκιζόμενοι, και ητοιμάσθησαν όλοι εις μάχην θαρρύνοντες αλλήλους· έκαυσαν δε και παροικοδομήματά τινα, ίνα μη τα κυριεύσωσιν οι εχθροί και τους πολεμώσιν εκείθεν. Οι Τούρκοι ήσαν ως τετρακισχίλιοι ιππείς και δισχίλιοι πεζοί· έσυραν δε και έξ κανόνια. Πασίγνωστον πόσον είναι σφοδρά η πρώτη ορμή του τουρκικού ιππικού. Οι Έλληνες εδειλίασαν αλλ' αναθαρρήσαντες κατά το παράδειγμα των αρχηγών των αντέστησαν γενναίως και απέκρουσαν την πρώτην έφοδον. Οι Τούρκοι επεχείρησαν δευτέραν, τρίτην και τετάρτην έφοδον, αλλ' απεκρούσθησαν καθ' όλας, υπέφεραν πολλήν φθοράν, και απεσύρθησαν μακράν του οχυρώματος εξ αιτίας του συχνού και ευτυχούς κανονοβολισμού των εγκλείστων, οίτινες, βλέποντες τους εχθρούς αποσυρομένους, εξήλθαν εις καταδίωξίν των αλαλάζοντες και φωνάζοντες, ε τ σ ά κ ι σ α ν - τ α - β ρ ω μ ό σ κ υ λ α - ε τ σ ά κ ι σ α ν· π ά ρ τ ε - το υ ς, π α ι δ ι ά, π ά ρ τ ε - τ ο υ ς. Αλλά μετ' ολίγον έν εχθρικόν σώμα 500 ιππέων και πεζών εφορμήσαν, κατέλαβε θέσιν τινά πλησίον του οχυρώματος, επέθηκεν έξ κανόνια και ήρχισε να κανονοβολή ευτυχώς, και να κατεδαφίζη το οχύρωμα. Τούτο ιδόντες οι αποσυρθέντες εχθροί επανήλθαν όλοι, απώθησαν εις το οχύρωμα τους εξελθόντας, εφώρμησαν πανταχόθεν, και το εκυρίευσαν την η' ώραν αφ' ού ήρχισεν η μάχη. Οι αρχηγοί των Ελλήνων και πολλοί των αξιωματικών, πιστοί εις τους όρκους των, ενεκαρτέρησαν όλοι, υπερασπίζοντες την θέσιν των και απέθαναν κινούντες εις έκπληξιν και αυτούς τους εχθρούς διά των ανδραγαθιών των (γ). Συναπέθαναν ενδόξως καί τινες των στρατιωτών· οι δε πλείστοι αυτών ερρίφθησαν εις τον ποταμόν και άλλοι μεν επνίγησαν, άλλοι δε εν οις και οι οπλαρχηγοί Γεώργης Παπάς και Δαλόστρος καταπληγωμένοι, διεσώθησαν εις την αντίπεραν όχθην, όπου αι ρωσσικαί Αρχαί τους υπεδέχθησαν φιλανθρώπως. Χίλιοι Τούρκοι έπεσαν, και τριακόσιοι Έλληνες εφονεύθησαν και επνίγησαν· ουδείς δε αυτών ηχμαλωτίσθη. |
| Μετά ημιώριον έφθασαν παρά το πεδίον της μάχης οι επί κατασκοπή προαποσταλέντες υπό τον Μλάδην και τον Β. Θεοδώρου 450 ιππείς, και άλλοι τόσοι υπό τον Ηπειρώτην Γκίκαν και τον Σέρβον Σφάτκον συνενωθέντες καθ' οδόν· αγνοούντες δε το γεγονός έπεσαν εν μέσω των εχθρών, επτοήθησαν, και οι μεν ετράπησαν, οι δε επνίγησαν, τινές δε ετοποθετήθησαν επί τινα γλώσσαν προέχουσαν εις τον ποταμόν, και πολεμήσαντες μέχρι της β' ώρας της νυκτός ανδρικώτατα, διεσώθησαν εις την ρωσσικήν γην επί τινων πλοιαρίων σταλέντων εκείθεν. Εχάθησαν και κατά την μάχην ταύτην 90 Χριστιανοί, και άλλοι τόσοι Τούρκοι. Μόνος των αρχηγών ο Μλάδης διήλθε μετ' ολίγων ιππέων διά μέσου των νικητών αβλαβής· περιπλανηθείς δε ημέρας τινάς εις συνάντησιν του Γεωργάκη και αποτυχών, απήλθεν εις την Σερβίαν. |
| Μετά δε τα συμβάντα ταύτα η Τουρκική εξουσία δεν είχεν εντός των δύο Ηγεμονειών άλλον αντίπαλον ειμή τον Γεωργάκην, όστις διέμεινε μετά του αχωρίστου φίλου του Φαρμάκη επί του όρους Βρεάτσας μέχρι τέλους αυγούστου εις ανάρρωσιν, διότι η θέσις ήτον οχυρά. Δεν έμεινεν όμως άεργος εν τω μεταξύ τούτω ως προς τα του πολέμου, διότι έστελλεν αποσπάσματα κατά των εχθρών οσάκις τους ήκουε περιφερομένους πλησίον του, και τοιουτοτρόπως και το πυρ του πολέμου διετήρει, και τους Τούρκους ανησύχαζε. |
| Σεπτέμβριος | Τας αρχάς δε του σεπτεμβρίου αναλαβών την υγείαν του εξεστράτευσε μετά του Φαρμάκη επί σκοπώ να πλησιάση προς την Βεσσαραβίαν, όθεν ήλπιζε να προμηθεύεται ευκολώτερον τα εις διατήρησιν του πολέμου· αλλά πολλοί των υπ' αυτόν θεωρούντες ην προέθετο πορείαν μακράν και κινδυνώδη ελειποτάκτησαν καθ' οδόν, ώστε έμειναν παρ' αυτώ 350 οπλοφόροι καθ' ην ημέραν έφθασεν εις Σέκον, μοναστήριον εν τω τμήματι του Νιάμτσου, εντός στενής κοιλάδος εστεφανωμένης. υπό συνδένδρων ορέων και εισιτόν διά μιας και μόνης τρίβου, ην ο Γεωργάκης, προθέμενος να διαμείνη εν τω μοναστηρίω τινάς ημέρας, απέκλεισε ταφρεύσας και ανεγείρας τους συνήθεις προμαχώνας εν οις έταξε τους πλείστους των στρατιωτών του· αυτός δε και οι λοιποί ετοποθετήθησαν εν τω μοναστηρίω. Την 5 επήλθαν 1500 Τούρκοι, και ευρόντες ισχυράν αντίστασιν επί της τάφρου οπισθοδρόμησαν. Αιχμαλωτισθέντος δέ τινος εχθρού, έμαθαν οι Έλληνες ότι πολυάριθμοι Τούρκοι επήρχοντο. Ο Γεωργάκης εταλαντεύετο αν έπρεπε ν' αναμείνη τον εχθρόν εν η κατείχε θέσει, ή ν' αναβή διά το ασφαλέστερον πάλιν εις Βρεάτσαν· αλλά μη πιστεύων τους λόγους του αιχμαλώτου, και λαβών την επιούσαν γράμμα του επισκόπου Ρωμάνου προτρέποντας αυτόν, μετά τας συνήθεις ευχάς και ευλογίας, επί δολίω, ως λέγεται, σκοπώ να μη αφήση το μοναστήριον έχον πάμπολλα κοσμικά και ιερά κεμήλια και άγια λείψανα να λεηλατηθή και βεβηλωθή, απεφάσισε να μη μετατοπίση. Την δε 8 συνεσωρεύθησαν πάμπολλοι εχθροί επί των άνωθεν της κοιλάδας ορέων, και αφήσαντες την κοινήν τρίβον, κατέβησαν διά δυσβάτων μονοπατίων εις την κοιλάδα υπό την οδηγίαν εντοπίων φραστήρων. Τούτο ιδόντες οι εντός των προμαχώνων τους εγκατέλειψαν, και οι μεν έγιναν άφαντοι, οι δε ήλθαν εντός του μοναστηρίου, εν οις και ο Φαρμάκης, και κατέλαβαν διαφόρους θέσεις. Ο δε Γεωργάκης μετά ένδεκα πιστών οπαδών του εκλείσθη εν τω κωδωνοστασίω. Επήλθαν οι Τούρκοι και ήρχισαν να μάχωνται και να καίωσι τα ξύλινα παροικοδομήματα. Ο δε Γεωργάκης, ιδών την απηλπισμένην θέσιν του, και φοβηθείς μη πέση ζων εις χείρας των εχθρών, Ε γ ώ - θ α - κ α ώ, είπεν εις επήκοον των συμπολεμιστών του, σ ε ι ς - δ ε, α ν - θ έ λ ε τ ε, φ ύ γ ε τ ε· ι δ ο ύ, σ α ς - α ν ο ί γ ω - ε γ ώ - τ η ν - θ ύ ρ αν. Οι Τούρκοι, ιδόντες ότι ήνοιξεν η θύρα, και αγνοούντες την αληθή αιτίαν, διεχύθησαν εις το κωδωνοστάσιον, και αίφνης καπνοί και φλόγες ανεφάνησαν ένδοθεν, το κωδωνοστάσιον ως ξύλινον έγεινεν όλον διά μιας σωρός, και οι εν αυτώ, εν οις και ο Γεωργάκης, κατεστράφησαν εν μέσω των φλογών εκτός ενός μαρτυρούντος τα γεγονότα· συγκατεστράφησαν δε και εχθροί όχι ολίγοι. |
| Μετά το συμβάν τούτο έσπευσαν οι Τούρκοι να προβάλωσι τοις περί τον Φαρμάκην να προσκυνήσωσιν εντός τριημέρου ανακωχής υποσχόμενοι ασφάλειαν· εγένετο δεκτή η ανακωχή· αλλά, παρελθουσών των τριών ημερών, ήρχισεν εκ νέου ο πόλεμος, και παύων εκ διαλειμμάτων επανελαμβάνετο εν διαστήματι εννέα ημερών· έγινε και πάλιν μονοήμερος ανακωχή· αλλά και μετ' αυτήν εξήφθη μάχη φονικωτέρα. Την δε 22 ήλθε τσαούσμπασης προτείνων όρους συνθήκης ευπροσδεκτοτέρους· συνώδευε δε αυτόν εν στολή και ο γραμματεύς του αυστριακού προξενείου Ουδρίσκης, εχθρός άσπονδος του ελληνικού αγώνος, και εγγυήθη την διατήρησιν των όρων εξ ονόματος της αυλής του. Υπό ταύτην την απάτην εδέχθησαν οι έγκλειστοι την συνθήκην και υπεσχέθησαν να παραδοθώσι την επαύριον· ήσαν δε τότε έως 200, εξ ων 33 μη θελήσαντες να δώσωσι πίστιν έφυγαν ξιφήρεις την αυτήν νύκτα και διεσώθησαν επί της αυστριακής γης όλοι αβλαβείς παρά ένα πληγωθέντα· οι δε εναπομείναντες παρεδόθησαν την επαύριον, και όλοι παρά την συνθήκην εσφάγησαν εν τω μοναστηρίω εκτός των υποπλαρχηγών σταλέντων εις Σιλιστρίαν, όπου εθανατώθησαν, και του οπλαρχηγού Φαρμάκη, όστις σταλείς εις Κωνταντινούπολιν σιδηροδέσμιος απεκεφαλίσθη αφ' ού σκληρώς εβασανίσθη. |
| Η μάχη του Σέκου είναι η τελευταία σκηνή του κατά τας Δακικάς ηγεμονείας πολεμικού δράματος αρξαμένου την 22 φεβρουαρίου και τελευτήσαντος την 22 σεπτεμβρίου, ό εστι, διαρκέσαντος όλους μήνας επτά· επεσφραγίσθη δε διά του θανάτου του Γιωργάκη, του ενδοξοτέρου πολεμάρχου, του τιμιωτέρου ανδρός, και του διακαεστέρου και πιστοτέρου φίλου του επταμηνιαίου αγώνος. Αξιοσημείωτος είναι η μέχρι θανάτου πάλη του ανδρός τούτου· εδύνατο να καταφύγη εις ξένην γην και να σωθή, ως και οι λοιποί συναγωνισταί του, χωρίς να λογισθή φυγόμαχος· αλλ' έμεινεν αυτοπροαιρέτως, αν και τετρυπωμένος υπό βαρείας και μακράς ασθενείας, επί της εγκαταλειφθείσης παρ' όλων των άλλων και παρ' αυτού του αρχηγού γης· δεν έμεινε δε ουδ' επολέμησεν ουδ' απέθανεν επ' ελπίδι νίκης, διότι ελπίς νίκης δεν υπήρχε πλέον, ουδ' ηγωνίσθη τον αγώνα του θανάτου εις υποστήριξιν του υπέρ ελευθερίας αγώνος, διότι ο αγών κατεστράφη· αλλ' έμεινεν, επολέμησε και απέθανε διά την στρατιωτικήν τιμήν του, διά τον όρκον του, και διά τον πατριωτισμόν του. Υπό τοιαύτας περιστάσεις η ανθρωπότης υπερβαίνει την ασθενή φύσιν της. |
| Αφ' ού εξεθέσαμεν όσα συνέβησαν λόγου άξια εν ταις δύο ηγεμονείαις καθ' όλην την διάρκειαν της εκστρατείας του Υψηλάντου, ερχόμεθα ήδη ν' ανακεφαλαιώσωμεν εν συντόμω τα της διαγωγής αυτού θεωρουμένου ως αρχηγού της επαναστάσεως, και να δείξωμεν τα κύρια αίτια της αποτυχίας του. |
| Όσον ασήμαντος ήτο η μυστηριώδης Αρχή της Εταιρίας των Φιλικών, τόσω πλειότερος μισθός οφείλεται τω Αλεξάνδρω Υψηλάντη προθυμηθέντι να περικαλύψη τα ταπεινά σπάργανά της υπό την επισημότητα του γένους του και την λαμπρότητα της θέσεώς του· θερμός πατριωτισμός αναμφιβόλως και υψηλή φιλοδοξία τον έπεισαν ν' αναδεχθή τον κινδυνωδέστατον αγώνα, υπέρ ου και λαμπράν θέσιν παρά τω αυτοκράτορι πρόθυμος εθυσίασε και τα εν Τουρκία υπό ρωσσικήν προστασίαν συμφέροντά του ωλιγώρησε, και μέγα μέρος της πατρικής περιουσίας γενναίως εδαπάνησεν. Αλλ' ήττων εδείχθη του δυσχερούς έργου του· ευαπάτητος και πρόθυμος να πιστεύη ό,τι επεθύμει, έγεινε παίγνιον εξ αυτής της αρχής ιδιοτελών, ραδιούργων, κακοβούλων και προδοτών, και ηναγκάσθη μετ' ολίγον να φροντίζη και υπέρ αυτής της σωτηρίας του (δ)· αναποφάσιστος και ανεπίμονος εδείχθη καθ' όλα τα κινήματά του· έξωθεν μάλλον ή έσωθεν ήλπιζε· παρεγνώρισε δε και την φύσιν των επαναστάσεων συντηρουμένων εκ προοιμίων και κρατυνομένων δι' επιθέσεως, αναστελλομένων δε και φθειρομένων δι' αμύνης. Αισιώτερα ηύρε τα πράγματα εν ταις ηγεμονείαις παρ' ό,τι εδύνατο ευλόγως να ελπίση, διότι και η Μολδαυία και η Βλαχία προθύμως τον εδέχθησαν, και υπέρ διμηνίαν ουδαμού Τούρκοι εφάνησαν. Αλλά και αι τόσον αίσιαι περιστάσεις, και ο τόσω πολύτιμος της ανέσεως καιρός δεν τον ωφέλησαν. Όλη η δύναμίς του ήτον η επικρατούσα ιδέα ότι, αναδεχθείς παρρησία τον αγώνα, αντεπροσώπευε μυστικώς την Ρωσσίαν και όμως εματαίωσεν αυτός την σωτήριον ταύτην πλάνην, κηρύξας ότι μεγάλη τις Δύναμις επροστάτευε τον αγώνα, και αναγκάσας την Ρωσσίαν και το κίνημά του πανδήμως να κατακρίνη, και την συναίνεσίν της προς αποστολήν οθωμανικών δυνάμεων εις τας ηγεμονείας προθύμως να δώση. Αι μάχαι του Δραγασανίου, του Σκουλενίου και του Σέκου, και η γενναία αντίστασις τόσων άλλων πολεμιστών μετά την απέλευσίν του απέδειξαν, ότι είχεν υπό την οδηγίαν του άνδρας ετοίμους και να τον δοξάσωσι, και ν' αποθάνωσι χάριν του αγώνος· αλλ' εις ουδέν ωφελήθη. Αφ' ού δε κατέστη η θέσις του τόσω δεινή, παρεδόθη επί ματαία ελπίδι εις ξένην και δυσμενή εξουσίαν υφ' ην και ετελείωσε πικρώς τας ημέρας του. Το κατά τας ηγεμονείας όμως ατυχές κίνημά του ωφέλησε τα μέγιστα την κινηθείσαν Ελλάδα, διότι έφερε μέγαν στρατιωτικόν αντιπερισπασμόν και βαρείας πολιτικάς συγκρούσεις Ρωσσίας και Τουρκίας, παρ' ολίγον δε και εχθροπραξίας. Η δε μνήμη του Υψηλάντου, όπως και αν τον θεωρήση τις, θα διαμένη παρ' ημίν αγήρατος και πολυύμνητος δι' όσα μεγαλοφρόνως και φιλοκινδύνως επεχείρησε, δι' όσα χάριν της πατρίδος έπαθε, και διά την επί τέλους ευτυχή έκβασιν του αγώνος, ον πρώτος εκίνησεν. Αναπληροί δε ο διακαής και ειλικρινής αυτού ζήλος όλας τας πολιτικάς και πολεμικάς ελλείψεις του. |