WeRead Powered by ReaderPub
Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Α cover

Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Α

Chapter 35: 1821
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A comprehensive contemporary history traces the causes, secret societies, and outbreaks of the early nineteenth-century struggle for Greek independence, following uprisings across the Peloponnese, mainland regions and islands, naval engagements, sieges, pitched battles, and brutal reprisals against civilians. It documents internal political divisions, shifting loyalties, and the conduct of local leaders, and surveys foreign diplomacy and great-power reactions. The work pairs chronological narrative with thematic essays on language, sources, and historiographical method, presenting a revised, documentary-based account intended to weigh successes and failings without partisan distortion.

1821

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ'

Αποστασία Φωκίδος και Βοιωτίας. - Εκστρατεία εις Πατρατσίκι - Αποστασία Αττικής. - Περιγραφή και αποστασία Θετταλομαγνησίας και Ευβοίας. - Αποστασία Μακεδονίας και Κρήτης.

ΑΝ και απέναντι των εν Πελοποννήσω μεγάλων συμβάντων διεγειρόντων εν ταις καρδίαις των στερεοελλαδιτών ενθουσιασμόν, άμιλλαν και φιλοτιμίαν, η Αιτωλοακαρνανία δεν ησπάσθη διά μιας τον εθνικόν αγώνα, εξ αιτίας της επί των πυλών της Ηπείρου όπου ήσαν τα μεγάλα εχθρικά στρατόπεδα θέσεώς της, άλλα όμως της στερεάς Ελλάδος μέρη, απώτερον κείμενα, τον ησπάσθησαν θαρραλέως· αλλ' ουδ' αυτά εκ κοινού συνθήματος ή εκ κοινής προμελέτης, ως προερρέθη, αν και λόγος εγίνετο πολύς περί τούτου μυστικώς παρά τοις οπλαρχηγοίς και τοις προκρίτοις.
Μάρτιος Οπλαρχηγός της επαρχίας Σαλώνων ήτον ο Πανουργιάς, όστις, άμα επολιορκήθη υπό των βασιλικών ο Αλής, έφυγεν εξ Ιωαννίνων και ήλθεν εις Σάλωνα. Την 24 μαρτίου, ό εστιν αφ' ού έμαθεν ότι εκινήθη η Αχαΐα, διέτριβε μετά των υπό την οδηγίαν του 60 αρματωλών εν τη μονή του προφήτου Ηλίου μίαν ήμισυ ώραν μακράν των Σαλώνων, όπου εκάλεσε τους προεστώτας της πόλεως και των χωρίων εις γενικήν συνέλευσιν, καθ' ην απεφασίσθη ομοφώνως να προσβάλωσι τους εν τη επαρχία Τούρκους. Διέταξε δε συγχρόνως τον μεν γαμβρόν του και υποπλαρχηγόν του Θανάσην Μανίκαν να στρατολογήση κατά το τμήμα των Βλαχοχωρίων τους ικανούς να φέρωσιν όπλα, τον δε εξάδελφόν του Γιάννην Γκούραν, όστις αφανής τότε διέπρεψε μετά ταύτα, ν' απέλθη εις τον άγιον Γεώργιον επί στρατολογία, και να συννοηθή μετά των κατοίκων του Γαλαξειδίου, οίτινες μηδένα έχοντες συγκάτοικον Τούρκου και ερεθιζόμενοι καθ' εκάστην υπό των Πατρίων, πολλήν επιρροήν παρ' αυτοίς εχόντων διά τας πολλάς εμπορικάς σχέσεις, ανυπόμονοι ήσαν ν' αποτινάξωσι τον ζυγόν. Αφ' ού δε συνενοήθησαν, εκίνησαν την νύκτα της 26, οι μεν εξ ενός οι δε εξ άλλου μέρους, εξημερώθησαν εις Σάλωνα και επολιόρκησαν υπό την αρχηγίαν του Πανουργιά το φρούριον, όπου υποπτεύοντες οι Τούρκοι επρόλαβαν και εκλείσθησαν όλοι συν γυναιξί και τέκνοις, και συνεκλείσθησαν και όλαι αι εκεί μετά την ανέγερσιν της Αχαΐας μεταβάσαι τουρκικαί οικογένειαι της Βοστίτσης· ήσαν δε μεταξύ όλων αυτών 600 ένοπλοι. Ο ενθουσιασμός των κατ' εκείνα τα μέρη Ελλήνων ήτο μέγας, κυρίως δε ο των Γαλαξειδιωτών, μεταφερόντων εις ευόδωσιν του κοινού αγώνος ψιλά όπλα, πολεμεφόδια και κανόνια εκ των πλοίων. Αν και οι Τούρκοι ήσαν δυνατοί, οι Έλληνες επέπεσαν τόσον ορμητικώς, ώστε εκυρίευσαν την πρώτην ημέραν το προς την ρίζαν του φρουρίου νερόν.
Απρίλιος Οι δε έμφρουροι, απρομήθευτοι των αναγκαίων και διψώντες, εξώρμησαν την 8 απριλίου επ' ελπίδι να κυριεύσωσι καν την παραρρέουσαν πηγήν, αλλ' απέτυχαν και εφονεύθησαν 13, εν οις και ο επ' ανδρία γνωστός Χάιδας. Πεινώντες οι δυστυχείς και διψώντες παρεδόθησαν ενήμερα του Πάσχα (10 απριλίου), επ' ασφαλεία ζωής και τιμής, και παρέδωκαν και τα όπλα τω Πανουργιά, έμπροσθεν της πύλης καθημένω, και παραλαμβάνοντι αυτά· και οι μεν έμειναν εν ταις οικίαις των ανεπηρέαστοι, οι δε εις πλειοτέραν ασφάλειαν ηθέλησαν να κατοικήσωσι μεθ' ων είχαν σχέσεις Χριστιανών. Το φρούριον δε των Σαλώνων ήτο το πρώτον των κυριευθέντων υπό των Ελλήνων.
Μάρτιος Γνωσθείσης της πολιορκίας των Σαλώνων, ο Δήμος Σκαλτσάς, οπλαρχηγός Λιδωρικίου και Μαλανδρίνου, συννοηθείς μετά του Αναγνώστη Λιδωρίκη, του Παπά Γεωργίου Πολίτη, και λοιπών προεστώτων των δύο επαρχιών, έχων και αυτός 60 αρματωλούς και συμπαραλαβών τους δυναμένους να φέρωσιν όπλα χωρικούς, ύψωσε την σημαίαν της ελευθερίας την 28 μαρτίου· και αυτός μεν εισήλθε την αυτήν ημέραν υπό τον ήχον των τυμπάνων εις Λιδωρίκι, απέστειλε δε τον υποπλαρχηγόν του Θεοδωρήν Χαλβατσήν εις Μαλανδρίνον. Οι Τούρκοι και οι εν Λιδωρικίω και οι εν Μαλανδρίνω εκλείσθησαν εντός τινων οικιών, και αντέστησαν· αλλά μετά δύο ημέρας, αφ' ού εφονεύθησάν τινες αυτών, κατέθεσαν τα όπλα και παρεδόθησον ως και οι εν Σαλώνοις.
Κατόπιν των επαρχιών τούτων ύψωσε την ελληνικήν σημαίαν η της Λεβαδείας υπό την επιρροήν του οπλαρχηγού της Θανάση Διάκου, σκοπεύοντας να την υψώση προ των άλλων συναδέλφων του, αλλ' εμποδισθέντος διά τας των προκρίτων της πρωτευούσης της επαρχίας εκείνης διχονοίας. Ούτος, έχων 100 συντρόφους και στρατολογήσας και πολλούς Αραχωβίτας και άλλους εξ άλλων χωρίων της επαρχίας, κατέλαβε διά νυκτός τας θέσεις του Ζαγαρά και του προφήτου Ηλίου άνωθεν τις πόλεως Λεβαδείας, και εκείθεν έστειλε πρώτον και απέκλεισε διόδους τινάς εις διακοπήν πάσης κοινωνίας των εντεύθεν και εκείθεν Τούρκων έπειτα φιλιώσας τους διαφωνούντας προεστώτας της Λεβαδείας εισήλθε την 30 εις την πόλιν υπό τας σημαίας της ελευθερίας. Ιδόντες δε την ένοπλον εισβολήν ταύτην οι εν τη πόλει Τούρκοι, οι μεν ανέβησαν συν γυναιξί και τέκνοις εις το φρούριον, οι δε εκλείσθησαν εν ταις δυνατωτέραις οικίαις της πόλεως· συνεκλείσθησαν δε και οι εκεί ευρεθέντες πολλοί Αλβανοί· ο αριθμός δε των δυναμένων να βρώσιν όπλα εγκατοίκων Τούρκων και των Αλβανών ανέβαινεν εις 800. Την 31 συνήφθη μάχη και διήρκεσε πέντε ημέρας. Ο Ρούκης καί τινες άλλοι ανέβησαν διά νυκτός εις το φρούριον, ελπίζοντες να το κυριεύσωσιν· οι Τούρκοι τους ενόησαν, τους αντέκρουσαν, επλήγωσάν τινας και τους απεδίωξαν· αλλ' η έλλειψις της τροφής και του νερού τους ηνάγκασε μετ' ολίγον ν' απλώσωσι λευκήν σημαίαν, να καταθέσωσι τα όπλα και να παραδοθώσιν ως και οι εν Σαλώνοις. Ο δε Διάκος εφάνη εξ αυτής της αρχής πνέων θερμόν πατριωτισμόν, και ανώτερος παντός υλικού συμφέροντος· συνάξας τα παραδοθέντα όπλα και λάφυρα τα παρέδωκεν όλα εις χείρας των προκρίτων προς αγοράν τροφών και πολεμεφοδίων του στρατού, αυτός δε εξεστράτευσε μετά 600 κατά την Βοδωνίτσαν και Θερμοπύλας, διότι εψιθυρίζετο, ότι στρατεύματα εχθρικά συνηθροίζοντο εν Ζητουνίω.
Καθ' ην δε ημέραν ήνοιξεν ο πόλεμος εν Λεβαδεία, διέταξεν ο Διάκος και τον εν τη υπό την οπλαρχηγίαν του επαρχία του Ταλαντίου Αντώνην Κοντουσόπουλον, εξάδελφόν του, να πράξη και αυτός εκεί τα αυτά συννοηθείς μετά των προκρίτων του τόπου. Την 31 υψώθη και εκεί η σημαία της ελευθερίας.
Απρίλιος Την δε 1 απριλίου ο οπλαρχηγός Μπούσγος μετέβη κατά διαταγήν του διάκου εις Θήβας, και έστησε και αυτός εκεί την ελληνικήν σημαίαν αμαχητί, διότι οι Θηβαίοι Τούρκοι προβλέποντες ό,τι συνέβη, παρέλαβαν προ του ερχομού του τας γυναίκας, τα τέκνα και τα πράγματά των και μετέβησαν ησύχως εις Εύβοιαν.
Μαθών και ο οπλαρχηγός των επαρχιών Ζητουνίου, Βοδωνίτσης και Τουρκοχωρίου, Γιάννης Δυοβινιώτης, όσα επράχθησαν κατά τας άλλας επαρχίας και έχων 80 συντρόφους εστρατολόγησεν άλλους 500 εκ των κατοίκων των υπό τα όπλα του επαρχιών, ύψωσε της επαναστάσεως την σημαίαν, αν και ο υιός του ήτον υποχείριος του Αλή, και την 8 επολιόρκησε το φρούριον της Βοδωνίτσης, όπου εκλείσθησαν αι εν αυτή 70 τουρκικαί οικογένειαι. Την αυτήν ημέραν ήλθεν εις επικουρίαν και ο Κομνάς Τράκας, σταλείς παρά του Πανουργιά μετά 200, και ο Διάκος μετά των περί αυτόν, και ώρμησαν όλοι επί το φρούριον, όπερ, αν και μικρόν, δεν ήτο αλώσιμον ειμή διά της πείνας ή της δίψας ως κείμενον επί δυνατής θέσεως· διά τούτο οι ρηθέντες οπλαρχηγοί, αφήσαντες δύναμίν τινα εις διατήρησιν της πολιορκίας, ανεχώρησαν εις Ζητούνι, και την 10 έφθασαν εις την επί του Σπερχιού γέφυραν, όπου, δευτέρας σκέψεως γενομένης, απεφάσισαν να μη προχωρήσωσι, πριν συννοηθώσι και μετά του οπλαρχηγού της επαρχίας του Πατρατσικίου Μίτσου Κοντογιάννη, έχοντος και δύναμιν ικανήν και επιρροήν· μετέβησαν δε εκείθεν εις Κομποτάδας πλησίον του Πατρατσικίου, όπου και εστρατοπέδευσαν. Ήλθεν εκεί και ο Πανουργιάς μετά 500, ώστε, συρρευσάντων και άλλων, όλος ο στρατός συνηριθμείτο εις 2000. Οι οπλαρχηγοί εκάλεσαν τότε τον Κοντογιάννην εις συνεκστρατείαν· δεν τους ήκουσε· τον εκάλεσαν και εκ δευτέρου· ουδέ και τότε τους ήκουσεν. Η παρακοή του, αφορμήν έχουσα το κινδυνώδες του επιχειρήματος, δεν ήτον άλογος, αλλ' ήτο παράκαιρος και βλαπτική προς τους αποστατήσαντας λαούς και προς τους συναδέλφους του οπλαρχηγούς· τον εκάλεσαν και εκ τρίτου, έστειλαν και παραινέτας τον Γεώργην Δεσποτόπουλον και τους αξιωματικούς του Διάκου, Καλύβαν και Μπακογιάννην, οίτινες τον απήντησαν κατά τον Κούκον, ώρας μακράν του ελληνικού στρατοπέδου· αλλ' ούτε αυτοί τον έπεισαν· ώστε το ελληνικόν στρατόπεδον εκάθητο αργόν οκτώ ημέρας. Αλλ' ό,τι δεν κατώρθωσαν αι προσκλήσεις και παραινέσεις, κατώρθωσαν ο ζήλος και ο ενθουσιασμός των ανεψιών του και υποπλαρχηγών του, και η γνωσθείσα απόφασις των λοιπών οπλαρχηγών να προσβάλωσι το Πατρατσίκι και παρά την γνώμην αυτού. Αφ' ού δε ηνώθη και ο Κοντογιάννης, ουδείς οπλαρχηγός της Ανατολικής Ελλάδος (α) έμενεν εκτός του αγώνος, και εκ συμφώνου απεφασίσθη να κινηθώσιν εις άλωσιν του Πατρατσικίου· και ο μεν Κοντογιάννης να προσβάλη διά του δυτικού μέρους, οι δε λοιποί διά του ανατολικού. Εν τούτοις παρεδόθη το φρούριον της Βοδωνίτσης.
Αφ' ης ημέρας οι εν Πατρατσικίω Τούρκοι, εν οις ήσαν 800 οπλοφόροι, εντόπιοι, Αλβανοί και άλλων επαρχιών, έμαθαν τα εν Σαλώνοις, ητοιμάσθησαν εις μάχην, ωχύρωσαν τας δυνατωτέρας οικίας, τα ωρολογιοστάσιον, το ζαμίον, την εκκλησίαν, τους πύργους και άλλα μέρη, έφραξαν τας οδούς και τας στενωπούς, και εξήλθαν πλείστοι προς τον ρύακα του προαστείου των Μπογομύλων προσμένοντες τους εχθρούς εντός των εκεί οχυρωμάτων. Οι δε κατά τους Κομποτάδες Έλληνες επέπεσαν την 18 τόσον ορμητικοί, ώστε διά του πρώτου τουφεκισμού τους ηνάγκασαν να αφήσωσι τους Μπογομύλους, και να περιορισθώσιν, εν τη πόλει· έκαυσαν δε και τας οικίας των Μπογομύλων και εισήλθαν εις την πόλιν πολεμούντες και καίοντες. Καθ' ον δε καιρόν εκινήθησαν οι ανωτέρω εκ του ανατολικού μέρους, εκινήθησαν και οι εν τω μοναστηρίω της Αγάθωνας υπό τον Κοντογιάννην, και διαβάντες τον Ξηριάν έπεσαν εις Μισαλάν, απεδίωξαν τους εκεί οχυρωθέντας Τούρκους και εισήλθαν και ούτοι εις την πόλιν πόλεμούντες και καίοντες· αλλ' οι κλεισθέντες εν τοις οχυροίς κτιρίοις Τούρκοι αντείχαν γενναίως. Περί δε το μεσονύκτιον, καθ' ην ώραν εξησθένησεν ο πόλεμος, είδαν οι Έλληνες επί της πεδιάδος κατά το Λιανοκλάδι παμπληθή πυρά των εχθρών ελθόντων εκεί διά νυκτός, και φοβηθέντες μη αποκλεισθώσιν υπό του συνακολουθούντος ιππικού ανεχώρησαν την επαύριον, ο μεν Κοντογιάννης εις τα ίδια, οι δε λοιποί οπλαρχηγοί εις Κομποτάδας αφήσαντες την πόλιν ημίκαυστον. Επί της επιδρομής δε ταύτης εσκοτώθησαν 6 Έλληνες και επληγώθησαν 5 εν οις και ο Ρούκης. Εσκοτώθησαν και 40 Τούρκοι και επληγώθησαν άλλοι τόσοι.
Ούτε η αποτυχία της εκστρατείας ταύτης, ούτε η εμφάνισις των εχθρών κατά το Λιανοκλάδι έστησαν την πρόοδον της επαναστάσεως κατά την Ανατολικήν Ελλάδα.
Η Αττική ήτον η μόνη επαρχία εκείνου του μέρους, η έως τότε μη αποστατήσασα. Είδαμεν ότι αι επαρχίαι της Ανατολικής Ελλάδος ανηγέρθησαν διά της ενεργείας των οπλαρχηγών των· άλλη Αττική ήτον η μόνη των επαρχιών της στερεάς Ελλάδος η μη έχουσα έκπαλαι οπλαρχηγόν, διότι ούτε η θέσις της ούτε τα βουνά της εθεωρούντο κατάλληλος φωλεά κλεπτών καθ' ων εσυστήθησαν τα αρματωλίκια· διά τούτο αι Αθήναι, εν ώ απεστάτησαν τα γειτονικά μέρη, διέμειναν μέχρι τινός υπό την πλήρη κυριότητα των Τούρκων κυμαινόμεναι μεταξύ επιθυμιών και φόβων.
Ο Μελέτης Βασιλείου, κάτοικος των Χασιών, χωρίου της Αττικής κειμένου, κατά την ονομασίαν του, εντός της περιοχής του παλαιού δήμου των Χαστιέων και πλησίον της Φυλής, ην άλλοτε κατέλαβαν οι καταλύσαντες την τυραννίαν των Τριάκοντα, άνθρωπος φιλόπατρις, γενναίος και πολλήν έχων εκεί επιρροήν, θέλων ν' απαλλάξη το χωρίον του των κακών όσα υπέφερεν όλη η Αττική και παρά του διοικητού της και παρά του ηγεμόνος της Ευβοίας, ούτινος η δικαιοδοσία εξετείνετο και εις αυτήν, κατώρθωσεν άλλοτε και απέκοψεν αυτό της λοιπής επαρχίας επί λόγω ότι ήτο δ ε ρ β έ ν ι εξ αιτίας της επί της ανόδου του Πάρνηθος θέσεώς του, και το επροίκισε δι' ων προνομίων επροικίζοντο τα των τοιούτων θέσεων χωρία, ων την φύλαξιν ήσαν εμπεπιστευμένοι εντόπιοι, έχοντες την άδειαν του οπλοφορείν. Η περίστασις αύτη υπέκρυψεν ευσχήμως, ότε ήλθεν η ώρα της γενικής επαναστάσεως, τους αληθείς σκοπούς του Μελέτη, όστις, μέλος της Φιλικής Εταιρίας, αφ' ού είδεν όσα συνέβησαν εν ταις πλησιοχώροις επαρχίαις, ώπλισε την 1 απριλίου τους χωρικούς του επί λόγω, ότι θα υπεράσπιζε τον τόπον του από πάσης ενδεχομένης επιδρομής κλεπτών, έστησε το μικρόν του στρατόπεδον εν Μενιδίω, συμπαρέλαβε συναγωνιστάς του τους Μενιδιώτας υπό τον Χατσή - Αναγνώστην Τσουρκατιώτην, καί τινας Σαλαμινίους ελθόντας προς αυτόν αυθορμήτως, και την 18 εκτύπησεν εν τω αντικρύ της Ευβοίας χωρίω της Αττικής, Καλάμω, τους περί τον Καρύστιον Ομέρμπεην μεταβάντας εκεί εξ Ευβοίας εις παρατήρησιν των κατ' εκείνα τα μέρη νεωστί συμβάντων. Θέλοντες δε ο Μελέτης και οι λοιποί να ενωθώσιν υπό ένα και τον αυτόν αρχηγόν, αντιπροσωπεύοντα την Εταιρίαν, παρεκάλεσαν τους άρχοντας της Λεβαδείας να τοις στείλωσι τοιούτον. Οι άρχοντες ευρόντες κατάλληλον τον Δήμον Αντωνίου, κατηχητήν προ ολίγου της Εταιρίας, ευρωπαϊκά ενδεδυμένον, τω έβαλαν επωμίδας και περικεφαλαίαν και τον έστειλαν εις Μενίδι, όπου τον υπεδέχθησαν, οι Αττικοί ως άνδρα υπερέχοντα εξαιτίας της ασυνήθους στολής του, και ετέθησαν υπ' αυτόν μεθ' όσης άλλοτε αφοσιώσεως ετέθησαν οι Σπαρτιάται υπό τον χωλόν συμπατριώτην του Μελέτη Τυρταίον.
Οι κάτοικοι Τούρκοι των Αθηνών ήσαν 400 οικογένειαι· παρευρίσκοντο και 60 Αλβανοί ως αστυνομική δύναμις· ανησύχαζαν δε δικαίω τω λόγω βλέποντες τα κινήματα των πλησιοχώρων επαρχιών· αλλ' ιδόντες και τα χωρία αυτής της επαρχίας των εις ένοπλον κίνησιν, και τους χωρικούς αρπάζοντας ποίμνια υπό τα τείχη της πόλεως, κατεταράχθησαν και ωργίσθησαν· και κατ' αρχάς μεν συνέλαβαν την κοινήν ιδέαν να σφάξωσιν όλους τους εν Αθήναις δυναμένους να οπλοφορώσι Χριστιανούς· αλλά βλέποντες, ότι τούτο ούτε πολιτικόν ήτον, ούτε ευκατόρθωτον, και ότι εδύνατο να επιφέρη ό,τι ήθελαν ν' αποφύγωσι, παρητήθησαν· ήρχισαν όμως να προετοιμάζωνται ανακομίζοντες τροφάς και τα πράγματά των εις την ακρόπολιν, καθαρίζοντες μίαν των δύο ευχρήστων αλλά προ καιρού μη εν χρήσει δεξαμενών και μετακομίζοντες εκ της πόλεως νερόν. Πεισθέντες δε εξ όσων ήκουαν και έβλεπαν, ότι οι έξωθεν κ λ έ π τ α ι θα εφώρμων, συνέλαβαν αίφνης την 11 τους τρεις προεστώτας και 10 άλλους περιφερομένους εις τας οδούς της πόλεως, τους ανεβίβασαν εις την ακρόπολιν και τους εφυλάκισαν. Η σύλληψις αύτη εφόβισε τους άλλους προύχοντας και τους ηνάγκασε να κρυβώσιν· αλλά τους ηνάγκασεν εν ταυτώ και να συννοηθώσι κρυφίως μετά των έξω και τους προτρέψωσι να έμβωσιν ένοπλοι εις την πόλιν· ώστε ό,τι έπραξαν οι Τούρκοι εις προφύλαξίν των απέβη εις βλάβην των.
Απρονόητοι δε και ασυνεπείς, φυλακίσαντες εν τη ακροπόλει τους προεστώτας και λοιπούς, δεν εφρόντισαν να έχωσιν ικανούς φύλακας εν τη πόλει, εν ώ έβλεπαν τόσους οπλοφόρους Χριστιανούς εκτός αυτής· αλλ' ό,τι διακρίνει υπέρ παν άλλο την μωρίαν των είναι, ότι, εξαιρουμένων των πυλών του τείχους φυλαττομένων υπό Τούρκων, εφρούρουν τα λοιπά μέρη αυτού κατά διαταγήν αυτών Χριστιανοί.
Την νύκτα της 25 συσσωματωθέντες οι έξωθεν Χριστιανοί εν Μενιδίω, ως 600, άλλοι φέροντες όπλα, άλλοι λόγχας, και άλλοι ρόπαλα, εστράτευσαν προς την πόλιν δύο ώρας πριν εξημερώση, ανέβησαν ησύχως το μεταξύ των πυλών των αγίων Αποστόλων και της Μπουμπουνίστρας τείχος, εισεπήδησαν ανεμποδίστως, εφόνευσαν τους επί των δύο πυλών ολίγους Τούρκους, και διεσπάρησαν εις την πόλιν τουφεκίζοντες και αλαλάζοντες. Επειδή δε οι Τούρκοι ανέβαιναν πάσαν εσπέραν εις την ακρόπολιν, ολίγοι ευρέθησαν εν τη πόλει, δι' ο και ολίγοι εχάθησαν· 36 δε, άνδρες, γυναίκες, παιδία, εκ των ενευρεθέντων κατέφυγαν εις τα προξενεία και διεσώθησαν. Οι Αττικοί, κυριεύσαντες την πόλιν, έστησαν την 28 την σημαίαν της ελευθερίας επί του διοικητηρίου, όπου εκάθησαν και οι οπλαρχηγοί, εν οις και ο πρωταθλητής της Αττικής Μελέτης.
Μόλις διεδόθη εις τα πέριξ η είδησις των συμβάντων τούτων, και συνέρρευσεν εις Αθήνας ικανός αριθμός Αιγινητών, Κείων, Θερμιωτών και Υδραίων οπλοφόρων. Κατόπιν αυτών ήλθαν καί τινες Κεφαλλήνες (5 μαΐου) φέροντες και κανόνια· ώστε εντός δέκα ημερών ο αριθμός των εν Αθήναις οπλοφόρων συνηριθμείτο εις τρισχιλίους.
Οι έγκλειστοι Τούρκοι, βλέποντες μεταξύ των πολιορκητών πολλούς φραγκοενδεδυμένους, τινάς δε φορούντας και στολάς, ηπόρησαν και ηρώτησαν διά γράμματος τους προξένους, αν οι Φράγκοι βασιλείς εκήρυξαν πόλεμον κατά του σουλτάνου. Οι πρόξενοι τοις έγραψαν την αλήθειαν· αλλ' οι Έλληνες, μαθόντες τας υποψίας και τους φόβους των, συνέλεξαν όσους ίππους, όνους και ημιόνους ηύραν, και άλλοι καθήσαντες επ' αυτών, των μεν εχόντων των δε μη εχόντων εφίππια, άλλοι δε πεζοί, και οι πλείστοι φραγκοφορούντες και σκιαδοφορούντες, περιήλθαν μια των ημερών την ακρόπολιν υπό τον κρότον ευρωπαϊκών τυμπάνων και σαλπίγγων επιδεικνύμενοι δήθεν τον ευρωπαϊσμόν των· αλλά μία κανονία, πεσούσα εκ της ακροπόλεως εν μέσω αυτών και φονεύσασα ένα, διέλυσεν εν τω άμα την γελοίαν ταύτην σκηνήν.
Δράξαντες οι Αθηναίοι τα όπλα επεμελήθησαν να τακτοποιηθώσι πολιτικώς και στρατιωτικώς όσον επέτρεπεν η περίστασις· και επειδή εστερούντο πολεμικής ύλης, απέσπασαν τον επί των θόλων των εν τη πόλει ζαμίων μόλυβδον, έχυσαν βόλια, και έβαλαν εις κίνησιν και τους σωζομένους πυριτομύλους· έστησαν δε κατά των εν τη ακροπόλει διά της θερμής συνδρομής και των άλλοθεν ελθόντων Ελλήνων επτά κανόνια επί διαφόρων θέσεων, της Πνυκός, του Μουσείου όπου το μνημείον του Φιλοπάππου, πλησίον των θεάτρων του Βάκχου και του Ηρώδου, και προς τον ναόν του Ολυμπίου Διός. Κατ' αίτησιν δε των Αθηναίων ήλθε τας πρώτας ημέρας της ενοπλίσεώς των εις τον Πειραιά και υδραϊκόν πλοίον 11 κανονίων, σταλέν παρά των αδελφών Κουντουριωτών υπό τον Γεώργην Νέγκαν.
Εκτός δε του κάτωθεν εις μίαν των δεξαμενών μετακομισθέντος νερού, είχαν εις χρήσιν οι Τούρκοι και το μόλις πόσιμον ενός των τριών πηγαδιών των εν τω παρατειχίσματι (σερπεντσέ)· και επειδή το της δεξαμενής θα κατηναλίσκετο εντός ολίγου, οι πολιορκηταί προσεπάθουν κατ' αρχάς να σπάσωσι διά κανονιών το παρατείχισμα επ' ελπίδι να το κυριεύσωσι και στερήσωσι τους εχθρούς των του εν αυτώ νερού, διότι διά μόνης της δίψας ή της πείνας ηλπίζετο η κυρίευσις της ακροπόλεως. Εν τοσούτω πολιορκηταί και πολιορκούμενοι εκανονοβόλουν και εκανονοβολούντο, μήτε βλάπτοντες μήτε βλαπτόμενοι. Έρριπταν δ' ενίοτε οι εν τη ακροπόλει και βόμβας εις πόλιν, αλλά πάντοτε αβλαβείς διά την ανεπιτηδειότητα των ριπτόντων.
Εν τοσούτω η επανάστασις έβοσκε κατά την ανατολικήν Ελλάδα ως πυρκαϊά και διεχύθη και εις Μαγνησίαν.
Η νυν Μαγνησία, η το πάλαι μέχρι των εκβολών του Πηνειού κοινώς Σαλαμπριάς εκτεινομένη και περιλαμβάνουσα την Όσσαν ήτοι τον Κίσσαβον, περιλαμβάνει μόνον το Πήλιον όρος ήτοι το βουνόν της Ζαγοράς, και σχηματίζει γλώσσαν προέχουσαν εις την θάλασσαν μεταξύ του Θερμαϊκού, ήτοι του Θεσσαλονικού κόλπου, και του Παγασητικού, ήτοι του κόλπου του Βώλου· έχει δε προς μεν άρκτον επί της ξηράς όρια την μεταξύ του Πηλίου και της Όσσης κοιλάδα, ήτοι τον κάμπον της Αγυιάς, προς δε δύσιν την Βοιβηίδα λίμνην, την κοινώς Κάρλαν, και μικρά τίνα ριζοβούνια του Πηλίου, δι' ων χωρίζεται από της περιοχής του Βελεστίνου και του Αρμυρού· διαιρείται δε εκ φύσεως εις ανατολικοβόρειον και δυτικονότειον· εκείνη μεν είναι ορεινοτέρα, κρημνωδεστέρα, κατάφυτος καστανηών και ολίγον καρποφόρος· αύτη δε ομαλωτέρα και ευφορωτέρα. Έχει δε όλη η Μαγνησία 47 χωρία περιέχοντα κατοίκους 50 χιλιάδας, εξ ων 1750 Τούρκοι· όλα δε τα χωρία είναι χριστιανικά πλην του Βώλου και των Λεχωνιών κατοικουμένων του μεν υπό μόνων Τούρκων, των δε υπό Τούρκων και Χριστιανών. Το πλήθος δε των κατοίκων δεικνύει πόσον πολυάνθρωπα ήσαν πολλά των χωρίων· το πολυανθρωπότερον δε ήτον η Μακρυνίτσα. Παρά την είσοδον δε του κόλπου του Βώλου και επί της παραλίας μικράς χερσονήσου, συνδεομένης εν σχήματι αγκώνος μετά της νοτειοδυτικής άκρας της λοιπής Μαγνησίας διά πετρώδους και δυσπροσίτου ισθμού μιας ώρας σχεδόν μήκος έχοντος, κείνται τα Τρίκερα ή Τρίκερη.
Μάιος Την 5 μαΐου εφάνησαν προς τα παράλια των Τρικέρων και του Αρμυρού πλοία Ύδρας και Σπετσών.
Πρό τινων ετών διέτριβεν εν Μαγνησία, σχολαρχών εν Μηλιαίς, ο Ανθιμος Γαζής, μέλος της Αρχής των Φιλικών, και προετοιμαστής κατ' εκείνα τα μέρη της επαναστάσεως. Ούτος καιροφυλακτών εκίνησεν εις επανάστασιν επί τω εμφανισμώ των ρηθέντων πλοίων, ήτοι την 7, τους κατοικούντας την Μαγνησίαν Χριστιανούς, εξ ων οι μεν επροοιμίασαν σκοτώσαντες τον διοικητήν τινων χωρίων επανερχόμενον έκ τινος επί συλλήψει υπόπτων προεστώτων περιοδίας, οι δε εκινήθησαν υπό τον Κυριακόν Μπαστέκην κατά των κατοικούντων τα Λεχώνια Τούρκων, και όλους σχεδόν, ως 600, εξωλόθρευσαν. Πληγωθέντος δε του Μπαστέκη, ανεδείχθη διάδοχος το πρωτοπαλλήκαρόν του ο Κοντονίκος. Εκείθεν εστράτευσαν οι Έλληνες εις πολιορκίαν του Βώλου, βοηθούμενοι υπό των ρηθέντων πλοίων καί τινων τρικεριωτικών· και οι μεν εστρατοπέδευσαν παρά το φρούριον, οι δε επί τινος λόφου πυραμοειδούς, κοινώς καλουμένου εξ αιτίας του σχήματός του «Πιλάφ - Τεπέ», σκοπεύοντες να κόψωσι διά της κατοχής εκείνης της θέσεως πάσαν συγκοινωνίαν του πολιορκουμένου Βώλου και του Βελεστίνου και Αρμυρού· εσύστησαν δε συγχρόνως και τοπικήν διοίκησιν, Β ο υ λ ή ν - Θ ε τ τ α λ ο μ α γ ν η σ ί α ς, εδρεύουσαν όπου το δεύτερον στρατόπεδον· μετ' ολίγον δε έστησαν και τρίτον πλησιέστερον του Βελεστίνου, εν τω αγίω Γεωργίω, και πλήρεις θάρρους και ελπίδων ώρμησαν άλλοι διά της πεδιάδος και άλλοι διά των βουνών εις Βελεστίνον, τον επάτησαν, τον έκαυσαν, ηνάγκασαν τους εν αυτώ Τούρκους να κλεισθώσιν εντός τεσσάρων πύργων, κειμένων εν μέσω ευρυχώρων αυλογύρων, και μηδενός εναντιουμένου εδόθησαν όλοι εις αρπαγήν και εις κραιπάλην. Κατά την έφοδον δε ταύτην επληγώθη ο Κοντονίκος, ον διεδέχθη ο Παναγιώτης Μπαστέκης. Αλλ' οι έγκλειστοι, βλέποντες την παράλυσιν των Ελλήνων, εθαρρύνθησαν τόσον, ώστε 60 μόνον έφιπποι εξήλθαν, και διαβάντες διά μέσου των Ελλήνων χιλίων όντων όλοι αβλαβείς έγειναν άφαντοι· μετά δέ τινας ώρας η καθημένη επί τινος υψώματος ελληνική σκοπιά ανήγγειλεν, ότι στράτευμα πολύ εφαίνετο επί της οδού της Λαρίσσης ερχόμενον προς τον Βελεστίνον. Πανικός τότε φόβος κατέλαβε τους Έλληνας· όλοι εγκατέλειψαν την κωμόπολιν και έτρεχαν προς το εν τω αγίω Γεωργίω στρατόπεδον· βλέποντες δε και οι εν τοις πύργοις Τούρκοι τους εχθρούς των φεύγοντας επέπεσαν, τους κατεδίωξαν μέχρι του στρατοπέδου και εσκότωσαν 60· οι δε λοιποί, υποπτεύοντες ότι και εν τω στρατοπέδω δεν ήσαν ασφαλείς, διεσκορπίσθησαν κακήν κακώς. Μετά τέσσαρας δε ή πέντε ημέρας εχύθησαν εντός της Χερσονήσου πολυάριθμα τουρκικά στρατεύματα υπό τον Μαχμούτπασαν Δράμαλην, διέλυσαν την πολιορκίαν του Εώλου, κατέστρεψαν τα χωρία Κανάλια και Κύπουρνα, έπεσαν εις Μακρυνίτσαν, εκυρίευσαν το επάνω μέρος αυτής φυγόντων των κατοίκων, εκυρίευσαν μετά ταύτα και το κάτω, επάτησαν και άλλα χωρία, έκαυσαν, ήρπασαν, εφόνευσαν, ηχμαλώτευσαν, και οι δυστυχείς Χριστιανοί κατέφευγαν πανταχόθεν προς το Τρίκερη. Ο δε Δράμαλης, αφήσας στράτευμα εις φύλαξιν του Βώλου, επανήλθεν εις Λάρισσαν· αλλά, μαθών ότι εσυστήθη εκ νέου ελληνικόν στρατόπεδον κατά το Μαλάχι πλησίον των Λεχωνίων, ωπισθοδρόμησε, συνήψε μάχην, ενίκησε και κατεδίωξε τους εχθρούς του μέχρι του ισθμού των Τρικέρων, όπου ευρών αντίστασιν επανήλθεν εις Λάρισσαν. Μόλις δε απηλλάχθησαν οι Έλληνες του δεινού τούτου εχθρού, και εσύστησαν πάλιν άλλο στρατόπεδον εν Λιθοκάστρω, πλησίον του μεγάλου χωρίου της Αργαλεστής, και έμειναν έκτοτε ανεπηρέαστοι, διότι ο Δράμαλης εθεώρει το μεν νεοσύστατον στρατόπεδον μικρού λόγου άξιον, την δε Μαγνησίαν υπεξούσιον· και τω όντι τέσσαρα μόνον χωρία, ο Λαύκος, το Προμίρι· η Αργαλεστή και τα Τρίκερη δεν είχαν προσκυνήσει· περιείχαν δε ψυχάς οκτακισχιλίας.
Από του πορθμού των Τρικέρων και του στομίου του μαλιακού κόλπου, αντικρύ της Λοκρίδος, της Βοιωτίας και της Αττικής μέχρι των Πρασιών (πόρτο Ράφτη) παρατείνεται νοτειοανατολικώς η μακρά και στενή νήσος Εύβοια, κοινότερον Εύριπος, μήκος έχουσα 160 μιλίων από του ακρωτηρίου Κηναίου (Λιθάδας) μέχρι Γεραιστού (Πλατανιστού), μέγιστον δε πλάτος 40 από Χαλκίδος μέχρι Κούμης. Η νήσος αύτη χωρίζεται της ξηράς διά πορθμού, πλάτος έχοντος επί μεν του προς τον Γεραιστόν στόματος 34 μιλίων, επί δε του προς το Κήναιον τριών. Ο τερπνότατος ούτος και μακρύς πορθμός, πού μεν πλατύς, πού δε στενός, κάπου δε φαινόμενος κλειστός και σχηματίζων λίμνην, καθίσταται στενότατος προς την Χαλκίδα. Επί δε της πλησίον Βοιωτικής γης έκειτο η Αυλίς, όθεν απέπλευσε τα πάλαι εις Τρωάδα ο πολυάριθμος και πανελλήνιος εκείνος στόλος. Εν μέσω δε του στενοτάτου μέρους του πορθμού αναδύει βράχος διχοτομών τον πορθμόν, εφ' ου εκτίσθη πυργοειδές οχύρωμα· και το μεν προς την Βοιωτίαν είναι πλατύτερον και ρηχότερον, το δε προς την Χαλκίδα στενότερον και βαθύτερον, δι' ο και ευπλευστότερον· ζευγνύεται δε ο βράχος μετ' εκείνης μεν διά λιθίνης γεφύρας, ως 70 ποδών το μήκος, μετά ταύτης δε διά ξυλίνης και κινητής κατά το ήμισυ μόνον μακράς· η υποκάτωθεν δε ρύμη της περιφήμου παλιρροίας κατατέρπει την όρασιν και την ακοήν. Κείται δε η πόλις αύτη, η θεωρουμένη παρά τοις αρχαίοις και παρ' ημίν ούσα μητρόπολις της νήσου, επί της άκρας πλατείας γλώσσης, όλη περιτετειχισμένη, και φέρουσα εισέτι τα σύμβολα του αγίου Μάρκου επί του τείχους· και η μεν ανατολική πλευρά της χωρίζεται της ξηράς διά τινος χαρακώματος, αι δε τρεις άλλαι είναι θαλασσόβρεκτοι· εκείθεν δε του προαστείου υπό Χριστιανών κατοικουμένου περιεχαράκωσαν οι Τούρκοι επί της επαναστάσεως ικανήν γην χρήσιμον εις βοσκήν. Τόσω δε σημαντική εθεωρείτο πάντοτε η περί ης ο λόγος πόλις διά την θέσιν της, ώστε π έ δ α ς - τ η ς - Ε λ λ ά δ ο ς εκάλει ταύτην και την Κόρινθον Φίλιππος ο Μακεδών, ε π ι δ έ σ μ ο υ ς δε συμπεριλαμβανομένης και της Δημητριάδος, ως κυρίας των προς τα Τέμπη παρόδων, οι μεταγενέστεροι του Φιλίππου. Αντικρύ δε τη Χαλκίδος επί της Βοιωτικής ξηράς και επί λόφου 130 ποδών ύψος έχοντος κείται το φρούριον του Καραμπαμπά, επέχον τόπον ακροπόλεως ως υπερκείμενον της Χαλκίδος. Τω όντι ο κύριος αυτού είναι και κύριος αυτής. Θαυμάσιος είναι ο έμπροσθεν της Χαλκίδος κυκλοειδής και όλος φαινόμενος ανείσοδος λιμήν. Δύο φρούρια είχε προ της επαναστάσεως η νήσος, το της Χαλκίδος, και το της Καρύστου τα προς τον Γεραιστόν, υπό τα όρος της Όχης, το κοινώς άγιον Ηλίαν, διά την επί της κορυφής του εκκλησίαν του προφήτου· εν ουδετέρω δε των φρουρίων επετρέπετο επί τουρκοκρατίας διαμονή Χριστιανών.
Έν των σημαντικωτέρων χωρίων της Ευβοίας είναι η Λίμνη, αντικρύ του οπουντίου κόλπου, ήτοι του κόλπου του Ταλαντίου. Οι πρόκριτοι του χωρίου τούτου έχοντος καί τινα πλοία, και άλλων τινών χωρίων, μαθόντες τα κατά την Ανατολικήν Ελλάδα, απεφάσισαν να υψώσωσι την επαναστατικην σημαίαν, και συνενοήθησαν μετά των Τρικεριωτών. Τας αρχάς δε του μαΐου οι καλοί ούτοι γείτονες ήλθαν εις βοήθειάν των, φέροντες τέσσαρα πλοία, πολεμεφόδια καί τινας στρατιώτας υπό τον Βαρούσαν Ανδρίτσου. Βλέποντες οι εν Ευβοία Τούρκοι όσα συνέβησαν πλησίον αυτών, υπώπτευαν μεν απόβασιν εις την νήσον των, αλλά τόσον δεν υπώπτευαν τους εντοπίους Χριστιανούς, ώστε θέλοντες να φυλάξωσι παραλίους τινάς θέσεις, ως τα Κανάτια και τον άγιον Νικόλαον, παρέλαβαν συναγωνιστάς πολλούς Χριστιανούς. Ιδόντες δε ερχόμενα τα τρικεριωτικά πλοία προς εκείνα τα παράλια ήρχισαν να τα τουφεκίζωσιν· αντετουφέκισαν τότε και οι καιροφυλακτούντες Λίμνιοι και οι των γειτονικών χωρίων, και ούτως ήρχισε και εκεί ο αγών. Οι Έλληνες υπερίσχυσαν κατά την πρώτην ταύτην σύγκρουσιν, απέβησαν και οι επί των πλοίων, συγκατεδίωξαν τους εχθρούς, εφόνευσαν ολίγους, και ηνάγκασαν τους λοιπούς να φύγωσιν. Μετά δε την φυγήν των συνήλθαν οι πρόκριτοι πολλών χωρίων εις Ξηροχώρι, διώρισαν τρεις οπλαρχηγούς, τον Βερούσην Μουστανάν, τον Νικολόν Ζαγωριανόν και τον Γιαννιόν Χαλκιάν, συνέλεξαν 2000 εντοπίους ενόπλους, και τους απέστειλαν τους μεν διά ξηράς τους δε διά θαλάσσης εις αποκλεισμόν της Χαλκίδος διά της συμπράξεως και των πλοίων των Τρικέρων και της Λίμνης· αλλ' οι εν τω φρουρίω τούτω Τούρκοι εξήλθαν και συνήψαν μάχην κατά τον Τροχόν διαρκέσασαν πανήμερον. Οι Έλληνες ετράπησαν· και πρώτον μεν κατέλαβαν το Δερβένι, εκείθεν δε μετέβησαν εις την παραθαλάσσιον θέσιν Βρυσάκια, όπου και ωχυρώθησαν· έμειναν δε εις αποκλεισμόν τα εντόπια πλοία της Λίμνης· αλλ' επειδή ήσαν μικρά και αδύνατα, επεκράτει δε εν τω στρατοπέδω δυσαρέσκεια κατά του Βερούση, τούτον μεν απέβαλαν και τον αντικατέστησαν προσωρινώς υπό του Σταύρου Βασιλείου Τομαρά, μετά ταύτα δε υπό του συμπολίτου των Αγγελή Νικολάου Γοβρίνα, ανδρός γενναίου, εμπειροπολέμου και φιλοπάτριδος· εμίσθωσαν δε και μετέφεραν εκ του λιμένος της αγίας Μαρίνας ως δυνατώτερον και καταλληλότερον διά τον αποκλεισμόν της Χαλκίδος, τo πλοίον του Αλεξανδρή Κριεζή υδραίου. Κατ' εκείνας τας ημέρας, ό εστι τον μάιον, ήλθεν εις Εύβοιαν και ετέθη υπό τας διαταγάς του Αγγελή και ο Νικόλαος Κριεζώτης Ευβοεύς, μετερχόμενος εν Ασία το ποιμενικόν έργον.
Αν και το κατά της Χαλκίδος σχέδιον δεν ευδοκίμησεν, η προ μικρού όμως αναφθείσα λαμπάς της επαναστάσεως εν Ευβοία δεν εσβέσθη διά την αποτυχίαν ταύτην ή την δύναμιν του εχθρού· ολίγον όμως έλειψε να σβεσθή διά την διχόνοιαν των Ελλήνων, ελθόντων κατ' αυτάς τας πρώτας ημέρας εις αλληλομαχίαν, διότι ο προ ολίγου αποβληθείς της αρχηγίας Βερούσης, ξενολογήσας τετρακοσίους, ήλθεν εις Λίμνην επί σκοπώ να την καύση προς εκδίκησιν· αλλ' απέτυχε και έφυγε χάρις εις τον αρχηγόν Αγγελήν και εις τον συναγωνιστήν του Κριεζώτην. Μετά τα συμβάντα ταύτα, ό εστι κατά τον ιούνιον, οι εν Χαλκίδι Τούρκοι εστράτευσαν πάλιν κατά των εν Βρυσακίοις Ελλήνων, σύροντες κανόνια, τους συνήντησαν εις Μάνικα, παράλιον θέσιν μίαν ώραν μακράν του φρουρίου, και επολέμησαν όλην την ημέραν. Οι Έλληνες, βοηθούμενοι υπό των πλοίων, έθραυσαν τους εχθρούς φονεύσαντες και πληγώσαντες σχεδόν 100· εξ αυτών δε εφονεύθησαν 11 και επληγώθησαν 15. Μετά δε την μάχην ταύτην οι μεν Τούρκοι επανήλθαν εις Χαλκίδα, οι δε Έλληνες εις το στρατόπεδον.
Μετά την επανάστασιν της Ευβοίας όλη η Ανατολική Ελλάς ήτον εις πλήρη επανάστασιν και εις την κατοχήν των Ελλήνων εκτός τινων εν αυτή φρουρίων και των πόλεων Πατρατσικίου και Ζητουνίου.
Τα σπέρματα της Φιλικής Εταιρίας πεσόντα εν καιρώ εις την γην της Μακεδονίας, εκαρποφόρησαν. Καθ' ον χρόνον εξερράγη η ελληνική επανάστασις η Θεσσαλονίκη ετέλει εν ελλείψει πασά υπό μουτεσελήμην, τον Ισούφμπεην, άνθρωπον καχεντρεχή και αιμοβόρον. Ούτος λαβών αφορμήν να υποπτεύση, ότι ήσαν συνωμόται και εντός και εκτός της Θεσσαλονίκης, και εν αυτώ τω αγίω Όρει, εκάλεσε τους προεστώτας των υπό την δικαιοδοσίαν του επαρχιών, σκοπεύων να ζητήση κατά την τουρκικήν συνήθειαν ομήρους εις ασφάλειαν, ίσως δε και να κρατήση αυτούς· αλλ' οι προεστώτες, εν γνώσει όσων εμελετώντο, δεν υπήγαν· απέστειλαν δε δευτερεύοντάς τινας, και εκ της τάξεως αυτών εδόθησαν οι ζητηθέντες όμηροι. Τούτο επηύξησε τας υποψίας της τουρκικής Αρχής. Το μέρος δε το υπέρ παν άλλο ανησυχάζον τον Ισούφμπεην ήτο το άγιον Όρος, όπου ο Εμμανουήλ Παπάς, προεστώς των Σερρών και θερμός οπαδός της Φιλικής Εταιρίας, είχε πολλούς και ισχυρούς προσηλύτους· αλλ' επειδή δυνάμει αρχαίων προνομίων απηγορεύετο η είσοδος οθωμανικών στρατευμάτων, ο Ισούφμπεης έστειλε κατ' αρχάς στρατεύματα μόνον προς τον ισθμόν του αγίου Όρους, μεγάλως ενοχλούντα τους κατοίκους των μερών εκείνων· ηθέλησε μετά ταύτα να πιάση και τους προεστώτας του Πολυγύρου, πρωτευούσης των Χασίκων χωρίων, ως υποκινούντας ταραχάς, και διέταξε να στρατεύσωσι προς την ρηθείσαν κωμόπολιν ο μεν αρχηγός της πολιτοφυλακής της Παζαρούδας, Τσιρίμπασης, μετά 500 διά των ορέων, ο δε ταμίας του Ισούφπασα των Σερρών Χασάναγας, ο διοικών τα Χάσικα χωρία, μετ' άλλων 500 διά της πεδιάδος, και
Μάιος εισελθόντες την 17 μαΐου να συλλάβωσι τους προεστώτας, ν' αφοπλίσωσι τους κατοίκους, και να ενδιαμείνωσιν· αλλ' οι προεστώτες, μαθόντες όσα ετεκταίνοντο, εξήλθαν την 16 αναθέσαντες εις άλλους την προμήθειαν των αναγκαίων τροφών και καταλυμάτων του ερχομένου στρατού. Την εσπέραν δε της αυτής ημέρας στρατιώται του διοικητού της κωμοπόλεως περιφερόμενοι ύβριζαν τους προστυχόντας, και ετουφέκισαν καί τινας νέους. Το περιστατικόν τούτο και οι απειλητικοί των Τούρκων λόγοι, έτι δε και φόνοι συμβάντες σποράδην εντός του πασαληκίου, έδωκαν αφορμήν να πιστεύσωσιν οι κάτοικοι, ότι όλοι θ' απέθνησκαν εν στόματι μαχαίρας επί της εισόδου των στρατευμάτων. Εις πρόληψιν δε του κακού έδραξαν τα όπλα, επάτησαν το διοικητήριον την επαύριον, εφόνευσαν τον διοικητήν και τους περί αυτόν 18 στρατιώτας και εστράτευσαν αυθημερόν εις προφύλαξιν της κωμοπόλεως, οι μεν κατά του Τσιρίμπαση, οι δε κατά του Χασάναγα, και ούτως ηνάγκασαν αμφοτέρους να οπισθοδρομήσωσι. Ταύτα μαθών ο μουτεσελίμης της Θεσσαλονίκης έγεινε θηρίον· εσούβλισε τους δυστυχείς ομήρους των επαρχιών, και απεκεφάλισε τον επίσκοπον Κυτρών, τον Χριστόδουλον Μπαλάνον, τον Χρήστον Μενεξέν και τον Κυδωνιάτην· δισχιλίους δε άλλους Χριστιανούς εφυλάκισεν εν τω ναώ και τη αυλή της μητροπόλεως και εγύμνωσε πολλάς οικίας. Είχαν δε οι Τούρκοι συμπράκτορας θερμούς εν ταις αθεμιτουργίαις τους κατοικούντας την πόλιν πολυαρίθμους Εβραίους οπλοφορήσαντας και αυτούς κατά των Χριστιανών. Αλλά τα κακά ταύτα εξήψαν αντί να σβέσωσι την αποστασίαν· διότι κατά το παράδειγμα του Πολυγύρου όλα τα χωρία της επαρχίας και άλλα κατόπιν αυτών έδραξαν τα όπλα, και πανταχόθεν συνέρρευσαν στρατεύματα, εξ ων εσυστήθησαν δύο στρατόπεδα, το μεν εκ Μαδεμοχωρι?? και Μοναχών εξελθόντων του αγίου Όρους υπό τας διαταγάς του Παπά, όστις ανηγορεύθη α ρ χ η γ ό ς - κ α ι - π ρ ο σ τ ά τ η ς - τ η ς - Μ α κ ε δ ο ν ί α ς, το δε εκ Χασικοχωρητών και Κασσανδρέων υπό τον οπλαρχηγόν Χάψαν Κασσανδρέα. Τα δύο δε ταύτα στρατόπεδα πολλάκις αψιμαχήσαντα προς τους εχθρούς υπερίσχυσαν· το υπό τον Χάψαν μάλιστα επροχώρησε μέχρι της Καλαμαρίας και κατεδίωξε τους Τούρκους δύο ώρας μακράν της Θεσσαλονίκης. Μεσούντος δε του Ιουνίου ο Μπαηράμπασας, ετοιμαζόμενος να στρατεύση εις Ανατολικήν Ελλάδα και Πελοπόννησον, έπεσεν εν πρώτοις πανστρατιά επί τον Παπάν, εστρατοπεδευμένον προς το βάθος του Στρυμονικού κόλπου (της Κοντέσσας), και τον εβίασε να υποχωρήση προς τα όρη· στραφείς δε μετά ταύτα και κατά του άλλου στρατοπέδου, ηνάγκασε και αυτό να υποχωρήση προς τα όρη. Εντεύθεν εμψυχωθέντες οι εν Θεσσαλονίκη Τούρκοι, παραλαβόντες και τους Εβραίους, επροχώρησαν μέχρι των Βασιλικών, 4 ώρας μακράν της Θεσσαλονίκης, όπου ηύραν 200 Έλληνας οπλοφόρους υπό τον Χάψαν. Γενναίως επολέμησαν κατ' αρχάς οι ολίγοι ούτοι, αλλ' ενικήθησαν διά τον μικρόν αριθμόν των, και επί τέλους ετράπησαν· εφονεύθησαν δε 60 εν οις και ο πολλού επαίνου άξιος αρχηγός· οι δε Τούρκοι και οι Εβραίοι, εμβάντες εις την κώμην, την έκαυσαν φονεύσαντες και ανδραποδίσαντες τους κατοίκους. Άλλη μάχη, επίσης δυστυχής, συνέβη μετά τινας ημέρας κατά την Γαλάτισταν, 2 ώρας απέχουσαν των Βασιλικών ανατολικώς. Οι Τούρκοι έκαυσαν και την κώμην εκείνην, τους δε εν αυτή Χριστιανούς, τους μεν εφόνευσαν, τους δε ηνδραπόδισαν. Οι Έλληνες μετά τα δυστυχήματα ταύτα απεσύρθησαν, οι μεν εις Κασσάνδραν, οι δε εις άγιον Όρος, καί τινες εις τα επί της Σιδωνίας χωρία, Παρθενώνα και Συκιάν.
Η χερσόνησος Κασσάνδρα ή ελληνικώτερον Κασσάνδρεια, είναι η το πάλαι γνωστή Πελλήνη και παλαιότερον Φλέγρα· προέχει εις την θάλασσαν μεταξύ του Θερμαϊκού και Κορωναίου κόλπου ως 40 μίλια μέχρι του ακρωτηρίου Κανάστρου, κοινώς λεγομένου Παλιούρι. Επί του ισθμού δε της χερσονήσου ταύτης κείται το χωρίον Πινάκα, όπου έκειτο άλλοτε η Ποτίδαια, η τόσων λογομαχιών και κακών πρόξενος μεταξύ Αθηναίων και Μακεδόνων· το δε πλάτος του ισθμού είναι περίπου 450 οργυιών. Οι Έλληνες, αφ' ού συνηθροίσθησαν εντός της χερσονήσου, έκοψαν τον ισθμόν τούτον· εντεύθεν δε της τομής ωχυρώθησαν κατ' αρχάς 2700 οπλοφόροι εντόπιοι στήσαντες και Κανόνια εκ Ψαρών μετακομισθέντα· εβοηθούντο δε και υπό δύο Λιμνίων πλοίων· εισήλθαν μετά ταύτα εις την χερσόνησον και 400 Ολύμπιοι υπό τους οπλαρχηγούς Λιακόπουλον και Μπίνον. Επί δε του αγίου Μάμαντος αντεστρατοπέδευσαν και ωχυρώθησαν τριπλάσιοι Τούρκοι, οίτινες αφού άπαξ επί αποπείρα εφόδου επλησίασαν μέχρι της τομής και απεκρούσθησαν, περιωρίσθησαν εις ακροβολισμούς αποβαίνοντας συνήθως προς βλάβην των. Οι δε εντός της χερσονήσου Έλληνες, έχοντες τα ανωτέρω πλοία και ικανά πλοιάρια, απέβαιναν συχνάκις εις διάφορα μέρη διά νυκτός και ηνόχλουν τους εχθρούς. Και ταύτα μεν τα κατά την Μακεδονίαν τω καιρώ εκείνω.
Μεταβαίνοντες δε ήδη εις τα της Κρήτης, κρίνομεν αναγκαίον να θεωρήσωμεν πρώτον την εσωτερικήν κατάστασιν αυτής.
Ουδαμού της αποστατησάσης Ελλάδος ο αριθμός των Τούρκων ως προς τον των Χριστιανών ήτο τόσον πολύς, ή ο χαρακτήρ αυτών τόσον κακοποιός, ή το σύστημά των τόσον ολέθριον, όσον εν Κρήτη· 290,000 ελογίζοντο όλοι οι κάτοικοι της νήσου, εξ ων οι μεν 160,000 ήσαν Χριστιανοί, οι δε 130,000 Τούρκοι (β). Αλλ' οι Χριστιανοί ουδεμίαν είχαν των δημοτικών ελευθεριών, ων απελάμβαναν οι των άλλων μερών της Ελλάδος ομόπιστοί των· ως είλωτες εθεωρούντο, και είλωτες ήσαν· τα τέκνα των ηρπάζοντο καθ' ημέραν ή εις υπηρεσίαν των Τούρκων ή εις θεραπείαν των αισχρών ορέξεών των, και οι ιδρώτες των εχρησίμευαν εις τροφήν και ηδυπάθειάν των. Υπό τρεις πασάδας ετέλει η νήσος. Το Μεγάλον Κάστρον (Ηράκλειον), η Ρεθύμνη, και τα Χανιά (Κυδωνία) ήσαν αι πόλεις όπου έδρευαν· αλλ' ουδείς των τριών, εξ ων ο του Μεγάλου Κάστρου έφερε τίτλον βεζίρη, εξουσίαζε την Κρήτην· την εξουσίαζεν η μάχαιρα των εντοπίων Τούρκων φοβίζουσα πολλάκις και αυτούς τους πασάδας· ο τυχών Τούρκος, διότι ήτο Τούρκος, ύβριζεν, εξύλιζεν, επιστόλιζεν, εγύμνονε τον τυχόντα Χριστιανόν, διότι ήτο Χριστιανός, και ποτέ δεν επαιδεύετο όσον αξιόποινος και αν ήτο η διαγωγή του· οι αγάδες ηγόραζαν διά βίου τας προσόδους των χωρίων, και τοιουτοτρόπως μετήρχοντο, μηδενός εναντιουμένου, πάσαν εξουσίαν επί των Χριστιανών, ως αυθένται επί δούλων (γ)· επί τω θανάτω δε των πατέρων διεδέχοντο συνήθως την εξουσίαν οι υιοί, ώστε η δουλεία απέβαινε κληρονομική. Εντεύθεν ευκόλως δύναταί τις να συμπεράνη πόσον έπασχεν ο χριστιανικός λαός. Μόνοι οι ορεσίτροφοι απέφευγαν τα κακά ταύτα· μεταξύ δε τούτων διέπρεπαν οι Σφακιανοί κατοικούντες τραχείαν και βουνώδη γην υπό τας κορυφάς των Λευκών ορέων. Ο ολίγος ούτος λαός είναι ανδρείος και εμπειροπόλεμος, αλλ' άτακτος και φιλάρπαξ, καθώς όλοι οι μη ζώντες υπό νόμον, και μάλλον αδιοίκητος ή αυτοδιοίκητος.
Η Κρήτη έπαθε θρησκευτικώς ό,τι δεν έπαθεν άλλο μέρος της αποστατησάσης Ελλάδος, διότι ουδέν άλλο υπέστη όσα πολιτικά κακά υπέστη η νήσος εκείνη.
Πολλούς αιώνας προ της πτώσεως της λοιπής Ελλάδος υπό τον οθωμανικόν ζυγόν, εν έτει 653 μετά Χριστόν, επατήθη η Κρήτη υπό των περί τον Μοάβιον στρατηγόν του Οσμάν - καλίφη Αράβων· κατεξουσιάσθη δε υπό των εξ Ισπανίας κατάδιωχθέντων και κατασταθέντων μέχρι τινός εν Αλεξάνδρεια ομοφύλων αυτών μεσούντος του ι' αιώνος, και διέμεινεν υπεξούσιος έως ου τους εξήλασε Νικηφόρος ο Φωκάς επί του αυτοκράτορος Ρωμανού, εγγόνου Βασιλείου του Μακεδόνος. Υπό την μακράν δε ταύτην αραβικήν ή σαρακινήν εξουσίαν πάμπολλοι των εγκατοίκων ηλλαξοπίστησαν, αλλ' επανήλθαν εις την θρησκείαν των πατέρων των επανελθούσης της πατρίδος των υπό την βυζαντινήν αυτοκρατορίαν· ηλλαξοπίστησαν δε πάλιν πεσούσης της πατρίδος των υπό τον οθωμανικόν ζυγόν.
Σκληροί και αιμοβόροι πάντοτε οι Κρήτες Τούρκοι, καθώς τους παρεστήσαμεν, εύκολον είναι να συμπεράνη τις πόσον εξεμάνησαν κατά των Χριστιανών, μαθόντες τας εν Πελοποννήσω ταραχάς. Υποπτεύοντες όμως ότι δάκτυλος ρωσσικός τας υπεκίνει, δεν εκακοποίησαν τους Χριστιανούς κατ' αρχάς ειμή σποράδην, και έβαλαν κατά νουν να προφυλαχθώσι μάλλον ή να βλάψωσι· διά τούτο αφώπλισαν τους κατά τας πόλεις και τα πέριξ χωρία, τους κατεδίκασαν να εργάζωνται καθ' ημέραν υπό εργοδιώκτας εις επισκευήν και εφοδιασμόν των φρουρίων, και μετεκάλεσαν εις το Μεγάλον Κάστρον τους αρχιερείς των ανατολικών επαρχιών.
Αν και η επανάστασις εξηπλώθη καθ' όλην την Πελοπόννησον και διεδόθη και εις το Αιγαίον, αν και πλοία υπό σημαίαν ελληνικήν εφαίνοντο κατά τα παράλια της Κρήτης, οι κάτοικοι αυτής Χριστιανοί και οι επί των πεδινών και οι επί των ορεινών τόπων δεν εσείσθησαν παντάπασιν· οι δε αρχιερείς κατέβαλαν πάσαν φροντίδα εις διατήρησιν της ησυχίας καθ' όλην την νήσον εκδώσαντες εγκυκλίους προς τους υπό την ποιμαντορίαν των, δι' ων εξύμνουν τας απείρους προς αυτούς αγαθοεργίας της υψηλής Πύλης, και τους εσυμβούλευαν να προσέχωσιν αυστηρώς μη τύχη και διά κακοβούλων και απατηλών εισηγήσεων αποπλανηθώσιν, ως οι αχάριστοι Πελοποννήσιοι, από της σωτηρίου οδού της προς την Πύλην υποταγής των· ενήργουν δε εν ειλικρινεία, διότι έβλεπαν παν κίνημα επαναστατικόν τείνον εις εξολόθρευσιν των Χριστιανών, και έσπευδαν να μαλάξωσι την σκληράν και αιμοχαρή καρδίαν των εντοπίων Τούρκων διά πλουσίων δωρεών· αλλά τα θηρία δεν ανθρωπίζονται.
Πρό τινος καιρού είχαν συστηθή εν ταις πρωτευούσαις των Χανιών και της Ρεθύμνης δύο αλληλοδιδακτικά σχολεία. Αν και η περί της συστάσεως αυτών άδεια ηγοράσθη δι' αδράς δαπάνης, και η διδασκαλία ήτον η συνήθης, τα σχολεία ταύτα εθεωρήθησαν σχολεία αποστασίας και πολέμου, εκλείσθησαν μεσούντος του μαρτίου, και οι διδάσκαλοι εφυλακίσθησαν.
Μάιος Κατ' αίτησιν δε του όχλου εφυλάκισεν ο πασάς των Χανιών Λατίφης, αρχομένου του μαΐου, και τον επίσκοπον Κισάμου, ως δήθεν υποκινούντα εις επανάστασιν τους Χριστιανούς· μετά δέ τινας ημέρας, οχλαγωγίας δευτέρας γενομένης, φοβηθείς παρέδωκε τον δυστυχή επίσκοπον εις τον όχλον επ' ελπίδι να τον καθησυχάση μη αναλογισθείς ότι ο ενδίδων εις παράφορον και μανιώδη όχλον τον θρασύνει και τον φέρει εις δεινότερα. Παραλαβών ο όχλος τον επίσκοπον, τον εβασάνισε, τον επόμπευσεν ημίγυμνον διά των οδών και την 19 τον εκρέμασεν έξω της πόλεως· εκρέμασε συγχρόνως και τον διδάσκαλον του αλληλοδιδακτικού. Τούτου δε γενομένου εζήτει ο θηριώδης όχλος την άδειαν να σφάξη και όλους τους εν τη πόλει Χριστιανούς· επελθόντος όμως του ραμαζανίου, ανεβλήθη η γενική σφαγή.
Ιούνιος Αλλά την 17 ιουνίου ηνοίχθησαν αι οπλοθήκαι εις εφοπλισμόν των Τούρκων, υψώθησαν και περιεφέροντο εις όλην την πόλιν σημαίαι πολέμου, και επροοιμίασε την μέλλουσαν καταστροφήν ο φόνος δυστυχούς τινος σιδηρουργού εν ώ ειργάζετο. Την δε ακόλουθον ημέραν, ό εστι την τελευταίαν του ραμαζανίου, εξεδόθη ο προ πολλού ζητούμενος ορισμός του πασά και ανεγνώσθη και φετφάς εις εξολόθρευσιν των Χριστιανών. 30 εξ αυτών (διότι οι άλλοι επρόλαβαν και έφυγαν) είχαν απομείνει εν τη πόλει υπό την προστασίαν αγάδων τινών, και τους 30 ο όχλος εθανάτωσεν αυθημερόν, εν οις και τον διερμηνέα του πασά, εγύμνωσε δε και την μητρόπολιν αρπάσας τα ιερά σκεύη και τα άμφια· την δε επιούσαν νύκτα εξήλθε της πόλεως, 20 χωρία και πολλά μοναστήρια έκαυσε, όσους Χριστιανούς ηύρεν όλους εξολόθρευσε πνίξας σφάξας καύσας και κρεμάσας, και δι' όλης δεκαπενθημερίας επώλει εν τη αγορά των Χανιών γυναίκας· εν ενί λόγω πάσα ημέρα ολοκλήρου μηνός ήτον ημέρα φρίκης, και η εξοχή των Χανιών θέατρον καταστροφής και ερημώσεως (δ).
Η δεινή αύτη θέσις των τρισαθλίων Χριστιανών ηνάγκασε πολλούς κατοικούντας τα πεδινά ν' αναβώσι χάριν ασφαλείας εις τα όρη, και να καταφύγωσι κυρίως εις Σφακιά. Εφάνη δε κατ' εκείνας τας ημέρας εν τη νήσω της Κρήτης ό,τι ουδαμού εφάνη της Ελλάδος. Καθ' ον καιρόν οι ειδωλολάτραι αυτοκράτορες κατεδίωκαν τους Χριστιανούς, πολλοί εις αποφυγήν βασάνων ελάτρευαν παρρησία τα είδωλα, αλλ' εν κρυπτώ τον Χριστόν· τοιούτον τι συνέβη εν τη Κρήτη, επί της τελευταίας υποδουλώσεώς της. Τινές των πλουσιωτέρων οικογενειών του μεγάλου Κάστρου και των γειτονικών αυτού μερών εδέχθησαν μεν αναφανδόν τον ισλαμισμόν εις ασφάλειαν ζωής, τιμής και περιουσίας, επρέσβευαν όμως μυστικώς τα του ευαγγελίου, και ανέτρεφαν κατά τον αυτόν τρόπον τα τέκνα των. Τοιούτοι ανεφάνησαν, αρχομένης της επαναστάσεως, εις έκστασιν Τούρκων και Χριστιανών, μεταξύ άλλων και οι ισχύοντες Κουρμούλαι, οίτινες ομολογήσαντες παρρησία την εν κρυπτώ χριστιανικήν θρησκείαν των, και δράξαντες τα όπλα, μετέβησαν από του επί της ευκάρπου πεδιάδος της Μεσκράς χωρίου των Κουσέ εις Σφακιά, εγκαταλείψαντες όλην την πλουσίαν περιουσίαν των, και έτοιμοι να χύσωσι το αίμα των υπό την σημαίαν του σταυρού· μετέφεραν δε εις Σφακιά και όλους τους χωρικούς των Χριστιανούς. Ήσαν δε οι μεταναστάντες ψυχαί 1200.
Μόλις τον τελευταίον μάρτιον έλαβαν οι Σφακιανοί αμυδράν τινα ιδέαν της Εταιρίας, ελθόντος προς αυτούς Νικολάου τινός Βαρελζόγλου ή κατ' άλλους Καρατσά, αποστόλου της Εταιρίας. Τοις είπεν ο απόστολος ό,τι έλεγαν οι λοιποί, δηλαδή ότι όλα τα βοηθήματα θα ήρχοντο εντός ολίγου εκ της Ρωσσίας· διά τούτο ουδεμία ετοιμασία προϋπήρχεν. Είχε καταπλεύσει εις Λούρον, λιμένα των Σφακιών, μεσούντος του απριλίου, πλοίον φέρον προς αυτούς δωρεάν, αλλ' επί πλαστή πωλήσει διά το ανύποπτον, ικανήν ποσότητα πυρίτιδος και μολύβδου· αλλά το πλείστον μέρος της πολεμικής ταύτης ύλης διεσκόρπισαν οι Σφακιανοί, πιστεύοντες όσα τοις έλεγεν ο απόστολος. Εν τοσούτω είτε έτοιμοι είτε ανέτοιμοι δεν ημπόρουν να μείνωσιν ακίνητοι. Τα παθήματα των λοιπών Χριστιανών της Κρήτης τοις έλεγαν καθαρά τι θα επάθαιναν και αυτοί· ήξευραν ότι οι Τούρκοι εμελέτων να πατήσωσιν επί του μπαϊραμίου τα βουνά των, αν δεν παρέδιδαν ως οι άλλοι τα όπλα· ηύραν δε προθύμους συναγωνιστάς και τους Ριζίτας, ό εστι τους επί της αρκτικής υπωρείας των αυτών βουνών Χριστιανούς, εν οις διέπρεπαν οι κατοικούντες τα σημαντικότερα δύο χωρία, Λάκκους και Θέρισον· συνηνώθησαν και οι Μεσαρίται, Αποκωρονίται, Αγιοβασιλίται και άλλοι, διηρέθησαν εις διάφορα σώματα και πρώτοι οι περί τον Γιάννην Χάλην, τον Παπαδανδρέαν και τον Μουστογιάννην προσέβαλαν την 14 εχθρούς εξελθόντας επί λεηλασία κατά το εν τη επαρχία των Χανιών Λούλον, τους έβλαψαν και τους έτρεψαν. Τούτου γενομένου, ο μεν Γεώργης Δασκαλάκης ο και Τσελεπής, ο Σήφακας Κωνσταντουδάκης, ο Ανδρέας Φασουλής, οι κατά το Λούλον αριστεύσαντες και άλλοι εστράτευσαν εις Κεραμεία, εν τη επαρχία και αυτά των Χανιών, εκτύπησαν τους εκεί εχθρούς και τους διεσκόρπισαν· κατέλαβαν δε και διαφόρους πλησιοχώρους θέσεις εν αις και το ορεινόν χωρίον Μαλάξαν, όπου πολλάκις εφορμήσαντας τους εχθρούς απέκρουσαν συνεργεία και του παρασκηνούντος Αναγνώστη Παναγιώτου. Οι δε υπό τον Ρούσον Μπουρδουμπάν, τον Αναγνώστην Παπαδάκην, τον Αντώνην Μελιδώνην, τους Δεληγιαννάκας, τους Σουδερούς και άλλους, εν οις και ο είς των δύο αδελφών Κουρμούλων, ο άλλοτε Χουσεΐναγας, και νυν Μιχάλης και οι δύο του υιοί, επάτησαν τας επαρχίας Αποκορώνου, Ρεθύμνης και αγίου Βασιλείου, έπεσαν επί το οχύρωμα του Αρμυρού και το εκυρίευσαν, απέκλεισαν εντός δυνατού πύργου κειμένου εν τω Προσνέρω εκατόν Τούρκους υπό τον Αληδάκην μετακομίσαντες εκ του Αρμυρού και κανόνια, συνήψαν δεινήν μάχην παρά τας Καλύβας, όπου εστάθμευαν εχθροί εξελθόντες των Χανιών, έπαθαν και εκινδύνευσαν κατ' αρχάς, αλλ' επιτεθέντων όπισθεν των περί τον Δασκαλάκην και Σήφακαν, εκραταιώθησαν και υπερίσχυσαν. Οι αυτοί απήντησαν μετ' ολίγον διακοσίους εχθρούς υπό τους επί κακουργία γνωστούς Ισμαήλ Κουντούρην και Γλυμίδην κατά τον Αϊγιάννην (Καϋμένον), τους περιεκύκλωσαν, επήραν δύο σημαίας και εσκότωσαν αμφοτέρους τους αρχηγούς ανδρείως μαχομένους. Και άλλαι άλλων Τούρκων και Χριστιανών συγκρούσεις πολλαχού κατά τους αυτούς καιρούς συνέβησαν, εν αις οι Χριστιανοί ως επί το πλείστον υπερίσχυσαν. Μετά δε την κατά τον Αϊγιάννην μάχην επροχώρησαν οι νικηταί εις Αμπαδιάν εν τη επαρχία Αμαρίου, έτρεψαν τους αγρίους κατοίκους των χωρίων αυτής, συνέλαβαν ζώντα τον επ' ανδρία ονομαστόν Ντελή - Μουσταφάν, τον εφόνευσαν μη θελήσαντα να βαπτισθή και έκαυσαν τινά των χωρίων. Εκείθεν έπεσαν εις την Επισκοπήν εκ τριακοσίων σχεδόν οικιών συγκειμένην, των πλείστων τουρκικών, έκαυσαν πολλάς αυτών, έκαυσαν το εν αυτή ζαμίον και την πλουσίαν τουρκικήν βιβλιοθήκην και εφόνευσαν καί τινας· φθάσαντες δε εις Ατσιπόπουλον εκυκλώθησαν αίφνης υπό δισχιλίων Τούρκων εφορμησάντων εκείθεν, επολεμήθησαν και ηναγκάσθησαν να εξέλθωσι του χωρίου, αλλ' ούτε απεμακρύνθησαν, ούτε έπαυσαν ενοχλούντες τους πλησίον εχθρούς. Παρέπλεαν δε καί τινα Κάσσια πλοία υπό τον Θεοδωρήν Κανταρτσήν εις ενίσχυσιν του αγώνος.
Ανίκανοι δε οι Χανιώται και οι Ρεθύμνιοι Τούρκοι να βλάψωσιν αυτοί μόνοι τους εχθρούς των, ούς εφρύατταν βλέποντες έξωθεν σχεδόν των πυλών των φρουρίων, επεκαλέσθησαν την σύμπραξιν των Καστρινών και άλλων εις καταδίωξίν των.
Έμελλεν εν τούτοις, αφ' ού τόσον αθώον χριστιανικόν αίμα εχύθη τήδε κακείσε εντός της Κρήτης, να χυθή και το ιερώτερον και πολυτιμότερον επ' αυτού του αγίου θυσιαστηρίου, καθ' ην ώραν εδοξολογείτο ο Ύψιστος.
Έδρευαν εν τω Μεγάλω Κάστρω ο αρχιεπίσκοπος της νήσου Γεράσιμος και ο επί ψιλώ ονόματι επίσκοπος Διουπόλεως· είχαν προσέλθει επί τη προσκλήσει της τουρκικής Αρχής και οι επίσκοποι των ανατολικών επαρχιών, ο Κνωσσού, ο Χερονήσου, ο Λάμπης και ο Σιτείας. Όλοι δε οι εν τω φρουρίω Χριστιανοί, κληρικοί και λαϊκοί, μηδ' αυτών των αρχιερέων εξαιρουμένων, ειργάζοντο εις τα του φρουρίου όχι μόνον τας καθημερινάς, αλλά και τας εορτάς μετά την απόλυσιν της εκκλησίας. Την 23 προ της ανατολάς του ηλίου εκλείσθησαν αίφνης αι πύλαι, ώρμησε πλήθος αιμοχαρών Τούρκων φρυαττόντων και ξιφηφορούντων εις την μητρόπολιν, και απαντήσαντες καθ' οδόν δύο Χριστιανούς, Χαλκωματάδας επονομαζομένους, πορευομένους και αυτούς εις το αυτό μέρος, τους εφόνευσαν. Εντεύθεν προοιμιάσαντες εχύθησαν εντός της μητροπόλεως· και κλείσαντες τον πυλώνα έπεσαν κατά των εν αυτή χριστιανών ως λέοντες ορυόμενοι· και πρώτον μεν εφόνευσαν 75 κοσμικούς, προσμένοντας εν τη αυλή τους αρχιερείς, ίνα συναπέλθωσιν εις τας συνήθεις εργασίας των· μετά ταύτα δε ανέβησαν άλλοι μεν εις τα επάνω, άλλοι δε εις το κάτω συνοδικόν, και εφόνευσαν τον αρχιεπίσκοπον και τους πέντε επισκόπους. Μεθύσαντες από του αίματος αυτών, επατήσαν και αυτήν την εκκλησίαν, εν ώ εψάλλετο η ακολουθία, και ο τόπος των θείων δοξολογιών, των οικτιρμών και της αγιότητος έγεινε τόπος βλασφημιών, αιμάτων και πάσης βδελυρίας· εισήλθαν μετά ταύτα εις τα άγια των αγίων και αιματόβαψαν το αναίμακτον θυσιαστήριον, μαχαιροκόψαντες τον ιερουργούντα· και τα μεν σώματα των αρχιερέων και κληρικών εισέτι σπαράττοντα έρριψαν εις τας οδούς, έκοψαν δε την γηραιάν κεφαλήν του αρχιεπισκόπου, και άλλοι μεν εμπήξαντες αυτήν επί ξύλου την επόμπευσαν διά της πόλεως και την έφεραν ενώπιον του βεζίρη Σερήφπασα, άλλοι δε εχύθησαν εις τας οδούς της πόλεως σπώντες τας θύρας των χριστιανικών οικιών και των εργαστηρίων, και τους μεν άνδρας φονεύοντες, εν οις και τους δύο αδελφούς του αρχιεπισκόπου, τας δε νέας γυναίκας καταισχύνοντες, πολλά δε παιδία περιτέμνοντες. Η πόλις εν ενί λόγω ωμοίαζε τρεις ώρας πόλιν δορυάλωτον. Μετά ταύτα ηνοίχθησαν αι πύλαι και διεσπάρησαν οι ανθρωποκτόνοι εις τα χωρία, φονεύοντες όλους τους άνδρας όσοι δεν επρόφθασαν ν' αναβώσιν εις τα όρη. Σκοπός δε αυτών ήτον ουδ' ένα άνδρα Χριστιανόν ζώντα ν' αφήσωσι· διά τούτο καταφθάσαντες 27 εν τω χωρίω Βενεράτω, και τους 27 εθανάτωσαν. Μόλις το δειλινόν εξέδωκεν ο βεζίρης ορισμόν να παύση η ανθρωποκτονία, και να φυλακισθώσιν οι εναπομείναντες Χριστιανοί, ως αναγκαίοι να εργάζωνται· έκτοτε έπαυσαν οι εν τη πόλει φόνοι· αλλ' η διαρπαγή των οικιών και των εργαστηρίων διήρκεσεν όλην την νύκτα και όλην την επιούσαν ημέραν. 730 ελογίσθησαν οι εν τω Μεγάλω Κάστρω θανατωθέντες κατ' εκείνην την ημέραν. Παυσάσης δε της σφαγής, ήρχισεν η φυλάκισις· οι κρυπτόμενοι Χριστιανοί ανευρισκόμενοι εσύροντο εις τας φυλακάς, και τόσον απανθρώπως ερραβδίζοντο, ώστε τινές απέθαναν πριν φυλακισθώσι· πολλοί δε των φυλακισθέντων εξεψύχησαν βασανιζόμενοι.
Τα συμβάντα ταύτα μαθών αγάς τις, έχων υπό την εξουσίαν του χωρία τινά εν τη ανατολική επαρχία της Κρήτης, Σιτεία, ο Χατσή - αφεντάκης, εμάνδρευσεν εντός της αυλής του τους χωρικούς του Χριστιανούς ως διακοσίους, επί λόγω ότι ήθελε να τοις λαλήση, και κλείσας την αυλόθυραν τους εφόνευσεν, έχων συνεργούς τους συγγενείς του, τους επιστάτας των χωρίων του και άλλους Τούρκους· ο δε πασάς, μαθών το γεγονός, υπερεπήνεσε τον πολύν ζήλον και την αφιλοκέρδειαν του χριστιανοβόρου αγά. Μετά τινας δε ημέρας ο εν Ρεθύμνη Οσμάμπασας εκάλεσε και αυτός τους ηγουμένους διαφόρων μοναστηρίων και διαφόρους ιερείς των εν τοις χωρίοις των επαρχιών Μυλοποτάμου και Αμαρίου επί λόγω να διανείμη δι' αυτών τοις ομοπίστοις των έγγραφά του εις ασφάλειάν των· συνελθόντας δε τους εθανάτωσεν όλους· εν ενί λόγω, εκτός των άλλων μεγάλων συμφορών των εν Κρήτη Χριστιανών, χίλιοι τουλάχιστον αθώοι, εν οις και επτά αρχιερείς, εθανατώθησαν ταις θλιβεραίς εκείναις ημέραις.
Οι δε Ρεθύμνιοι και Χανιώται Τούρκοι, πάσχοντες διά ξηράς, ουδέ την διά θαλάσσης συγκοινωνίαν είχαν ελευθέραν, διότι την διέκοπταν παραπλέοντα μεταξύ των δύο φρουρίων τα πλοία της Κάσσου. Αλλ' ευρόντες προθύμους αντιλήπτορας τους Καστρινούς, τους Κισαμίους και τους Σελινιώτας, ων την σύμπραξιν επεκαλέσθησαν, απεφάσισαν να πατήσωσι τα Σφακιά οι μεν εντεύθεν οι δε εκείθεν. Ολίγοι ήσαν οι ενδιαμένοντες οπλοφόροι Χριστιανοί, διότι οι πολλοί ήσαν ήδη διεσπαρμένοι εις άλλας θέσεις· διέμεναν δε οι πλείστοι εν τω χωρίω Ασκύφω, κατείχαν τινές και τον Καλλικράτην.
Ιούλιος Αρχομένου του Ιουλίου εξεστράτευσαν πρώτοι οι Καστρινοί και οι Ρεθύμνιοι, συνηνωμένοι, ους ιδόντες εφορμώντας οι κατέχοντες τον Καλλικράτην, τον εγκατέλειψαν, οι δε Τούρκοι τον έκαυσαν, και καταλαβόντες την επαύριον τον Ασκύφον κατέστρεφαν τα πέριξ. Αλλ' οι καταλιπόντες τα δύο χωρία οπλοφόροι Χριστιανοί, ενισχυθέντες μετ' ολίγον υπό τινων άλλων πολλαχόθεν προσελθόντων, τους προσέβαλαν αίφνης εν αφοβία διάγοντας και αμερινία, και τους απεδίωξαν. Επήλθαν άλλοθεν και οι Κισάμιοι και οι Σελινιώται, αλλ' ευρόντες αντιπάλους κατά τα Ποροσάλια ετράπησαν και αυτοί. Την δε 4 εξεστράτευσαν οι Χανιώται υπό τον Οσμάμπασαν φέροντες και 4 κανόνια· πορευόμενοι εις Λάκκους και Θέρισον απήντησαν την επαύριον λίαν πρωί κατά το χωρίον Φουρνές, τους περί τον Δασκαλάκην, τον Βασίλην Χάλην και τον Φασούλην, και προχωρούντες εις το δάσος προς το χωρίον Μεσκλά, επολέμουν αμφιρρεπή και δεινόν πόλεμον μέχρι του δειλινού· αλλ' επελθόντων άλλοθεν κατ' εκείνην την ώραν των περί τον Αναγνώστην Παναγιώτου, τον Ανδρέαν Παπαπωλάκην και τον Σταμάτην Ανωγειανόν, ηναγκάσθησαν να τραπώσιν, εγκαταλείψαντες ζώα, πολεμεφόδια, σημαίας και τα 4 κανόνια. Υπερτριακόσιοι εξ αυτών εφονεύθησαν και 40 ηχμαλωτίσθησαν· όλοι δε οι αιχμαλωτισθέντες απέθαναν εν στόματι μαχαίρας· εφονεύθησαν και εκ των Ελλήνων 20, και επληγώθησαν 40· διεκρίθησαν δε επ' ανδρία οι Λακκιώται, και εξόχως ο Σαρηδαντώνης και ο Νικολουδάκης· ήσαν δε όλοι οι συγκρουσθέντες, Χριστιανοί μεν εννεακόσιοι, Μωαμεθανοί δε υπερδισχίλιοι. Και ούτοι μεν επανήλθαν πανταχόθεν κατησχυμένοι εις τα ίδια, οι δε Χριστιανοί κατέλαβαν και αύθις τας προτέρας θέσεις αγαλλόμενοι. Επεχείρησαν πολλοί Καστρινοί καί τινες Ρεθύμνιοι νέαν εκστρατείαν μεσούντος του αυτού μηνός εις Σφακιά υπό τον επ' ανδρία τιμώμενον Καούσην· και κατ' αρχάς μεν ευδοκίμησαν και κατέλαβαν την 16 και τον Ασκύφον· αλλά δεινώς προσβληθέντες υπό του Πρωτοπαπαδάκη, του Ρούσου, του Πωλογιωργάκη, του Παπαδάκη και του Δασκαλάκη, ηναγκάσθησαν να στρέψωσι τα νώτα, και διερχόμενοι το στενόν του Κατρέως πολλά έπαθαν· παραλαβόντες δε τους εν τω πύργω του Αληδάκη, ον οι Έλληνες μετά ταύτα ανέτρεψαν, επανήλθαν εις τα ίδια. Παρακολούθησαν τούτους, αγνοούντες την τροπήν των, άλλοι άλλοθεν Καστρινοί υπό τον Γερλή - κεχαγιάν, αλλά και αυτοί ηττηθέντες κατά την Άμπελον, και αιχμαλωτισθέντος και φονευθέντος του αρχηγού, επαλινδρόμησαν εις τα φρούρια. Εξώρμησαν την 25 τινές των εν τω φρουρίω των Χανιών επί τους παρασκηνούντας Έλληνας, αλλ' ουδέν ουδ' αυτοί κατώρθωσαν.
Τοιαύτη ήτον η πολεμική θέσις των Κρητών λήγοντος του Ιουλίου.