WeRead Powered by ReaderPub
Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Α cover

Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Α

Chapter 42: Μάχαι Θερμοπυλών και Γραβιάς.
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A comprehensive contemporary history traces the causes, secret societies, and outbreaks of the early nineteenth-century struggle for Greek independence, following uprisings across the Peloponnese, mainland regions and islands, naval engagements, sieges, pitched battles, and brutal reprisals against civilians. It documents internal political divisions, shifting loyalties, and the conduct of local leaders, and surveys foreign diplomacy and great-power reactions. The work pairs chronological narrative with thematic essays on language, sources, and historiographical method, presenting a revised, documentary-based account intended to weigh successes and failings without partisan distortion.

1821

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ'

Διασκορπισμός των περί την Καρύταιναν Ελλήνων - Συγκρούσεις Τούρκων και Ελλήνων περί την Τριπολιτσάν - Απόβασις του κεχαγιά του ηγεμόνος της Πελοποννήσου εις Πάτρας και ευτυχής αυτού άνοδος εις Τριπολιτσάν. - Μάχαι Βαλτετσίου και Δολιανών.

ΕΝ ώ οι Έλληνες ανέμεναν, ως είπαμεν, ώρα τη ώρα την πτώσιν του παλαιοφρουρίου της Καρυταίνης και διεπραγματεύοντο περί τούτου, έμαθαν οι εν Τριπολιτσά Τούρκοι την δεινήν θέσιν των εν αυτώ παρά δύο χωρικά ενδυθέντων και διά νυκτός εξελθόντων εκείθεν, εξεστράτευσαν 700 ιππείς και 2000 πεζοί το πρωί της 30 μαρτίου, και προχωρούντες έκαυσαν το επί της οδού χωρίον Σάλεσι, δύο ώρας μακράν της Καρυταίνης. Ο Κολοκοτρώνης, ιδών τους καπνούς του καιομένου χωρίου, ανέβη εις Φλωριόν, και παρατήρησας διά του τηλεσκοπίου, ότι ήρχοντο εχθροί, το εγνωστοποίησε διά συνθήματος, και εν τω άμα οι περί την Καρύταιναν Έλληνες, αν και εξακισχίλιοι, όλοι σχεδόν διεσκορπίσθησαν τρέχοντες εις τα βουνά και εις τα σπήλαια· ώστε ο Κολοκοτρώνης καταβάς από του Φλωριού ηύρε μόνους εγκαρτερούντας και πολεμούντας εντεύθεν μεν του φρουρίου τους περί τον Ηλίαν Μαυρομιχάλην, εκείθεν δε τους αδελφούς Πλαπούτας, αλλά και ούτοι μετ' ολίγον ανεχώρησαν. Ανεχώρησαν τελευταίοι και οι περί τον Κολοκοτρώνην, οίτινες και συνεπληρώθησαν καθ' οδόν εις διακοσίους· απέφυγαν δε τον κίνδυνον κρυπτόμενοι και νυκτοπορούντες διά τινων αποκρήμνων και αγνώστων μονοπατίων, ανευρισκομένων παρά του Κολοκοτρώνη υπό το σκότος της νυκτός εις έκστασιν των συνοδοιπόρων του, αν και δεκαεπτά παρήλθαν έτη αφ' ότου είχε διαβή εκείθεν, ό εστιν αφ' ότου έπαυσε να περιφέρεται εις Πελοπόννησον ως κλέπτης. Οι δε Τούρκοι, φθάσαντες εις Καρύταιναν, παρέλαβαν εν ησυχία όλους τους εγκλείστους και τους συνώδευσαν εις Τριπολιτσάν· επανερχόμενοι δε απήντησαν προς το Καλογεροβούνι τους υπό τον Κυριακούλην Μαυρομιχάλην, τον αδελφόν του Κωνσταντίνον και τον Νικήταν Σταματελόπουλον, και έτρεψαν και αυτούς φονεύσαντες και τον γυναικάδελφον του Γιατράκου. Τόσον δε παράλογος τρόμος κατέλαβε τους Έλληνας εξ αιτίας της εξόδου ταύτης των εχθρών, ώστε 17 μόνον ένοπλοι Τούρκοι συνώδευσαν κατ' εκείνας τας ημέρας εις Τριπολιτσάν 200 τροφοφόρα ζώα διά δυσβάτων και επιφόβων οδών από τόπου απέχοντος έξ ώρας μηδένα ένοπλον απαντήσαντες Έλληνα.
Αφ' ού δε η τόση πληθύς των περί την Καρύταιναν διεσκορπίσθη τόσον αισχρώς, οι οπλαρχηγοί απομείναντες σχεδόν όλοι άνευ οπαδών συνήλθαν οι πλείστοι διά διαφόρων οδών εις Στεμνίτσαν, όπου συνήχθησαν ένθεν κακείθεν καί τινες των οπαδών των, και ώδευσαν εις Χρυσοβίτσι όλοι τριακόσιοι, επ' ελπίδι να καταλάβωσι την θέσιν Λαγκάδαν και κτυπήσωσι Τούρκους τινάς επανερχομένους διά του μέρους εκείνου εις Τριλιτσάν αλλ' οι εκατόν ελειποτάκτησαν καθ' οδόν. Φθάσαντες δε οι λοιποί εις Χρυσοβίτσι έμαθαν, ότι οι Τούρκοι είχαν ήδη διαβή. Τότε πολλοί των οπλαρχηγών απεφάσισαν να μεταβώσιν εις Λεοντάρι, και εκείθεν να καταβώσιν εις Μεσσηνίαν επί στρατολογία· παρεκίνουν δε και τον Κολοκοτρώνην να συνακολουθήση. «Δ ε ν - έ ρ χ ο μ α ι», τοις είπεν ούτος όλος περίλυπος, «θ έ λ ω - ν α - μ ε - φ ά γ ο υ ν - τ α - π ο υ λ ι ά - π ο υ - μ ε - γ ν ω ρ ί ζ ο υ ν». Εν τοσούτω ούτε άνθρωπον είχε παρ' αυτώ ούτε καν το τουφέκι του, διότι έχασε και αυτό επί της φυγής. Είπε τότε ο Δίκαιος πρός τινα των Μανιατών «Μ ε ί ν ε - μ α ζ ή - τ ο υ - μ η - τ ο ν - φ ά γ η - ο - λ ύ κ ο ς».
Αφ' ού δε ανεχώρησαν οι οπλαρχηγοί, ο Κολοκοτρώνης εμβήκεν εις την εκκλησίαν, έκαμε τον σταυρόν του και έμεινε πολλήν ώραν σύννους. Έπειτα ασπασθείς την εικόνα της Θεοτόκου, «Π α ν α γ ί α - μ ο υ», είπε, «β ο ή θ η σ ε - τ ο υ ς - Χ ρ ι σ τ ι α ν ο ύ ς· τ ο υ ς - ε π ή ρ α μ ε - 'σ τ ο - λ α ι μ ό - μ α ς· και ταύτα ειπών εκίνησε προς την Πιάναν όλος απηλπισμένος συνοδίτην έχων μόνον τον Μανιάτην του.
Ο δε Κανέλλος Δηληγιάννης, φεύγων και αυτός εκ Καρυταίνης ως και οι λοιποί, μετέβη εις την πατρίδα του, τα Λαγκάδια, και ηύρεν όλον το χωρίον έρημον, και αυτήν του την οικογένειαν φυγούσαν κατά την επαρχίαν των Καλαβρύτων· έδραμε δε κατόπιν αυτής πεζός και ανυπόδητος, την επρόφθασεν εις το Σωποτόν, και την συνώδευσεν εις μέγα - Σπήλαιον. Εκεί μαθών, ότι οι επαρχιώται του απελπισθέντες απεφάσισαν να προσκυνήσωσιν, απέστειλεν εις πρόληψιν του κακού τον αδελφόν του Δημητράκην εις Λαγκάδια μεθ' όσων εδυνήθη να συλλέξη στρατιωτών. Φθάσας εκεί ούτος ηύρε τους εντοπίους Τούρκους συναθροισμένους όλους αόπλους εν τη αγορά, διότι την ημέραν της επαναστάσεως τοις αφήρεσαν τα όπλα οι περί τον Κανέλλον, και τους επεδίκλωσαν, αλλά δεν τους εφυλάκισαν· ηύρε δε συν αυτοίς και πολλούς χωρικούς Χριστιανούς ετοίμους, επί τη προτροπή των Τούρκων, να προσφέρωσι, διά πρεσβείας προς τους εν Τριπολιτσά, την υποταγήν του λαού. Ο Δημητράκης και οι συν αυτώ, διότι πολλοί των διεσκορπισμένων συνεπαρχιωτών του τον ηκολούθησαν καθ' οδόν, περιεκύκλωσαν τους εν τη αγορά Τούρκους, τους ετουφέκισαν και τους εφόνευσαν όλους, αναγκάσαντες τους συνεπαρχιώτας των να γένωσι και αυτοί συμμέτοχοι του φόνου, ώστε να μη τολμήσωσι πλέον και προσκυνήσωσι φοβούμενοι την αγανάκτησιν και εκδίκησιν των τουρκικών Αρχών. Τοιαύτα ήσαν τα αποτελέσματα του διασκορπισμού των περί Καρύταιναν και ως προς το στρατιωτικόν και ως προς τον λαόν.
Εν τοσούτω, όσον η θέσις των Ελλήνων ήτο δεινή, τόσω προθυμότερον ηγωνίζοντο οι αρχηγοί να την καλητερεύσωσι στρατολογούντες ακαμάτως, φαινόμενοι γενναίοι εν μέσω του πανικού φόβου και προκινδυνεύοντες. Τω όντι διά των αξιεπαίνων προσπαθειών και υπό την οδηγίαν του επισκόπου Βρεμένης Θεοδωρήτου, του Σαριγιάννη, του Παναγιώτη Ζαφειροπούλου, του Κωνσταντίνου Μαυρομιχάλη, του Κοντάκη και άλλων, συνήχθησαν κατ' εκείνας τας ημέρας έως 1500 ένοπλοι, Μιστριώται, Αγιοπετρίται, Τριπολιτσιώται και Μανιάται εις Βέρβενα, θέσιν βουνώδη και δυνατήν εν τη επαρχία του αγίου Πέτρου, όπου και ωχυρώθησαν, κτίσαντες τέσσαρας πύργους· συνήχθησαν και υπό τον Κολοκοτρώνην ικανοί εις Πιάναν, 3 ώρας απέχουσαν της Τριπολιτσάς· αλλά θάρρος δεν λάμβαναν οι συναζόμενοι· Τούρκους ήκουαν και πάραυτα έφευγαν.
Απρίλιος Την 5 απριλίου οι Τριπολιτσιώται Τούρκοι εξεστράτευσαν κατά των εν Πιάνα, τους διεσκόρπισαν μόλις φανέντες, και έκαυσαν το χωρίον· ο δε Κολοκοτρώνης, απολειφθείς μόνος, μετέβη εις το μεταξύ Αλωνίσταινας και Βυτίνας διάσελον· αλλ' οι εχθροί υπήγαν και εκεί, εσκόρπισαν τους συνελθόντας, έτρεψαν και αύθις τον Κολοκοτρώνην, έκαυσαν το χωρίον και μετέφεραν τας εκεί αποτεταμιευμένας των Ελλήνων τροφάς εις Τριπολιτσάν. Ενήμερα δε του Πάσχα εστράτευσαν εις Βλαχοκερασιάν, χωρίον 4 ώρας μακράν της Τριπολιτσάς, όπερ κατείχαν ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης, και ο Αντώνης Νικολόπουλος Λακεδαιμόνιος μετά 800 συντρόφων· αλλά μόλις επλησίασαν, ελειποτάκτησαν όλοι οι υπό τον Κυριακούλην· οι δε υπό τον Νικολόπουλον αντέστησαν κατ' αρχάς, αλλά φονευθέντος αυτού ετράπησαν και ούτοι και ανέβησαν τα όρη· εφονεύθησαν δε διαρκούσης της μάχης και ο Παναγής Βενετσιανάκος, και άλλοι. Οι δε Τούρκοι καύσαντες το χωρίον, επανήλθαν εις Τριπολιτσάν.
Εξ αιτίας δε των δεινών τούτων περιστάσεων συνήλθαν κατά πρόσκλησιν του Κολοκοτρώνη και του Κανέλλου Δηληγιάννη, ευρισκομένων τότε εν Μαρμαριά, διάφοροι οπλαρχηγοί εις Πάπαρι, 4 ώρας απέχον της Τριπολιτσάς, και κοινής σκέψεως γενομένης, συνωμολόγησαν, ότι δύσκολος ήτον η στρατολογία, και έτι δυσκολωτέρα η μη λειποταξία των στρατολογουμένων, εις διόρθωσιν δε του κακού ανηγόρευσαν όλοι ομογνωμόνως τον εν Καλαμάτα διατρίβοντα Πετρόμπεην αρχιστράτηγον της Πελοποννήσου, και τον παρεκάλεσαν να συνάξη όσους εδύνατο Μανιάτας, υποσχόμενοι αυτοίς τροφάς και μισθούς, και να συναναβή και αυτός κατ' εκείνα τα μέρη, ώστε να βιάσωσι τους χωρικούς διά των Μανιατών να οπλοφορήσωσι, να εκστρατεύσωσι και να διατηρήσωσι τας θέσεις των. Τούτου γενομένου διελύθη η συνέλευσις· και ο μεν Δηληγιάννης και ο Τσαλαφατίνος ετοποθετήθησαν κατά το διάσελον της Αλωνίσταινας, όπου υπήγε μετ' ολίγον και ο Πλαπούτας επ' ελπίδι να εμποδίσωσι τον εχθρόν, αν εδοκίμαζε να πέση εκείθεν εις άλλας επαρχίας, οι δε λοιποί μετέβησαν εις Βαλτέτσι, χωρίον ορεινόν, 2 ώρας απέχον της Τριπολιτσάς.
Κατ' εκείνας τας ημέρας 800 Καλαβρυτινοί υπό τον Χαραλάμπην, καί τινες Τριπολιτσιώται υπό τον Αρβάλην, μαθόντες τα εν Καρυταίνη δυστυχήματα, εσταρατοπέδευσαν εν Λεβιδίω, 5 ώρας μακράν της Τριπολιτσάς, εις εγκαρδίωσιν των ολιγοψυχησάντων συναδέλφων, και εις εμπόδιον του εχθρού, αν επεχείρει να διαβή εκείθεν προς τα Καλάβρυτα· αλλ' οι Τριπολιτσιώται Τούρκοι, μαθόντες τον ερχομόν αυτών, εξεστράτευσαν την 13 διά νυκτός και τοις επλησίασαν ανατείλαντος του ηλίου. Επτοήθησαν οι Έλληνες πριν φθάσωσιν οι εχθροί, και ανέβησαν εις τας πλησίον ορεινάς θέσεις· μόνοι δε 60 υπό τους οπλαρχηγούς Νικολόν Σολιώτην, Αναγνώστην Στριφτόμπολαν, Γεώργην Κουλοχέρην και Γιαννάκην Πετμεζάν, εκλείσθησαν εντός τινων οικιών του χωρίου και επολέμησαν αντέχοντες γενναίως εις τας αλλεπαλλήλους προσβολάς των πολλών εχθρών 7 ώρας. Εν ώ δε εκινδύνευαν, ήλθαν έξωθεν εις βοήθειάν των ο Πλαπούτας, ο Τσαλαφατίνος, ο Νικολός Πετμεζάς και άλλοι, κατέβησαν και ολίγοι εκ των καταφυγόντων εις τα όρη, και ούτως ελυτρώθησαν οι έγκλειστοι προσβληθέντων όπισθεν των εχθρών και αναγκασθέντων να φύγωσιν. Εφονεύθησαν εν τη μάχη ταύτη ο Στριφτόμπολας, ο υποπλαρχηγός Σωτήρης Σολμενίκος και τρεις στρατιώται. Η αντίστασις των ολίγων τούτων και η γενναιότης των έξωθεν επιβοηθησάντων καθ' ον καιρόν η δειλία κατέλαβε τας ψυχάς όλων είναι αξία παντός επαίνου.
Μετά δε την μάχην του Λεβιδίου ο Πλαπούτας και ο Τσαλαφατίνος, συνενωθέντος και του Δηληγιάννη, μετέβησαν εις το διάσελον της Αλωνίσταινας και εκείθεν εις Πιάναν, όπου ηύραν εστρατοπεδευμένον τον Αντώνην Κολοκοτρώνην. Οι δε λοιποί διέμεναν εν Βαλτετσίω.
Οι Τριπολιτσιώται Τούρκοι υπήγαιναν συνήθως εις τους μύλους της Δαβιάς και άλεθαν. Τούτο παρατηρήσαντες οι εν Πιάνα και Βαλτετσίω Έλληνες έστειλαν τον Αντώνην Κολοκοτρώνην μετά 80 εις ένεδραν· ο Αντώνης ενήργησε όσα διετάχθη, και την 18 εκτύπησε τους Τούρκους ερχομένους προς τους μύλους, εφόνευσε 10 και συνέλαβεν ολίγα ζώα. Εξήλθαν οι εν Τριπολιτσά εις τιμωρίαν των ολίγων εκείνων Ελλήνων. Βλέποντες αυτούς εξερχομένους εξήλθαν και οι εν Πιάνα και Βαλτετσίω Έλληνες εις υπεράσπισιν των περί τον Αντώνην και ούτως συνεκρούσθησαν Έλληνες και Τούρκοι προς την Σιλίμναν. Οι Έλληνες υπερίσχυσαν και εσκότωσαν 20 Τούρκους, εν οις και τον επ' ανδρία φημιζόμενον Ομέραγαν Τριπολιτσιώτην· δύο Έλληνες εσκοτώθησαν και δύο επληγώθησαν. Μετά την σύγκρουσιν ταύτην οι μεν Τούρκοι επανήλθαν εις Τριπολιτσάν οι δε Έλληνες εις Πιάναν και Βαλτέτσι οπωσούν θαρραλεώτεροι. Εθαρρύνθησαν έτι μάλλον μετ' ολίγον και διά του εξής αριστεύματος. Ο Νικήτας καί τινες των οπαδών του είδαν επί της πεδιάδος μίαν ώραν και τέταρτον μακράν της Τριπολιτσάς 20 Τούρκους, και καταβάντες τους εκτύπησαν και εφόνευσαν έξ, τους δε λοιπούς απώθησαν εις την πόλιν φωνάζοντας ότι προ των πυλών της εφονεύοντο Τούρκοι. Εξήλθαν ιππείς προς καταδίωξιν των περί τον Νικήταν, αλλ' ούτοι σκυλεύσαντες τους φονευθέντας ανέβησαν αβλαβείς εις Βέρβενα, όπου τους εφήμισε το στρατόπεδον, ως τολμήσαντας να φανώσι κατά τον δεινόν εκείνον καιρόν τόσον πλησίον της Τριπολιτσάς.
Την δε 24 εξεστράτευσαν οι Τούρκοι κατά των εν Βαλτετσίω, τους διεσκόρπισαν και διεσπάρησαν συνάζοντες ζώα· αλλ' ωπισθοδρόμησαν μετ' ολίγον αφήσαντες καθ' οδόν τα ζώα, διότι επήλθαν οι εν Βερβένοις και Πιάνα. Επανελθόντων δε των Τούρκων εις Τριπολιτσάν, ο μεν Κολοκοτρώνης εσύστησεν άλλο στρατόπεδον εις Χρυσοβίτσι, ο δε Γιατράκος, οπλαρχηγός της επαρχίας του Μιστρά, εις Βέρβενα, όπου εψηφίσθη ομογνωμόνως την 5 μαΐου αρχηγός του στρατοπέδου εκείνου επί τη προτάσει του επισκόπου Βρεσθένης· άλλοι δε εκ των οπλαρχηγών μετέβησαν εις Λεοντάρι και έστειλάν τινας εις τας επαρχίας, όπου έκαστος είχεν επιρροήν, επί στρατολογία. Οι δε Τούρκοι, διασκορπίσαντες το στρατόπεδον του Βαλτετσίου, περιήρχοντο ανύποπτοι και ανενόχλητοι πέριξ της Τριπολιτσάς συνάζοντες ζώα, και εμπαίζοντες μακρόθεν τους φυγομάχους Έλληνας.
Τοιαύτη ήτον η κατάστασις των περί την Τριπολιτσάν Ελλήνων, ότε τοις ήλθεν είδησις, ότι ο Μουσταφάμπεης, κεχαγιάς του ηγεμόνος της Πελοποννήσου, μετά 3500 εκλεκτών στρατιωτών, όλων σχεδόν Αλβανών, απέβη εις Πάτρας.
Απρίλιος Ο Χουρσήδης, ως προείπαμεν, κατεγίνετο εις τον κατά του Αλή πόλεμον καθ' ον καιρόν εξερράγη εν Πελοποννήσω η επανάστασις. Εκτός του προς τον σουλτάνον χρέους του αναγκάζοντος αυτόν να κινήση δυνάμεις κατά των επαναστατών, είχε και ιδιαίτερον αίτιον· αφήκεν εν Τριπολιτσά αναχωρών τας γυναίκας του και τους θησαυρούς του. Ο αγέρωχος χαρακτήρ του, ον εξιστορήσαμεν, αρκεί να δείξη την αγανάκτησιν της ψυχής του μαθόντος, ότι και αι γυναίκες και οι θησαυροί του εκινδύνευαν να πέσωσιν εις την διάκρισιν των απίστων· μόλις δε έμαθε τα συμβάντα ταύτα, και έστειλεν αμέσως τας ανωτέρω δυνάμεις υπό τον κεχαγιάν του ηγεμόνος της Πελοποννήσου, πολλής ικανότητος άνδρα και εμπειροπόλεμον, όστις απέβη εις Πάτρας μεσούντος του απριλίου, εθάρρυνε τους εκεί ομοπίστους του ειπών, ότι παρακολούθουν και άλλαι δυνάμεις, και μετέβη εις Βοστίτσαν, όπου ούτε στρατιώτας ηύρεν, ούτε κατοίκους, αλλά πολλάς τροφάς ετοιμασθείσας προ της αποστασίας, επί σκοπώ να σταλώσιν εις το εν Ιωανίννοις υπό τον Χουρσήδην στρατόπεδον. Διέμεινε δε εκεί μίαν εβδομάδα εκδίδων αμνηστήρια (συγχωροχάρτια) προς τους Καλαβρυτινούς και Βοστιτσάνους, αλλά μη εισακουόμενος· μαθών δε ότι έν σώμα Καλαβρυτινών υπό τον Ζαήμην εστάθμευε παρά την μονήν των Ταξιαρχών, έστειλε 500, το διεσκόρπισε, και παρά μικρόν ηχμαλώτισε και τον Ζαήμην εναπομείναντα μετ' ολίγων, διότι οι πολλοί ελειποτάκτησαν· έκαυσεν έπειτα την Βοστίτσαν μη ελθόντων των κατοίκων της εις προσκύνησίν του, ελεηλάτησε τα πέριξ, ήρπασε πολλά ζώα και ώδευσε προς την Κόρινθον. Εκεί είχε μεταβή πρό τινων ημερών ο Δικαίος, ίνα συμπράξη εις την πτώσιν της Ακροκορίνθου· επί δε τω ερχομώ του κεχαγιά επροσπάθησε να εμψυχώση τους στρατιώτας εις αντίστασιν, αλλ' ουδέν κατώρθωσεν· όλοι αφήκαν και την πολιορκίαν και την πόλιν και ανεχώρησαν αισχρώς. Τότε ο Δικαίος απελπισθείς έκαυσε την μεγαλοπρεπή οικίαν του Κιαμήλμπεη, και ανεχώρησεν εις Σωφικόν. Η δε εντός της Ακροκορίνθου μήτηρ του Κιαμήλμπεη, ιδούσα τον εμπρησμόν της οικίας, εφρύαξε, και διέταξε ν' αποκεφαλίσωσι τον διόλου μη πταίσαντα Ανδρίκον Νοταράν, ον είχε συμπαραλάβει εν τη ακροπόλει καθ' ον καιρόν εκλείσθη εν αυτή. Τόσον δ' αιφνιδίως εισέβαλεν εις Κόρινθον ο κεχαγιάς, ώστε ο εν αυτή ευρεθείς επίσκοπος Δαμαλών, Ιωνάς, εκινδύνευσε φεύγων να πιασθή, αποτινάξαντος αυτόν του ζώου εφ' ου εκάθητο. Συνελήφθησαν ο έξω της πόλεως και εφονεύθησαν ο διάκονός του καί τις ηγούμενος. Διατρίψας δε ο κεχαγιάς εν Κορίνθω μίαν ημέραν, αφήκεν εις ενδυνάμωσιν της ακροπόλεώς τινας των συνακολουθούντων αυτόν Αλβανών, και εστράτευσε προς το Άργος την 24, προπορευομένων των προς τους προεστώτας και κατοίκους της πόλεως εκείνης αμνηστηρίων.
Αφ' ού οι Αργείοι Τούρκοι περιωρίσθησαν εν Ναυπλίω, ήλθαν ικανοί Κρανιδιώται και Καστριώται και το επολιόρκησαν μετά των εν Αργολίδι χριστιανών. Οι Τούρκοι, εμποδιζόμενοι να εξέλθωσιν εις την ξηράν, επεχείρησαν ενήμερα του Πάσχα απόβασιν εις τους αντικρύ του Ναυπλίου μύλους επί συλλογή τροφίμων· αλλ' ευρόντες την θέσιν εκείνην κατεχομένην επέστρεψαν εις Ναύπλιον άπρακτοι. Εξ αιτίας δε των ημερών του Πάσχα οι διά ξηράς πολιορκούντες εδόθησαν εις την κραιπάλην. Τούτο παρατηρήσαντες οι Τούρκοι επέπεσαν αίφνης, εσκότωσάν τινας, διεσκόρπισαν τους άλλους, και συλλαβόντες τον Κρανιδιώτην Γεώργην Λεμπέσην, τον εσούβλισαν.
Εν των επί πολιορκία του Ναυπλίου καταπλευσάντων πλοίων ήτο και το της χήρας Μπουμπουλίνας, εφ' ου επέβη και η ανδρόφρων αύτη και αρειμάνιος γυνή οπλοφορούσα και ενθουσιώσα υπέρ του αγώνος· συνοδευομένη δε υπό του αξίου τοιαύτης μητρός υιού της και άλλων συμπολιτών της ανέβη την τετράδην της διακαινησίμου εις Άργος, όπου υπεδέχθη ως βασίλισσα· ανέβη κατόπιν εις την αυτήν πόλιν ευφημούντος του λαού και ο πρόκριτος των Σπετσών, Γκίκας Μπότασης, συμπολιορκητής και αυτός του Ναυπλίου. Η ανάβασις αυτού και έτι μάλλον η πρωτοφανής παρουσία γυναικός εν τω σταδίω του πολέμου, καθ' ον καιρόν οι άνδρες έφευγαν απέμπροσθεν των εχθρών, ανεθάρρυναν τους Αργείους προς επανάληψιν της λυθείσης πολιορκίας του Ναυπλίου· την δε 23 μαθόντες την θριαμβευτικήν είσοδον του κεχαγιά εις Κόρινθον ητοιμάσθησαν να τον αντικρούσωσιν αναβαίνοντα εις Άργος (α).
Ολίγα βήματα έξωθεν της πόλεως προς την οδόν της Κορίνθου σώζεται τείχος επί της κοίτης του χειμαρρώδους Χαράδρου, του κοινώς Ξηριά, εις προφύλαξιν της πόλεως από της εν καιρώ χειμώνος καταφοράς των ρευμάτων. Οι Έλληνες, άπειροι εισέτι, ετοποθετήθησαν όπισθεν του τείχους αφήσαντες ανοικτά τα πλάγια· τόσω δε ήσαν βέβαιοι, ότι θα ενίκων, ώστε όλοι οι εν τη πόλει άνδρες και γυναίκες εχύθησαν εις τα πλησίον υψώματα θεωροί της νίκης. Οι Τούρκοι, ιδόντες μακρόθεν τόσον λαόν επί των υψωμάτων, υπέθεσαν, ότι ήσαν τόσοι οπλοφόροι και εφοβήθησαν. Φθάσαντες δε μετά πάσης προφυλάξεως εις την παρά το τείχος εκκλησίαν του αγίου Νικολάου, εγνώρισαν την αλήθειαν, και ηπόρησαν ιδόντες το θάρρος των εναντίων· διηρέθησαν τότε εις τρία· και οι μεν πεζοί ετάχθησαν εν τω κέντρω, οι δε ιππείς άλλοι δεξιόθεν και άλλοι αριστερόθεν, και ούτως εκίνησαν επί τους κατέχοντας το τείχος όλοι ταυτοχρόνως. Οι Έλληνες, ανυπόμονοι να πολεμήσωσι, τους ετουφέκισαν πριν έλθωσιν εντός βολής. Τότε οι ιππείς της δεξιάς και της αριστεράς πτέρυγος, κεντήσαντες τους ίππους και ευρόντες τα πλάγια αφύλακτα, εκύκλωσαν τους πρωτοπείρους Έλληνας και τους διεσκόρπισαν φονεύσαντες πολλούς, εν οις και τον υιόν της Μπουμπουλίνας. Ο νέος ούτος έρριψε κατά γης έφιππον Αλβανόν, τον Βελήμπεην· αλλά καθ' ην στιγμήν εξέτεινε την δεξιάν εις σφαγήν του, έπεσε νεκρός επ' αυτού φονευθείς παρ' άλλου. Η ήττα αύτη επέφερε τον διασκορπισμόν των επαναλαβόντων την πολιορκίαν του Ναυπλίου, και την τροπήν των επί των υψωμάτων θεατών, εξ ων άλλοι ηχμαλωτίσθησαν, άλλοι εις τους μύλους διεσώθησαν, πολλαί δε οικογένειαι καί τινες οπλοφόροι εκλείσθησαν εν τη υπό την ακρόπολιν μονή της Κεκρυμμένης. Οι δε Τούρκοι, εισελθόντες εις την πόλιν την 25, επολιόρκησαν τους εν τη μονή, προσπαθούντες να τους πείσωσι να παραδοθώσιν επί πλήρει και τελεία αμνηστεία· αλλ' εκείνοι εμψυχούμενοι παρά των εν αυτή ολίγων οπλοφόρων απέρριψαν τας πρώτας προτάσεις, και αντεστάθησαν ευτυχώς τρεις ημέρας· η έλλειψις όμως του νερού τους ηνάγκαζε να προσκυνήσωσιν. Είς των εγκλείστων ήτο και ο Κρανιδιώτης Παπά - Αρσένιος, ανήρ πλήρης ζήλου και τόλμης, όστις, παρευρεθείς εν τη προλαβούση μάχη κατά το τείχος, τόσον διέπρεψεν, ώστε ο κεχαγιάς επαναλαβών τας προτάσεις του, επέμενε να εξαιρεθή μόνος αυτός της γενικής αμνηστείας. Ο Αρσένιος, ιδών ότι εξ αιτίας της δίψας αδύνατον ήτον οι έγκλειστοι ν' ανθέξωσι, τοις είπε να δεχθώσιν αυτάς ανοίξωσι τας πύλας την επαύριον· αυτός δε θα εφρόντιζε περί της ιδίας ασφαλείας του. Τω όντι την νύκτα εξήλθε της μονής ξιφήρης, διέσχισε τους πέριξ εχθρούς και διεσώθη αβλαβής εις τους μύλους. Ο δε κεχαγιάς εδέχθη φιλοφρόνως τους προσκυνήσαντας, και εξ αυτών, αποδιδόντων τα αίτια της αποστασίας εις τους απόντας προκρίτους, κατέστησε δύο προεστώτας και τους εφόρεσε τα συνήθη καββάδια· απηλευθέρωσε δε και όλους τους κατεχομένους Χριστιανούς από των συλλαβότων αυτούς Τούρκων εκτός πέντε νεανίδων, διακρινομένων διά το κάλλος, μη δυνηθείς να τας αποσπάση εκ των χειρών των κατεχόντων αυτάς Αλβανών.
Εν ώ δε ο κεχαγιάς κατεγίνετο να ευτακτήση τα του Άργους, οι εν Λεβιδίω τότε σταθμεύοντες οπλαρχηγοί, Σκαλτσάς, Τσαλαφατίνος και Μπελίδας, μαθόντες την εκ Κορίνθου εις Άργος ανάβασίν του, εκίνησαν μετά 500, παρέλαβαν καθ' οδόν τον Νταγρέν και έφθασαν την 27 έξω του Άργους εν αγνοία των εχθρών. Αφ' ού δε ενύκτωσεν, απεφάσισαν να εισέλθωσιν εις την πανέρημον ακρόπολιν, όπου ούτε τουρκική ούτε ελληνική ήτο φρουρά. Εκ των 500, μόλις 90 επροθυμήθησαν να συνακολουθήσωσιν· αλλ' εμβάντες άνευ αντιστάσεως ή συγκρούσεως εξήλθαν πάλιν ησύχως πριν φέξη, όντες ολίγοι, και ηνώθησαν μετά των έξω απομεινάντων. Την δε ημέραν εκείνην, ό εστι την 28, ήλθεν όπου ήσαν οι προειρημένοι ο Στάικος Σταϊκόπουλος, ανεψιός του Κολοκοτρώνη. Γενναίος ο ανήρ ούτος και ενθουσιώδης (β), απέκτησεν, αν και ξένος της επαρχίας του Άργους, τόσην επιρροήν διά μιας, ώστε ετάχθησαν υπό την οδηγίαν του 600 Αργείοι. Η νέα αύτη δύναμις εθάρρυνε τους απροθύμους άλλους στρατιώτας· ώστε, πριν βραδυάση, ανέβησαν όλοι εις την ακρόπολιν τουφεκίζοντες εν ώ εισήρχοντο. Οι εχθροί εφοβήθησαν, και υποπτεύσαντες νυκτικήν έφοδον ωχυρώθησαν εντός των οικιών και έκαυσαν την μητρόπολιν. Την δε 30 ηκούσθη πολύς τουφεκισμός κατά το Κουτσοπόδι· ήσαν δε οι Πετμεζάδες και ο Δικαίος ερχόμενοι κατά των εχθρών και έχοντες 400 οπλοφόρους. Ανυπόμονος ο μεγαλότολμος Δικαίος ν' ανδραγαθήση παρέλαβε 15 στρατιώτας και εκίνησε το καταμεσήμερον προς την ακρόπολιν, όπου ανέβη αβλαβής εν μέσω κινδύνων και τουφεκισμών. Αλλ' η ακρόπολις ήτον απρομήθευτος τροφών· διά τούτο οι εν αυτή, εν οις και ο Δικαίος, έφυγαν εκείθεν την ακόλουθον νύκτα.
Μάιος Εν τοσούτω οι εν Τριπολιτσά Τούρκοι, μαθόντες τον ερχομόν του κεχαγιά, έστειλαν 800 ιππείς εις προϋπάντησίν του· έφθασαν δε εις Άργος οι σταλέντες ανενόχλητοι διά του Παρθενίου, και την 1 μαΐου ανέβησαν όλοι ομού εις Τριπολιτσάν διά του Τουρνικίου επίσης ανενόχλητοι. Τόσος δε φόβος κατέλαβε τους έξωθεν της πόλεως εκείνης εστρατοπεδευμένους, ώστε ουδείς ετόλμησε καν να φανή επί της αναβάσεως του κεχαγιά κατά το Παρθένι ή το Τουρνίκι. Μόνος ο Νικήτας, ευρεθείς εν Λεονταρίω καθ' ην ώραν ηκούσθη η όσον ούπω ανάβασις αυτού εις Τριπολιτσάν, επροθυμήθη αυθόρμητος να υπάγη εις κατάληψιν του Παρθενίου· τω εδόθησαν δε εκ των στρατοπέδων και 300 βοηθοί, αλλά μόνον 150 τον ηκολούθησαν, και εξ αυτών οι 130 καθ' οδόν ελειποτάκτησαν. Τοιαύτη ήτον η πολεμική διάθεσις των Πελοποννησίων τας ημέρας εκείνας.
Τα πρώτα δοκίμια λαών από βαρέως και πολυχρονίου ζυγού αυθορμήτως ανεγειρομένων είναι άξια πολλής προσοχής· διά τούτο ιστορήσαμεν λεπτομερώς τους περιστοιχίσαντας τον ελληνικόν αγώνα επί της ενάρξεως του μεγάλους κινδύνους ως διδάσκοντας διά των πραγμάτων τους επιχειρούντας τα αυτά, ότι δεν πρέπει μαχόμενοι υπέρ πατρίδος ν' απελπίζωνται αποτυγχάνοντες. Ενδεκαπλάσιοι των Τούρκων ήσαν οι Χριστιανοί (γ) εν Πελοποννήσω· αλλ' οι Τούρκοι εξουσίαζαν όλα τα φρούρια παρέχοντα και όπλα και πολεμεφόδια και ασφάλειαν· ήσαν παιδιόθεν εις το οπλοφορείν συνειθισμένοι· εθεώρουν τον Έλληνα ως ουτιδανόν ραγιάν και είχαν ην δίδει η εξουσία επί των εξουσιαζομένων υπεροχήν. Εξ εναντίας οι Έλληνες ήσαν εστερημένοι και όπλων και πολεμεφοδίων· κατείχαν ατείχιστα και ευπρόσβλητα μέρη· ήσαν ασυνείθιστοι εις οπλοφορίαν· ιππικόν δεν είχαν ως οι εναντίοι· εθεώρουν τους εχθρούς των ως ανωτέρους των· Τούρκον ήκουαν και έτρεμαν· τρανώτατα δε μαρτυρούν την αλήθειαν των λεγομένων αι δύο αδύνατοι εισβολαί των εχθρών εις την Πελοπόννησον, η μεν υπό τον Ισούφπασαν, η δε υπό τον κεχαγιάν, και τα περί την Καρύταιναν συμβάντα. 300 Τούρκοι υπό τον Ισούφπασαν μετέβησαν, ως είδαμεν, από Ρίου εις Πάτρας ανενόχλητοι εν μέσω χιλιάδων Ελλήνων, και 3500 υπό τον κεχαγιάν ανέβησαν εκ της εσχατιάς της Πελοποννήσου εις τον ομφαλόν της νικηταί και τρισευτυχείς· 6000 δε οπλοφόροι Έλληνες περί την Καρύταιναν, ιδόντες μόνον τον καπνόν μακρόθεν τινών καιομένων καλυβών καί τινας εχθρούς επερχομένους διεσκορπίσθησαν εις τα όρη όλοι, μηδενός καταδιώκοντος αυτούς· και σημειωτέον, ότι οι φυγόντες ήσαν Καρυτινοί, Λεονταρίται, Μανιάται και Κουτσουκμανιώται, ήγουν εκ των ανδρειοτέρων λαών της Πελοποννήσου. Τόσον επτοήθησαν οι Πελοποννήσιοι κατ' αρχάς· αλλά νικώμενοι έμαθαν να νικώσι χάρις εις τους ακαμάτους και καρτερικούς αρχηγούς των.
Οι δε μεταβάντες εις Λεοντάρι και Μεσσηνίαν οπλαρχηγοί, στρατολογήσαντες εν ταις επαρχίαις, όπου έκαστος ίσχυεν, συνενοήθησαν μετά του Κολοκοτρώνη, και εστρατοπέδευσαν εκ νέου υπό την αρχηγίαν του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη εν Βαλτετσίω, όπου, φοβούμενοι μη πάθωσιν όσα άλλοτε ωχυρώθησαν εντός τεσσάρων λιθοκτίστων προμαχώνων υπεράνω του χωρίου και επί της εκκλησίας· και εντός μεν του ενός εκλείσθησαν ο αρχηγός Μαυρομιχάλης μετά 120, εντός δε του ετέρου ο ανεψιός του Ηλίας, οι αδελφοί Φλέσαι, ο Σιόρης και ο Ευμορφόπουλος μετά 250, κατέλαβαν δε τους δύο άλλους τον μεν ο Ιωάννης Μαυρομιχάλης, ο Παπατσώνης, ο Παναγιώτης Κεφάλας και ο Μητροπέτροβας μετά 350, τον δε ο Τσαλαφατίνος μετά 80, ωχυρώθη και επί της εκκλησίας ο Κατσανός και οι δυο αδελφοί Μπουραίοι μετά 80· ώστε οι εν Βαλτετσίω ήσαν όλοι 880. Εκτός δε του στρατοπέδου τούτου υπήρχαν, ως είρηται, όχι μακράν της Τριπολιτσάς και τρία άλλα μικρά, το μεν εν Χρυσοβιτσίω υπό τον Ανδρέαν Παπαδιαμαντόπουλον, το δε εν Πιάνα υπό τον Πλαπούταν, και το τρίτον εν Βερβένοις υπό τον Γιατράκον· ήσαν δε και τα τέσσαρα πλησίον το έν του άλλου εις συμβοήθειαν εν καιρώ ανάγκης· είχαν δε μεταβή κατ' εκείνας τας ημέρας και 350 υπό τον Νικήταν, τον Γιάννην Κολοκοτρώνην και τον Κωνσταντίνον Μαυρομιχάλην εις Άργος, όπου εσώζοντο δύο δημόσια κτίρια μολυβδοσκεπή επί μεταφορά εις το στρατόπεδον των Βερβένων μέρους της πολεμικής εκείνης ύλης, ης το στρατόπεδον έπασχε μεγάλην έλλειψιν.
Ο δε κεχαγιάς, φθάσας εις Τριπολιτσάν, διέσπειρε διαφόρους αποστόλους του Χριστιανούς εις τας επαρχίας της Πελοποννήσου, κηρύττοντας μετάνοιαν και φέροντας αμνηστήρια και προτρεπτικά εις υποταγήν γράμματα των εγκλείστων αρχιερέων και προεστώτων· παρήγγειλε δε και ταις τουρκικαίς Αρχαίς της Πελοποννήσου, όπου εισηκούοντο αι διαταγαί του, ανοχήν και φιλανθρωπίαν προς τον ραγιάν· αλλά δεν εκέρδισε διά του τρόπου τούτου ειμή τους κατοίκους τινών των πέριξ της Τριπολιτσάς χωρίων. Την δε 12 ανήγγειλαν αι επί των υψωμάτων ελληνικαί σκοπιαί διά σημείων, ότι οι εχθροί εκινούντο προς το Βαλτέτσι.
Ούτε τόσον πλήθος εχθρών συνεξεστράτευσεν εν Πελοποννήσω εξ αρχής του αγώνος μέχρι τούδε, ούτε τοιούτον πολεμικόν σχέδιον εσχεδιάσθη. Ο κεχαγιάς διήρεσε τον στρατόν του εις τέσσαρα· χιλίους έστειλεν εις το Καλογεροβούνι, ίνα εμποδίση δι' αυτών το στρατόπεδον των Βερβένων του να βοηθήση το του Βαλτετσίου μετά την έναρξιν της μάχης· εξακοσίους έστειλεν όπισθεν του Βαλτετσίου εις αιχμαλωσίαν ή όλεθρον των Ελλήνων φευγόντων, βέβαιος ων εκ των προηγουμένων περί της φυγής των φανέντος του εχθρού· έστειλε και τον γνωστόν επ' ανδρία και πολεμική εμπειρία Ρουμπήν Μπαρδουνιώτην μετά τρισχιλίων πεντακοσίων επί τους εν Βαλτετσίω· αυτός δε έχων χιλίους πεντακοσίους ιππείς προσεφέδρευεν. Ο Ρουμπής ώρμησεν ως μαινόμενος επί τους Έλληνας την β' ώραν μετά την ανατολήν του ηλίου, οι δε σημαιοφόροι εχύθησαν πρώτοι, αλλά 14 έπεσαν διά μιας. Οι Έλληνες παρά την συνήθειάν των και την προσδοκίαν των εχθρών όχι μόνον δεν ελειποτάκτησαν, αλλά και γενναίως αντέστησαν, αποκρούοντες ευτυχώς τας αλλεπαλλήλους εφόδους των εχθρών και συνενισχυόμενοι. Μετά μίαν ήμισυ ώραν έφθασαν επίκουροι ο Κολοκοτρώνης, μετ' ολίγον δε και ο Πλαπούτας έχοντες αμφότεροι 1200, και ετοποθετήθησαν όπισθεν των εχθρών κόψαντες την συγκοινωνίαν αυτών. Ο κεχαγιάς, βλέπων την απροσδόκητον αντίστασιν των εν Βαλτετσίω και την επελθούσαν επικουρίαν, επλησίασεν όπου η μάχη έλκων δύο κανόνια, και ήρχισε να κανονοβολή· αλλ' ο κανονοβολισμός εξ αιτίας της θέσεως των κανονίων και της απειρίας των κανονοβολούντων δεν έβλαπτε τους Έλληνας.
Ήλθε μετά ταύτα εις το πεδίον της μάχης όλον το εις αιχμαλωσίαν ή όλεθρον των Ελλήνων επί της προσδοκουμένης φυγής των σταλέν εχθρικόν σώμα· ήλθε και το σώμα το προκαταλαβόν το Καλογεροβούνι, και ο πόλεμος διήρκει σφοδρός όλην την ημέραν. Επελθούσης δε της νυκτός εισήλθαν εις το χωρίον ο Κολοκοτρώνης και ο Πλαπούτας εις εμψύχωσιν των μαχομένων, αλλ' επανήλθαν όπου και πρότερον και οι μεν Έλληνες ήλπιζαν ότι οι Τούρκοι αποτυχόντες θ' ανεχώρουν, οι δε Τούρκοι ότι οι Έλληνες μη έχοντες άλλον τρόπον σωτηρίας θα έφευγαν· αλλά διετήρησαν αμφότεροι τας θέσεις των πολεμούντες και την νύκτα ως επολέμησαν την ημέραν. Περί δε το μεσονύκτιον επεβοήθησαν τους Έλληνας περίπου εξακόσιοι εκ του στρατοπέδου των Βερβένων υπό τον Αντωνάκην Μαυρομιχάλην, τον Πέτρον Μπαρμπιτσιώτην και τον Σακελλάριον Καλογωνιώτην, και εφόβισαν τους εχθρούς τουφεκίζοντές τους απροσδοκήτως όπισθεν· ο δε Μπαρμπιτσιώτης, αναλογιζόμενος ότι οι εν τω Βαλτετσίω συνάδελφοί του ήσαν απηυδημένοι πολεμούντες ακαταπαύστως 16 ώρας, ηύρε 17 στρατιώτας ανδρείους ως αυτόν, διέσχισε ξιφήρης τους μεταξύ σωρούς των εχθρών, εισήλθεν αβλαβής μετά των περί αυτόν εις το χωρίον υπό το σκότος της νυκτός και ενδιέμεινε μαχόμενος. Περί δε τα χαράγματα ήλθεν άλλη επικουρία εκ Βερβένων υπό τον Γιατράκον, και η μάχη εξήφθη έτι μάλλον. Αφ' ού δε εξημέρωσεν, ο κεχαγιάς παρετήρησεν, ότι ο Ρουμπής ήτο πανταχόθεν κατεστενοχωρημένος, και ότι ουδεμίαν ελπίδα νίκης είχε· διά τούτο εσήμανε περί την α' ώραν της ημέρας την ανάκλησιν, και ο Ρουμπής και οι συν αυτώ ώρμησαν να φύγωσι διά μέσου των Ελλήνων. Τούτο βλέποντες οι έγκλειστοι ερρίφθησαν όλοι έξω των προμαχώνων επί τους φεύγοντας κτυπούντες αυτούς όπισθεν, εν ώ τους εκτύπουν οι άλλοι έμπροσθεν. Ο εχθροί έπιπταν σωρηδόν· και, επ' ελπίδι να μη καταδιώκωνται φεύγοντες, έρριπταν έμπροσθεν των Ελλήνων τα χρυσά και αργυρά των όπλα εις αρπαγήν. Το τέχνασμα τούτο ευδοκίμησεν εν μέρει, και ως εκ τούτου δεν έπαθαν οι φεύγοντες όσην φθοράν άλλως θα επάθαιναν. Αφ' ού δε οι εχθροί κατέβησαν εις την πεδιάδα, εφάνησαν ερχόμενοι προς το πεδίον της μάχης οι επί μετακομίσει του μολύβδου προκαταβάντες εις Άργος Έλληνες, οίτινες, φθάσαντες την προτεραίαν περί την δύσιν του ηλίου εις Δολιανά, έμαθαν και ήκουσαν την εν Βαλτετσίω μάχην, καί μηδόλως αναπαυθέντες έτρεξαν εκεί νυκτοπορούντες, αλλ' υστέρησαν. Η μάχη διήρκεσεν 23 ώρας· εξακόσιοι υπελογίσθησαν οι σκοτωθέντες και πληγωθέντες Τούρκοι, τέσσαρες δε οι σκοτωθέντες και δεκαεπτά οι πληγωθέντες Έλληνες· έπεσαν εις χείρας των νικητών και πέντε σημαίαι. Καθ' ην δε ημέραν έφυγαν οι Τούρκοι, έφθασαν εις την Πιάναν ο Ζαήμης, ο Κανακάρης, ο Χαραλάμπης και οι Πετμεζάδες μετά χιλίων εκ Λεβιδίου, όπου εστρατοπέδευαν εις φύλαξιν της θέσεως εκείνης· και αν δεν ανεχώρουν οι εχθροί, ο παντελής αφανισμός των ήτον άφευκτος. Περατωθείσης της μάχης εδημηγόρησεν ο Κολοκοτρώνης και παρήγγειλε να νηστεύσωσιν όλοι την ημέραν εκείνην παρασκευήν, δοξολογούντες και ευχαριστούντες τον δοτήρα της νίκης Θεόν.
Είδαμεν τους Έλληνας έως χθες διασκορπιζομένους και φεύγοντας απέμπροσθεν των εχθρών οσάκις και όπου τους συνήντων· επί δε της περί ης ο λόγος μάχης βλέπομεν αυτούς τούτους νικώντας διά της επιμονής των και γενναιότητος· και το παραδοξότερον, τους βλέπομεν νικώντας αφ' ού τρισχίλιοι εκλεκτοί Αλβανοί επεδυνάμωσαν τους εχθρούς, και εν ώ πρώτην φοράν εγένετο πόλεμος υπό την γενικήν οδηγίαν αρχηγού εμπείρου και δυναμένου ως εκ της υψηλής θέσεως του να βραβεύση τους νικητάς. Η παράδοξος αύτη μεταβολή δεν προήλθεν εξ ελλείψεως των Τούρκων, ων και το πολεμικόν σχέδιον ήτον ορθόν, και η γενναιότης μεγάλη· αλλ' οφείλεται όλη εις την γενναίαν απόφασιν των εν τω χωρίω ολίγων Ελλήνων να νικήσωσιν ή ν' αποθάνωσιν, εις την θερμήν συνδρομήν των έξωθεν επιβοηθησάντων, και εις το εκ της συχνής συναντήσεως των εχθρών γεννώμενον κατ' ολίγον θάρρος. Η νίκη αύτη ενίσχυσε τον κλονιζόμενον αγώνα.
Κατησχυμένος ο κεχαγιάς δι' όσα έπαθεν, έσπευσε να συνάψη νέαν μάχην επ' ελπίδι ν' απονίψη το αίσχος του.
Οκτώ ημέρας μετά τα εν Βαλτετσίω παθήματά του, ό εστι την 23 μαΐου, εξεστράτευσαν τετρακισχίλιοι Τούρκοι επί το εν Βερβένοις στρατόπεδον σύροντες και κανόνια. Την δε προτεραίαν ο Κολοκοτρώνης, προ ολίγου κληθείς υπό των εν Άργει να στείλη στρατιωτικήν βοήθειαν και αρχηγόν της πολιορκίας του Ναυπλίου, διώρισεν ως τοιούτον τον Νικήταν, τω έδωκε 50 στρατιώτας εκ του στρατοπέδου του Βαλτετσίου, και τον διέταξε να παραλάβη και άλλους τόσους εκ του των Βερβένων και καταβή εις το Άργος. Ο Νικήτας συμπληρώσας εν Βερβένοις την ακολουθίαν του εις 120, ευρέθη εκείθεν του χωρίου των Δολιανών, μίαν ήμισυ ώραν απέχοντος των Βερβένων, ότε ήκουσε, Τ ο ύ ρ κ ο ι, Τ ο ύ ρ κ ο ι· επέστρεψε τότε μετά των ολίγων οπαδών του εις Δολιανά, και εκλείσθη εντός των δυνατωτέρων οικιών έτοιμος εις μάχην. Οι Τούρκοι διαβάντες εκείθεν, τινές μεν ενδιέμειναν και επολέμουν τους εγκλείστους, οι δε πολλοί εξηκολούθησαν την εις Βέρβενα πορείαν των. Το στρατόπεδον των Βερβένων συνίστατο τότε εκ δισχιλίων πεντακοσίων· ούτοι ακούσαντες την εν Δολιανοίς μάχην, έτρεξαν σχεδόν όλοι προς εκείνο το μέρος· αλλ' αίφνης ευρέθησαν εν μέσω των έμπροσθεν ερχομένων εχθρών και πολλών ιππέων προκαταλαβόντων εν αγνοία αυτών τα όπισθεν και παρακολουθούντων. Οι Έλληνες φοβηθέντες έσπευσαν να επανέλθωσιν εις την θέσιν των, και πολεμούντες τους όπισθεν ιππείς, μη δυναμένους να τους βλάψωσι διά το δύσβατον, έφθασαν εις Βέρβενα αβλαβώς· οι δε Τούρκοι ελθόντες κατόπιν τους απέκλεισαν, και ο ανδρειότερος των σημαιοφόρων ορμήσας έστησε την σημαίαν του επί τινος των οχυρωμάτων των Ελλήνων, και τοις επροξένησε φόβον μέγαν· αλλά δύο τολμηροί Έλληνες εξήλθαν έρποντες, έρριψαν την σημαίαν, και εσκότωσαν τον σημαιοφόρον. Άλλος σημαιοφόρος έστησεν άλλην σημαίαν· αλλά και αυτός και η σημαία του έπαθαν τα αυτά. Τότε οι δειλιώντες Έλληνες έλαβαν θάρρος, και οι θαρραλέοι Τούρκοι εδειλίασαν, και εξέλαβαν τα των σημαιών οι μεν ως καλόν οι δε ως κακόν οιωνόν. Οι Τούρκοι δεν ήθελαν να παραταθή η μάχη φοβηθέντες μη διά τυχούσης επιθέσεως άλλων Ελλήνων εκ των πλησίον στρατοπέδων πάθωσιν όσα εν Βαλτετσίω, και ήρχισαν ν' αναχωρώσι. Τότε επέπεσαν οι εν Βερβένοις Έλληνες καταδιώκοντές τους μέχρι των Δολιανών· ηνώθησαν μετά των φευγόντων και οι πολεμούντες τους περί τον Νικήταν εχθροί, έφυγαν όλοι, εγκατέλειψαν τα κανόνια, έχασαν τρεις σημαίας, καί τινες φεύγοντες έρριπταν, ως και εν Βαλτετσίω, έμπροσθεν των καταδιωκόντων αυτούς Ελλήνων τα πολύτιμα όπλα των. Εφονεύθησαν δε 70 Τούρκοι, 2 δε μόνον Έλληνες, ο Αναγνώστης Ρόρης δολιανίτης και ο Γεωργάκης Διγενής Τσάκων, και επληγώθησαν 12· ο δε Νικήτας έδωκε τρανά δείγματα ανδρίας. Τοιουτοτρόπως οι μεν Τούρκοι κατεσχυμένοι διεσώθησαν υπό το σκότος της νυκτός εις Τριπολιτσάν, οι δε Έλληνες επανήλθαν εις Βέρβενα ψάλλοντες εκ δευτέρου τα νικητήρια.

1821

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ'

Μάχαι Θερμοπυλών και Γραβιάς.

Ο ΔΕ ΧΟΥΡΣΗΔΗΣ, μαθών τα κατά την Ανατολικήν Ελλάδα επαναστατικά κινήματα, διέταξε τον Ομέρπασαν Βρυώνην, ηγεμόνα του Μπερατίου, και τον Κιοσέ - Μεχμέτπασαν ηγεμόνα της Πελοποννήσου, να συνάξωσιν εν Ζητουνίω όσον πολυαριθμότερον στράτευμα εδύναντο, και να εισβάλωσιν εις την επαναστατήσασαν Ελλάδα·
Απρίλιος ητοιμάσθησαν δε μεσούντος του απριλίου επτακισχίλιοι εις εκστρατείαν. Οι οπλαρχηγοί της Ανατολικής Ελλάδος, μαθόντες την μελετωμένην εισβολήν, διέταξαν παρά τας σπονδάς να φονεύσωσιν όλους τους επί ασφαλεία ζωής παραδοθέντας και διασπαρέντας εις τας επαρχίας Τούρκους, τους δυναμένους να οπλοφορώσι, προφασιζόμενοι, ως αν έλειψάν ποτε προφάσεις εν αμαρτίαις, ότι επιβλαβές ήτο να έχωσιν επί της εισβολής των έξωθεν εχθρών και άλλους εχθρούς εντός. Κατά την απάνθρωπον ταύτην διαταγήν ολίγοι των δυστυχών εκείνων απέφυγαν τον θάνατον, ευρόντες παρά τοις δυνατοίς προστάτας. Οι δε οπλαρχηγοί, οι μετά την κατά το Πατρατσίκι αποτυχίαν υποχωρήσαντες εις Κομποτάδας, θέλοντες να μάθωσιν ακριβέστερον τον αριθμόν των ετοίμων να εισβάλωσιν εχθρών, υπέπεμψαν την εσπέραν της 19, καθ' ην έφθασαν εις το περί ου ο λόγος χωρίον, τινάς των τολμηροτέρων στρατιωτών επί κατασκοπή, παραγγείλαντές τοις αυστηρώς μη τύχη και παροργίσωσι τους εχθρούς τουφεκίζοντες ή άλλως πως ενοχλούντες αυτούς, διότι ήθελαν να λάβωσι καιρόν και τας δυνάμεις των ν' αυξήσωσι, και θέσεις οχυράς να προκαταλάβωσιν. Αλλ' οι σταλέντες, πλησιάσαντες διά νυκτός εις τα άκρα του στρατοπέδου αφανείς, εζώγρησαν δύο εχθρούς και 8 ίππους, και προς τα χαράγματα ετουφέκισαν και επανήλθαν εις το στρατόπεδον καυχώμενοι επί τοις έργοις των. Οι οπλαρχηγοί λυπηθέντες διά το γεγονός, μετέβησαν εν βία όλοι ομού την 20 εις Χαλκωμάταν, την επί της οδού των Σαλώνων, όπου διηρέθησαν συνυποσχεθέντες να βοηθήσωσιν όποιον και αν προσέβαλεν ο εχθρός· και ο μεν Πανουργιάς έμεινεν εκεί, και κατέσχε και το χωρίον Μουσταφάμπεη μεθ' όλων των υπό την οδηγίαν του Σαλωνιτών, ως 600, έχων συναγωνιστήν και τον αξιοσέβαστον επίσκοπον Σαλώνων Ισαΐαν, όστις πλήρης ζήλου ηκολούθει το στράτευμα ευλογών και θαρρύνων αυτό εις τον προκείμενον αγώνα· ο δε Δυοβουνιώτης μετά 400 κατέλαβε την γέφυραν του Γοργοποτάμου, ο δε Διάκος μετά 500 την του Σπερχειού, το κοινώς γεφύρι της Αλαμάνας, και την άγουσαν εις Θερμοπύλας οδόν απέναντι της γεφύρας ταύτης προς τα Π ο ρ ι ά. Προ τού δε προφθάσωσι και οχυρωθώσιν ούτοι εκινήθη την 22 το κατά το Λιανοκλάδι στρατόπεδον από πρωίας, προπορευομένων των πεζών και ακολουθούντων των ιππέων, υπό τας αμέσους διαταγάς του Βρυώνη· εκινήθη και το εν Ζητουνίω κατά την αυτήν τάξιν υπό την άμεσον οδηγίαν του Μεχμέτη. Το σώμα του Δυοβουνιώτη, ιδόν τους υπό τον Βρυώνην επερχομένους, και ανίκανον ν' αντιπαραταχθή προς τόσον πεζικόν και ιππικόν, υπεχώρησε και κατέλαβε την στενήν θέσιν, Δέμα.
Ο Βρυώνης καταδιώξας το σώμα τούτο έως ου δεν εδύνατο να προχωρήση περαιτέρω το ιππικόν του διά την κακοτοπίαν, ωπισθοδρόμησε· πλησιάσας δε εις το χωρίον Μουσταφάμπεη το υπό του Παπά Ανδρέα Κοκοβιστιανού και του Κομνά Τράκα, αξιωματικών του Πανουργιά, κατεχόμενον, και ευρών τους εν αυτώ καλώς οχυρωμένους εντός των οικιών, της εκκλησίας και του μύλου, και αφόβους, δεν τους εκτύπησεν αλλά έμεινεν ολίγον επί της πεδιάδος, όπου, αφ' ού συνήλθεν όλον το στράτευμά του, ανεγνώσθη η συνήθης προπόλεμος ευχή, και διηρέθη το στράτευμα εις τρία· και το μεν έπεσεν επί το εν Χαλκωμάτα σώμα όπου ήτο και ο Πανουργιάς, το δε επί το υπό τον Διάκον· ώστε δεν εδύνατο να δώση βοήθειαν το έν τω άλλω· το δε τρίτον έτρεξε και κατέλαβε τα ορεινά μέρη. Κατ' αυτήν την ώραν έφθασε παρά το ξενοδοχείον του Σπερχειού και το υπό τον Μεχμέτην πέραν του ποταμού εχθρικόν στρατόπεδον, και ήρχισε να προσβάλη και αυτό τους φυλάττοντας την γέφυραν· ώστε έπεσαν οι εχθροί αθρόοι επί τα ελληνικά ταύτα σώματα. Κατ' αυτήν την πρώτην έφοδον οι εν Χαλκωμάτα ετράπησαν και εκινδύνευσε και αυτός ο Πανουργιάς· συνελήφθησαν δε και πολλοί και εσφάγησαν· εσφάγησαν συλληφθέντες και ο Σαλώνων Ισαΐας, ο αδελφός του και ο ανεψιός του. Ο δε Διάκος, εν ώ επολέμει προς τα Ποριά, παρετήρει και τα επί της γεφύρας κινήματα των συντρόφων του· και ιδών ότι άρχισαν και ούτοι να φεύγωσι, διέταξε τον Καλύβαν και τον Μπακογιάννην ν' απέλθωσιν εκεί προς εμψύχωσιν. Έτρεξαν ατρόμητοι οι δύο ούτοι αξιωματικοί, και ηύραν πολλά ολίγους εισέτι μαχομένους· αλλά και οι ολίγοι ούτοι έφυγαν. Τότε ο Καλύβας, ο Μπακογιάννης και δύο απλοί στρατιώται εισεπήδησαν εις το αντικρύ της γεφύρας ξενοδοχείον, έκλεισαν την θύραν και ετουφέκιζαν τους εχθρούς επί τη ματαία ελπίδι να μη αφήσωσι τόσην δύναμιν να περάση την γέφυραν και πέση και αύτη επί τον Διάκον.
Εν τοσούτω απεδειλίασαν και αυτοί οι πολεμούντες κατά τα Ποριά, και εζήτησαν εν τη φυγή την σωτηρίαν των. Μόνος ο Διάκος και ολίγοι των οπαδών του, μιμούμενοι το παράδειγμά του, ησθάνθησαν ότι εκεί απέθανεν ο Λεωνίδας. Τω όντι, ότε ο ψυχουιός του, βλέπων λειποτακτούντας τους άλλους, τον παρεκίνει, εγκαταλειπόμενον να φύγη και αυτός εις ωφέλειαν εν άλλη περιστάσει της πατρίδος, και τω έφερε τον ίππον, εκείνος απεκρίθη, ο - Δ ι ά κ ο ς - δ ε ν - φ ε ύ γ ε ι. Εν τοσούτω επιπίπτουν οι εχθροί, φονεύεται έμπροσθέν του ο αδελφός του, εμπλέκεται αυτός εν μέσω των εχθρών και μόλις μετά 10 στρατιωτών μεταβαίνει είς τινας τραχείας πέτρας, τα Μανδροστάματα της μονής της Δαμάστας, όπου τοποθετείται και μάχεται ολόκληρον ώραν. Φονεύονται οι ακόλουθοι του εκτός του ψυχουιού του, τραυματίζεται και αυτός εις τον δεξιόν ώμον, πίπτει το τουφέκι του, ανθίσταται βαστών διά της αριστεράς χειρός την πιστόλαν, γνωρίζεται, περικυκλούται, και συλλαμβάνεται ζων και καταιματωμένος.
Οι δε κλεισθέντες τέσσαρες εν τω ξενοδοχείω και τουφεκίζοντες τους διαβαίνοντας την εγκαταλειφθείσαν γέφυραν, ιδόντες μετ' ολίγον διά των θυρίδων ότι ούτε ο Διάκος, ούτε άλλος τις εφαίνετο, ήνοιξαν την θύραν και ώρμησαν ξιφήρεις διά μέσου των εχθρών θαυμαζόντων την ανδρίαν των· ευρέθησαν δε την ακόλουθον ημέραν νεκροί πλησίον της θέσεως, όπου επιάσθη ο Διάκος. Τριακόσιοι Έλληνες εσκοτώθησαν την ημέραν εκείνην και πολλοί άλλοι επληγώθησαν· ολιγώτατοι δε Τούρκοι εχάθησαν.
Τελειωθείσης της μάχης, οι πασάδες ώδευσαν προς το Ζητούνι, συνεπάγοντες μετά του ψυχουιού και τον Διάκον, ον διέταξαν να οδεύη πεζός έμπροσθέν των χάριν της κενοδοξίας των. Αλλά φοβούμενοι μη κρυβή ή φύγη, τον εκάθησαν μετ' ολίγον εφ' ημιόνου πεδικλωμένον· την δε νύκτα αφ' ού έφθασαν εις Ζητούνι, τον έφεραν έμπροσθέν των, παρόντος και του εντοπίου Χαλήλμπεη, και εζήτουν να μάθωσι τα περί της επαναστάσεως. Ο Διάκος τοις είπεν αφόβως, ότι το έθνος όλον των Ελλήνων απεφάσισε να χαθή ή να ελευθερωθή. Θαυμάσας ο Μεχμέτης του ανδρός την παρρησίαν, τω είπεν, ότι πρόθυμος ήτο να τον ιατρεύση, αν ήθελε πιστώς να τον υπηρετήση. «Δ ε ν - σ ε - υ π η ρ ε τ ώ», απεκρίθη ο Διάκος. «Α λ λ ά - κ α ι - α ν σ ε - υ π η ρ έ το υ ν, δ ε ν - θ α - σ ε - ω φ έ λ ο υ ν». «Θ α - σε - σ κ ο τ ώ σ ω», επανέλαβεν ο πασάς, «α ν - δ ε ν - μ ε - υ π η ρ ε τ ή σ η ς». «Η - Ε λ λ ά ς», απήντησεν εκείνος, «έ χ ε ι - π ο λ λ ο ύ ς - Δ ι ά κ ο υ ς». Την ακόλουθον δε ημέραν (24 απριλίου) εξεδόθη απόφασις να σουβλισθή (α)· ο δε κοινοποιήσας αυτώ την σκληράν απόφασιν, τω έδωκεν εις χείρας και το άτιμον και οδυνηρόν εργαλείον του θανάτου, και τω είπε να τον ακολουθήση βαστών αυτό. Ο Διάκος το έρριψε κατά γης αγανακτών, και στραφείς προς τους περιεστώτας Αλβανούς, «δ ε ν - ε υ ρ ί σ κ ε τ α ί - τ ι ς», είπε, «ν α - μ ε - σ κ ο τ ώ σ η; δ ι α τ ί - α φ ί ν ε τ ε - τ ο υ ς - Α ν α τ ο λ ί τ α ς - ν α - μ ε - π α ι δ ε ύ ω σ ι ν; ε γ ώ - κ α κ ο ύ ρ γ ο ς - δ ε ν - ε ί μ α ι». Ακούσας δε ότι αν ετούρκευεν εσώζετο, «Χ ρ ι σ τ ι α ν ό ς», απεκρίθη, «ε γ ε ν ν ή θ η κ α, κ α ι - Χ ρ ι σ τ ι α ν ό ς - θ' - α π ο θ ά ν ω». Οδεύων δε εις τον τόπον της ποινής εστάθη, και ρίψας το βλέμμα επί την γελώσαν φύσιν κατά την εαρινήν εκείνην ώραν· είπε το εξής δίστιχον.
«Για ιδέ καιρό που διάλεξεν ο Χάρος να με πάρη, Τώρα π' ανθίζουν τα κλαδιά και βγάν' η γη χορτάρι».
Ηκολούθησε δε μετά ταύτα την πορείαν του και υπέστη καρτεροψύχως πολυώδυνον θάνατον τρεις ώρας βασανιζόμενος.
Μάιος Και τα μεν εχθρικά στρατεύματα αφ' ού ανεπαύθησαν ολίγας ημέρας εν Ζητουνίω, εξεστράτευσαν την 7 μαΐου επί σκοπώ να εισβάλωσιν εις Σάλωνα.
Οι δε οπλαρχηγοί, Πανουργιάς και Δυοβουνιώτης, αφ' ού έχασαν τον συνάδελφον Διάκον, συνήλθαν μετά των στρατευμάτων αυτών εις το ξενοδοχείον της Γραβιάς, το επί της προς τα Σάλωνα δημοσίας οδού, και 4 ώρας εκείθεν απέχον, όλον πλινθόκτιστον· σκοπόν δε συνελθόντες είχαν να σκεφθώσι πώς να στήσωσι την ορμήν του εχθρού, και εμψυχώσωσι το δειλιάσαν στρατιωτικόν. Εν ώ δε συνεσκέπτοντο, έφθασαν απροσδοκήτως πλήρεις ζήλου υπέρ του αγώνος ο Οδυσσεύς Ανδρούτσου και ο Χρήστος Κασμάς, έχοντες αμφότεροι 120. Ο Πανουργιάς και ο Δυοβουνιώτης εγνωμοδότησαν τότε, ο μεν Οδυσσεύς να κλεισθή εν τω ξενοδοχείω άμα φανή ο εχθρός, και να συμπαραλάβη και τους αξιωτέρους στρατιώτας, αυτοί δε μείναντες έξω να καταλάβωσιν εκατέρωθεν τα στενά της οδού εις προφύλαξιν αυτού. Την δε 8 περί την δ' ώραν μετά την ανατολήν του ηλίου, εφάνησαν ο Μεχμέτης και ο Βρυώνης οδεύοντες μετά οκτακισχιλίων προς το ξενοδοχείον· εν ώ δε επλησίαζαν, συνήλθαν οι οπλαρχηγοί Έλληνες εκ δευτέρου και απεφάσισαν ο μεν Οδυσσεύς να εισέλθη ευθύς εις το ξενοδοχείον, ο δε Πανουργιάς και ο Δυοβουνιώτης να καταλάβωσι τα αριστερά της οδού, ο δε Κασμάς τα δεξιά, βοηθούντες τοιουτοτρόπως τους εγκλείστους.
Είπε τότε πλήρης τόλμης ο Οδυσσεύς, «όποιος θέλει να μ' ακολουθήση ας πιασθή κατόπιν μου εις τον χορόν»· και ήρχισε να πυρριχίζη. Επιάσθησαν κατόπιν αυτού εκατόν, εν οις και ο Γκούρας, ο Παπα - Ανδρέας, ο Τράκας, ο Αναστάσης Μάρος, ο Αγγελής Γοβγίνας, και ο Π. Μπουτούνης, όλοι αξιωματικοί, οι μεν του Πανουργιά, οι δε του Δυοβουνιώτη· επιάσθησαν και πολλοί Γαλαξειδιώται, και ούτω χειροκρατούμενοι οι εκατόν και συγχορεύοντες εισήλθαν εις το ξενοδοχείον, προπορευομένου του Οδυσσέως, και εν ροπή οφθαλμού επέτρωσαν έσωθεν θύρας και θυρίδας, ήνοιξαν ολόγυρα τας συνήθεις πολεμίστρας και ανέμεναν τον εχθρόν έτοιμοι εις μάχην. Κατέλαβαν δε και οι έξω οπλαρχηγοί τας θέσεις των και ωχυρώθησαν. Εν τούτοις επλησίασαν οι εχθροί ηναγκασμένοι να διαβώσι παρά το ξενοδοχείον επί της εις Σάλωνα πορείας των. Εστάθησαν εν πρώτοις ολίγον, αφ' ού δε ανεγνώσθη η προπόλεμος ευχή, διηρέθησαν εις τρία, και το μεν εκινήθη προς τα αριστερά της οδού επί τον Πανουργιάν και τον Δυοβουνιώτην, το δε προς τα δεξιά επί τον Κασμάν το δε τρίτον προς το κέντρον, ό εστιν επί το ξενοδοχείον. Μόλις ήρχισεν η προσβολή και διεσκορπίσθησαν οι περί τον Πανουργιάν, τον Δυοβουνιώτην και τον Κασμάν· απέμειναν δε μόνοι ενώπιον όλης ταύτης της δυνάμεως οι κλεισθέντες εν τω ξενοδοχείω εκατόν. Ο Οδυσσεύς, όστις διέταξε να μη τουφεκίση τις πριν τουφεκίση αυτός, είδε διά τινος οπής προπορευόμενον του επερχομένου στρατού γηραιόν Δερβίσην έφιππον. Τον εχαιρέτησεν αλβανιστί και αντεχαιρετήθη, τον εχλεύασε και αντεχλευάσθη, τον ύβρισε και ανθυβρίσθη, τον ετουφέκισε και τον εσκότωσεν (β). Οι διηρημένοι Τούρκοι συνηνώθησαν τότε και ώρμησαν πανστρατιά επί το ξενοδοχείον μαινόμενοι διά τον φόνον του αγίου ανδρός. Ως αν ήθελαν δε ν' αναρπάσωσιν όλους τους εγκλείστους, ώθουν τα τοιχία διά των χειρών και των ώμων και τα ετρύπων και διά των μαχαιρών. Άφοβοι οι εντός ετουφέκιζαν ακαταπαύστως πανταχόθεν επί τον σωρόν και εφόνευαν πολλούς, ώστε οι Τούρκοι ιδόντες την φθοράν των απεσύρθησαν. Εφώρμησαν και δευτέραν και τρίτην φοράν· η δε τρίτη εφορμή έγεινε τόσον σφοδρά, ώστε κατώρθωσαν να εμπήξωσι σημαίας επί των τοιχίων. Μετά δε την μεσημβρίαν ιδών ο Βρυώνης την τόσην αποτυχίαν, συγκαλέσας τους οπλαρχηγούς του, τους επέπληξε, τους εθάρρυνε και τους εκίνησεν όλους ιππείς και πεζούς εις νέαν έφοδον. Αλλά και κατά ταύτην οι εχθροί κατησχύνθησαν, και τα γύρωθεν του ξενοδοχείου πτώματα συσσωρευόμενα εγίνοντο και αυτά προσκόμματα της εφορμήσεώς των. Δύσαντος δε του ηλίου διέταξαν οι πασάδες τον αποκλεισμόν του ξενοδοχείου, και έστειλαν καί τινας εις Ζητούνι επί μετακομίσει κανονίων προς κατεδαφισμόν του. Εν τοσούτω ησύχασαν και οι εντός και οι εκτός διαρκούσης της νυκτός· όρθρου δε βαθέως εν ώ οι εχθροί απηυδημένοι εκοιμώντο, οι εντός εξεπέτρωσαν ησύχως την κάτω θύραν και διήλθαν αταράχως όλοι αβλαβείς. Δύο μόνον εφονεύθησαν εντός επί των προσβολών, οι αξιωματικοί Θανάσης Καστάνης και Θανάσης Σεφέρης, και δύο επληγώθησαν. Οι εχθροί διέμειναν μετά την μάχην εν τω ξενοδοχείω 8 ημέρας προς αναψυχήν, θάπτοντες εν ταύτω τους νεκρούς και στέλλοντες εις Ζητούνι τους τραυματίας. Η τόσον ευτυχής αύτη και απροσδόκητος αντίστασις εκατόν φιλοκινδύνων ανδρών προς τόσον ιππικόν και πεζικόν κατ' αυτά τα προοίμια της επαναστάσεως, συνετέλεσε τα μέγιστα εις εμψύχωσιν του αγώνος και εμεγάλυνε δικαίως τον Οδυσσέα.