1821 |
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ' |
Πτώσις Αντώνη Οικονόμου. — Πλους ελληνικής μοίρας προς τον Ελλήσποντον, και άλλης εις τον κορινθιακόν κόλπον — Εμπρησμός τουρκικού δικρότου εν Ερισώ. — Καταστροφή Κυδωνιών. |
| Η ΠΡΩΤΗ ναυτική εκστρατεία αφήκεν εν Ύδρα τον Οικονόμον μέγαν και πολύν, αλλ' επί της επιστροφής της δεν τον ηύρε τοιούτον. Ευδοκιμούν δημεγέρται κατά των ισχυρών αριστοκρατών, οσάκις καλούν τον λαόν εις ανάκτησιν της πολιτικής του ισονομίας, ην η αριστοκρατία αφήρπασεν, ή εις διανομήν της κοινής γης, ην εσφετερίσθη· αλλ' η αριστοκρατία της Ύδρας ήτον αγαθοποιός προς τον λαόν, διότι όχι μόνον ουδέν του αφήρπασεν, όχι μόνον δεν ετρέφετο παρ' αυτού, αλλά διά της κινήσεως των ιδιοκτήτων πλοίων της και διά της χρήσεως των διά του εμπορίου αποκτηθέντων χρημάτων της έτρεφεν όλον το πλήθος, πολλούς δε και ευτύχει. Επέτυχεν ο Οικονόμος, διότι το κίνημά του ήτον απροσδόκητον, και ο λαός ήθελε την επανάστασιν, και εζήτει να εύρη εν καιρώ αργίας πόρον υπάρξεως. Αλλ', αφ' ού και η επανάστασις εξερράγη, και οι πρόκριτοι ειλικρινώς την ησπάσθησαν, και ο πόρος ευρέθη διά της γενναίας αυτών καταβολής και διά της κινήσεως των πλοίων, η πάλη του λαού και των αριστοκρατών έπαυσε φυσικώ τω λόγω, και η εξουσία θα επανήρχετο όπου και πρώτον και όθεν προς καιρόν αφηρέθη. Διά τον λόγον τούτον την ύψωσιν του Οικονόμου παρηκολούθησεν η πτώσις του. Τα όργανα της επιρροής των προκρίτων παρά τω λαώ ήσαν οι πλοίαρχοί των. Ούτοι ήσαν ευπειθείς προς αυτούς και είχαν και πιστούς τινας οπαδούς, ως οι της ξηράς οπλαρχηγοί. Ο Οικονόμος επεχείρησε να βάλη επί των πλοίων φίλους και ομόφρονάς του πλοιάρχους, και δι' αυτών να άγη και να φέρη τους ναύτας. Αλλ' ούτε τα πλοία ήσαν εθνικά, ούτε οι κατά το σχέδιον του Οικονόμου εξωθούμενοι νόμιμοι πλοίαρχοι έστεργαν, διότι έχαναν και τιμήν και επιρροήν και πόρον. Διά τούτο απέτυχεν η αντικατάστασις αύτη, και οι κινούντες εν μέρει τον λαόν πλοίαρχοι, ους εμελέτα ο Οικονόμος να παύση, έγειναν όλοι εχθροί του. Μεμπτός δεν ήτον ο Οικονόμος ως προς τούτο, διότι το απήτει η θέσις του· αλλ' αστόχαστος εδείχθη ως προς το εξής. Διαρκούσης της πρώτης ναυτικής εκστρατείας έφεράν τινες εις Ύδραν λείας, ας ηθέλησαν να οικειοποιηθώσιν αθετούντες τον περί της διανομής κανονισμόν. Οι πρόκριτοι παρεκίνησαν τον Οικονόμον, ως εισακουόμενον, ν' απαιτήση την εκτέλεσιν του κανονισμού. Την απήτησεν· αλλ' οι ναύται όχι μόνον τον παρήκουσαν, αλλά και τον ύβρισαν και τον ηπείλησαν. Το μόνον υποστήριγμά του ήτον ο λαός. Αναμφιβόλως η απαίτησις της εκτελέσεως του κανονισμού ήτο δικαία και επαινετή· αλλά δεν εσυλλογίσθη ο Οικονόμος ορθώς, απαιτήσας αυτός την εκτέλεσίν του και ψυχράνας τοιουτοτρόπως τον λαόν. Από της ώρας εκείνης έπεσε, διότι έμεινεν άνευ υποστηρίγματος εν μέσω τόσω δυνατών εχθρών. |
| Ελαττωθείσης της δημοτικότητάς του, δύο μεγαλότολμοι πλοίαρχοι Υδραίοι, ο Λάζαρος Παναγιώτας και ο Θεόφιλος Δρένιας, μη ανεχόμενοι να βλέπωσι τους προκρίτους, ους εσέβοντο, περιφρονουμένους, φορολογουμένους και κινδυνεύοντας, ουδέ την πατρίδα των εις χείρας δημεγέρτου, απεφάσισαν να τον σκοτώσωσι, |
| Μάιος | και μηδενί ανακαλύψαντες την απόφασίν των εκίνησαν την 12 μαΐου προς το διοικητήριον όπου ήτον ο Οικονόμος. Καθ' οδόν απήντησαν τον Αντώνην Κριεζήν, και τον εμυσταγώγησαν. Οπλισθείς εν τω άμα και αυτός, και οπλίσας και δέκα συγγενείς του έτρεξε κατόπιν. Αναβαίνοντες δε οι δύο πρώτοι εις το διοικητήριον απήντησαν τον Οικονόμον ιστάμενον άνωθεν της κλίμακος εν μέσω δώδεκα οπλοφόρων, εν οις και ο υιός του και ο τολμηρός Κολοδήμας. Ο Οικονόμος απείκασεν εις τι ο ερχομός των και αμέσως επυροβόλησε τον Δρένιαν, αλλά δεν τον επήρε. Μετά τον πυροβολήσαντα πατέρα επυροβόλησε τον αυτόν και ο υιός και τον έρριψε νεκρόν. Επυροβόλησαν και οι άλλοι και επλήγωσαν τον Παναγιώταν πυροβολήσαντα και αυτόν και πληγώσαντα τον Κολοδήμαν. Έφθασεν εν τούτοις και ο Κριεζής μετά των περί αυτόν και έμεινεν υπό το διοικητήριον πυροβολών και πυροβολούμενος, αλλά μήτε βλάπτων μήτε βλαπτόμενος. Το κατά του Οικονόμου κίνημα ανδρών εχόντων υπόληψιν απέσπασε πολλούς των οπαδών του. Βλέπων δ' εκείνος την δεινήν θέσιν του, εφώναξε μεγαλοφώνως έσωθεν του διοικητηρίου, «β ο ή θ ε ι α, π α ι δ ι ά, β ο ή θ ε ι α». Έτρεξάν τινες έξωθεν εις βοήθειαν, αλλ' απεκρούσθησαν υπό των περί τον Κριεζήν· έτρεξαν και εκ δευτέρου ακούσαντες την αυτήν φωνήν, αλλά και εκ δευτέρου απεκρούσθησαν. Τότε οι περί τον Κριεζήν υποπτεύσαντες μη γίνωσιν οι έξω ολίγοι πολλοί και ορμήσωσιν επ' αυτούς ολίγους όντας, ανέβησαν εις την παρακειμένην οικίαν του Βούλγαρη και εκείθεν ετουφέκιζαν το διοικητήριον. Συγχρόνως το ετουφέκιζαν και ο Μανώλης Τομπάζης και ο Αναστάσης Κριεζής και ο Τερσανάς εκ των οικιών αυτών. Εμβάς και ο Γεώργης Σαχτούρης εις το πλοίον του Κριεζή, προσωρμισμένον εις επισκευήν, ήρχισε να κανονοβολή και αυτός το διοικητήριον, και συνεκανονοβόλουν και δύο άλλα πλοία. Ο Οικονόμος, δεινώς πολεμούμενος και κινδυνεύων, εξήλθε του διοικητηρίου διά τινος στενωπού· αλλ' οι περί τον Κριεζήν ερρίφθησαν κατόπιν και τον κατέφθασαν υπό την οικίαν του Γεώργη Γκιώνη, όπου εντός 10 βημάτων τον επιστόλισεν ο Κριεζής συνοδευόμενον υπό πέντε, αλλά δεν τον εκτύπησε. Τούτου γενομένου, διεσκορπίσθησαν οι ακολουθούντες τον Κριεζήν. Ο δε Γκιώνης, ακούσας άνωθεν της οικίας τον πιστολισμόν, και ιδών τον Κριεζήν σχεδόν απομεμονωμένον και κινδυνεύοντα, κατέβη και τον ανέβασεν εις την οικίαν του. Τρέχοντες δε οι περί τον Οικονόμον έμφοβοι, διότι επήρχοντο πολλοί, κατέλαβαν οικίαν τινά επί του άνω μέρους της πόλεως, και ούτως οι μαχόμενοι διεχωρίσθησαν, και ο Κριεζής κατέβη εις την αγοράν, όπου ηύρε 500 ετοίμους να κινηθώσι κατά του Οικονόμου, εν οις και τον Αναστάσην Τσαμαδόν, τον Μανώλην Τομπάζην και τον Γεώργην Σαχτούρην. Ο Οικονόμος μαθών την κατ' αυτού εκστρατείαν και βλέπων ότι δεν είχεν ελπίδα σωτηρίας εντός της νήσου, μετέβη εις το Καμίνι, και εμβάς εις αλιάδα επέβη επί της εκεί ευρεθείσης άνευ ναυτών γολέττας του Τομπάζη και απέπλευσε. Τούτο ιδόντες οι κατάδιώκοντες αυτόν έστειλαν εις σύλληψιν της γολέττας πλοίον, εφ' ου επέβη και ο Μανώλης Τομπάζης. Κινδυνεύων τότε ο Οικονόμος επόδισε κατά τον Παλαμιδάν προς το δυτικόν μέρος της νήσου, εγκατέλειψε την γολέτταν πλέουσαν, απέβη εις την ξηράν και ανέβη εις το βουνόν. Αλλά τον εκύκλωσαν εκεί οι αντίπαλοί του και τον προσεκάλεσαν επί ποινή θανάτου να παραδοθή· παρεδόθη, επεβιβάσθη επί τινος των εν τω πορθμώ της Ύδρας πλοίων, και εκείθεν εις λέμβον έχουσαν 10 ναύτας διαταχθέντας να τον μεταφέρωσιν εις την αντίπορθμον της Πελοποννήσου γην και να τον θανατώσωσιν. Αλλά μεταξύ των 10 ναυτών έτυχαν και συγγενείς του Οικονόμου, οίτινες υπερισχύσαντες τον απέλυσαν επί της πελοποννησιακής ξηράς αβλαβή. Τοιουτοτρόπως σωθείς ο Οικονόμος κατέφυγεν εις Κρανίδι, όπου ηύρεν ευμενή υποδοχήν· εφοβέριζε δε να επανέλθη εις Ύδραν, και να θύση και απολέση. |
| Έτυχε να φθάση κατ' εκείνας τας ημέρας εις Ύδραν ο Σωτήρης Θεοχαρόπουλος, επικαλούμενος εξ ονόματος των Αχαιών αποστολήν ναυτικής δυνάμεως εις τον κορινθιακόν κόλπον. Οι πρόκριτοι απεκρίθησαν, ότι εν όσω ο Οικονόμος διέτριβεν αντικρύ της νήσου των επί της Πελοποννήσου, οχλαγωγών και απειλών, δεν ενέκριναν ν' απομακρυνθώσι τα πλοία των. Ο Θεοχαρόπουλος, ανήρ δραστήριος, λαβών γράμματα των αρχόντων της Ύδρας προς τους Κρανιδιώτας αποποιούμενους έως τότε και να παραδώσωσι τον Οικονόμον και να τον αποπέμψωσι, μετέβη εις Κρανίδι, τον παρέλαβε και τον εφυλάκισεν εν τω μοναστηρίω του Φονιά, όπου διέμεινε μονάζων εν μέσω των καλογήρων, και προσποιούμενος μεν τον μετανοούντα, παραφυλάττων δε την ευκαιρίαν ν' αναφανή επί της πολιτικής σκηνής. Τοιουτοτρόπως ησύχασεν η Ύδρα, κινδυνεύσασα να πέση κατ' αυτήν την αρχήν της επαναστάσεως εις δεινήν αλληλομαχίαν. Η πτώσις και η απουσία του Οικονόμου απέδωκαν εκ νέου όλην την εξουσίαν εις τους συνετούς και φιλοπάτριδας προκρίτους της Ύδρας μετελθόντας αυτήν εις πρόοδον και ευόδωσιν του εθνικού αγώνος. |
| Μεταξύ μυρίων άλλων ομοίων περιστάσεων συντείνει και η του εγκαταλειφθέντος Οικονόμου ν' αποδείξη πόσον άστατος είναι η εύνοια του λαού, την μίαν ημέραν θυμιάζοντος το είδωλόν του, και την άλλην καταρρίπτοντος και συντρίβοντος αυτό. |
| Ο δε ελληνικός στόλος, αφ' ού επανήλθεν εις τα ίδια μετά την πρώτην εκστρατείαν, ητοιμάσθη μετά της αυτής προθυμίας και εις δευτέραν, και εξέπλευσε την 18, διαιρεθείς εις δύο μοίρας. Συνίστατο δε η μία εκ 18 πλοίων υδραϊκών υπό τον Γιακουμάκην Τομπάζην (α), 7 σπετσιωτικών υπό τον Γκίκαν Τσούπαν, 27 ψαριανών, καί τινων μιστίκων υπό τον Αποστόλην, ενός Λιμνίου και ενός της Αίνου. Σκοπόν δεν είχεν η μοίρα αύτη να επαναστατήση ως άλλοτε τόπους, αλλά να εμποδίση τον έκπλουν ή να ματαιώση τα σχέδια του εχθρικού στόλου, όστις ετοιμασθείς εν Κωνσταντινουπόλει εστέλλετο, ίνα επαναγάγη εις την υποταγήν του σουλτάνου το Αιγαίον, και προστατεύση την μετάβασιν τουρκικών στρατευμάτων εξ Ασίας εις τα αποστατήσαντα της Ελλάδος μέρη. Ο τουρκικός στόλος, άπειρος εισέτι της τόλμης των Ελλήνων, επερείδετο δικαίως επί τη υλική υπεροχή του· οι δε Έλληνες, αν και είχαν τόλμην, ήσαν εν άκρα αμηχανία πώς να τον βλάψωσιν. |
| Την 26 η ελληνική μοίρα απήντησεν εχθρικόν δίκροτον, προφυλακίδα του οθωμανικού στόλου πλέοντος προς τα παράλια της Ασίας. Τινά των ελληνικών πλοίων το επλησίασαν και εκανονοβόλησαν, αλλ' ανίκανα ήσαν να το βλάψωσι. Την εσπέραν της αυτής ημέρας το δίκροτον κατέπλευσεν εις Ερισόν, παρακολουθούμενον υπό των ελληνικών πλοίων. Ο πλοίαρχος αυτού, φοβούμενος νυκτερινήν έφοδον, παρέλαβεν από της ξηράς ικανούς Τούρκους εις υπεράσπισίν του. Οι δε πλοίαρχοι Έλληνες συνήλθαν επί της ναυαρχίδος εις συμβούλιον πεπεισμένοι, ότι όχι μόνον δεν εδύναντο να βλάψωσι τον εχθρόν, αλλ' ούτε καν να τον φοβίσωσι διά των αδυνάτων κανονίων των. Διάφορα τεχνάσματα υπεβλήθησαν, αλλ' όλα απερρίφθησαν, ή ως ανίσχυρα ή ως παράτολμα. Ο δε ναύαρχος Τομπάζης είπε τότε, ότι ο διοικητής πολεμικού αγγλικού πλοίου, όπερ απήντησεν η ελληνική μοίρα προς τον Καφηρέα, τον ηρώτησεν εις τι η ναυτική αύτη εκστρατεία· και ακούσας ότι ανέβαινε τον Ελλήσποντον εις αντιπαράταξιν προς τον τουρκικόν στόλον, ματαίως, είπε, θα κοπιάσητε, αναμφιβόλως δε και θα βλαφθήτε εξ αιτίας της μεγάλης ανισότητος των δυνάμεων· ναύτας αξίους και τολμηρούς έχετε, μεταχειρίσθητε δι' αυτών κατά των αναξίων, απειροθαλάσσων και δειλών εχθρών σας τα πυρπολικά, και βεβαίως θα υπερισχύσετε. Ταύτα, είπεν ο Τομπάζης, ήκουσα, και ταύτα λέγω, λυπούμενος, ότι δεν ηρώτησα τον Άγγλον πλοίαρχον πώς παρασκευάζονται τα περί ων ανέφερε πυρπολικά. Επί τούτοις ο Αποστόλης είπεν, ότι και εν τη νήσω των Ψαρών εγίνετο λόγος περί πυρπολικών, διότι έζων διάφοροι ναύται, παρευρεθέντες καθ' ον καιρόν οι Ρώσσοι έκαυσαν εν τω λιμένι του Τσεσμέ τον τουρκικόν στόλον δι' αυτών· αλλ' ουδείς ήξευρε πώς παρεσκευάζοντο. Εν τούτοις η λέξις Μ π ο υ ρ λ ό τ ο ν έτρεχεν εξ ενός εις άλλο στόμα εν τω συμβουλίω μηδενός των παρευρισκομένων πλοιάρχων ειδότος τα περί παρασκευής αυτού, και έφθασε και εις την ακοήν των μη εν τω συμβουλίω αξιωματικών. Μεταξύ τούτων ήτο και τις Γιάννης Πάργιος, επονομαζόμενος Πατατούκος, κάτοικος Ψαρών, όπου επηγγέλετο τον διδάσκαλον της πρακτικής ναυτικής. Ούτος είπεν, ότι ήξευρε πώς παρεσκευάζετο το πυρπολικόν, και παρεσκεύασεν εν τω άμα έν των πλοίων της εκστρατείας, όπερ ερρίφθη επί το δίκροτον την νύκτα, αλλά δεν εκόλλησε και εκάη εις μάτην. |
| Ο Πατατούκος παρεσκεύασεν άλλο σταλέν επί τοιαύτη χρήσει εκ Ψαρών, μετεποίησε και ο Καλαφάτης Ψαριανός το πλοίον του εις πυρπολικόν, και την 27 ερρίφθησαν αμφότερα επί το δίκροτον τρίτην ώραν προ μεσημβρίας, συνοδευόμενα υπό της ελληνικής μοίρας κανονοβολούσης αυτό εκατέρωθεν. Και το μεν του Καλαφάτη, ανεπιτηδείως παρασκευασθέν, εκάη ανωφελώς, τα δε άλλο υπό τον Δημήτρην Παπά - Νικολή, Ψαριανόν και αυτόν, έπεσεν επί την πρώραν του δικρότου, εκόλλησε και μετέδωκεν εν τω άμα τας φλόγας (β). Μετά τρία τέταρτα της ώρας επυρσοκρότησεν η πυριτοθήκη, το δίκροτον διερράγη, και οι εν αυτώ επνίγησαν εκτός ολίγων διακολυμβησάντων ή εμβάντων εις τας λέμβους. Ήσαν δε επί του δικρότου και ναύται Χριστιανοί, ους πεσόντας εις την θάλασσαν διέσωσαν αι λέμβοι των Ελλήνων. Το νεοφανές τούτο και όλως απροσδόκητων κατόρθωμα κατεφόβισε τους Τούρκους, εξίππασε και αυτούς τους Έλληνας και επλήρωσε χρηστών ελπίδων τας καρδίας των. |
| Την δε ακόλουθον ημέραν εφάνη προς εκείνο το μέρος ο λοιπός εχθρικός στόλος εξ ενός δικρότου, τριών φρεγατών, μιας κορβέτας και δύο δικατάρτων. Επέπεσεν η ελληνική μοίρα εμψυχωθείσα υπό της προσφάτου επιτυχίας· ο δε στόλος, έντρομος δι' όσα έπαθε το δίκροτον, έφυγε πλησίστιος προς τον Ελλήσποντον και την επαύριον προσωρμίσθη υπό την προστασίαν των εκεί φρουρίων. Την αυτήν ημέραν η ελληνική μοίρα προσωρμίσθη και αυτή εν τω λιμένι της Ίμβρου εις ύδρευσιν. |
| Ίδιον των αδυνάτων, των δειλών και των τυραννικών κυβερνήσεων είναι, οσάκις δεν δύνανται να εκδικώνται τους πταίστας, να παιδεύωσι τους αθώους. Οσάκις ενίκων οι ένοπλοι Έλληνες, οι υπό τους Τούρκους άοπλοι και αβλαβείς ομογενείς των έπασχαν. Τα αυτά ανομήματα, αξιοκατάκριτα βεβαίως όπως και αν θεωρηθώσιν, έπραξαν και οι Έλληνες· αλλ' ούτοι ήσαν εις πλήρη επανάστασιν και εις αναρχίαν. Πότε καταδυναστευόμενον έθνος, λαβόν όπλα κατά του καταδυναστεύοντος, δεν ηνόμησεν, ή δεν έχυσεν αίματα πταιστών και αθώων ανεξετάστως; Σπανίως κατά δυστυχίαν υπείκει εις τα εντάλματα της μετριότητος η αιχμάλωτος του πάθους της εκδικήσεως ανθρώπινος ψυχή. Αλλ' υπό το σκήπτρον του σουλτάνου, αύται αι Αρχαί ήσαν αι χείρες της ανομίας και των αιμάτων. Οι Μιτυληναίοι Χριστιανοί και οι κατά τα πλησιόχωρα παράλια της Ασίας όχι διότι ήσαν συμμέτοχοι του εμπρησμού του δικρότου, αλλά διότι έτυχε να κατοικώσι γην, παρ' ην το δίκροτον εκάη, έγειναν οι τρισάθλιοι θύματα της μανίας των τουρκικών Αρχών, σφαζόμενοι ανηλεώς, γυμνούμενοι και πωλούμενοι ως ανδράποδα. Αλλ' η γειτονία εκείνη έμελλε να γένη συγχρόνως θέατρον άλλων δεινοτέρων συμφορών. Πόλις, περιέχουσα ψυχάς 30 χιλιάδας, έμελλε ν' αφανισθή όλη, όχι διότι έλαβεν όπλα κατά της υπόπτου εξουσίας, ούτε διότι εφάνη άλλως πως αξία καταστροφής, αλλά διότι ήτον όλη χριστιανική και ικανή και την αιμοχαρή δίψαν της εξουσίας να σβέση, και την εξ αδίκων πλουτείν επιθυμίαν της να πληρώση. Η πόλις αύτη είναι αι Κυδωνιαί, γνωσταί διά την αυτονομίαν και ευνομίαν, διά τα φιλάνθρωπα καταστήματα, διά το φιλοσοφικόν σχολείον και την φιλοκαλίαν και ευζωίαν των κατοίκων. |
| Οι Κυδωνιείς εξ αιτίας της επί της Ασίας θέσεώς των ενώπιον τόσων μυριάδων Τούρκων, όχι μόνον δεν επεχείρησαν ν' απελευθερωθώσιν, αλλ' εφρόντισαν και να καθησυχάσωσι τας υποψίας των Τούρκων διά της διαγωγής των. Αφ' ης ημέρας απεστάτησαν τα Ψαρά, η τουρκική Αρχή της Περγάμου, εις ην υπέκειντο αι Κυδωνιαί, υποπτεύουσα πόλιν τόσον πολυάνθρωπον, και όλην χριστιανικήν, έστειλεν εις προφύλαξιν τετρακισχιλίους οπλοφόρους, σκηνώσαντας κατ' αρχάς εκτός αυτής, αλλά πολλούς μετά ταύτα παρεισελθόντας. Όπου συρροή τουρκικών στρατευμάτων, εκεί και αταξίαι ατιμώρητοι εν καιρώ πολέμου· ηνοχλούντο λοιπόν καθ' ημέραν οι Χριστιανοί, και εκινδύνευαν παρά την θέλησίν των να ταραχθώσιν εξ αιτίας της διαγωγής των εις προφύλαξιν ελθόντων. Ο προεστώς της πόλεως Χατσή - Θανάσης υπήγεν εις Πέργαμον επ' ελπίδι να πείση την Αρχήν εις ανάκλησιν των ατάκτων στρατευμάτων, αλλά δεν εισηκούσθη. |
| Ιούνιος | Την 2 Ιουνίου η ελληνική μοίρα έπλευσεν εις τα έμπροσθεν των Κυδωνιών Μοσχονήσια. Ο λαός του μόνου κατοικουμένου νησιδίου, όλος χριστιανικός, ως και ο των Κυδωνιών, είχεν ένα μόνον Τούρκου, τον αγάν, ον απεδίωξεν επί τη παρουσία των ελληνικών πλοίων, ύψωσε την σημαίαν της ελευθερίας και κατέλαβε το Κλειδί, ό εστι την συζευγνύουσαν το νησίδιον και την ξηράν γέφυραν, εις εμπόδιον εισβολής Τούρκων. Το συμβάν τούτο εξηγρίωσεν έτι μάλλον τα στρατεύματα και έδωκεν αφορμήν εις νέους φόβους και κινδύνους. Οι δε Κυδωνιείς βλέποντες ότι θα επάθαιναν τα πάνδεινα, είτε ησυχάζοντες είτε επαναστατούντες, απεφάσισαν να φύγωσι, και έστειλαν εις τα Μοσχονήσια τον διδάσκαλον Βενιαμίν, παρακαλούντες τον ναύαρχον να φροντίση περί μεταφοράς του κινδυνεύοντος λαού εις Ψαρά· και επειδή πλοία δεν δύνανται να εισπλεύσωσι διότι τα νερά είναι ρηχά παρά το λιμενοστόμιον, εστάλησαν λέμβοι εις το ακροθαλάσσιον την 4, και οι Κυδωνιείς ήρχισαν να καταβιβάζωσι τας γυναίκας και τα τέκνα των. Ταύτα βλέποντες οι Τούρκοι και εκλαμβάνοντές τα ίσως ως πολεμικάς προετοιμασίας, εμπόδιζαν βιαίως τους φεύγοντας. Οι κάτοικοι ηναγκάσθησαν ν' αποκρούσωσι την βίαν διά της βίας· αι δε λέμβοι όσαι είχαν κανόνια, τα μετεχειρίσθησαν και αύται κατά των ενοχλούντων τους Χριστιανούς Τούρκων, και ούτως ήρχισαν εντός της πόλεως την 4 σφαγαί, αρπαγαί, αιχμαλωσίαι και πυρκαϊαί· το παραθαλάσσιον εσκεπάσθη προσφύγων, πολλαί γυναίκες έπιπταν εις την θάλασσαν, ίνα μη πέσωσιν εις χείρας Τούρκων, η πόλις εκαίετο, και όλαι αι λέμβοι και όλα τα μικρά πλοιάρια των Μοοχονησιωτών μετέφεραν αδιακόπως και επεσώρευαν εις τα πλοία τους δυστυχείς Κυδωνιείς, βλέποντας φλεγομένας τας οικίας των και θρηνούντας την μεγάλην συμφοράν των. Τοιουτοτρόπως κατεστράφη η λαμπρά των Κυδωνιών πόλις, και οι κάτοικοί της, όσοι κατέφυγαν εις τα πλοία, μετεκομίσθησαν και διεσπάρησαν εις διαφόρους νήσους, βιούντες βίον αβίωτον. Κυβέρνησις, όχι μόνον μη παρέχουσα αλλά και αφαιρούσα τα εις προφύλαξιν και διάσωσιν κινδυνεύοντος λαού και καταστρέφουσα επί απλαίς υποψίαις αυτόν, είναι αξία της κατάρας και του αναθέματος όλων των εθνών και όλων των αιώνων. |
| Επί δε τη συμφορά των Κυδωνιών κατεφοβήθησαν όλοι οι κατοικούντες τα ενδότερα της Ασίας Χριστιανοί και κατέβαιναν σωρηδόν εις τα παραθαλάσσια, ίνα διασωθώσι δι' ων εδύναντο τρόπων είς τινας των υπό την ελληνικήν σημαίαν νήσων. Εγκατέλειψαν και οι Μοσχονησιώται την πατρίδα των, και κατέφυγαν και αυτοί όπου ημπόρεσαν· ώστε όλη εκείνη η έως χθες ανθηρά ακτή έγεινε τόπος ερημώσεως. Τοιαύτη είναι η φύσις των δεσποτικών, των τυραννικών και των βαρβάρων κυβερνήσεων. |
| Τα δ' ελληνικά πλοία, αφού ελύτρωσαν τόσον πλήθος, έπλευσαν την 7 προς την Τένεδον, και επανέπλευσαν εκείθεν εις τα ίδια· κατήραν δε την 12 τα υδραϊκά εις τον λιμένα των. |
| Οι θρασείς ενώπιον των αδυνάτων είναι δειλοί ενώπιον των δυνατών. Εν ώ τόσα κακά υπέφεραν οι άοπλοι Χριστιανοί, αι τουρκικαί Αρχαί της Μιτυλήνης τόσον εφοβήθησαν τους γείτονας των Ψαριανούς εξ αιτίας του εμπρησμού του δικρότου, ώστε τοις υπεσχέθησαν φόρον, υπό τον όρον να μη ενοχλώσι την Μιτυλήνην και το μικρόν ναυτικόν της. |
| Τοιαύτη ήτον η κατάστασις των μερών εκείνων μεσούντος του ιουνίου. |
| Η δε άλλη μοίρα του ελληνικού στόλου συγκειμένη εκ 12 πλοίων, ήτοι 6 υδραϊκών υπό τον Δημήτρην Βώκον Μιαούλην, και 6 σπετσιωτικών υπό τον Νικολόν Μπότασην, εξέπλευσεν επί τη επιμόνω αιτήσει των Πελοποννησίων κατά τον κορινθιακόν κόλπον προς καταδίωξιν ολίγων τουρκικών πλοίων αποσπασθέντων της εν Μούρτω ναυτικής δυνάμεως και μεταπλευσάντων εις τον λιμένα των Πατρών, και προς άλωσιν της Ναυπάκτου και του Αντιρρίου διά της συμπράξεως και των κατά ξηράν δυνάμεων. Εκ των 12 δε τούτων πλοίων, 2, τα του Αναστάση Καλανδρούτσου και τα του Αναγνώστη Κουλάτση, έμειναν κατά τον διάπλουν έμπροσθεν του Νεοκάστρου και της Κορώνης προς αποκλεισμόν των φρουρίων εκείνων· |
| Μάιος | τα δε άλλα, προχωρήσαντα κατά τας Πάτρας, είδαν την 20 μαΐου πλέοντα έμπροσθεν του ακρωτηρίου του Πάπα εις αποκλεισμόν των Πατρών υπό σημαίαν ελληνικήν 6 δικάταρτα, εξ ων τα 5 γαλαξειδιωτικά και το έν κεφαλληναίον (γ), και δύο κανονοφόρους· είδαν και μίαν κορβέταν τουρκικήν πλέουσαν προς τα έξω και επέπλευσαν· αλλ' αύτη φοβηθείσα εστράφη πλησίστιος προς την Ναύπακτον. Ανήχθησαν εν τω άμα και τα εν τω λιμένι των Πατρών 4 τουρκικά δικάταρτα επί τη διά σημείων προσκλήσει της κορβέτας, και κατέφυγαν και αυτά υπό την Ναύπακτον. Τόσον δε επί τη εμφανίσει της ελληνικής ταύτης μοίρας εφοβήθη ο εν Πάτραις Ισούφης, ώστε ανήγγειλε τοις εισέτι ενδιαμένουσι προξένοις, ότι δεν ηγγυάτο εις το εξής την ασφάλειάν των και επεθύμει ν' αναχωρήσωσιν αυθημερόν, διότι ηναγκάζετο να καύση τας κατοικίας των, μη τας κατάσχωσιν οι εχθροί του. Επί τη προσκλήσει ταύτη και τη απειλή οι πρόξενοι ανεχώρησαν όλοι αυθημερόν εμβάντες εις την εν τω λιμένι γαλλικήν φρεγάταν Arriège. Τα δε ελληνικά πλοία, άτινα εχαιρέτησαν οι Έλληνες άνωθεν των βουνών ανάψαντες πυρά, διεπέρασαν αβλαβώς το στενόν στόμιον του κόλπου υπό το εχθρικόν πυρ των φρουρίων, τα μεν καθ' ην έφθασαν έμπροσθεν των Πατρών εσπέραν, τα δε την επαύριον· επειράθησαν οι εν αυτοίς να βλάψωσι τα εχθρικά, αλλά δεν εδυνήθησαν εξ αιτίας της υπό το πυρ του φρουρίου της Ναυπάκτου θέσεώς των, και αγκυροβολήσαντες πλησίον έστησαν επί της ξηράς τρία κανόνια, δι' ων εκτύπουν, αν και αβλαβώς, και την Ναύπακτον και τα πλοία. |
| Είχαν ήδη καταβή προς εκείνα τα παραθαλάσσια ικανά στρατεύματα εις πολιορκίαν της Ναυπάκτου και του Αντιρρίου. Στερούμενα παντός επιτηδείου εις προσβολήν φρουρίων και πρόθυμα να επιχειρήσωσί τι, έδραξαν την ευκαιρίαν της εμφανίσεως των ελληνικών πλοίων, ήλθαν πλησιέστερον της Ναυπάκτου την 24 και την επαύριον ήρχισε σφοδρότατος τουφεκισμός και κανονοβολισμός διά ξηράς και θαλάσσης· τόσον δε εφοβήθησαν οι Τούρκοι, ώστε έβαλαν πυρ εις την πόλιν και ανέβησαν εις την ακρόπολιν. Την δε 26 υπήγαν οι αρχηγοί του ελληνικού στρατοπέδου εις τον στόλον, και, συσκέψεως γενομένης, απεφασίσθη η εξ εφόδου άλωσις του Αντιρρίου. Επί τω σκοπώ τούτω ητοιμάσθησαν επί των πλοίων 10 κλίμακες, 10 πηχών εκάστη, ας παραλαβόντες οι αρχηγοί του στρατοπέδου απέβησαν εις την ξηράν. |
| Ιούνιος | Δευτέρου δε συμβουλίου γενομένου, ωρίσθη ημέρα εφόδου η 6 Ιουνίου. Προτείναντος δε του Διαμαντή Χορμώβα, ενός των αρχηγών, ν' αναβή πρώτος το τείχος, και αιτήσαντος να τον ακολουθήσωσιν όσοι προηρούντο, υπεσχέθησαν 400 να συγκινδυνεύσωσιν. Αλλ' αφ' ού ήλθεν η ώρα της εφόδου και του κινδύνου και επλησίασαν το τείχος, ο μεν Διαμαντής ανέβη καθ' ά επρότεινεν, αλλ' ολιγώτατοι τον ακολούθησαν, και εφονεύθησαν αυτός καί τινες των οπαδών του. Μετά δε την αποτυχίαν ταύτην οι ναύται, μιμούμενοι τους εν τη Ερισώ, απέθεσαν έν τινι γαλαξειδιωτικώ πλοίω ανεπιτηδείως ύλας καυστικάς, και ανάψαντες αυτάς το έρριψαν την 10 επί τα τουρκικά υπό την οδηγίαν ενός και μόνου ανδρός, του Γεωργίου Παξινού βαστώντος το πηδάλιον· αλλά πριν κολλήση το πλοίον, περιεφλογίσθη ο πηδαλιούχος και έπεσεν εις την θάλασσαν, οι δε εχθροί, συλλαβόντες αυτόν, τον έψησαν ζώντα ματαιώσαντες και το επιχείρημά του. Μετά πέντε δε ημέρας εξέπλευσεν η ελληνική μοίρα, αναπλέουσα εις τα ίδια, και έμειναν εντός του κόλπου το κεφαλληναίον, τα 5 γαλαξειδιωτικά, έν σπετσιωτικόν και αι κανονοφόροι· διεπέρων δε τα πλοία ταύτα συχνώς και αφόβως το στόμιον του κόλπου ενισχύοντα ποτέ μεν τα εντός, ποτέ δε τα εκτός κινήματα των κατά ξηράν Ελλήνων, εκπλέοντα μέχρι του ακρωτηρίου του Πάπα και εμποδίζοντα πολλάκις τα έξωθεν ερχόμενα προς τους εν Πάτραις Τούρκους βοηθήματα, και την διάβασιν μάλιστα των Τούρκων εις τας ιονίους νήσους και εις την παραλίαν της Ηπείρου, αλλά μηδόλως σεβόμενα την ιόνιον σημαίαν· εφ' ώ οργισθείσα η αρμοστεία εξαπέστειλε ναυτικήν δύναμιν, ήτις, ευρούσα την νύκτα κατά την Γλαρέντσαν μίαν των δύο κανονοφόρων και αίφνης επιπεσούσα εφόνευσε δύο ναύτας, συνέλαβε δύο άλλους και μετέφερεν εις Ζάκυνθον και αυτούς και την κανονοφόρον εγκαταλειφθείσαν υπό των λοιπών ναυτών της, εις την ξηράν διασωθέντων. Μετά τρίμηνον δε φυλάκισιν απελύθησαν οι συλληφθέντες. |
| Αν η εις τον κορινθιακός κόλπον ναυτική εκστρατεία δεν έφερε το προσδοκώμενον αποτέλεσμα, εχρησίμενσεν όμως μεγάλως εις εμψύχωσιν των Ελλήνων και τρόμον των Τούρκων εκείνου του μέρους, εξ αιτίας της διά πορθμού, ενός και ήμισυ μιλίου πλάτος έχοντος, τολμηράς και ευτυχούς διαπεραιώσεως των πλοίων μεταξύ δύο φρουρίων ακαταπαύστως κανονοβολούντων· συνέτρεξε δε τα μέγιστα και εις την επανάστασιν της Αιτωλοακαρνανίας. Εν τούτοις, μαθόντες τα της εκστρατείας ταύτης οι εν τη κατά τον Μούρτον τουρκική μοίρα, συνέλαβαν αίφνης τινάς εμπλέοντας Υδραίους και τους εθανάτωσαν, εν οις και τον Μανώλην Γκιούστον, τον μόνον επιζώντα αδελφόν των εν τω ναυστάθμω της Κωνσταντινουπόλεως άλλοτε αποκεφαλισθέντων. |
1821 |
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ' |
Παθήματα των Σμυρναίων, Κυπρίων και Κώων Χριστιανών. |
| Μάιος | ΚΑΘ' ον δε καιρόν αι τρισάθλιαι Κυδωνιαί έγειναν τόπος ερημώσεως, δεινά δυστυχήματα έπαθεν η Σμύρνη. Εφάνησαν τον μάιον εν εκείνη τη πόλει δύο δερβίσαι, οίτινες περιφερόμενοι τας οδούς και τα καφενεία και παριστάμενοι ως θεόπνευστοι, ηρέθιζαν τους Τούρκους εις καταστροφήν των Χριστιανών, ως εχθρών της πίστεώς των και του σκήπτρου των. Καλή τύχη ο μουτεσελήμης της Σμύρνης απεμάκρυνε τους ταραξίας ευσχήμως. Τον αυτόν μήνα συνηθροίσθησαν επί της πλησίον του επιθαλασσίου φρουρίου πεδιάδος πάμπολλοι ασιανοί Τούρκοι, οι μεν επί προφυλάξει του μέρους εκείνου από ενδεχομένου επαναστατικού κινήματος, οι δε επί μεταβάσει εις άλλα αποστατήσαντα μέρη. Ο αρχηγός του στρατεύματος τούτου, καθήμενος εντός της πόλεως, το διέταξε να διαμείνη εκτός. Αλλ' εν ώ ουτος απελάμβανε τας τρυφάς της μεγαλοπόλεως εκείνης, και εις προμήθειαν τροφών επέβαλλε συχνάκις βαρείς φόρους, το στράτευμα του ελίμωττε, και εκ ταύτης της αιτίας διεσπάρη εις όλα τα περίχωρα, εχύθη και εις αυτήν την πόλιν την 23 παρά τας διαταγάς του ανωτέρου του, έτρεξεν εις τας αποθήκας των αρτοποιών και λοιπών τροφοπωλών, έπραξε παντός είδους αταξίας, εφόνευσε δύο Χριστιανούς και ηπείλει αυθημερόν γενικήν καταστροφήν. Οι Χριστιανοί, έμφοβοι και απροστάτευτοι, αφήκαν όλοι τα έργα των, άλλοι εκλείσθησαν εν ταις οικίαις των, άλλοι έτρεξαν εις το παραθαλάσσιον, και η μεγάλη εκείνη πόλις εφαίνετο μεγάλη ερημία. Την εσπέραν δε της αυτής ημέρας είς των περιφερομένων γενιτσάρων, διψών Χριστιανικόν αίμα και μη ευρίσκων Χριστιανόν εν ταις οδοίς, έρριψε μίαν πιστολίαν απροσέκτως και ασκόπως και εκτύπησε κατά τύχην διαβαίνοντά τινα μωαμεθανόν Κρήτα. Ο γενίτσαρος, φοβούμενος μη πάθη ως φονεύς, ή προθέμενος ίσως την καταστροφήν της πόλεως, ερωτηθείς περί του συμβάντος, είπεν, ότι η πιστολία έπεσεν έκ τινος χριστιανικής οικίας. Η ψευδής αύτη μαρτυρία του ενόχου ήρκεσε να εκθέση εν τω άμα εις τον έσχατον κίνδυνον την εν η εγένετο ο φόνος συνοικίαν, και τόσος ήτον ο επικρατών τρόμος, ώστε οικογένειά τις του δυτικού δόγματος, ό εστιν, ο ανήρ, η γυνή, ο υιός, τέσσαρες θυγατέρες και έν βρέφος θηλάζον, φοβούμενοι μη πέσωσιν εις τας χείρας των κακούργων, σπώντων τας θύρας των γειτονικών οικιών, ανέβησαν επί της οροφής της οικίας των όλοι, και πηδώντες από παρωροφίδος εις παρωροφίδα έφθασαν είς τινα απολήγουσαν εις στενωπόν· συνέδεσε τότε ο δυστυχής πατήρ την παρωροφίδα ταύτην και την απέναντι επιρρίψας σανίδα, και τοιουτοτρόπως τρέμοντες μη πέσωσι κάτω και συντριβώσιν, επέρασαν όλοι πατούντες επί του σειομένου εκείνου συστεγάσματος, και τουφεκιζόμενοι κάτωθεν υπό των Τούρκων ως πτηνά πετώντα, κατήντησαν είς τινα ευρωπαϊκήν οικίαν, όπου διεσώθησαν. |
| Ο δε διοικητής, αφ' ού είδεν ότι αι προσταγαί και αι απειλαί του δεν ίσχυσαν, εξήλθε μεθ' όλης της φρουράς εις παύσιν των δεινών, και μόλις κατώρθωσε να περιορισθώσιν οι άτακτοι εντός της τουρκικής συνοικίας, αφ' ού τρεις ώρας διήρκεσαν αι αταξίαι, είκοσιν οικίαι επατήθησαν και εγυμνώθησαν και είκοσιν άθλιοι Έλληνες εφονεύθησαν. Μετά τα παθήματα ταύτα πολλοί των Χριστιανών ήρχισαν να επανέρχωνται εις τας οικίας των, θαρρυνθέντες υπό της καλής διαθέσεως της τοπικής Αρχής, αλλ' έπαθαν μετ' ολίγον χειρότερα (α). |
| Κατ' εκείνας τας ημέρας διεδόθη φήμη, ότι η Ρωσσία εκήρυξε πόλεμον κατά της Τουρκίας. Η ψευδής αύτη φήμη έβαλε πάλιν άνω κάτω την πόλιν· και οι υπό την ρωσσικήν προστασίαν, φοβηθέντες, κατέφυγαν οι μεν εις άλλα προξενεία, οι δε εις πλοία· ουδ' αυτός δε ο πρόξενος της Ρωσσίας ήτον ασφαλής επί της ξηράς. Οι δε δυστυχείς Έλληνες, ους εθεώρουν οι Τούρκοι όλους Ρώσσους, εκρύπτοντο όπου ημπόρουν. Δισχίλιαι ψυχαί κατέφυγαν εις μόνον το υπό τον γενναίον και φιλάνθρωπον Δαυίδ γαλλικόν προξενείον. Μόλις εψεύσθη η περί του πολέμου φήμη, και συνέπεσαν κακή τύχη άλλα περιστατικά, εξαγριώσαντα πάλιν τους διψώντας την καταστροφήν των Χριστιανών. |
| Ιούνιος | Προ πολλών ημερών ευρίσκετο εν τω λιμένι της Σμύρνης ρωσσικόν πλοίον εμπορικόν. Την 3 Ιουνίου, ό εστι τας ημέρας των ταραχών, το πλοίον ητοιμάσθη εις απόπλουν. Επί τη ειδήσει ταύτη συνήχθησαν οι Τούρκοι εις τον αιγιαλόν, το εμπόδισαν λέγοντες, ότι μετεκόμιζε πολεμεφόδια εις την Ελλάδα, και εζήτησαν την άδειαν να το επισκεφθώσι· το επεσκέφθησαν δις και τρις· και μη ευρόντες ό,τι υπώπτευαν, το απέλυσαν. Αλλά την αυτήν ημέραν εγνώσθη ο εν Ερισώ εμπρησμός του δικρότου. Οι Τούρκοι εξεμάνησαν επί τούτω, εχύθησαν εις διάφορα μέρη της πόλεως και εφόνευαν αδιακρίτως τους προστυχόντας Χριστιανούς, ανυπόπτως εν τη πόλει περιφερομένους. Την νύκτα ήλθεν η είδησις της καταστροφής των Κυδωνιών. Η είδησις αύτη ήλθε παρηλλαγμένη ή εξ αγνοίας ή εκ κακοβουλίας· ελέγετο, ότι οι Κυδωνιείς, βοηθούμενοι υπό του ελληνικού ναυτικού, έδωκαν την πρώτην αφορμήν σφάξαντες τους εν τη πόλει Τούρκους και προκαλέσαντες την εισβολήν των έξω τουρκικών στρατευμάτων. Μόλις εξημέρωσε, και ήρχισε νέα σφαγή εξ αιτίας της ειδήσεως ταύτης, και τόσον αίμα αθώον εχύθη, ώστε οι επί των άλλων ημερών φόνοι εφαίνοντο μικρού λόγου. Επειδή δε δεν εύρισκαν πλέον οι δήμιοι Χριστιανούς εν ταις οδοίς εις σφαγήν, υπήγαν τινες αυτών να πατήσωσι το Ρωσσικόν προξενείον. Οι δε εις φύλαξιν αυτού γενίτσαροι εφοβήθησαν και έφυγαν αφήσαντές το απροστάτευτον. Καλή τύχη ήλθαν λέμβοι ένοπλοι διαφόρων ευρωπαϊκών πλοίων εις υπεράσπισίν του, έπεσε και μία κανονία έκ τινος πολεμικού ευρωπαϊκού πλοίου εις απλούν φόβον, και τοιουτοτρόπως οι μεν απειλούντες το προξενείον διεσκορπίσθησαν, ο δε πρόξενος και οι περί αυτόν διεσώθησαν εις τα πλοία κακώς έχοντες. Οι κακούργοι υπήγαν μετ' ολίγον εις το γαλλικόν προξενείον ζητούντες να τοις παραδοθώσιν οι εις αυτό καταφυγόντες δισχίλιοι Χριστιανοί. Αντέστη ο πρόξενος γενναίως· ήλθαν και ένοπλοι λέμβοι βασιλικού τινος γαλλικού πλοίου ευρεθέντος εν τω λιμένι, και ούτω διεσώθησαν οι κινδυνεύοντες. Μη ευχαριστούμενοι δε οι άνθρωποι των αιμάτων να φονεύωσι σποράδην, συνέλαβαν την τρομεράν ιδέαν γενικής σφαγής· αλλ' εις πραγματοποίησιν τοιούτου τολμήματος έκριναν αναγκαίον να προκαλέσωσι πράξιν νομιμοποιούσαν το μελετώμενον και υπήγαν προς τον μουλάν ζητούντες τον αναγκαίον φετφάν· ανετριχίασεν ο ευσυνείδητος μουλάς ακούσας τοιαύτην αίτησιν, την απέρριψε, και τους επέπληξεν. Εφρύαξαν οι επιπληχθέντες διά την παρακοήν του μουλά· και, εν ώ αυτός ο σουλτάνος σέβεται το τάγμα των ανθρώπων τούτων ως τάγμα υπηρετών του νόμου και της θρησκείας, ούτοι τον εσκότωσαν. Μετά το μέγα τούτο ανοσιούργημα εσκότωσαν και τον αγιάνην και άλλους Τούρκους κατακρίνοντας τας πράξεις των· αβλαβείς δε αφήκαν τον μουτεσελήμην και τον αρχηγόν των· διότι ο μεν πρώτος, φοβούμενος την οργήν των, δεν εφέρετο ως πρότερον, ο δε άλλος εθεωρείτο ως υποκινητής των πραττομένων. Εξ όσων δε συνέβησαν, ενόμιζεν έκαστος των εν Σμύρνη, ότι έφθασεν η τελευταία ώρα όλων των εκεί Χριστιανών· αλλά έπαυσαν παρά πάσαν προσδοκίαν οι φόνοι περί την εσπέραν, και η πόλις απέφυγεν ως εκ θαύματος τα επαπειλούμενα δεινά. |
| Την δε επιούσαν ηθέλησαν οι αλιτήριοι να επισκεφθώσι και τετάρτην φοράν το υπό ρωσσικήν σημαίαν πλοίον, ανακομισθέν εις τον λιμένα την παρελθούσαν νύκτα· αλλ' ουδέ τότε ηύραν πολεμεφόδια· ηύραν όμως κατά δυστυχίαν 50 επιβάτας Έλληνας, εν οις καί τινας Ίονας· και τούτους μεν παρέδωκαν αβλαβείς τω προξένω της Αγγλίας, τους δε λοιπούς απεβίβασαν, και τους μεν έσφαξαν, τους δε εδημοπράτησαν. |
| Μετ' ολίγας δε ημέρας, επειδή απηγορεύετο πας είσπλους και έκπλους, έρριψεν άγκυραν εκτός του λιμένος πλησίον του φρουρίου σαρδηνικόν πλοίον, και ήρχισε να επιβιβάζη κρυφίως επί αδρά τιμή Έλληνας, ίνα τους μετακομίση είς τινας των ελευθέρων νήσων προς ασφάλειαν. Εμπόδισεν η Πύλη πρό τινων ημερών διά φιρμανίου την φυγήν των Ελλήνων, και απηγόρευσε να δέχωνται τους φυγάδας ευρωπαϊκά πλοία· διέταξε δε και νηοψίαν και επέβαλε ποινήν την δήμευσιν των δεχομένων τοιούτους επιβάτας· διέταξε δε ταύτα πάντα συναινέσει των εν Κωνσταντινουπόλει πρέσβεων, οίτινες απέστειλαν τοιαύτας οδηγίας προς όλους τους κατά την οθωμανικήν επικράτειαν προξένους· μόνος δε ο της Ρωσσίας δεν συνήνεσεν. Αι τουρκικαί Αρχαί όλων των μερών της επικρατείας εγίνωσκον και την διαταγή της Πύλης και τας περί τούτου δοθείσας τοις προξένοις οδηγίας· Δι' ο μαθούσαι αι της Σμύρνης, ότι το σαρδηνικόν πλοίον μετήρχετο το απηγορευμένον τούτο έργον, έστειλαν δικάταρτον αλγερινόν ευρεθέν εν τω λιμένι εις σύλληψίν του. Το σαρδηνικόν είχεν ανελκύσει την άγκυραν προ μιας ώρας, αλλά δεν εδυνήθη ν' απομακρυνθή διά την επικρατούσαν νηνεμίαν· βλέπον δε τον επικείμενον κίνδυνον κατέφυγεν υπό την προστασίαν της γαλλικής φρεγάτας Jeanne d' Arc. Ο Αλγερινός απήτει το πλοίον· αλλ' ο διοικητής της φρεγάτας ανένευεν· επί τέλους ενεκρίθη ν' αποφασισθή τι μέλλει γενέσθαι παρά του προξένου της Γαλλίας και των επί της ξηράς τουρκικών Αρχών. Εν ώ δε ταύτα διεπραγματεύοντο, οι επί του σαρδηνικού πλοίου διακόσιοι επιβάται Έλληνες μετεκομίσθησαν ασφαλείας χάριν εις την φρεγάταν, αλλά μετ' ολίγον εστάλησαν εις το γαλλικόν προξενείον προς αποφυγήν της εις τον πλοίαρχον επικειμένης ευθύνης. Ο δε πρόξενος, μη δυνάμενος ν' αντείπη εις τας οδηγίας τους και πιστεύσας εις τας απατηλάς υποσχέσεις των τουρκικών Αρχών περί της ασφαλείας των ανθρώπων φοβηθείς δε μη πατηθή και το προξενείον και δοθή αφορμή να καή ίσως και η πόλις, καθώς ελέγετο, αν επροστάτευε τους δυστυχείς εκείνους, ενέδωκεν εν άκρα θλίψει, και παρέλαβαν οι Τούρκοι τους επιβάτας και το πλήρωμα του σαρδηνικού πλοίου· και οι μεν επιβάται, άλλοι εφονεύθησαν και άλλοι εξηγοράσθησαν· εκ δε των του πληρώματος, επτά μετά του πλοιάρχου, υπηκόων όλων ξένης Δυνάμεως, τρεις απεκεφαλίσθησαν, δύο κατεσπαράχθησαν, ο δε πλοίαρχος και είς ναύτης εκρεμάσθησαν· εις χλευασμόν δε της Ευρώπης έβαλαν εν τω στόματι αυτών οι αγχονισταί σ ι γ ά ρ ο ν (β). Τοιούτον έφερεν αποτέλεσμα η αισχρά και αδικαιολόγητος συναίνεσις εις τας ορέξεις της Πύλης των εν Κωνσταντινουπόλει πρέσβεων, καταισχυνάντων τας σημαίας των βασιλέων αυτών επ' ολέθρω της καταδιωκομένης και πασχούσης ανθρωπότητος. Ημάρτησαν οι πρέσβεις φιλανθρώπων και Χριστιανών βασιλέων αμάρτημα μέγα συντρέξαντες χάριν της Πύλης εις τα δεινά των ομοπίστων αυτών διά των προς τους προξένους χρήσιν του δικαιώματος της νηοψίας οδηγιών, διότι ήξευραν, εξ ων ήκουαν και έβλεπαν, ότι το δικαίωμα της νηοψίας ήτο παρά τοις Τούρκοις δικαίωμα σφαγής. Χρέος είχαν να προστατεύωσιν αδιακρίτως αθώους και αόπλους είτε Τούρκους είτε Χριστιανούς, μη καταδικαζομένους υπό τινος νόμου, προστρέχοντας υπό την σκέπην των σημαιών των εις αποφυγήν της φανεράς και αδίκου σφαγής ή του ανδραποδισμού. |
| Εκ των εν Σμύρνη οδυνηρών συμβάντων μεταφέρομεν τον λόγον εις τα εν Κύπρω και Κω οδυνηρότερα· παρατρέχομεν δε άλλα άλλων μερών εις αποφυγήν επαναλήψεως των αυτών δεινών, και διότι όσα διηγούμεθα είναι ικανά αυτά μόνα να δείξωσιν υπό ποίας τίγρεις ετέλουν οι άθλιοι Χριστιανοί. |
| Η Κύπρος είχεν επί της επαναστάσεως κατοίκους εκατόν χιλιάδας, εξ ων εικοσακισχίλιοι ήσαν Τούρκοι, οι δε λοιποί, εκτός ολίγων Εβραίων, Χριστιανοί. Δεκακισχιλίους Τούρκους και πεντακισχιλίους Χριστιανούς είχεν η Λευκωσία, η πρωτεύουσα της νήσου· έδρευε δ' εν αυτή ο μουτεσελήμης της νήσου, ο αλαήμπεης, ο γενιτσάραγας, ο μουφτής, οι γενικοί δημογέροντες και ο αρχιεπίσκοπος ο και μ α κ α ρ ι ώ τ α τ ο ς. Η νήσος είχε και άλλους τρεις αρχιερείς, τον Πάφου, τον Κιτίου, και τον Κερηνίας εδρεύοντας εν ταις επαρχίαις των. |
| Η Πύλη επί της εκρήξεως της επαναστάσεως διέταξε τον πασάν του Ακρίου να μεταβιβάση εις Κύπρρν στρατεύματα και έδωκε συγχρόνως πλήρη άδειαν τω μουτεσελήμη να σφάξη όσους των Χριστιανών έκρινεν αξίους σφαγής. |
| Λαβών ο τότε μουτεσελήμης Κουτσούκ - Μεχμέτης τοιαύτας διαταγάς, τας εκοινοποίησε τοις εντοπίοις Τούρκοις επί μυστικού συμβουλίου. Πρόθυμοι ούτοι να θεραπεύσωσι την κατά των Χριστιανών λύσσαν των και ν' ασφαλίσωσιν ίσως, ως ενόμιζαν, και τα συμφέροντα και την ύπαρξίν των, επήνεσαν ως σωτήριον την πρόνοιαν της κυβερνήσεως και εγνωμοδότησαν να θυσιασθώσιν εις πλήρη διατήρησιν της ασφαλείας της νήσου όχι μόνον οι τέσσαρες αρχιερείς και ολίγοι τινές των εγκρίτων Χριστιανών κατά την πρότασιν του μουτεσελήμη, αλλ' όλοι όσοι, είτε διά περιουσίαν είτε διά παιδείαν είτε δι' άλλην αιτίαν, είχαν επιρροήν επί των ομοεθνών των και εδύναντο να τους ωθήσωσιν εις επανάστασιν. Επί τούτοις συνέταξαν μακρόν κατάλογον προγραφής συμπαραλαμβάνοντες αναμφιβόλως και όσους έκαστος εμίσει ή όσων επεθύμει να οικειοποιηθή επί μικρά τιμή την περιουσίαν. Ο μουτεσελήμης ηύρεν υπέρμεγαν τον αριθμόν των εν τω καταλόγω και ανωφελή την θυσίαν πολλών εξ αυτών ως ασημάντων· αλλ' οι εντόπιοι Τούρκοι, ιδόντες ότι εδίσταζε, τον ηπείλησαν λέγοντες, ότι ήτον υπεύθυνος, αν ένεκα της τοιαύτης επιεικείας απεστάτει η νήσος. Διαρκούσης δε της λογοτριβής περί του ποσού και του ποιού των θυμάτων, κατήχθη εις την νήσον ο αρχιμανδρίτης Θεοφύλακτος Θησεύς Κύπριος, και μείνας επί του πλοίου διέδωκεν επιστολάς και προκηρύξεις προτρεπτικάς εις επανάστασιν. Αι προκηρύξεις έπεσαν εις χείρας του μουτεσελήμη και συνετέλεσαν εις το να τον πείσωσι να εκτελέση τας διαταγάς της κυβερνήσεώς του και τας επιθυμίας των εντοπίων αγάδων· αλλά, φοβηθείς μήποτε η θυσία τοσούτων και τοιούτων επιφέρη ταραχήν, ανέβαλε την εκτέλεσιν μέχρι της αφίξεως της αναμενομένης στρατιωτικής δυνάμεως. |
| Την 3 μαΐου έφθασαν τετρακισχίλιοι, και μετά την άφιξιν αυτών ο μουτεσελήμης εκάλεσεν εις Λευκωσίαν τους αρχιερείς και λοιπούς προύχοντας επί λόγω ότι, επαναστατησάντων αλλού των ομοθρήσκων των, επάναγκες ήτο προς σωτηρίαν αυτών, πιστών όντων, να στείλωσι κοινήν αναφοράν εις την Πύλην βεβαιούντες την ακλόνητον εις τον θρόνον του σουλτάνου πίστιν και αφοσίωσίν των· υπέσχετο δε να επικυρώση τα γραφόμενα δι' ιδιαιτέρας του αναφοράς. Πολλοί επίστευσαν τους λόγους του και υπήγαν εις Λευκωσίαν· τινές δε συνετώτεροι υπώπτευσαν και κατέφυγαν εις Λάρνακα, πόλιν έχουσαν εξακισχιλίους κατοίκους, τους πλείστους ομοθρήσκους, και εκρύβησαν εν τοις εκεί προξενείοις. Όσοι δε προύχοντες της Λάρνακος και της Λεμεσού δεν έλαβαν την πρόνοιαν να κρυφθώσιν, συνελήφθησαν εξερχόμενοι των εκκλησιών και εστάλησαν δέσμιοι εις Λευκωσίαν. Ο δε μουτεσελήμης, αφ' ού συνήθροισεν εν τη πρωτευούση όσους ημπόρεσεν, έρριψε το προσωπείον και εφανέρωσε τους φονικούς σκοπούς του, αν και οι δυστυχείς Χριστιανοί ουδεμίαν έδωκαν αιτίαν. |
| Την 9 Ιουλίου έφεραν οι υπηρέται της εξουσίας εις την έμπροσθεν του διοικητηρίου πλατείαν τον αρχιεπίσκοπον Κυπριανόν και τους τρεις άλλους αρχιερείς· και τον μεν εκρέμασαν από τινος δένδρου απέναντι της πύλης του διοικητηρίου, τους δε απεκεφάλισαν. Συναπεκεφάλισαν καί τινας των προκρίτων Χριστιανών και αφήκαν κατά γης ερριμένα τα πτώματα όλων ημέρας τινάς· δεν έπαυσαν δ' έκτοτε εν διαστήματι 30 ημερών σφάζοντες και πολλούς κόπτοντες μεληδόν ζώντας. Διακόσιοι προύχοντες πόλεων και χωρίων εθυσιάσθησαν, και μόνοι σχεδόν οι φυγόντες διεσώθησαν· τα δε υπάρχοντα όλων και θανατωθέντων και φυγόντων εδημεύθησαν και επωλήθησαν. Φιλανθρωπότατοι εφάνησαν ταις θλιβεραίς εκείναις ημέραις οι πρόξενοι, και κατ' εξοχήν ο της Γαλλίας Μεναίνης, παρέχοντες εν πρώτοις τα προξενεία άσυλα τοις καταδιωκομένοις, και αποπέμποντες αυτούς μετά ταύτα δι' ευρωπαϊκών πλοίων. |
| Πάνδεινα έπαθαν συγχρόνως και οι δυστυχείς Κώοι. |
| Δωδεκισχίλιοι Τούρκοι και εξακισχίλιοι Χριστιανοί ήσαν επί της επαναστάσεως οι κάτοικοι της νήσου ταύτης, διεσπαρμένοι εις έξ μέρη, την κυρίως λεγομένην Χώραν, και τα χωρία Κέφαλον, Αντιμάχειαν, Πηλείον, Ασφενδιον και Κερμετήν. |
| Οι εντόπιοι Τούρκοι, αν και υπερίσχυαν και κατά τον αριθμόν και κατ' άλλα, μετέφεραν τον απρίλιον εις την νήσον εκ των της Ασίας μερών κατά διαταγήν της Πύλης διά φόβον ενδεχομένης εξωτερικής επιδρομής Ελλήνων εξακοσίους οπλοφόρους. Αταξίαι, αρπαγαί και φόνοι σποράδην συνέβαιναν έκτοτε καθ' ημέραν· αλλά τα κακά εκορυφώθησαν την 11 Ιουλίου. Εκ μόνων των κατοίκων της Χώρας εσφάγησαν 98, όλαι δε αι οικίαι εγυμνώθησαν, οι ναοί κατεπατήθησαν και εβεβηλώθησαν, τα ιερά εχλευάσθησαν, αι νέαι γυναίκες, όσαι δεν κατέφυγαν εις τα όρη, εκρατήθησαν και μετά τρεις ημέρας απελύθησαν· πάσα αιδώς εν ενί λόγω εξέλειψε, και πας σπινθήρ ελέους εσβέσθη· και ταύτα πάντα επράχθησαν εις βλάβην λαού, όχι μόνον αθώου και μη δώσαντος σημείον επαναστατικής διαθέσεως, αλλά μήτε ακούσαντος αν υπήρχε Φιλική Εταιρία, μήτε έχοντος καν όπλα, διότι απηγορεύετο ανέκαθεν τοις εν τη νήσω εκείνη Χριστιανοίς η κτήσις και χρήσις αυτών. |
1821 |
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ' |
Επανάστασις Αιτωλοακαρνανίας. — Εισβολή Ελλήνων εις Βραχώρι και κυρίευσις αυτού, Τεκέ, Πλαγιάς και Ζαπαντίου. — Μάχαι Μακρυνόρους και Πέτα. — Καταστροφή Καλαρρύτων και Συράκκου — Τα κατά το Καρπενήσι και το Ασπροπόταμον. — Αποτυχία της προς ελευθέρωσιν της Πάργας εκστρατείας. |
| ΕΙΠΑΜΕΝ τας αιτίας δι' ας εβράδυνε να κινηθή η Αιτωλοακαρνανία, ως πλησιεστέρα των μεγάλων εχθρικών δυνάμεων. Το πρώτον σύμπτωμα των ταραχών εκείνου του μέρους εφάνη αρχομένου του μαρτίου. Εστέλλετο εκ Μεσολογγίου εις Ναύπακτον επί μετακομίσει εις Κωνσταντινούπολιν ο συνήθης ετήσιος φόρος. Ο Μακρής, καταλαβών την Σκάλαν του Μαυρομμάτη, στενήν δίοδον προς την Ναύπακτον, εκτύπησε την 5 μαρτίου τους συνοδεύοντας τα χρήματα, και αυτούς μεν εφόνευσεν εκτός ενός, όστις στραφείς εις το Μεσολόγγι ανήγγειλε το γεγονός, τα δε χρήματα ήρπασεν. Η τουρκική Αρχή της πόλεως εθεώρησε το κοινόν του Μεσολογγίου ένοχον της πράξεως και υπεύθυνον της αρπαγής και ελογομάχει μετά των προεστώτων αρνουμένων πάσαν ενοχήν και αποποιουμένων πάσαν απόδοσιν. Διήρκει η απαίτησις της Αρχής και η αποποίησις των προεστώτων, ότε ήλθεν είδησις ότι υδραιοσπετσιωτικά πλοία κατέπλεαν όσον ούπω εις τον κορινθιακόν κόλπον. Η είδησις αύτη ηρέθισεν εις άκρον την φιλοτιμίαν των εισέτι υπό τον ζυγόν Μεσολογγιτών και έδωκεν αφορμήν να συνέλθωσι μυστικώς οι προεστώτες και συσκεφθώσι περί του πρακτέου. Ο διοικητής ηθέλησε να συλλάβη αυτούς εν τω διοικητηρίω, όπου τον επεσκέπτοντο συνήθως την πρωίαν εκάστης ημέρας· αλλ' ούτοι υποπτεύσαντες, δεν τον επεσκέπτοντο έκτοτε όλοι ομού. |
| Εν τοις μεταξύ Μεσολογγίου και Ναυπάκτου χωρίοις, Γαλατά και Μποχωρίω, εστάθμευε τουρκική φρουρά. Διεδόθη λόγος εκείναις ταις ημέραις ότι ήρχετο κατ' αυτής ο Κώστας Χορμόβας μεθ' ικανών παλληκαρίων· επί δε τω λόγω τούτω κατέφυγεν αύτη εις Μεσολόγγι. Την επιούσαν διεφημίσθη πάλιν ότι τα βουνά του Ζυγού εσκεπάσθησαν υπό κ λ ε π τ ώ ν καταβαινόντων εις κυρίευσιν του Μεσολογγίου. Όστις φοβηθή, πιστεύει ευκόλως ό,τι επίφοβον ακούση· οι δε εν Μεσολογγίω ολίγοι Τούρκοι ευλόγως εφοβούντο, διότι είχαν υπ' όψιν τα εν Πελοποννήσω και εν τη Ανατολική Ελλάδι συμβάντα. Τοιουτοτρόπως προδιατεθειμένοι, ακούσαντες και πιστεύσαντες τα λεγόμενα, παρέλαβαν εν ειρήνη και οι εντόπιοι και οι πάροικοι Τούρκοι τας γυναίκας και τα τέκνα των, διεβιβάσθησαν διά της λίμνης αντικρύ του Ανατολικού και μετέβησαν εις Βραχώρι μήτ' ενοχλούντες μήτ' ενοχλούμενοι (α). |
| Μάιος | Κατόπιν αυτών μετέβησαν εις το αυτό μέρος και ο διοικητής και η φρουρά του Μεσολογγίου ησύχως, και την 20 μαΐου, καθ' ην εφάνησαν εισπλέοντα τον κόλπον τα ελληνικά πλοία, κατέλαβαν οι Χριστιανοί το εγκαταλειφθέν διοικητήριον, ανεστήλωσαν την επαναστατικήν σημαίαν χαίροντες και αλαλάζοντες, εκάλεσαν τον έξω περιφερόμενον Μακρήν εις την πόλιν και ανήγγειλαν τοις προκρίτοις και οπλαρχηγοίς των άλλων μερών της Δυτικής Ελλάδος τα συμβάντα, προσκαλούντες αυτούς να κινηθώσι και προκαταλάβωσι τα στενά του Μακρυνόρους εις αντίκρουσιν πάσης δι' εκείνου του μέρους εχθρικής εισβολής. Η πρόσκλησις εισηκούσθη, και ο μεν Μακρής εισήλθεν εις την πόλιν το μεσονύκτιον, και την επαύριον μετέβη εις Ανατολικόν, όπου ελθόντες προς αυτόν οι εντόπιοι Τούρκοι παρέδωκαν τα όπλα και ανεχώρησαν και αυτοί εις Βραχώρι συν γυναιξί και τέκνοις ανενόχλητοι. Οι δε οπλαρχηγοί και προεστώτες των άλλων μερών ητοιμάσθησαν, οι μεν να καταλάβωσι τα στενά του Μακρυνόρους, οι δε να πέσωσιν επί την Βόνιτσαν, και άλλοι να εκστρατεύσωσιν εις Βραχώρι και Ζαπάντι κατοικούμενα υπό πολλών Τούρκων. |
| Το Βραχώρι, Εβραιοχώρι, ή Βλωχοχώρι, κείμενον εν τη επαρχία του Βλωχού εν μέσω πεδιάδος, ήτον η πρωτεύουσα του Καρλελίου, ήτοι του πλείστου μέρους της Αιτωλοακαρνανίας, και κατοικία πλουσίων και ισχυρών Τούρκων, ων αι μεγαλοπρεπείς οικίαι περιείχοντο ως επί το πλείστον εντός διπλού, ενίοτε δε και τριπλού, περιφράγματος· κατέφυγαν δ' εκεί, καθώς είπαμεν, ως εις ασφαλές μέρος, οι εκ Μεσολογγίου και Ανατολικού αναχωρήσαντες Τούρκοι και άλλοι εξ άλλων γειτονικών μερών. Ευρίσκετο κατ' εκείνον τον καιρόν εν τη πόλει ταύτην, ως μουτεσελήμης και δερβέναγας των Επαρχιών του Καρλελίου, ο Αλβανός Νούρκας Σέρβανης, έχων υπό την οδηγίαν του πολλήν και εκλεκτήν φρουράν εξ Αλβανών· κατά πρόσκλησιν δε αυτού αφίχθη εκεί και ο ομογενής του Ταχήρ - Παπούλιας, δερβέναγας και αυτός των Κραββάρων και του Αποκούρου· ώστε ήσαν εν τη πόλει, εντόπιοι και μη, χίλιοι Τούρκοι μάχιμοι, προσεκτικοί μεν και περιποιητικοί, προς τους έξω Έλληνας, ους εφοβούντο, βαρείς δε και απειλητικοί προς τους εντός, ους κατεφρόνουν. Οπλαρχηγός της επαρχίας του Βλωχού ήτον ο Αλεξάκης Βλαχόπουλος, όστις δεν έπαυεν, εξ ότου εξερράγη η επανάστασις εν Πελοποννήσω, ερεθίζων μυστικώς τους οπλαρχηγούς και προεστώτας των μερών εκείνων εις το να σχίσωσι το προσωπείον. Μετά δε τα εν Μεσολογγίω συμβάντα και τας εκείθεν προτροπάς απεφασίσθη ημέρα εκστρατείας εις Βραχώρι η 28. Κατά την απόφασιν δε ταύτην επλησίασαν την 26 και 27 οι μέλλοντες να εφορμήσωσιν οπλαρχηγοί και ετοποθετήθησαν ο μεν Μακρής μετά 700 Μεσολογγιτών, Ανατολικιωτών και Ζυγιωτών παρά τα γεφύρια του Αλαήμπεη προς την πόλιν· ο δε Σαδήμας, οπλαρχηγός του Αποκούρου, μετά 500 συνεπαρχιωτων του, και ο Γρίβας μετά 200, κατά το Δογρί· ο δε Βλαχόπουλος εν τω παλαιοφρουρίω άνωθεν της πόλεως μετά 500 εκ της επαρχίας του καί τινων άλλων εκ των υπό τον Τσόγκαν, οπλαρχηγόν της Βονίτσης. Την δε 28, πριν φέξη, εισήλθαν πρώτοι οι υπό τον Μακρήν και Βλαχόπουλον εκ διαφόρων μερών κραυγάζοντες και τουφεκίζοντες. Ήτο ραμαζάνι, και οι Τούρκοι ήσαν όλοι έξυπνοι και έτρωγαν· ώστε, αφ' ού ηκούσθησαν αι κραυγαί και οι τουφεκισμοί, οι κατοικούντες τα άκρα της πόλεως Τούρκοι ήρπασαν τας γυναίκας και τα τέκνα των και υπεχώρησαν εις τα ενδότερα αφήσαντες εστρωμένας και αυτάς τας τραπέζας· οι δε Έλληνες ηύραν κενάς τας πρώτας οικίας, τας ελαφυραγώγησαν και τας έκαυσαν· προχωρούντες δε και πάντοτε καίοντες απήντησαν οι εντεύθεν τους εκείθεν μετ' ολίγον εισβαλόντας συναδέλφους των· απήντησαν και τους κατοίκους του Βραχωρίου Χριστιανούς ενόπλους κατά το μέρος όπου προεσχεδιάσθη να ευρεθώσι, και όλοι ομού έτρεξαν προς το κέντρον όπου ήσαν αι δυνατώτεραι οικίαι, και όπου ο Νούρκας, ο Ταχήρ - Παπούλιας και οι μπέηδες τους ανέμεναν έγκλειστοι. Εκεί ήρχισε σφοδρός και πεισματώδης αμοιβαίος τουφεκισμός· και αφ' ού εξημέρωσεν, ευρέθησαν τέσσαρες Έλληνες νεκροί και πολλοί τραυματίαι. Οι δε Τούρκοι τόσον ήσαν πλήρεις θάρρους, ώστε ητοιμάσθησαν να επεξέλθωσι ερεθιζόμενοι δι' αμοιβαίων ύβρεων. «Κ α ρ τ ε ρ ε ί τ ε - μ α ς - π α λ η ο ρ α γ ι ά δ ε ς», έλεγαν οι Τούρκοι. «Ε λ ά τ ε - β ρ ω μ ό σ κ υ λ α, α ν - ε ί σ θ ε - π α λ η κ ά ρ ι α», τοις απεκρίνοντο οι Έλληνες. |
| Εν ώ δε ελογομάχουν ομηρικώς προκαλούντες και προκαλούμενοι, ηκούσθησαν μακρόθεν πολλοί τουφεκισμοί περί την α' ώραν μετά την ανατολήν του ηλίου. Ήσαν δε οι περί τον Σαδήμαν και τον Γρίβαν φθάσαντες την ώραν εκείνην και τουφεκίζοντες επί της εισελεύσεώς των. Οι Τούρκοι εδειλίασαν, και απορούντες ηρώτων τους Έλληνας πόθεν τοις ήλθε τόση νέα δύναμις· «ά λ λ η - τ ό σ η - θ α - μ α ς - έ λ θ η - α ύ ρ ι ον», απεκρίθησαν οι Έλληνες «κ α ι - α ν - δ ε ν - π ρ ο σ κ υ ν ή σ η τ ε - σ ή μ ε ρ ο ν, ό λ ο υ ς - θ α - σ α ς - κ ό ψ ω μ ε ν - α ύ ρ ι ο ν». Οι Τούρκοι εζήτησαν περί την μεσημβρίαν να έλθωσιν εις λόγους μετά των Ελλήνων, και εισακουσθέντες έστειλαν αξιωματικόν, ον οι Έλληνες εδέχθησαν φιλοφρόνως, και ακούσαντες αυτόν λέγοντα εξ ονόματος των δερβεναγάδων και των μπέηδων ν' απομακρυνθώσι και ησυχάσωσιν, «ειπέ», απεκρίθησαν, «τω δερβέναγα ότι ημείς ήλθαμεν ν' αποδιώξωμεν τους Τούρκους, και επειδή έχομεν παλαιάς σχέσεις προς αυτόν, είμεθα πρόθυμοι να τω δώσωμεν συνοδίαν έως εις το Μακρυνόρος εις ασφάλειάν του, αν θέλη φιλικώς να φύγη». Αποτυχούσης της επικηρυκείας, η μάχη εξήφθη σφοδρότερα. Ο δε Νούρκας και οι εν τω διοικητηρίω εγκριτώτεροι μπέηδες τόσον εφοβήθησαν επί τη εφορμήσει, ώστε έφυγαν όλοι διά του όπισθεν μέρους και εκλείσθησαν εντός τινων γειτονικών οικιών· το δε εγκαταλειφθέν διοικητήριον εκυριεύθη υπό των Ελλήνων, ελαφυραγωγήθη και επυρπολήθη. Εγκατελείφθη μετ' ολίγον και όλη η πόλις, και οι Τούρκοι περιωρίσθησαν εις πέντε ή έξ οικίας αφήσαντες και αυτάς τας τροφαποθήκας των. Εν τοσούτω συνέρρεαν καθημερινώς εις πολιορκίαν του Βραχωρίου Βαλτινοί και Ξηρομερίται. Την 30 ήλθεν ο Γιώτης αδελφός του οπλαρχηγού του Ξηρομέρου Γεωργάκη Βαρνακιώτου, του σημαντικωτέρου των οπλαρχηγών όλης της Δυτικής Ελλάδος· μετά τρεις ημέρας ήλθε και αυτός ο Βαρνακιώτης· |
| Ιούνιος | ώστε την 3 Ιουνίου συνηριθμούντο 4000 οι αυτόθι οπλοφόροι Έλληνες· αλλ' έπασχαν έλλειψιν πολεμεφοδίων· εστενοχωρούντο δε και οι Τούρκοι έτι μάλλον καθ' ημέραν, πάσχοντες και ούτοι έλλειψιν τροφών. |
| Έπλεε κατ' εκείνας τας ημέρας προς τον λιμένα των Πατρών αγγλικόν πλοίον εμπορικόν, φέρον υπό την ασφαλή σκέπην της ουδετέρας του σημαίας πολεμεφόδια εις πώλησιν. Κατά τύχην έμαθεν ο πλοίαρχος έξω του λιμένος του Μεσολογγίου τα του Βραχωρίου, και ην έπασχαν οι Έλληνες έλλειψιν πολεμοφοδίων, έρριψεν άγκυραν, απεβίβασε τα πολεμεφόδιά του και έν ελαφρόν κανόνι, και τα συνώδευσεν εις Βραχώρι όπου τα επώλησεν. Εφοδιασθέντες τοιουτοτρόπως οι Έλληνες εμάχοντο σφοδρότερον. Οι δε Τούρκοι, μη προσδοκώντες ταχείαν έξωθεν βοήθειαν εις λύσιν της πολιορκίας, διότι ήκουσαν ότι οι Έλληνες κατέλαβαν τα στενά του Μακρυνόρους, καταναλώσαντες και όλας σχεδόν τας τροφάς απεφάσισαν να συμβιβασθώσι και εζήτησαν δευτέραν συνέντευξιν. Ο Νούρκας, ως άνθρωπος γνωστός, τινών δε των οπλαρχηγών και φίλος, υπήγε προς αυτούς και εσυμβιβάσθη, αυτός μεν και οι συν αυτώ Αλβανοί να εξέλθωσι την επαύριον αβλαβείς και ένοπλοι υπό την συνοδίαν και εγγύησιν των Ελλήνων φέροντες και τα πράγματά των, οι δε λοιποί Τούρκοι να συνθηκολογήσωσιν ιδίως μετά των Ελλήνων, αν ήθελαν· τοις παρέδωκε δε ως όμηρον και τον υιόν του. Τοιουτοτρόπως ο αισχρός αντιπρόσωπος του σουλτάνου, παραβάς το προς αυτόν χρέος του και καταπατήσας την τιμήν του, εγκατέλειψε τους συμπάσχοντας ομοπίστους του επ' ασφαλεία και ωφελεία μόνον εαυτού και των οικείων του. Αναιδής εις τους λόγους του και άτιμος εις τας πράξεις του, ειδοποίησε τους μπέηδας, επιστρέψας, ότι αυτός και οι Αλβανοί του θ' ανεχώρουν την επαύριον επί συνθήκη. «Α μ' - η μ ά ς - π ο ύ - μ α ς - α φ ί ν ε ι ς;» τον ηρώτησαν οι μπέηδες· «Κάμετε», τοις απεκρίθη ψυχρά, «ό, τ ι - σ α ς - φ ω τ ί σ η - ο - θ ε ό ς», και διέταξεν αυτούς και τους πλουσίους Εβραίους να τω φέρωσι τα πολύτιμά των πράγματα και τα χρήματα, ειπών ότι αρεστότερον τοις ήτο να τα επάρη αυτός ο φίλος των σήμερον, ή να τα επάρωσιν οι εχθροί των αύριον. Οι μπέηδες και οι Εβραίοι, ακούσαντες τους λόγους τούτους, απηλπίσθησαν, διότι έβλεπαν ότι επρόκειτο να γυμνωθώσι σήμερον υπό των φίλων των, και να πέσωσιν αύριον γυμνοί εις χείρας των εχθρών των· υπείκοντες δε εις την ανάγκην έδωκαν μεν πολλά των πολυτίμων πραγμάτων τω Νούρκα, αλλ' ειδοποίησαν κρυφίως τους γνωρίμους των οπλαρχηγούς Έλληνας διά τινος Εβραίου, ότι ο Νούρκας τους επήρεν όσα σκοπόν είχαν να τοις δώσωσιν εις λύτρωσίν των. Οι οπλαρχηγοί ειδοποίησαν τον Νούρκαν, ότι έμαθαν τας πράξεις του, και διελάλησαν εν τη πόλει, ότι όστις Αλβανός, μικρός ή μεγάλος, εφωράτο επί της εξόδου απάγων οποιουδήποτε είδους πράγματα των εντοπίων Τούρκων ή Εβραίων θα εφονεύετο ως παραβάτης του συμβιβασμού. Ο Νούρκας απεκρίθη, ότι έτοιμος ήτο ν' αποδώση αυτός πρώτος όσα επήρε, και να υποβληθή και υποβάλη και όλους τους συντρόφους του, την επαύριον επί της εξόδου εις ψηλάφησιν· περί δε τα μεσονύκτιον εδραπετέυσε μεθ' όλης της συνοδίας του απάγων όσα ήρπασεν. Οι μπέηδες εγνωστοποίησαν αμέσως την δραπέτευσίν του, και οι Έλληνες έστειλαν εις καταδίωξιν τον Κώσταν Βλαχόπουλον κατά το Μακρυνόρος. Ο Νούρκας ανέβη δρομαίως την επαρχίαν του Καρπενησίου, προθέμενος να μεταβή εις Πατρατσίκι· αλλ' έπεσε και αυτός, έπεσαν και όσα ήρπασεν εις χείρας των αδελφών Γιολδασαίων, οπλαρχηγών του Καρπενησίου, ειδοποιηθέντων εν καιρώ περί της δραπετεύσεώς του και προκαταλαβόντων τας διόδους. Ούτως η θεία δίκη επαίδευσε τον παραβάτην των καθηκόντων του και τον προδότην των ομοθρήσκων του. Οι δε εν Βραχωρίω Τούρκοι και Εβραίοι παρεδόθησαν την 9 επί ασφαλεία ζωής και τιμής· και οι μεν μπέηδες δεν εκακόπαθαν, ως υπό την προστασίαν των δυνατών οπλαρχηγών, και ουδείς των άλλων Τούρκων εφονεύθη· οι δε Εβραίοι υπέφεραν τα πάνδεινα, και οι πλείστοι εφονεύθησαν ανηλεώς επί προφάσει, ότι οι ομόπιστοί των έσυραν εις τας οδούς της Κωνσταντινουπόλεως το σώμα του πατριάρχου, και κατεμήνυαν τους κρυπτομένους Χριστιανούς. Τοιουτοτρόπως Χριστιανοί και Τούρκοι εφάνησαν επί της επαναστάσεως πολλάκις μαθηταί ενός και του αυτού σχολείου, αλλά σχολείου τουρκικού διδάσκοντος να παιδεύωνται διά πταίσματα άλλων οι μη πταίσαντες. |
| Καθ' ην δε ημέραν επάτησαν οι Έλληνες το Βραχώρι, έπεσε και ο Τσόγκας αίφνης επί τους ολίγους Τούρκους τους κατέχοντας τα επί της δυτικής εσχατιάς της Ακαρνανίας αντικρύ της αγίας Μαύρας τειχίδια του Τεκέ και της Πλαγιάς, και ταύτα μεν εκυρίευσε, τους δε εν αυτοίς άλλους εσκότωσε, και άλλους απέστειλεν εις Άρταν επί ανταλλαγή· προσέβαλε μετά ταύτα και την πόλιν της Βονίτσης και την επάτησεν έρημον μείνασαν, διότι οι μεν κάτοικοι αυτής Χριστιανοί έφυγαν προ της εισβολής του, οι δε Τούρκοι εκλείσθησαν εν τω φρουρίω της. Μη δυνηθείς δε να την διατηρήση, ως πολεμούμενος άνωθεν, την εγκατέλειψεν. |
| Οι Έλληνες αφ' ού εκυρίευσαν το Βραχώρι, εγκατέστησαν προσωρινήν Αρχήν και εστράτευσαν προς το Ζαπάντι, μικράν κωμόπολιν, όλην υπό Τούρκων κατοικουμένην και τρία τέταρτα της ώρας απέχουσαν του Βραχωρίου. Βλέποντες οι εν αυτή Τούρκοι τα κατά το Βραχώρι προείδαν τι τοις έμελλεν· αλλά προσδοκώντες πάντοτε βοήθειαν παρά του εν Άρτη οθωμανικού στρατού περιετειχίσθησαν εκ του προχείρου και ητοιμάσθησαν εις αντίστασιν· ωχύρωσαν και δύο ζαμία και τέσσαρας δυνατούς πύργους και τους περιετάφρευσαν. Τριακόσιοι ήσαν οι πολεμισταί, εν οις καί τινες Αλβανοί, και δις απέρριψαν τας περί παραδόσεως προτάσεις των Ελλήνων. Την δε 16 εφορμήσαντες οι Έλληνες απεκρούσθησαν και μεγάλως εβλάφθησαν· μετέφεραν τότε δύο κανόνια εκ Μεσολογγίου, αλλ' ουδ' εξ αυτών ωφελήθησαν διά την απειρίαν των κανονοβολιστών και την έλλειψιν καταλλήλων σφαιρών· μετά ταύτα κατεσκεύασαν πύργον υψηλόν και εκείθεν εκτύπουν τους εχθρούς· αλλά και ούτως ούτε τους έβλαπταν ούτε τους εφόβιζαν· ήνοιξαν υπόνομον, την άναψαν την 18, κατηδάφισαν μέρος του περιτειχίσματος και εφώρμησαν συγχρόνως πολλαχόθεν, αλλ' αντεκρούσθησαν και τότε υπό των ολίγων αντιπάλων, φανέντων τόσον ανδρείων, ώστε μετά την έφοδον και την αποτυχίαν των Ελλήνων εξήλθαν πολλαχόθεν ξιφήρεις και έτρεψαν οι ολίγοι τους πολλούς εις φυγήν. Κατά δε την έξοδον ο Βλαχόπουλος, απομείνας μετά τινων εν τη θέσει του, είχεν έμπροσθέν του έν μικρόν κανόνι, και οι Τούρκοι ώρμησαν υπό τον αρχηγόν των Ισούφην Σουλευκάραγαν να το αρπάσωσιν· ήλθαν δε τόσον πλησίον, ώστε εφόνευσαν ένα εκ των φυλασσόντων αυτό· αλλ' εν ώ κατεγίνοντο να σκυλεύσωσι τον φονευθέντα, ο Βλαχόπουλος ετουφέκισεν ένδοθεν του προμαχώνος του ευστόχως και έρριψε νεκρόν τον Σουλευκάραγαν, διακρινόμενον διά της χρυσής ενδυμασίας του. Τότε οι προς εκείνο το μέρος Τούρκοι εκύκλωσαν τον νεκρόν, αγωνιζόμενοι να τον σηκώσωσιν υπό το πυρ των εχθρών, αλλά δεν το κατώρθωσαν, διότι μετά το συμβάν τούτο επανήλθαν τινες των φυγόντων Ελλήνων εις ην κατείχαν οι περί τον Βλαχόπουλον θέσιν και σφοδρώς κτυπούντες τους εφορμώντας Τούρκους και φονεύοντες τους ηνάγκασαν να επανέλθωσιν εντός του περιτειχίσματός των άπρακτοι· υπεχώρησαν δε συγχρόνως εντός αυτού και οι λοιποί εκ των άλλων μερών εξ αιτίας του συμβάντος τούτου. Πέντε Έλληνες εφονεύθησαν την ημέραν εκείνην, και δεκατρείς επληγώθησαν· εφονεύθησαν και δεκαοκτώ Τούρκοι. Οι Έλληνες κατά τα διδάγματα των αυθεντών και διδασκάλων των έκοψαν τας κεφαλάς των φονευθέντων και τας εκρέμασαν έξωθεν του πύργου των κατέναντι των πολιορκουμένων δυστυχών συγγενών των. Οι δε Τούρκοι, στερηθέντες του αρχηγού και μηδεμίαν βλέποντες έξωθεν βοήθειαν, έχασαν και τας ελπίδας και το θάρρος και παρεδόθησαν την επαύριον επί ασφαλεία τιμής και ζωής, παρέδωκαν και τα όπλα και δεν εκακόπαθαν· και οι μεν εντόπιοι διεσπάρησαν όπου ηθέλησαν, οι δε Αλβανοί εστάλησαν διά του Μακρυνόρους εις Άρταν ασφαλείς, αλλ' άοπλοι. |
| Ο δε Χουρσήδης, λαβών γνώσιν των εν Μεσολογγίω κατά την 20 μαΐου συμβάντων, διέταξε τον Ισμαήλπασαν Πλιάσαν να εισβάλη μετά 1800 εις την Δυτικήν Ελλάδα διά του Μακρυνόρους προς αντίληψιν των πασχόντων ομοπίστων του. Πύλη της Δυτικής Ελλάδος προς την Ήπειρον είναι το Μακρυνόρος· έχει δε δύο διόδους, την μεν διά της Παληοκούλιας, την δε διά της Λαγκάδας, διαχωριζομένας προς τους πρόποδας παρά τινα ρύακα διά της μεταξύ του όρους και του Κομποτίου κοιλάδος ρέοντα· κείται δε η Παληοκούλια πλησιέστερον της θαλάσσης. |
| Μαθών ο Ανδρέας Ίσκος, οπλαρχηγός του Βάλτου, την μελετωμένην εισβολήν και ανέτοιμος εισέτι, έτρεξε μετά μόνων 43 προς το Μακρυνόρος επ' ελπίδι, ότι θα παρηκολούθουν ο Βαρνακιώτης και άλλοι οπλαρχηγοί. Την 27 η προφυλακή του Ισμαήλη εκ 200 ανέβη τα στενά του Μακρυνόρους. Ο Ίσκος προκαταλαβών την επί της οδού της Λαγκάδας δυνατήν θέσιν, Γυφτοπήδημα, αντέστη και απέκρουσεν ευτυχώς την προφυλακήν· μετά ταύτα μετέβη εις Παληοκούλιαν, αντέστη και εκεί και εμπόδισε την αυτήν προφυλακήν δοκιμάσασαν να διαβή εκείθεν μετά την αποτυχίαν της. |
| Τούρκοι και Έλληνες συνείθιζαν, εν ώ εμάχοντο, να συνομιλώσι. «Π ο ύ - π α ς - π α σ ά; εφώναξεν ο Ίσκος εκ της θέσεώς του μετά την ανωτέρω αντίστασιν, «θ α - χ α θ ή ς· ό λ ο ν - τ ο - Κ ά ρ λ ε λ ι - έ π ι α σ ε - τ' - ά ρ μ α τ α». «Α λ ή θ ε ι α - κ α π η τ ά ν - Α ν δ ρ έ α;» τον ηρώτησεν ο πασάς, «α λ ή θ ε ι α - π α σ ά», απεκρίθη ο Ίσκος, «ε ι ς - τ η ν - π ί σ τ ι ν - σ ο υ;» «ε ι ς - τ η ν - π ί σ τ ι ν - μ ο υ.». Ο Ισμαήλης, πιστεύσας τους αληθείς λόγους του Ίσκου, δεν έκρινε πρέπον να ριψοκινδυνεύση εισβάλλων εις τα ενδότερα, και αν διέβαινε και τα στενά του Μακρυνόρους, διά τούτο ωπισθοδρόμησε πανστρατιά αυθημερόν και εστρατοπέδευσεν εν Κομποτίω σκοπεύων να εισβάλη μετά ταύτα εν πολλή δυνάμει. |
| Αφού δε ανεχώρησαν οι Τούρκοι, μετέβη και ο Ίσκος εις Λαγκάδαν, όπου ήλθαν μετ' ολίγον ο Καραϊσκάκης και ο Γώγος Μπακώλας. Συνήλθαν εκεί και άλλοι άλλοθεν. |
| Η φήμη, η πολλάκις μεγαλύνουσα τα συμβάντα, διέδωκεν, ότι οι Έλληνες, αφ' ού απώθησαν τους Τούρκους, εχύθησαν κατόπιν αυτών και κατέλαβαν το Κομπότι. Επί τη αγγελία ταύτη Έλληνές τινες και ο Αλβανός Σουλεϊμάνης Μέτος, εχθρός της Πύλης ως αληπασίζων, ήρχοντο προς το Κομπότι ανύποπτοι, ίνα ενωθώσι μετά των εκεί Ελλήνων. Οι εν Λαγκάδα τους είδαν μακρόθεν ερχομένους, υπέθεσαν ότι ελανθάσθησαν, και προϊδόντες τον απροσδόκητον κίνδυνόν των έδραμαν εις βοήθειάν των· επέδραμαν και οι εν Κομποτίω Τούρκοι, και ούτω συνεκρούσθησαν Έλληνες και Τούρκοι κατά τον Ά ν ι ν ο ν. Εσκοτώθησάν τινες αμφοτέρωθεν κατά την σύγκρουσιν, επληγώθη και ο Καραϊσκάκης και μετέβη εις Λουτράκι προς ίασιν. |
| Την τρίτην δε ημέραν αφ' ης οι Έλληνες εκτύπησαν τους εν Βραχωρίω Τούρκους, οι Γιολδασαίοι και ο οπλαρχηγός του Σοβολάκου Γιάννης Μπράσκας εστράτευσαν επί τους εν Καρπενησίω Τούρκους. Ούτοι, ως 70 οικογένειαι, εκλείσθησαν εντός των δυνατωτέρων οικιών της κωμοπόλεως και ανθίσταντο γενναίως, ειδοποιήσαντες κρυφίως το εν Ιωαννίνοις στρατόπεδον περί της καταστάσεώς των. Οι δε πολιορκούντες Έλληνες τόσον ήσαν απλοί και ανείδεοι, ώστε μετεχειρίσθησαν τα εξής πολεμιστήρια· έσχισαν το στέλεχος μιας αγριαπηδιάς και το εκοίλαναν πλην του κάτω μέρους· συνήρμοσαν έπειτα τας δύο σχίζας και τας εσιδήρωσαν εν είδει κανονίου εις εκπόρθησιν των οικιών· βλέποντες δε ότι το πυροβόλον τούτο εκαίετο μάλλον ή έκαιε, κατεσκεύασαν σιδηράς διχάλας, ας εφαρμόζοντες πεπυρωμένας εις το στόμα των τουφεκιών έρριπταν επί τας εχθρικάς οικίας, αλλ' οι Τούρκοι έσβεαν τα φλογερά ταύτα βέλη προσάπτοντες όπου εκόλλων βρεκτά ξυλοσπόγγια (β). |
| Την δε 19 μαθόντες οι πολιορκηταί, ότι ήρχοντο στρατεύματα υπό τον Βελήμπεην Πρεμετινόν εις βοήθειαν των πολιορκουμένων διηρέθησαν· και οι μεν έμειναν όπου ήσαν, οι δε κατέλαβαν τα Καγγέλια, βουνά δύο ώρας μακράν της κωμοπόλεως, αλλ' επελθόντες οι Τούρκοι τους έτρεψαν φονεύσαντες και τον Κατσικογιάννην· επορεύθησαν και εις την κωμόπολιν και την έκαυσαν εν μέρει· οι δε εν αυτή Έλληνες έφυγαν διά νυκτός και συνήλθαν εις το χωρίον, άγιον Ανδρέαν, τρεις ώρας μακράν του Καρπενησίου, δημοπρατούντες όσα ήρπασαν του Νούρκα, ως αν ήσαν εν πλήρει ειρήνη· αλλά μαθόντες ότι παρηκολούθουν οι Τούρκοι, κατέλαβαν το επί της οδού του Καρπενησίου χωρίον Μπιάραν, όπου προσβαλόντες αυτούς γενναίως τους διεσκόρπισαν· διεσκόρπισαν μετ' ολίγον και τους κατασχόντας τα Καγγέλια. Εν ώ δε επολέμουν, οι πολιορκούμενοι μη θεωρούντες εαυτούς του λοιπού ασφαλείς, έφυγαν την νύκτα διά δυσβάτων οδών εις Ήπειρον. |
| Συγχρόνως σχεδόν απεδίωξαν και οι Αγραφιώται τους εν τη επαρχία αυτών ολίγους Τούρκους αβλαβείς, και συσσωματωθέντες υπό την οδηγίαν του οπλαρχηγού των Σταμούλη Γάτσου έπεσαν εις Θεσσαλίαν και έκαυσαν τα επί των μεθορίων δύο κονιαροχώρια, Φράγκον και Λοξάδαν. Εν ώ δε ητοιμάζοντο να προχωρήσωσι και εις τα ενδότερα, επήλθαν οι εν Λαρίσση Τούρκοι και τους ηνάγκασαν να οπισθοδρομήσωσι και αναβώσιν εις τα χωρία Μπλάζον και Κανάλια· αλλά και εκεί τους προσέβαλαν και τους ενίκησαν· τους κατεδίωξαν και εις τα χωρία Κερασιάν και Στούγκον όπου απεσύρθησαν, τους επολέμησαν και εκεί, τους απώθησαν εις τα ορεινότερα μέρη και κατέλαβαν την Ρεντίναν. Μετά τινας δε ημέρας κατέβησαν οι Έλληνες από των ορέων, επολιόρκησαν υπό την οδηγίαν του λογοθέτου Ζώτου τους καταλαβόντας την Ρεντίναν Τούρκους, και έκαυσαν μέρος αυτής· αλλ' οι Τούρκοι υπερίσχυσαν επί τέλους, διεσκόρπισαν και αύθις τους εχθρούς των, ηχμαλώτευσαν μεταξύ άλλων και τον Κώσταν Βελήν, ον απέστειλαν εις Κωνσταντινούπολιν, όπου εθανατώθη, και διέμειναν έκτοτε εν Ρεντίννι ανενόχλητοι. |
| Ο δε κατ' εκείνας τας ημέρας στρατοπεδεύων εν Κομποτίω τουρκικός στρατός, συμπληρωθείς εις τετρακισχιλίους υπό τον Ισμαήλπασαν Πλιάσαν, τον Αχμέτπασαν Βρυώνην, τον Χασάμπεην, τον Μπεκήραγαν Τσογαδόρον και τον αρχιταμίαν του Χουρσήδη, εστράτευσε την 17 προς τα στενά του Μακρυνόρους. |
| Οι Έλληνες εγκαρδιωθέντες εκ των προτέρων κατορθωμάτων, λαβόντες και ικανά πολεμεφόδια σταλέντα προς αυτούς εκ Μεσολογγίου διά του Γεωργάκη Βαλτινού, ητοιμάσθησαν εις αντίστασιν. Δύο ήσαν τότε οι αρχηγοί των Ελλήνων κατά το Μακρυνόρος, ο Γώγος και ο Ίσκος. Ούτοι δεν ήξευραν κατ' αρχάς αν οι Τούρκοι εσκόπευαν να εισβάλωσι διά της Παληοκούλιας ή διά της Λαγκάδας· αλλ' ιδόντες αυτούς οδεύοντας προς την Παληοκούλιαν, ετοποθέτησαν τους πλείστους των στρατιωτών εκεί, τους δε λοιπούς κατά την Λαγκάδαν. Οι Τούρκοι προχωρήσαντες προς την Παληοκούλιαν, εστράφησαν αίφνης εις το άλλο στενόν, και έπεσεν η προφυλακή επί τους Έλληνας όχι πλειοτέρους των εκατόν υπό τον Γώγον κατά την αγίαν Παρασκευήν. Η θέσις αύτη είναι πολλά στενή, και δεν ήτο δυνατόν πολλοί Τούρκοι να πολεμήσωσι διά μιας. Ο Γώγος αρξαμένης της μάχης, εφάνη άξιος της πολεμικής του φήμης και ενέπνευσε τοις οπαδούς του θάρρος ως πρόμαχος. Εν ώ διήρκει η μάχη και οι προχωρούντες αλληλοδιαδόχως Τούρκοι έπιπταν υπό το πυρ των Ελλήνων, έπεσε θανασίμως πληγωθείς και ο αρχηγός της τουρκικής προφυλακής. Οι Τούρκοι, ιδόντες αυτόν πεσόντα και ψυχομαχούντα, έτρεξαν να τον σηκώσωσι, και πολλοί αυτών εθανατώθησαν. Κατ' εκείνην την ώραν ηκούσθησαν τουφεκισμοί μακρόθεν. Οι δε τουφεκίζοντες ήσαν οι κατέχοντες τας άλλας θέσεις Έλληνες, οίτινες βλέποντες, ότι όλοι οι Τούρκοι έπεσαν προς εκείνο το μέρος, έτρεξαν και αυτοί εκεί. Οι Τούρκοι, αψυχήσαντες δι' ην έπαθαν φθοράν και υποθέσαντες εκ του πολλού τουφεκισμού, ότι επήρχετο πολλή δύναμις, εγκατέλειψαν τον ψυχομαχούντα αρχηγόν και τα δύο κανόνια και ωπισθοδρόμησαν τόσοι πολλοί απέμπροσθεν τόσων ολίγων. Οι Έλληνες εσκύλευσαν τους φονευθέντας και επήραν πάμπολλα φορτηγά ζώα φέροντα τροφάς εις χρήσιν του εχθρού. Οι δε τραπέντες εις φυγήν Τούρκοι τόσον φόβον, επανελθόντες εις τα ίδια, διέσπειραν ως προς την δίοδον του Μακρυνόρους, ώστε καθ' όλον το διάστημα των δεκαπέντε ακολούθων μηνών Τούρκος μηδέ καν να φανή ετόλμησε προς το όρος εκείνο. |
| Είπαμεν, ότι οι Έλληνες προ της επαναστάσεως, θέλοντες να αποκοιμίζωσι τους Τούρκους περί ων εμελέτων επαναστατικών κινημάτων, διέδιδαν επιτηδείως, ότι ο αποστάτης Αλής υπεκίνει τας ταραχάς διά τα συμφέροντά του. Ο λόγος ούτος, αν και ψευδής, επιστεύετο εν γένει και κυρίως υπό των πολεμούντων κατά την Ήπειρον υπέρ του Αλή Αλβανών, και μάλιστα αφ ού οι Σουλιώται επολέμουν αναφανδόν υπέρ αυτού· τόσον δε επιστεύετο, ώστε άμα έμαθαν οι προύχοντες τα ανδραγαθήματα των Αιτωλών και Ακαρνάνων, εσυγχάρησαν τους Σουλιώτας. Μόνος ο Αλής, εν γνώσει των της Εταιρίας, εγίνωσκε τον αληθή χαρακτήρα των ελληνικών κινημάτων· αλλά δεν έκρινε πρέπον να τον ανακαλύψη· ώστε οι αληπασίζοντες Αλβανοί έμεναν υπό την απάτην, θεωρούντες ως συμμάχους των τους υπέρ της ελευθερίας της ιδίας πατρίδος πολεμούντας Έλληνας. |
| Δεινά έπαθαν μετά την λαμπράν μάχην του Μακρυνόρους καί τινες άλλοι Τούρκοι κατά το χωρίον Αυτί, όπου ο συν αυτοίς στρατεύων οπλαρχηγός Πουλής εζωγρήθη υπό των περί τον Γιαννάκην Ράγκον και εθανατώθη. Περί τον αυτόν δε καιρόν 200 Έλληνες υπό τον Φλώρον Γρίβαν και τον Τραγουδάραν κατέλαβαν τα χωρίον του Πέτα· αλλ' επιστρατευσάντων των εν Άρτη Τούρκων, δεν εδυνήθησαν να διατηρήσωσι την θέσιν των, ην μήτε καν να οχυρώσωσιν εφρόντισαν, και κατέφυγαν κακώς έχοντες εις Μακρυνόρος. Εφονεύθησαν δε καί τινες αυτών, εν οις και ο Τραγουδάρας γενναίως μαχόμενος. |
| Μετ' ολίγας δε ημέρας ο Γώγος ετοποθετήθη μετά 250 εν τω αυτώ χωρίω του Πέτα. Την δε 15 Ιουλίου επεστράτευσαν πάμπολλοι εχθροί εξ Άρτης και επεχείρησαν επανειλημμένας κατ' αυτού εφόδους, κατέχοντος υψηλήν θέσιν κατέμπροσθεν του χωρίου, αλλά καθ' όλας απέτυχαν. Η τόλμη του οπλαρχηγού τούτου την ημέραν εκείνην έφερεν εις θάμβος και αυτούς τους εχθρούς του, ους, επταπλασίους όντας, έτρεψεν εις φυγήν προπορευόμενος ξιφήρης. Εξαιτίας δε των τόσω λαμπρών ανδραγαθημάτων του έλεγαν έκτοτε και φίλοι και εχθροί, ότι - ό π ο υ - ο - Γ ώ γ ο ς, ε κ ε ί - κ α ι - η - ν ί κ η. |
| Εν τοσούτω η επανάστασις διεδόθη και περαιτέρω. Προς διατήρησιν της ελευθέρας κοινωνίας των εν Ιωαννίνοις και Θεσσαλία στρατοπέδων είχαν σταλή παρά του Χουρσήδη 750 Τούρκοι υπό τον Ιβραήμ Πρεμέτην εις τας επί του Πίνδου δύο μεγάλας Βλαχοκωμοπόλεις, την των Καλαρρύτων και την του Συράκου, τρία μίλια απ' αλλήλων απεχούσας, ων η μεν πρώτη περιείχε 680, η δε δευτέρα 750 οικογενείας, όλας χριστιανικάς. Οι κάτοικοι αυτών, καταθλιβόμενοι, φορολογούμενοι και υβριζόμενοι παρά των Τούρκων, υποκινούμενοι δε και υπό των θελόντων την διάχυσιν της επαναστάσεως προκρίτων, Κωνσταντίνου Τουρτούρη, Πρωτοπαπά Σγουρού, Ιωάννου Κωλέττη και Νικολάου Γιαννίκου, βουλήν έβαλαν ν' αποστατήσωσι και προσκαλέσαντες κρυφίως εις βοήθειάν των τον οπλαρχηγόν Γιαννάκην Ράγκον απέκλεισαν δύο περίπου εβδομάδας προ της μάχης του Πέτα τους υπό τον Πρεμέτην εντός τινων οικιών και τους ηνάγκασαν μετά δέκα ημέρας ν' αναχωρήσωσιν αβλαβείς υπό συνθήκας (γ). Αλλ' ούτοι απερχόμενοι απήντησαν καθ' οδόν στρατεύματα ερχόμενα εις τας δύο κωμοπόλεις επί τη διαταγή του Χουρσήδη, μαθόντος τα συμβάντα, και εστράφησαν εις τα οπίσω. Οι Συρακιώται εφύλατταν την προς τα Ιωάννινα οδόν εις απώθησιν των επερχομένων· αλλ' ούτοι ευρόντες προθύμους οδηγούς τους κατοικούντας το χωρίον Γότισταν, 4 ώρας απέχον του Συράκου, και νυκτοπορήσαντες διά τινος στενού και ανυπόπτου μέρους εβάρεσαν αίφνης όπισθεν τους φυλάττοντας την οδόν Συρακιώτας και τους έτρεψαν· εν τω μεταξύ δε τούτω οι λοιποί κάτοικοι των δύο κωμοπόλεων έσπευσαν να μεταφέρωσιν εις ασφαλές μέρος τα πολυάριθμα ποίμνιά των και έφυγαν και αυτοί ως και ο οπλαρχηγός Ράγκος, καταφοβηθέντες, απελπισθέντες και κακώς έχοντες· μόνος ο οπλαρχηγός Γερομπαλωμένος, Συντεκνιώτης, επέμενε πολεμών γενναίως ικανήν ώραν, έχων μόνον 8 παλληκάρια. Τοιουτοτρόπως οι εχθροί εκυρίευσαν τας δύο κωμοπόλεις αναιμωτί, τας έκαυσαν και ήρπασαν τα εναπομείναντα πράγματα των φευγόντων, εξ ων συνέλαβαν μόνον δέκα. |
| Τον αυτόν καιρόν έδράξε τα όπλα και το Ασπροπόταμον. Η επαρχία αύτη έχει 67 χωρία μικρά μεγάλα, όλα χριστιανικά. Γενικός αρχηγός των όπλων της επαρχίας ήτον ο Νικολός Στουρνάρης και είχεν υπό την οδηγίαν του τους οπλαρχηγούς των χωρίων Χριστόδουλον Χατσή Πέτρου, Νάσον Μάνταλον, τους αδελφούς αυτού, Στέριον, Γεώργον, Κώσταν και Μήτρον, και τον γαμβρόν του Γρηγώρην Λιακατάν, οπλαρχηγόν του Κλενοβού. |
| Ιούλιος | Άπαντες δε ούτοι εστράτευσαν αρχομένου του Ιουλίου μετά τρισχιλίων επί τους εν τη επαρχία βασιλικούς στρατιώτας όχι φανερά υπό το σύμβολον του ελληνικού αγώνος, αλλ' επί λόγω αληπασισμού. Και πρώτον μεν εφόνευσαν αναιτίως 66 Τούρκους διεσπαρμένους εις τα χωρία, έπειτα δε ητοιμάσθησαν να πέσωσι πολλαχόθεν εις τα Τρίκκαλα και εζήτησαν ως προς την μελετωμένην εκστρατείαν και την σύμπραξιν του Σταμούλη Γάτσου· αλλ' εκείνος απαρνηθείς τον εθνικόν αγώνα μετά τα κατά τα Άγραφα συμβάντα, αντέπραξε παρρησία και έφερε Τούρκους εις προσβολήν των Ασπροποταμιτών. Διά τον λόγον τούτον το σχέδιον εματαιώθη, και οι οπλαρχηγοί του Ασπροποτάμου κατέλαβαν επί των ορίων της επαρχίας διαφόρους θέσεις προς ασφάλειαν. Αλλ' οι εν Τρικκάλοις Τούρκοι, μαθόντες τα γενόμενα, εκινήθησαν οι μεν κατά του Λιακατά, φυλάττοντος τα επί του Κλενοβού στενά, οι δε κατά του Χατσή Πέτρου, κατέχοντος τον Πρόδρομον, και άλλοι κατ' αυτού του Στουρνάρη, στρατοπεδεύοντος εν τω χωρίω Πόρτα· αλλά καθ' όλας τας προσβολάς των αποκρουσθέντες εστράφησαν κακώς έχοντες. |
| Εν τοσούτω οι εξ Ιωαννίνων στρατεύσαντες, αφ' ού κατέστρεψαν τας κωμοπόλεις Καλαρρύτων και Συράκου, επορεύθησαν προς το Ασπροπόταμον και έφθασαν επί των ορίων την 29 ιουλίου. Την δε υστεραίαν εξημερώθησαν αίφνης κατά την Πόρταν άλλοι 2000 Τούρκοι εκ Τρικκάλων ιππείς και πεζοί έλκοντες και δύο κανόνια, επολέμησαν το εκεί ελληνικόν στρατόπεδον δι' όλης της ημέρας και το έβλαψαν· την δε νύκτα πάμπολλοι Έλληνες ελειποτάκτησαν. Τούτο ιδών ο Στουρνάρης ωπισθοδρόμησε προς τα ενδότερα του Ασπροποτάμου, και κατέλαβε τας δυνατάς θέσεις της Μαύρης Πούλιας και του Κόρμπου, 8 ώρας μακράν της Πόρτας. Αλλ' οι Τούρκοι, πλήρεις θάρρους διά την λειποταξίαν και οπισθοδρόμησιν των Ελλήνων, έδραμαν κατόπιν, και καύσαντες τα μεταξύ χωρία έφθασαν εις Κόρμπον, όπου τους εκτύπησαν πάλιν· νυκτός δε γενομένης ανεχώρησαν εκείθεν κατά την Πόρταν, φοβούμενοι να ενδιανυκτερεύσωσιν εξ αιτίας των στενοτοπιών. |
| Εν τοσούτω, αφ' ού κατεστράφησαν αι κωμοπόλεις Καλαρρύτων και Συράκου, αφ' ού υπερίσχυσαν οι εχθροί κατά τα Άγραφα, και αφ' ού το Ασπροπόταμον ευρέθη εν μέσω δύο εχθρικών στρατοπέδων, και εξ αιτίας του διαχυθέντος φόβου επί τη καταστροφή των δύο κωμοπόλεων δεν είχε δύναμιν αξιόμαχον ν' αντιτάξη, οι Ασπροποταμίται, εξαγοραζόμενοι τον καιρόν, εσυμβιβάσθησαν μετά των Τούρκων, αυτοί μεν να ησυχάσωσι και να στέλλωσι τους συνήθεις φόρους, Τούρκος δε να μη πατήση τα χώματά των. |
| Καθ' ον δε καιρόν απετύγχαναν τα επί του Πίνδου κινήματα των Ελλήνων, ητοιμάζετο εκστρατεία εις ανάκτησιν της Πάργας, ης τους δυστυχείς κατοίκους είχε προ ολίγου αποδιώξει πανεστίους η υπερισχύσασα πολιτική του Αλή. |
| Εφρούρουν την πόλιν ταύτην ταις ημέραις εκείναις 100 Αλβανοί υπό τον Χουσεήμπεην Δελβινιώτην, υιόν του Μουσταφάπασα· 170 δε Πάργιοι, εξ ων οι πλείστοι έφυγαν κρυφίως εκ Κορυφών, και 50 Σουλιώται υπό τον φρούραρχον της Ρενιάσης Περραιβόν μετεβιβάσθησαν όλοι την νύκτα της 24 εις Παγωνιάν, λιμένα πλησίον της Πάργας, και ανέβησαν εις το έν τέταρτον της ώρας απέχον της Πάργας όρος, αγίαν Ελένην, όπου εκάθησαν αφανείς όλην την ημέραν. Αφ' ού δε ενύκτωσεν, εισήλθαν ησύχως εις το προάστειον και, ευρεθέντων των Τούρκων όλων εν τη πόλει ως μηδέν υποπτευόντων, το εκυρίευσαν αναιμωτί και ενδιέμειναν πόλεμούντες και πολεμούμενοι. Την δε 27 εφάνησαν έξωθεν της Πάργας εχθρικά πλοία εκ της κατά τον Μούρτον μοίρας και συνέλαβαν 4 μικρά ελληνικά εκ των μεταβιβασάντων εις την Παγωνιάν τους προθεμένους την ελευθέρωσιν της Πάργας· συνέλαβαν δε εν αυτοίς καί τινας Παργίους. Την εσπέραν δε της αυτής ημέρας απέβησαν εις τον άγιον Ιωάννην 500 Αλβανοί εκ Πρεβέζης, και μετέβησαν εις Μαργαρίτι, όπου προσήλθαν αυθημερόν και χίλιοι Τσάμιδες όλοι δε ούτοι εστράτευσαν την υστεραίαν προς την Πάργαν. Οι δε Έλληνες μη δυνάμενοι να διατηρηθώσιν εν τω προαστείω και προσδοκώντες πάντοτε νέαν βοήθειαν εκ Σουλίου, μετέβησαν εις ορεινάς θέσεις. Αλλ' οι εχθροί επιπεσόντες τους έβαλαν εις μέγαν κίνδυνον ολίγους όντας και μήτε ν' ανθέξωσιν ευτυχώς μήτε να φύγωσιν ευκόλως δυναμένους. Καλή τύχη έφθασαν διαρκούσης της μάχης όπισθεν των εχθρών διακόσιοι Σουλιώται υπό τον Γιώτην Δαγκλήν, τον Διαμαντήν Ζέρβαν και τον Νάσον Φωτομάραν και τους ελύτρωσαν. Τοιουτοτρόπως το σχέδιον της εκστρατείας απέτυχε παντάπασιν. Οι δε εκστρατεύσαντες Πάργιοι επανελθόντες εις Κορυφούς, όπου ήσαν αι γυναίκες και τα τέκνα των, απεπέμφθησαν κατά διαταγήν του μεγάλου αρμοστού εκδοθείσαν την 27 σεπτεμβρίου και λέγουσαν· |
| «Οι Πάργιοι, οι παραβάντες τους καθ' όλας τας ευνομουμένας επικρατείας εν χρήσει νόμους και παρακούσαντες την κυβέρνησιν υφ' ην έζων, αποβάλλονται της Επταννήσου· αφ' ης δε ημέρας εκδοθή η παρούσα, τοις δίδεται δεκαήμερος προθεσμία όπως συμπαραλάβωσι τα πράγματά των και τας οικογενείας των, αν αύται θέλωσι να συνακολουθήσωσιν· αν δε τις εξ αυτών τολμήση να επανέλθη εις τας νήσους ταύτας, υπόκειται εις ας ορίζει ο νόμος ποινάς». Τοιουτοτρόπως οι περί ων ο λόγος ατυχείς Πάργιοι ούτε την πατρίδα των ανέκτησαν, και του τόπου της καταφυγής των εστερήθησαν. |