WeRead Powered by ReaderPub
Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Α cover

Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Α

Chapter 51: ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ'
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A comprehensive contemporary history traces the causes, secret societies, and outbreaks of the early nineteenth-century struggle for Greek independence, following uprisings across the Peloponnese, mainland regions and islands, naval engagements, sieges, pitched battles, and brutal reprisals against civilians. It documents internal political divisions, shifting loyalties, and the conduct of local leaders, and surveys foreign diplomacy and great-power reactions. The work pairs chronological narrative with thematic essays on language, sources, and historiographical method, presenting a revised, documentary-based account intended to weigh successes and failings without partisan distortion.

1821

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ'

Οι Λαλιώται. - Απόβασις Επταννησίων εις Γαστούνην. - Μάχαι. - Μετάβασις Λαλιωτών εις Πάτρας. - Πολιτική της αγγλοϊονικής Κυβερνήσεως προς την Ελλάδα.

ΔΙΗΓΗΘΗΜΕΝ ήδη, ότι μεταξύ όλων των κατά την Πελοπόννησον Τούρκων των μη κατοικούντων φρούρια μόνοι οι Λαλιώται διέμειναν εν τη κωμοπόλει των βλάπτοντες τους περιοικούντας Έλληνας, και ότι, αν διά την ενδεχομένην έλλειψιν των αναγκαίων δεν εδέχθησαν παρ' αυτοίς τους Γαστουναίους Τούρκους, έτρεξαν όμως εις βοήθειάν των, τους ελύτρωσαν πολιορκουμένους εν Χλουμουτσίω και τοις ήνοιξαν την εις Πάτρας οδόν· επειδή δε διεκρίθησαν των λοιπών εν Πελοποννήσω Τούρκων, κρίνομεν δίκαιον να είπωμέν τινα περί της καταγωγής και της καταστάσεως αυτών, αρχομένης της επαναστάσεως.
Επί τερπνής και υψηλής θέσεως του εν τη επαρχία της Γαστούνης όρους της Φολόης κείται η κωμόπολις του Λάλα, κατοικηθείσα υπό Αλβανών από των Βυζαντινών χρόνων καθώς και τα Μπαρδουνοχώρια και άλλα μέρη της Πελοποννήσου. Ολίγοι ήσαν οι πρώτοι κάτοικοι· αλλ' επί του εν έτει 1769 Τουρκορρωσικού πολέμου, καθ' ον εχύθησαν εις την Πελοπόννησον πλήθη Αλβανών, και κυρίως επί της μετά το τέλος του πολέμου τούτου καταστροφής των, ο αριθμός των κατοίκων του Λάλα επερίσσευσε, διότι κατέφυγαν εκεί ικανοί των κατατρεχθέντων.
Αφ' ότου η Πελοπόννησος εκυριεύθη υπό των Τούρκων, η επαρχία της Γαστούνης εκληρουχήθη εις τους εκ της σουλτανικής γενεάς Οθωμανίδας. Οι δε ενοικούντες ανδρείοι και εμπειροπόλεμοι Λαλιώται έζων κατ' αρχάς ή ως λησταί ή ως υπομίσθιοι αυτών. Αλλ' ο ισχυρός υπομίσθιος δεν αργεί να γίνη πρώτον εύνους, μετ' ολίγον φίλος, έπειτα ισότιμος, και τελευταίον, ανώτερος του ανισχύρου μισθοδότου. Τοιουτοτρόπως οι ανέστιοι ούτοι άνδρες, ων η τύχη ημέρα τη ημέρα εβελτιούτο εξ αιτίας της ανδρίας και φιλοπονίας αυτών, και της ηδυπαθείας και ακηδίας των Οθωμανιδών, κατήντησαν και να συγγενεύσωσι και να τους αντικαταστήσωσι μεταπεσούσης και της επί τας επαρχίας Γαστούνης και Πύργου εξουσίας, μετά την εξάλειψιν των αρρένων της σουλτανικής γενεάς, εις τους διαπρέψαντας αδελφούς Μουσταφάγαν και Σεήδαγαν και τον περίφημον συγγενή των Αλή - Φαρμάκην, ως κληρονόμους εξ αιτίας των εκ του γένους εκείνου γυναικών των και ως δυνατούς· ανηγέρθησαν δ' έκτοτε λαμπραί και δύναται οικοδομαί εν τη κωμοπόλει εν μέσω ευρυχώρων περιοχών· ώστε αι 800 οικίαι του Λάλα περιείχαν πολλήν γην, και την γην ταύτην εσκέπαζαν καρποφόρα δένδρα. Ευκραέστατος είναι ο αήρ του τόπου τούτου, υγιέστατα τα νερά, και εύρωστοι και μακρόβιοι οι κάτοικοι. Ολίγος καιρός ήτον αφ' ού εδόθησαν εις τας τρυφάς και τας αναπαύσεις εξ αιτίας του επιρρεύσαντος πλούτου· διά τούτο εφύλατταν εισέτι επί της επαναστάσεως διά της αδιακόπου χρήσεως των όπλων τον πρώτον πολεμικόν χαρακτήρα και εφάνησαν άξιοι της ανδρικής καταγωγής των.
Η ευτυχής εκστρατεία αυτών εις λύσιν της πολιορκίας του Χλουμουτσίου τους εθάρρυνε να επιχειρήσωσι και άλλας πλείονος λόγου αξίας· και επειδή ήσαν δυνατοί, επλάκωσαν όλα τα πέριξ του Λάλα χριστιανικά χωρία, παρέλαβαν βία 200 εκ των εγκατοίκων ως συναγωνιστάς, και συσσωματωθέντες, όλοι υπερχίλιοι, εστράτευσαν εις Πύργον την 2 απριλίου.
Εντός του Πύργου ήσαν 550 Έλληνες υπό διαφόρους αρχηγούς, εν οις διέπρεπαν ο Χαραλάμπης Βιλαέτης εντόπιος, και ο Αλέξης Μοσχούλας εξ Αγουλινίτσης· παρευρίσκοντο δε και οι Ζακύνθιοι αδελφοί Καμπασαίοι Παναγιώτης και Δημήτρης, και οι δύο υιοί του Κολοκοτρώνη Πάνος και Γιάννης, διαβιβασθέντες εκ Ζακύνθου εις το Πυργί την 25 μαρτίου και απερχόμενοι προς τον πατέρα των ήσαν δε και χίλιαι αδύνατοι ψυχαί.
Οι Έλληνες απεφάσισαν να δείξωσι στήθος προς τους επερχομένους και ηθέλησαν ν' αντισταθώσιν εκτός της πόλεως· και οι μεν Λαλιώται ετοποθετήθησαν, καθ' ην ημέραν εξεστράτευσαν, μίαν ώραν μακράν αυτής και εκάλεσαν διά γράμματος τους Πυργίους να προσκυνήσωσιν· οι δε Πύργιοι απεκρίθησαν, ότι ήλθεν ο καιρός να προσκυνήση ο Τούρκος τον Χριστιανόν. Διά της αλληλογραφίας ταύτης διήλθεν η ημέρα. Την δε επαύριον διηρέθησαν οι Λαλιώται εις τρία σώματα, έπεσαν επί τα έξω οχυρώματα, και μετά μικράν αντίστασιν, 300 Έλληνες και διάφοροι αρχηγοί των εδραπέτευσαν και κατέφυγαν εις Σκαφιδιάν και εις άλλους πλησίον λιμένας κακώς έχοντες, οι δε λοιποί 250 υπό τον Βιλαέτην, τον Μοσχούλαν, τους υιούς του Κολοκοτρώνη και τους Καμπασαίους απεσύρθησαν εις την πόλιν και εκλείσθησαν εντός διαφόρων δυνατών οικιών, όπου τους παρακολούθησαν οι Λαλιώται και έβαλαν πυρ εις διάφορα μέρη φονεύοντες και αιχμαλωτίζοντες· αλλ' οι ολίγοι Έλληνες διετήρησαν μέχρι τέλους την θέσιν των γενναίως εν μέσω της πυρκαϊάς. Επτά ώρας διήρκεσεν η μάχη· και οι μεν Λαλιώται, μικράν παθόντες και πολλήν προξενήσαντες ζημίαν, επανήλθαν εις τα ίδια δουλαγωγούντες υπέρ τους 100 και απελαύνοντες ζώα· οι δε Πύργιοι έμειναν εν μέσω των ερειπίων των.
Τα ευτυχή κινήματα των Λαλιωτών απέδειξαν οφθαλμοφανώς πόσον έσφαλαν οι εν Πελοποννήσω λοιποί Τούρκοι, και μάλιστα οι Μπαρδουνοχωρίται, αφήσαντες δι' απλούν φόβον τους τόπους των, όθεν εδύναντο να βλάπτωσι καιρίως τους εχθρούς των. Κλεισθέντες εν τοις φρουρίοις όχι μόνον δεν εβελτίωσαν την πολεμικήν κατάστασιν αυτών, αλλ' επετάχυναν και την πτώσιν των διά της ταχείας καταναλώσεως των εν αυτοίς τροφών.
Ολίγαις δε ημέραις μετά την μάχην ταύτην εγνώσθη, ότι τα μεσημβρινά φρούρια Μοθώνης και Νεοκάστρου, στενά πολιορκούμενα υπό των Ελλήνων, εκινδύνευαν να πέσωσιν. Οι Λαλιώται, επηρμένοι επί τη ανδρία και ταις επιτυχίαις των, και ως αν ήσαν οι γενικοί αντιλήπτορες των πασχόντων ομοθρήσκων των, απεφάσισαν να εκστρατεύσωσιν εις λύσιν των πολιορκιών εκείνων, και διαβάντες τον Αλφειόν μεσούντος του απριλίου εκινήθησαν προς την επί της αριστεράς όχθης του ποταμού Αγουλινίτσαν. Έμαθαν οι εκεί Έλληνες εν καιρώ το σχέδιον, και ωχυρώθησαν υπό τον Μοσχούλαν, ήλθαν και ολίγοι Αρκάδιοι υπό τον πρωτοσύγγελον Αμβρόσιον Φραντσήν και κατέλαβαν την δυσδιάβατον θέσιν του Κ λ ε ι δ ί ου, δι' ης θα επέρων οι εχθροί απερχόμενοι προς τα φρούρια. Οι Λαλιώται εκτύπησαν τους εν τη Αγουλινίτση, αλλ' ηύραν πολλήν αντίστασιν, και απολέσαντες 9, επέστρεψαν αυθημερόν εις τα ίδια, διαδοθέντος ψευδούς λόγου, ότι επήρχετο πλήθος Αρκαδίων.
Ο Πύργος είχεν, ως είδαμεν, ένα γενναίον άνδρα, τον Χαραλάμπην Βιλαέτην, στρατεύσαντα άλλοτε υπό τους εν τη Επταννήσω Γάλλους και Άγγλους. Φραγμόν επεθύμει ούτος να στήση εις την κατά της Γαστούνης και του Πύργου ορμήν των Λαλιωτών· αλλ' επειδή δεν τον εβοήθει η μεταξύ τοποθεσία, ούσα όλη επίπεδος, εστρατοπέδευσε μετά 500 κατά το επί ακρολοφίας κείμενον και 4 ώρας απέχον του Λάλα Στρέφι, και κατέσχεν ως προφυλακήν και το πλησιέστερον του Λάλα Λαντσόι εγκατατάξας άλλους 100. Πεδινόν είναι το χωρίον τούτο· πεδινή και η διαχωρίζουσα αυτό και το Στρέφι γη· παρά δε το Λαντσόι προς μεσημβρίαν ρέει εντός χάσματος χείμαρρος· μετ' αυτόν είναι άμπελοι και προς το ανατολικόν μέρος σειρά συνδένδρων λόφων· ο διαιρών δε την σειράν ταύτην και το Στρέφι τόπος, δύο μίλια πλατύς, είναι και αυτός ομαλός. Τοιαύτη ήτον η τοποθεσία του μικρού στρατοπέδου του Βιλαέτη.
Χίλιοι Λαλιώται εξεστράτευσαν την 2 μαΐου εις Λαντσόι, όπου φθάσαντες λίαν πρωί και καταλαβόντες οικίας τινάς επολέμουν τους άλλας οικίας του αυτού χωρίου κατέχοντας Έλληνας καίοντες και τας μεταξύ. Ακουσθέντος του τουφεκισμού, είπεν ο Βιλαέτης τοις περί αυτόν, «όποιος είναι Χριστιανός και παλληκάρι ας μ' ακολουθήση», και έδραμε διά της πεδιάδος εις βοήθειαν των πολεμουμένων προς το μέρος των λόφων, όπου ήτο μύλος δέκα λεπτά του Λαντσοΐου απέχων. Οι Τούρκοι ιδόντες αυτόν ερχόμενον εξέδραμαν και αυτοί προς εκείνο το μέρος και τον συνήντησαν προς τον μύλον. Εκατόν μόνον ακολούθους είχεν ο Βιλαέτης και γενναίως αντέστη προς υπερπεντακοσίους ους και απέκρουσεν, αλλ' επληγώθη ο σημαιοφόρος του και εφονεύθη και ο Σπύρος Σαρενίτης, είς των οπλαρχηγών των συμπολεμούντων Αρκαδίων αυτός δε προχωρών και καταδιώκων έφθασε παρά τον χείμαρρον, αλλά μετ' ολίγων οπλοφόρων, αποκόψαντος του εχθρικού ιππικού τους πλείστους, αναγκασθέντας εκ ταύτης της αιτίας ν' αναβώσιν είς τινας λόφους εκείθεν του χάσματος· ιδών δε ότι οι περί αυτόν ήσαν ολίγοι, ήλλαξε σχέδιον και έτρεξε να καταλάβη άμπελόν τινα έχουσαν προς το δυτικόν μέρος το χάσμα· αλλ' επειδή το μεταξύ ήτο πεδινόν και ως εκ τούτου πολλά επικίνδυνον, μόνον 26 τον ηκολούθησαν, οι δε λοιποί ελειποτάκτησαν, και άλλοι μεν αυτών διεσώθησαν, άλλοι δε εφονεύθησαν. Ο δε Βιλαέτης και οι 26 κατέλαβαν μεν την άμπελον αλλά διά την ολιγότητά των αφήκαν τα νώτα αφύλακτα ελπίζοντες ίσως καταβώσιν οι επί των λόφων Έλληνες εις φύλαξιν. Αλλ' επρόλαβαν οι Τούρκοι, τα κατέλαβαν και επολέμουν τους ολίγους Έλληνας έμπροσθεν και όπισθεν. Ο Βιλαέτης επληγώθη κατ' αρχάς εις την κεφαλήν, αλλά και πληγωθείς εμάχετο θαρρύνων τους ολίγους συμμαχητάς του έως ου εφονεύθησαν αυτός και οι συν αυτώ όλοι εκτός ενός τρωθέντος εις τον πόδα και κρυβέντος εντός κουφώματος δένδρου. Οι Τούρκοι έκοψαν κατά την συνήθειαν τας κεφαλάς των φονευθέντων, και στήσαντες επί ξύλου την του Βιλαέτου ανεχώρησαν χαίροντες, διότι ελυτρώθησαν τοιούτου εχθρού, γνωστού διά την εν πολέμω αφοβίαν και εμπειρίαν.
Αφ' ού ο έλειψεν ο εχθρός ούτος, οι Λαλιώται έγειναν τολμηρότεροι, κατέτρεχαν όλα τα πέριξ του Λάλα, τα ελεηλάτουν, και έκαιαν τα χωρία της επαρχίας. Τόσον δε ήσαν άφοβοι, ώστε επροχώρουν θύοντες και απολλύοντες και εις αυτά τα όρια της επαρχίας των Πατρών, όπου ήσαν διάφορα σώματα Ελλήνων. Μεταξύ των αρχηγών τούτων ήτο και ο Γεώργης Γιαννόπουλος Προστοβιτσιώτης, διακρινόμενος διά την τόλμην του. Ούτος, συμπλακείς έν τινι επιδρομή των Λαλιωτών προς την Κατσαρούν, εφονεύθη, και συνεφονεύθησαν και 8 σύντροφοί του.
Η Επτάννησος (α), αν και πολιτικώς αποχωρισμένη της αδελφής της Ελλάδος, επροθυμήθη να βοηθήση την εκραγείσαν επανάστασιν και διά των γενναίων συνεισφορών της και διά των ανδρείων βραχιόνων της. Η κυβέρνησίς της, η μετ' ολίγον εξαγριωθείσα, εξεθαμβήθη μόνον κατ' αρχάς, και δεν έδειξε προς τον αγώνα κακήν διάθεσιν. Αυθόρμητοι οι Ζακύνθιοι και οι Κεφαλλήνες αντιλήπτορες των αραμένων όπλα ομογενών και ομοπίστων, παρωρμήθησαν έτι μάλλον και δι' ων επιστολών επεκαλούντο οι Πελοποννήσιοι την φιλογενή αντίληψίν των. Οι Ζακύνθιοι έτρεξαν πρώτοι των Επταννησίων εις την φωνήν της πίστεως και της πατρίδος, και οι μεν απέβησαν εις την Μεσσηνίαν υπό τον Μερκάτην, οι δε εις τα αντικρύ της τερπνής και χαριτωμένης πατρίδος των παράλια. Εξ αυτών έως 150, υπό τον Δημήτρην Πεθαμένον και τον Παύλον Αντσετίρην Κεφαληνόν, μετέβησαν εις το στρατόπεδον των Πατρών, άλλοι δε 100 υπό τον Γεώργιον Σολωμόν, Διονύσιον Σεμπρικόν, Αναστάσην Γιαννικέσην και Παναγιώτην Στούρτσαν, απέμειναν εν τη επαρχία της Γαστούνης. Περί δε τα τέλη του απριλίου απέβη πρώτος εκ Κεφαλληνίας εις Γλαρέντσαν ο Ευαγγέλης Πανάς μετά 100 οπλοφόρων,
Μάιος και την 9 μαΐου έφθασαν εκείθεν εις τον αυτόν λιμένα ο Ανδρέας Μεταξάς, ο Κωνσταντίνος Μεταξάς, και ο Γεράσιμος Βίκτωρος Φωκάς επί του εντοπίου των ενόπλου πλοίου του Ανάσταση Φωκά υπό τουρκικήν σημαίαν, φέροντος ικανά πολεμεφόδια και 350 οπλοφόρους. Αφ' ού δε ελλιμένισε το πλοίον, κατέβασαν οι εν αυτώ την τουρκικήν σημαίαν, ύψωσαν την επαναστατικήν, εκανονοβόλησαν, παρετάχθησαν οι οπλοφόροι επί του καταστρώματος, εψάλη επί του πλοίου δοξολογία υπό δύο ιερέων ακολουθούντων το στράτευμα, και απέβησαν οι ρηθέντες επί της ξηράς υποδεχθέντες υπό των εντοπίων φιλοφρονέστατα. Την δε επιούσαν διατάξαντες το πλοίον να παραπλέη τας ακτάς των Πατρών, και αφήσαντες εν αυτώ 70 οπλοφόρους διά παν ενδεχόμενον, ανεχώρησαν μετά των λοιπών 280, και έφθασαν το εσπέρας εις Μανολάδαν, όπου ηύραν τον Σισίνην και τον Ευαγγέλην Πανάν. Η υπεραυξήσασα δε τον αριθμόν αυτών φήμη διέδωκεν, ότι ήλθαν οι επισημότεροι άνδρες της Κεφαλληνίας φέροντες πολλά βοηθήματα χρηματικά και πολεμικά, και έβαλεν εις νέαν κίνησιν τους κατοίκους των πέριξ επαρχιών, ους κατεφόβισαν αι έως τότε αλλεπάλληλοι ευτυχείς επιδρομαί των Λαλιωτών. Υπεστήριξε την φήμην ταύτην καί τις πομπώδης προκήρυξις, ην υπέγραψαν οι προϊστάμενοι επονομαζόμενοι α ρ χ η γ ο ί - κ α ι - σ τ ρ α τ η γ ο ί - τ ω ν - η ν ω μ έ ν ω ν - δ υ ν ά μ ε ω ν - τ η ς - Ε π τ α ν ν ή σ ο υ. Διεκρίνετο δε το σώμα τούτο των άλλων δι' ην ετήρει εν ταις στρατοπεδείαις του τάξιν, ήτις, καθ' ους καιρούς μία επωμίς, ή μία περικεφαλαία εκίνει θαυμασμόν, δεν ήτο ματαία επίδειξις. Ιδού δε η τάξις. Την γ' ώραν μετά την δύσιν του ηλίου εψάλλετο η παράκλησις, εκρούοντο τα τύμπανα, ετάττοντο φυλακαί κράζουσαι εκ διαλειμμάτων «γρηγορείτε», έπιπτε μία κανονία, και οι στρατιώται απεχώρουν εις τας θέσεις των· το πρωί εψάλλετο πάλιν η παράκλησις, εκρούοντο τα τύμπανα, ήχουν αι σάλπιγγες και έπιπτεν άλλη κανονία.
Μεταβαίνον δε το σώμα τούτο από χωρίου εις χωρίον, έφθασε την 26 εις Στρέφι και Κούκουρα και διέτριψεν εκεί μέχρι της 30 ετοιμαζόμενον, ως πλησίον του εχθρού. Εκεί ηύξησεν ο αριθμός αυτού, ενωθέντων και των Ζακυνθίων και πολλών εντοπίων. Την δε 31 ώδευσαν όλοι προς την Καπέλην και έφθασαν το εσπέρας εις Γούμερον· επειδή δε εσκόπευαν να πατήσωσι την επιούσαν την μεγάλην πεδιάδα, έστειλαν αυτονυκτί εις διαφόρους θέσεις σκοπιάς, και πρωίας γενομένης εξεστράτευσαν έχοντες εν τω κέντρω 4 κανόνια, τα πολεμεφόδια και τας αποσκευάς των.
Προς την θέσιν, Μποδίνι, κείται λόφος. Εν ώ έφθασαν εις αυτόν ανύποπτοι, ως πεποιθότες επί τας σκοπιάς των, ηκούσθησαν αίφνης πολλαί τουφεκίαι και κραυγαί λέγουσαι, Λ α λ ι ώ τ α ι, Λ α λ ι ώ τ α ι· επί μόνη τη κραυγή ταύτη χωρικοί τινες εκ των συνακολουθούντων Γαστουναίων ετράπησαν εις φυγήν, οι δε λοιποί και οι Επταννήσιοι έτρεξαν εις την κορυφήν του λόφου, και ιδόντες τους Λαλιώτας ελθόντας εις τους πρόποδας, τους εκανονοβόλουν προξενούντες φόβον μάλλον ή βλάβην. Ήρχισε δε μετ' ολίγον και ο τουφεκισμός, και οι μεν Επταννήσιοι και οι εντόπιοι, τουφεκίζοντες τους Λαλιώτας άνωθεν, τους έβλαπταν· ούτοι δε αντείχαν γενναίως, αν και η θέσις των ήτο κακίστη, έως ου είδαν τους εχθρούς των κινουμένους προς τα κάτω, και τότε επέστρεψαν διά του Πυρναρίου εις Λάλα φεύγοντες, οι δε Επταννήσιοι τους επεδίωξαν, έπεσαν και εις την πεδιάδα έως ου εφάνη πλήθος οπλοφόρων τουφεκιζόντων μακρόθεν, και τότε υποπτεύσαντες, ότι ήσαν ενεδρεύοντες εχθροί, εστάθησαν και κατέλαβαν τα πλησίον δένδρα προς συνασπισμόν· αλλ' οι τουφεκίζοντες οπλοφόροι προχωρούντες εγνώσθησαν, ότι ήσαν Καλαβρυτινοί ερχόμενοι κατά του κοινού εχθρού· ήσαν δε ως χίλιοι υπό τον Ασημάκην Φωτίλαν, προεστώτα των Καλαβρύτων, τον Λεχουρίτην, και άλλους. Το ευτυχές συμβάν κατά την ημέραν εκείνην εγέμισε χαράς τας κάρδίας των Ελλήνων και ετίμησε δικαίως τους Επταννησίους, διότι ήτον η πρώτη φορά καθ' ην εξ αιτίας αυτών κατησχύνθησαν οι φόβον και τρόμον παντού και πάντοτε ενσπείροντες Λαλιώται.
Αφ' ότου ήρχισεν η επανάστασις της Πελοποννήσου πολλοί Καρυτινοί είχαν καταλάβει τα χωρία, Μπέτσι και Ρένεσι, υπό τους εμπειροπολέμους αδελφούς Πλαπούτας. Σκοπός της κατοχής ήτον η προφύλαξις της επαρχίας των από ενδεχομένων επιδρομών των γειτόνων Λαλιωτών· αλλ' αφ' ού διεσκορπίσθησαν οι πολιορκηταί του φρουρίου της Καρυταίνης, διεσκορπίσθησαν και οι κατέχοντες τα δύο ταύτα χωρία. Περί την 20 ομως απριλίου εσύστησεν ο Γεώργης Πλαπούτας πάλιν στρατόπεδον κατά την Συκιάν, δύο ώρας μακράν του Λάλα, εκ Καρυτινών, Φαναριτών και Αρκαδίων υπό την αρχηγίαν του Δημητράκη Δηληγιάννη· λήγοντος δε του μαΐου μετεστρατοπέδευσεν εκείθεν εις Πούσι, ημιώριον μακράν του Λάλα, όπου αφίχθησαν,
Ιούνιος κατά πρόσκλησιν αυτού, την νύκτα της 1 Ιουνίου οι Επταννήσιοι, οι Καλαβρυτινοί και οι Γαστουναίοι. Συστρατοπεδεύσαντες δε όλοι ούτοι ήρχισαν την επαύριον να οχυρόνωσι τας θέσεις των, και έστησαν εκ του προχείρου τόσας καλύβας, ώστε το εσπέρας η ράχις εκείνη εφαίνετο κώμη. Οι Λαλιώται ωχυρώθησαν και αυτοί εκτός αλλά πολλά πλησίον του Λάλα. Την δε επιούσαν οι Έλληνες πλήρεις θάρρους κατέβησαν εις την πεδιάδα εις χορτολογίαν και σκόπευσιν. Οι Λαλιώται δεν εκινήθησαν την ημέραν εκείνην· τινές μόνον ιπποκόμοι και ποιμένες εφάνησαν προς το πέραν μέρος του Λάλα βόσκοντες θρέμματα.
Οι Έλληνες, ασυνήθιστοι έως τότε να νικώσιν, εξετίμησαν την ανδραγαθίαν των υπέρ την αξίαν της, και επίστευσαν τω όντι, ότι κατεπόνεσαν τα θηρία του Λάλα· επί δε τη πίστει ταύτη συνέλαβαν ελπίδα, ότι οι Λαλιώται θα επροσκύνουν, και απέστειλαν την 4 προς αυτούς τον Παναγιώτην Μεσσάρην Κεφαλλήνα. Οι Λαλιώται βλέποντες τον αποσταλέντα ερχόμενον υπό λευκήν σημαίαν τον υπεδέχθησαν και τον ηρώτησαν είς τι ο ερχομός του. Ο Μεσσάρης τοις ενεχείρισε γράμμα των αρχηγών των Κεφαλλήνων και των Ζακυνθίων λέγον αυτολεξί τα εξής. «Διατεταγμένοι από το ελληνικόν έθνος και από τον γενικόν επίτροπον, πρίγκηπα Αλέξανδρον Υψηλάντην, ήλθαμεν ενταύθα να σας πολεμήσωμεν ως εχθρούς της πίστεως και της πατρίδος· αλλ' ως ανέκαθεν καλοί φίλοι σας και γείτονες, σας προβάλλομεν, ότι, αν θελήσητε να παραδοθήτε χωρίς πόλεμον εις ημάς, σας υποσχόμεθα ασφάλειαν ζωής, τιμής και ιδιοκτησίας· άλλως, αφ' ού εκάμαμεν το χρέος μας, το κρίμα ας ήναι εις τον λαιμόν σας.»
Περιποιηθέντες οι Λαλιώται τον γραμματοφόρον, τον εξεπροβόδησαν δώσαντές τω την ακόλουθον απάντησιν.
«Προς σας κυρ Μεταξά και λοιποί φίλοι μας καπεταναίοι Κεφαλονήτες και Ζακύνθιοι. Ελάβαμεν το γράμμα σας και είδαμεν όσα μας γράφετε· αλλ' επειδή και οι μπέηδες και οι αγάδες είναι τριγύρω στου Λάλα με τα ασκέρια, δεν ημπορούμεν να σας αποκριθούμεν σήμερον με τον εδικόν σας κυρ - Παναγιώτην, αλλ' αύριον με εδικόν μας ξεμοτόχου ελτσήν. Λάβετε ως τόσον ολίγα κεράσια του Λάλα και δύο ρεβανιά διά αγάπην, και μένομεν.»
Το γράμμα τούτο είχε τα σφραγίσματα υποκάτω προς τιμήν των προς ους εστέλλετο.
Την δε επαύριον εφάνη ιππεύς ερχόμενος από του Λάλα προς το ελληνικόν στρατόπεδον, βαστών πρασίνην σημαίαν, και ωδηγήθη όπου ήσαν οι Επταννήσιοι αρχηγοί, προς ους επέδωκε την ακόλουθον επιστολήν.
«Προς τους φίλους μας καπεταναίους Κεφαλονίτας και Ζακυνθίους. Καθώς χθες σας εγράψαμεν με τον εδικόν σας Παναγιώτην, ιδού εξαποστέλλομεν τον εδικόν μας Μπέικον Κεχαγιάν, άνθρωπον όστις χαίρει όλην την εμπιστοσύνην μας διά να σας ομιλήση και στοματικώς όσα δεν έχομεν τον καιρόν να γράψωμεν πλατύτερα. Είναι αλήθεια, καθώς λέγετε, ότι εσταθήκαμεν φίλοι και καλοί γείτονες, αλλ' ίσια ίσια διά τούτο δεν ελπίζαμεν ποτε, ότι πιστεύοντες τα ψεύματα των Μωραϊτών και ξεχωριστά αυτού του ψευτο - Γεώργη (ενόουν τον Γεώργην Σισίνην) να έλθετε να μας φορτωθείτε μέσα εις τα σπήτια μας. Ό,τι έγεινεν, έγεινεν· όσα μας λέγετε είναι χάλτια, τα οποία δεν στοχαζόμεθα πως και εσείς πιστεύετε· διά τούτο λοιπόν σας λέγομεν να έλθετε εις του Λάλα, όπου θέλει σας δεχθούμεν ως καλούς φίλους, και θέλει σας συνοδεύσομεν έως το Κατάκωλον ή την Γλαρέντσαν διά να πάτε στα σπήτια σας και να μένωμεν πάντα φίλοι· αλλέως και δεν ακούσετε αυταίς ταις φιλικαίς συμβουλαίς μας, το κρίμα ας ήναι στον λαιμόν σας. Λάλα, 5 Ιουνίου, 1821».
Η επιστολή αύτη, η μη ομοιάζουσα την προσταλείσαν κατά το ύφος, δεν την ωμοίαζεν ούτε και κατά την θέσιν των σφραγισμάτων ως φέρουσα αυτά επί κεφαλής εις ένδειξιν, ότι εγράφετο παρ' ανωτέρων προς κατωτέρους. Αφ' ού δε ανεγνώσθη, έλαβε τον λόγον ο απεσταλμένος και επανέλαβε τα αυτά εντόνως, προσθέσας ότι, αν οι Επταννήσιοι υπήγαιναν εις του Λάλα, οι μπέηδες και αγάδες ήσαν πρόθυμοι να τους δεχθώσι και να τους φιλοδωρήσωσιν· είδε και είχαν απόφασιν να μείνωσι και να πολεμήσωσιν, έπρεπε να φέρωσι 40,000 κ α π έ λ λ α εις ευόδωσιν του σκοπού των. Ταύτα ακούσαντες οι Επταννήσιοι απεκρίθησαν διά στόματος του Ανδρέου Μεταξά τα εξής· «Ως φίλοι εστοχάσθημεν να σας προβάλλωμεν να παραδοθήτε χωρίς πόλεμον, διά να ημπορέσωμεν να σας προφυλάξωμεν από την δικαίαν οργήν και αγανάκτησιν του ελληνικού λαού. Επειδή όμως οι μπέηδες και οι αγάδες μάς εστοχάσθησαν ποταπούς και ανοήτους, το κρίμα ας ήναι εις τον λαιμόν των. Αυτή είναι η απάντησίς μας και αύριον έχομεν πόλεμον». Μετά τους λόγους τούτους απέπεμψαν οι Επταννήσιοι τον κήρυκα, δώσαντές τω εις αμοιβήν των προσταλέντων αυτοίς φαγωσίμων γλυκίσματά τινα και ποτά της πατρίδος των.
Αποτυχούσης της διακηρυκείας, οι αρχηγοί των διαφόρων ελληνικών σωμάτων, ιδόντες ότι συνηθροίσθησαν εκ διαφόρων επαρχιών πεντακισχίλιοι σχεδόν οπλοφόροι πέριξ του Λάλα, απεφάσισαν να προκαλέσωσι τον εχθρόν εις μάχην, και την 6 κατέβησαν εις την πεδιάδα εκ διαφόρων μερών έως 300, ηκροβολίσθησαν μετ' ολίγων ιππέων και πεζών επελθόντων, και την εσπέραν επανήλθαν εις το στρατόπεδον. Οι Έλληνες έδωκαν δευτέραν αφορμήν την επιούσαν, αλλ' εις μάτην. Θαρρυνθέντες δε εκ της απραξίας των εχθρών απεφάσισαν να προσβάλωσιν αυτήν την κωμόπολιν του Λάλα· και ο μεν Γεώργης Πλαπούτας μετά των Καρυτινών και Φαναριτών να πέση από του μέρους του Μπασταρά, οι δε Καλαβρυτινοί καί τινες Γαστουναίοι και οι Αρκάδιοι να προχωρήσωσι προς το μικρόν χωρίον Δούκα, οι δε Επταννήσιοι μετά των Πυργίων και λοιπών Γαστουναίων να ορμήσωσι προς το κέντρον. Ταύτα αποφασίσαντες εκινήθησαν την 9 υπό τον ήχον των τυμπάνων και σαλπίγγων επί τους έξω της κωμοπόλεως προμαχώνας του εχθρού· ο εχθρός απεσύρθη εις την κωμόπολιν, και η οπισθοδρόμησις αύτη, αν και στρατηγηματική, υπελήφθη αποτέλεσμα δειλίας, και εθάρρυνε τους Έλληνας να προχωρήσωσιν. Αλλ' αφ' ού επλησίασαν, ώρμησαν 200 ιππείς επί τους Καρυτινούς και Φαναρίτας, και παρά πάσαν προσδοκίαν τους έτρεψαν όλους εις φυγήν. Η τροπή αύτη εματαίωσε το σχέδιον της εφόδου, έβαλεν εις σύγχυσιν όλα τα σώματα και ηνάγκασε τους Επταννησίους να σημάνωσι την υποχώρησιν του κέντρου και της προς το χωρίον Δούκα πτέρυγος, και ούτως απεμακρύνθησαν όλοι οι Έλληνες αβλαβείς, αλλ' άπρακτοι και κατησχυμένοι. Ο δε φιλότιμος Πλαπούτας, απομείνας τελευταίος και κινδυνεύων να πέση εις χείρας των εχθρών, τόσον έτρεξε και τόσον ελυπήθη διά την απροσδόκητον ταύτην τροπήν, ώστε έφθασεν ημιθανής εις το στρατόπεδον και μετ' ολίγον εξεψύχησεν.
Ο θάνατος αρχηγού ατάκτων γίνεται συνήθως πρόξενος τροπής όλου του σώματος αυτών. Εν τη περιστάσει δε ταύτη συνέβη συγχρόνως και η αποτυχία του κινήματος, αν και εξ ουδεμιάς ευλογοφανούς αιτίας· διά τούτο την ακόλουθον νύκτα τα δύο τρίτα του στρατοπέδου ελειποτάκτησαν.
Τον άξιον αρχηγόν Γεώργην Πλαπούταν διεδέχθη ο αξιώτερός του αδελφός Δημήτρης φθάσας εις το στρατόπεδον την 12· αλλ' ούτε η παρουσία του γενναίου τούτου ανδρός εθάρρυνε τους δειλιάσαντας, τρέμοντας και εντός των οχυρωμάτων· εκουράσθησαν και οι Λαλιώται πολεμούντες και νικώντες, διά τούτο ησύχαζαν· βεβαιωθέντες δε ότι όχι μόνον όλη η Πελοπόννησος, αλλά και η στερεά Ελλάς και αι ναυτικαί νήσοι και άλλα μέρη εκινήθησαν, και πληροφορηθέντες ότι ελληνικός στόλος εφάνη έμπροσθεν των Πατρών και διέπλευσεν αβλαβής τον δυσείσβολον κορινθιακόν κόλπον, απεφάσισαν να μη κινδυνεύωσιν ανωφελώς αυτοί μόνοι, εν ώ όλοι οι συνάδελφοι των εκλείσθησαν εξ αυτής της αρχής του αγώνος εν τοις φρουρίοις· διά τούτο ανεχώρησε την 12 ο Κουτσοραΐπαγας από του Λάλα μετά 4 μόνον ιππέων, και φθάσας εις Πάτρας ανεπηρέαστος καθ' όλην την μακράν πορείαν του, ανεκοίνωσε τω Ισούφη την βουλήν των αποστειλάντων αυτόν του να μεταβώσιν εκεί και εζήτησε βοήθειαν διά την ασφαλή μετακόμισιν των οικογενειών και της περιουσίας των. Ο πασάς διέταξεν αμέσως να συσκευασθώσι 700 ιππείς εις συνοδίαν των Λαλιωτών. Η είδησις αύτη διεδόθη εις τους περί τας Πάτρας Έλληνας· αλλ' αντί να ετοιμασθώσιν εις αντίστασιν, απεσύρθησαν, και αναγγείλαντες τοις έξω του Λάλα συναγωνισταίς των όσα έμαθαν τοις παρήγγειλαν να καταλάβωσιν επί της οδού οχυράς θέσεις και κτυπήσωσι τον εχθρόν έμπροσθεν, υποσχόμενοι να τον κτυπήσωσι και αυτοί όπισθεν.
Εν τοσούτω ο Ισούφης εξεστράτευσε μετά των 700 ιππέων την 20 και εισέβη εις του Λάλα δύοντος του ηλίου, μηδενός Έλληνος καθ' οδόν μήτ' έμπροσθεν μήτ' όπισθεν φανέντος. Προείδαν οι Έλληνες, ότι οι Λαλιώται ενισχυθέντες διά της νέας βοηθείας θα τους εκτύπουν, και απέστειλαν διά νυκτός τον Κωνσταντίνον Μεταξάν και τον Γεώργην Σολομόν εις Τριπολιτσάν αιτούμενοι επικουρίαν.
Την δε 24 το πρωί ήρχισαν να εξέρχωνται από του Λάλα ιππείς και πεζοί. Οι Έλληνες υπέθεσαν, ότι οι εξελθόντες ήρχοντο κατεπάνω των, και ητοιμάσθησαν εις μάχην· αλλ' είδαν μετ' ολίγον, ότι, αντί να έλθωσι προς το Πούσι, υπήγαιναν προς, την Κάπελην διά των απέναντι λόφων, και ως εκ τούτου υπέλαβαν, ότι ώδευαν προς τας Πάτρας συν γυναιξί και τέκνοις φέροντες και τα ψιλά πράγματά των. Επί τη υποθέσει ταύτη ο Ανδρέας Μεταξάς και ο Γεράσιμος Φωκάς, παραλαβόντες έως 100 επιλέκτους Επταννησίους και ικανούς Πελοποννησίους, έδραμαν εις την κορυφήν τινος των πλησίον του ελληνικού στρατοπέδου λόφων προς παρατήρησιν των κινημάτων των εχθρών· και ιδόντες εστημένην όχι μακράν μεγάλην σημαίαν και ολίγους Τούρκους πέριξ επλησίασαν και ήρχισαν να τουφεκίζωσιν. Οι εχθροί δεν αντετουφέκισαν κατ' αρχάς, αλλά μετ' ολίγον ηκούσθη πολύς αλαλαγμός, εκινήθη η μεγάλη σημαία, και ανεφάνη πλήθος ιππέων και πεζών ορμώντων επί τους τουφεκίζοντας. Οι Έλληνες ετράπησαν εις φυγήν, και άλλοι μεν, εν οις και ο Μεταξάς και ο Φωκάς, έδραμαν εις το οχύρωμά των, άλλοι δε διεσκορπίσθησαν τήδε κακείσε εις την πεδιάδα, ένθα τινές αυτών έμειναν δύο ημέρας άσιτοι. Οι Τούρκοι επεδίωξαν τους φεύγοντας μέχρι του στρατοπέδου των ανεμπόδιστοι, και εκεί συνεκροτήθη γενική μάχη, ελθόντων και των λοιπών Τούρκων διά της πεδιάδος του Λάλα, και εντεύθεν εφάνη, ότι οι προς την Κάπελην οδεύοντες Τούρκοι εμελέτων να επιπέσωσι δι' εκείνου του μέρους, εν ώ οι άλλοι ήρχοντο διά του εμπροσθινού. Αρξαμένης δε της μάχης εξώρμησε του οχυρώματός του ο Λεχουρίτης, αλλ' απεκρούσθη, και μη δυνηθείς να επανέλθη εισήλθεν εις το του Πλαπούτα· εγκατέλειψαν άμα προσβληθέντες το oχύρωμά του και οι Φαναρίται· εν ώ δε έφευγαν διά τινος κοιλάδος προς την Κάπελην, 40 εξ αυτών συνελήφθησαν παρά των εχθρών και εσφάγηοαν όλοι εν τω άμα. Κυριεύσαντες οι εχθροί τα δύο οχυρώματα, ώρμησαν πολλάκις υπό την οδηγίαν αυτού του Ισούφη εις κυρίευσιν και των υπό τον Πλαπούταν και τους Επταννησίους, αλλά κατησχυμένοι ωπισθοδρόμησαν· επειδή δε έκλινεν η ημέρα, αφήκαν εν τω πεδίω της μάχης ακροβολιστάς τινας, το δε πλήθος κατέβη κατ' ολίγον εις την πεδιάδα, και περί την 5 ώραν μετά μεσημβρίαν εδόθη το σημείον της υποχωρήσεως, και εισήλθαν όλοι εις την κωμόπολιν. 70 Έλληνες εφονεύθησαν και επληγώθησαν, και πενταπλάσιοι εχθροί, ως ορμώντες ανώχυροι επί ωχυρομένους. Εφονεύθη προς τοις άλλοις και ο Σιλιχτάρης του Ισούφη. Μεταξύ δε των πληγωθέντων Ελλήνων ήσαν διάφοροι αξιωματικοί, εν οις και ο Ανδρέας Μεταξάς πληγωθείς εις τας χείρας, και ο Διονύσιος Σεμπρικός. Οι Τούρκοι ήσαν τόσον βέβαιοι ότι θα ενίκων, ώστε έφεραν και σχοινία εις δέσμευσιν των αιχμαλώτων.
Τελειωθείσης της μάχης, οι Έλληνες είδαν, ότι δεν εδύναντο πλέον να διατηρήσωσι την θέσιν των· είχαν δε ανάγκην και ιατρικής επισκέψεως οι τραυματίαι· όθεν, θάψαντες την νύκτα τους νεκρούς, ανεχώρησαν την α' ώραν μετά το μεσονύκτιον εγκαταλείψαντες και τα κανόνια· και οι μεν περί τον Πλαπούταν υπήγαν εις Μπέτσι, οι δε λοιποί εις την μεγάλην Δίβρην, όπου έμειναν μέχρι της 27 και εκείθεν διεχωρίσθησαν. Την αυτήν δε νύκτα, καθ' ην έφυγαν οι Έλληνες, έκαυσαν και οι Λαλιώται τα δυσκόμιστα πράγματά των, και τα εξημερώματα σουβλίσαντες αιχμαλώτους τινάς ανεχώρησαν όλοι συν γυναιξί και τέκνοις εις Πάτρας υπό τον Ισούφην κατά το σχέδιόν των, καίοντες τα καθ' οδόν χωρία· γνωσθείσης δε της φυγής των, εισήλθαν οι πέριξ Έλληνες εις την κωμόπολιν, την ελεηλάτησαν και την έκαυσαν. Ανεκτική εφάνη η αγγλοϊονική πολιτική ως προείπαμεν αρξαμένου του αγώνος, αλλά δυσμενής μετ' ολίγον. Εκτός της γενικής τω καιρώ εκείνω αποστροφής όλων των αυλών προς παν επαναστατικόν κίνημα, επηρέασαν ιδίως την αγγλοϊονικήν πολιτικήν κατά του ελληνικού αγώνος όχι μόνον η παντοτεινή επιθυμία της Αγγλίας να διατηρηθή η ακεραιότης της οθωμανικής αυτοκρατορίας, αλλά και ο μέγας ενθουσιασμός και η θερμή συμπάθεια των Ιόνων προς τους αποστατήσαντας, έτι δε και η επικρατούσα σφοδρά υποψία ότι δάκτυλος ρωσσικός υπεκίνησε την Ελλάδα, και επί τέλους το άσπονδον μίσος του μεγάλου αρμοστού προς τον Καποδίστριαν, ον υποθέτων κρυφίον αρχηγόν της επαναστάσεως ήθελε διά της αποτυχίας αυτής να καταισχύνη. Εμίσει δε ο μέγας αρμοστής τον Καποδίστριαν, διότι κατεμήνυεν ούτος εκείνον ενώπιον των αυλών ως διοργανίσαντα επί το δεσποτικώτερον την Επτάννησον παρά το γράμμα και το πνεύμα της συνθήκης, δι' ης ετέθη υπό την αγγλικήν προστασίαν. Ομοία η αγγλοϊονική πολιτική πάσης άλλης, κρυπτούσης τους αληθείς σκοπούς της υπό έν ή άλλο εύσχημον κάλυμμα, εκηρύχθη ουδετέρα προς τους αλληλομαχούντας Έλληνας και Τούρκους, εκραγείσης της επαναστάσεως· και η πρώτη περί ουδετερότητος πράξις της εξεδόθη την 9 απριλίου. Η πράξις αύτη, αποτεινομένη προς τους διατρίβοντας όπου εξερράγη η επανάστασις Ίονας, έλεγεν, ότι όστις εξ αυτών συνηγωνίζετο, εστερείτο της αγγλοϊονικής προστασίας και πάσης υπέρ αυτού μεσολαβήσεως της κυβερνήσεώς του προς τας τουρκικάς Αρχάς, αν ηχμαλωτίζετο. Την δε 18 Ιουλίου, εξ αιτίας της μεταβάσεως εις Πελοπόννησον των Ζακυνθίων και των Κεφαλλήνων, εξεδόθη άλλη πράξις λέγουσα, ότι πολλοί Ίονες εξέδωκαν προκήρυξιν την 1 Ιουνίου, δι' ης αυτονομάζονται οδηγοί των Κεφαλλήνων και των Ζακυνθίων και εκτελεσταί διαταγών τινος ξένου· ότι υπό τον ψευδή τούτον και εγκληματικόν χαρακτήρα ετόλμησαν μετά πολλών ενόπλων Ιόνων να συμμεθέξωσι του πολέμου της Πελοποννήσου, ενεργούντες τοιουτοτρόπως παρά το κοινόν δίκαιον των εθνών, και παραβαίνοντες την αρχήν της ουδετερότητος της ιονίου κυβερνήσεως· ότι, αν οι οδηγοί ούτοι δεν επανήρχοντο εις τα ίδια εντός 15 ημερών ίνα δικασθώσι, θα κατεδικάζοντο εις αειφυγίαν, και τα κτήματά των θα εδημεύοντο· αν δέ ποτε έπιπταν εις χείρας της κυβερνήσεως, θα ετιμωρούντο όπως ώριζαν οι νόμοι· όσοι δε ηκολούθησαν τους οδηγούς τούτους, και όσοι γενικώς έγειναν συμμέτοχοι του ελληνικού αγώνος, παρηγγέλλοντο να επιστρέψωσιν εις τα ίδια, διότι άλλως θα επαιδεύοντο μετά ταύτα ως παραβάται της ουδετερότητος.
Η πρώτη των ανωτέρω δύο πράξεων είναι πράξις εντός των όρων της ουδετερότητος. Σημειωτέον, ότι η αγγλοϊονική κυβέρνησις δεν διέταττε δι' αυτής τους Ίονας να μη μεθέξωσι του ελληνικού αγώνος, αλλά τους προειδοποίει, ότι διά τοιαύτης διαγωγής εστερούντο της προστασίας της, ώστε τους εθεώρει ελευθέρους να πολιτευθώσιν όπως ήθελαν επί του προκειμένου αγώνος επί τη ιδία αυτών ευθύνη· έθετε δε τας αυτάς υγιείς βάσεις, ας επί της τελευταίας αποστασίας του Καναδά κατά της αγγλικής κυριαρχίας ετήρησαν απαραλλάκτως και αι ομόσπονδοι επαρχίαι της αρκτώας Αμερικής. Κατά την αποστασίαν ταύτην μέγας αριθμός πολιτών των πλησίον του Καναδά αμερικανικών επαρχιών έτρεχαν και ηγωνίζοντο μετά των λαβόντων κατά της αγγλικής κυριαρχίας τα όπλα, εν ώ η κυβέρνησίς των εκηρύχθη ουδετέρα. Παρεπονέθη η Αγγλία· αλλ' ούτε αύτη απήτησεν, ούτε η ουδετέρα κυβέρνησις της Αμερικής έπραξεν άλλο, ειμή να κηρύξη, ότι όστις των πολιτών της ηγωνίζετο υπέρ του Καναδά εστερείτο της προστασίας της, αν έπιπτεν εις χείρας των Άγγλων. Η δε δευτέρα πράξις υπερέβαινε τους όρους της ουδετερότητος και εδείκνυε φανεράν μεροληψίαν υπέρ των Τούρκων, διότι κατεδίωκε και ετιμώρει βαρέως τους αγωνιζομένους μετά των Ελλήνων Ίονας. Αναμφιβόλως τα καθήκοντα της ουδετερότητος αναγκάζουν την κυβέρνησιν ή να μη δίδη παντάπασιν, ή να δίδη τα αυτά βοηθήματα προς τους αλληλομαχούντας. Αλλ' ο υπήκοος της ουδετέρας Δυνάμεως δεν κείται υπό τον αυτόν κανονισμόν, και δύναται να βοηθήση επί τη ιδία αυτού ευθύνη και διά ξίφους και διά παντός άλλου τρόπου τον αγώνα του ενός ή του άλλου των διαμαχομένων αλλά, καθώς ούτος δεν έχει δίκαιον ν' απαιτήση την προστασίαν της κυβερνήσεώς του εν τοιαύτη περιστάσει, διότι πολιτεύεται παρά την πολιτικήν αυτής, ούτω και η κυβέρνησίς του δεν έχει άλλο τι κατ' αυτού να πράξη ειμή να τον εγκαταλείψη, ή και να τον παύση της υπηρεσίας της, αν τύχη υπάλληλός της. Διά τον λόγον τούτον είδαμεν επί του ελληνικού αγώνος συστηθείσας αναφανδόν εν πολλαίς επικρατείαις εταιρίας εξ ιδιωτών εις υποστήριξιν του αγώνος δι' αποστολής εις Ελλάδα τροφών, χρημάτων, όπλων, πολεμεφοδίων και πολεμιστών, εν ώ αι επικράτειαι εκείναι επρέσβευαν και ετήρουν μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδος ουδετερότητα· είδαμεν και πολλούς ευρωπαίους υπό το όνομα Φ ι λ ε λ λ ή ν ω ν ελθόντας εις Ελλάδα και πολεμήσαντας, αλλά μηδαμώς κατατρεχθέντας παρά των ουδετέρων κυβερνήσεών των. Η παραβαίνουσα δε τας αρχάς και τους όρους της ουδετερότητας δευτέρα αύτη πράξις ήτο και υπέρ το δέον σκληρά και ασύνετος, διότι μη αμνηστεύουσα τους ενόχους μήτε και αν μετανοούντες επανήρχοντο εις τα ίδια, αλλά βάλλουσα και τότε αυτούς υπό δίκην δεν εθάρρυνε την επάνοδόν των, ήτις ήτον ο κύριος σκοπός της. Ο λόρδος Βύρων και τόσοι άλλοι Άγγλοι ησπάσθησαν τον ελληνικόν αγώνα παρά την ουδετερότητα της κυβερνήσεως των, αλλ' ούτε εις αειφυγίαν κατεδικάσθησαν, ούτε εις δίκην εισήχθησαν, ούτε των κτημάτων εστερήθησαν. Η ουδετέρα αυλή της Ρωσσίας εκάθηρε τον Υψηλάντην ως υπάλληλόν της και τον εγκατέλειψεν ως υπήκοόν της, αλλ' ουδέν άλλο κατ' αυτού, αν και αρχιαποστάτου, έπραξεν. Έπταισαν αναμφιβόλως οι υπογράψαντες την προκήρυξιν Ίονες επονομασθέντες «αρχηγοί και στρατηγοί των ηνωμένων δυνάμεων της Επταννήσου», και εις φανέρωσιν της αληθείας και ικανοποίησιν της Πύλης, καθήκον ουδετέρας Δυνάμεως έπραξεν η κυβέρνησίς των στηλιτεύσασα τον ψευδή τούτον τίτλον· αλλ' ο μέγας αρμοστής ηκολούθησεν εν ταύτη τη περιπτώσει τας αρχάς της οργής του, και εφήρμοσε τον κώδηκα των παθών του· και όμως ουδ' αύτη η πράξις, ουδ' άλλαι μεταγενέστεραι της αυτής εννοίας ίσχυσαν να μεταβάλωσι το υπέρ των Ελλήνων φρόνημα και πολίτευμα των Ιόνων, ων ο φιλογενής ζήλος έμεινε διακαής μέχρι τέλους του αγώνος εν μέσω απειλών, δημεύσεων, καταδιώξεων και τιμωριών.

1821

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΘ'

Συνέλευσις εν Καλτετσιαίς και σύστασις πελοποννησιακής γερουσίας. — Έλευσις του Δημητρίου Υψηλάντου εις Ελλάδα και διενέξεις αυτού και της γερουσίας.

ΚΟΙΝΗ επιθυμία συστάσεως γενικής Αρχής εις τακτοποίησιν των κατεπειγουσών υποθέσεων επεκράτει εξ αρχής του αγώνος· αλλ' ούτε δυνατή ούτε ωφέλιμος ήτο καθ' ην ώραν έλαβαν οι Έλληνες τα όπλα τοιαύτη τακτοποίησις, ως τείνουσα εις το να ελκύση προς τα πολιτικά την προσοχήν των δυνατών της Ελλάδος, ην απήτει όλην ο πόλεμος. Συνήθως επί των επαναστάσεων ανατρέπονται τα ενυπάρχοντα πολιτικά συστήματα, αλλά διατηρούνται τα της δημοσίας υπηρεσίας, τα συντηρούντα την κοινωνίαν. Αλλ' εν τη Ελλάδι, καθ' ην ώραν κατεστράφη η εξουσία του σουλτάνου, συγκατεστράφη και όλη η δημοσία υπηρεσία· ώστε διά μόνης της επιρροής των προκρίτων των επαρχιών ανεπληρούντο τα ελλείποντα. Είναι δε παρατηρήσεως άξιον, ότι η ευταξία διετηρείτο εν ταις επαρχίαις, τα συμφέροντα των πολιτών δεν έπασχαν και η υπηρεσία ενηργείτο. Επειδή δε εις σύστασιν της περί ης ο λόγος Αρχής ούτε εθνικήν συνέλευσιν ούτε τακτικήν εκλογήν πληρεξουσίων επέτρεπεν η κατάστασις των πραγμάτων, απεφάσισαν οι προκριτότεροι της Πελοποννήσου, εκκλησιαστικοί, πολιτικοί και πολεμικοί, να συστήσωσι προσωρινώς πελοποννησιακήν μόνον Αρχήν, αλλά και ταύτην όχι διά συνδρομής του λαού, αλλ' εν τη ιδία εξουσία. Είχε συστηθή εν Καλαμάτα την 25 μαρτίου «μεσσηνιακή γερουσία»· αλλ' ήτο μόνον τοπική του μέρους εκείνου Αρχή, και εσυστήθη και αύτη διά του προϊσταμένου της Μάνης. Εις ευόδωσιν δε του προκειμένου ήδη σκοπού συνήλθαν διάφοροι πρόκριτοι των πλείστων της Πελοποννήσου επαρχιών εις την επί των ορίων της Λακεδαίμονος μονήν των Καλτετσιών, ως πλησίον των περί την Τριπολιτσάν στρατοπέδων,
Μάιος και έχοντες την γνώμην και των εξ αιτίας του πολέμου απόντων προκρίτων υπέγραψαν την 26 μαΐου πράξιν, ην εκδίδομεν ολόκληρον, διότι όλα τα πρακτικά της συνελεύσεως είναι αύτη και μόνη, δεικνύουσα προς τίνα σκοπόν συνήλθαν οι συγκροτήσαντες αυτήν, εκ τίνων εσύστησαν την Αρχήν, ην εκάλεσαν πελοποννησιακήν γερουσίαν, ποίαν εξουσίαν τη έδωκαν και ποίαν διάρκειαν αυτής ώρισαν.
«Πατρίς·
Η γενική ευταξία των υποθέσεων της πατρίδος μας Πελοποννήσου, και η αίσια έκβασις του προκειμένου ιερού αγώνος περί της σεβαστής ελευθερίας του γένους μας, επειδή και αναγκαίως απήτουν την γενικήν συνέλευσιν και σκέψιν, συναθροίσθημεν επί τούτου οι υπογεγραμμένοι από μέρος των επαρχιών μας, έχοντες και την γνώμην και όλων των λοιπών απόντων μελών κατά την σεβαστήν μονήν των Καλτεζιών, κατ' εύλογον κοινήν ημών γνώμην και απόφασιν και όλων των απόντων, εκλέξαντες τους φιλογενεστάτους κυρίους τον τε άγιον Βρεσθένης Θεοδώρητον, Σωτήριον Χαραλάμπην, Αθανάσιον Κανακάρην, Αναγνώστην Παπαγιαννόπουλον, Θεοχαράκην Ρέντην και Νικόλαον Πονηρόπουλον (α), καθ' υπακοήν και συγκατένευσιν και αυτών εις την κοινήν ημών ταύτην πρότασιν, τους διορίζομεν διά να παρευρίσκωνται μετά του ενδοξοτάτου κοινού αρχιστρατήγου μας Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, και πάντες οι άνωθεν επέχοντες την γερουσίαν όλου του δήμου των επαρχιών της Πελοποννήσου, προηγουμένου της ενδοξότητός του, να συσκέπτωνται, προβλέπωσι και διοικώσι και κατά το μερικόν και κατά το γενικόν απάσας τας υποθέσεις, διαφοράς, και παν ό,τι συντείνει εις την κοινήν ευταξίαν, αρμονίαν, εξοικονομίαν τε και ευκολίαν του ιερού αγώνος μας καθ' όποιον τρόπον η Θεία πρόνοια τους φωτίσει και γνωρίσωσιν ωφέλιμον, έχοντες κατά τούτο κάθε πληρεξουσιότητα, χωρίς να ειμπορή τινας να αντιτείνη ή να παρακούση εις τα νεύματα και διαταγάς των. Και τούτο το υπούργημά των και η ημετέρα εκλογή θέλει διατρέξει και θέλει έχει το κύρος μέχρι της αλώσεως της Τριπολιτσάς και δευτέρας κοινής σκέψεως. Και περί μεν της από το μέρος των ειλικρινούς, απαθούς και μετά της δυνατής επιμελείας και σκέψεως εις το άνωθεν υπούργημά των εξακολουθίας, καθώς και της από το μέρος ημών τε και όλων των απόντων υπακοής και άνευ τινός αντιστάσεως, προφασιολογίας και αναβολής της εξακολουθίας και ενεργείας των νευμάτων και διαταγών των, ελάβομεν αμφότερα τα μέρη τον πρέποντα όρκον ενώπιον του υψίστου Θεού εν βάρει συνειδότος και της τιμής μας, και ούτως επεδόθη αυτοίς το παρόν ενυπόγραφον αποδεικτικόν και κυρωτικόν γράμμα μας».
Πλατυτάτη και πάντη ανεύθυνος ήτον η δοθείσα τη πελοποννησιακή γερουσία παρά της αρχαιρεσιαζούσης συνελεύσεως εξουσία, διότι ούτε υπό περιορισμόν τινα εδόθη, ούτε υπ' ευθύνην περί της χρήσεως αυτής ετέθησαν οι ταύτην εμπιστευθέντες. «Δ ι ο ι κ ή σ α τ ε», τοις είπαν οι εντολείς των, «κ α θ' - ό π ο ι ο ν - τ ρ ό π ο ν - η - Θ ε ί α - π ρ ό ν ο ι α - σ α ς - φ ω τ ί σ ει - κ α ι - γ ν ω ρ ί σ ε τ ε - ω φ έ λ ι μ ο ν»· εγγύησιν δε ούτε εζήτησαν ούτε έλαβαν άλλην παρά τον εις Θεόν εν βάρει συνειδήσεως και τιμής όρκον· και το περιεργότερον, ωρκίσθησαν ταυτοχρόνως και οι λαβόντες και οι δώσαντες την εξουσίαν, εκείνοι μεν ίνα υπηρετώσιν ειλικρινώς, απαθώς και επιμελώς, ούτοι δε ίνα εκτελώσιν ανεξετάστως τας διαταγάς των και υπακούωσιν εις τα νεύματά των. Η προς αλλήλους αύτη ορκοδοσία χαρακτηρίζει τους καιρούς, και δεικνύει την τότε προς αλλήλους πίστιν. Αλλ' όσον πλατεία και ανεύθυνος ήτον η δοθείσα εξουσία, τόσον περιωρισμένη και συνετή εγένετο αυτής χρήσις, λαβόντων κυρίως υπ' όψιν των αναδεχθέντων ταύτην όσα συνέτειναν εις υποστήριξιν του αγώνος.
Αφ' ού δε υπεγράφη η ανωτέρω συστατική της πελοποννησιακής γερουσίας πράξις, εψάλη πάνδημος δοξολογία επ' εκκλησίας· και, απολύσεως γενομένης, ο ενάρετος, ο ταπεινόφρων, ο φιλόπατρις επίσκοπος Έλους, Ανθιμος, επήρεν εκ της ζώνης του Χαραλάμπη τας δύο πιστόλας του, έκαμε δι' αυτών το σημείον του σταυρού επί της εικόνος του Χριστού, και προτείνας αυτάς προς τους παρεστώτας είπεν ένθους και μεγαλοφώνως· «Έ λ λ η ν ε ς, ο - Κ ύ ρ ι ο ς - ε υ λ ό γ η σ ε - κ α ι - α γ ί α σ ε - τ α - ό π λ α - σ α ς». Οι φιλοπόλεμοι λόγοι του αγίου ανδρός ηλέκτρισαν όλον το ακροατήριον. Μετά ταύτα η συνέλευσις διελύθη, η δε γερουσία μετετόπισεν εις Στεμνίτσαν, όπου συνεδρίασε και εξέδωκε την 30 εις όλας τας επαρχίας της Πελοποννήσου εγκύκλιον, δι' ης διέταττε την σύστασιν γενικών εφοριών εν τη πρωτευούση πάσης επαρχίας και υπεφοριών εν τοις χωρίοις, προσδιώριζε τα διοικητικά καθήκοντα των δημοτικών τούτων Αρχών, και είλκυε κυρίως την προσοχήν των εις την προμήθειαν των αναγκαίων του στρατεύματος εκάστης επαρχίας. Η τουρκική Αρχή προ της επαναστάσεως απεδεκάτονεν όλα τα προϊόντα της γης· οι δε Τούρκοι, οι μισθούντες τα κτήματά των απελάμβαναν το πέμπτον των προϊόντων. Τα κανονικά δε ταύτα δέκατα και γαιόμορα και τα παντός είδους ζώα των Τούρκων διέταξεν η γερουσία να λαμβάνωνται εις χρήσιν του κοινού καθώς και οι καρποί όλων των τουρκικών χωραφίων των είτε ως παρασπορίων, είτε παρ' αυτών των Τούρκων εσπαρμένων, αφ' ού εξεπίπτοντο τα έξοδα της συγκομιδής. Όλα δε τα τρόφιμα ταύτα εχρησίμευαν προς διατήρησιν του στρατεύματος της επαρχίας, διότι πάσα επαρχία έτρεφε εκ των ιδίων προσόδων το στράτευμά της, αλλά δεν το εμισθοδότει. Μόνοι οι Μανιάται ετρέφοντο υπό των άλλων επαρχιών και εμισθοφόρουν. Η γερουσία απηγόρευσε και την εξαγωγήν όλων των τροφίμων και λοιπών προϊόντων της Ελλάδος, (β), και διέταξε να τρέφωνται παρά του κοινού αι γυναίκες και τα τέκνα των αποθνησκόντων εν πολέμω, και να καταγράφωνται τα ονόματα αυτών εν τω κώδηκι της επαρχίας· παρήγγειλε και επαγρύπνησιν αστυνομικήν, και την μη επέμβασιν της Αρχής μιας επαρχίας εις τα της άλλης, και έδωκεν εξουσίαν ταις εφορίαις να τιμωρώσι τους πταίστας κατά τα πταίσματά των, απαγορεύσασα μόνον τον φόνον και την δήμευσιν.
Είτε διά το κατεπείγον των περιστάσεων, είτε διά την κατ' εκείνην την ώραν ευτυχή άγνοιαν πολιτικών θεωριών, τα μέλη της εν Καλτετσιαίς συνελεύσεως και της γερουσίας περιωρίσθησαν δι' ων έπραξαν εις όσα απήτει το αληθές συμφέρον της πατρίδος, ήγουν εις την πρόοδον του πολέμου, και τα πάντα εφαίνοντο ήσυχα· αλλ' η κατάστασις αύτη διήρκεσε μόνον δύο εβδομάδας.
Ιούνιος Την 7 Ιουνίου ο Δημήτριος Υψηλάντης πληρεξούσιος του αυταδέλφου του Αλεξάνδρου, έφθασεν εις Ύδραν εκ Τεργέστης. Χαράς και ελπίδων επλήρωσε τας καρδίας όλων των Ελλήνων το άκουσμα προσδοκώντων και τα της αγνώστου Αρχής παρ' αυτού να μάθωσι, και τα περί συμπράξεως της Ρωσσίας να βεβαιωθώσι, και βοηθήματα να λάβωσιν. Επειδή δε διαβάς διά Σπετσών θ' απεβιβάζετο εις Άστρος, κατέβασαν εκεί όλοι οι γερουσιασταί και οι περί την Τριπολιτσάν ευρεθέντες σημαντικώτεροι, εκκλησιαστικοί, πολιτικοί και πολεμικοί, τον υπεδέχθησαν ως άλλον Μεσσίαν την 9, τον απεβίβασαν εις τον άγιον Ιωάννην, τον συνώδευσαν εις το εν Βερβένοις στρατόπεδον την 10, και τω έδωκαν την επαύριον επί τη αιτήσει του 200 φρουρούς· την δε 12 συνήλθαν όλοι εις τα αλώνια των Βερβένων, όπου εδοξολόγησαν τον Θεόν, ως αποστείλαντα τον λυτρωτήν των. Μετά δε την δοξολογίαν ανεγνώσθησαν εις επήκοον όλων γράμματα, τα μεν του Αλεξάνδρου Υψηλάντου, τα δε ως στελλόμενα παρά της υπερτάτης Αρχής, δι' ων εδίδετο τω Δημητρίω Υψηλάντη πάσα εξουσία. Εν μέσω δε των εις τιμήν του πυροβολισμών και των υπέρ πατρίδος και ελευθερίας ζητωκραυγών ηκούσθησαν και φωναί λέγουσαι «να μας ζήση ο αφέντης του τόπου». Αλλ' ευθύς ήρχισαν αι λογοτριβαί και αι διαιρέσεις.
Ο Υψηλάντης ήξευρεν ότι έως τότε ηγνόουν οι Πελοποννήσιοι, δηλαδή, ότι η πολυθρύλλητος Αρχή ήτον απάτη· και όμως εν ονόματι της απάτης απήτησεν ευθύς την κατάργησιν της γερουσίας και την εις χείρας του συγκέντρωσιν όλης της πολιτικής και στρατιωτικής εξουσίας. Ουδεμία αμφιβολία, ότι όσον ωφέλιμος και αν ήτο κατ' εκείνας τας περιστάσεις η γερουσία, η συγκέντρωσις όλης της εξουσίας εις χείρας ενός και μόνου ήτον ωφελιμωτέρα, διότι όπου απαιτείται δραστηριότης, η πολυαρχία είναι πρόσκομμα. Αλλ' οι άρχοντες της Πελοποννήσου απέκρουσαν την απαίτησιν ταύτην ως υποδουλούσαν και εξευτελίζουσαν αυτούς· επροθυμήθησαν όμως και συμπράκτορά των εν τη γερουσία να τον παραλάβωσι, και πρόεδρον αυτής να τον αναγορεύσωσι, και μηδέν έργον να τη επιτρέψωσι άνευ της γνώμης αυτού· και αυτός ο Μαυρομιχάλης, όστις επρώτευεν, έσπευσε να τον τιμήση ως ανώτερόν του· αλλ' ουδεμία τοιούτου είδους παραχώρησις ευχαρίστει τον Υψηλάντην· ήθελε να ήναι μόνος αυτός η υπερτάτη εξουσία, και όλοι οι άλλοι υπό τας διαταγάς του· ήθελε να ήναι εν τη Ελλάδι ότι ήτον ο αδελφός του εν Βλαχομολδαυία· αφ' ού δε είδεν ότι ο σκοπός ούτος δεν ευωδούτο, και ότι οι γερουσιασταί ελογομάχουν μετ' αυτού πικρώς, τόσον ηπόρησε και δυσηρεστήθη ώστε ανεχώρησεν εις Καλαμάταν.
Μεγάλη ήτον η προδιάθεσις του κοινού υπέρ της Αρχής της φιλικής Εταιρίας, και μεγάλαι αι εκείθεν προσδοκίαι. Το κοινόν εθεώρησε τον Υψηλάντην ελθόντα ως πλήρωμα των προσδοκιών του, οι δε στρατιώται ως δοτήρα μισθών, τιμών και βαθμών· διά τούτο η αναχώρησίς του εξηγρίωσε το εν Βερβένοις στρατόπεδον, και τόσω μάλλον καθ' όσον διεδόθη λόγος, ότι διά την δυστροπίαν των προκρίτων της Πελοποννήσου διενοείτο να εγκαταλείψη ολοτελώς την Ελλάδα. Ηρέθιζαν το στρατιωτικόν έτι μάλλον καί τινες των περί τον Υψηλάντην· ώστε καθ' ην ώραν ήσαν οι πλείστοι των γερουσιαστών και άλλοι πρόκριτοι συνηγμένοι παρά τω Μαυρομιχάλη, και εσκέπτοντο περί της ρήξεως, και κατεγίνοντο να ειδοποιήσωσι περί τούτου τους γείτονάς των προκρίτους Ύδρας και Σπετσών, ήλθαν έξωθεν πάμπολλοι στρατιώται βοώντες τα μύρια κατά των προκρίτων, και απειλούντες να τους σφάξωσιν ως αποδιώξαντας τον σωτήρα της Ελλάδος. Ευρέθησαν καλή τύχη έξω της οικίας διάφόροι Μανιάται και άλλοι στρατιώται ακόλουθοι των προκρίτων και εμπόδισαν την πρώτην ορμήν των φιλοταράχων. Εξήλθε μετά ταύτα και ο παρευρεθείς Κολοκοτρώνης, τους καθησύχασε, και τους απέστειλεν εις τα ίδια, υποσχόμενος την ταχείαν επιστροφήν του Υψηλάντου εις το στρατόπεδον. Τω όντι εστάλησαν προς αυτόν ανυπερθέτως οι οπαδοί του, Αναγνωσταράς και Δικαίος, οι και υποκινήσαντες την στρατιωτικήν ταραχήν, τον επρόφθασαν εις Λεοντάρι, τον μετέπεισαν και τον συνώδευσαν εις το στρατόπεδον των Τρικόρφων.
Αν ο Υψηλάντης είχε τόσην πολιτικήν τόλμην όσην έδειξε πάντοτε ανδρίαν εν πολέμω, η περίστασις εκείνη ήτον αρμοδιωτάτη να τον περιβάλη ην επεθύμει εξουσίαν· τον ετίμων και τον υπήκουαν αι ναυτικαί νήσοι και όλη η στερεά Ελλάς· τα εν Τρικόρφοις και εν Βερβένοις στρατόπεδα τον εχαιρέτισαν επανελθόντα αγαλλόμενα και ήσαν υπό τα νεύματά του· ο λαός της Πελοποννήσου τον ηγάπα, και αυτοί οι πρόκριτοι ήθελαν μόνον να περιστείλωσι την απόλυτον εξουσίαν του, αλλ' όχι και να την καταργήσωσι, διότι εφοβούντο την Αρχήν της Εταιρίας αγνοούντες ότι ήτο μύθος· εν συντόμω πολιτικοί και πολεμικοί, οι της θαλάσσης και οι της ξηράς, μικροί και μεγάλοι, όλοι εις τον Υψηλάντην ήλπιζαν αλλ' όλα ταύτα δεν τον ωφέλησαν. Εκάθητο επί των Τρικόρφων και ανταπεκρίνετο μετά των αντιπάλων του συντηγμένων εις Ζαράκωβαν· σχέδια οργανισμού συχνάκις αντεπεστέλλοντο, και ουδέν απεφασίζετο· εν ενί λόγω ό,τι έπρεπεν ως επαναστάτης και εδύνατο εν μέσω τόσων ευτυχών περιστάσεων ως τολμηρός να κατορθώση εν μια στιγμή, σείων μόνον την σπάθην του και μηδέ ρανίδα χύνων αίματος, ως μηδενός τολμώντος ν' αντισταθή ενόπλως, το διεπραγματεύετο ως αδύνατος συμβιβαστής δι' ειρηνικών πρεσβειών και δι' ανωφελών συζητήσεων. Μη δυνηθείς δε να δράξη την εξουσίαν κατ' αυτήν την αρχήν του σταδίου του, μηδέ εις το εξής το κατώρθωσε καθ' όλον τον εθνικόν αγώνα, πάντοτε αντιπολιτευόμενος τας κυβερνήσεις, ας εθεώρει σφετεριστάς της ανηκούσης αυτώ εξουσίας, και πάντοτε σχετιζόμενος προς τους στρατιωτικούς κατά των αντιζήλων του πολιτικών· αλλά και πάντοτε τρέχων αυθόρμητος εις τους κινδύνους, και διαπρέπων εν πολέμω, και μηδαμώς φειδόμενος της ζωής του διά την σωτηρίαν και την ελευθερίαν της πατρίδος του. Κατ' εκείνας τας περιστάσεις υπώπτευσαν πολλοί τον Υψηλάντην ως υπενεργούντα τον φόνον των αντιπάλων του, διότι εφωράθησαν τω όντι τινές των περί αυτόν υποκινούντες χείρας μιαιφόνους κατ' εκείνων. Αλλ' ο Υψηλάντης αμέτοχος ήτο και αμέτοχος παντός εγκλήματος διέμεινε μέχρι τέλους της ζωής του και εν έργω και εν λόγω.
Αφ' ού δε και αυτός και οι προεστώτες της Πελοποννήσου εκουράσθησαν, ανωφελώς διαπραγματευόμενοι, ανέβαλαν τας περί Αρχής λογοτριβάς και γραφομαχίας εις την πτώσιν της Τριπολιτσάς, καθ' ήν έπαυε και η δύναμις της γερουσίας κατά την απόφασιν αυτής της εν Καλτετσιαίς συνελεύσεως. Εν τοσούτω ο Υψηλάντης έπηξε την καλύβην του επί των Τρικόρφων και έστησεν εκεί και την αρχιγραμματίαν του υπό τον διδάσκαλον Βάμβαν, ενεργών μεν αδιαφιλονεικήτως καθ' όλην την εκτός του ισθμού Ελλάδα ως πληρεξούσιος του γενικού επιτρόπου της Αρχής της φιλικής Εταιρίας, αντιφερόμενος δε πάντοτε εντός του ισθμού προς την γερουσίαν και αντικρουόμενος εν τη χρήσει της εξουσίας του.
Τοιουτοτρόπως παρίστατο εν Πελοποννήσω το φαινόμενον δύο αόπλων και αντικαταδιωκομένων, αλλά και μη ενόπλως συγκρουομένων κυβερνήσεων, της μεν μονοκρατορικής, της δε ολιγαρχικής, αλλ' ουδεμίας αυτών δημογενούς.