ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ
(α.)
Ιδού πώς εκαθάρισα και ερύθμισα το λεκτικόν μου. Απεσκοράκισα τα «Μ ο λ ο ν - τ ο ύ τ ο, μ ο λ α τ α ύ τ α, ε κ - μ έ ρ ο υ ς, α φ' - ε ν ό ς, α φ' - ε τ έ ρ ο υ, ε π ή ρ α - μ έ τ ρ α, δ ε ν - έ χ ω - τ α - μ έ σ α».
Μετεχειρίσθην τα παρ' ημίν εν κοινή χρήσει ως αόριστα επί της αυτής αορίστου χρήσεως, ε ί ς, ε ν ό ς, ε ν ί, έ ν α· μ ί α, μ ι α ς, μ ι α, μ ί α ν ως τοιαύτα τα μετεχειρίζοντο ενίοτε και οι αρχαίοι· αλλ' επίσης μετεχειρίσθην επί της αυτής σημασίας και τα εν κοινή χρήσει παρά τοις αρχαίοις «τ ι ς, τ ι ν ο ς, τ ι ν ι, τ ι ν α», οδηγούμενος υπό της ευφωνίας. Ευφωνίαν δε εννοώ την εκ της συνήθους χρήσεως των λέξεων εύηχον φωνήν.
Των παλαιών αριθμητικών ονομάτων «τ ρ ι ά κ ο ν τ α, τ ε σ σ α ρ ά κ ο ν τ α», κτλ. επροτίμησα τα συγκεκομμένα της κοινής γλώσσης «τ ρ ι ά ν τ α, σ α ρ ά ν τ α», κτλ. και ως βραχυσυλλαβότερα και τα μόνα εν χρήσει.
Παρεδέχθην τον σχηματισμόν της παλαιάς δοτικής. Ο λαός λέγει «έ δ ω κ α - τ ο υ - Π έ τ ρ ο υ»· οι δε λόγιοι, οι μεν γράφουν «έ δ ω κ α - τ ο ν - Π έ τ ρ ο ν» οι δε «έ δ ω κ α - ε ι ς - τ ο ν - Π έ τ ρ ο ν», ολίγοι δε «έ δ ω κ α - τ ω - Π έ τ ρ ω». Πλησιέστερον της επικρατούσης συνηθείας είναι το και ορθότερον «έ δ ω κ α - τ ω - Π έ τ ρ ω», δι' αυτόν τον λόγον επροτίμησα τον μικρόν τούτον μετασχηματισμόν.
Χάριν ευφωνίας, δεν έκλινα «η - π ε ί ν α - τ η ς - π ε ί ν η ς και η δ ί ψ α - τ η ς - δ ί ψ η ς», αλλ' η π ε ί ν α - τ η ς - π ε ί ν α ς και η δ ί ψ α - τ η ς - δ ί ψ ας δωρικώς ως εν τη κοινή χρήσει.
Χάριν επίσης ευφωνίας και βραχυσυλλαβίας παρεδέχθην την αποκοπήν της τελευταίας συλλαβής της ονομαστικής και της αιτιατικής πολλών ονομάτων κατά την επικρατούσαν κοινήν χρήσιν, γράψας «Μεσολόγγι, τουφέκι, κανόνι», κτλ. και όχι «Μ ε σ ο λ ό γ γ ι ο ν, τ ο υ φ έ κ ι ο ν, κ α ν ό ν ι ο ν» κτλ.
Εκτός ολίγων εξαιρέσεων ωνόμασα τους ανθρώπους και τους τόπους, ους αναφέρω, όπως ωνομάζοντο τω καιρώ εκείνω. Τουτέστι «Μ ή τ ρ ο ν, Κ ώ σ τ α ν», κτλ. δεν έγραψα δε «Λαμίαν ή Άμφισσαν» αλλά «Ζητούνι και Σάλωνα».
Επροτίμησα του «δ ι ά - ν α» το «ί ν α». Και του μετά της αιτιατικής «με» την μετά της γενικής πρόθεσιν «μ ε τ ά».
Έγραψα «ήτον» επομένου φωνήεντος· «ήτο» δε επομένου συμφώνου.
Πολλάκις εις αποφυγήν χασμωδίας έγραψα «μην» επομένου φωνήεντος επί ρημάτων, πάντοτε δε «μη» επομένου συμφώνου.
Την πρόθεσιν «από», την συνήθως συνταττομένην μετά αιτιατικής, συνέταξα μετά γενικής «α π ό - τ ω ν - π ο λ λ ώ ν - φ ρ ο ν τ ί δ ω ν» και όχι «α π ό - τ α ς - π ο λ λ ά ς - φ ρ ο ν τ ί δ α ς».
Έγραψα «ν α - δ έ χ ε τ α ι - να γράψετε», κτλ. οριστικοφανώς, και όχι «ν α - δ έ χ η τ α ι - να γράψητε», κτλ. υποτακτικώς, διά το ευφωνότερον. Ηκολούθησα δε τόσω μάλλον την εν κοινή και απαραβάτω συνήθεια ταύτην χρήσιν, καθ' όσον η οριστικοφανής γραφή αύτη επί της υποτακτικής ευρίσκεται συχνάκις και παρ' Ομήρω, και γελοίον μ' εφάνη απομακρυνόμενοι της κοινής συνηθείας ν' απομακρυνώμεθα και αυτού του Ομήρου.
Η κοινή γλώσσα απήλλαξε τους παρακειμένους του αναδιπλασιασμού και της αυξήσεως των· αλλ' οι λόγιοι επανέφεραν και τους αναδιπλασιασμούς και τας αυξήσεις. Εγώ οδηγόν έχων την ευφωνίαν ποτέ μεν μετεχειρίσθην τον ένα τρόπον ποτέ δε τον άλλον.
Παρέλειψα τα άρθρα «το» και «του» ως υπονοούμενα επί των εξής φράσεων «ορθόν νομίζω το να συνέλθωμεν»· «φροντίζω του να κατορθωθή το ποθούμενον», κ.τ.λ.
Δεν έγραψα κατά την αρχαίαν γλώσσαν «υπέρ τους δισχιλίους εξεστράτευσαν», αλλ' ενεολόγησα επί το γλαφυρότερον, γράψας συνθέτως «υπερδισχίλιοι εξεστράτευσαν» και των παρομοίων ωσαύτως.
Επροτίμησα του σχηματισμού των παρατατικών της παλαιάς γλώσσης τον σχηματισμόν των παρατατικών της σημερινής, ως και λογικώτερον, διότι δεν συγχέει η φωνή εν τούτοις ως εν εκείνοις τους αριθμούς και τα πρόσωπα και έγραψα «έ τ ρ ω γ α» αντί του «έ τ ρ ω γ ο ν» του πρώτου προσώπου του ενικού αριθμού· και «έ τ ρ ω γ α ν» αντί του «έ τ ρ ω γ ο ν» του τρίτου προσώπου του πληθυντικού. Ο σχηματισμός ούτος ον δεν παραδέχονται οι πλείστοι των ημετέρων λογίων, ήτον εν χρήσει προ δισχιλίων ετών. Ιδού τι παρατηρεί ο παραδεχόμενος και συνιστών αυτόν Κοραής εν μια των επιστολών του· «Ο Ηρακλείδης λέγει, ότι οι Ελληνίζοντες εν Κιλικία αποβάλλοντες το ν και μετατιθέντες το ο εις βραχύ α, προφέρονται, έλαβα λέγοντες και έφαγα· και τρίτα τούτων πληθυντικά εις αν λήγοντα λέγουσι. Ευρίσκονται δε και εν τη των εβδομήκοντα μεταφράσει συχνάκις, έ φ υ γ α ν, έ λ α β α ν, ε γ κ ατ έ λ ε ι π α ν, ή λ θ α ν και άλλα τοιαύτα».
Επροτίμησα επίσης του παρά τοις αρχαίοις σχηματισμού του τρίτου προσώπου του πληθυντικού αριθμού του ενεστώτος και του μέλλοντος χρόνου της οριστικής τον παρ' ημίν κατά συγκοπήν σχηματισμόν ως ολιγοσυλλαβότερον, και αντί του «π ε ρ ι π α τ ο ύ σ ι και π ε ρ ι π α τ ή σ ο υ σ ι ν» έγραψα «π ε ρ ι π α τ ο ύ ν και π ε ρ ι π α τ ή σ ο υ ν», αλλ' επί της υποτακτικής διετήρησα τον σχηματισμόν της παλαιάς και έγραψα «να - π ε ρ ι π α τ ή σ ω σ ι» και όχι «ν α - π ε ρ ι π α τ ή σ ο υ ν» εις αποφυγήν της ταυτότητος και συγχύσεως της φωνής επί των αυτών χρόνων της οριστικής εγκλίσεως και της υποτακτικής.
Μετεχειρίσθην αδιαφόρως κατά το ευφωνότερον άλλοτε την συνηρημένην και άλλοτε την βαρύτονον κλίσιν των ρημάτων της τρίτης συζυγίας, ήτοι των εις «οω» κατά τους αρχαίους, και εις «ονω» καθ' ημάς σχηματιζόντων το πρώτον πρόσωπον του οριστικού ενεστώτος· «Χρυσόω χρυσώ χρυσόνω» «αναπληρόω αναπληρώ αναπληρόνω». Απέφυγα δε την εις μι κατάληξιν των ρημάτων ως πάντη παρ' ημίν ασυνήθη.
Η φύσις της σημερινής γλώσσης απαιτεί πάντοτε την επί των παρωχημένων συλλαβικήν αύξησιν έξωθεν των προθέσεων. Αλλ' οι ημέτεροι λόγιοι την έθεσαν έσωθεν, εν ώ και παρ' αυτοίς τοις αρχαίοις ήτον εν χρήσει όπως και παρ' ημίν· ως το «Καθεύδω εκάθευδον· Κάθημαι εκαθήμην, Καθαίρω εκάθηρα», εγώ παρεδέχθην ποτέ τον ένα τρόπον και ποτέ τον άλλον κατά το ευφωνότερον. Ο Όμηρος (δεν αναφέρω άλλους ποιητάς) πολλάκις παραλείπει ολοτελώς την αύξησιν όπως την παραλείπει ολοτελώς και η συνήθεια λέγουσα «μας πρόσταξε» «μας συγχώρησε» αντί του «μας επρόσταξε, μας εσυγχώρησε».
Ομηρίζουσα η κοινή γλώσσα εφύλαξεν άτρεπτον το αρκτικόν φωνήεν των ρημάτων επί των παρωχημένων, λέγουσα «άρχισεν, ερώτησεν, αναγκασμένος». Αλλ' οι λόγιοι παρορώντες τον Όμηρον παρακούοντες και τον λαόν, έτρεψαν το φωνήεν κατά τους Αττικούς γράφοντες «ήρχισαν, ηρώτησαν, ηναγκασμένος». Επειδή ο τρόπος ούτος του γράφειν τους παρωχημένους εγενικεύθη, ηναγκάσθην να τον παραδεχθώ και εγώ υπό μικράς τινας εξαιρέσεις προς αποφυγήν κακοφωνίας.
Προ δισχιλίων σχεδόν ετών δεν μετέτρεπαν οι συγγραφείς την ε υ δίφθογγον εις η υ επί των παρωχημένων χρόνων, και έγραφαν ως και παρ' Ομήρω και Ηροδότω, ευδόκησα, ευτύχησα, και όχι ηυδόκησα, ηυτύχησα· τον και παρ' ημίν συνήθη τούτον τρόπον του σχηματίζειν τους παρωχημένους παρεδέχθην και εγώ.
(β.)
Όρα Ξενοφώντος Πολιτείαν Αθηναίων. Ετήρησα το εν κοινοτάτη χρήσει «θα», και απεσκοράκισα το «θ έ λ ω», απορών πώς και αυτός ο Κοραής επροτίμησε του «θα» το άχαρι και χαλαρόν «θέλω», εν ώ ούτε η παλαιά γλώσσα επί της περί ης ο λόγος χρήσεως το συνιστά, ούτε λόγος τις δικαιοί, ούτε η κοινή συνήθεια παραδέχεται. Εθεώρησα δε τον μετά του «θα» χρόνον ως μέλλοντα της οριστικής εγκλίσεως διά τούτο και δεν τον υπέγραψα.
ΠΡΟΟΙΜΙΟΝ
(α.)
Ο πόλεμος της Ελλάδος είχε και τα χαρακτηριστικά επαναστάσεως ως ανατρέψας τα καθεστώτα, και τα χαρακτηριστικά αποστασίας ως αποστήσας την Ελλάδα της οθωμανικής αυτοκρατορίας, εις ην υπέκειτο· διά τούτο μεταχειρίζομαι αδιαφόρως τας δύο ταύτας λέξεις, συγχεομένας παρ' ημίν αν και διεκρίνοντο παρά τοις αρχαίοις. (Όρα Θουκυδίδην, βιβλίον γ', παράγραφος λθ'.)
(β.)
Άξια προσοχής και εφαρμοζόμενα εις τας περί ων ο λόγος περιστάσεις των σημερινών Ελλήνων είναι όσα αναφέρει ο Θουκυδίδης εν τω ακολούθω παραγράφω περί της κατά γην και θάλασσαν ληστείας επί των αρχαίων χρόνων της Ελλάδος.
«Οι γαρ Έλληνες το πάλαι και των βαρβάρων οι τε εν τη ηπείρω παραθαλάσσιοι και όσοι νήσους είχον, επειδή ήρξαντο μάλλον περαιούσθαι ναυσίν επ' αλλήλους, ετράποντο προς ληστείαν, ηγουμένων ανδρών ου των αδυνατωτάτων κέρδους του σφετέρου αυτών ένεκα και τοις ασθενέσι τροφής, και προσπίπτοντες πόλεσιν ατειχίστοις και κατά κώμας οικουμέναις ήρπαζον και τον πλείστον του βίου εντεύθεν εποιούντο, ουκ έχοντός πω αισχύνην τούτου του έργου, φέροντος δε τι και δόξης μάλλον· δηλούσι δε των τε ηπειρωτών τινες έτι και νυν, οις κόσμος καλώς τούτο δραν, και οι παλαιοί των ποιητών, τας πύστεις των καταπλεόντων πανταχού ομοίως ερωτώντες ει λησταί εισιν, ως ούτε, ων πυνθάνονται απαξιούντων το έργον, οις τ' επιμελές είη ειδέναι ουκ ονειδιζόντων. Ελπίζοντο δε και κατ' ήπειρον αλλήλους· και μέχρι τούδε πολλά της Ελλάδος τω παλαιώ τρόπω νέμεται περί τε Λοκρούς τους Οζόλας και Αιτωλούς και Ακαρνάνας και την ταύτη ήπειρον. Το τε σιδηροφορείσθαι τούτοις τοις ηπειρώταις από της παλαιάς ληστείας εμμεμένηκεν».
(γ.)
Εις πλήρη γνώσιν του δημογεροντικού τούτου συστήματος παραπέμπω τον αναγνώστην εις το ΚΕ' Κεφάλαιον της ιστορίας ταύτης.
(δ.)
Ηγεμονίαν γράφω τον υπό τον ηγεμόνα τόπον, ηγεμονίαν δε το αξίωμα του ηγεμόνος προς διάκρισιν.
(ε.)
Ηρώτησάν τινες, διατί δεν συμπαρέλαβα εν τη ανά χείρας ιστορία και τα κατά τον Ρήγαν. Ιδού η απάντησίς μου.
Συγγράφων τα της ελληνικής επαναστάσεως, ώφειλα να εξετάσω κατά πρώτον τις ο οργανίσας και τις ο κινήσας αυτήν. Τούτου χάριν, ενδιέτριψα εις τα της φιλικής Εταιρίας, ήτις την ωργάνισε και την εκίνησεν· ουδείς δε σύνδεσμος υπάρχει αυτής και των κατά τον Ρήγαν, ουδέ λόγος περί τούτων γίνεται εν τοις οργανισμοίς ή εν τοις όρκοις εκείνης· μαρτυρεί δε τα λεγόμενα και ο συνεταίρος του Ρήγα και απόστολος της Εταιρίας Περραιβός εν τοις Απομνημονεύμασί του. Σχέσιν τινά είχεν η φιλική Εταιρία μόνον προς την εν έτει 1813 συστηθείσαν εν Αθήναις φιλόμουσον Εταιρίαν, και την σχέσιν ταύτην δεν απεσιώπησα. Ουδείς αμφισβητεί, ότι τα σημερινά συμβάντα είναι γεννήματα των χθεσινών, και ότι εις ακριβή γνώσιν εκείνων αναγκαία η διήγησις τούτων· αλλά, αν ένεκα τούτου χρέος είχα να συμπαραλάβω τα κατά τον Ρήγαν, χρέος διά τον αυτόν λόγον θα είχα να συμπαραλάβω και τα κατά τον Παπα - θύμιον, τους πολέμους Σουλίου και Αλήπασα, τα επί της ηγεμονίας τούτου, τα κατά τον Λάμπρον Κατσώνην και τα επί της Αικατερίνης, να ρίψω το βλέμμα εις τα διάφορα πολιτεύματα της Επταννήσου, να επεξέλθω τους πολέμους Ενετών και Τούρκων, να διατρέξω τα κατά τον Σκενδέρμπεην, και άλλους τοπάρχας, ν' αναβώ εις αυτούς τους καιρούς της αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως αν όχι απώτερον και να εξετάσω οποία η εν τω μεταξύ τούτω κατάστασις του ελληνικού έθνους, οποία η του οθωμανικού κράτους και πόθεν η πρόοδος εκείνου και η παρακμή τούτου. Τοιαύτη δεν ήτον η πρόθεσίς μου· υπαινίττομαι όμως εν προοιμίω τα σκοπιμώτεrα. Τόσον απήτει η οικονομία του συγγράμματος να είπω, καθ' ους έθεσα όρους, και τόσον είπα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.
(α.)
Ο αριθμός των μελών της Αρχής δεν ωρίσθη, ως κοινώς επιστεύετο εις δεκαέξ. Η ιδέα αύτη επεκράτησε, διότι το εφοδιαστικόν των ιερέων είχε 16 στήλας και τον δεκαέξ αριθμόν δεξιόθεν και αριστερόθεν του εν αυτώ σημείου του σταυρού, και διότι ερωτώμενος ο συστημένος ή ο ιερεύς υπό τινος των συναδέλφων, «πόσ' έχει»· απεκρίνετο, «δεκαέξ», εξ αιτίας των 16 στηλών του εφοδιαστικού των ιερέων. Έκαστον δε μέλος της Αρχής ελάμβανεν ως γνώρισμά του το ον Α και έν άλλο των στοιχείων του αλφαβήτου, το πρώτον των μη εισέτι παραληφθέντων. Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, έν των τελευταίων, ίσως και το τελευταίον μέλος της Αρχής, εγνωρίζετο διά του στοιχείου του αλφαβήτου Ρ, και εντεύθεν συνάγεται πόσος ήτον ο αριθμός των μελών της αγνώστου Αρχής, ό εστιν όσων ήξευραν, ότι η υποτιθεμένη Αρχή ήτον απάτη.
(β.)
Κατ' άλλους μόνον έξ, μη συμπαραλαμβανομένου του των α ρ χ ι π ο ι μ έν ω ν. Εγώ εδέχθην την βαθμολογίαν ταύτην ως κανονικήν· αλλά ηξεύρω ότι το δίπλωμα του Γρηγορίου Δικαίου, έφερε σφράγισμα λέγον επί της περιφερείας του «α ρ χι ε ρ ε ύ ς - δ ι κ α ι ο σ ύ ν η ς». Τούτο αποδεικνύει, ότι δεν εφυλάττετο ακριβώς η ρηθείσα βαθμολογία, ή τουλάχιστον η ρηθείσα ονοματοθεσία.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'.
(α.)
Ιδού το έγγραφον.
«Αγαθή τύχη.
«Οι υπογράφοντες κινούντες όλην την μηχανήν της φιλικής Εταιρίας και μέλλοντες να χωρισθώσι, καθώς συμφώνως τους εφάνη εύλογον, λαμβάνων καθείς ετέραν διεύθυνσιν διά τας υποθέσεις της ιδίας κρίνουσι και αποφασίζουσα τα ακόλουθα, τα οποία θέλει τους χρησιμεύσουσι κανόνες των ιδίων των πράξεων και των σχέσεων των με τους άλλους.
ατον. Ουδείς από τους κινούντας εις το εξής δεν θέλει ενεργεί ή πράττει προς ιδιαίτερον τέλος· αλλ' όλαι αι πράξεις του θέλουν είναι όλως διόλου διά την Εταιρίαν. Εις αυτήν την υποχρέωσιν υπόκεινται και οι απόντες γνωρίζοντες και λαμβάνοντες μέρος οπωσούν εις την κίνησιν κατά το παρόν. Πλην προς τελείωσιν και παύσιν των μερικών υποθέσεών των δίδεται διορία των μεν Αντωνίου Κομιζόπουλου και Αθανασίου Σέκερη μήνες έξ, του δε Ανθίμου Γαζή μήνες τρεις από της σήμερον, οι οποίοι ανίσως, δεν κάμωσι κατά ταύτην την απόφασιν θέλει θεωρούνται εις το εξής ως απλά μόνα μέλη· μόνον του Παναγιώτη Σέκερη, επειδή και η παρουσία του είναι καλή εις Κωνσταντινούπολιν, συγχωρείται να εξακολουθή το εμπόριόν του όπως ο ίδιος το κρίνει εύλογον.
βον. Υποχρεούνται οι κινούντες να ειδοποιώνται αναμεταξύ των διά τας πράξεις των, διαθέτοντες εκ συμφώνου διά τα χρήματά της Εταιρίας προς ωφέλειαν αυτής, καθώς και διά τα γράμματα χωρίς να έχη ουδείς το δικαίωμα να τα κατακρατή ή να τα μεταχειρίζηται κατ' αρέσκειάν του.
γον. Ουδείς δεν θέλει φανερώσει την κινητικήν Αρχήν μήτε κανένα από τους κινούντας, μήτε τον εαυτόν του ως κινούντα, μήτε ότι ηξεύρει τι περί της Αρχής· δεν θέλει δεχθή ή κάμει συνθήκην με αλλοεθνείς· δεν θέλει επιχειρισθή τι σχετικόν αποστασίας γενικής ή μερικής χωρίς την συναίνεσιν και των άλλων κινούντων αδελφών εις περίστασιν διαφωνίας αι περισσότεροι γνώμαι υπερισχύουσιν.
Γίνεται εξαίρεσις ως προς την φανέρωσιν μόνον της κινητικής Αρχής του Εμμανουήλ Ξάνθου, υπάγοντος εις αντάμωσιν του κόμητος Ιωάννη, έχων την άδειαν να φανερώση την Αρχήν εις αυτόν μόνον, όστις εμβαίνων εις τον αριθμόν των κινούντων θέλει υπογράψει τούτο το υποχρεωτικόν, υποχρεούμενος όμως ο Ξάνθος να δώση ευθύς είδησιν εις τα πλείστα μέλη των κινούντων όλων των σχέσεων του και αναφορών του με τον Κόμητα.
Εν Κωνσταντινουπόλει τη 22 Σβρίου 1818.
Άνθιμος Γαζής.
Εμμανουήλ Ξάνθος.
Αθανάσιος Ν. Τσακάλωφ.
Παναγιώτης Α. Αναγνωστόπουλος.
Παναγιώτης Σέκερης.
Νικόλαος Μ. Πατζιμάδης.
Γεώργιος Λεβέντης.
Αντώνιος Κομιζόπουλος».
Το έγγραφον τούτο, εν ώ φαίνονται οκτώ οι προΐστάμενοι της Εταιρίας, αναφέρει τινάς των υπογεγραμμένων ως απόντας. Τωόντι, καθ' ον καιρόν συνετάχθη εν Κωνσταντινουπόλει, ο Γαζής, ο Πατζιμάδης, ο Λεβέντης και ο Κομιζόπουλος δεν παρήσαν εν τη πόλει εκείνη, και το υπέγραψαν όπου τότε έκαστος διέτριβε.
(β.)
Πολλοί ηπόρησαν πώς άνθρωποι νουνεχείς και υψηλής θέσεως εν Ελλάδι, οποίοι ο Π. Πατρών, ο Ανδρέας Ζαήμης, ο Πανούτσος Νοταράς, ο Ανδρέας Λόντος και άλλοι τοιούτοι παρεδέχθησαν την Εταιρίαν ανεξετάστως. Ιδού τι ήκουσα. Ο Αντώνης Πελοπίδας Καρυτινός εστάλη το 1818 παρά των εν Κωνσταντινουπόλει Εταίρων εις Πελοπόννησον ως κατηχητής. Επειδή τινες αυτών εγνώριζαν τον Π. Πατρών και τον Ανδρίαν Καλαμογδάρτην, πρόκριτον της πόλεως εκείνης, εσύστησαν αυτοίς τον κατηχητήν. Ο Πελοπίδας υπέδειξε πρώτον τον σκοπόν της αποστολής του τω Καλαμογδάρτη, αλλά μη ευρών αυτόν ευδιάθετον εδοκίμασε την διάθεσιν του Π. Πατρών, όστις, αν και νουνεχής και πολυπράγμων, εδέχθη προθύμως την πρότασιν διά την εξής αιτίαν.
Πρό τινων ημερών είχε λάβει γράμμα του εν Πίση της Τοσκάνης Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου πολλά περιποιητικόν. Διά του γράμματος τούτου ο Μαυροκορδάτος τω έλεγεν, ότι ήλπιζε μ ί α ν - η μ έ ρ α ν - ν' - α ξι ω θ ή - ν α - α σ π α σ θ ή - τ η ν - ι ε ρ ά ν - δ ε ξ ι ά ν - τ ο υ - ε π' - α γ α θ ώ - τ η ς - Ε λ λ ά δ ο ς. Ο Μαυροκορδάτος συνώδευσε τον αυθέντην Καρατσάν φυγόντα εκ Βλαχίας· ο δε Π. Πατρών ούτε προσωπικήν, ούτε εξ αλληλογραφίας είχε προς αυτόν σχέσιν· διά τούτο το περί ου ο λόγος απροσδόκητον και αινιγματωδώς γράμμα τον έφερεν εις πολλούς διαλογισμούς απορούντα πώς ο Μαυροκορδάτος, φυγάς, ήλπιζε ν' ασπασθή την δεξιάν του, εν ώ ήτον επίσης πάντη απίθανος η μετάβασις του Π. Πατρών, ως αρχιερέως, εις την Ιταλίαν επί της τουρκοκρατίας· η δε φράσις «ε π' - α γ α θ ώ - τ η ς - Ε λ λ ά δ ο ς» τω εφαίνετο έτι μάλλον μυστηριώδης. Διά τούτο μόλις ήκουσε την πρότασιν του Πελοπίδα, ενόμισεν, ότι ηύρε την λύσιν του αινιγματώδους τούτου γράμματος. Υποθέσας ο εντεύθεν ότι αι σημαντικώτεροι και οι συνετώτεροι του έθνους ήσαν μέλη της Εταιρίας, εδέχθη προθύμως την ανακάλυψιν του μυστηρίου και κατετάχθη ως ιερεύς εν τω χορώ των Φιλικών· διέταξε δε και τον Πελοπίδαν να μη κατηχήση άλλον εν Πάτραις σκοπών αυτός να κατηχήση τους αξίους· αλλά να μεταβή εις Βοστίτσαν και να κατηχήση τον εκεί προεστώτα Ανδρέαν Λόντον. Ούτως έγεινεν. Ο Λόντος κατηχήθη επί τη συστάσει του Π. Πατρών, και επί τη συστάσει αμφοτέρων κατηχήθησαν οι Νοταράδες, οι Ζαήμαι και άλλοι.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'.
(α.)
Οι λεγόμενοι Πανδούροι είναι χωρικοί της μικράς Βλαχίας, οπλοφόροι παιδιόθεν, φιλόθηροι μάλλον και οκνηροί, ή φιλόπονοι και γεωργοί· στρατολογούνται δε επί μισθώ εις υπηρεσίαν και ευταξίαν του τόπου· είναι εν ενί λόγω τα παλληκάρια της Βλαχίας.
(β.)
Κατ' άλλους ο Γεώργιος Καντακουζινός ήλθεν εις το Ιάσι την ακόλουθον ημέραν του ερχομού του Υψηλάντου.
(γ.)
Ο νέος στρατηγός ηύρεν εν Φωξάνη τρεις δυστυχείς μεταπράτας Τούρκους· «ή - β α π τ ί ζ ε σ θ ε», τοις είπεν, «ή - σας σ κ ο τ ώ ν ω»· οι δύο εβαπτίσθησαν, ο δε τρίτος εσκοτώθη.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'.
(α.)
Πολλοί πολλάκις είπαν, ότι ο Πετρόμπεης έλαβε σημαντικάς ποσότητας χρημάτων εις προετοιμασίαν του αγώνος. Ερωτήσας αυτόν περί τούτου ήκουσα, ότι εκατόν μαχμουδιέδας έλαβεν άπαξ διά χειρός του Περραιβού και πλέον ουδέν.
(β.)
Εις ακριβεστέραν γνώσιν του χαρακτήρος του Χουρσήδπασα σημειούμεν τα ακόλουθα ανέκδοτα.
Διορισθείς ηγεμών της Πελοποννήσου ήλθε διά θαλάσσης εις Ναύπλιον επειδή δε έφερε και αμάξας, έγεινε φροντίς να εξομαλυνθή η άγουσα εις Τριπολιτσάν οδός. Αλλά την νύκτα προ της ημέρας καθ' ην ανέβαινεν, έπεσε τόσον ραγδαία βροχή, ώστε μία των αμαξών του εκόλλησε και εμπόδισε την πρόοδον όλης της συνοδίας. Ο Χουρσήδης υπολαβών ένοχον τον ηνιόχον τον επιστόλισεν αυτοχειρί ανεξετάστως· διανυκτερεύσας κατά τον Αχλαδόκαμπον έμαθε την επαύριον, ότι εξ αιτίας πεσούσης και αύθις την νύκτα ραγδαίας βροχής και του νυκτερινού ψύχους τινές αγωγιάται έφυγαν κρυφίως εγκαταλείψαντες τα ζώα της επαρχίας των, και μεταπεμψάμενος αυθωρεί τον εν Τριπολιτσά ανθηγεμόνα Μουσταφάμπεην τον διέταξε ν' αποκεφαλίση ευθύς τον προεστώτα του αγίου Πέτρου, Γιαννούλην Καραμάνον, διά την φυγήν των αγωγιατών της επαρχίας του. Αλλ' ο αγαθός Μουσταφάμπεης ανέβαλεν επιτηδείως την εκτέλεσιν της διαταγής, έως ου οι προεστώτες της Πελοποννήσου, λαβόντες καιρόν, εξιλέωσαν τον άγριον πασάν δι' αδράς δωροδοκίας. Καθ' ην δε ημέραν εισήρχετο εις Τριπολιτσάν εφέρετο επί λαμπράς αμάξης ελκομένης υπό έξ λευκών ίππων. Τρία σχεδόν τέταρτα της ώρας μακράν της πόλεως έν των ζώων τούτων απεζεύχθη, απέπτυσε τους χαλινούς και έφυγεν. Ο Χουρσήδης, εκλαβών το συμβάν τούτο ως κακόν οιωνόν, έσπασε θυμού πλήρης την υαλίνην θυρίδα της αμάξης και διέταξε την συνοδίαν να στραφή. «Α τ υ χ ή ς», εφώναξεν, «ε ί ν α ι - η - η γ ε μ ο ν ί α - μ ο υ· δ ε ν - θ έ λ ω - ν α - ε ι σ έ λ θ ω - ε ι ς - τ η ν - π ρ ω τ ε ύ ο υ σ ά ν - μ ο υ». Αλλ' ο Σεννετσίπης, ο τιμώμενος διά την αγιότητά του, γονατήσας ενώπιόν του τον έπεισε να παραβλέψη τον κακόν οιωνόν. Εισελθών δε ο Χουρσίδης εις το παλάτιόν του ηθέλησε να επισκεφθή τους εις χρήσιν των αυλικών του θαλάμους· μη παρευρεθέντος δε κατά τύχην του κλειδούχου και μετ' ολίγον ελθόντος διέταξε να του σπάσωσι τους εμπροσθινούς οδόντας. Παρατάξεως δε μεγαλοπρεπούς γενομένης την επαύριον, αφ' ού ανεγνώσθησαν τα έγγραφα του διορισμού του εις επήκοον των αγάδων και των προεστώτων, εγερθείς του θρονίου του έρριψε κύκλω βλοσυρόν βλέμμα και διέλυσε την συνέλευσιν ειπών βαρεία τη φωνή, «ο - Θ ε ό ς - ν α - λ υ τ ρ ώ σ η - τ ο ν - δ ί κ α ι ο ν - ε κ - τ η ς - σ π ά θ η ς - μου! Τοιαύτα εστέλλοντο να διοικήσωσι τους αθλίους Έλληνας!
(γ.)
Επέστρεψεν ούτος μετ' ολίγον εις Μάνην αδεία της εξουσίας εις εξόπλισιν δήθεν των Μανιατών κατά των κακά βουλευομένων.
(δ.)
Ψευδής είναι η εν Ελλάδι επικρατούσα ιδέα, ότι εν τη μονή της αγίας Λαύρας υψώθη κατά πρώτον η σημαία της ελληνικής επαναστάσεως. Την ιδίαν ταύτην εξέφρασα και εγώ εν τω επικηδείω μου λόγω εις Ανδρέαν Ζαήμην πριν εξακριβώσω την αλήθειαν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.
(α.)
Δεν εγνώρισα άνθρωπον τόσον ολιγόλογον ως τον Ασημάκην Ζαήμην· τον είδα πολλάκις εν συναναστροφή πολλών καπνίζοντα και σιωπώντα σιωπήν βαθείαν καθ' όλην την ομιλίαν.
(β.)
Ο διερμηνεύς του Αγγλικού προξενείου, Βαρθόλδης Σταυροδρομίτης, κατηγορήθη ως προδόσας την υπόνομον. Τον δε εν τη πόλει των Πατρών πρόξενον της Αγγλίας οι πολιορκούντες και πολεμούντες τους εκεί Τούρκους Έλληνες εθεώρησαν πάντοτε ως εχθρόν του ελληνικού αγώνος και ως βοηθούντα υπό το πρόσχημα της ουδετερότητος τους Τούρκους δι' όσων εδύνατο τρόπων· διεμαρτυρήθησαν δε και κατά της διαγωγής του. Αλλ' ο πρόξενος απηρνήθη πάσαν ενοχήν. Όρα Green's Sketches on the War in Greece.
(γ.)
Πλησίον του χωρίου της Μανολάδας κατέφθασαν οι εχθροί τον δυστυχή Αναστάσην Χαμαμτσόπουλον φεύγοντα, τον έφεραν εις την ακρόπολιν και τον ελιάνισαν.
(δ.)
Προκήρυξις.
«Προς τας ευρωπαϊκάς αυλάς εκ μέρους του φιλογενούς αρχιστρατήγου των σπαρτιατικών στρατευμάτων Πέτρου Μαυρομιχάλη, και της μεσσηνιακής γερουσίας της εν Καλαμάτη.
Ο ανυπόφορος ζυγός της οθωμανικής τυραννίας εις το διάστημα ενός επέκεινα αιώνος κατήντησεν εις μίαν ακμήν, ώστε να μη μείνη άλλο εις τους δυστυχείς Πελοποννησίους Έλληνας ειμή μόνον πνοή, και αυτή διά να ωθή κυρίως τους εγκαρδίους αναστεναγμούς των. Εις τοιαύτην όντες αθλίαν κατάστασιν, στερημένοι από όλα τα δίκαιά μας με μίαν γνώμην ομοφώνως απεφασίσαμεν να λάβωμεν τα άρματα και να ορμήσωμεν κατά των τυράννων. Πάσα προς αλλήλους φατρία και διχόνοια, καρποί της τυραννίας, απερρίφθησαν εις τον βυθόν της λήθης, και άπαντες πνέομεν πνοήν ελευθερίας. Αι χείρες μας, όπου ήσαν δεδεμέναι μέχρι του νυν από τας σιδηράς αλύσους της βαρβαρικής τυραννίας, ελύθησαν και έλαβον τα όπλα κατά των τυράννων. Οι πόδες μας, οι περιπατούντες εν νυκτί και ημέρα εις τας αγγαρεύσεις της ασπλαγχνίας, τρέχουν εις απόκτησιν των δικαιωμάτων μας. Η κεφαλή μας, η κλίνουσα τον αυχένα υπό τον ζυγόν, τον απετείναξε και άλλο δεν φρονεί ειμή την ελευθερίαν. Η γλώσσα μας, η αδυνατούσα εις το να προφέρη λόγον, εκτός των ανωφελών παρακλήσεων προς εξιλέωσιν των τυράννων, τώρα μεγαλοφώνως φωνάζει και κάμνει να αντηχή το γλυκύτατον όνομα της ελευθερίας. Εν ενί λόγω απεφασίσαμεν, ή να ελευθερωθώμεν ή να αποθάνωμεν. Διό και παρακαλούμεν την συνδρομήν όλων των εξευγενισμένων ευρωπαϊκών εθνών, ώστε να δυνηθώμεν να φθάσωμεν εις τον ιερόν και δίκαιον σκοπόν μας και να λάβωμεν τα δίκαιά μας και να αναστήσωμεν το τεταλαιπωρημένον ελληνικόν γένος μας. Δικαίω τω λόγω η μήτηρ μας Ελλάς, εκ της οποίας και σεις, εφωτίσθητε, απαιτεί όσον τάχιστα την φιλάνθρωπον συνδρομήν σας, διά την οποίαν και ημείς θέλομεν δείξει εν καιρώ πραγματικώς την ευγνωμοσύνην μας.
Εν τω σπαρτιατικώ στρατοπέδω της Καλαμάτας τη 25 μαρτίου, 1821.
Πέτρος Μαυρομιχάλης, ηγεμών και αρχιστράτηγος, και η μεσσηνιακή Γερουσία η εν Καλαμάτη».
(ε.)
Οι αρχαίοι έλεγαν ο ακροκόρινθος, και όχι, ως άπαντες ημείς οι νεώτεροι, η ακροκόρινθος, η παράγραφος και όχι ο παράγραφος, η ενέδρα και όχι η ένεδΡα, αυθήμερον και όχι αυθημερόν, χειρουργός και όχι χειρούργος.
(στ.)
Οι κάτοικοι της παλαιάς Αρκαδίας ελέγοντο Άρκαδες· αλλά η καθ' ημάς Αρκαδία δεν είναι η παλαιά, και Αρκάδιοι ή Αρκαδινοί λέγονται οι κάτοικοι αυτής· διά τούτο επροτιμήθη της παλαιάς η νέα ονομασία· «Αρκάδιοι».
(ζ.)
Αι νύκτες μηνολογούνται εν τω συγγράμματι τούτω όπως αι προηγούμεναι αυτών ημέραι κατά την παρ' ημίν συνήθειαν φέρ' ειπείν, νύκτα 25 Μαρτίου λογίζομαι την νύκτα την μετά την ημέραν της 25.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ'.
(α.)
Έπονται τα έγγραφα.
«Γρηγόριος ελέω Θεού αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, νέας Ρώμης, και οικουμενικός πατριάρχης.
Οι τω καθ' ημάς αγιωτάτω, πατριαρχικώ, αποστολικώ και οικουμενικώ θρόνω υποκείμενοι ιερώτατοι μητροπολίται και υπέρτιμοι και θεοφιλέστατοι αρχιεπίσκοποί τε και επίσκοποι, εν αγίω Πνεύματι αγαπητοί αδελφοί και συλλειτουργοί, και εντιμότατοι κληρικοί της καθ' ημάς του Χριστού μεγάλης εκκλησίας και εκάστης επαρχίας· ευλαβέστατοι ιερείς και οσιότατοι ιερομόναχοι, οι ψάλλοντες εν ταις εκκλησίαις της Πόλεως, του Γαλατά και όλου του Καταστένου και απανταχού, και λοιποί απαξάπαντες ευλογημένοι Χριστιανοί, τέκνα εν Κυρίω ημών αγαπητά, χάρις είη υμίν και ειρήνη παρά Θεού, παρ' ημών δε ευχή, ευλογία και συγχώρησις! Η πρώτη βάσις της ηθικής, ότι είναι η προς τους ευεργετούντας ευγνωμοσύνη είναι ηλίου λαμπρότερον· και όστις ευεργετούμενος αχαριστεί είναι ο κάκιστος των ανθρώπων. Αυτήν την κακίαν βλέπομεν πολλαχού στηλιτευομένην και παρά των ιερών γραφών και παρ' αυτού του Κυρίου ημών Ιησού Χρίστου ασυγχώρητον, καθώς έχομεν το παράδειγμα του Ιούδα. Όταν δε η αχαριστία ήναι συνωδευμένη και με πνεύμα κακοποιόν και αποστατικόν εναντίον της κοινής ημών ευεργέτιδος και τροφού, κραταιάς και αηττήτου βασιλείας, τότε εμφαίνει και τρόπον αντίθεον, επειδή ουκ έστι, φησί, βασιλεία και εξουσία ειμή υπό «Θεού τεταγμένη»· όθεν και πας ο αντιταττόμενος αυτή τη θεόθεν εφ' ημάς τεταγμένη κραταιά βασιλεία, τη του Θεού διαταγή ανθέστηκε. Και τα δύο ταύτα ουσιώδη και βάσιμα ηθικά και θρησκευτικά χρέη κατεπάτησαν με απαραδειγμάτιστον θρασύτητα και αλαζονείαν ό, τε προσδιορισθείς της Μολδαυίας ηγεμών, ως μη ώφειλε, Μιχαήλ, και ο του γνωστού αγνώμονος και φυγάδος Υψηλάντου αγνώμων υιός Αλέξανδρος Υψηλάντης. Εις όλους τους ομογενείς μας είναι γνωστά τα άπειρα ελέη, όσα η αένναος της εφ' ημάς τεταγμένης κραταιάς βασιλείας πηγή εξέχεεν εις τον κακόβουλον αυτόν Μιχαήλ· από μικρού και ευτελούς τον ανύψωσεν εις βαθμούς και μεγαλεία· από αδόξου και ασήμου τον προήγαγεν εις δόξας και τιμάς· τον επλούτισε, τον περιέθαλψε, τέλος πάντων τον ετίμησε και με τον λαμπρότατον της ηγεμονίας αυτής θρόνον και τον κατέστησεν άρχοντα λαών. Αυτός όμως, φύσει κακόβουλος ων, εφάνη τέρας έμψυχον αχαριστίας και συνεφώνησε μετά του Αλεξάνδρου Υψηλάντου, υιού του δραπέτου και φυγάδος εκείνου Υψηλάντου, όστις παραλαβών μερικούς ομοίους του βοηθούς ετόλμησε να έλθη αίφνης εις την Μολδαυίαν και αμφότεροι απονενοημένοι επίσης, αλαζόνες και δοξομανείς, ή μάλλον ειπείν, ματαιόφρονες, εκήρυξαν του γένους ελευθερίαν και με την φωνήν αυτήν εφείλκυσαν πολλούς των εκεί κακοήθεις και ανοήτους, διασπείραντες και αποστόλους εις διάφορα μέρη διά να εξαπατήσωσι και να εφελκύσωσιν εις τον ίδιον της απωλείας κρημνόν και άλλους πολλούς των ομογενών μας. Διά να δυνηθώσι δε τρόπον τινά να ενθαρρύνωσι τους ακούοντας μετεχειρίσθησαν και το όνομα της ρωσσικής Δυνάμεως, προβαλλόμενοι, ότι και αυτή είναι σύμφωνος με τους στοχασμούς και τα κινήματά των· πρόβλημα διόλου ψευδές και ανύπαρκτον, και μόνον της ιδικής των κακοβουλίας και ματαιοφροσύνης γέννημά τε και αποκύημα· επειδή, εν ώ το τοιούτον είναι αδύνατον ηθικώς και πολλής πρόξενον μομφής εις την ρωσσικήν αυτοκρατορίαν, και ο ίδιος ενταύθα εξοχωτατος πρέσβυς αυτής έδωκεν έγγραφον πληροφορίαν, ότι ουδεμίαν ή είδησιν ή μετοχήν έχει το ρωσσικόν κράτος εις αυτήν την υπόθεσιν, καταμεμφόμενον μάλιστα και αποτροπιαζόμενον του πράγματος την βδελυρίαν· και προσεπιπλέον η αυτού εξοχότης ειδοποίησεν εξ επαγγέλματος τα διατρέχοντα, υπομνήσας το Βασίλειον κράτος, ότι ανάγκη πάσα να φροντίση ευθύς εξ αρχής τον αποσκορακισμόν και την διάλυσιν των τοιούτων κακών· και τόσον εκ της ειδοποιήσεως ταύτης όσον και από τα έγγραφα, τα οποία επιάσθησαν από μέρους των μουχαφίσιδων των βασιλικών σερχατίων, και από άλλους πιστούς ομογενείς επαρρησιάσθησαν, έγεινε γνωστή εις το πολυχρόνιον κράτος η ρίζα και η βάσις όλου αυτού του κακοήθους σχεδίου.
Με τοιαύτας ραδιουργίας εσχημάτισαν την ολεθρίαν σκηνήν οι δύο ούτοι και οι τούτων συμπράκτορες φιλελεύθεροι, μάλλον δε μισελεύθεροι, και επεχείρησαν εις έργον μιαρόν, θεοστυγές και ασύνετον, θέλοντες να διαταράξωσι την άνεσιν και ησυχίαν των ομογενών μας πιστών ραγιάδων της κραταιάς Βασιλείας, την οποίαν απολαμβάνουσιν υπό την αμφιλαφή αυτής σκιάν με τόσα ελευθερίας προνόμια, όσα δεν απολαμβάνει άλλο έθνος υποτελές και υποκείμενον, ζώντες ανενόχλητοι με τας γυναίκας και τα τέκνα των, με τας περιουσίας και καταστάσεις, και με την ύπαρξιν της τιμής των, και κατ' εξοχήν με τα προνόμια της θρησκείας, ήτις διεφυλάχθη και διατηρείται ασκανδάλιστος μέχρι της σήμερον επί ψυχική ημών σωτηρία. Αντί λοιπόν φιλελευθέρων εφάνησαν μισελεύθεροι, και αντί φιλογενών και φιλοθρήσκων εφάνησαν μισογενείς, μισόθρησκοι και αντίθεοι, διοργανίζοντες, φευ, οι ασυνείδητοι με τα απονενοημένα κινήματά των την αγανάκτησιν της ευμενούς κραταιάς Βασιλείας εναντίον των ομογενών μας υπηκόων της, και σπεύδοντες να επιφέρωσι κοινόν και γενικόν τον όλεθρον εναντίον παντός του γένους. Και αγκαλά είναι γνωστόν, ότι, όσοι είναι κατηρτισμένοι τω όντι εις την ευσέβειαν, όσοι νουνεχείς και τίμιοι και των ιερών κανόνων και θείων νόμων ακριβείς φύλακες δεν θέλουν δώσει ευηκοΐαν εις τας ψευδολογίας των αχρείων εκείνων και κακοβούλων, επειδή όμως είν' ενδεχόμενον να συνηρπάσθησάν τινες και παρασυρθώσι και άλλοι, διά τούτο προκαταλαμβάνοτες εκ προνοίας εκκλησιαστικής υπαγορεύομεν πάσιν υμίν τα σωτήρια, και γράφοντες μετά των περί ημάς ιερωτάτων συναδελφών, του μακαριωτάτου πατριάρΧου των Ιεροσολύμων, των εκλαμπροτάτων και περιφανεστάτων προυχόντων του γένους, των τιμιωτάτων πραγματευτών, των αφ' εκάστου ρουφετίου προκριτωτέρων και όλων των εν τη βασιλευούση ορθοδόξων μελών εκάστης τάξεως και εκάστου βαθμού, συμβουλεύομεν και παραινούμεν και εντελλόμεθα και παραγγέλλομεν πάσιν υμίν τοις κατά τόπον αρχιερεύσι, τοις ηγουμένοις των ιερών μοναστηρίων, τοις ιερεύσι των εκκλησιών, τοις πνευματικοίς πατράσι των ενοριών, τοις προεστώσι και ευκαταστάτοις των κωμοπόλεων και χωρίων, και πάσιν απλώς τοις κατά τόπον προκρίτοις να διακηρύξετε την απάτην των ειρημένων κακοποιών και κακοβούλων ανθρώπων, και να τους αποδείξετε και να τους στηλιτεύσετε πανταχού ως κοινούς λυμεώνας και ματαιόφρονας, και να προσέχετε όσον το δυνατόν εις τας απάτας αυτών και ραδιουργίας, γινώσκοντες, ότι η μόνη απόδειξις της αθωότητός των είναι να εμφανίσωσιν όσα γράμματα λάβωσι τυχόν εις χείρας περί της αυτής υποθέσεως, ή ειδήσεις μάθωσι, και να παρρησιάσωσιν οι μεν ενταύθα εν βασιλευούση προς ημάς, οι δ' εν τοις έξω μέρεσιν εις τους κατά τόπον αρχιερείς και τους διοριζομένους παρ' ημών εκκλησιαστικούς εξάρχους και τους βασιλικούς εξουσιαστάς και διοικητάς, δηλοποιούντες και παραδίδοντες και εκείνους τους απλουστέρους, όσοι ήθελον φωραθή ότι ενεργούν ανοίκεια του ρεαγιαδιακού χαρακτήρος· καθότι οι τοιούτοι διαταράττουσι την γενικήν ησυχίαν, και κατακρημνίζουσι τους αδυνάτους και αθώους ομογενείς μας εις της απωλείας το βάραθρον. Και τόσον υμείς οι αρχιερείς, οι μοναστηριακοί, οι ιερωμένοι, και οι προεστώτες και ευκατάστατοι και πρόκριτοι εκάστου τόπου με την άγρυπνον προσοχήν σας, όσον και οι λοιποί εκάστης τάξεως και βαθμού άνθρωποι με τας εκ μέρους σας αδιαλείπτους συμβουλάς και νουθεσίας, και κατά τας πατρικάς και προνοητικάς εκκλησιαστικάς ημών οδηγίας και παραινέσεις να γενήτε εδραίοι και αμετακίνητοι επί του κέντρου του ρεαγιαλικίου, και εξ όλης ψυχής και καρδίας σας να διαφυλάττετε την πίστιν και κάθε υποταγήν, και ευπείθειαν εις αυτήν την θεόθεν εφ' ημάς τεταγμένην κραταιάν και αήττητον βασιλείαν, και να αποδεικνύετε εντελώς με όλα τα πραγματικά της ειλικρινείας σημεία· καθότι η μετ' ευχαριστίας και ειλικρινείας υποταγή χαρακτηρίζει και την προς Θεόν αγάπην και πίστιν, και την προς τας θείας αυτού εντολάς και τας υπαγορεύσεις των θείων νόμων και ιερών κανόνων υπακοήν, και την ευγνωμοσύνην της καρδίας ημών διά τ' άπειρα ελέη, όπου απολαμβάνομεν παρά της βασιλικής φιλανθρωπίας.
Επειδή δε προς τοις άλλοις εγένετο γνωστόν, ότι οι το σατανικόν της δημεγερσίας φρόνημα επινοήσαντες, και εταιρίαν τοιαύτην συστησάμενοι προς αλλήλους, συνεδέθησαν και με τον δεσμόν του όρκου, γινώσκετωσαν, ότι ο όρκος αυτός είναι όρκος απάτης, είναι αδιάκριτος, και όμοιος με τον όρκον του Ηρώδου, όστις, διά να μη φανή παραβάτης του όρκου του, απεκεφάλισεν Ιωάννην τον βαπτιστήν. Αν ήθελεν αθετήσει τον παράλογον όρκον του, τον οποίον επενόησεν η άλογος επιθυμία του, έζη βέβαια τότε ο θείος πρόδρομος· ώστε ενός απλού όρκου επιμονή έφερε τον θάνατον του προδρόμου. Η επιμονή άρα του όρκου εις διατήρησιν των υποσχεθέντων παρά της φατρίας αυτής, πραγματευομένης ουσιωδώς την απώλειαν ενός ολοκλήρου γένους, πόσον είναι ολεθρία και θεομίσητος είναι φανερόν· εξ εναντίας, η αθέτησις του όρκου αυτού, απαλλάττουσα το γένος εκ των επερχομένων απαραμυθήτων δεινών, είναι θεοφιλής και σωτηριώδης. Διά τούτο τη χάριτι του παναγίου Πνεύματος έχει η εκκλησία αυτόν διαλελυμένον, και αποδέχεται και συγχωρεί εκ καρδίας τους μετανοούντας και επιστρέφοντας, και την προτέραν απάτην ομολογούντας. και το πιστόν ρεαγιαλίκι αυτών εναγκαλιζομένονς ειλικρινώς. Ταύτα αμέσως να κοινολογήσετε εις όλους τους γνωστούς σας, και να κατασταθήτε όλοι προσεκτικώτεροι, ανατρέποντες και διαλύοντες ως αραχνιώδη υφάσματα, όσα η απάτη και η κακοβουλία των πρωταιτίων εκείνων καθ' οιονδήτινα τρόπον συνέπλεξε. Επειδή, εάν, ο μη γένοιτο, δεν ήθελε καθαρισθή η θανατηφόρος αύτη λύμη, και φωραθώσι τινές τολμώντες εις επιχειρήματα εναντία των καθηκόντων του ρεαγιαλικίου, κοντά όπου οι τοιούτοι έχουσι να παιδευθώσι χωρίς ελέους και οικτιρμών, (μη γένοιτο, Χριστέ Βασιλεύ!) αμέσως θέλει εξαφθή η δικαία οργή του κράτους του καθ' ημών, και ο θυμός της εκδικήσεως γενικός των εχλιϊσλάμιδων, και θέλουν εκχυθή τόσων αθώων αίματα αδίκως και παραλόγως, καθώς αποκριματίστως ταύτα πάντα διεσάλπισεν η κραταιά και αήττητος βασιλεία διά του εκδοθέντος και επ' ακροάσει κοινή ημών αναγνωσθέντος υψηλού βασιλικού προσκυνητού ορισμού. Εκείνους δε τους ασεβείς πρωταιτίους και απονενοημένους φυγάδας και αποστάτας ολεθρίους να τους μισήτε και να τους αποστρέφεσθε και διανοία και λόγω, καθότι και η εκκλησία και το γένος τους έχει μεμισημένους, και επισωρεύει κατ' αυτών τας παλαμναιοτάτας και φρικωδεστάτας αράς· ως μέλη σεσηπότα, τους έχει αποκεκομμένους της καθαράς και υγιαινούσας χριστιανικής ολομελείας· ως παραβάται δε των θείων νόμων και κανονικών διατάξεων, ως καταφρονηταί του ιερού χρήματος της προς τους ευεργέτας ευγνωμοσύνης και ευχαριστίας, ως εναντίοι ηθικών και πολιτικών όρων, ως την απώλειαν των αθώων και ανεύθυνων ομογενών μας ασυνειδήτως τεκταινόμενοι, αφωρισμένοι υπάρχειεν και κατηραμένοι και ασυγχώρητοι, και μετά θάνατον άλυτοι, και τω αιωνίω υπόδικοι αναθέματι, και αυτοί, και όσοι τοις ίχνεσιν αυτών κατηκολούθησαν ή κατακολουθήσωσι του λοιπού, αν μη θελήσωσιν εννοήσαι την αρπαγήν και απάτην, και επιστραφήναι τε και βαδίσαι την ευθείαν της σωτηρίας οδόν, αν δεν αναλάβωσιν ό εστι, τον εντελή χαρακτήρα του ρεαγιαδικού αυτών επαγγέλματος.
Τα αυτά δε και κατά της αρχιερωσύνης σας και ιερωσύνης σας επανανατείνομεν, εάν μη βαδίσητε, εις όσα εν Πνεύματι αγίω αποφαινόμεθα διά του παρόντος εκκλησιαστικώς, εάν δεν δείξετε εν έργω την επιμέλειάν σας και προθυμίαν εις την διάλυσιν των σκευωριών, εις την αναστολήν των καταχρήσεων και αταξιών, εις την επιστροφήν των πλανηθέντων, εις την άμεσον και έμμεσον καταδρομήν και εκδίκησιν των επιμενόντων εις τα αποστατικά φρονήματα, εάν δεν συμφωνήσετε τη εκκλησία του Θεού, και, εν ενί λόγω, εάν καθ' οιονδήτινα τρόπον δολιευθήτε και κατενεχθήτε κατά της κοινής ημών ευεργέτιδος κραταιάς βασιλείας, έχομεν υμάς αργούς πάσης ιεροπραξίας, και τη δυνάμει του παναγίου Πνεύματος εκπτώτους του βαθμού της αρχιερωσύνης και ιερωσύνης και τω πυρί της γεέννης ενόχους, ως την κοινήν του γένους απώλειαν προτιμήσαντας. Ούτω τοίνυν γινώσκοντες, ανανήψατε προς Θεού και ποιήσατε καθώς γράφομεν εκκλησιαστικώς και γενικώς παρακελευόμεθα, και μη άλλως εξ αποφάσεως, ότι περιμένομεν κατά τάχος την αισίαν των γραφομένων αποπεράτωσιν, ίνα και η του Θεού χάρις και το άπειρον έλεος είη μετά πάντων υμών.