1821 |
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΓ' |
&Παράδοσις Μονεμβασίας. — Μετάβασις των εν Αρκαδία Τούρκων εις Νεόκαστρον και παράδοσις αυτού.& |
| Οι δε Τούρκοι της Πελοποννήσου, αφ' ού εκλείσθησαν και απεκλείσθησαν εν τοις απρομηθεύτοις τροφών φρουρίοις, επόμενον ήτο να πεινάσωσιν. Οι εν τω της Μονεμβασίας ησθάνθησαν πρώτοι τα εντεύθεν κακά, διότι εξ αυτής σχεδόν της πρώτης ημέρας της επαναστάσεως αδιακόπως επολιορκούντο διά ξηράς και θαλάσσης. |
| Το φρούριον τούτο, πόλις και ακρόπολις, κείται επί νησιδίου προσγείου συνδεομένου μετά της αντικρύ λακωνικής γης διά γεφύρας κατά την δυτικήν αυτού άκραν, όθεν και καλείται Μονεμβασία, ως μίαν και μόνην διά ξηράς έμβασιν έχον. Απόρθητον εξ αιτίας της φυσικής θέσεώς του είναι το φρούριον τούτο, είναι δε και δυσλίμενον. Η πόλις είναι περιτετειχισμένη· υπέρκειται δε επί ακροτόμου πέτρας η ακρόπολίς της, έχουσα μίαν και μόνην και αυτή ανάβασιν, και ταύτην κρημνώδη και υπό το πυρ της φρουράς. |
| Ιδόντες οι έγκλειστοι Τούρκοι έξωθεν επελθόντα πλήθη Μανιατών και Πραστιωτών τόσον εφοβήθησαν, ώστε μετά τινας ακροβολισμούς ολιγοβλαβείς έκοψαν την γέφυραν και απεμονώθησαν κανονοβολούντες μόνον. Και ούτοι και οι εν τοις λοιποίς φρουρίοις Τούρκοι της Πελοποννήσου ανέμεναν έξωθεν βοήθειαν εις λύσιν των πολιορκιών· αι δε ελπίδες των εν Μονεμβασία τόσον ανεπτερώθησαν μαθόντων την εις Τριπολιτσάν ευτυχή είσοδον του κεχαγιάμπεη, ώστε 150, οι τολμηρότεροι αυτών, μετεβιβάσθησαν κρυφίως διά νυκτός εις την παλαιάν Μονεμβασίαν επί σκοπώ να πέσωσιν αίφνης όπισθεν των Ελλήνων, και βοηθούμενοι συγχρόνως και υπό των εν τη ακροπόλει συναδέλφων των να λύσωσι την πολιορκίαν. Αλλά το σχέδιον τούτο ανεκαλύφθη εν καιρώ, και οι πολιορκηταί, προκαταλαβόντες την παλαιάν Μονεμβασίαν, εκύκλωσαν τους εκεί ανυπόπτως ελθόντας, τους συνέλαβαν και πολλούς αυτών εθανάτωσαν. Ανοηταίνοντες οι εν τη ακροπόλει Τούρκοι εκράτησαν επί του αποκλεισμού των τους συγκατοίκους των Χριστιανούς, ώστε και τα σχέδια και η κατάστασίς των ανεκαλύπτοντο δι' αυτών τοις εχθροίς των, και αι τροφαί ταχύτερον κατηναλίσκοντο. Μέχρι τινός η κοινωνία των εν τη πόλει και των εν τη ακροπόλει ήτον ελευθέρα· αλλ', εξ αιτίας του αυξάνοντος καθ' ημέραν κινδύνου και της αβεβαιότητος της έξωθεν βοηθείας, οι σημαντικώτεροι Τούρκοι, παραλαβόντες τας πλείστας των τροφών ως ισχυρότεροι, ανέβησαν εις την ακρόπολιν όπου έδρευε και ο φρούραρχος και εκλείσθησαν, αφήσαντες τους άλλους κάτω. Κάτω αφήκαν και τους συγκατοίκους των Χριστιανούς, οίτινες εκ ταύτης της περιστάσεως εσχετίσθησαν στενότερον ως ομοιοπαθείς προς τους εκεί Τούρκους, φιλοφρονούμενοι παρ' αυτών φοβουμένων την μετ' ολίγον παράδοσίν των και ελπιζόντων διά της μεσολαβήσεως τούτων ωφέλιμον συμβιβασμόν. Μετ' ολίγας δε ημέρας, αφ' ού οι Τούρκοι διεχωρίσθησαν, εβιάσθησαν οι κάτω δι' έλλειψιν τροφών να έλθωσιν εις λόγους συμβιβασμού μετά των πολιορκητών αλλ', ιδόντες την πολυαρχίαν και μη εμπιστευόμενοι, τοις είπαν, ότι, αν ηρχετό τις των επισήμων Ελλήνων εις παραλαβήν του φρουρίου, παρεδίδοντο. Επί τη αγγελία ταύτη απεστάλη κοινή γνώμη ο καταβάς εις Ελλάδα μετά του Δημητρίου Υψηλάντου Αλέξανδρος Καντακουζηνός, αδελφός του επί τη μεταβάσει του Αλεξάνδρου Υψηλάντου εις Βλαχομολδαυίαν συμμεταβάντος Γεωργίου. Ο Υψηλάντης, όστις ήθελε να ενεργή ως υπέρτατος άρχων του τόπου, επρόβαλε να παραδοθή το φρούριον επί τω ονόματί του, «Όχι· Όχι»· εφώναξαν οι Έλληνες, «επ' ονόματι του ελληνικού έθνους». Ο δε Καντακουζηνός, ούτινος η παρουσία έμπροσθεν της Μονεμβασίας εχρησίμευσε διά την συνετήν και τιμίαν διαγωγήν του, ηύρε τους κάτω Τούρκους αντιφερομένους προς τους άνω, και τούτους μεν μη θέλοντας, εκείνους δε θέλοντας να παραδοθώσι, διότι οι μεν είχαν τροφάς, οι δε απέθνησκαν της πείνας· διά τούτο ο Καντακουζηνός τοις είπεν, ότι δεν εσυμβιβάζετο, αν όλοι οι πολιορκούμενοι δεν συνευδόκουν· εν τοσούτω επεχείρησε συγχρόνως να τους φοβίση δι' ενόπλων τινών πλην ματαίων δοκιμών. Η ανάγκη εφευρίσκει τρόπους. Οι κάτω Τούρκοι, μη δυνάμενοι να πείσωσι τους άνω εις το να παραδοθώσι, τους ηπάτησαν διά του εξής τεχνάσματος. Τους εκοινοποίησαν, ότι ο Καντακουζηνός επείσθη να συμβιβασθή μετά των κάτω, και ότι εγράφη και η συνθήκη· αλλ' εις ανεπηρέαστον εκτέλεσιν αυτής υπό των άνω, απήτει να την εγκρίνωσι και εκείνοι εγγράφως. Οι άνω έστερξαν και ήνοιξαν την πύλην εις ανάβασιν των φερόντων την συνθήκην επί προσυπογραφή. Επτά ήσαν οι αναβάντες· αλλ' άμα ανέβησαν και εκράτησαν την πύλην ανοικτήν διά της βίας, και ανεβίβασαν κάτωθεν και άλλους παραφυλάττοντας. |
| Ιούλιος | Τούτο ιδόντες οι άνω, και μήτε τροφάς έχοντες ικανάς εις τροφήν όλων, μήτε θέλοντες να καταντήσωσιν εις εμφύλιον πόλεμον, συνυπέγραψαν όλοι την 21 ιουλίου την συνθήκην (α) επί ασφαλεία ζωής και τιμής, επί παραδόσει παντός είδους όπλων, επί διατηρήσει της κινητής των περιουσίας και παντός επί των ιδιοκτήτων όπλων αργυρώματος και επί αναύλω μεταβιβάσει αυτών εις Κύθηρα, ή εις ασιατικά παράλια. Κατά την συνθήκην δε ταύτην παρέδωκαν οι Τούρκοι την 23 την πόλιν, την ακρόπολιν και όλα τα όπλα των και επέβησαν επί των πολιορκούντων πλοίων όλοι σχεδόν αβλαβείς, αλλά στερηθέντες των πολυτιμοτέρων πραγμάτων διαρπαγέντων παρά τους όρους της συνθήκης· απεβιβάσθησαν δε ασφαλώς είς τινα νήσον πλησίον της ασιανής παραλίας, όθεν μετέβησαν εις το Κουσάντασι. |
| Πολλοί Αρκάδιοι, ως ήδη είπαμεν, είχαν καταφύγει συν γυναιξί και τέκνοις εις Νεόκαστρον καθ' ην ώραν πανικός φόβος κατέλαβεν όλους τους εν Πελοποννήσω Τούρκους· σκοπόν δε είχαν, ασφαλίσαντες τας οικογενείας των, να επανέλθωσι την επαύριον εις Αρκαδίαν. Τούτου χάριν αφήκαν και φρουράν προσωρινήν 100 οπλοφόρων επί του παλαιοφρουρίου εις προφύλαξιν της πόλεως μέχρι της επιστροφής των, και πολλά της κινητής των περιουσίας εν ταις οικίαις των. Αλλ' οι εν τη πόλει επί της φυγής των Τούρκων απομείναντες πρόκριτοι Χριστιανοί, διασπείραντες επιτηδείως φήμας, ότι ρωσσικά στρατεύματα απέβησαν εις Καλαμάταν, έτρεψαν μετ' ολίγας ώρας διά μόνου του φόβου την φρουράν εις φυγήν. |
| Αφού τοιουτοτρόπως εκενώθη απροσδοκήτως όλη η πόλις της Αρκαδίας, εισήλθαν σωρηδόν οι χωρικοί και έπεσαν εις διαρπαγήν των οικιών· έτρεχε δε έκαστος εις την οικίαν του αγά του, θεωρών αυτήν ως ιδιοκτησίαν επί λόγω ότι διά των ιδιωτών του εκτίσθη και εστρώθη. |
| Μάρτιος | Την δε επαύριον (27 μαρτίου) ήλθεν εις Αρκαδίαν υπό ένοπλον συνοδίαν, μετά του Αναγνωσταρά και Κεφάλα, ο Δικαίος· ούτος, αφ' ού, ως πληρεξούσιος του γενικού επιτρόπου της Αρχής, εις μάτην απήτησε την απόδοσιν εις χρήσιν του κοινού των διαρπαγέντων, εγκατέστησεν αρχηγούς πολεμικούς και πολιτικούς και ανεχώρησε μετά της συνοδίας του εις το Φανάρι και εκείθεν εις Καρύταιναν. |
| Την δε 29 εστράτευσαν οι Χριστιανοί προς το Νεόκαστρον. Ιδόντες οι Τούρκοι την προφυλακήν ερχομένην εξήλθαν και ηκροβολίσθησαν προς το Σωλινάρι, εσπέρας δε γενομένης επέστρεψαν· εξήλθαν και την επιούσαν, επολέμησαν, έτρεψαν κατ' αρχάς την αριστεράν πτέρυγα των Ελλήνων και ολίγον έλειψε να καταλάβωσι και τα νώτα των και να τους αφανίσωσιν· αλλ' οι του κέντρου αντέστησαν γενναίως και τους απώθησαν φονεύσαντες και πληγώσαντες τινας αυτών. |
| Μετά δε την μάχην ταύτην οι Έλληνες κατέλαβαν το Μεσοχώρι, μίαν ήμισυ ώραν μακράν της Μοθώνης, εις περιορισμόν των εν αυτή. Την δε επαύριον ήλθεν εις το στρατόπεδον ο περιφερόμενος εις τα περίχωρα της Μοθώνης επίσκοπος της επαρχίας Γρηγόριος, στρατολογήσας καθ' οδόν μίαν εκατοστύν χωρικών, και ανεδείχθη γενικός αρχηγός. Μετά τινας ημέρας ήλθε να συναγωνισθή, έχων μίαν εκατοστύν Μανιατών, και ο Κωνσταντίνος Πιεράκος Μαυρομιχάλης. |
| Εν τοσούτω, οι εν τω Νεοκάστρω Τούρκοι δεν έπαυαν εξερχόμενοι συνεχώς και πολεμούντες. Εξ αιτίας δε της εγγιζούσης εορτής του πάσχα, οι επί της πολιορκίας χωρικοί αφήσαντες τας θέσεις των διά νυκτός διεσπάρησαν εις τα χωρία· εναπέμειναν δε οι αρχηγοί και ολίγοι άλλοι. Τούτο μαθόντες οι Τούρκοι εξώρμησαν πανστρατιά την δευτέραν της διακαινησίμου (11 απριλίου) επί τους ολίγους τούτους, αλλά δεν τους έτρεψαν ενισχυθέντας μεγάλως παρά της κατεχούσης το Μεσοχώρι φρουράς. Μετά δε τας τρεις ημέρας της Λαμπράς επανήλθαν οι χωρικοί εις τας θέσεις των, και εδυνάμωσε πάλιν στρατόπεδον. Αλλ', εν όσω η θάλασσα ήτον ανοικτή και η διά θαλάσσης κοινωνία Νεοκάστρου και Μοθώνης ελευθέρα, η επί της ξηράς δύναμις των Ελλήνων εχρησίμευε μάλλον εις προφύλαξιν των χωρίων από τινος εχθρικής επιδρομής ή εις βλάβην του εχθρού. |
| Συσταθέντος δε περί τα μέσα μαΐου θαλασσίου αποκλεισμού, ήρχισαν αι οδύναι των Τούρκων, διότι την στέρησιν των γλυκών νερών, κοπέντος του υδραγωγείου, και την χρήσιν των γλυφών των εν τω φρουρίω πηγαδίων παρακολούθησε σιτοδεία· έπαυσαν έκτοτε και αι επί της ξηράς έξοδοί των, και αι προς τους εν Μοθώνη, όθεν άλλοτε ελάμβαναν τροφάς διά θαλάσσης, σχέσεις των διεκόπησαν· επί δε του σφοδρού καύσωνος του θέρους εστέρευσαν σχεδόν και τα πηγάδιά των· κατήντησαν δε εις τοιαύτην σιτοδείαν μετ' ολίγον, ώστε περί πολλού είχαν τας σάρκας και αυτών των ακαθάρτων ζώων. |
| Ιούλιος | Ένεκα τούτου ο γογγυσμός των πεινώντων και διψώντων και ο κλαυθμός των γυναικών και παιδίων ηύξαναν ημέρα τη ημέρα, και ηνάγκασαν τους αρχηγούς ν' ανοίξωσι δις τον Ιούλιον την πύλην του φρουρίου, ίνα εξέλθωσι και παραδοθώσιν εις τους εχθρούς οι θέλοντες ν' απαλλαγώσι των δεινών της πολιορκίας· εξήλθαν 185, οι πλείστοι γέροντες, γυναίκες και παιδία· και άλλοι μεν διεσπάρησαν εις τα χωρία, άλλοι δε απεβιβάσθησαν εις Χελωνάκι, ερημοννήσιον εντός του λιμένος, επί υποσχέσει καθημερινής τροφοδοσίας μέχρι της παραδόσεως του φρουρίου· μετεκομίσθησαν δε και 16 άνδρες εξ αυτών εν τω παλαιοφρουρίω της Αρκαδίας, αλλ' ερρίφθησαν όλοι διά νυκτός κατά γης άνωθεν και εσυντρίφθησαν. Μεταξύ δε των εξελθόντων ήσαν και αι περί τον Μεχμέταγαν Καστρινόν και τον μουλά - Χαλίλην, στενούς φίλους προ της επαναστάσεως του επισκόπου Μοθώνης, οίτινες ηύραν παρ' αυτώ φιλάνθρωπον υποδοχήν. Την δε 8 Ιουλίου κατεβίβασαν διά νυκτός οι πολιορκούμενοι δύο των τολμηροτέρων όπισθεν του φρουρίου και τους απέστειλαν διά θαλάσσης εις Μοθώνην αιτούμενοι τροφάς και ειδήσεις περί του αναμενομένου τουρκικού στόλου. Εγέμισαν τροφών οι Μοθωναίοι έν μονοκάταρτον ευρισκόμενον εν τω λιμένι των, επεβίβασαν 150 οπλισμένους και το εξεκίνησαν την νύκτα της 22. Και επιτηδειότητα ναυτικήν και ανδρίαν πολλήν έδειξαν οι εν αυτώ, παραπλέοντες την ξηράν· αλλ' η επιτηδειότης και η ανδρία των Ελλήνων ναυτών εμβάντων προς αντίκρουσιν είς τινα αλιάδα και εις τας λέμβους, όχι πλειόνων των 80, υπερίσχυσαν. Πολλήν βλάβην υπέφεραν οι Τούρκοι, και έβλαψαν και αυτοί τους Έλληνας φονεύσαντες και πληγώσαντες 15, αλλ' απεκρούσθησαν και επανέπλευσαν εις Μοθώνην άπρακτοι. Πέντε πλοία εχθρικά απέπλευσαν εκ Μοθώνης και την 31 συνοδεύοντα το αυτό μονοκάταρτον φέρον τροφάς· αλλ' επιπλευσάντων των εν Χελωνακίω ελληνικών πλοίων, επανέπλευσαν και αυτά εις Μοθώνην άπρακτα. |
| Αποτυχόντες οι Μοθωναίοι διά θαλάσσης, εξεστράτευσαν πανστρατιά εις βοήθειαν των συναδέλφων των. Αντέστησαν οι Έλληνες και τους απώθησαν· αλλ' έχασαν δύο μαχίμους άνδρας λαμπρώς αθλήσαντας, τον Κωνσταντίνον Πιεράκον Μαυρομιχάλην και τον Μήτρον Χαλαζονίτην (β)· κατεδίωξαν δε τους εχθρούς μέχρι των πυλών της Μοθώνης και επάτησαν καί τινας οικίας του προαστείου, όπου εφονεύθη είς εξ αυτών τουφεκισθείς άνωθεν του φρουρίου. Μονογενής υιός εκ του χωρίου των Μουριατάδων ήτον ο φονευθείς· ο δε ογδοηκοντούτης πατήρ του, ελθών εις το στρατόπεδον και παραμυθούμενος απεκρίθη· «ας 'πάγη το παιδί μου 'στήν ευχή μου, δότε μου τ' άρματά του, θα πιάσω εγώ τον τόπον του». |
| Εν τούτοις επηύξαναν τα κακά της πολιορκίας και βοήθεια ούτ' εφαίνετο ούτ' ηκούετο. Διά τα αίτια ταύτα, ηναγκάσθησαν οι εν τω φρουρίω να ζητήσωσι, κατά το παράδειγμα των Μονεμβασίων, τινά των εν Τρικόρφοις σημαντικών εις συμβιβασμόν. Είχαν ήδη καταβή επί τω σκοπώ τούτω εκείθεν ο Γεώργιος Κοζάκης Τυπάλδος ως αντιπρόσωπος του Υψηλάντου, και ο Νικόλαος Πονηρόπουλος ως αντιπρόσωπος της πελοποννησιακής γερουσίας· αλλ' η διαπραγμάτευσις κατ' αρχάς δεν ευδοκίμησε και διά το δυσσυμβίβαστον των όρων και διά τινα προϋπάρχουσαν σύμβασιν μεταξύ των δια θαλάσσης και των διά ξηράς πολιορκούντων, καθ' ην ώφειλε να γείνη η τουρκική ιδιοκτησία επί της πτώσεως του φρουρίου τριμοιρία εις ωφέλειαν των ναυτών, των στρατιωτών και του κοινού. Ένεκα τούτου οι Έλληνες ητοιμάσθησαν εις έφοδον· αλλ' επί τέλους έγεινε προφορικός συμβιβασμός, οι μεν πολιορκούμενοι να παραδώσωσι το φρούριον και τα όπλα των, οι δε πολιορκηταί να τους μετακομίσωσιν όλους σώους και αναύλους μετά της περιουσίας των, τους μεν εις Αίγυπτον, τους δε εις Τούνεζι τρέφοντές τους μέχρι της αποβάσεως· μετέβη δε και ο Τυπάλδος εις Καλαμάταν προς ναύλωσιν δύο επταννησίων πνίε??εκλοίω ελλιμενιζόντων· αλλ' εν τη απουσία αυτού, δευτέρας συνδιαλέξεως γενομένης, υπεγράφη την 7 αυγούστου συνθήκη επί των αυτών όρων (γ). Υπογραφείσης δε της συνθήκης, εισέπλευσαν τα έξω του λιμένος φυλάττοντα δύο υπό ελληνικήν σημαίαν πλοία και το Ζακύνθιον του Δενδρολιβάνου εις παραλαβήν των παραδοθέντων, όλων ψυχών 734 (δ). Οι Τούρκοι ήνοιξαν την προς την θάλασσαν πυλίδα, επεβίβασαν τα πράγματά των και εξήλθαν του φρουρίου αναμένοντες τας λέμβους εις επιβίβασιν. |
| Δισχίλιοι περίπου και διακόσιοι, εν οις και 180 Ζακύνθιοι υπό τον Μερκάτην, ήσαν οι συνήθως πολιορκούντες τα φρούρια του Νεοκάστρου και της Μοθώνης, αλλ' υπερηυξήθη ο αριθμός των επ' ελπίδι λαφυραγωγίας εγγιζούσης της παραδόσεως του Νεοκάστρου. Εν ώ δε ανέμεναν οι Τούρκοι τας λέμβους εις επιβίβασιν, επεχείρησάν τινες των Ελλήνων παρά τα συνομολογηθέντα να ψηλαφήσωσι δύο τρεις αυτών φέροντας πολύτιμα είδη· τούτο ιδόντες οι πολλοί τους εμιμήθησαν και τους υπερέβησαν· και πρώτον μεν εδόθησαν εις την αρπαγήν ων έφεραν οι παραδοθέντες, μετ' ολίγον δε και εις γενικήν σφαγήν αρρένων και θηλέων πάσης ηλικίας, τους δε αποφυγόντας την ανηλεή μάχαιραν αφήρπασαν ως λάφυρα, εκτός ολίγων, ους διέσωσε του θανάτου και της δουλείας η φιλάνθρωπος παρέμβασίς τινων των σημαντικών Ελλήνων. Η πείνα και η δίψα εξωλόθρευσαν και τους επί του Χελωνακίου προ της παραδόσεως του φρουρίου αποβάντας Τούρκους υπέρ τους εξήκοντα, απανθρώπως εγκαταλειφθέντας. |
| Μετά δε τας βδελυράς ταύτας και παρασπόνδους αθεμιτουργίας συμπαρέλαβαν οι επί της πολιορκίας πλοίαρχοι τον επίσκοπον Μοθώνης και τον πρωτοσύγγελον Φραντσήν εις διανομήν των τουρκικών πραγμάτων και απέπλευσαν εν βία φοβηθέντες μη προφθάση ο αναμενόμενος εχθρικός στόλος και αποκλείση τα πλοία, εντός του λιμένος. |
| Παραδοθέντος του Νεοκάστρου ελύθη και η πολιορκία της Μοθώνης. |
1821 |
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΔ'. |
&Τριπολιτσά και πολιορκία αυτής. — Μάχη Βασιλικών. — Εμφανισμός τουρκικού στόλου κατά τα παράλια της Πελοποννήσου — Λύσις της πολιορκίας Κορώνης. — Συμβάντα εν Καλαμάτα και περί τας Πάτρας. — Καταστροφή Γαλαξειδίου. — Ναυμαχία έμπροσθεν Ζακύνθου. Διαγωγή του μεγάλου αρμοστού προς τους λαούς των Ιονίων νήσων. — Άλωσις Τριπολιτσάς. — Δευτέρα εισβολή Τούρκων εις Σφακιά και άφιξις εις Κρήτην του Μιχαήλ Αφεντούλη ως αρχηγού.& |
| ΠΡΟΣ το μέρος της εν τω κέντρω της Πελοποννήσου παλαιάς Αρκαδίας το προς την Αργολίδα, το άλλοτε κατεχόμενον υπό Τεγεατών και Μαντινίων, όπου συνήλθεν ένοπλος όλη σχεδόν η Ελλάς καθ' όν καιρόν διεμάχοντο περί πρωτείων Βοιωτοί και Σπαρτιάται, κείται σήμερον η Τριπολιτσά, η επί της επαναστάσεως πρωτεύουσα της Πελοποννήσου, προς την άκραν πλατείας και γυμνής πεδιάδος, 2152 πόδας υπεράνω της θαλάσσης και περικλειομένης υπό των κορυφών του Μαινάλου, του Παρθενίου και του Αρτεμισίου. Η πόλις αύτη είναι όλη νέα· εκλήθη δε Τρίπολις, και κοινότερον Τριπολιτσά, ως διαδεχθείσα τας τρεις πόλεις· της Τεγέας, της Μαντινείας και των Αμυκλών (Μουχλιού) ή του Παλλαντίου· ήτο δε προ της επαναστάσεως όλη περιτετειχισμένη και επτάπυλος. Το τείχος της είχε δεκατεσσάρων ποδών ύψος, πάχος δε έξ προς τα κάτω και τριών προς τα άνω, περιφέρειαν δε δύο μιλίων· προς δε την δυτικήν άκραν επί θέσεως υψηλοτέρας έσωθεν του τείχους έκειτο η μεγάλη λεγομένη Τάπια, φαινομένη ως ακρόπολις. Πυργωτόν ήτο γύρωθεν το τείχος, είχε διπλάς πολεμίστρας επιτηδείας εις τουφεκοπόλεμον και 30 κανόνια εξ ών ολίγα εύχρηστα. Η πόλις, μετά την επί της αρχής της επαναστάσεως εις αυτήν καταφυγήν των κατοικούντων διάφορα μέρη της Πελοποννήσου Τούρκων και την είσοδον των υπό τον κεχαγιάμπεην ελθόντων, περιείχε ψυχάς 30,000 συν 30 αριθμουμένων και ολίγων Χριστιανών, και ολιγωτέρων Εβραίων. Δεκακισχίλιοι ήσαν οι εν αυτή οπλοφόροι, Αλβανοί, Ασιανοί και Πελοποννήσιοι. Εξ αιτίας δε της εις γενικήν συνέλευσιν συγκαλέσεως κατά τον μάρτιον των προκρίτων Χριστιανών και Τούρκων ευρίσκοντο εν τη πόλει οι σημαντικώτεροι όλης της Πελοποννήσου Τούρκοι, εν οις διέπρεπαν ο Μουσταφάμπεης κάτοικος των Πατρών ο και Αναπλιώτης, ως έχων πατρίδα το Ναύπλιον, ο Δεφτερδάρης, ο Κορίνθιος Κιαμίλμπεης και ο Σιέχ - Νετσήπ - εφέντης. Η πόλις, αρξαμένου του αγώνος, ετέλει υπό τας αμέσους διαταγάς του καϊμακάμη και του κεχαγιάμπεη και υπό την επιρροήν της γυναικός του Χουρσήδη, ης η ατυχία δεν εταπείνωσε το φρόνημα· είχε δε ολίγας τροφάς εξ αιτίας της ώρας του έτους και της απροσδοκήτου συρροής τόσου πλήθους· αν δε και πολλά εψιθυρίζοντο περί της μελετωμένης αποστασίας, ουδεμία εγένετο φροντίς εν καιρώ περί σιταγωγίας. Οι Έλληνες έκοψαν τα υδραγωγεία, αλλ' η πόλις είχε πηγαδήσια νερά και άφθονα και πόσιμα. Τοιαύτη ήτον η κατάστασις της Τριπολιτσάς. |
| Μέγα θάρρος έλαβαν οι λαοί της Πελοποννήσου αφ' ού κατήσχυναν τους εχθρούς των εν ταις μάχαις του Βαλτετσίου και των Δολιανών, και ελθόντες εγγύτερον της Τριπολιτσάς κατέλαβαν ορεινάς θέσεις. |
| Μάιος | Οι Τούρκοι έβοσκαν συνήθως τους ίππους των έξωθεν της Τριπολιτσάς. Τινές των Ελλήνων υπό τον Καλλιακούδαν τον εξ Αλωνισταίνης ενεδρεύσαντες την 24 μαΐου συνέλαβάν τινας αυτών. Οι Τούρκοι εξήλθαν εις καταδίωξίν των και επλήγωσαν τον Καλλιακούδαν κατέβησαν τότε πολλοί Έλληνες και ήρχισε κατά τον άγιον Βλάσην, ημιώριον μακράν της πόλεως, γενικός τουφεκισμός, ον έπαυσεν η εσπέρα. Οι Έλληνες ευδοκίμησαν εν τη μάχη ταύτη πολεμήσαντες εκτός των προμαχώνων. Την δε 26 εξεστράτευσαν οι Τούρκοι πανστρατιά επ' ελπίδι, ότι μόνη η παρουσία τόσων ενόπλων εφίππων και πεζών θα έτρεπεν ως άλλοτε τους Έλληνας εις φυγήν· αλλ' η ελπίς των εματαιώθη και επανήλθαν μη συγκρουσθέντες. Εξεστράτευσαν και την 5 Ιουνίου, καθ' ην εφονεύθησάν τινές εκατέρωθεν, εν οις και ο Κώστας Μπούρας. Έκτοτε συνεστρατοπέδευσαν οι εν τοις περιχώροις της Τριπολιτσάς Έλληνες επί της κατωφέρειας των Τρικόρφων (α). |
| Πολλά και υπό πολλούς αρχηγούς ήσαν τα συνελθόντα στρατεύματα, αλλ' όλα συνήρτων τέσσαρα μεγάλα σώματα σχηματίζοντα ημικύκλιον. Κατείχαν δε το μεν αριστερόν κέρας 2500 υπό τον Κολοκοτρώνην, το δε δεξιόν 1500 υπό τον Γιατράκον, το δε κέντρον 1000 υπό τον Αναγνωσταράν, τα δε όπισθεν του κέντρου και του δεξιού κέρατος 1500 υπό τον Πετρόμπεην. Ο δε Υψηλάντης είχε την σκηνήν του άνωθεν των υπό τον Αναγνωσταράν. Εφυλάττοντο δε και αι εις Άργος και Λεοντάρι άγουσαι οδοί, αύτη μεν υπό 150, εκείνη δε υπό 300. |
| Συνεχείς συγκρούσεις συνέβαιναν προκαλούμεναι κυρίως εκ των επανειλημμένων εκδρομών των πολιορκουμένων κατά των πολιορκούντων, και εντεύθεν προήρχοντο φόνοι. Οι Έλληνες, οσάκις ήρχετο κατ' αυτών το πεζικόν των εχθρών, κατέβαιναν θαρραλέως και επολέμουν πολλάκις απερικάλυπτοι επί της πεδιάδος· οσάκις δε ήρχετο το ιππικόν, απεχώρουν προς τας ρίζας των βουνών και ησφαλίζοντο όπισθεν των πετρών από της ορμής των ιππέων μη δυναμένων ν' αναβώσι τας πετρώδεις θέσεις· τοιουτοτρόπως έβλαπταν μάλλον ή εβλάπτοντο· |
| Αύγουστος | η δε τελευταία εκδρομή των πολιορκουμένων συνέβη τον Αύγουστον, και είναι αξιοδιήγητος διά τα περιστατικά και αποτελέσματά της. |
| Διεδόθη φωνή κατ' εκείνας τας ημέρας, ότι ο εν Τριπολιτσά Κιαμήλμπεης, εμελέτα να μεταβή εις Κόρινθον προς ενίσχυσιν της κινδυνευούσης εκείνης φρουράς. Ο άγρυπνος και επιδέξιος Κολοκοτρώνης διέταξε και ήνοιξαν τάφρον κατά τον Μύτικαν μίαν ώραν μακράν της Τριπολιτσάς προς ενέδραν. Η διαδοθείσα φωνή εψεύσθη, αλλ' η τάφρος εχρησίμευσε, και ιδού πώς. Την 10 Αυγούστου εξήλθαν υπερτετρακισχίλιοι πεζοί και ιππείς Τούρκοι, διεσπάρησαν εις τα πέριξ χωρία επί καρπολογία, και συναντήσαντες εν τω χωρίω του Λουκά τους περί τον Νταγρέν, τους διεσκόρπισαν φονεύσαντές τινας αυτών· ολίγον δ' έλλειψε να συλλάβωσι και τον αρχηγόν έν τινι σπηλαίω μετά τεσσάρων κλεισθέντα και διά της επικουρίας άλλων άλλοθεν ελθόντων Ελλήνων λυτρωθέντα. Επί δε τη εις Τριπολιτσάν επιστροφή των οι πλείστοι, συνοδεύοντες μέγα πλήθος σώων τροχοφόρων, επλησίασαν την τάφρον, εκλαβόντες αυτήν όχι ως εις πολεμικήν χρήσιν προπαρασκευασθείσαν, αλλ' ως όριον ιδιωτικού τινος χωραφίου. Φθάσαντες δε ανύποπτοι προς το χείλος ετουφεκίσθησαν αίφνης υπό των εν αυτή αφανώς παραφυλαττόντων Ελλήνων, και πολλοί εχάθησαν ως απρόσεκτοι και απροφύλαχτοι, οι δε λοιποί διεσώθησαν, οι μεν πεζοί διαβάντες διά του πλησίον της ρίζης του βουνού ασκάπτου μέρους, οι δε ιππείς υπερπηδόντες την τάφρον μη ικανώς πλατείαν· όλα δε τα κομίζοντα τας τόσον αναγκαίας ταις ημέραις εκείναις εις χρήσιν των πεινώντων Τούρκων τροφάς ζώα έπεσαν εις χείρας των Ελλήνων. Το κατ' εκείνην την ημέραν συμβάν έφερεν εις απόγνωσιν τους πολιορκουμένους διά την αφαίρεσιν των τροφών και εθάρρυνε τους Έλληνας να στήσωσι τους συνήθεις προμαχώνας 900 οργυιάς από της πολιορκουμένης πόλεως. |
| Εξ αρχής της πολιορκίας είχαν οι πολιορκηταί τινα κανόνια, αλλά μετά την παράδοσιν της Μονεμβασίας μετέφεραν εκείθεν και τρείς βομβοβόλους, ηγνόουν όμως την χρήσιν αυτών. Περιεφέρετο εν τω στρατοπέδω Ιταλός τις, Τάσης, τερατολόγος μάλλον ή αρχιπυροβολιστής ως επηγγέλλετο· ούτος ανεδέχθη την χρήσιν αυτών, και τας έστησε προς τους πρόποδας του βουνού 700 οργυιάς από της πόλεως. Παρασκευασθείσης μιας αυτών, συνήχθη επί των πλησίον υψωμάτων μέγα πλήθος πολιορκητών χάριν του νεοφανούς θεάματος· αλλ' η βομβοβόλος, αντί να ενεργήση τα προσδοκώμενα τεράστια, έσπασε καταισχύνασα τον αρχιπυροβολιστήν. |
| Το έργον του αμαθούς Τάση, όστις φοβηθείς έγεινεν άφαντος, ανέλαβεν ο γνώσεις περί τα τοιαύτα έχων Γάλλος Ρεϋβώς. 200 οργυιάς μακράν της πόλεως προς το μέρος της μεγάλης Τάπιας κείνται παραρριζώματά τινα των βουνών. Ο Ρεϋβώς έστησεν επί του κέντρου αυτών τας δύο βομβοβόλους, αλλ' ανωφελώς και αυτός, αν και τας ανέδειξε διά της επιτηδειότητός του ευχρήστους. Δεξιόθεν δε και αριστερόθεν αυτών κατεσκευάσθησαν δύο κανονοστάσια, εύχρηστα μεν και αυτά, αλλ' επίσης ανωφελή· όπισθεν δε των παραρριζωμάτων ετοποθετήθησαν 800 οπλοφόροι υπό τον Γιατράκον, τουφεκίζοντες επιδεξίως διά των κανονοπών και ενοχλούντες τους εχθρούς. Έστησαν οι Έλληνες και άλλο κανονοστάσιον προς την πύλην του Άργους μικράς και αυτό ωφελείας. Οι δε Τούρκοι έπεσαν εις πολλήν αδράνειαν, και την 24 πεντακόσιοι Έλληνες τόσον επλησίασαν προς το μέρος της μεγάλης Τάπιας, ώστε κατέλαβάν τινας κεκαυμένας οικίας έμπροσθεν μιας των πυλών της Τριπολιτσάς και διετήρησαν αυτάς ευτυχώς δύο ώρας πολεμούμενοι έσωθεν· αλλ' απόσπασμα ιππικού εξήλθε της πόλεως άλλοθεν, έπεσεν όπισθεν, τους εκακοποίησε, και τους ανάγκασε ν' απομακρυνθώσιν. |
| Μετ' ολίγας δε ημέρας ήλθεν εις Τρίκορφα ο Σκώτος, Θωμάς Γόρδων, μεταβιβάσας επί του πλοίου του εκ Μασσαλίας Έλληνας και φιλέλληνας, και φέρων επ' ωφελεία της Ελλάδος, υπέρ ης και αυτός και οι συν αυτώ ήλθαν ν' αγωνισθώσι, τρεις βομβοβόλους και εξακόσια τουφέκια. Οι Έλληνες εδέχθησαν φιλοφρόνως και ευγνωμόνως τον γενναίον τούτον φιλέλληνα, αναδεχθέντα προθύμως να οργανίση εξ ιδίων σώμα τακτικών εξ Ελλήνων και φιλελλήνων. |
| Εν τοσούτω η κατάστασις των Τούρκων εχειροτέρευεν ημέρα τη ημέρα όχι μόνον διά σπάνιν τροφών, αλλά και δι' έλλειψιν ιπποβοσκής, διότι, μη τολμώντες να βοσκήσωσιν ως άλλοτε εκτός της πόλεως τους ίππους, δεν εδύναντο να τους μεταχειρισθώσιν ως και πρότερον, εξασθενήσαντας εκ της ατροφίας. |
| Αι μακροχρόνιοι πολιορκίαι διά την εξ ανάγκης ακαθαρσίαν των πολιορκουμένων, διά την κακήν ποιότητα των τροφίμων, διά την κακουχίαν και συσσώρευσιν πολλών ανθρώπων και ζώων εντός στενής περιφερείας φέρουν συνήθως επιδημίας. Το κακόν τούτο δεν εβράδυνε να προστεθή, εις τα άλλα κακά των πολιορκουμένων· αυτά δε τα θύματα της επιδημίας έτρεφαν την επιδημίαν. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, αρμοδίαν εθεώρησεν ο Υψηλάντης την περίστασιν να προβάλη τοις πολιορκουμένοις συμβιβασμόν εις παράδοσιν της πόλεως υπ' ωφελίμους όρους· αλλ' απερρίφθη υπεροπτικώς η πρότασίς του. |
| Φοβούμενοι δε οι Έλληνες μη φέρη η αναβολή επιβοήθειαν προς τους πολιορκουμένους, ηθέλησαν να επιχειρήσωσιν έφοδον, και διετάχθη ο αρχιπυροβολιστής να διαρρήξη το τείχος· αλλ' όλοι του οι αγώνες απέβησαν μάταιοι διά την μηδαμινότητα του πυροβολικού. Εν ώ δε ανεμένετο ημέρα τη ημέρα η πτώσις της πόλεως, ήλθεν είδησις ότι ο οθωμανικός στόλος εφάνη έξωθεν των μεσημβρινών παραλίων της Πελοποννήσου την 26. |
| Είδαμεν, ότι οι στόλοι διεχωρίσθησαν μετά τα κατά την Σάμον συμβάντα, και ότι ο μεν ελληνικός κατέπλευσεν εις τα ίδια, ο δε τουρκοαιγύπτιος εισέπλευσε τον Ελλήσποντον. Ο στόλος ούτος ανέπλευσε μετά τινας ημέρας κατά της Ελλάδος. |
| Πρό τινων δε ημερών είχε συναχθή τουρκικόν στράτευμα εν τη επαρχία του Ζητουνίου, σκοπεύον να εισχωρήση εις την Ανατολικήν Ελλάδα, να ενωθή μετά των ενδιατριβόντων τουρκικών στρατευμάτων και να εισβάλη εις Πελοπόννησον προς λύτρωσιν της Τριπολιτσάς βοηθούμενον και παρά του στόλου, μελετώντος, αφ' ού επεσίτιζε τα μεσσηνιακά φρούρια, να εισπλεύση τον κορινθιακόν κόλπον. |
| Μαθόντες οι οπλαρχηγοί της Ανατολικής Ελλάδος τα περί της νέας ταύτης εκστρατείας υπό τέσσαρας πασάδας, τον Μπεϋράμπασαν, τον και αρχιστράτηγον, τον Χατσή - Μπεκήρπασαν, τον Μεμήσπασαν, και τον Σιαχή - Αλήπασαν, συνήλθαν εις Εργίνι, χωρίον της Βοδωνίτσης, όπου ενέκριναν την θέσιν της Φοντάνας ως την καταλληλοτέραν προς αντίκρουσιν του εχθρού. Μόνος ο Δυοβουνιώτης αντέτεινε και επρόβαλε να καταλάβωσιν άνευ αναβολής τα επί της προς την Λεβαδείαν λεωφόρου Βασιλικά, ορθώς συλλογισθείς, ότι τόσοι πασάδες δεν θα κατεδέχοντο ν' αφήσωσι την πλατυτέραν θέσιν των Βασιλικών και να διέλθωσι την στενοτέραν της Φοντάνας. Η γνώμη του Δυοβουνιώτου απολαμβάνοντος υπόληψιν εμπειροπολέμου ανδρός υπερίσχυσε, και μετέβησαν οι Έλληνες εις Βασιλικά· και ο μεν Παπά - Ανδρέας Κοκοβιστιανός μετά 300 ετοποθετήθη αφανής εντός του παρά τη εισόδω της κοιλάδος πυκνού δάσους· ο δε Αντώνης Κοντοσόπουλος και ο Κωσταντής Καλύβας μετά 600 κατέλαβαν τα ενδότερα της κοιλάδος· ο δε Δυοβουνιώτης, ο υιός του, ο Νάκος Πανουργιάς και ο Γκούρας μετά 1100 τα προ της εξόδου της κοιλάδος. |
| Την 24 οι πασάδες, εκτός του Χατσή - Μπεκήρη αποθανόντος αίφνης εν Ζητουνίω, ήλθαν μετά επτακισχιλίων ιππέων και πεζών εις Πλατανιάν, όπου και διενυκτέρευσαν· την δε επαύριον έστειλαν δισχιλίους ιππείς εις σκόπευσιν, οίτινες επροχώρησαν όπου εφύλατταν ο Κοντοσόπουλος και ο Καλύβας. Αντέστησαν ούτοι κατ' αρχάς μόνοι και διετήρησαν την θέσιν των έως ού ήλθαν και οι κατά την έξοδον της κοιλάδος εις επικουρίαν των, και τότε απώθησαν όλοι ομού τους εχθρούς φονεύσαντες και πληγώσαντες 50 και ζωγρήσαντες 15 ίππους. Την δε επιούσαν, ό εστι την 26, αφήσας ο Μπεϋράμπασας φρουράν εν Πλατανιά εις φύλαξιν των αποσκευών, εκίνησε πανστρατιά, και προχωρήσας εις την πεδιάδα παρά την είσοδον του στενού διέταξε ν' αναγνώσωσι την συνήθη προπόλεμον ευχήν και να κανονοβολήσωσι και τουφεκίσωσι. Τούτου γενομένου, ώρμησεν ο στρατός αλαλάζων επί τους περί τον Κοντοσόπουλον και Καλύβαν· έτρεξαν εις βοήθειαν αυτών οι Δυοβουνιώται, ο Πανουργιάς και ο Γκούρας, κατέφθασε και ο Μπούσγος μετά 300, και εξήφθη διακαής μάχη. Επειδή η θέσις ήτο στενή, δασώδης και απόκρημνος, ούτε ο μέγας αριθμός των πεζών, ούτε το πολύ ιππικόν των εχθρών εχρησίμευε· ώστε μη δυνάμενοι ν' απωθήσωσι τους Έλληνας, αν και τόσον πολλοί, και ανοίξωσι την δίοδον, έστρεψαν τα νώτα. Τότε εξώρμησαν οι υποδενδριάζοντες περί τον Παπά - Ανδρέαν και κατέλαβαν την είσοδον, ώστε ο εχθρός εκτυπάτο έμπροσθεν και όπισθεν. Όλοι οι οπλαρχηγοί Έλληνες διέπρεψαν την ημέραν εκείνην, ο δε Παπά - Ανδρέας κατεδίωξε τους εχθρούς έως ού εβασίλευσεν ο ήλιος. Εκτός των πληγωθέντων, ων άγνωστος ο αριθμός, υπερχίλιοι εχθροί έπεσαν, και μεταξύ αυτών και ο Μεμήσπασας φονευθείς, ως ελέγετο, αυτοχειρί υπό του Γκούρα, εζωγρήθησαν δε και 100· εκ δε των Ελλήνων εσκοτώθησαν 10 και επληγώθησαν 30, εν οις και ο Κοντοσόπουλος. Πάμπολλα και πλουσιώτατα ήσαν τα εις χείρας των Ελλήνων πεσόντα λάφυρα, εν οις και 800 ίπποι, 2 κανόνια και 18 σημαίαι. Μετά την μάχην οι μεν εχθροί συνηνώθησαν πάλιν εις Πλατανιάν, ενδιενυκτέρευσαν, και την επιούσαν επανέκαμψαν εις Ζητούνι τόσον έμφοβοι, ώστε έκοψαν επί της φυγής την γέφυραν του Σπερχειού. Οι δε Έλληνες εκίνησαν κατ' αυτών την επαύριον, αλλά δεν τους επρόφθασαν και εστρατοπέδευσαν εν Δαμάστα. Εις τόσην δε αταξίαν έπεσαν οι εχθροί φεύγοντες, ώστε οι λαφυραγωγούντες Έλληνες εύρισκαν και τας ακολούθους ημέρας της μάχης περιπλανωμένους ανθρώπους και ζώα. Τοιουτοτρόπως εματαιώθη η κατά της Πελοποννήσου αύτη εκστρατεία. |
| Ο δε εχθρικός στόλος, αφ' ού ετροφοδότησε την Μοθώνην, έπλευσε προς την Κορώνην. |
| Η Κορώνη επολιορκείτο διά ξηράς αφ' ότου οι διαχυθέντες εις Καλαμάταν Μανιάται διεσπάρησαν εκείθεν εις διάφορα μέρη της Πελοποννήσου· μετέβη και ο Αντώνης Μαυρομιχάλης μετά τινων εξ αυτών εις την επαρχίαν της Κορώνης ως αρχηγός της πολιορκίας· μετέβη κατόπιν αυτού και ο αδελφός του Γιάννης ο και Κατσής· συνηνώθησαν και οι εντόπιοι και άλλοι γείτονές των υπό τους αδελφούς Καραπαύλους και τον Γεώργην Δαρειώτην, και κατέλαβαν όλοι ομού την 25 μαρτίου τα Βουνάρια, θέσιν μίαν ώραν απέχουσαν του φρουρίου, και ηκροβολίσθησαν αυθημερόν κατά το Χαρακοπιόν μετά των επεξελθόντων Τούρκων. Μετά δε τον ακροβολισμόν ήλθαν οι Έλληνες πλησιέστερον του φρουρίου· και πρώτον μεν κατέλαβαν τα χωρία, Άγιον Δημήτριον και Τσεφέρογλι· έπειτα δε έπεσαν και εις αυτήν την πόλιν της Κορώνης· ενδιαμείναντες δε δέκα ημέρας ανεχώρησαν την μεγάλην παρασκευήν εις τα ίδια χάριν των εορτών, αλλ' επανήλθαν την δευτέραν της διακαινησίμου και κατέλαβαν την θέσιν Μακρύν Άμμον, όπου εζώγρησαν δι' ενέδρας 10 Τούρκους και τους εφόνευσαν εισήλθαν δε και δευτέραν φοράν εις την πόλιν και την διετήρουν, ακροβολιζόμενοι συχνάκις μετά των εν τη ακροπόλει· αλλά φανέντος του στόλου έφυγαν, ελύθη η πολιορκία, και οι Τούρκοι έκαυσαν την πόλιν ίνα μη επανελθόντες οι Έλληνες την καταλάβωσιν· εθρασύνθησαν δε τόσον ιδόντες τον στόλον, ώστε απεκεφάλισαν τον επίσκοπον Κορώνης Γρηγόριον, και εκ των προκρίτων τον Κωσταντήν Λαχανάν και τον Γεώργην Τσαπόπουλον, ους κατοικούντας την πόλιν είχαν μεταφέρει επί της πρώτης εισβολής των Ελλήνων εις την ακρόπολιν· έρριψαν δε έξω των τειχών τα πτώματά των. |
| Ο δε εχθρικός στόλος, αφ' ού ετροφοδότησε την Κορώνην, έπλευσε την αυτήν ημέραν εις Καλαμάταν. Φόβος μέγας κατέλαβε τους εκεί, και υπό το κράτος του φόβου οι επί της κυριεύσεως της Καλαμάτας παραδοθέντες Τούρκοι ως εκατόν, στελλόμενοι δήθεν χάριν ασφαλείας εις Μάνην, εμιαιφονήθησαν καθ' οδόν επί προφάσει μη λάβωσιν όπλα επί της αφίξεως των συναδέλφων των. |
| Πρό τινων ημερών ωργανίζετο εκεί τακτικόν σώμα συστηθέν κατά πρώτον εν Βερβένοις, υπό την προστασίαν του Υψηλάντου δι' ων έφερεν από Τεργέστης οπλισμών και δι' ων εχορήγησεν ολίγων χρημάτων· το πλείστον δε μέρος του τακτικού τούτου συνίστατο εκ προσφύγων Κυδωνιέων, εγυμνάζετο παρά του Γουβερνάτου Ιταλού, είχεν αξιωματικούς Έλληνας και φιλέλληνας και διετέλει υπό τον Βαλέστον διορισθέντα παρά του Υψηλάντου συνταγματάρχην. |
| Ο συνταγματάρχης ούτος, Γάλλος το γένος, υπηρέτησε την πατρίδα του στρατιωτικώς μέχρι της ειρήνης του 1814· έκτοτε μετέβη εις Κρήτην όπου διέμεινεν έξ έτη πλησίον του μετερχομένου το εμπόριον πατρός του και εντεύθεν έλαβεν αφορμήν να διδαχθή την ελληνικήν γλώσσαν και να γνωρίση τα ελληνικά ήθη· διά ταύτην την αιτίαν, και έτι μάλλον διά τας στρατιωτικάς και κοινωνικάς αρετάς του, ευδοκίμησεν αγαπώμενος παρά πάντων και τιμώμενος. Ευρίσκετο κατά περίστασιν ο ανήρ ούτος εν Τεργέστη επί της εκείθεν εις Ελλάδα καταβάσεως του Υψηλάντου και τον ηκολούθησεν ως συναγωνιστής του. Καθ' ην δε ημέραν έπλευσεν ο εχθρικός στόλος εις Καλαμάταν, είχε μόλις 250 στρατιώτας και αυτούς αρχαρίους· αλλά και μετά τόσον ολίγων και τόσον αγυμνάστων δεν εδίστασε να παραταχθή αφόβως επί της παραλίας κατέμπροσθεν του εχθρού μελετώντος απόβασιν· είχε και δύο κανόνια και συμβοηθούς μίαν εκατοστύν Μανιατών υπό τον Παναγιώτην Μούρτσινον καί τινας εντοπίους. Την ακόλουθον αυγήν επλησίασαν προς την ξηράν πλοία του στόλου διά την μελετωμένην απόβασιν. Αλλ' οι Τούρκοι ιδόντες την τάξιν του σώματος, ακούσαντες τον ήχον των σαλπίγγων, μαθόντες και εκ των τουφεκοβολών ότι και άλλοι παρεφύλατταν εντός διαφόρων τάφρων επί το αμμώδες παράλιον, αγνοούντες ίσως και τον μικρόν αριθμόν των υπερασπιστών, ανεχώρησαν άπρακτοι. |
| Εκείναις δε ταις ημέραις ευρέθησαν τα προ ολίγου πολιορκούντα το Νεόκαστρον δύο σπετσιωτικά πλοία εν τω λιμένι των Κυτριών εντός του κόλπου της Καλαμάτας. Εισπλεύσας ο στόλος τα απέκλεισε και τα εκανονοβόλισεν επ' ελπίδι να τα συλλάβη ή να τα καύση· αλλ' οι ναύται αυτών απεβίβασαν κανόνια, αντέστησαν γενναίως, διεφύλαξαν τα πλοία, και καιροφυλακτήσαντες τα μετέφεραν εις την νήσον των αβλαβή. |
| Ο δε εχθρικός στόλος, αφού διέτριψε μίαν εβδομάδα κατά τα παράλια της Μεσσηνίας, απέπλευσε προς τας Πάτρας. |
| Διαδοθείσης της ειδήσεως ταύτης, διεδόθη συγχρόνως, ότι ο στόλος έφερε δεκακισχιλίους εις απόβασιν, εν ώ είχε μόλις χίλιους Αλβανούς. Ο λόγος ούτος κατετάραξε τους πολιορκητάς της Τριπολιτσάς φοβηθέντας μη αποβώσι τα στρατεύματα ταύτα είς τι παράλιον της Πελοποννήσου και στρατεύσωσι προς λύτρωσιν της κινδυνευούσης πόλεως· εκρίθη δε αναγκαίον να εκστρατεύση μέρος του πολιορκούντος στρατού κατά τας Πάτρας. Αυθόρμητος εξεστράτευσεν ο Υψηλάντης παραλαβών τους υπό τον Βαλέστον τακτικούς ελθόντας εκ Καλαμάτας εις Τριπολιτσάν και 500 ακολούθους του Κολοκοτρώνη υπό τον ανεψιόν αυτού Αποστόλην και τους δύο υιούς του, τον Πάνον αναβάντα εις Τριπολιτσάν προ ολίγων ημερών από του Ισθμού, και τον Γενναίον. |
| Εν τούτοις ο εχθρικός στόλος ηγκυροβόλησεν έμπροσθεν της Ζακύνθου, υπεδέχθη φιλικώτατα παρά των ουδετέρων του τόπου εκείνου Αρχών, επρομηθεύθη τροφών, και την 7 σεπτεμβρίου κατέπλευσεν εις Πάτρας όπου ήλθαν και συνηνώθησαν καί τινα των εν τοις ηπειρωτικοίς παραλίοις πλοίων, περί ων άλλοτε ανεφέραμεν, καί τινα αλγερινά· συνηριθμούντο δε όλα 60, εν οις τρία δίκροτα, και επτά φρεγάται. |
| Οι δε ατυχείς αρχηγοί της Αχαΐας μετά τα εν Πάτραις πρώτα παθήματά των έσπευσαν να στρατολογήσωσι και καταλάβωσι διαφόρους θέσεις, αν όχι εις βλάβην, τουλάχιστον εις συστολήν των εχθρών ενδυναμωθέντων διά των εκεί μεταβάντων Λαλιωτών, και διά 1500 Αλβανών αποσταλέντων παρά του Χουρσήδη υπό τον αρχιπυροβολιστήν Ασλανάκην· ήσαν δε οι εν Πάτραις Τούρκοι πάντοτε κύριοι των πέριξ της πόλεως και εξήρχοντο ελευθέρως απάγοντες ζώα και ξυλευόμενοι· πολλάκις δε επροχώρουν και όπου εφύλατταν οι Έλληνες και ηκροβολίζοντο, πάντοτε υπερέχοντες· κατά τους ακροβολισμούς δε τούτους διεκρίνετο ο Παναγιώτης Καρατσάς, ο τολμηρότερος των Ελλήνων αρχηγών εκείνου του μέρους, όστις όχι μόνον επολέμει τους Τούρκους επί των πεδινών τόπων, αλλά έπιπτε την νύκτα και εις αυτήν την πόλιν. Αι Πάτραι δεν ήτο δυνατόν να πέσωσι ειμή διά της πείνας, καθώς διά της πείνας έπεσαν και τα άλλα φρούρια· αλλ' ο αποκλεισμός των πάντοτε ανεπαρκής διά ξηράς, έγεινεν ανεπαρκέστερος αφού τόσον εδυναμώθη η φρουρά των· διά θαλάσσης δε εκ διαλειμμάτων μόνον και σπανίως απεκλείοντο· ώστε όχι μόνον των προς τροφήν επρομηθεύοντο αφθόνως, αλλά και των προς τρυφήν. |
| Δεν είναι πολλού λόγου άξιοι οι μετά τα πρώτα κατά τας Πάτρας συμβάντα συχνοί εκεί ακροβολισμοί, διότι ούτε αποτέλεσμα έφεραν, ούτε διά τινος περιέργου συμβάντος, εκτός ολίγων φόνων, διεκρίθησαν. Τόσον ανενόχλητοι συνήθως έμεναν οι Τούρκοι, ώστε την 23 ιουνίου υπήγαν και έκαυσαν το μοναστήριον του Ομπλού, τρεις ώρας μακράν των Πατρών. Την δε 3 ιουλίου επροχώρησαν και εις τα Μαύρα Βουνά και εκτύπησαν το καλώς οχυρωμένον σπηλαιωτικόν μετόχι. Αλλ' ολιγώτατοι στρατιώται και καλόγηροι εγκλεισθέντες ούτε τας επιρριπτομένας κανονοσφαίρας και βόμβας, ούτε δισχιλίων και πεντακοσίων οπλοφόρων ακατάπαυστον και πολύωρον τουφεκισμόν εφοβήθησαν. Μεσούντος δε του Ιουλίου οι Έλληνες ετοποθετήθησαν πλησιέστερον των Πατρών και ήρχισαν έκτοτε να εμπνέωσι φόβον ερχόμενοι εις μάχην μετά των εχθρών· η φονικωτέρα συνέβη την νύκτα της 2 αυγούστου και την ακόλουθον ημέραν, παρευρεθέντων εν τη μάχη του Γρίβα και του Καρατσά. Οι δύο ούτοι φιλοπόλεμοι νέοι, εν ώ ήσαν οι Έλληνες εστρατοπεδευμένοι εν τω χωρίω της Γλυκάδας, έπεσαν αίφνης την ρηθείσαν νύκτα επί τους κατέχοντας το μοναστήριον του Γηροκομείου εχθρούς πολλά πλησίον της πόλεως κείμενον. Ακούσαντες τον τουφεκισμόν οι εν αυτή Τούρκοι εξεστράτευσαν όλοι εις βοήθειαν των πασχόντων αδελφών των· εξώρμησε και όλον το εν τη Γλυκάδα ελληνικόν στράτευμα, και ούτως η μάχη έγεινε γενική δι' όλης της ημέρας, και οι Έλληνες κατεδίωξαν τους επελθόντας έως εις τα άκρα της πόλεως. Ελέγετο δε ότι κατά την μάχην εκείνην εσκοτώθησαν 100 Τούρκοι· εσκοτώθησαν και 20 Έλληνες, εν οις και ο άξιος μαχητής Καλαβρυτινός Μπενιζέλος. |
| Οι δε Τούρκοι, προθέμενοι ν' απομακρύνωσι της πόλεως ως και πρότερον τους Έλληνας, εξεστράτευσαν την 5 πανστρατιά υπό την οδηγίαν του Ισούφπασα σύροντες τέσσαρα κανόνια και μίαν βομβοβόλον, και εστρατοπέδευσαν εκτός του Γηροκομείου. Οι Έλληνες κατείχαν τότε το χωρίον Ρωμανού, τον λινόν του Χουσεήναγα και τα πέριξ. Τρία ημερονύκτια επολέμησαν οι Τούρκοι τους εν τω λινώ του Χουσεήναγα επί σκοπώ να τους διασκορπίσωσιν, αλλά, χάρις εις τους εκεί ευρεθέντας, Γρίβαν, Φωκάν, Γκεντιλίνην και Καρατσάν, απεκρούσθησαν, εγκατέλειψαν και αυτήν την θέσιν του Γηροκομείου και εισήλθαν κατησχυμένοι εις το φρούριον. Η θάλασσα εν τοσούτω ήτον ανοικτή, και τροφαί εκομίζοντο εις τας Πάτρας ελευθέρως· και επειδή οι αποκλεισμοί των Ελλήνων δεν ανεγνωρίζοντο εισέτι, πολεμικά ευρωπαϊκά πλοία επροστάτευαν αναφανδόν τα εισπλέοντα υπό τας σημαίας των βασιλέων αυτών τροφοφόρα. Αλλά και αυτή η οπωσούν επί της ξηράς καλή κατάστασις των Ελλήνων πολλά ολίγον διήρκεσεν εξ αιτίας των αναφυεισών διχονοιών και διαιρέσεων μεταξύ των προκρίτων και των οπλαρχηγών. Εκείναις ταις ημέραις εδολοφονήθη και ο άριστος Καρατσάς. Το πρώτον τούτο επί της επαναστάσεως της δολοφονίας ανοσιούργημα, πραχθέν εν τω μοναστηρίω του Ομπλού την 4 σεπτεμβρίου υπό των Κουμανιωτών δι' αντιζηλίαν, αφήρεσε την αμοιβαίαν πίστιν, διήγειρε φόβους και συνέτρεξεν εις την εν μέρει διάλυσιν των εκεί ελληνικών στρατευμάτων. Τοιαύτη ήτον η κατάστασις των περί τας Πάτρας συστρατοπεδευόντων ότε ο εισβολής στόλος εφάνη έμπροσθεν της πόλεως εκείνης. |
| Ό,τι ήρχισε να ενεργή ως προς την διάλυσιν των ελληνικών στρατευμάτων η διχόνοια και η δολοφονία, το απετελείωσεν η άφιξις του στόλου. |
| Σεπτέμβριος | Την 9 σεπτεμβρίου οι εν Πάτραις Τούρκοι, συμπαραλαβόντες καί τινας των επί του στόλου εις απόβασιν Αλβανών, εστράτευσαν, ως χίλιοι, επί τους κατέχοντας τας τρεις μακρυνάς θέσεις, την του Σαραβαλίου υπό τους Πετμεζάδας και Κουμανιώτας, την του Πουρναροκάστρου υπό τον Ζαήμην, και την του μετοχίου του Ομπλού υπό τον Σισίνην. Οι εν Σαραβαλίω όλοι έφυγαν την προτεραίαν νύκτα ιδόντες τον στόλον· ανεχώρησαν αμαχητί και οι εν Πουρναροκάστρω· δεν αντέστησαν ουδ' οι εν μετοχίω και εγκαταλείψαντες τας αποσκευάς και τα δύο κανόνια ανέβησαν εις τα ορεινότερα μέρη, καταδιωκόμενοι και εκεί υπό των Τούρκων εγγύς όντων να ζωγρήσωσι και τον Σισίνην φεύγοντα. |
| Μετ' ολίγας δε ημέρας το πλείστον μέρος του στόλου υπό τον Γιβραλτάρην, φέρον εις απόβασιν τον Ισούφπασαν και 700 Αλβανούς, μετέβη εις Βοστίτσαν, ην ηύρε πανέρημον και την κατέκαυσε καυθείσαν, ως είδαμεν, και επί της εκείθεν διαβάσεως των περί τον κεχαγιάμπεην· διεσπάρησαν δε οι εχθροί εις όλην την επαρχίαν της Βοστίτσης λαφυραγωγούντες και απάγοντες ζώα. Την δε 19 έπλευσεν ο στόλος εις την αντίπορθμον ξηράν, εκανονοβόλησεν αβλαβώς την Βετρινίτσαν και παρέστη έμπροσθεν του Γαλαξειδίου. |
| Η κωμόπολις αύτη κείται επί της δυτικής άκρας του κρισσαίου κόλπου ή κόλπου των Σαλώνων, ούτως ονομαζομένου, διότι ολίγον ενδότερον προς τον μυχόν αυτού κείνται η Κρίσσα πόλις των αρχαίων, και τα Σάλωνα πόλις των νεωτέρων Ελλήνων. Είχε δε επί της επαναστάσεως 700 οικίας, και 40 πλοία (καράβια), εκτός πολλών μικρών, πλέοντα όλην την Μεσόγειον· έχει και λιμένα αξιόλογον. |
| Οι κάτοικοι, υποπτεύοντες διά θαλάσσης προσβολήν, είχαν οχυρώσει διά κανονίων το έξωθεν του στόματος του λιμένος νησίδιον εις προφύλαξιν των πλοίων και της κωμοπόλεως, και αντέστησαν την πρώτην ημέραν ευτυχώς προς τον αδιακόπως κανονοβολούντα στόλον. Ήσαν δε και 200 στρατιώται επί της ξηράς εις εμπόδιον της μελετωμένης αποβάσεως· αλλά την επελθούσαν νύκτα έγειναν άφαντοι. Την δε ακόλουθον ημέραν απεβιβάσθησαν 1000 Τούρκοι εις την ξηράν, εκυρίευσαν τα πλοία, εξ ών 13 ήσαν ένοπλα, εκυρίευσαν και το επί του έξωθεν του στόματος του λιμένος νησιδίου κανονοστάσιον και αυτήν την κωμόπολιν, έσφαξαν πεντέξ εναπομείναντας γέροντας, και γραίας, καταφυγόντων των κατοίκων της εις τα ενδότερα, έκαυσαν την κωμόπολιν, και παραλαβόντες 34 πλοία, τα ογκωδέστερα και ευχρηστότερα, εν οις και τα μετακομίσαντα εις Πελοπόννησον τους περί τον Μεταξάν και Μερκάτην δύο ιόνια, και καύσαντες όλα τάλλα, μικρά μεγάλα, επανέλευσαν εις Πάτρας. |
| Ευδοκίμησεν ο στόλος εν τω περίπλω τούτω, διότι και τα φρούρια Μοθώνης και Κορώνης επεσίτισε, και τα εκτός της Κορώνης και των Πατρών ελληνικά στρατόπεδα φανείς διέλυσε, και όλην την εν τω κορινθιακώ κόλπω ελληνικήν ναυτικήν δύναμιν, την ενοχλούσαν τα εκεί φρούρια, κατέστρεψεν. Ο κύριος σκοπός του ήτον να διευκολύνη την μετάβασιν των τουρκικών στρατευμάτων από της αντικρύ στερεάς εις Πελοπόννησον· αλλ' η εκστρατεία εματαιώθη εν τη μάχη των Βασιλικών· διά την αιτίαν ταύτην και διά την προσεγγίζουσαν ώραν του χειμώνος, καθ' ην οι απειροθάλασσοι Τούρκοι αγαπούν να διαχειμάζωσιν εντός ασφαλών λιμένων, ο στόλος, σύρων και τα εν τω Γαλαξειδίω αλωθέντα πλοία, απέπλευσε των Πατρών, και την 24, 25, και 26 κατέπλευσεν όλος πάλιν εις τον λιμένα της Ζακύνθου, όπου αι ουδέτεραι Αρχαί τον εδέχθησαν ως και την πρώτην φοράν ευμενέστατα. |
| Ο δε Υψηλάντης, διαβάς διά των Καλαβρύτων, συμπαρέλαβε χιλίους υπό τον Χαραλάμπην, τους Πετμεζάδας και τον Σολιώτην· αλλά δεν έφθασεν εις Βοστίτσαν ειμή αφ' ού απέπλευσεν ο εχθρικός στόλος· οδεύων δε παρά την παραλίαν προς τον Ισθμόν και φθάσας εις την μονήν της αγίας Ειρήνης, ολίγας ώρας απέχουσαν της Βοστίτσης, είδεν αντίπεραν καιόμενον το Γαλαξείδι· την δε 22 σεπτεμβρίου έφθασεν εις τα Βασιλικά (Σικυώνα). |
| Εν ώ δε ο εχθρικός στόλος διέπλεε την ελληνικήν θάλασσαν και κατέστρεφεν, ο ελληνικός διέμενεν άπλους. Τα πλοία, ως ιδιόστολα, ήσαν δικαίω τω λόγω και δυσκίνητα, αλλ' ο μέγας κίνδυνος της πατρίδος έπεισε και ταύτην την φοράν τους γενναίους νησιώτας εις νέας χρηματικάς καταβολάς, δι' ων εφοδιασθέντα 35 εξέπλευσαν προς τα δυτικά της Πελοποννήσου εις συνάντησιν των εχθρικών· συνεξέπλευσε κατά πρώτην φοράν και ο Ανδρέας Βώκος, ο και Μιαούλης ως απλούς πλοίαρχος. Ολίγον διέμεινεν ο εχθρικός στόλος εν Ζακύνθω, και απέπλευσε διευθυνόμενος εις Κωνσταντινούπολιν καθ' όν καιρόν έπλεε προς τον κορινθιακόν κόλπον ο ελληνικός. Αφιχθέντος δε τούτου εκτός της Ζακύνθου, έστειλαν οι αρχηγοί αξιωματικόν εις το υγειονομείον ίνα μάθη τι περί του εχθρικού· αλλ' αι Αρχαί απέπεμψαν τον αποσταλέντα εχθρωδώς απαγορεύσασαι αυτώ πάσαν συνέντευξιν μετά των επί ξηράς και πάσαν αγοράν. Η διαγωγή αύτη της αγγλοϊονικής κυβερνήσεως ήτο φανερά παράβασις της ουδετερότητας, ην επηγγέλλετο. Αφού εδέχθη δις ολόκληρον οθωμανικόν στόλον, πώς απέπεμπε μίαν ελληνικήν λέμβον; Πλέων δε ο ελληνικός μεταξύ Ζακύνθου και Κεφαλληνίας έμαθεν ό,τι επεθύμει παρά τινων θαλασσοπορούντων και εστράφη προς τας Σπέτσας και την Ύδραν υποπτεύσας μη ο εχθρικός τας προσβάλη επί του διάπλου. Αλλ' ούτος ηύρε τόσω σφοδράν αντίπνοιαν έξωθεν των μεσσηνιακών φρουρίων, ώστε ηναγκάσθη να ποδίση προς την Ζάκυνθον. Εξ αιτίας δε της ανεμοζάλης απεμακρύνθη έν δικάταρτον αλγερινόν 20 κανονίων, και εμπεσόν εις τον ελληνικόν στόλον, και πολεμούμενον πανταχόθεν, αντέστη κατ' αρχάς γενναίως, αλλά μη βλέπον τρόπον σωτηρίας και καταδιωκόμενον υπό των πλοίων του Σαχίνη και του Ραφαλιά ερρίφθη προς τα νότεια της Ζακύνθου εις τόπον λεγόμενον Υψόλιθρον, σχεδόν ημίκαυστον και εσυντρίβη· 20 των ναυτών του εφονεύθησαν και επληγώθησαν, και 40 αβλαβείς διεσώθησαν. |
| Ανεφέραμεν ήδη πόσον ανεφλέχθη το πνεύμα των Επταννησίων αρξαμένου του ελληνικού αγώνος· δεν ίσχυσαν δε να σβέσωσι τον υπέρ αυτού ενθουσιασμόν των ούτε ο ανυπόκριτος φιλοτουρκισμός ούτε η σιδηρά χειρ του τότε μεγάλου αρμοστού Θωμά Μαιτλάνδου, αξίου ανδρός, αλλά τόσον δεσποτικού, ώστε αυτοί οι συμπατριώται του τον παρονόμαζαν Σουλτάν - Θωμάν (King Tom). Εις μάτην ο αρμοστής ούτος εκήρυττεν ουδετερότητα και επηγρύπνει εις την μη παράβασίν της υπέρ των Ελλήνων· εις μάτην εδήμευεν υπάρχοντα και κατεδίκαζεν εις αειφυγίαν· οι Κεφαλλήνες και οι Ζακύνθιοι και τας προκηρύξεις του εποδοπάτουν, και τας ποινάς του ωλιγώρουν, και τας απειλάς του εχλεύαζαν, και τον ελληνικόν αγώνα υπεστήριζαν διά παντός τρόπου και δι' αυτών των επ' εκκλησίας πανδήμων δεήσεων υπό τον βροντώδη ήχον των κωδώνων εις επήκοον της δυσμενούς Αρχής. |
| Τούτων ούτως εχόντων, εύκολον είναι να συμπεράνη τις πόσον εξήφθη ο φύσει ενθουσιώδης λαός της Ζακύνθου, ότε είδεν όχι μόνον την εθνικήν του σημαίαν κυματίζουσαν, αλλά και τον τυραννούμενον αδελφόν του μαστίζοντα κατά τον Υψόλιθρον τον αλλογενή και αλλόπιστον τύραννόν του. Χωρία ολόκληρα εκενώθησαν, και οι κάτοικοι των έτρεξαν ένοπλοι όπου έπεσε το τουρκικόν πλοίον· έτρεξαν συγχρόνως εις τον αυτόν τόπον και 20 στρατιώται Άγγλοι προς διατήρησιν των υγειονομικών διατάξεων. Μεγάλη λογομαχία επήλθε κατ' αρχάς μεταξύ του Άγγλου αξιωματικού καί τινων εκ των χωρικών. Επροσπάθει ο αξιωματικός να τους επαναγάγη εις τα χωρία των· αλλά μη εισακουόμενος εκτύπησεν ένα δι' ης εβάσταζεν ιππομάστιγος. Εντεύθεν έλαβαν αφορμήν οι ευερέθιστοι χωρικοί να τουφεκίσωσι την φρουράν, εσκότωσαν ένα στρατιώτην, επλήγωσαν δύο και τον αξιωματικόν· τους αντετουφέκισε και η φρουρά· αλλ' ο μικρός αριθμός της ήτον ανίκανος ν' αντισταθή μέχρι πολλού προς τον μέγαν αριθμόν των χωρικών· διά τούτο υπεχώρησεν εις τους πλησίον πύργους· αλλά και εκεί την εκτύπησαν την νύκτα οι χωρικοί. |
| Εν ώ δε τοιαύτα συνέβαιναν επί της ακτής της Ζακύνθου, πλοία του προς την Ύδραν και Σπέτσας πλέοντος ελληνικού στόλου έπεσαν υπό το σκότος της νυκτός εις το μέσον του εχθρικού μεταξύ Ζακύνθου και Γλαρέντσας και εκινδύνευσαν. Αλλά παρευρεθείς ο Μιαούλης εφάνη αυτοφυής ναύαρχος· έφερε τα πλοία όσον εδύνατο πλησιέστερον της πελοποννησιακής ξηράς, διέταξε να παραπλέωσι, και τοιουτοτρόπως τα μεγαλόσωμα εχθρικά, μη δυνάμενα να πλεύσωσιν εις ολιγοβαθή νερά, εκανονοβόλουν μακρόθεν όλον το νυχθήμερον επί ματαίω. Την δε επελθούσαν νύκτα διεξέπλευσαν τα ελληνικά σώα· μόνον το του Θεοδωρή Γ. Μέξη καθήσαν, εκυρίευσαν οι εχθροί και έσβεσαν ην άναψαν φλόγα οι ναύται του αποβάντες όλοι αβλαβείς εις την ξηράν. |
| Μετά την ναυτικήν ταύτην αψιμαχίαν, ο οθωμανικός στόλος εισέπλευσεν αύθις τον λιμένα της Ζακύνθου, παρέλαβε τους διασωθέντας ναύτας του αλγερινού πλοίου, και απέπλευσε την 3 οκτωβρίου· βλάψας δε κατά τον πλουν του την μηδεμίαν αιτίαν παρασχούσαν Σαμοθράκην, εισήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν την 12 νοεμβρίου, επιδεικνύων τα συλληφθέντα του Γαλαξειδίου πλοία, και κρεμάσας επί των καταρτιών αυτών 30 αθλίους ναύτας αιχμαλωτισθέντας, ως έλεγαν οι του στόλου εν Γαλαξειδίω· αλλ', επειδή δεν ευρέθη ψυχή ζώσα επί της εις την κωμόπολιν εκείνην αποβάσεώς των, επιστεύετο, ότι οι κρεμασθέντες ήσαν εκ των δυστυχών Χριστιανών των πληρωμάτων αυτού του στόλου. Ο δε Καρα - αλής προήχθη διά τον επισιτισμόν των φρουρίων και την καταστροφήν του Γαλαξειδίου εις τον βαθμόν του Καπητάμπασα. |
| Το δε κατά τον Υψόλιθρον συμβάν ηνάγκασε τον ύπαρχον Ζακύνθου να βάλη χωρία τινά υπό τον στρατιωτικόν νόμον. Ο δε ανθαρμοστής Αδάμ όχι μόνον ενέκρινε το πραχθέν, αλλ' εφήρμοσε τον νόμον καθ' όλην την νήσον. Προς εκτέλεσιν δε αυτού μετέβη εις Ζάκυνθον και διέχυσε μέγαν τρόμον. Πέντε χωρικοί εκρεμάσθησαν ως πρωταίτιοι των κατά τον Υψόλιθρον συμβάντων, ο Θεόδωρος Πέτας Γλάρος, ο Διονύσιος Κοντονής, ο Παναγιώτης Ρουμελιώτης, (ο Αντώνης Ζούκας) και ο Γιάννης Κλαδιανός· τα σώματα δε αυτών ετέθησαν εντός κλωβίων υψωθέντων επί των κορυφών των πέριξ της πόλεως και του λιμένος βουνών εις φρίκην των θεατών· όλοι δε οι κάτοικοι της νήσου αφωπλίσθησαν, και 100 πάσης κλάσεως, εν οις και ιερείς, απήχθησαν εις το φρούριον ως ένοχοι, ως ύποπτοι ή ως απειθείς. |
| Τον νόμον τούτον έλαβεν αφορμήν να κηρύξη ισχύοντα και ο ύπαρχος Κυθήρων εν τω χωρίω των Καβάνων· εκηρύχθη ισχύων μετ' ολίγον και καθ' όλην την νήσον· εκηρύχθη δε εν τω χωρίω των Καβάνων, διότι οι κάτοικοί του, παρασυρόμενοι υπό του προς τον ελληνικόν αγώνα ενθουσιασμού, συνέλαβαν 50 Τούρκους, άνδρας γυναίκας και παιδία, πλέοντας εις Κρήτην και ορισθέντας εκ περιστάσεως προς την νήσον, και τους εξωλόθρευσαν ανηλεώς και αναιτίως, τους μεν φονεύσαντες, τους δε ρίψαντες εις την θάλασσαν· αντέστησαν δε και προς τους υπηρέτας της εξουσίας σταλέντας προς σύλληψιν των ενόχων· διά ταύτην την αιτίαν πολλοί χωρικοί συνελήφθησαν και δύο εξ αυτών εθανατώθησαν· οι δε πρωταίτιοι κατέφυγαν εις Πελοπόννησον. Συγχρόνως εκηρύχθη ισχύων ο στρατιωτικός νόμος και εν Κεφαλληνία και εν αγία Μαύρα, και εν τη πρωτευούση νήσω των Κορυφών· και εν μεν τη Κεφαλληνία κατά το λέγειν αυτού του ανθαρμοστού (β), εκηρύχθη όχι διότι έπραξαν οι κάτοικοί της όσα οι Ζακύνθιοι, αλλά διότι ενδεχόμενον ήτο να πράξωσι τοιαύτα εν ομοία περιστάσει· εν δε τη αγία Μαύρα, διότι η νήσος εκείνη, χωριζομένη της ξηράς διά στενού και διαβατού πορθμού, υπέκειτο εις ληστρικάς εκείθεν επιδρομάς· εν δε τη νήσω των Κορυφών, διότι, αν και ο τόπος εκείνος διέμεινεν ήσυχος και ευπειθής, δεν ήτον εύλογον να εξαιρεθή του γενικού κανόνος. Διά τοιούτους λόγους αφωπλίσθησαν τας ημέρας εκείνας συγχρόνως όλοι οι Επταννήσιοι, πταίσται, αθώοι, φιλοτάραχοι και φιλήσυχοι. Ολίγας δε ημέρας μετά τα συμβάντα ταύτα, ήτοι την 17 Οκτωβρίου, εξεδόθη άλλο κήρυγμα λέγον, ότι από της ημέρας εκείνης ούτε οθωμανικά ούτ' ελληνικά πλοία πολεμικά ήσαν δεκτά, ειμή εν περιστάσει τρικυμίας, εις τους λιμένας του ιονίου κράτους, ότι μόνον αδεία των αρμοδίων Αρχών, επετρέπετο η μετά των ρηθέντων πλοίων κοινωνία, και ότι όστις κατοικών εν τω ιονίω κράτει απεπειράτο να κοινωνήση μετά των επί των ρηθέντων πλοίων άνευ αδείας, εθεωρείτο και επαιδεύετο ως ένοχος φανεράς παρακοής. Τοιαύτη ήτον η προς τους Επταννησίους διαγωγή της αρμοστίας, και τοιαύτη η διάθεσίς της προς τον ελληνικόν αγώνα υπό το ψευδές πάντοτε όνομα αυστηράς και αμερολήπτου ουδετερότητος. |
| Ο δε εχθρικός στόλος, αφ' ού ετροφοδότησε την Κορώνην, έπλευσε την αυτήν ημέραν εις Καλαμάταν. Φόβος μέγας κατέλαβε τους εκεί, και υπό το κράτος του φόβου οι επί της κυριεύσεως της Καλαμάτας παραδοθέντες Τούρκοι ως εκατόν, στελλόμενοι δήθεν χάριν ασφαλείας εις Μάνην, εμιαιφονήθησαν καθ' οδόν επί προφάσει μη λάβωσιν όπλα επί της αφίξεως των συναδέλφων των. |
| Μέγας και πολύς ήτον εν Τριπολιτσά ο κεχαγιάμπεης εν όσω ενίκα· αλλ' ουδείς τον εσέβετο ουδ' υπήκουεν αφ' ού έπαυσε νικών. Ανηγέρθησαν τότε, καθώς συμβαίνει συνήθως επί των αποτυχιών, πολλαί κεφαλαί· διηρέθησαν δε όλοι εις τρία μεγάλα κόμματα· εις το των εντοπίων Τούρκων ους εκίνουν ο Κιαμίλμπεης, ο Μουσταφάμπεης, ο Δεφτερδάρης και ο Σιέχ - Νετσήπ - εφέντης· εις το του κεχαγιάμπεη και καϊμακάμη, ήτοι των ασιανών, και εις το των συναναβάντων μετά του κεχαγιάμπεη Αλβανών των υπό τον Ελμάσμπεην. Το πρώτον κόμμα εζήτει ασφάλειαν, το δεύτερον τιμήν, το τρίτον χρήματα. Και τα τρία έβλεπαν πάσαν αντίστασιν ματαίαν, αφ' ού μάλιστα επείσθησαν, ότι οι έξωθεν ερχόμενοι εις βοήθειαν ομόπιστοί των ηττήθησαν κατά τα Βασιλικά. Αλλ' οι περί τον κεχαγιάμπεην ήσαν γνώμης να μη εμπιστευθώσιν εις επισφαλή συμβιβασμόν, αλλά να εξέλθωσιν όλοι πανέστιοι διά νυκτός, και διελθόντες το εχθρικόν στρατόπεδον να καταφύγωσιν όσοι επιζήσωσιν εις Ναύπλιον. Αν τολμηρά ήτον η γνώμη αύτη, ήτον η μόνη παρέχουσα ελπίδα σωτηρίας. Αλλ' οι Αλβανοί ήξευραν ότι, αποχωριζόμενοι των συναδέλφων των, εσυμβιβάζοντο μετά των Ελλήνων και ευκόλως και επικερδώς· όθεν, ως άνθρωποι του συμφέροντος, δεν επείθοντο να ριψοκινδυνεύσωσιν επ' ωφελεία άλλων. Εις τόσην δε αναισχυντίαν περιέπεσαν, ώστε εμονοπώλουν τας εναπολειφθείσας τροφάς, και επώλουν πολλάκις και αυτό το εν τη πόλει νερόν· απαιτούντες δε απειλητικώς τους υστερούντας μισθούς των, απέκλεισαν και αυτόν τον κεχαγιάμπεην εν τω παλατίω του και τους έλαβαν διά της βίας. Οι δε εντόπιοι Τούρκοι είχαν άλλας αιτίας να μη εγκρίνωσι το περί της εξόδου σχέδιον του κεχαγιάμπεη· δεν ήθελαν να θέσωσιν εις κίνδυνον τας οικογενείας των· έχοντες δε σχέσεις προς τους προκρίτους της Πελοποννήσου ως συμπατριώτας των, ήλπιζαν πάντοτε να συμβιβασθώσι και λυτρωθώσι. Τοιαύτη διαφωνία επεκράτει εν Τριπολιτσά καθιστώσα την δεινήν θέσιν της πολύ δεινοτέραν. Η εγγίζουσα δε εκπολιόρκησις έφερεν έξωθεν των τειχών τόσον πλήθος οπλοφόρων επ' ελπίδι λαφυραγωγίας, ώστε συνηριθμούντο τας τελευταίας ημέρας τουλάχιστον 15000· επεκράτει δε και τόση αταξία και απροσεξία εν τω στρατοπέδω, ώστ' ελαθροπώλουν τινές αισχροκερδείς προς τους πολιορκουμένους υπό το σκότος της νυκτός τροφάς. Ειδοποιηθείς ο Κυριακούλης ότι προσήλθαν τίνες επί τω σκοπώ τούτω υπό το τείχος κρυφίως, παρέλαβέ τινας των περί αυτόν και έτρεξε να τους διασκορπίση και τιμωρήση· αλλά τους υπεράσπισαν οι έσωθεν τουφεκίζοντες, και εξώρμησαν πολλοί αυτών εις τιμωρίαν των προθυμηθέντων να παύσωσι την αθέμιτον ταύτην τροφεμπορίαν· έτρεξαν τότε και πολλοί Έλληνες ακούσαντες τον τουφεκισμόν, έτρεξε και αυτός ο Κολοκοτρώνης, και μετά δίωρον μάχην ηναγκάσθησαν οι εξορμήσαντες, πολλά παθόντες, να καταφύγωσιν εις την πόλιν. |
| Εντοσούτω, τα σχέδιον του συμβιβασμού υπερίσχυσεν, αλλ' ουδείς ετόλμα να το προβάλη αναφανδόν. Εν τοις τοιούτοις καιροίς ισχύει παρά τοις Οθωμανοίς πολλάκις το γυναικείον φύλον. Εν Κωνσταντινουπόλει συχνάκις κινείται ο όχλος των γυναικών αυθαδώς και ατιμωρήτως κατά των Αρχών εν καιρώ σιτοδείας· εντεύθεν ορμώμενοι και οι εν Τριπολιτσά, οι θέλοντες υπέρ τους άλλους τον συμβιβασμόν, υπεκίνησαν τας Οθωμανίδας. Την 6 σεπτεμβρίου συνήχθησαν κάτωθεν του παλατίου πάμπολλαι και οδυρόμεναι εκραύγαζαν, ότι απέθνησκαν της πείνας και της δίψας και επεκαλούντο εν ονόματι του θεού και του βασιλέως των τον ταχύν συμβιβασμόν μετά των πολιορκητών, ως την μόνην αποτροπήν του παντελούς ολέθρου. Συνήλθαν τότε εις το παλάτιον οι πρόκριτοι, και ενώπιον του κεχαγιάμπεη, μη δυναμένου πλέον μηδ' αυτού ν' αντιτείνη, ενεκρίθη να γείνωσι προς τους Έλληνας προτάσεις συμβιβασμού διά των αρχιερέων και προεστώτων. |
| Των ανδρών τούτων ο εν Τριπολιτσά βίος ήτο μαρτύριον. Κατ' αρχάς έζων υπό απλήν φύλαξιν, αν και πάντοτε εν μέσω απειλών και κινδύνων· αλλά μόλις ένα μήνα διήρκεσεν η τοιαύτη κατάστασίς των. |
| Αρχομένου του απριλίου αφώπλισεν η εξουσία και εδέσμευσε 18 ενόπλους συναναβάντας εις Τριπολιτσάν ως σωματοφύλακας αυτών· την δε 16 έφερεν ο όχλος ενώπιον της εξουσίας Χριστιανόν τινα Τριπολιτσιώτην επί λόγω ότι τον συνέλαβεν έξω της πόλεως στελλόμενον προς τους πολιορκητάς εις ανακάλυψιν πολεμικού τινος τουρκικού σχεδίου. Επί τη μαρτυρία αυτού απεκεφαλίσθησαν ο ανεψιός ενός των προεστώτων και είς των υπηρετών αυτών ως αποστείλαντες τον συλληφθέντα προς τους Έλληνας. Τούτου γενομένου, ηκούσθη φωνή λέγουσα «διατί σκοτόνομεν τους υπηρέτας και φυλάττομεν τους κυρίους»; και επί τη φωνή ταύτη ώρμησεν ο όχλος εις σφαγήν των κυρίων· αλλ' απεκρούσθη υπό της φρουράς. Αυθεσπερί δε απεφασίσθη να φυλακισθώσιν οι αρχιερείς και οι προεστώτες εις καθησύχασιν του όχλου, και η απόφασις εξετελέσθη την επαύριον. Μόνοι δεν εφυλακίσθησαν ο Κορίνθου Κύριλλος, ο Σωτήρης Νοταράς, ο Μήτρος Ροδόπουλος (γ), ο Ανδρέας Καλαμογδάρτης και ο Ανάστασης Μαυρομιχάλης, ως προστατευόμενοι ο πρώτος και ο δεύτερος υπό του Κιαμήλμπεη, ο τρίτος και ο τέταρτος υπό του Μουσταφάμπεη, και ο Μαυρομιχάλης υπό του καϊμακάμη. Γενομένης δε την επιούσαν νέας οχλαγωγίας, εφονεύθησαν οι προδεσμευθέντες 18 σωματοφύλακες. Οι δε αρχιερείς, οι προεστώτες και οι υπηρέται αυτών, όλοι 38, συνεσωρεύθησαν εν μια και τη αυτή φυλακή, τη των κακούργων, ήτις είχεν εμβαδόν μόλις 150 πηχών και έν μικρόν παράθυρον· ήσαν δε όλοι, εκτός δύο υπηρετών, αλυσοσύνδετοι από του τραχήλου οι μεν κύριοι διά μιας οι δε υπηρέται δι άλλης αλύσεως· ώστε, ενός ανισταμένου, όλοι εξ ανάγκης συνανίσταντο· ετρέφοντο δε όσον αποζήν και εβίωσαν τον πολυώδυνον τούτον βίον πέντε μήνας· δις μόνον εν τω διαστήματι τούτω εξήχθησαν της φυλακής, αλλά μετ' ολίγας ημέρας επανήχθησαν. |
| Σεπτέμβριος | Αφού δε ενεκρίθη να μεταχειρισθώσιν οι πολιορκούμενοι τους άνδρας τούτους ως όργανα των σκοπών των, τους εξήγαγαν του δεσμωτηρίου, όπου είχαν ήδη αποθάνει ο Μονεμβασίας Χρύσανθος καί τις διάκονος, όλους ρακενδύτας, όζοντας, φθειριώντας, ημιθανείς εκ της ασιτίας και κακουχίας, σκιάς ανθρώπων μάλλον ή ανθρώπους. Έξ απέθαναν εν μια και μόνη ημέρα εν Τριπολιτσά μετά την αποφυλάκισιν, εν οις τρεις αρχιερείς, ο Ναυπλίου Γρηγόριος, ο Χριστιανουπόλεως Γερμανός και ο Δημιτσάνης Φιλόθεος· δύο δε προεστώτες εξεψύχησαν καθ' οδόν μετακομιζόμενοι εις τα ίδια, ο Θεόδωρος Δηληγιάννης και ο Ιωάννης Περρούκας. Αφ' ού δε επεριποιήθησαν οι Τούρκοι ους έως χθες εβασάνιζαν και εδικαιολογήθησαν ότι τους εφυλάκισαν εις διάσωσίν των από της ορμής του όχλου, τους διέταξαν να γράψωσι τοις πολιορκηταίς γράμματα όπως αυτοί τα υπαγόρευσαν. Ήσαν δε απειλητικά μάλλον ή συμβιβαστικά, διότι τους εμέμφοντο οι γράψαντες διά την μεγάλην αχαριστίαν των προς τόσον ευμενή εξουσίαν, τοις έλεγαν να έλθωσιν εις εαυτούς, να γνωρίσωσι το σφάλμα των, να καταθέσωσι τα όπλα και να επικαλεσθώσι το έλεος του πολυευσπλάγχνου σουλτάνου του εξουσιάζοντος τα δύο τρίτα του κόσμου και του διά μόνης της κατάρας δυναμένου να τους αφανίση· ει δε και παρήκουαν, τους ειδοποίουν, ότι εκινδύνευαν να πωληθώσι και αυτοί, καθώς άλλοτε επωλήθησαν οι όμοιοί των Σέρβοι, προς τρία γρόσια ο άνθρωπος· επί τέλους δε τους ηρώτων τι εζήτουν· ερρίφθησαν δε τα γράμματα έξω του τείχους. Οι πολιορκηταί απεκρίθησαν, ότι εχαρίζετο τοις πολιορκουμένοις η ζωή, ησφαλίζετο η τιμή των, και επετρέπετο και η αλλού μετάβασίς των· επιπλήττοντες δε τους γράψαντας επί τουρκοφροσύνη, ως αν ήσαν κύριοι να γράψωσιν ό,τι ενέκριναν, τους εσυμβούλευαν να συνακολουθήσωσι τους φίλους των. Οι Τούρκοι επρόβαλαν συνέντευξιν πληρεξουσίων εκατέρωθεν και εισηκούσθησαν· έγεινεν ανακωχή, και εχύθη έξω της πεινώσης και διψώσης πόλεως πλήθος γυναικών και παιδίων επί φανερώ κινδύνω. Αλλ', εν ώ εξήρχοντο, οι άσπλαγχνοι και αισχροκερδείς Αλβανοί, ιστάμενοι προ των πυλώνων, τοις αφήρουν ό,τι είχαν. Παμπληθή στρατεύματα, ως είπαμεν, συνέρρευσαν τας ημέρας εκείνας εκτός της πόλεως, και αυτό το στρατόπεδον των Ελλήνων σχεδόν επείνα. Διά την αιτίαν ταύτην και εις πλειοτέραν στενοχωρίαν των εντός της πόλεως εχθρών, δεχθέντες οι Έλληνες τους κατά πρώτον εξελθόντας, δεν ήθελαν να δεχθώσι και τους εκ δευτέρου και τους ετουφέκισαν εξερχομένους· αλλά τους απώθουν και οι Τούρκοι τουφεκίζοντές τους άνωθεν του τείχους. Τότε οι Έλληνες τους παρέλαβαν εξ ανάγκης, τους ετοποθέτησαν όπισθεν του στρατοπέδου προς την οδόν των Καλαβρύτων και τους αφήκαν να τρέφωνται όπως και όθεν εδύναντο. |
| Την δε 15 εστήθη σκηνή επί της πεδιάδος εξ ίσου μακράν της πόλεως και του στρατοπέδου, κατά τον άγιον Αθανάσιον, και δύο ώρας προ της μεσημβρίας εξήλθαν της πόλεως έφιπποι οι πληρεξούσιοι των τριών κομμάτων, και εκάθησαν υπό την σκηνήν. Ήλθαν μετ' ολίγον και οι των Ελλήνων. Επροσηκώθησαν οι Τούρκοι ιδόντες τους Έλληνας ερχομένους, αντεχαιρετήθησαν ως ισότιμοι, και ήρχισεν η συνδιάλεξις. Οι Έλληνες, ερωτηθέντες τι εζήτουν, επανέλαβαν όσα έγραψαν και επέμεναν. Οι Τούρκοι υπεσχέθησαν να δώσωσι ταχείαν απάντησιν αφ' ού εσυμβουλεύοντο και τους εν τη πόλει, και ούτω διελύθη η πρώτη συνέντευξις· εγένετο και δευτέρα, καθ' ην επρόβαλαν οι Τούρκοι να τοις δοθώσι 1800 ζώα εις μετακόμισιν αυτών και της περιουσίας των εις τους αντικρύ του Ναυπλίου Μύλους, και 40 ευρωπαϊκά πλοία όπως διαβιβασθώσι εις Σμύρνην ή εις άλλον τουρκικόν τόπον, να φέρωσι δε και τα όπλα των και να τρέφωνται υπό των Ελλήνων αφ' ης ημέρας υπογραφή η συνθήκη μέχρι της εις τα πλοία επιβιβάσεώς των. Οι δ' Έλληνες αντεπρόβαλαν να τους επιβιβάσωσιν ασφαλώς εις τα πλοία, αλλ' αφωπλισμένους· αφίνοντές τοις δε σώαν την περιουσίαν των απήτουν, ως αποζημίωσιν δι' όσην φθοράν επροξένησαν εν τη Πελοποννήσω και ως έξοδα του πολέμου, επέκεινα των 50 000 000 γροσίων. Δεινάς και ατελεσφόρους εθεώρησαν οι Τούρκοι τας προτάσεις ταύτας και ανέβαλαν την απάντησιν εις άλλην συνέντευξιν· αλλά και εν τη τρίτη συνεντεύξει δεν εσυμβιβάσθησαν, η ανακωχή ελύθη, και αι εχθροπραξίαι επανελήφθησαν. |
| Εντούτοις, υπέθαλπαν οι Έλληνες το ενυπάρχον σχίσμα των εχθρών, συγκαταβατικώτεροι φαινόμενοι προς τους Αλβανούς διά τας εξής αιτίας. Οι Σουλιώται, αφ' ού ανέκτησαν την πατρίδα των, εκηρύχθησαν, ως είδαμεν, υπέρμαχοι του Αλή και σύμμαχοι των αληπασιζόντων Αλβανών· διαδοθείσης δε της ειδήσεως, ότι έπνεεν η Τριπολιτσά τα λοίσθια, απεστάλησάν τινες παρά της συμμαχίας ταύτης προς τους πολιορκούντας την πόλιν εκείνην εις σωτηρίαν των κινδυνευόντων εν αυτή Αλβανών ως ομοφρόνων. Εδέχθησαν ευμενώς οι πολιορκηταί την αποστολήν ταύτην, και επροθυμήθησαν έτι μάλλον ν' αποσπάσωσι των άλλων τους Αλβανούς, διότι απέσπων την κυριωτέραν δύναμιν της πόλεως. Ευδιάθετοι εφάνησαν και οι Αλβανοί, διότι αποσπώμενοι ησφάλιζαν τα υλικά συμφέροντά των, αν και εθυσίαζαν την τιμήν των. Διά τους λόγους τούτους ο Ελμάσμπεης διεπραγματεύετο κατ' ιδίαν μετά των Ελλήνων επιτυχώς, και ελθών προς τον Κολοκοτρώνην εδήλωσεν, ότι έτοιμοι ήσαν οι Αλβανοί ν' αναχωρήσωσιν επί συμφωνία να φέρωσι τα όπλα και όλα τα πράγματά των, να συμπαραλάβωσι τας γυναίκας των πασάδων, τον κεχαγιάμπεην, τον καϊμακάμην, τον μπινά - εμίνην, τον καδήν και άλλους τινάς μη Πελοποννησίους Τούρκους, και να εξασφαλισθώσι κατά την εις Ήπειρον μετάβασίν των· υπέσχοντο δε να συμπολεμήσωσι κατά της Πύλης επί της εις τα ίδια επανόδου των. Και οι μεν Έλληνες εδέχθησαν τας προτάσεις ταύτας· οι δε εντόπιοι Τούρκοι έβλεπαν, ότι εχάνοντο, αν απεχωρίζοντο αυτών· οι Αλβανοί διά τούτο κατέβαλαν πάσαν φροντίδα εις διατήρησιν της συνενώσεως. Αλλά βλέποντες ότι οι μεν Αλβανοί εκώφευαν, οι δε Έλληνες απέρριπταν τας προτάσεις των, διηρέθησαν και αυτοί και εφρόντιζαν διά την ιδίαν σωτηρίαν διαπραγματευόμενοι είτε άτομα προς άτομα, είτε κοινότητες προς κοινότητας. Εν τούτοις οι Αλβανοί, αφ' ού κατά την εγγράφως γενομένην ιδιαιτέραν σύμβασιν αυτών και των Ελλήνων έστειλαν εις την σκηνήν του Κολοκοτρώνη τα πράγματά των, ητοιμάσθησαν να εξέλθωσι την 23. Την αυτήν ημέραν επρόβαλαν και οι λοιποί Τούρκοι να έλθωσιν εκ νέου εις λόγους μετά των Ελλήνων. Εντοσούτω η έξοδος των Αλβανών έβαλεν εις κίνησιν όλους τους εν Τριπολιτσά από πρωίας. Τινές των Ελλήνων παρετήρησαν ότι το προς την πύλην του Ναυπλίου κανονοστάσιον έμεινεν εξ αιτίας ταύτης αφρούρητον, και τρεις ώρας προ της μεσημβρίας άνευ ουδεμιάς προμελέτης ή προετοιμασίας ή ειδήσεως των αρχηγών ανέβησαν αλλεπαλλήλως 50 επί των ώμων ο είς του άλλου εν τάχει εν οις και ο Παναγιώτης Κεφάλας, εισεπήδησαν το τείχος, ήνοιξαν την αφρούρητον και ατείχιστον εκείνην πύλην, εισήγαγαν τους πλησιεστέρους συναγωνιστάς των και ανύψωσαν την ελληνικήν σημαίαν. Ιδόντες οι Τούρκοι το γεγονός έτρεξαν πληθηδόν επί τους εισελθόντας τουφεκίζοντες και τουφεκιζόμενοι. Είδαν οι έξω παρά πάσαν προσδοκίαν την ελληνικήν σημαίαν επί του τείχους, ήκουσαν και τον τουφεκισμόν και εφώρμησαν όλοι πολλαχόθεν αναβαίνοντες τα τείχη και ανοίγοντες και άλλας πύλας υπό τον σφοδρόν τουφεκισμόν και κανονοβολισμόν των εχθρών. Οι δε Αλβανοί, έμφοβοι μη εμπλεχθώσι, συνήλθαν όλοι εις την αυλήν του παλατίου ως υπό συνθήκην, και απεκαλούντο την εκπλήρωσίν της, αν όχι ως προς όλους, τουλάχιστον ως προς εαυτούς· αλλά διά την κατά τον ανωτέρω τρόπον άλωσιν της πόλεως οι Έλληνες ήθελαν να θεωρηθή η συνθήκη ως διαλελυμένη· ο Κολοκοτρώνης όμως και οι λοιποί αρχηγοί υπεσχέθησαν ν' ασφαλίσωσι μόνους τους Αλβανούς, και, εν ώ Έλληνες και Τούρκοι εμάχοντο εντός της πόλεως, τους απέπεμψαν όλους 1800 υπό την οδηγίαν του Πλαπούτα, όστις μετά τινων άλλων ωμήρευε παρ' αυτοίς αφ' ης ημέρας εγένετο ο συμβιβασμός. Εξελθόντες δε αβλαβείς και ανενόχλητοι οι Αλβανοί, παρέλαβαν σώα τα διαπιστευθέντα τω Κολοκοτρώνη πράγματά των, διενυκτέρευσαν υπό τας σκηνάς του, απέλυσαν επί τη απαιτήσει αυτού όσους εντοπίους συμπαρέλαβαν επί της εξόδου των, ανεχώρησαν την επιούσαν, και υπό την προστασίαν των συνοδευσάντων αυτούς μέχρι της Βοστίτσης Ελλήνων διεβιβάσθησαν ασφαλώς εις Τριζόνια και ωδοιπόρησαν εις Ήπειρον. |
| Λαός, αποτινάσσων πολυχρόνιον και βαρύν ζυγόν, κινείται πάντοτε θηριωδώς κατά των δεσποτών του· ο δε οπλοφόρος της Ελλάδος λαός ήτον έτι μάλλον ακράτητος κατ' εκείνας τας ημέρας, διότι ούτε κυβέρνησις υπήρχεν, ούτε μισθός εδίδετο, ούτε τροφαί τακτικώς διενέμοντο, ούτε μέλλον ασφαλές εφαίνετο, ούτε ο άτακτος επαιδεύετο, ούτε ο σωφρονών αντημείβετο. Διά ταύτα η ημέρα της αλώσεως της πρωτευούσης της Πελοποννήσου ήτον ημέρα καταστροφής, πυρκαϊάς, λεηλασίας και αίματος. Άνδρες, γυναίκες, παιδία, όλοι απέθνησκαν (δ), άλλοι φονευόμενοι, άλλοι εις τας αναφανείσας εν τη πόλει φλόγας ριπτόμενοι, και άλλοι υπό τα καταπίπτοντα στεγάσματα και πατώματα των καιομένων οικιών καταθλιβόμενοι· η δε δίψα της εκδικήσεως κατεσίγαζε την φωνήν της φύσεως. Εν ταις οδοίς, εν ταις πλατείαις, παντού δεν ηκούοντο ειμή μαχαιροκτυπήματα, πυροβολισμοί, πάταγοι κατεδαφιζομένων οικιών εν μέσω φλογών, φρυάγματα οργής και γόοι θανάτου· εστρώθη το έδαφος πτωμάτων και οι περιφερόμενοι πεζοί και ιππείς δεν επάτουν ειμή αποθνήσκοντας ή αποθανόντας· εφαίνοντο δε οι Έλληνες ως θέλοντες να εκδικηθώσιν εν μια ημέρα αδικήματα τεσσάρων αιώνων. Οι δε εν Τριπολιτσά Εβραίοι, επί λόγω της εν Κωνσταντινουπόλει και αλλού κακής προς τους Χριστιανούς διαγωγής των ομοθρήσκων των, όλοι κατεστράφησαν, οι μεν διά σιδήρου, οι δε διά πυρός, εκτός των περί τον Χανέ γνωστόν διά την αγαθότητά του. Ολίγοι Τούρκοι απεφάσισαν να εξαγοράσωσι δι' αίματος το αίμα των, και κατέλαβαν οι μεν την μεγάλην τάπιαν οι δε οικίας τινάς και επολέμουν. Διεκρίθησαν μεταξύ των άλλων καί τινες Δερβίσαι, κλεισθέντες εν τω τουρκικώ σχολείω και πολεμήσαντες μέχρι τελευταίας πνοής. Οι Έλληνες εκυρίευσαν αυθημερόν τας οικίας όσας οι εχθροί των κατέλαβαν εκτός δύο. Περί δε το μεσονύκτιον ανεφάνησαν αίφνης φλόγες εν τω παλατίω, όπου διέτριβαν αι γυναίκες των πασάδων, ας επί της εκπορθήσεως της πόλεως παρέλαβεν ο Πετρόμπεης. Αι γυναίκες αύται εξ αιτίας της αναφανείσης φλογός μετεκομίσθησαν την νύκτα εις την προ ολίγου κτισθείσαν λαμπράν οικίαν του Μουσταφάμπεη υπό την φύλαξιν πάντοτε του Πετρόμπεη. Την δ' επαύριον εκυριεύθη η μία των μη κυριευθεισών την προτεραίαν δύο οικιών, και εκάη η άλλη και συνεκάησαν και όλοι οι εν αυτή. Οι δε καταλαβόντες την τάπιαν μήτε τροφήν μήτε πόσιν έχοντες παρεδόθησαν επί ασφαλεία ζωής την 26. Τρεις ημέρας διήρκεσαν τα περί ων ο λόγος εν τη πόλει δεινά. Την δε τρίτην εθανατώθησαν εκτός της πόλεως και όσοι πεινώντες και διψώντες εξήλθαν προ της αλώσεως. Διακόσιοι ήσαν οι εν μέσω της αλληλομαχίας πεσόντες Έλληνες, δεκακισχίλιοι δε πάσης ηλικίας οι απολεσθέντες Οθωμανοί, Οθωμανίδες και Εβραίοι· οι δε λοιποί ηχμαλωτίσθησαν· 40 μόνον ένοπλοι διέφυγαν τας χείρας των Ελλήνων καταφυγόντες εις Ναύπλιον και μη καταδιωχθέντες επί της φυγής. Οι επισημότεροι δε των αιχμαλωτισθέντων ήσαν ο κεχαγιάμπεης, ο καϊμακάμης, ο Κιαμήλ - μπεης, ο Μουσταφάμπεης (ε), ο Σιέχ - Νετσήπ - εφέντης, ο δεφδερδάρης, ο μπινά - εμίνης, και αι παρά τω Μαυρομιχάλη γυναίκες των πασάδων. Άπειρα και πολύτιμα ήσαν τα λάφυρα, αλλ' όλα διηρπάγησαν άνευ παραμικράς ωφελείας του κοινού, αν και ηλπίζετο να θεραπευθώσιν οπωσούν εκείθεν αι κατεπείγουσαι ανάγκαι της πατρίδος. Τόση δε ήτον η επισυμβάσα λεηλασία, ώστε αι πλείσται των οικιών εγυμνώθησαν και αυτής της ξυλώσεώς των. |
| Ουδαμώς προτιθέμεθα να δικαιολογήσωμεν τας επί της αλώσεως της Τριπολιτσάς απανθρωπίας των Ελλήνων, ως απανθρωπίας ομογενών, υπενθυμίζομεν μόνον, ότι παντός λαού ιστορία, και αυτών των μάλλον εξευγενισμένων, έχει σελίδας απανθρωπίας. Και επί των ημερών ημών η Ιόππη, αλωθείσα υπό των Γάλλων, αφέθη εις την διαρπαγήν και εις την σφαγήν 30 ώρας, και οι αιχμαλωτισθέντες απέθαναν όλοι εν στόματι μαχαίρας. Δεν επράχθησαν δε τα εν Ιόππη υπό τυραννουμένων κατά τυραννούντων ως εν Ελλάδι, ουδέ παρά γνώμην των αρχηγών ως εν Τριπολιτσά, αλλά κατά ρητήν διαταγήν αυτού του Ναπολέοντος παραδεχθέντος, κατά τον ευφράδη Τιέρον, «βάρβαρα ήθη εν βαρβάροις τόποις». |
| Ο δε Υψηλάντης, εν τοις Βασιλικοίς διατρίβων, έμαθε την άλωσιν της Τριπολιτσάς· και οι μεν συν αυτώ μη τακτικοί έσπευσαν να επανέλθωσιν εις την αλωθείσαν και λαφυραγωγουμένην πόλιν, αυτός δε μετά των τακτικών επροχώρησεν εις Κόρινθον, και προτείνας τοις εν τη ακροπόλει παρά του Κωνσταντίνου Πετμεζά πολιορκουμένοις να παραδοθώσι, και μηδόλως εισακουσθείς ανέβη μέχρι του Γερανείου, εκείθεν δε επανήλθε την 10 οκτωβρίου εις Τριπολιτσάν, όπου τον υπεδέχθησαν οι πορθηταί αγαλλόμενοι και κανονοβολούντες. |
| Ερχόμεθα ήδη να διηγηθώμεν και τα της Κρήτης μέχρι του τέλους του πρώτου έτους του αγώνος. |
| Οι Τούρκοι και διά την στενοχωρίαν ην εδοκίμαζαν, και διά την καταισχύνην επί ταις επανειλημμέναις αποτυχίαις των, και διά φόβον άλλων ενδεχομένων κακών, απεφάσισαν, συνενώσαντες μεγάλας δυνάμεις πολλαχόθεν, να πατήσωσιν εκ νέου τα Σφακιά. Την 29 Ιουλίου ηυλίσθη ο πασάς του Μεγάλου Κάστρου κατά την Επισκοπήν, όπου συνηυλίσθη και ο της Ρεθύμνης· |
| Αύγουστος | συνεκστρατεύσαντες δε αμφότεροι εις Αρμυρόν έτρεψαν την 5 αυγούστου τους εκεί οπλοφόρους Χριστιανούς κανονοβολούντες και βομβοβολούντες και εφόνευσαν τον αρχηγόν αυτών Παπαγιάννην Μουριώτην ανδρείως μαχόμενον καί τινας των περί αυτόν· συνενωθέντων δε και των Χανιωτών επάτησαν την 6 τον Αποκόρωνα, παραδώσαντες το παν εις σίδηρον και εις αιχμαλωσίαν· συνηριθμούντο δε όλοι υπερδεκακισχίλιοι. Εντός των Χανιών, αληθούς ληστηρίου, ήσαν δύο ενσυνείδητοι Τούρκοι, ο Τσουρούναγας και ο Κασήμαγας, ισχυροί και οι δύο, εξ ών ο μεν πρώτος επροστάτευε προ της ρήξεως τους Σφακιανούς, ο δε δεύτερος αντέστη εις την εξολόθρευσιν των Χριστιανών· οι δύο ούτοι εθεωρήθησαν ένοχοι θανάτου διά την πολιτικήν των φρόνησιν και φιλανθρωπίαν, και παρηγγέλθησαν να συνεκστρατεύσωσιν· υπήκουσαν· αλλά καθ' οδόν υποπτεύσας ο Κασήμαγας έγεινεν άφαντος, ο δε Τσουρούναγας εκρεμάσθη ενώπιον του στρατού. Τούτου δε γενομένου εξελέχθησαν τρισχίλιοι Καστρινοί και προχωρήσαντες ανενόχλητοι επάτησαν το Θέρισον, το έκαυσαν, έκαυσαν και τους Λάκκους, και εστρατοπέδευσαν την 13 επί της πεδιάδος του Ομαλού λεηλατούντες και καταστρέφοντες τα πέριξ χωρία εγκαταλειφθέντα παρά των ενοικούντων, και αναμένοντες να έλθωσιν οι Χριστιανοί και προσκυνήσωσιν. Αλλ' οι τήδε κακείσε διεσπαρμένοι ένοπλοι Σφακιανοί και Ριζίται συνήλθαν πανταχόθεν την αυτήν νύκτα ως πεντακόσιοι εις τον Ξηρόκαμπον, οι μεν υπό τον Δασκαλάκην, οι δε υπό τον Αναγνώστην Παναγιώτου, και έπεσαν πρωίας γενομένης πολλαχόθεν επί τους εχθρούς μηδέν τοιούτον υποπτεύοντας, και τουφεκίζοντές τους, επί της πεδιάδος εστρατοπεδευμένους, έβλαπταν και δεν εβλάπτοντο. Θορυβηθέντες οι πολυάριθμοι Τούρκοι επί τη αιφνιδίω προσβολή ηγωνίζοντο, έχοντες και τρία κανόνια, να διασκορπίσωσι διά σφοδρού πυρός τους ολίγους εχθρούς των· αλλ' ούτοι διετήρησαν άφοβοι τας θέσεις των, ενισχύθησαν και παρ' άλλων άλλοθεν ελθόντων εις βοήθειαν διαρκούσης της μάχης, και τόσον έβλαψαν και εφόβισαν τους εχθρούς, ώστε τους έτρεψαν εις αισχράν φυγήν. Και οι μεν των Χριστιανών τους κατεδίωκαν όπισθεν, οι δε άλλην συντομωτέραν και ορεινοτέραν οδόν διελθόντες επρόλαβαν και τους απέκλεισαν έμπροσθεν εντός τινος στενοτοπίας. Ελπίζοντες οι Τούρκοι επί τον αριθμόν των εδοκίμασαν να διαβώσιν, αλλ' επεσωρεύοντο πίπτοντες υπό το πυρ των Σφακιανών και Ριζιτών τουφεκιζόντων θανατηφόρως όπισθεν των πετρών· βλέποντες δε οι εχθροί εξ όσων έπασχαν την παντελή σχεδόν εξολόθρευσίν των, και εις τα έμπροσθεν αν επροχώρουν, και εις τα όπισθεν αν επανήρχοντο, επεχείρησαν πολλοί να λυτρωθώσι φεύγοντες κακήν κακώς εις τα τραχέα όρη της ανατολικής πλευράς της διόδου, εγκαταλείψαντες εις χείρας των εχθρών έπιπλα, πολεμεφόδια και αυτούς τους ίππους μη δυναμένους να αναβώσι τα όρθια εκείνα όρη. Υπερδιακόσιοι εχάθησαν κατά την εκστρατείαν ταύτην· τινές δε πεινώντες και διψώντες και άλλοι περιπλανώμενοι κατέφυγαν εις οικίας χριστιανικάς επί των ορέων επ' ελπίδι ελέους, αλλ' έλεος οι ανηλεείς ουδαμού ηύραν. Εκδίκησιν εβόα και εν ταις φύσει τρυφερωτέραις των γυναικών καρδίαις και εκδίκησιν ηύρε το προ ολίγου χυθέν ανηλεώς αθώον και ιερόν αίμα των ομοπίστων αδελφών των· ως και αυτοί οι ιερείς, οι υπηρέται του Θεού του ελέους, εφάνησαν υπηρέται του θεού των εκδικήσεων· όλοι, όσοι έπεσαν διά μίαν ή άλλην περίστασιν εις χείρας των Χριστιανών, ανδρών ή γυναικών, κοσμικών ή κληρικών, όλοι εν στόματι μαχαίρας απέθαναν· εχάθησαν δε εν τη μάχη και είκοσι Έλληνες, εν οις και ο Στέφανος Χάλης. |
| Παράφρονες γενόμενοι οι Τούρκοι διά τα δεινά παθήματά των εστράτευσαν την 29 πανστρατιά εις Σφακιά. Δισχίλιοι Χριστιανοί συνήλθαν εις Ασκύφον προς αντίκρουσιν· αλλά την 31 καθ' ην εσκόπευαν να επιπέσωσιν, είδαν όπισθεν επερχομένους εχθρούς, και φοβηθέντες μη ευρεθώσιν εν μέσω διττού πυρός ανέβησαν τα όρη. Οι Τούρκοι εισήλθαν αμαχητί εις Ασκύφον, τον έκαυσαν, έκαυσαν και άλλα χωρία, και μηδενός κωλύοντος επάτησαν και αυτήν την Ανάπολιν. Φόβος και τρόμος κατέλαβε τότε τους Χριστιανούς, και οι μεν κατέφευγαν εις τας κορυφάς των ορέων, οι πλείστοι δε έτρεχαν εις τον λιμένα, και επιβιβαζόμενοι εις πλοία κατέφευγαν εις Γαύδον, παρακείμενον ερημοννήσιον, τινές δε και εις τα Κύθηρα. Συνέρρευσαν εις Λουτρόν και πολλοί λειποτάκται ατακτούντες και φορολογούντες ασυνειδήτως και αναισχύντως τους αδυνάτους πρόσφυγας. Οι Τούρκοι περιήλθαν όλα τα Σφακιά μηδένα των κατοίκων εντυγχάνοντες· μίαν μόνον γραίαν ενέτυχαν, ήτις, ερωτηθείσα τι έγειναν οι κάτοικοι, απήντησεν ότι ήκουσεν αυτούς λέγοντας, ότι κατέβαιναν εις τον αιγιαλόν ίνα μετακομίσωσι τα αδύνατα μέλη εις Γαύδον, και πλεύσαντες εκείθεν εις Μασαράν επιβιβάσωσιν εις τα πλοία των τα εκεί σιτηρά εν απουσία των Τούρκων και καύσωσι τα χωρία. Ταύτα ακούσαντες οι Τούρκοι και θεωρούντες ότι έσβεσαν την επανάστασιν διά της καταστροφής των Σφακιών, πάσχοντες δε και έλλειψιν τροφών επανήλθαν εις τα ίδια. Επανήλθαν και οι τήδε κακείσε διασπαρέντες Χριστιανοί εις τας εστίας των και εμψυχωθέντες υπό τινων συντοπιτών και άλλων ομογενών, έξωθεν κατ' εκείνας τας ημέρας αφιχθέντων εις συμμέθεξιν του αγώνος, κατέλαβαν μετ' ολίγον διαφόρους θέσεις και πολλοί ετοποθετήθησαν πλησίον των Χανιών, έκοψαν το υδραγωγείον, και ηνάγκασαν τους εντός του φρουρίου ν' ανοίξωσι πηγάδια· αλλά το εντεύθεν αναβλύζον νερόν ήτο κακής ποιότητος, και απέθνησκαν ως 15 την ημέραν· τόσον δε επλησίασαν οι περί τον Δασκαλάκην ώστε έκαυσαν καί τινα παρακείμενα εργαστήρια και ήρπασαν και τα εντός τουφεκοβολής βοσκήματα του πασά. Εν τούτοις η πολιτική κατάστασις εχειροτέρευεν ημέρα τη ημέρα· σύγχυσις, αταξία και αναρχία επεκράτει, και η παρουσία αρχηγού πολιτικού και πολεμικού εφαίνετο αναγκαιοτάτη. Είχαν προ καιρού αισθανθή την ανάγκην ταύτην οι Κρήτες, και μόλις έμαθαν την εις Πελοπόννησον κατάβασιν του Υψηλάντου, έστειλαν ζητούντες αρχηγόν και πολεμεφόδια τους συμπατριώτας των Νικόλαον Οικονόμου, Αναγνώστην Παναγιώτου και Χατσή Νικολόν Μπενιζέλον. Ο Υψηλάντης έστειλεν ό,τι είχε, τουτέστιν ολίγα πολεμεφόδια και αρχηγόν τον Μιχαήλ Αφεντούλην ή Αφεντούλιεφ τον και Κομνηνόν (στ), γεννηθέντα εν Ρωσσία εξ Ελλήνων. Ο αρχηγός ούτος κατέπλευσεν εις Λουτρόν, λιμένα των Σφακιών, την 25 Οκτωβρίου, και την αυτήν ημέραν εξέδωκε προκήρυξιν προς τους Κρήτας, δι' ης εδικαιολόγει την έως τότε αναβολήν αποστολής αρχηγού, τοις έλεγεν ότι έχαιρε πατήσας γην ακμάσασαν άλλοτε υπό τους συνετούς νόμους του Μίνωος και ότι είχεν εντολήν να συνεργήση εις την πολιτικήν αναγέννησίν των· τοις ανέφερε δε εις εμψύχωσίν των την παράδοσιν Μονεμβασίας και Νεοκάστρου, την άλωσιν Τριπολιτσάς, και τας επί ξηράς και θαλάσσης νίκας των Ελλήνων, συνίστα την ομόνοιαν, την ευπείθειαν και την καλήν διαγωγήν και τους εθάρρυνεν, αναδεχθέντες τον υπέρ πίστεως και πατρίδος αγώνα να εγκαρτερήσωσι γενναίως εν τοις δεινοίς εις απόλαυσιν των ουρανίων και επιγείων αγαθών· εξέδωκε δε και στρατιωτικόν οργανισμόν, κατάλληλον εις μόνους τους τακτικώς τρεφομένους και μισθοδοτουμένους. Οι Κρήτες εχάρησαν και ενθουσιάσθησαν επί τη αφίξει του αντιπροσώπου του Υψηλάντου, και τον εκάλεσαν εις τα όρη εν μέσω αυτών, προθέμενοι να εκστρατεύσωσιν υπό την εποπτείαν του· αλλ' ούτος ανέβαλλεν επί μια ή άλλη αιτία την ανάβασίν του. |
| Μετά δε την εις Κρήτην άφιξίν του, θαρρύνασαν το εμπόριον, κατέπλευσαν εις το Λουτρόν πλοία εκ διαφόρων μερών της Ευρώπης φέροντα τροφάς και πολεμεφόδια, ων η έλλειψις εμπόδιζεν ευλόγως έως τότε παν πολεμικόν κίνημα. |