WeRead Powered by ReaderPub
Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Β cover

Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Β

Chapter 16: 1821
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A detailed chronological account traces campaigns, sieges, and skirmishes across central and eastern regions, describing troop movements, strategic decisions, and the capture and loss of towns and fortresses. It follows local commanders coordinating reinforcements, failed diversions, surprise engagements, and supply shortages that shape outcomes. Interwoven are descriptions of civilian displacement, negotiations, and the shifting balance between irregular bands and organized forces, with episodic chapters combining battle narratives, regional maneuvers, and administrative responses to unfolding military developments.

1821

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΕ'.

&Σχεδιασθείσα και μη ενεργηθείσα εκστρατεία του Κολοκοτρώνη εις Πάτρας — Αναχώρησες εκ της Ανατολικής Ελλάδος των τουρκικών στρατευμάτων. — Είσοδος των Ελλήνων εις την πόλιν των Αθηνών. — Δημογεροντικόν σύστημα προ της επαναστάσεως. — Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, Θεόδωρος Νέγρης και άλλοι έξωθεν ελθόντες Έλληνες. — Σύστασις κεντρικών Αρχών της στερεάς Ελλάδος και της Πελοποννήσου. — Συνάθροισις των πληρεξουσίων εν Άργει. Ελληνοαλβανική συμμαχία και λύσις αυτής.&

Η ΔΕ άλωσις της Τριπολιτσάς επέφερε τόσον φόβον τοις εν Πάτραις Τούρκοις, ώστε εκατοστύες έτρεξαν επί τω ακούσματι εις το παραθαλάσσιον όπως διασωθώσιν εις τα πλοία μηδενός αυτούς καταδιώκοντας. Οι εκεί Αλβανοί όλοι ελειποτάκτησαν και διεβιβάσθησαν εις την αντικρύ ξηράν· οι δε Λαλιώται κατέσχαν την ακρόπολιν και κατήντησαν εις τόσην αναισχυντίαν, ώστε ηνάγκασαν τον μεν Ισούφπασαν, απαρεσκόμενον επί τη διαγωγή των, να καταβή εις το Ρίον, τους δε εγχωρίους Τούρκους, αοίκους μείναντας, να καταφύγωσιν εις το Αντίρριον, ώστε μόνοι σχεδόν οικήτορες ήσαν 2500 Λαλιώται, εξ ών 800 ένοπλοι. Γνωστοποιηθέντων δε των συμβάντων τούτων τοις εν Τριπολιτσά, εκινήθη ο Κολοκοτρώνης κοινή γνώμη προς τας Πάτρας, και έχων παλαιάς σχέσεις προς τους εκεί Λαλιώτας είχε πεποίθησιν ότι εις αυτόν μάλλον ή εις άλλους θα παρεδίδοντο, και μάλιστα αφ' ού εγνώσθη ότι διά των φροντίδων αυτού διετηρήθησαν αβλαβείς οι Αλβανοί εν μέσω της δεινής αλληλομαχίας καθ' ην εξήλθαν της Τριπολιτσάς. Είκοσι μόνον σωματοφύλακας είχε καθ' ην ημέραν εξεστράτευσε, διότι ο οπλοφόρος όχλος ανεχώρησεν εις τας επαρχίας προς εξασφάλισιν των λαφύρων και των αιχμαλώτων πριν δε φθάση εις Μαγούλιανα, επτά ώρας μακράν της Τριπολιτσάς, συνέρρευσαν υπό τας οδηγίας του 1200. Αφ' ού έφθασεν εις Γαστούνην, ηριθμούντο οι οπαδοί του εις τετρακισχιλίους, διότι η προλαβούσα νίκη εν Τριπολιτσά εθάρρυνε, και η μέλλουσα λαφυραγωγία είλκυε πολλούς. Αλλ' οι πολιορκούντες τας Πάτρας αρχηγοί των Αχαιών δυσηρεστήθησαν διά την εκστρατείαν ταύτην και την εμπόδισαν δι' ων έγραψαν τοις εν Τριπολιτσά· κατά πρόσκλησιν δε αυτών ο Κολοκοτρώνης επανήλθεν εις την πόλιν εκείνην άπρακτος.
Εν τω μεταξύ δε τούτω οι εμφωλεύοντες εν τη Ανατολική Ελλάδι πασάδες, Μεχμέτης και Βρυώνης, ιδόντες ότι η εκστρατεία, μεθ' ης θα συνέπρατταν, εματαιώθη εν τη μάχη των Βασιλικών, και ότι ηλώθη η Τριπολιτσά, ης η λύτρωσις ήτον ο πρώτος της εκστρατείας σκοπός, απεφάσισαν ν' αναχωρήσωσιν εις τα ίδια. Συνέτρεξε δε εις την απόφασιν ταύτην και η κατ' εκείνας τας ημέρας μετάπεμψις του Βρυώνη εις Ιωάννινα, θέλοντος του Χουρσήδη να μεταχειρισθή την επιρροήν του ανδρός τούτου εις προσέλευσιν των αληπασιζόντων Αλβανών. Διά τους λόγους τούτους (α) ο μεν Βρυώνης ανεχώρησεν εξ Αθηνών την 28 σεπτεμβρίου μετά του πλείστου μέρους του στρατεύματός του, ο δε δελήμπασής του μετά των λοιπών κατόπιν· ηνώθησαν δε εν Θήβαις οι δύο πασάδες, ηκροβολίσθησαν μετά της κατά τα Μέγαρα ελληνικής προφυλακής, και παραλαβόντες την οθωμανικήν φρουράν της Λεβαδείας, μετέβησαν διά της οδού του Ταλαντίου, της μόνης ανοικτής, ως κατεχομένων των άλλων υπό των Ελλήνων, εις Θεσσαλίαν και εκείθεν εις Ιωάννινα.
Διαρκούσης δε της εν Αθήναις διατριβής του Βρυώνη, οι Τούρκοι διετέλεσαν ανεπηρέαστοι κύριοι όλης της Αττικής. Δις μόνον απήντησαν εν τη περιφορά των Χριστιανούς εισδύσαντας εις Δραγομάνον, και κτυπήσαντές τους αντεκρούσθησαν· εν τελευταία δε συγκρούσει παρήν και ο πασάς, ον Αθηναίος τις Δήμος Ρομπέσης επιστόλισε και ολίγον έλειψε να φονεύση· αλλ' εφονεύθη αυτός· συνεφονεύθησαν και δύο άλλοι και ηχμαλωτίσθησαν τρεις· εφονεύθησαν δε και Τούρκοι, και ευρέθη καταγής πολύτιμος σπάθη, ήτις ελέγετο ότι ήτον η του πασά.
Αναχωρήσαντος δε του Βρυώνη εξ Αθηνών, η πόλις και η ακρόπολις έμειναν υπό την φύλαξιν των εγχωρίων Τούρκων και των εκεί προϋπαρχόντων ολίγων Αλβανών, πλήθουσαι τροφών. Οι Χριστιανοί, διεσπαρμένοι εις τας πλησιοχώρους νήσους, συνήλθαν προς απολύτρωσιν της πατρίδος των και εισέβαλαν παμπληθεί εις την Αττικήν.
Νοέμβριος Την 3 νοεμβρίου εξελθόντες οι Τούρκοι έπεσαν επί τινας Έλληνας, απροφυλάκτως περιφερομένους εν τω προς τον Μαραθώνα ελαιώνι, και συνέλαβαν γυναίκας και τρεις άνδρας, και τας μεν εκράτησαν, τους δε απεκεφάλισαν· εξήλθαν πάλιν και την 4, και συνήντησαν Έλληνας κατά το Χαλάνδρι, όπου, συγκρούσεως γενομένης, οι Έλληνες έτρεψαν τους Τούρκους και τους κατεδίωξαν μέχρι των τειχών της πόλεως σκοτώσαντες 22. Εσκότωσαν και οι Τούρκοι ένα και συνέλαβαν ζώντα τον Αναστάσην Λέκαν, ον ανηλεώς βασανίσαντες εθανάτωσαν. Οι Έλληνες, ηξεύροντες ότι οι εχθροί την μεν νύκτα ανέβαιναν όλοι εις την ακρόπολιν, την δε ημέραν κατέβαιναν εις την πόλιν, και ότι είχαν δι' όλης της ημέρας ανοικτήν την πύλην της ακροπόλεως διά την αναγκαίαν συγκοινωνίαν, διενοήθησαν να εισέλθωσι την νύκτα εις την πόλιν, έρημον ούσαν, και να παραφυλάξωσιν υπό την ακρόπολιν μέχρι της αυγής, επί σκοπώ να ορμήσωσι τότε αίφνης και κυριεύσωσι την πύλην, ανοιγομένην κατά το σύνηθες την ώραν εκείνην. Τολμηρόν ήτο το μελετηθέν, αλλ' όχι και ακατόρθωτον διά την γνωστήν νωθρότητα και απροσεξίαν των Τούρκων. Εις εκτέλεσιν δε αυτού επλησίασαν ησύχως προς την πόλιν την νύκτα της 4, επήδησάν τινες έσω του τείχους αφανείς, και ανοίξαντες την πύλην της πόλεως εισήγαγαν τους άλλους. Αλλ' οι Τούρκοι ήκουσαν γαυγίσματα εν τη πόλει παρά το σύνηθες, και, υποπτεύσαντες, δεν ήνοιξαν ημέρας γενομένης την πύλην της ακροπόλεως, και τοιουτοτρόπως εματαιώθη το σκοπούμενον. Οι δε Έλληνες έμειναν εν τη πόλει, απέκλεισαν τους εχθρούς και ήρχισαν δευτέραν πολιορκίαν της ακροπόλεως.
Κατά την επί της ελεύσεως του Υψηλάντου γενομένην απόφασιν των Ελλήνων η γερουσία της Πελοποννήσου επρόκειτο να διατηρηθή μέχρι της εκπολιορκήσεως της Τριπολιτσάς, και μετά ταύτα να συνέλθωσιν οι Έλληνες εις σύστασιν τακτικωτέρας και εθνικωτέρας κυβερνήσεως. Επειδή δε ο όρος ούτος επληρώθη ήδη, και η περί τούτου ανάγκη ήτον επαισθητή, και η κατάστασις της Πελοποννήσου αρμοδία, ενεκρίθη να συγκροτηθή όσον τάχιον η εθνική συνέλευσις. Η κατάστασις των νήσων του Αιγαίου και της εντός των σημερινών ορίων στερεάς Ελλάδος ήτον έτι μάλλον αρμοδία. Αι νήσοι διέμειναν επί της επαναστάσεως παντάπασιν ανενόχλητοι υπό των εχθρών εκτός της Σάμου, αλλά και αύτη πολεμηθείσα υπερίσχυσε. Το δυτικόν μέρος της στερεάς Ελλάδος διέμενε διόλου ανεπηρέαστον υπό του εχθρού μετά την μάχην του Μακρυνόρους, το δε ανατολικόν απηλλάγη εσχάτως και αυτό, ώστε επί της στερεάς Ελλάδος από Μακρυνόρους μέχρι Θερμοπυλών δεν υπήρχε μεσούντος του Οκτωβρίου εχθρός, ειμή εν Βονίτση, Ναυπάκτω, Αντιρρίω και Αθήναις· αλλ' αι φρουραί αύται μόλις ήσαν ικαναί ν' ανθέξωσιν εις τας προσβολάς των Ελλήνων. Προκειμένης δε της συγκαλέσεως των πληρεξουσίων, ο Υψηλάντης απέστειλεν εις τας επαρχίας προσαγγελείς, και εξέδωκεν εγκυκλίους, εν αις εθεώρει εαυτόν μεν εθνάρχην και πρόμαχον της ευνομίας, τους δε προεστώτας ομοίους των Τούρκων και αξίους του μίσους του πάσχοντος λαού. Τόσον βαρεία προσβολή εξηγρίωσε τους προεστώτας και υπερηύξησε την κατ' αυτού αντιπολίτευσίν των.
Προτού δε εκλεχθώσιν οπωσούν τακτικώς οι πληρεξούσιοι, εχρειάζετο να οργανισθή ο τόπος.
Το Αιγαίον έμενε μετά την έναρξιν της επαναστάσεως ωργανισμένον όπως ήτο και προτού, και χρείαν νέου οργανισμού σχεδόν δεν είχεν. Αλλ' εν τη Πελοποννήσω και εν τη στερεά Ελλάδι, αφ' ού κατεστράφησαν αι τουρκικαί Αρχαί, επέζων μόνον αι εγχώριοι επιρροαί τινων Ελλήνων, κυβερνώντων τα των επαρχιών υπό το όνομα προεστώτων και καπητάνων· διότι συνειθισμένοι οι λαοί να βλέπωσι τούτους ανωτέρους των, τοις επρόσφεραν αυτοπροαιρέτως σέβας και υπακοήν. Πολλοί πολλά έγραψαν και είπαν κατά των δύο τούτων τάξεων. Αναμφιβόλως η των προεστώτων είχε συνήθως τα ελαττώματα, άτινα μεταδίδει διεφθαρμένη εξουσία τοις υπαλλήλοις της, και η των οπλαρχηγών είχε τας έξεις της μαχαίρας και της ανατροφής των· αλλ' ο αγών της Ελλάδος ως προς τον κατά ξηράν πόλεμον είναι κυρίως έργον των δύο τούτων κλάσεων, διότι αύται, άγουσαι και φέρουσαι τον λαόν όπως ήθελαν, μετεχειρίσθησαν, καλή τύχη, ως επί το πλείστον την δύναμίν των επ' αγαθώ της πατρίδος· είναι δε σήμερον αποδεδειγμένον, ότι όχι μόνον ουδείς επλούτησεν, αλλ' ολιγώτατοι και τα προς το ζην απέκτησαν, και πολλοί ευπορούντες απέμειναν σχεδόν άποροι· αι δε καταχρήσεις της δυνάμεώς των, δι' ας κατηγορούνται, και πολλάκις δικαίως, ήσαν εφήμεροι και ούτε όσον θεωρούνται κοινώς βαρείαι, εν ώ η διά της θερμής συνεργείας αυτών αποκτηθείσα εθνική ελευθερία είναι ανεκτίμητος και διαμένουσα.
Προτού δε προχωρήσωμεν εις την έκθεσιν του νέου οργανισμού, συμφέρει να παρατηρήσωμεν τα υπό την τουρκικήν εξουσίαν διοικητικά καθήκοντα των Ελλήνων, και ποίαι αι πρακτικαί και θεωρητικαί γνώσεις αυτών, αρχομένου του αγώνος.
Η Πελοπόννησος ήτον ωργανισμένη εις κοινά, ή δήμους· κατ' εκλογήν δε αυτών διωρίζοντο οι δημογέροντες κατά πόλεις, κώμας και χωρία. Ούτε διά τον εκλογέα ούτε διά τον εκλόγιμον υπήρχε τίμημα· ώστε όλοι οι κάτοικοι ήσαν εκλογείς και εκλόγιμοι, αλλ' επροτιμώντο πάντοτε ως εκλόγιμοι οι ευπορώτεροι, και ούτως επληρούτο η διάταξις του Σόλωνος η λέγουσα, οι μεν πτωχοί να εκλέγωσιν, οι δε πλούσιοι να εκλέγονται. Και οι μεν γενικοί δημογέροντες εκάστης επαρχίας, οι λεγόμενοι κοτσαμπασίδες ή προεστώτες, ελαμβάνοντο εκ των κατοίκων της πρωτευούσης της επαρχίας, οι δε δημογέροντες των λοιπών αυτής μερών συνήρχοντο εις την πρωτεύουσαν και συνέπρατταν μετά των κατοίκων της επί τη εκλογή των γενικών δημογερόντων. Αι δημαιρεσίαι ήσαν οριστικαί. Η δε τουρκική εξουσία του τόπου ειδοποιείτο απλώς περί αυτών και παρεδέχετο την ψήφον του κοινού. Ενιαύσιοι ήσαν αι αρχαιρεσίαι δικαιωματικώς, ανεβάλοντο δε καταχρηστικώς, και οι αυτοί προέστευαν πολυετώς ή και διά βίου· αλλ' ο ταμίας έδιδε κατ' έτος ευθύνας.
Εν ρητή δε ώρα του έτους οι γενικοί δημογέροντες, ήτοι οι προεστώτες όλης της Πελοποννήσου, ανέβαιναν εις Τριπολιτσάν και συνεκρότουν γενικήν συνέλευσιν, καθ' ην συμπράξει και της τουρκικής εξουσίας ωρίζοντο τα ενιαύσια έξοδα της σατραπείας· αλλά μόνοι οι προεστώτες διένεμαν το ορισθέν των εξόδων ποσόν μεταξύ των διαφόρων επαρχιών, τηρούντές τινας κανόνας ως προς την διανομήν, ους αυτοί έθεσαν εκ συμφώνου επί τη βάσει του πληθυσμού της επαρχίας και των εισοδημάτων αυτής. Επανερχόμενοι δε εις τας επαρχίας των εκάλουν εις την πρωτεύουσαν εκάστης τους δημογέροντας των άλλων αυτής μερών, και αφ' ού έβαλλαν υπ' όψιν των το επιβάλλον τη επαρχία μέρος των γενικών εξόδων του έτους, συμπράξει και συναινέσει αυτών επρόσθεταν και τα επαρχιακά των και διένεμαν το σύνολον μεταξύ των δήμων της επαρχίας, τηρουμένων προς τούτο, ως και επί της γενικής διανομής, τινών κανόνων· επανερχόμενοι δε οι δημογέροντες εις τους δήμους των συμπαρελάμβαναν συμπράκτοράς των τους εγκριτωτέρους των συνδημοτών, και προσθέτοντες και τα ιδιαίτερα του δήμου των έξοδα διένεμαν τα της ολικής ετησίου δαπάνης μεταξύ των οικογενειών του δήμου των αναλόγως της καταστάσεως εκάστης, ην εγνώριζαν διά την μικρότητα των δήμων· ουδείς δε των πολιτών οποιασδήποτε τάξεως και οποιουδήποτε βαθμού έμενεν αφορολόγητος· οι αυτοί δε δημογέροντες εισέπρατταν τους φόρους. Τοιουτοτρόπως ο μεν γενικός φόρος ωρίζετο από κοινού παρά της τουρκικής εξουσίας και των εν τοις πράγμασιν Ελλήνων, ο δε εκάστης επαρχίας και εκάστου δήμου παρά μόνων των Ελλήνων. Μόνων των Ελλήνων ήσαν έργα και η επίθεσις, η διανομή και η είσπραξις όλων των περί ων ο λόγος φόρων, και πηγαί επομένως τοπικών γνώσεων.
Το σύστημα τούτο της Πελοποννήσου επεκράτει και κατά την στερεάν Ελλάδα, αλλά κατ' επαρχίας μόνον εν ελλείψει γενικού κέντρου. Πάσα δε επαρχία και της Πελοποννήσου (πλην της Μάνης) και της στερεάς Ελλάδος είχε διοικητήν Οθωμανόν· αλλ' η κοινότης ώριζε το ποσόν της εκτελεστικής δυνάμεως και διώριζε και τον αρχηγόν αυτής· ο δε διοικητής ώφειλε να μεταχειρίζεται την περί ης ο λόγος δύναμιν εις διατήρησιν της ευταξίας, εις ασφάλειαν των πολιτών, εις είσπραξιν των φόρων και εις εκτέλεσιν των δικαστικών αποφάσεων· δεν είχε δε εξουσίαν να την μεταχειρισθή προς άλλο τι άνευ αδείας της κοινότητος· ώστε οσάκις ο διοικητής υπερέβαινε τα όρια της νομίμου εξουσίας του, ο αρχηγός της εκτελεστικής δυνάμεως δεν εχρεώστει υπακοήν. Πάσα επαρχία είχε καδήν αλλά πολλάκις οι αντιφερόμενοι εξισάζοντο διά του αρχιερέως, των δημοτικών Αρχών, ή και διαιτητών. Είναι αληθές ότι το τόσον αξιοζήλωτον και τόσον φιλελεύθερον τοπικόν τούτο σύστημα δεν εφυλάττετο αμόλυντον από της αυθαιρέτου παρεμβάσεως και παρεισπράξεως της οθωμανικής εξουσίας, ή και από της επιβλαβούς πολλάκις παρά τοις κρατούσιν επιρροής τινων των προεστώτων· αλλ' ουδέν ήττον οι Έλληνες, συνδιοικούντες τοιουτοτρόπως, εξησκούντο καθ' ημέραν εις τα τοπικά των και ενισχύοντο ενώπιον της τουρκικής Αρχής.
Αι δε νήσοι του Αιγαίου είχαν σύστημα έτι διδακτικώτερον και πλείονος ισχύος πάροχον, διότι ήτον αυτονομώτερον (β).
Όσοι δε των Ελλήνων επαιδεύοντο, εδιδάσκοντο κυρίως γραμματικά ή ιατρικά, ολίγοι δε φιλοσοφικά και ουδείς νομικά, διότι όπου εβασίλευε το κοράνιον και εδίκαζε καδής, η επιστήμη του δικαίου δεν εχρησίμευεν. Οι δε Έλληνες, οι λεγόμενοι Φαναριώται, εξ αιτίας της πολιτικής θέσεώς των προς την Πύλην και προς τας Βλαχομολδαυικάς ηγεμονείας, ας κατείχαν και ενέμοντο, κατεγίνοντο εις κτήσιν γενικωτέρων πολιτικών γνώσεων· αλλά και αι γνώσεις αυτών ήσαν ως επί το πλείστον όχι πολλά βαθείαι, διότι τοιαύται δεν εχρησίμευαν εν κράτει όπου τα κινούντα την πολιτικήν ήσαν η ραδιουργία, η αισχροκέρδεια και η επιρροή ενός καφοκεραστού, ή ενός κουρέως, και όπου οι διαπρέποντες είχαν πάντοτε υπ' όψιν τον βρόχον, την μάχαιραν, το κόνιον, την εξορίαν και την δήμευσιν.
Δύο των Φαναριωτών, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος και ο Θεόδωρος Νέγρης, εχρησίμευσαν εις τον προκείμενον του τόπου οργανισμόν.
Διέτριβεν εν Πίση της Τοσκάνης ο Μαυροκορδάτος ότ' εξερράγη η ελληνική επανάστασις, και ακούσας το γεγονός επεβίβασεν είς τι πλοίον εν τω ελευθέρω λιμένι της Λιβούρνου όπλα και πολεμεφόδια αγορασθέντα δι' ιδίων του χρημάτων και διά συνεισφοράς άλλων ομογενών, έπλευσεν εις Μασσαλίαν, προσεπεβίβασεν άλλα, παρέλαβε συμπλωτήρας Έλληνάς τινας και φιλέλληνας, και κατέπλευσεν ασφαλώς την 20 Ιουλίου εις Μεσολόγγι, όπου υπεδέχθη φιλοφρονέστατα διά το γνωστόν της οικογενείας του όνομα, δι' όσα έφερε βοηθήματα, και διότι οι λαοί της Ελλάδος, πιστεύοντες όσα διέσπειραν οι απόστολοι της Εταιρίας, επροσδόκουν την σωτηρίαν των εκ των ερχομένων έξωθεν· εκλήθη δε και εις την αρχηγίαν του μέρους εκείνου παντελώς ανοργανίστου και εν πλήρει αναρχία, αν και ο Υψηλάντης είχε στείλει προ ολίγου ως οργανιστήν τον Ίβον Ρήγαν, αγαθής ψυχής αλλ' ολίγης ικανότητος άνθρωπον, ον οι Αιτωλοακαρνάνες ούτε ετίμων ούτε ήκουαν. Ο Μαυροκορδάτος ούτ' απεποιήθη ούτ' εδέχθη την αρχηγίαν· ήθελε να γνωρίση εκ του πλησίον τα γενικά πράγματα και τους επισημοτέρους άνδρας της Ελλάδος, ιδίως δε τον Υψηλάντην· διά τούτα ανεχώρησε μετά τινας ημέρας εις Τρίκορφα, υποσχεθείς να επιστρέψη, μετ' ολίγον· απεβιβάσθη δε εις Μονοδένδρι επί της παραλίας των Πατρών.
Μετ' ολίγας δε ημέρας της αφίξεως του Μαυροκορδάτου εις Μεσολόγγι κατέπλευσεν εις Νεόκαστρον ο εν Πίση διατριβών υιός του πρώην αυθέντου της Βλαχίας, Ιωάννου Καρατσά, Κωστάκης, και μετ' ολίγον κατέβη εις τα παράλια εκείνα ερχόμενος εκ Τρικόρφων και ο προ του Μαυροκορδάτου και του Καρατσά φθάσας εις Ελλάδα Θεόδωρος Νέγρης, ο ως αντιπρέσβυς της Πύλης παρά τη γαλλική κυβερνήσει εκ Κωνσταντινουπόλεως αποδημήσας, και καθ' οδόν προτιμήσας τον εθνικόν αγώνα· ήτο δε εις άκρον δυσηρεστημένος διά την ακαταστασίαν των πραγμάτων, διά τας έριδας Υψηλάντου και Πελοποννησίων, διά την διαίρεσιν οπλαρχηγών και προεστώτων, και διά την επιμονήν του Υψηλάντου να διοικήση την Ελλάδα εν ονόματι ανυπάρκτου Αρχής. Ούτος και ο Καρατσάς, μαθόντες τον εις Μεσολόγγι κατάπλουν του Μαυροκορδάτου, διεβιβάσθησαν εκεί εις έντευξίν του και εκείθεν εις Μονοδένδρι επ' ελπίδι να τον προφθάσωσιν. Ο Μαυροκορδάτος, όστις ανέβαινεν ήδη εις Τριπολιτσάν, επέστρεψεν επί τη προσκλήσει αυτών εις Μονοδένδρι, και, αφ' ού συνδιελέχθησαν, ώδευσαν και οι τρεις την εις Τριπολιτσάν οδόν και απήντησαν εν Καλαβρύτοις τον επίσκοπον Ταλαντίου Νεόφυτον και τον Κωνσταντίνον Σακελλίονα αναβαίνοντας εις την αυτήν πόλιν επί σκοπώ να ζητήσωσιν εξ ονόματος επαρχιών τινων της Ανατολικής Ελλάδος παρά του Υψηλάντου στρατεύματα, πολεμεφόδια και διοικητήν. Και ο μεν Νέγρης και ο Καρατσάς έμειναν καθ' οδόν εν Βυτίνη, ο δε Μαυροκορδάτος έφθασε την 14 αυγούστου εις Τρίκορφα, όπου συνδιαλεχθείς μετά του Υψηλάντου και ιδών ότι δεν ήθελεν ουδέ μετά την καταστροφήν του αδελφού του να παραιτηθή των επί της υπερτάτης Αρχής της Ελλάδος αξιώσεών του, ευρών δε και τον Καντακουζηνόν αντιφερόμενον προς τον Υψηλάντην και αγανακτούντα, ακούσας και τας των Πελοποννησίων προεστώτων και οπλαρχηγών έριδας, και επισκεφθείς εν τω αγίω Ιωάννη τους εκεί μεταβάντας τας ημέρας εκείνας προκρίτους της Ύδρας επ' ελπίδι συστάσεως εθνικής κυβερνήσεως, αλλά μηδέν δυναμένους να κατορθώσωσι διά τας περιστάσεις, επείσθη ότι πάντη ανωφελής ήτον η εν Τρικόρφοις διαμονή του.
Άλλα ήλπιζαν και άλλα ηύραν παρά τω Υψηλάντη και ο επίσκοπος Ταλαντίου και ο Σακελλίων ότε παρεστάθησαν ενώπιον του συμπαραλαβόντες και άλλους άλλων επαρχιών της στερεάς Ελλάδος. Ψευσθέντες των ελπίδων των απεφάσισαν να επανέλθωσιν εις την στερεάν Ελλάδα εν τη συνοδία του Μαυροκορδάτου, του Καντακουζηνού, του Νέγρη και του Καρατσά προς οργανισμόν αυτής, ως εσχεδιάσθη κατά την εν Καλαβρύτοις συνέντευξίν των· αλλά διά την επικρατούσαν παρά τω λαώ υπόληψιν του Υψηλάντου εχρειάζετο, τουλάχιστον κατ' επιφάνειαν, και η συγκατάθεσις αυτού· αλλ' αυτός απεστρέφετο και τους τέσσαρας τούτους άνδρας ως δυσμενώς προς αυτόν διακειμένους και ως επιβουλεύοντας ην αντεποιείτο εξουσίαν· διά τούτο, ότε οι ρηθέντες πληρεξούσιοι είπαν αυτώ, δ ο ς - μ α ς - α ρ χ η γ ό ν - τ ο ν – Μ α υ ρ ο κ ο ρ δ ά τ ο ν», απεκρίθη, δ ε ν - σ υ μ φ έ ρ ε ι· - δ ο ς - μ α ς - τ ο ν - Κ α ν τ α κ ο υ ζ η ν ό ν, ο ύ τ' – α υ τ ό ς - ε ί ν α ι - κ α λ ό ς· - α μ ή - ο – Κ α ρ α τ ζ ά ς; - κ α ι - α υ τ ό ς - ό μ ο ι ό ς - τ ω ν. Α ς - έ λ θ η - ο - Ν έ γ ρ η ς· α υ τ ό ς - ε ί ν α ι - ο – χ ε ι ρ ό τ ε ρ ο ς - ό λ ω ν» (γ). Τοιουτοτρόπως οι Στερεοελλαδίται, μηδέν ελπίζοντες παρά του Υψηλάντου επανήλθαν αγανακτούντες εις Βυτίνην, όπου διέμεναν ο Καρατσάς και ο Νέγρης, και όπου ήλθαν μετ' ολίγον και ο Καντακουζηνός και ο Μαυροκορδάτος. Συσκέψεως δε γενομένης, απεφάσισαν όλοι να φροντίσωσι περί του οργανισμού της στερεάς Ελλάδος, ολιγωρούντες εις το εξής ην αντεποιείτο εξουσίαν ο Υψηλάντης. Επ' αυτώ τούτω εξέδωκαν εκείθεν εγκυκλίους συγκαλούντες εις Σάλωνα τους πληρεξουσίους του ανατολικού μέρους της στερεάς Ελλάδος κατά την 14 σεπτεμβρίου προς σύστασιν τοπικής Αρχής· και ταύτα πράξαντες ανεχώρησαν εις Σάλωνα. Αύτη ήτον η πρώτη και καιρία πληγή της εξουσίας του Υψηλάντου επί της στερεάς Ελλάδος, όπου αυτού και μόνου ίσχυαν αι διαταγαί μέχρι τούδε.
Φθάσαντες δε εις Καλάβρυτα απήντησαν τον Γεώργιον Πραΐδην και τον Χρήστον Κωλέττην στελλομένους προς τον Μαυροκορδάτον παρά των Αιτωλοακαρνάνων παρακαλούντων αυτόν να μεταβή εκεί ανυπερθέτως ως οργανιστής και αρχηγός. Διηρημένη η Αιτωλοακαρνανία εις ανεξάρτητα καπητανάτα, και υποκειμένη εξ αιτίας τούτου εις πολυαρχίαν, ή μάλλον ειπείν αναρχίαν, ησθάνετο υπεράλλοτε την ανάγκην ενός και μόνου αρχηγού, ασχέτου μεν προς αυτούς διά την προς αλλήλους αντιζηλίαν, έχοντος όμως ικανότητα και όνομα. Ο Μαυροκορδάτος δεν απεχωρίσθη των συνοδιτών του, και όλοι ομού καταβάντες εις Βοστίτσαν διέπλευσαν εις Γαλαξείδι και μετέβησαν εκείθεν εις Σάλωνα, όπου ηύραν τινας των πληρεξουσίων συνελθόντας κατά τας εγκυκλίους. Αλλ' έλειπεν ο Οδυσσεύς ως μη δυνάμενος ν' αφήση το στρατόπεδόν του· διά τούτο απεφασίσθη ο μεν Νέγρης και ο Καρατσάς να υπάγωσι προς αυτόν και λαλήσωσι και μετ' άλλων οπλαρχηγών περί του προκειμένου, ο δε Μαυροκορδάτος να μεταβή εις Μεσολόγγι κατ' επαναληφθείσαν αίτησιν των κατοίκων. Ηκολούθησε δε τον Μαυροκορδάτον και ο Καντακουζηνός· αλλά φθάσας εις Μεσολόγγι απήλθε μακράν της Ελλάδος· ήσαν δε αι ημέραι καθ' ας εφάνη ο εχθρικός στόλος εν τω κόλπω των Πατρών και κατέστρεψε το Γαλαξείδι.
Κατόπιν του Μαυροκορδάτου και του Καντακουζηνού ήλθαν εις Μεσολόγγι ο Νέγρης και ο Καρατσάς τεταραγμένοι διά τα παθήματα του Γαλαξειδίου, δι' ά οι εις Σάλωνα συνελθόντες διεσκορπίσθησαν. Αφ' ού δε ο εχθρικός στόλος απέπλευσε του κορινθιακού κόλπου, ο μεν Καρατσάς μετέβη εις Πάτρας, όπου μετέφερε και δύο μικρά κανόνια εις χρήσιν του εκεί στρατοπέδου, ο δε Μαυροκορδάτος απέμεινεν εν Αιτωλοακαρνανία, επανήλθε και ο Νέγρης εις Σάλωνα. Κύριος δε σκοπός του Μαυροκορδάτου και του Νέγρη ήτο να φροντίσωσιν αμφότεροι περί συστάσεως δύο κεντρικών Αρχών καθ' όλην την στερεάν Ελλάδα, και περί εκλογής πληρεξουσίων διά την εν Πελοποννήσω συγκροτηθησομένην όσον ούπω εθνικήν συνέλευσιν.
Προθέμενος ο Μαυροκορδάτος να συστήση την κεντρικήν Αρχήν της Αιτωλοακαρνανίας, προέθετο εν ταυτώ να συσφίγξη έτι μάλλον και τον ενυπάρχοντα συμμαχικόν δεσμόν των Ελλήνων και των αληπασιζόντων Αλβανών. Προς ανακούφισιν της Ελλάδος επάναγκες ήτο να παραταθή, όσον δυνατόν μακρότερον η της Πύλης και του Αλή αλληλομαχία. Εις επίτευξιν δε τούτου ώφειλεν η Ελλάς να υποστηρίξη τον αδυνατώτερον, και αδυνατώτερος ήτον ο Αλής· ώστε η των αληπασιζόντων Αλβανών και Ελλήνων συμμαχία εις παράτασιν της αλληλομαχίας ήτον υγιής πολιτική. Δύο δε αίτια ήσαν ικανά να ενώσωσι τους αλληλομαχούντας Τούρκους κατά των Ελλήνων, το μεν θρησκευτικόν, το δε πολιτικόν. Άριστα υπέκρυψαν οι Έλληνες κατ' αρχάς ον έτρεφαν υπέρ της ελευθερίας του έθνους σκοπόν, και οι Αλβανοί τυφλώττοντες ηγνόουν τα εν Ελλάδι· επεκράτει δε και ιδέα ότι ο Αλής υπεκίνει τας ταραχάς. Αλλ' αφ' ού ήκουσαν όσα οι μετά την εκπολιόρκησιν της Τριπολιτσάς ομόφυλοί των, επανελθόντες εις τα ίδια, τοις διηγήθησαν, δεν αμφίβαλλαν περί του αληθούς σκοπού των Ελλήνων· δεν εθεώρησαν όμως συμφέρον να λύσωσι τον συμμαχικόν δεσμόν, σκοπούντες πάντοτε την λύτρωσιν του κινδυνεύοντος Αλή και μη προσδοκούντες αυτήν ειμή διά της συνδρομής των Χριστιανών· εκλήθησαν δε ως συμπράκτορες προς τον σκοπόν τούτον και οι Αιτωλοακαρνάνες οπλαρχηγοί και επροθυμήθησαν. Αλλά θέλοντες την λύτρωσιν του Αλή οι Αλβανοί δεν ήθελαν την επίτευξιν του εθνικού των Ελλήνων σκοπού. Οι δε προσκληθέντες Αιτωλοακαρνάνες ήθελαν μεν την παράτασιν της τουρκοαλβανικής αλληλομαχίας ως συμφέρουσαν προς τον εθνικόν σκοπόν, αλλά δεν ήθελαν και την λύτρωσιν του Αλή, καλώς γινώσκοντες τον χαρακτήρα και την πολιτικήν του· ώστε η συμμαχία αύτη, ειλικρινής κατ' αρχάς, κατήντησεν επί τέλους αλληλαπάτη, και ως τοιαύτη δεν ήτο δυνατόν να διαρκέση. Υπό τοιαύτην συμμαχίαν εσχεδιάσθη κοινή εκστρατεία κατά της Άρτης εις αντιπερισπασμόν των πολιορκούντων τον Αλήν βασιλικών στρατευμάτων.
Ο δε Μαυροκορδάτος, αφ' ού εξέδωκεν εγκυκλίους συγκαλών εις Μεσολόγγι τους πληρεξουσίους των επαρχιών της Αιτωλοακαρνανίας προς σύστασιν κεντρικής Αρχής, απέστειλε τον Πραΐδην προς τον εν τη επαρχία της Άρτης διατρίβοντα Μάρκον Μπότσαρην παραγγείλας αυτώ και δι' αυτού τοις λοιποίς Σουλιώταις να θεωρώσι πάντοτε την παράτασιν του αλβανοτουρκικού αγώνος ως λίαν ωφέλιμον, αλλά την απελευθέρωσιν του Αλή ως ολεθρίαν. Ο Πραΐδης απήντησε τον Μάρκον εν τω χωρίω του Πέτα, όπου υπήγε να συνδιαλλαγή μετά του θανασίμου εχθρού του, Γώγου, του άλλοτε φονεύσαντος τον πατέρα του· διότι, προκειμένης συνεκστρατείας, η συνδιαλλαγή εθεωρήθη αναγκαία. Εγένετο δε η συνέντευξις αύτη επί παρουσία πολλών. Ο Μάρκος εκάλεσε τον Γώγον, πατέρα, ο δε Γώγος τον Μάρκον υιόν και τον εδέχθη πεσόντα εις τας αγκάλας του· εφίλησεν ο πατήρ το πρόσωπον του υιού και ο υιός την χείρα του πατρός λησμονήσας διά την αγάπην της πατρίδος εν ποίω αίματι η χειρ εκείνη εβάφη. Εις εμπέδωσιν δε της συνδιαλλαγής έτι μάλλον αδιάσειστον ηρραβωνίσθηκαν ο εικοσαετής υιός του Γώγου Ντούλας (Κωνσταντίνος) την τετραετή θυγατέρα του Μάρκου Βασιλικήν (δ).
Μετ' ολίγας δε ημέρας εγένετο η κατά της Άρτης εκστρατεία, και οι συνεκστρατεύσαντες Αλβανοί, Σουλιώται και Ακαρνάνες επάτησαν πολεμούντες την πόλιν, την εκυρίευσαν, την ελεηλάτησαν και ηνάγκασαν τους εν αυτή εχθρούς να συσσωρευθώσιν εντός τινων δυνατών κτιρίων και ολίγων υπό την ακρόπολιν οικιών.
Εν τούτοις, συνήλθαν εις Μεσολόγγι οι πληρεξούσιοι των διαφόρων επαρχιών της Αιτωλοακαρνανίας, και υπό την προεδρίαν και οδηγίαν του Μαυροκορδάτου συνεκρότησαν συνέλευσιν καλέσαντες αυτήν «Συνέλευσιν της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος», διότι η στερεά Ελλάς, η κυρίως αρκτική Ελλάς, διηρέθη εις δύο κατά το σχέδιον του Μαυροκορδάτου και του Νέγρη· και το μεν σύνολον των επαρχιών των προς δυσμάς της επαρχίας των Σαλώνων εκλήθη Δ υ τ ι κ ή - Ε λ λ ά ς, το δε των προς ανατολάς εμπεριεχομένης και της επαρχίας των Σαλώνων, Α ν α τ ο λ ι κ ή - Ε λ λ ά ς.
Νοέμβριος Η συνέλευσις ήρχισε τας τακτικάς εργασίας της την 4 και τας ετελείωσε την 9 νοεμβρίου· έπραξε δε ό,τι επέτρεπεν η περίστασις και απήτει το εθνικόν συμφέρον· δεν εσύστησεν ειμή τοπικήν και προσωρινήν Αρχήν εις διατήρησιν της κοινής ασφαλείας και ησυχίας, εις τακτοποίησιν και ενίσχυσιν του πολέμου, εις κοινωφελή χρήσιν των δημοσίων εισοδημάτων και εις προπαρασκευήν εθνικής κυβερνήσεως. Εκλήθη δε η τοπική αύτη Αρχή Γερουσία, συγκειμένη εκ τόσων μελών, ενιαυσίως εκλεγομένων, όσαι ήσαν και αι αντιπροσωπευόμεναι παρά τη συνελεύσει επαρχίαι, ων αι Αρχαί ετέθησαν υπό τας διαταγάς της· ώφειλε δε αύτη λόγον των πράξεών της τη εθνική συνελεύσει. Πρόεδρος της γερουσίας ταύτης ανεδείχθη ο Μαυροκορδάτος.
Η δε συνέλευσις του ανατολικού μέρους της στερεάς Ελλάδος απεπεράτωσε και εκείνη τας εργασίας της την 20 υπό την προεδρίαν και οδηγίαν του Νέγρη και εγκατέστησε τοπικήν Αρχήν (ε). Αλλ' όσον η αδελφή της του δυτικού μέρους προσηλώθη εις τον κύριον σκοπόν, τόσον αύτη απεμακρύνθη. Ο οργανισμός της τοπικής Αρχής, κληθείς «νομική διάταξις», είναι πολιτικός πανδέκτης, αν όχι και πολιτικός κυκεών. Η συνέλευσις, μη αρκεσθείσα εις την άκαιρον συσσώρευσιν παντός είδους ορισμών και διατάξεων, νομοθετήσασα και την ανοχήν όλων των γλωσσών εντός της περιφερείας της, ως αν κατετρέχοντο αι γλώσσαι, καθώς άλλοτε άλλου αι θρησκείαι, και αναγνωρίσασα ως επικρατούσαν γλώσσαν την ελληνικήν, ως αν ήτο και τούτο αμφισβητήσιμον, εξέτεινε τα όρια της εξουσίας της τόσον, ώστε, αφ' ού ώρισε τας δυνάμεις και αυτής της μελλούσης εθνικής κυβερνήσεως, δεν εδίστασεν άλλας αυτών αυτεξουσίως να οικειοποιηθή, και άλλας κατά το δοκούν να περιορίση· έδωκε δε τη τοπική Αρχή, ην εσύστησε, και δύναμιν να φέρη εντός της Ελλάδος ξένα στρατεύματα άνευ της συγκαταθέσεως της εθνικής κυβερνήσεως· αλλ', αφ' ού απεπεράτωσε τας εργασίας της, παρήτησεν εν μέρει διά τινος παραρτήματος τους πολιτικούς σφετερισμούς της. Επειδή οι οπλαρχηγοί ήγαν και έφεραν το μέρος εκείνο της στερεάς Ελλάδος, οποία παραχώρησις και αν εγίνετο προς εκείνους υπέρ το δέον ήτο συγχωρητή διά τας περιστάσεις· αλλ' αι περί ων ο λόγος πολιτικαί παρεκτροπαί δεν επήγαζαν εκείθεν, ουδ' έτειναν προς τον σκοπόν εκείνον· διά τούτο δεν δύναταί τις να τας δικαιολογήση ουδέ καν ως έργα ανάγκης. Τόσην δε πεποίθησιν είχεν ο Νέγρης ότι το έργον του ήτον άριστον, ώστε μη τυχόν άλλος αντιποιηθεί την εντεύθεν δόξαν, εφρόντισε να παρενείρη εν τοις πρακτικοίς της συνελεύσεως, ότι η περί ης ο λόγος νομική διάταξις εισήχθη παρ' αυτού. Δεκατετραμελής ωρίσθη η τοπική Αρχή διαιρεθείσα εις δύο τμήματα, πολιτικόν και δικαστικόν· και των μεν μελών η διάρκεια ωρίσθη δωδεκάμηνος, η δε των προέδρων πεντηκονταδιήμερος· εξελέχθησαν δε πρόεδροι του μεν πολιτικού ο Νέγρης, του δε δικαστικού ο επίσκοπος Ταλαντίου· εκλήθη δε η Αρχή αύτη Ά ρ ε ι ο ς - Π ά γ ο ς, αν και αι πρώτισται αυτού εργασίαι ήσαν πολιτικαί (ζ). Αλλ' έπρεπεν ακατάλληλος οργανισμός να λάβη και ακατάλληλον κλήσιν.
Εν ώ δε ωργανίζετο η στερεά Ελλάς, εκινείτο προς τον αυτόν σκοπόν και η Πελοπόννησος. Η Τριπολιτσά, αν και εκενώθη στρατευμάτων, δεν ήτον επιτηδεία εις συνεδρίασιν των πληρεξουσίων του έθνους κατά την περίστασιν εκείνην διά τα επακόλουθα της πολιορκίας και αλώσεώς της. Μετέβησαν δε κατ' αυτάς εις Τριπολιτσάν και απεσταλμένοι των ναυτικών νήσων· προβάλλοντες να συγκαλεσθή η εθνική συνέλευσις εις παραθαλάσσιόν τι μέρος πλησίον Ύδρας και Σπετσών, και απεφασίσθη ομογνωμόνως το Άργος· εξεδόθησαν και συγκλητήρια· αλλ' επρόκειτο να συστηθή προ της εγκαταστάσεως της γενικής εθνικής κυβερνήσεως τοπική γερουσία και εν Πελοποννήσω, καθώς και εν στερεά Ελλάδι. Διά τον σκοπόν τούτον εξέλεξαν αι επαρχίαι της ανά έξ γενικούς εφόρους, και ένα των έξ ως μέλος της γερουσίας. Αλλά τα μέλη της μη εισέτι συγκεκροτημένης γερουσίας εκλήθησαν να γράψωσι και τον οργανισμόν αυτής, ό εστι να ορίσωσι τας ιδίας αυτών δυνάμεις. Εντεύθεν ενδεχόμενον ήτο να πηγάση μεγάλη κατάχρησις· αλλά καλή τύχη παρεδέχθησαν τον συνετόν οργανισμόν της γερουσίας της Δυτικής Ελλάδος μετά τινων άλλων διατάξεων. Συστήσαντες δε οι Πελοποννήσιοι την γερουσίαν των επρόσφεραν την προεδρίαν τω Υψηλάντη θέλοντες όχι τόσον να τον τιμήσωσιν, όσον να τον απομακρύνωσιν ευσχήμως των γενικών πραγμάτων της εθνικής συνελεύσεως· αλλ' ο Υψηλάντης απεποιήθη την προσφοράν, και ανεδείχθη πρόεδρος ο επίσκοπος Βρεσθένης Θεοδώρητος. Ήρχισαν δε τα της γερουσίας ταύτης εν Άργει την 1 δεκεμβρίου και απεπερατώθησαν και υπεγράφησαν εν Επιδαύρω την 27.
Μετά δε τα κατά την Άρταν συμβάντα αναγκαίον εθεώρησαν οι εισβαλόντες σύμμαχοι Ελληνοαλβανοί να στείλωσι τον Ταχήρ - Αμπάζην, ένα των αρχηγών των Αλβανών, προς τον Μαυροκορδάτον εις συνδιάλεξιν και συμμέθεξιν ων έφερεν ούτος βοηθημάτων προς ενίσχυσιν του αγώνος. Τω εδόθη δε και πληρεξούσιον ανοικτόν φέρον τα σφραγίσματα των συναδέλφων του Αλβανών ίνα απέλθη εις Πελοπόννησον ως αντιπρόσωπος αυτών παρά τη προκειμενική εθνική συνελεύσει, ή αντικαταστήση άλλον.
Αν και εγνώριζεν ο ανήρ ούτος εξ όσων έμαθε παρά των μετά την άλωσιν της Τριπολιτσάς επανελθόντων ομοφύλων του τις ο αληθής σκοπός των ενόπλων κινημάτων των Ελλήνων, κατεταράχθη ουδέν ήττον και ηγανάκτησεν ακούσας, εν ώ διήρχετο το μακρόν διάστημα από των κορυφών του Μακρυνόρους μέχρι της εσχατιάς του Μεσολογγίου, ύμνους εις την ελληνικήν ελευθερίαν και ύβρεις εις την τουρκοκρατίαν, και ιδών πολλαχού τα σύμβολα του ελληνικού εθνισμού εστημένα, τα υψιπύργια (μιναρέδας) των ομοπίστων του κατηδαφισμένα, και τους ευκτήριους οίκους μεμιασμένους· παρετήρησε και την ακαταστασίαν των πραγμάτων, και την απορίαν των αγωνιζομένων, προς ους εφημίζετο ότι εστάλησαν εσχάτως πλούσιαι δωρεαί· αλλ' υπεκρίθη και επολιτεύθη επιτηδείως, απέφυγε ν' απέλθη εις την εθνικήν συνέλευσιν ως εμελέτα, αντικατέστησε διά το ανύποπτον τον Μάρκον Δεσπότου γράψας επί του ανοικτού πληρεξουσίου τόνομά του, έλαβε πολεμεφόδια, και επανελθών εις τα ίδια ασφαλής και ανενόχλητος διηγήθη προς τους αληπασίζοντας συναδέλφους του όσα είδεν, ήκουσεν, εψηλάφησε και ησθάνθη (η). Ακούσαντες ούτοι τους λόγους αυτού και βλέποντες τους μεν βασιλικούς καθ' ημέραν κρατυνομένους, την δε καταστροφήν του Αλή άφευκτον και εγγύς, καλούμενοι δε υπό την βασιλικήν σημαίαν επί πλουσίαις αμοιβαίς παρά του ομοφύλου των Βρυώνη, του κατ' αρχάς και αυτού αληπασίζοντος και μετά ταύτα βασιλίσαντος, συνήλθαν εις συμβούλιον εν αγνοία των συμμάχων των Χριστιανών περί του πρακτέου· και αποφασίσαντες να προσκυνήσωσιν απέστειλαν μυστικήν πρεσβείαν προς τον Χουρσήδην, υποσχόμενοι να δικαιώσωσι την πολιτικήν μετάνοιάν των διά θερμής συμπράξεως, και κατά του αποστάτου Αλή και κατά των αποστατών Ελλήνων· επρόβαλαν δε συγχρόνως να σταλώσι στρατεύματα κατά μεν το κρυπτόμενον εις ανάκτησιν της Άρτης, κατά δε το φαινόμενον εις αναδούλωσιν της Αιτωλοακαρνανίας· διενοούντο δε διά της ψευδούς ταύτης φήμης ν' αναγκάσωσι, καθώς και ηνάγκασαν, τους εις Άρταν συνεκστρατεύσαντας Αιτωλοακαρνάνας ν' ανακάμψωσιν εις τας εστίας των προς υπεράσπισίν των. Προθύμως εδέχθη ο Χουρσήδης την υπόκλισιν των αληπασιζόντων Αλβανών, τοις επεδαψίλευσε την εύνοιάν του, και έστειλε και στρατεύματα κατά την πρότασίν των.
Οι δε Σουλιώται, αν και εψιθυρίζετο η προς αυτούς απιστία των συμμάχων των Αλβανών, δεν την επίστευαν. Αφ' ού δε είδαν ότι τα εχθρικά στρατεύματα επλησίασαν την Άρταν, εξήλθαν της πόλεως διά νυκτός, φοβηθέντες μη αποκλεισθώσι, και ετοποθετήθησαν επί το παρακείμενον όρος πεποιθότες, ότι θα παρηκολούθουν και οι σύμμαχοί των Αλβανοί κατά τα προ της εξόδου των συνομολογηθέντα· αλλ' ούτοι δεν παρακολούθησαν και τοις ανήγγειλαν την επαύριον, ότι ήσαν έως τότε υπηρέται του Αλή και σύμμαχοι αυτών επί σκοπώ να ελευθερώσωσι μεν εκείνον, αλλά να διαμείνωσιν όλοι πάντοτε υπό το σκήπτρον του σουλτάνου· βεβαιωθέντες όμως ότι και οι Σουλιώται και οι λοιποί ομόπιστοί των εμάχοντο υπέρ πίστεως και ελευθερίας έχοντες συμβοηθόν και τον Αλήν δι' ιδιαίτερα τέλη, έκριναν αναγκαίον να τους ειδοποιήσωσιν ότι ήσαν Μωαμεθανοί και πιστοί υπήκοοι του κραταιοτάτου βασιλέως των, και ότι εθεώρουν την συμμαχίαν των του λοιπού λελυμένην· τους εσυμβούλευσαν δε φιλικώς ν' αναχωρήσωσιν όσον τάχιον.
Ταύτα ακούσαντες παρ' ελπίδα οι Σουλιώται ανεχώρησαν αυθωρί εις τα ίδια· και ούτως η συμμαχία ελύθη διαρκέσασα έν έτος.

1821

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΣΤ'.

&Ναύπλιον και ατυχής απόπειρα εφόδου. — Τα κατά τας Πάτρας συμβάντα. — Φόνος Αντώνη Οικονόμου — Μετάβασις των πληρεξουσίων εις Πιάδαν παρά την Επίδαυρον — Παράδοσις της Κορίνθου.&

ΠΡΟΣ τον μυχόν του αργολικού κόλπου, δεξιά του εισπλέοντος προέχει εις την θάλασσαν ογκώδης και στενή γλώσσα σχηματίζουσα προς άρκτον εντός του μεγάλου και πολυκυμάντου αργολικού κόλπου μικρόν και ακύμαντον υπόκολπον· εν τω στόματι δε τούτου κείται νησίδιον όλον πετρώδες, ολίγων οργυιών περιφέρειαν έχον και σχεδόν ισοθάλασσον, επ' αυτού δε πύργος, κοινώς λεγόμενος Μ π ο ύ ρ τ σ ι, εις φρούρησιν της εισόδου· η δε γλώσσα κόπτεται επί του ισθμού διά πλατείας και ξηράς τάφρου, και ζευγνύεται μετά της έξω γης διά κρεμαστής γεφύρας· είναι δε κρημνώδης και απρόσβατος προς την μεσημβρινήν πλευράν της, την προς την είσοδον του αργολικού κόλπου· προς δε την αρκτικήν εκτείνεται ολίγη επίπεδος γη, επί ταύτης δε και επί της κατωφερείας της αυτής πλευράς κείται η πόλις του Ναυπλίου· επί δε του υπεράνω της πλευράς ταύτης οροπεδίου η ακρόπολίς της, ήτοι η ακροναυπλία, κοινώς λεγομένη Ι τ σ κ α λ έ ς.
Η πόλις και η ακρόπολις περικλείονται εντός ενός και του αυτού τείχους· αλλ' η πόλις εκτείνεται και έξω των τειχών προς την θάλασσαν αρκτικώς. Το δε μεταξύ της πόλεως και του θαλασσοπύργου διάστημα είναι στενότερον κανονοβολής, και τα νερά βαθέα και πλώιμα, τα δε εκείθεν του θαλασσοπύργου ρηχά και άπλευστα· προς το επί της ξηράς δε χείλος της τάφρου ανυψούται κωνοειδώς, 750 πόδας υπεράνω της θαλάσσης, πετρώδες, ολόγυμνον και απότομον βουνόν, μόνον κατ' ανατολάς πατητόν· επί δε του ακροβουνίου κείται το Παλαμίδι, οχυρώτατον φρούριον, έχον, εκτός της προς ανατολάς κοινής και φυσικής ανόδου, δύο άλλας προς την πόλιν, την μεν λαξευτήν και θολοσκέπαστον, αλλά στενήν και δύσβατον, προς συγκοινωνίαν εν καιρώ πολέμου, την δε παράπλευρον εκείνης, αλλ' ασκεπή, εις χρήσιν εν καιρώ ειρήνης. Το μέγα δε τούτο φρούριον διά την υψηλήν θέσιν του εξουσιάζει και την πόλιν και την ακρόπολιν. Υπερτριακόσια ελογίζοντο αρχομένης της επαναστάσεως τα επί του Παλαμιδίου, της ακροναυπλίας, του θαλασσοπύργου και τα περί την πόλιν κανόνια παντός μεγέθους εύχρηστα και άχρηστα. Οι κάτοικοι προ της επαναστάσεως ήσαν όλοι σχεδόν Τούρκοι· επί δε της επαναστάσεως κατέφυγαν αυτόθι, ως είπαμεν, και οι Αργείοι, ώστε 6000 ελογίζοντο τον καιρόν εκείνον όλοι οι έγκλειστοι Τούρκοι, εντόπιοι και πρόσφυγες, εξ ών 1200 οπλοφόροι.
Είδαμεν, ότι εξ αρχής του αγώνος επολιορκήθη το Ναύπλιον, και ότι η πολιορκία ελύθη επί της ευτυχούς εισβολής εις Αργολίδα του κεχαγιάμπεη αναβαίνοντος εις Τριπολιτσάν. Έκτοτε οι Τούρκοι περιεφέροντο εις τας πέριξ πεδιάδας μηδενός εναντιουμένου· αλλ' επί της συγκομιδής των καρπών συνήλθαν εκ νέου Κρανιδιώται, Αργείοι, και άλλοι προς επανάληψιν της πολιορκίας και κατέλαβαν διαφόρους θέσεις· επεξήλθαν οι Τούρκοι σύροντες κανόνια και έπεσαν επί τινα πύργον κατεχόμενον υπό των περί τον Τσόκρην· ούτοι, αν και ολίγοι, αντέστησαν, και διά της συνδρομής και άλλων επιπεσόντων όπισθεν τους απέκρουσαν φονεύσαντες και πληγώσαντές τινας αυτών και απελευθερώσαντες ολίγους Χριστιανούς κρατουμένους εντός του Ναυπλίου και συμπαραληφθέντας υπό των εξελθόντων Τούρκων ως αχθοφόρα ζώα εις μετακόμισιν των καρπών. Έκτοτε οι έγκλειστοι εξήρχοντο μόνον πλησίον του φρουρίου εις συγκομιδήν όσων εύρισκαν εκεί αναγκαίων και ηκροβολίζοντο. Οι δε Έλληνες, μη έχοντες τα εις τειχομαχίαν, ανέμεναν η πείνα να τοις παραδώση το φρούριον· διά τούτο περιωρίζοντο εις στενήν διά θαλάσσης και ξηράς πολιορκίαν. Αλλ', εν ώ εφαίνετο η ώρα της πτώσεως εγγύς, διέφυγε την προσοχήν των διά θαλάσσης αποκλειστών, έν πλοίον μαλτεζικόν και έφερε προς τους πολιορκουμένους ικανάς τροφάς. Το συμβάν τούτο εματαίωσε τας προσδοκίας των Ελλήνων.
Ο δε εκ Γενούης ίλαρχος Δανίας, ευτολμότατος φιλέλλην, επρότεινε τότε την εξ εφόδου άλωσιν του Ναυπλίου. Αν και ακατόρθωτον εθεωρήθη κατ' αρχάς το προτεινόμενον, ενεκρίθη επί τέλους, και ο Υψηλάντης, παραλαβών τον Κολοκοτρώνην και άλλους διατρίβοντας εν Άργει, μετέβη εις το στρατόπεδον του Ναυπλίου, όπου, συμβουλίου δευτέρου γενομένου, απεφασίσθη οριστικώς η έφοδος. Εφοδώτερα μέρη εκρίθησαν τα προς το παραθαλάσσιον και την γέφυραν· προς έλκυσιν δε της πολλής δυνάμεως των εχθρών εις άλλα μέρη, ώστε να εύρωσιν οι μέλλοντες να εισπηδήσωσιν ολιγωτέραν αντίστασιν, εθεωρήθη αναγκαίον ελληνικά πλοία να κανονοβολήσωσιν επί ρητή ώρα τον θαλασσόπυργον και το αντικρύ αυτού επί του τείχους της πόλεως κανονοστάσιον των πέντε αδελφών, στρατιωτικά δε σώματα υπό τον Κολοκοτρώνην να επιχειρήσωσι συγχρόνως πλαστήν έφοδον επί το Παλαμίδι τουφεκίζοντα, να έλθωσι δε και άλλα υδραϊκά και σπετσιωτικά πλοία και πολλά κρανιδιωτικά και καστριωτικά τρεχαντήρια και ικανοί πολεμισταί εξ εκείνων των μερών διά την επί το παραθαλάσσιον τείχος έφοδον· διά δε την επί το Παλαμίδι ητοιμάσθησαν 1700 εν οις και οι πλείστοι των τακτικών και οι ολίγοι φιλέλληνες.
Εν ώ δε ητοιμάζετο η έφοδος κατά τον ρηθέντα τρόπον, ο Βουτιέρος, αξιωματικός Γάλλος εν τη ελληνική υπηρεσία, παρετήρησεν ότι οι κατέχοντες τον θαλασσόπυργον ήσαν πάντοτε ολίγοι, ότι οι πλείστοι απήρχοντο το πρωί εις την πόλιν και επανήρχοντο το εσπέρας, ότι έμπροσθεν αυτού ελλιμένιζε το εισκομίσαν τας τροφάς μαλτεζικόν πλοίον, έχον ολίγους μόνον ναύτας· ταύτα παρατηρήσας εσχεδίασε να παραλάβη μεσούσης της νυκτός 70 ναύτας, στρατιώτας και φιλέλληνας, ν' αποπλεύση επί δύο πλοιαρίων από των αντικρύ του Ναυπλίου Μύλων, και να μεταβιβασθή απροσδοκήτως εις το έμπροσθεν του μικρού τούτου φρουρίου πλοίον· αφ' ού δε πειθαναγκάση τον πλοίαρχον και το πλήρωμα εις σιωπήν, να διανυκτερεύσωσιν αυτός και οι συν αυτώ επί του πλοίου αφανείς και ατάραχοι· πρωίας δε γενομένης, καθ' ην ώραν οι φρουροί απέβαιναν εις την πόλιν κατά το σύνηθες, τινές των περί αυτόν να φορέσωσι τα ενδύματα των ναυτών του πλοίου, ν' αποβώσιν εις την ξηράν ως οι ναύται αυτού, να κυριεύσωσι τον θαλασσόπυργον ανυπόπτως και ακινδύνως και να εμβάσωσι και τους επί του πλοίου λοιπούς συναδέλφους των. Το σχέδιον του Βουτιέρου ενεκρίθη, και ήτο τωόντι επιδέξιον και κατορθωτόν διά την περί τα τοιαύτα συνήθη απροσεξίαν των Τούρκων· αλλά δεν επέτυχε καθ' ην ώραν ενηργήθη· διότι, εν ώ τα υπό τον Βουτιέρον πλοιάρια ήλθαν εγγύς του πλοίου, δεν εφυλάχθη η πρέπουσα σιωπή και αταραξία παρά των πλεόντων, οίτινες ιδόντες φως επί του καταστρώματος του πλοίου, και νομίσαντες ότι τους ενόησαν προσερχομένους επανήλθαν εις τους Μύλους άπρακτοι.
Εν τοσούτω, πάμπολλοι οπλοφόροι συνέρρευσαν έξωθεν του Ναυπλίου, κατέπλευσαν και 15 υδραϊκά και σπετσιωτικά πλοία, και πολλά κρανιδιωτικά και καστριωτικά τρεχαντήρια φέροντα 600 πολεμιστάς διά την επί το παραθαλάσσιον τείχος μελετωμένην έφοδον· συνηνώθησαν διά τον αυτόν σκοπόν καί τινες των έξωθεν του Ναυπλίου. Απεφασίσθη δε να κινηθώσιν όλοι πανταχόθεν εκ συνθήματος την νύκτα της 3 δεκεμβρίου β' ώραν μετά το μεσονύκτιον. Ελθούσης της ώρας, οι εις την έφοδον προετοιμασθέντες εκινήθησαν· αλλ' οι προπορευόμενοι έρριψαν κατά γης τας κλίμακας και έγιναν άφαντοι· απέμεινε δε μετ' ολίγων ο αρχηγός των προπορευόμενων Νικήτας. Ανέβη κατά το σχέδιον και ο Κολοκοτρώνης μετά πολλών προς το Παλαμίδι, εν οις καί τινες τακτικοί. Δοθέντος δε του σημείου, ήρχισεν η μάχη· αλλ' εξ αιτίας της αντιπνοίας ολίγα πλοία επλησίασαν και εκανονοβόλησαν τον θαλασσόπυργον, τα δε φέροντα τους εις απόβασιν μαχητάς τρεχαντήρια δεν ημπόρεσαν να πλησιάσωσιν, ώστε ούτε καν απόπειρα έγεινε της επί του παραθαλασσίου προσχεδιασθείσης αποβάσεως. Τρεις ώρας επέμεναν γενναίως μαχόμενοι και πυροβολούμενοι οι φιλέλληνες, οι τακτικοί καί τινες των άλλων επ' ελπίδι να εισπλεύση μετ' ολίγον ο στολίσκος υπό την συνήθη απόγειον αύραν και αποβιβάση τους Κρανιδιώτας και λοιπούς εις το παραθαλάσσιον. Αλλ', αφ' ού πάσα περί αποβάσεως ελπίς διά την πάντοτε επικρατούσαν αντίπνοιαν εψεύσθη, εσήμανεν η ανάκλησις, και οι μαχόμενοι καταλιπόντες τας κλίμακας απεχώρησαν. 20 εσκοτώθησαν, εν οις και ο σημαιοφόρος φιλέλλην Δοράτος και ο λοχαγός Λίχιγκ αποκοπέντων των δύο ποδών του, και 40 επληγώθησαν, εν οις και ο Γουβερνάτης, ο Περσάτης καί τις Πελοποννήσιος υποπλαρχηγός Γκελμπερής, όστις κοπέντος του ποδός του, απεκομίσθη εις το φρούριον, και παραδοθείς είς τινας Εβραίους απέθανε βασανιζόμενος· οι πλείστοι δε των φονευθέντων και πληγωθέντων ήσαν τακτικοί και φιλέλληνες. Μετά την αποτυχίαν ταύτην επανήλθαν οι περί τον Υψηλάντην εις Άργος, το δε Ναύπλιον επολιορκείτο ως και πρότερον.
Οι δε αρχηγοί των Αχαιών, αφού εμπόδισαν την εις Πάτρας κατάβασιν του Κολοκοτρώνη, επεχείρησαν αυτοί την άλωσιν της πόλεως θεωρήσαντες τον καιρόν αρμόδιον διά τα εν αυτή μετά την εκπολιόρκησιν της Τριπολιτσάς συμβάντα· στρατολογήσαντες δε υπερτρισχιλίους κατέλαβαν εν πρώτοις το Γηροκομείον· την δε 21 Οκτωβρίου περί τα χαράγματα έπεσαν πολλαχόθεν εις την πόλιν και εβίασαν τους κατέχοντας αυτήν να καταφύγουν εις την ακρόπολιν μετά μακράν αντίστασιν και ολίγην αιματοχυσίαν. Οι Έλληνες διέμειναν εν τη πόλει όλην την ημέραν πολεμούντες τους εν τη ακροπόλει και τους κατέχοντας ολίγας υπ' αυτήν οικίας. Τόσον δε εφοβήθησαν οι Λαλιώται, ώστε ήλθαν και εις λόγους συμβιβασμού. Αλλ' οι στρατιώται, εν αγνοία των αρχηγών των διανυκτερευόντων εν Γηροκομείω, εγκατέλειψαν την νύκτα την πόλιν και διεσπάρησαν εις τα χωρία προς μετακομιδήν των λαφύρων· επειδή όμως αφήκαν φώτα εν ταις κατοικίαι των, οι Λαλιώται δεν ενόησαν την νυκτερινήν αναχώρησίν των και δεν κατέβησαν να κυριεύσωσι την πόλιν. Οι δε εν Γηροκομείω αρχηγοί των, μαθόντες το γεγονός, εσύναξαν όσους εκ του προχείρου εδυνήθησαν, και παραλαβόντες και το προ ολίγων ωρών φθάσαν εκεί σώμα του Ανδρέου Λόντου εκ 300 εισήλθαν την αυτήν νύκτα εις την πόλιν και κατέλαβαν την ενορίαν του αγίου Γεωργίου· αλλ' ο καθήμενος εν τω Ρίω Ισούφης έστειλεν εν πρώτοις έν σώμα και έδιωξε τους κατέχοντας την θέσιν του τελωνείου εχθρούς του· έστειλε και άλλο και κατέλαβε τα υψηλά Αλώνια· αυτός δε μετά 400 ιππέων και πεζών εισέβαλεν εις την πόλιν την 22 νοεμβρίου μεσούσης της ημέρας· εξήλθαν συγχρόνως και οι εν τω φρουρίω και έπεσαν οι μεν εντεύθεν οι δε εκείθεν επί τους κατέχοντας την πόλιν Έλληνας, οίτινες, μη προσδοκούντες την αιφνίδιον ταύτην επίθεσιν και θορυβηθέντες, ετράπησαν μετά μικράν αντίστασιν και πολλοί αυτών απώλεσαν και τα πράγματά των. Οι δε εχθροί απέκαυσαν την πόλιν ίνα μη εισερχόμενοι οι Έλληνες ευρίσκωσι προμαχώνας.
Εκείναις ταις ημέραις εγνώσθη, ότι ο Αντώνης Οικονόμου, ο πρό τινων μηνών φυλακισθείς εν τη μονή του Φονιά, εδραπέτευσε και μετέβαινεν εις Ύδραν διά του Άργους. Άστατον είναι το μίσος του λαού, καθώς και η αγάπη προς τους προστάτας του, και πολλάκις αγαπά απόντα ον αποστρέφεται παρόντα. Μετεμελήθη και ο λαός της Ύδρας ότι εγκατέλειψε τον προστάτην του επί της καταδρομής του· επεθύμει δε να τον ίδη πάλιν εις το μέσον του. Ο Οικονόμου, εξ όσων έπαθεν, έπνεε και αυτός εκδίκησιν. Διά τους λόγους τούτους οι πρόκριτοι της Ύδρας ήσαν όλοι άνω κάτω και έβλεπαν κινδυνεύουσαν και αυτήν την ύπαρξίν των. Μεταξύ των εις Άργος συνελθόντων πληρεξουσίων ήσαν και οι της νήσου ταύτης, οίτινες εταράχθησαν επί τω ακούσματι προβλέποντες και αυτοί μεγάλα δυστυχήματα επί της καθόδου του Οικονόμου εις την πατρίδα των· κατ' αίτησιν δε αυτών εστάλη εξ Άργους στρατιωτική δύναμις υπό τον Ξύδην, υποπλαρχηγόν του Λόντου, εις σύλληψιν του Οικονόμου, και εις φυλάκισίν του εν τω μεγάλω Σπηλαίω· παρηγγέλθη δε ο Ξύδης να μεταχειρισθή κατ' αυτού και όπλα, αν παρήκουε και ανθίστατο. Την 16 δεκεμβρίου συνήντησεν η σταλείσα δύναμις έξωθεν του Κουτσοποδίου τον Οικονόμου έφιππον και συνοδευόμενον υπό τινων συμπατριωτών του· προσκληθέντα δε να παραδοθή και μη παραδοθέντα, τον επυροβόλησε και τον εφόνευσε κατά την θέσιν Κατσικάνι· οι δε συνοδοιπόροι του ήλθαν αβλαβείς και ανενόχλητοι εις Άργος και εκείθεν διέβησαν εις την πατρίδα των, όπου ουδεμία συνέβη ταραχή, διότι την επρόλαβεν ο φόνος του αρχηγού των. Τοιούτον έλαβε τέλος ο Αντώνης Οικονόμου, ο διά της μεγαλοτολμίας του ανυψωθείς υπεράνω της παντοδυνάμου αριστοκρατίας της πατρίδος του, και πρώτος μεγαλοφρόνως και φιλοκινδύνως οδηγήσας εις τον αγώνα της ελευθερίας και της δόξης λαόν, όστις διά των κατορθωμάτων του ανεκαίνισε τα προπατορικά τρόπαια της Σαλαμίνος και της Μυκάλης.
Εν τούτοις, συνήλθαν εις Άργος όλοι οι πληρεξούσιοι και ήρχισαν τας προκαταρκτικάς συνεδριάσεις των· αλλ' η συρροή τόσων στρατευμάτων εις Αργολίδα, αι συμβαίνουσαι καθ' ημέραν αταξίαι εν τη πόλει, αι παρά τινων υποκινήσεις του στρατιωτικού κατά των αρχόντων και διασπαρείς λόγος συνωμοσίας κατ' αυτών ηνάγκασαν τους πληρεξουσίους να ζητήσωσιν άλλον τόπον ησυχώτερον και ασφαλέστερον διά τας συνεδριάσεις των, και τοιούτος εκρίθη το παράλιον χωρίον της Πιάδας, όπου και μετέβησαν μετονομάσαντές το Επίδαυρον, ως παραπλήσιον της αρχαίας Επιδαύρου. Συνέτρεξε δε εις την εκεί μετάβασίν των και το εξής.
Οι πλείστοι των εν Άργει στρατιωτικών, εν οις και ο Υψηλάντης και ο Κολοκοτρώνης, μετέβησαν εκείναις ταις ημέραις εις Κόρινθον επ' ελπίδι κυριεύσεως του φρουρίου εκείνου. Μαθόντες οι εν Ναυπλίω Τούρκοι την από του Άργους απομάκρυνσιν των ελληνικών στρατευμάτων διά τινος αιχμαλώτου αποδράντος, και βεβαιωθέντες ότι ολίγοι ήσαν οι εναπομείναντες οπλοφόροι, βουλήν έβαλαν να πατήσωσιν εξ απρόοπτου την πόλιν, και επί τω σκοπώ τούτω εξήλθαν την 14 δεκεμβρίου 600 σύροντες δύο κανόνια, έτρεψαν εις φυγήν τους παρά τη οδώ καθημένους ολίγους οπλοφόρους Έλληνας και κατεφόβισαν τους εν τη πόλει του Άργους· αλλά, χάρις εις την τόλμην του Νικήτα καί τινων Ελλήνων και φιλελλήνων παρευρεθέντων, ηναγκάσθησαν να οπισθοδρομήσωσι χωρίς να πατήσωσι την πόλιν. Επειδή δε το κίνημα τούτο απεδόθη εις την προδοσίαν του αποδράντος αιχμαλώτου, εθεωρήθησαν ως συνένοχοι υπό του όχλου οι εν Άργει ευρισκόμενοι αιχμάλωτοι και εθανατώθησαν· ήσαν δε ούτοι εκ των επί τη αλώσει της Τριπολιτσάς επιζησάντων.
Εκ των επιζησάντων ήτον, ως είδαμεν, και ο κορίνθιος Κιαμήλμπεης. Δι' αυτού, μετενεχθέντος εις Κόρινθον, επροσπάθησαν οι Έλληνες να πείσωσι τους εχθρούς εις παράδοσιν της Ακροκορίνθου. Αλλ' οι προς την μητέρα του, την γυναίκα του και λοιπούς πολιορκουμένους λόγοι του ανδρός τούτου κατ' εισήγησιν των Ελλήνων δεν εισηκούοντο, διότι οι πολιορκούμενοι, αν και ετίμων τας διαταγάς του, ήξευραν ότι παρήγγελλεν όσα τω υπηγόρευαν οι κατέχοντες αυτόν. Οι Έλληνες επέμεναν έτι μάλλον εις την κυρίευσιν της Ακροκορίνθου, διότι επίστευαν ότι ήσαν εναποτεταμιευμένοι οι θησαυροί του Κιαμήλμπεη, ον όλη η Ελλάς εθεώρει πολυτάλαντον. Οι δε φρουροί ήσαν εντόπιοι, Αλβανοί, καί τινες Λαλιώται, όλοι 600, πλήρεις ελπίδων ότι εντός ολίγου θα εισέβαλε και θα έλυε την πολιορκίαν των η εισέτι, ως ενόμιζαν, διατρίβουσα εν τη Ανατολική Ελλάδι οθωμανική δύναμις υπό τον Βρυώνην και τον Μεχμέτην. Εν τοσούτω πολιορκούντες και πολιορκούμενοι εκανονοβολούντο συνεχώς· και οι μεν πολιορκηταί, μετακομίσαντες εξ Ύδρας δύο κανόνια και αναβιβάσαντες αυτά εις Πεντεσκούφι (α) εμπόδιζαν δι' αυτών πάσαν έξοδον των πολιορκουμένων και τους ηνόχλουν και εντός των οικιών κανονοβολούντες· ούτοι δε, αν και ανεπιτήδειοι κατ' αρχάς περί την χρήσιν των κανονίων, εφάνησαν, καθ' ας ημέρας κατέβησαν εκεί ο Υψηλάντης και οι λοιποί, επιτηδειότεροι και βλαπτικώτεροι· και εντεύθεν έλαβαν αφορμήν οι Έλληνες να υποπτεύσωσιν ότι ο Κιαμήλμπεης έστειλεν εκείναις ταις ημέραις εις την ακρόπολιν επιτήδειον κανονοβολιστήν υπό πρόσχημα απλού γραμματοφόρου. Αλλά το κακόν της πείνας ηύξανε και εταλαιπώρει τους εγκλείστους, ών τινες ηυτομόλουν προς τους Έλληνας· ηυτομόλησαν προς τον Κολοκοτρώνην επί τη προτάσει του και οι εν τω φρουρίω ολίγοι Λαλιώται και δεν εκακοποιήθησαν· ηυτομόλησε μετά ταύτα καί τις δερβίσης, όστις εκληφθείς ως κατάσκοπος ετιμωρήθη.
Αφ' ού δ' εβεβαιώθησαν οι έγκλειστοι, ότι πάσα ελπίς επικουρίας έξωθεν εματαιώθη, οι Αλβανοί πρόθυμοι, ως τους είδαμεν και άλλοτε, ν' αποχωρίζονται των ομοπίστων επ' ιδιοτελεία, απεχωρίσθησαν και εν τη παρούση περιστάσει, και τη συνεργεία του Πλαπούτα και τη μεσιτεία του γνωστού αυτοίς Πανουργιά, ευρεθέντος εν Κορίνθω, εσυμβιβάσθησαν μόνοι, και εξήλθαν 150 την 10 Ιανουαρίου, φέροντες τα όπλα, τας αποσκευάς των και ανά χίλια γρόσια· προσδιωρίσθη δε η ποσότης αύτη όχι διότι εμελέτων οι Έλληνες να κρατήσωσι τα περισσεύοντα της περιουσίας των, αλλ' ίνα μη ιδιοποιηθώσιν ούτοι τα των άλλων εγκλείστων· επέβησαν δε εις τέσσαρα ελληνικά πλοιάρια προς διαπόρθμευσιν· αλλά το ήμισυ μόλις διεσώθη, καταποντισθέντων ή φονευθέντων των άλλων παρασπόνδως. Απελπισθέντες δε οι εναπομείναντες Τούρκοι εσυμβιβάσθησαν και ούτοι μετά των επί τω σκοπώ τούτω σταλέντων παρά των εν Επιδαύρω υπό τους όρους να παραδώσωσι την ακρόπολιν, όλα τα όπλα, όλην την κινητήν περιουσίαν, εκτός δύο των πενιχροτέρων ενδυμασιών και μικράς τινος χρηματικής ποσότητος εις χρήσιν εκάστου, και να μετακομισθώσιν υπ' ουδέτερα σημαίαν εις την μικράν Ασίαν. Μετά τον συμβιβασμόν τούτον εισήλθε το υπό τον Βαλέστον τακτιτόν εις την ακρόπολιν την 14 υπό την ευλογίαν του παρευρεθέντος επισκόπου Δαμαλών.
Προπορευόμενος δε ο Κολοκοτρώνης και βαστών ελληνικήν σημαίαν εσταύρωσε δι' αυτής την πύλην και την έστησεν επί των επάλξεων· αφωπλίσθησαν μετά ταύτα οι εν τω φρουρίω, παρέδωκαν τα πράγματά των, άτινα διηρπάγησαν, παρέδωκαν και τα χρήματα και τα πετράδια των χρησιμεύσαντα εις μίσθωσιν του ναυτικού, και κατέβησαν εις την πόλιν αναμένοντες το πλοίον εις διαβίβασίν των, αλλ' οι πλείστοι κατεστράφησαν μετά τινας ημέρας παρά τα συνομολογηθέντα, και οι λοιποί τήδε κακείσε διεσπάρησαν ή εδουλώθησαν· ο δε Κιαμήλ - μπεης, επί λόγω ότι δεν ήθελε ν' ανακαλύψη τα κατά την πάγκοινον γνώμην κρυπτόμενα πλούτη του, έπαθε πολλά κακά, αλλά δεν εθανατώθη επ' ελπίδι ότι θα τ' ανεκάλυπτε βραδύτερον.