WeRead Powered by ReaderPub
Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Β cover

Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Β

Chapter 25: &Ατυχής εκστρατεία εις Καρυστίαν, και θάνατος Ηλίου Μαυρομιχάλη. — Έκπλους του οθωμανικού στόλου και απόβασις στρατευμάτων εις Πάτρας. — Ναυμαχία εν τω κόλπω των Πατρών. — Τα μεταξύ του μεγάλου αρμοστού των Ιονίων νήσων και του ελληνικού στόλου. — Εκστρατεία υπό τον Κολοκοτρώνην εις πολιορκίαν των Πατρών.&
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A detailed chronological account traces campaigns, sieges, and skirmishes across central and eastern regions, describing troop movements, strategic decisions, and the capture and loss of towns and fortresses. It follows local commanders coordinating reinforcements, failed diversions, surprise engagements, and supply shortages that shape outcomes. Interwoven are descriptions of civilian displacement, negotiations, and the shifting balance between irregular bands and organized forces, with episodic chapters combining battle narratives, regional maneuvers, and administrative responses to unfolding military developments.

1821-1822

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΖ'

&Επιρροή των αρχόντων και των οπλαρχηγών εν ταις επαρχίαις και διενέξεις αυτών — Η εν Επιδαύρω πρώτη εθνική συνέλευσις — Πολιτικά συστήματα — Αντιπροσωπική κυβέρνησις και καθίδρυσις αυτής εν Κορίνθω.&

ΠΡΟ της επαναστάσεως μία τάξις ισχυρά υπήρχεν εν Πελοπόννησω, η των πολιτικών· τάξις δε πολεμικών δεν υπήρχεν· η τάξις αύτη προήχθη και εμεγαλύνθη επί της επαναστάσεως εξ αυτής της φύσεως των πραγμάτων. Εν δε τη στερεά Ελλάδι η τάξις των πολεμικών ούσα η μόνη ισχυρά προ της επαναστάσεως έγεινεν ισχυροτέρα αφ' ού η επανάστασις εξερράγη· η δε ανίσχυρος προ της επαναστάσεως πολιτική έγεινεν ανισχυροτέρα επί της επαναστάσεως, διότι εν τοις τοιούτοις καιροίς το όπλον υπερισχύει. Όπου δύο τάξεις αντίζηλοι, εκεί και διενέξεις· αι δε διενέξεις των τάξεων είναι εις άκρον βαρείαι ως τείνουσαι όχι μόνον εις αλλαγήν προσώπων, αλλά και εις ανατροπήν συστημάτων. Κατ' αρχάς της επαναστάσεως εγίνετο εν Πελοποννήσω ό,τι ήθελαν οι άρχοντες· αλλ' η ευτυχής έκβασις των πολεμικών κινημάτων έδωκε φυσικώ τω λόγω μετ' ολίγον ισχύν και τοις οπλαρχηγοίς· η δε διαίρεσις των πολιτικών της Πελοποννήσου και του Υψηλάντου, αφ' ης ημέρας έφθασεν εις το μέσον αυτών, του μεν οικειοποιουμένου των δε μη παραχωρούντων όλην την εξουσίαν, συνέτεινεν έτι μάλλον εις ενίσχυσιν των οπλαρχηγών. Πάντες ούτοι επεριποιούντο αυτόν ως αντιφερόμενον προς τους φυσικούς αντιζήλους των, αλλ' ολίγοι ήσαν οι επιθυμούντες την υπεροχήν του· και αυτός ο Κολοκοτρώνης εσχετίσθη μεν εξ αρχής προς αυτόν, διότι τον ωφέλει η σχέσις ανδρός έχοντος όνομα, αλλά δεν έγεινέ ποτε οπαδός του· μάλιστα επί των διενέξεων των αρχόντων και αυτού προ της πτώσεως της Τριπολιτσάς ως προς τον γενικόν οργανισμόν της Πελοποννήσου, ό εστι των περί εξουσίας, συνυπέγραψε μετά των αρχόντων κατά του σχεδίου αυτού· εν ενί λόγω ενίσχυεν ο Κολοκοτρώνης τον Υψηλάντην επιθυμών να ταπεινώση την οφρύν των πολιτικών, αλλά δεν τον ήθελεν α υ θ έ ν τ η ν του τόπου.
Οι δε πολιτικοί, αντιφερόμενοι προς τον Υψηλάντην, επροθυμήθησαν να εγκολπωθώσιν εξ αρχής τον Μαυροκορδάτον, θεωρούντες αυτόν ως αντίζηλον εκείνου και ως μη έχοντα τας περί υπεροχής αξιώσεις του, δι' ας ανησύχαζαν· επεθύμουν δε και να ωφεληθώσιν εκ των πολιτικών γνώσεων αυτού τόσον τω καιρώ εκείνω αναγκαίων όσον σπανίων. Οι δύο ούτοι άνδρες εδιχονόησαν κατ' αυτήν την εν Τρικόρφοις πρώτην, ως είδαμεν, συνέντευξιν. Ο Μαυροκορδάτος έλεγε τω Υψηλάντη, ότι η δοθείσα αυτώ πασά του γενικού πληρεξουσίου της Αρχής, πεσόντος ήδη, πληρεξουσιότης δεν ημπόρει να τω χρησιμεύση εις στήριξιν ης αντεποιείτο εν Ελλάδι εξουσίας, και ότι μόνη η εθνική θέλησις εδύνατο να δώση νόμιμον εξουσίαν· αλλ' ούτος διετείνετο ότι πάσα εξουσία έπρεπε να πηγάζη εκ της Αρχής, ήτις εκίνησε την επανάστασιν, και ότι δεν εδύνατο αυτός να καταστρέψη τα δίκαια του αδελφού του. Διχονοήσαντες δε εξ αυτής της αρχής και κλίνοντες ο μεν προς τους πολιτικούς, ο δε προς τους στρατιωτικούς, διέμειναν διχονοούντες και αντιπολιτευόμενοι μέχρι τέλους.
Επί δε της αρχομένης εθνικής συνελεύσεως το πολιτικόν κόμμα ήτον ασυγκρίτω λόγω το ισχυρότερον, διότι και το ισχυρόν σώμα των αρχιερέων και η ισχυροτάτη μερίς των τριών ναυτικών νήσων ήσαν υπέρ αυτού. Ο,τι δε ήθελαν αι ναυτικαί νήσοι ήθελεν είτε εκ προαιρέσεως είτε εξ ανάγκης και όλον το Αιγαίον· ενίσχυε και όλη η Δυτική Ελλάς το κόμμα τούτο, διατελούσα υπό την επιρροήν του οργανιστού της και προέδρου της γερουσίας της Μαυροκορδάτου· το προσενίσχυε και μέγα μέρος της Ανατολικής Ελλάδος. Οι δε οπλαρχηγοί της στερεάς Ελλάδος, αν και ισχυροί, ούτε μετ' αλλήλων ούτε μετά των οπλαρχηγών της Πελοποννήσου συνενοούντο, και διά τούτο το στρατιωτικόν της Ελλάδος δεν είχε σχεδόν σύστημα. Διά τους λόγους τούτους το αποτέλεσμα της εθνικής συνελεύσεως ήτο πασίγνωστον εκ προοιμίων, ό εστιν οποίον το ήθελε το κόμμα των πολιτικών· αντεφέροντο δε οι πολιτικοί και οι οπλαρχηγοί της Πελοποννήσου, διότι εκείνοι μεν ήθελαν να κινώσι τα όπλα των επαρχιών κατά του εχθρού μετά των οπλαρχηγών, ούτοι δε αντεποιούντο την κίνησιν των όπλων ως έργον μόνων αυτών· έργον δε εκείνων εθεώρουν την εις τας εκστρατείας προμήθειαν των αναγκαίων.
Διά την επικρατούσαν δε καθ' όλην την Ελλάδα αταξίαν, διά το νεοφανές του πράγματος και διά την εξ ανάγκης έλλειψιν οποιουδήποτε περί εκλογής νόμου, αι εκλογαί των αντιπροσώπων, λεγομένων τότε π α ρ α σ τ α τ ώ ν, δεν ήτο δυνατόν να γένωσι τακτικαί. Εκτός των τριών ναυτικών νήσων και της Κάσσου και Σκοπέλου, ουδεμία των του Αιγαίου έστειλεν εις την συνέλευσιν πληρεξουσίους. Μεταξύ δε των εκ των άλλων μερών συνελθόντων ουδεμία ως προς τον αριθμόν αναλογία εφυλάχθη. Εν ώ όλη η Πελοπόννησος έστειλεν 20 αντιπροσώπους, η Ανατολική Ελλάς έστειλεν αύτη μόνη 26, και μόνον το τρίτον σχεδόν αυτών η Δυτική. Ο,τι δε επλήθυνε τον αριθμόν των μελών της Ανατολικής Ελλάδος και διέκρινε την αντιπροσωπείαν εκείνου του μέρους ήτον η αλλόκοτος είσαξις εις την συνέλευσιν άλλων εκτός των παραστατών των επαρχιών της υπό το όνομα συνηγόρων, ισοδυνάμων μεν και ισοψήφων των επαρχιακών παραστατών, στελλομένων όμως όχι παρά των επαρχιών αλλά κατ' ευθείαν παρά του Αρείου πάγου. Όπως και αν έχη, η συνέλευσις εθεωρήθη νόμιμος καθ' όλην την Ελλάδα καθ' όλους τους καιρούς και παρ' όλων των τάξεων των πολιτών· ήρχισε δε τας εργασίας της υπό την προεδρίαν του Μαυροκορδάτου την 20 δεκεμβρίου, γράψασα εν πρώτοις τον κανονισμόν της, δι' ου διέταξε να μη γίνωνται αι συνεδριάσεις της εις επήκοον του κοινού, μηδέ να δημοσιεύωνται όσα λέγονται ειμή κατ' έγκρισιν αυτής· αν δε και οι πληρεξούσιοι ήσαν σύμφωνοι και αντεπροσώπευαν όλοι τον λαόν, διηρέθησαν εις τέσσαρας κλάσεις κατά τα τέσσαρα τμήματα της Ελλάδος, ήγουν την Πελοπόννησον, τας Νήσους, την Ανατολικήν Ελλάδα και την Δυτικήν, και διαιρημένοι τοιουτοτρόπως εκάθηντο, εψηφοφόρουν και υπέγραφαν καθ' ην έλαχαν αι κλάσεις διά κλήρου τάξιν· συνεδρίαζε δε, συνεψηφοφόρει και συνυπέγραφε και ο αντιπρόσωπος των Αλβανών, αν και η αλβανοελληνική συμμαχία ήτον ήδη λελυμένη.
Ιανουάριος Η συνέλευσις διώρισε δωδεκαμελή επιτροπήν, ήτοι τρία μέλη αφ' εκάστης των τεσσάρων κλάσεων, εις σύνταξιν οργανικού νόμου επί τη βάσει συστήματος δημοκρατικού και εξέδωκε την 1 Ιανουαρίου το ακόλουθον σύντομον και εμφαντικόν κήρυγμα.
«Εν ονόματι της αγίας και αδιαιρέτου Τριάδος.
Το Ελληνικόν έθνος, το υπό την φρικώδη οθωμανικήν δυναστείαν, μη δυνάμενον να φέρη τον βαρύτατον και απαραδειγμάτιστον ζυγόν της τυραννίας, και αποσείσαν αυτόν με μεγάλας θυσίας κηρύττει σήμερον διά των νομίμων παραστατών του εις εθνικήν συνηγμένων συνέλευσιν ενώπιον Θεού και ανθρώπων την πολιτικήν αυτού ύπαρξιν και ανεξαρτησίαν.»
Η συνέλευσις, θεωρήσασα το σχέδιον του οργανικού νόμου της επιτροπής της, εις ούτινος την σύνταξιν καθώς και εις τον μετά ταύτα οργανισμόν των γραμματειών εχρησίμευσε τα μέγιστα ο ειδήμων Ιταλός Γαλλίνας, παρεδέχθη τελείαν ανεξιθρησκείαν και ισοτέλειαν προηγουμένου νόμου περί εισπράξεως των τελών· εκήρυξεν όλους τους Έλληνας ίσους ενώπιον των νόμων και δεκτούς εν πάση υπηρεσία του κράτους· εξησφάλισε την ζωήν, την τιμήν και την ιδιοκτησίαν εκάστου υπό την προστασίαν των νόμων· κατήργησε την δουλείαν, τα βασανιστήρια και την δήμευσιν· διέταξε πας φυλακιζόμενος να ειδοποιήται εντός 24 ωρών περί της αιτίας της φυλακίσεώς του, και να δικάζεται εντός τριών ημερών· εψήφισε στρατιωτικόν οργανισμόν· εχάρισε προνόμια τοις Επιδαυρίοις, εγκατέστησε κυβέρνησιν εκ δύο σωμάτων, βουλευτικού ή αντιπροσωπικού και νομοτελεστικού· διέταξεν ο αριθμός των μελών του βουλευτικού και ο τρόπος του εκλέγειν και εκλέγεσθαι να ορισθώσι μετά ταύτα· επέτρεψε να προβάλη πας βουλευτής διά του προέδρου νομοσχέδια· παρήγγειλε δημοσίας τας τακτικάς και εκτάκτους συνεδριάσεις του βουλευτικού, μυστικάς δε μόνον επί τη αιτήσει πέντε βουλευτών· προσδιώρισεν εις πέντε τον αριθμόν των μελών του νομοτελεστικού εκλεγομένων υπό του βουλευτικού εκτός των μελών αυτού· έδωκε τω νομοτελεστικώ εξουσίαν να κινή τας κατά ξηράν και κατά θάλασσαν δυνάμεις· να εισάγη εις το βουλευτικόν νομοσχέδια· να το συγκαλή εις έκτακτον συνεδρίασιν· να εκτελή τους νόμους· να φροντίζη περί της γενικής ασφαλείας· να ενεργή εκτάκτως τα δέοντα εις ανακάλυψιν προδοσίας, αλλά να δικαιολογή την πράξιν του παρά τω βουλευτικώ εντός δύο ημερών· να φέρη ενώπιον αυτού νομοσχέδιον περί συστάσεως παρασήμων, και περί στολής και μισθοδοσίας των πολιτικών και πολεμικών υπαλλήλων· να διορίζη οκτώ γραμματείς οφείλοντας να ενεργώσι τα καθήκοντά των επί τη ιδία αυτών ευθύνη, ήγουν τον αρχιγραμματέα της επικρατείας, τον και επί των εξωτερικών, τον επί των εσωτερικών, τον επί των οικονομικών, τον επί του δικαίου, τον επί των στρατιωτικών, τον επί των ναυτικών, τον επί της θρησκείας και τον επί της αστυνομίας· ώρισε την διάρκειαν των δύο σωμάτων ενιαύσιον· εκανόνισε τα καθήκοντά των, τας προς άλληλα σχέσεις των και την εις την νομοθεσίαν συνδρομήν των· ενέδυσεν αμφότερα δύναμιν του κηρύττειν πόλεμον και συνάπτειν ειρήνην, μόνον δε το νομοτελεστικόν την του συνδέειν ολιγοημέρους ανακωχάς· ανέθεσεν εις μεν το νομοτελεστικόν τα περί στρατιωτικών προβιβασμών και αμοιβών διά τας προς την πατρίδα υπηρεσίας υπό την έγκρισιν του βουλευτικού, εις δε το βουλευτικόν την καθ' εκάστην αρχιετίαν ψήφισιν του προϋπολογισμού των εσόδων και εξόδων εισαγομένου παρά του νομοτελεστικού, και την επιψήφισιν του απολογισμού καθ' εκάστην ληξιετίαν, εξαιρέσασα μόνον το πρώτον έτος καθ' ό ώφειλαν το μεν βουλευτικόν να χορηγή τα δέοντα άνευ προϋπολογισμού και μηδεμιάς αναβολής, το δε νομοτελεστικόν να δώση λόγον της διαχειρίσεως το τέλος του έτους· επέτρεψε τω νομοτελεστικώ να κόπτη νόμισμα αφ' ού διατάξη και όπως διατάξη το βουλευτικόν, να δανείζεται και να εκποιή εθνικά κτήματα συναινέσει του βουλευτικού, και απηγόρευσεν εις αμφότερα τα σώματα οποιανδήποτε πράξιν σκοπόν έχουσαν την κατάργησιν της πολιτικής υπάρξεως του έθνους.
Αν δέ ποτε κατηγορείτο βουλευτής επί πολιτικώ εγκλήματι, διέταξε να διορίζεται επταμελής επιτροπή του βουλευτικού εις εξέτασιν αν ήτο δεκτή η κατηγορία και εις έγγραφον κοινοποίησιν της γνώμης αυτής εις το βουλευτικόν· και αν διά των δύο τρίτων των ψήφων αυτού κατεγινώσκετο ο κατηγορούμενος, εκηρύττετο έκπτωτος και παρεπέμπετο ως απλούς πολίτης εις το ανώτατον δικαστήριον της Ελλάδος προς δίκην και τιμωρίαν κατά τους νόμους, μη φυλακιζόμενος όμως προ της εκπτώσεώς του. Κατά τον αυτόν τρόπον ελέγχοντο και εκρίνοντο και οι γραμματείς, αν έπιπταν εις το αυτό έγκλημα· τα δε μέλη του νομοτελεστικού κατηγορούντο και αυτά ενώπιον του βουλευτικού επί τοιαύτη ενοχή, αλλ' ελεγχόμενα υπό εννεαμελούς επιτροπής και αν μετά τον έλεγχον κατεγινώσκοντο διά των τέσσαρων πέμπτων των ψήφων του βουλευτικού, εγίνοντο έκπτωτα και παρεπέμποντο, ως και οι βουλευταί και οι γραμματείς, εις το ανώτατον δικαστήριον της Ελλάδος, αλλά μηδ' αυτά εφυλακίζοντο προ της εκπτώσεώς των. Αν δε όλον το νομοτελεστικόν εσυνθηκοποίει εις κατάργησιν της πολιτικής υπάρξεως του έθνους, ή έπιπτεν εις άλλο έγκλημα παρανομίας, τότε, αφ' ού απεδεικνύετο το έγκλημα, εγίνετο εν πρώτοις ο πρόεδρος έκπτωτος, και μετά την αντικατάστασιν αυτού κατηγορούντο τα μέλη έν προς έν, καθ' όν τρόπον ερρέθη, και ελεγχόμενα επαιδεύοντο. Η δε κυβέρνησις ώφειλε, καθ' ό διέταξεν η συνέλευσις, να περιθάλπη τας χήρας και τα ορφανά των φονευομένων και τους υπέρ πατρίδος δυστυχούντας, να βραβεύη τους ανδραγαθούντας και τους καλώς υπηρετούντας, και ν' ανταμείβη τους εις θεραπείαν των αναγκών του έθνους συνεισφέροντας.
Η συνέλευσις, αφ' ού διέγραψε τα του βουλευτικού και νομοτελεστικού, εφρόντισε και περί του δικαστικού κλάδου και ώρισε να εγκατασταθώσι δικαστήρια, ανώτατον μεν όπου έδρευεν η κυβέρνησις, εφετεία δε εν ταις έδραις των κεντρικών διοικήσεων, εν εκάστη δε επαρχία πρωτοδικείον μη έχον εγκληματικήν δικαιοδοσίαν ανατεθείσαν εις μόνα τα εφετεία και το ανώτατον· διέταξε δε και εν πάση κοινότητι ή εν παντί χωρίω ειρηνοδικείον, και την εφαρμογήν διά μεν τα πολιτικά και εγκληματικά των βυζαντινών νόμων, διά δε τα εμπορικά των γαλλικών μέχρις ου συνταχθώσιν εθνικοί κώδηκες. Αφ' ού δε τοιουτοτρόπως ωργάνισε τα της προσωρινής κυβερνήσεως, έβαλεν υπό τας διαταγάς της τας δύο Γερουσίας και τον Άρειον πάγον, και κατήργησε τα σύμβολα και τας σημαίας της Φιλικής Εταιρίας· και ως χαρακτηριστικόν μεν της εθνικής σφραγίδος παρεδέχθη την Αθηνάν, ως σημαίαν δε εθνικήν την εξ εννέα οριζοντείων και εναλλάξ κειμένων κυανών και λευκών ταινιών. Αναγκαία ήτον η κατάργησις των συμβόλων της Εταιρίας. Οι Έλληνες επροσπάθουν να ελκύσωσι την συμπάθειαν των αυλών· αλλ' αι αυλαί, ως είδαμεν, απεστρέφοντο τας μυστικάς Εταιρίας ως συνωμοσίας κατ' αυτών. Αν δε και η Φιλική Εταιρία δεν είχε σχέσιν προς άλλας μυστικάς εταιρίας, η εν Λαϋβάχη διακήρυξις της ιεράς συμμαχίας την περιέπλεξεν εις την κατηγορίαν ταύτην· διά τούτο το συμφέρον της Ελλάδος απήτει να εξαλείψη ό,τι και κατ' επιφάνειαν την ενοχοποίει. Αλλ' ο Υψηλάντης κατεταράχθη και ωργίσθη ιδίως κατά του Μαυροκορδάτου, ον εθεώρει δικαίως ως υποβολέα της πράξεως ταύτης. Εντεύθεν ενισχύθη έτι μάλλον η διχόνοια των δύο τούτων ανδρών.
Τούτων ούτω διατεθέντων, ησχολήθη η συνέλευσις εις συγκρότησιν της νέας κυβερνήσεως, και εξελέξατο μέλη του νομοτελεστικού τον Μαυροκορδάτον τον και πρόεδρον, τον δημοκρατικώτερον των προυχόντων Κανακάρην τον και μετά ταύτα αντιπρόεδρον, τον Αναγνώστην Παπαγιαννόπουλον (Δηληγιάννην), τον Ιωάννην Ορλάνδον και τον Ιωάννην Λογοθέτην· και οι μεν πληρεξούσιοι της Πελοποννήσου και της στερεάς Ελλάδος, έχοντες όχι μόνον εντολήν να συγκροτήσωσι την συνέλευσιν, αλλά και δύναμιν ν' αποτελέσωσι μέρος της κυβερνήσεως, διέμειναν, όσοι δεν συμπεριελήφθησαν εις το νομοτελεστικόν, ως μέλη του βουλευτικού· οι δε των νήσων, εις ους δεν εδόθη η αυτή δύναμις, δεν μετεσχηματίσθησαν εις βουλευτάς· αλλά και αι νήσοι αύται και άλλαι έστειλαν μετ' ολίγον τους βουλευτάς των· διωρίσθη δε και προσωρινή έδρα της νέας κυβερνήσεως η Κόρινθος, και ούτω διελύθη η συνέλευσις την 15 Ιανουαρίου, εργασθείσα ησύχως και ευτάκτως καθ' όλην την διάρκειάν της, και κηρύξασα επί τέλους (α) ότι ο πόλεμος της Ελλάδος κατά των Τούρκων δεν εστηρίζετο επί δημαγωγικών, στασιωδών ή ιδιοτελών αρχών, αλλ' ότι σκοπόν είχε την απόσεισιν του σκληρού και ξένου ζυγού και την πολιτικήν εξομοίωσιν των Ελλήνων προς τους λοιπούς χριστιανικούς λαούς, ή εν αποτυχία την τελείαν εξόντωσίν των ως προτιμοτέραν της ζωής υπό τοιαύτην αισχράν δουλείαν. Το κήρυγμα τούτο ανέφερε και τας αιτίας δι' ας ανεβλήθη μέχρι τούδε ο εθνικός οργανισμός· και αφ' ού ανήγγειλεν εν συντόμω τα γενόμενα, εκάλει τους λαούς εις ομόνοιαν, εις διατήρησιν των νόμων και εις υποταγήν προς την κυβέρνησιν, ως τα μόνα συντελεστικά προς στερέωσιν της ανεξαρτησίας των.
Η επανάστασις της Ελλάδος δεν εξερράγη περί πολιτικών συστημάτων, αλλά προς απόσεισιν του οθωμανικού ζυγού και προς ανέγερσιν του ελληνικού εθνισμού· διά τούτο, ότε συνήλθαν οι Έλληνες εις Επίδαυρον, δεν έπεσαν εις σπουδαίας συζητήσεις περί αρχών.
Μεταξύ δε των τριών συστημάτων, του μοναρχικού, του ολιγαρχικού και του δημοκρατικού, το μοναρχικόν ήτον αναντιρρήτως το δημοφιλέστερον εν Ελλάδι. «Πότε θα μάς έλθει ο αφέντης;» ηρώτων οι Έλληνες από άκρου έως άκρου της Ελλάδος· αι δε ναυτικαί νήσοι εν τοις εγγράφοις των και η Ανατολική Ελλάς εν τη συνελεύσει της εθεώρησαν επισήμως και ομογνωμόνως την βασιλείαν ως το πλήρωμα των ευχών των. Εδύνατό τις των Ελλήνων, ωφελούμενος υπό της τοιαύτης διαθέσεως όλων των κλάσεων του ελληνικού λαού, να καθήση τότε μονοκράτωρ. Τοιούτος υπεδεικνύετο ο Υψηλάντης· αλλ' η υπερισχύουσα μερίς της εθνικής συνελεύσεως ήτον όλη εναντία του· διά τούτο κατεβιβάσθη μάλλον ή ανεβιβάσθη.
Εδύναντο ίσως και οι προύχοντες, όντες ισχυρότατοι εν τη συνελεύσει, να ενθρονίσωσι το ολιγαρχικόν σύστημα· αλλ' ούτε καν το επεχείρησαν. Ο κυριώτερος τούτων σκοπός ήτον η μη ανύψωσις του Υψηλάντου και η μη ενίσχυσις του στρατιωτικού· ανελογίζοντο δε ότι η οικειοποίησις της εθνικής εξουσίας αντέβαινε προς τον σκοπόν τούτον. Τω όντι τοιούτον σύστημα, απαρέσκον εν γένει, ήτον ικανόν ν' αποσπάση πολλούς πολιτικούς φίλους των και να τους οικειώση προς τους εναντίους των, να συνενώση δε κατ' αυτών και το μη έως τότε συνηνωμένον στρατιωτικόν της στερεάς Ελλάδος και της Πελοποννήσου. Συνέτρεξαν δε και οι εξής λόγοι κατά της συστάσεως της ολιγαρχίας. Η Ελλάς, αναδεχθείσα τον δε δεινόν αγώνα, και ερειδομένη επί τη δικαιοσύνη και τη αγιότητί του, διότι πας αγών εθνικός κατά ξένης εξουσίας είναι δίκαιος και άγιος, ήλπιζεν έξωθεν βοήθειαν. Έξωθεν δε δύο συστήματα είχαν υπερασπιστάς, το μοναρχικόν και το δημοκρατικόν· το πρώτον είχε τας αυλάς, το δεύτερον τους λαούς· ώστε το ολιγαρχικόν θα έβλαπτε μάλλον ή θα ωφέλει εξωτερικώς την Ελλάδα ως απροστάτευτον υπό των αυλών, και ως μισούμενον υπό των λαών· αλλ' ημείς, γνωρίζοντες τους προύχοντας της Πελοποννήσου εκ του πλησίον και συνυπηρετήσαντες επί της επαναστάσεως, οφείλομεν ν' αποδώσωμεν αυτοίς εν πλήρει γνώσει την πρέπουσαν δικαιοσύνην ομολογούντες ότι, αν δεν έδειξάν ποτε διάθεσιν να ενθρονισθώσι δεσπόται της πατρίδος σφετεριζόμενοι την εθνικήν Αρχήν, δεν επηρρεάσθησαν εκ μόνης πολιτικής προνοίας, αλλά και εκ πατριωτικής και φιλελευθέρας προαιρέσεως. Όλα ταύτα τα αίτια συνέτρεξαν εις το να συστηθή εν Επιδαύρω δημοκρατική κυβέρνησις, εν ώ το δημοκρατικόν στοιχείον ήτο πάντη ανίσχυρον, διότι ολιγώτατοι μόνον νέοι, σπουδάσαντες εν Ευρώπη, ήσαν οι υπερασπισταί του. Ίνα δε μη καταθορυβηθή η τότε παντοδύναμος ιερά συμμαχία επί τη συστάσει δημοκρατικής κυβερνήσεως εκλήθη η κυβέρνησις προσωρινή και αφέθη η θύρα ανοικτή εις θεμελιώδεις πολιτικάς μετοβολάς.
Εξ όσων δε, διερχόμενοι τα της συνελεύσεως είπαμεν, απεδείχθη, ότι το στρατιωτικόν της Πελοποννήσου απέτυχε, διότι όλη η Αρχή εδόθη τοις αντιπάλοις του, και ότι ο Υψηλάντης ωλιγωρήθη· αλλ' ουδείς αντείπεν ουδ' αντέστη εις τας αποφάσεις της συνελεύσεως. Και αυτός ο Υψηλάντης, όστις δυσαρεστούμενος διέτριβε διαρκούσης της συνελεύσεως εν Κορίνθω, αφ' ού είδεν ότι ετάφη η Αρχή της Φιλικής Εταιρίας εν Επιδαύρω υπό το νέον σύμβολον, την Αθηνάν, και την δίχρουν σημαίαν, και συνετάφη και πάσα εκείθεν εξουσία, εδέχθη την προεδρίαν της βουλής δοθείσαν αυτώ ως δείγμα τιμής διά την προς αυτόν σωζομένην υπόληψιν του κοινού· αλλ' ουδέ και τότε μετέβη εις Επίδαυρον, όπου ενήργει τα της προεδρίας ο Πετρόμπεης, ως αντιπρόεδρος.
Το δε νομοτελεστικόν την αυτήν ημέραν, καθ' ην συνεκροτήθη, διώρισε τους υπουργούς, ους εκάλεσε Μινίστρους, τον Νέγρην επί της αρχιγραμματείας της επικρατείας, επί των εξωτερικών υποθέσεων και πρόεδρον του συμβουλίου των υπουργών, τον Ιωάννην Κωλέττην επί των εσωτερικών, τον Πανούτσον Νοταράν επί της οικονομίας, τον Νότην Μπότσαρην επί των στρατιωτικών, τριμελή επιτροπήν επί των ναυτικών, τον Θεόδωρον Βλάσην επί του δικαίου, τον επίσκοπον Ανδρούσης Ιωσήφ επί των θρησκευτικών, και τον Λάμπρον Νάκον επί της αστυνομίας, την δε επιούσαν εκήρυξε την έναρξιν των εργασιών του.
Πρώτη δε φροντίς της νέας κυβερνήσεως ήτον η εύρεσις πόρου εις σύστασιν και διατήρησιν των στρατοπέδων και εις κίνησιν του στόλου. Επί τω σκοπώ τούτω εψηφίσθησαν δάνεια και γενικαί συνεισφοραί· αλλά μικρά η ωφέλεια εξ αιτίας των περιστάσεων. Λόγος πολύς έγεινεν επί συνελεύσεως και περί πρεσβειών προς τας ευρωπαϊκάς αυλάς· αλλ' η κυβέρνησις εις ην ανετέθη η φροντίς, δεν έκρινεν εύλογον να ενεργήση τι κατ' εκείνας τας περιστάσεις, διότι η καθ' ημών επικρατούσα διάθεσις των αυλών ήτο φανερά, και ως εκ της διαθέσεως ταύτης η αποβολή των πρέσβεων βεβαία. Τα δύο κυβερνητικά σώματα διέμειναν εργαζόμενα εν Επιδαύρω, το μεν βουλευτικόν μέχρι της 23, το δε νομοτελεστικόν μέχρι της 28· μετέβησαν δε μετά ταύτα εις Κόρινθον όπου επανέλαβαν τας διακοπείσας συνεδριάσεις των την 31, το μεν βουλευτικόν υπό την προεδρίαν του Υψηλάντου, το δε νομοτελεστικόν υπό την αντιπροεδρίαν του Κανακάρη, διότι ο πρόεδρος Μαυροκορδάτος μετέβη εξ Επιδαύρου εις Ύδραν προς έκπλουν του στόλου, και προς εξέτασιν ψιθυρίσματός τινος περί σκευωρουμένης εν τη νήσω επίβουλής εις υποδούλωσίν της· αλλ' η σκευωρία αύτη, αν τω όντι υπήρξε, διεσκεδάσθη αβλαβώς και αθορύβως.
Η δε κυβέρνησις, καθ' ας ημέρας ευρίσκετο εν Επιδαύρω, έσπευσε να ψηφίση και έκοψεν εν Κορίνθω μετάλλια φέροντα εφ' ενός μεν την εικόνα της Αθηνάς και γύρωθεν αυτής «Η - Ε λ λ ά ς – ε υ γ ν ω μ ο ν ο ύ σ α.» εφ' ετέρου δε «ε θ ν ι κ ή – σ υ ν έ λ ε υ σ ι ς - α ω κ β»· εκόπησαν δε τα μετάλλια ταύτα χάριν των ησύχως, ακινδύνως και εν ομονοία τον εν Επιδαύρω πολιτικόν οργανισμόν υπογραψάντων και των εις την σύνταξιν αυτού συνεργησάντων· αλλά της τιμής ταύτης δεν ηξιώθησαν οι κατά γην και θάλασσαν προκινδυνεύοντες. Τα μέλη της κυβερνήσεως ήσαν και μέλη της συνελεύσεως, ώστε απέδωκαν αυτοί εαυτοίς ως λυτρωταίς της πατρίδος τας τιμάς ταύτας, παρορώντες τους εν πολέμω αληθείς λυτρωτάς της.

1821-1822

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΗ'.

&Ατυχής εκστρατεία εις Καρυστίαν, και θάνατος Ηλίου Μαυρομιχάλη. — Έκπλους του οθωμανικού στόλου και απόβασις στρατευμάτων εις Πάτρας. — Ναυμαχία εν τω κόλπω των Πατρών. — Τα μεταξύ του μεγάλου αρμοστού των Ιονίων νήσων και του ελληνικού στόλου. — Εκστρατεία υπό τον Κολοκοτρώνην εις πολιορκίαν των Πατρών.&

ΚΑΘ' όν καιρόν συνέταττεν η εν Επιδαύρω συνέλευσις τον θεμελιώδη νόμον, ο Ηλίας Μαυρομιχάλης μετέβη εις Αθήνας ως αρχηγός της πολιορκίας της ακροπόλεως επί τη προτάσει των εντοπίων συναινέσει και των εν Επιδαυρίω.
Η ατυχής πρώτη εις Κάρυστον εκστρατεία, περί ης άλλοτε ανεφέραμεν, δεν απήλπισε τους εις κυρίευσιν αυτής αγωνιζομένους. Απεδόθη η αποτυχία εις την επικρατούσαν τότε εν τω στρατοπέδω αναρχίαν, εις την απειρίαν των στρατιωτών και κυρίως εις την έλλειψιν αξίου και σέβας εμπνέοντος αρχηγού. Ο άοκνος επίσκοπος Καρύστου, ο την πρώτην εκστρατείαν συγκροτήσας, επεχείρησε και δευτέραν· μετέβη εις Ύδραν, εκείθεν εις Τρίκορφα, επανήλθεν εις Ύδραν, επεσκέφθη την Κέαν, παντού στρατολογών, χρηματολογών και ποριζόμενος πολεμεφόδια και τροφάς, και την 16 νοεμβρίου κατήντησεν εις Ερέτριαν όπου διέμεινε μέχρι τινός, διότι ο Ομέρμπεης περιεφέρετο εις τα περί την Κούμην χωρία συνάζων και αποταμιεύων τρόφιμα εν Στούροις. Απομακρυνθέντος δε τούτου, εκίνησεν ο επίσκοπος προς τα Βρυσάκια μετά 50 στρατιωτών, εις έντευξιν του Αγγελή Γοβρίνα· αλλά άμα έφθασεν εις το στρατόπεδον και εφάνησαν επερχόμενοι εκ Χαλκίδος εχθροί μαθόντες την διάβασίν του· ακροβολισμού δε γενομένου επί της πεδιάδος της Καστέλλας απέναντι του στρατοπέδου, έχασαν οι Τούρκοι δύο πολεμιστάς και επανήλθαν εις το φρούριον. Μετά τρεις δε ημέρας επέστρεψεν ο επίσκοπος εις Ερέτριαν συμπαραλαβών, συναινέσει του Αγγελή, τον Κριεζώτην και τους υπό την οδηγίαν αυτού ως συναγωνιστάς εις απελευθέρωσιν της Καρύστου. Αρξαμένου δε του ραμαζανίου, ησύχασαν ο μεν Ομέρμπεης εν Καρύστω, οι δε λοιποί Τούρκοι εν Στούροις. Τότε οι πρόκριτοι των χωρίων, μείναντες ανενόχλητοι, συνήλθαν εις Αλιβέρι και συνευδόκησαν, πριν επιχειρήσωσί τι κατά της Καρύστου, να φέρωσιν έξωθεν σημαντικόν τινα και άξιον αρχηγόν έχοντα και ικανούς στρατιώτας εμπειροπολέμους· η σταλείσα δε εις εύρεσιν του αρχηγού τούτου επιτροπή, ης μέλος ήτο και ο επίσκοπος, ηύρε τον Ηλίαν Μαυρομιχάλην εν Αθήναις φθάσαντα εκεί κατ' εκείνας τας ημέρας, τον έπεισε να μη αναδεχθή την πολιορκίαν της ακροπόλεως, τον εχειροτόνησεν αρχηγόν όλων των κατά της Καρύστου στρατευμάτων, και τω έδωκεν άδειαν να στρατολογήση επί μισθώ. Αλλ', εν ώ η επιτροπή έπραττε ταύτα, οι οπλαρχηγίσκοι του εν Ευβοία στρατοπέδου, συμπληρουμένου εξ εντοπίων και ξένων εις 700, αποδοκιμάζοντες την αποστολήν της επιτροπής, διώρισαν αρχηγόν τον Βάσσον Μαυροβουνιώτην ελθόντα κατά τον παρελθόντα αύγουστον εκ Σμύρνης εις Κούμην και διαδεχθέντα κοινή γνώμη των Κουμιωτών τον φονευθέντα αρχηγόν των Παπάν· ώστε αντί ενός το στρατόπεδον απέκτησε δύο αρχηγούς.
Ιανουάριος Την δε 3 Ιανουαρίου έφθασεν ο Ηλίας εις το απέναντι της Εύβοιας χωρίον της Αττικής, Κάλαμον, συνοδευόμενος υπό του θείου του Κυριακούλη και ακολουθούμενος υπό 600, και την 5 διεβιβάσθη πανστρατιά όπου το άλλο στρατόπεδον. Ήλθε συγχρόνως και γράμμα του Οδυσσέως προς τον επίσκοπον λέγον, ότι παρηκολούθει και αυτός μετά δισχιλίων.
Αφ' ότου έφθασεν ο Ηλίας, εστέλλοντο γράμματα συχνάκις εις το ελληνικόν στρατόπεδον παρά των Στουρέων παρακλητικά όπως τους ελευθερώσωσιν από των εμφωλευόντων και τυραννούντων αυτούς Τούρκων. Αι αλλεπάλληλοι παρακλήσεις ηνάγκασαν τον φιλότιμον Ηλίαν και τους λοιπούς να εκστρατεύσωσι προς τα Στούρα χωρίς ν' αναμείνωσι την προσδοκωμένην υπό τον Οδυσσέα δύναμιν και επί τω σκοπώ τούτω μετέβησαν όλοι εις Μεσοχώρια δύο ώρας μακράν των Στούρων και έμειναν εκεί συσκεπτόμενοι περί του μελετωμένου κινήματος. Εσυμβιβάσθησαν δε ο Ηλίας και ο Βάσσος, ίνα θεωρώνται και οι δύο ως αρχηγοί, ενηγκαλίσθησαν ως αδελφοί, και ωρκίσθησαν ενώπιον του επισκόπου επί του ιερού ευαγγελίου να συμβοηθώνται εν καιρώ ανάγκης, και να φυλάττεται ευταξία παρά τοις υπό την οδηγίαν των.
Τριακόσιοι επίλεκτοι Τούρκοι ηυλίζοντο ταις ημέραις εκείναις εν Στούροις, όπου ήσαν και αι σιτοθήκαι. Πριν επιπέσωσιν οι Έλληνες, εσχεδίασαν οι δύο αρχηγοί των να στείλωσιν ανά 150 εις κατάληψιν του Διακοφτίου, στενού μεταξύ Στούρων και Καρύστου, επί σκοπώ να εμποδισθή πάσα εκ Καρύστου βοήθεια, και την 11 εξεστράτευσαν και αυτοί εκ Μεσοχωρίων και κατέλαβαν δυο μικρά χωρία, ημιώριον μακράν των Στούρων το έν, και τέταρτον ώρας το άλλο· και εν μεν τω πλησιεστέρω ετοποθετήθη ο Βάσσος, εν δε τω απωτέρω ο Ηλίας. Την δε 12, πρωίας γενομένης, εφάνησαν έξωθεν των Στούρων οι Τούρκοι προκαλούντες κατά τον ομηρικόν τρόπον τους Έλληνας εις μάχην. Αν και δεν απεστάλησαν οι 300, ως εσχεδιάσθη, εις κατάληψιν του στενού, εφώρμησαν οι περί τον Βάσσον μηδέ τους περί τον Ηλίαν αναμείναντες· αλλ' αρξαμένης της μάχης επεβοήθησαν ούτοι, και συμπολεμήσαντες γενναίως απώθησαν τους εχθρούς εις το χωρίον, και πατήσαντές το τους απέκλεισαν περί την μεσημβρίαν εντός ολίγων οχυρών οικιών. Τούτου δε γενομένου, παραλαβόντες ο Βάσσος και ο Κυριακούλης τινάς υπήγαν να καταλάβωσιν αυτοί το στενόν του Διακοφτίου· αλλ', εν ώ ανέβαιναν, κατέβαινεν εκείθεν ο Ομέρμπεης ειδοποιηθείς αφ' εσπέρας περί των εχθρικών κινημάτων. Αδυνατώτεροι οι περί τον Βάσσον και τον Κυριακούλην ωπισθοδρόμησαν και απεχωρίσθησαν των αποκλειόντων τους εχθρούς εν Στούροις, οίτινες μηδέν υποπτεύοντες έξωθεν, διότι υπέθεταν το στενόν προκατειλημμένον, εξεφάντοναν· αλλά μαθόντες αίφνης ότι ήρχετο ο Ομέρμπεης, ακούσαντες και τον τουφεκισμόν, ετράπησαν οι μεν προς τα πλοία οι δε προς τα μακρυνά χωρία. Εξήλθε τότε του χωρίου και ο Ηλίας έχων 7 μόνον συντρόφους υπεραγαπώντας αυτόν και πάντοτε παρακολουθούντας, και καταλαβών ανεμόμυλόν τινα ασκεπή επί λόφου, κοινώς λεγόμενον Κοκκινόμυλον, παρεκίνει εκείθεν τους λοιπούς να εγκαρτερήσωσιν· αλλ' εις μάτην αι πατριωτικαί προτροπαί του. Αφ' ού δε επλησίασεν ο Ομέρμπεης εις Στούρα, εξήλθαν οι εντός των οχυρών οικιών Τούρκοι, και καταδιώκοντες οι μεν εντεύθεν οι δε εκείθεν τους Έλληνας φεύγοντας, κατήντησαν εις τον Κοκκινόμυλον, όπου συνεσωρεύθησαν όλοι πολεμούντες. Τότε ο Ηλίας και οι περί αυτόν, βλέποντες ότι απελείφθησαν μόνοι, επεχείρησαν να εξορμήσωσι ξιφήρεις διά μέσου των εχθρών· αλλ', εκτός δύο διασωθέντων, όλοι απέθαναν εν οις και ο χαριέστατος και φιλότιμος Ηλίας ευκλεώς βιώσας και ευκλεέστερον αποβιώσας. Ο δε Ομέρμπεης, μαθών ότι είς των φονευθέντων ήτον ο επίσημος ούτος νέος, έκοψε την κεφαλήν του και την έστειλεν εις Κωνσταντινούπολιν.
Μετά το δυστύχημα τούτο συνήχθησαν οι πρόκριτοι πολιτικοί και πολεμικοί εις Αλιβέρι προσπαθούντες να διατηρηθή το στρατόπεδον· εν ώ δε εσκέπτοντο περί δευτέρου κινήματος, έφθασεν ο Οδυσσεύς έχων 300 και τους εθάρρυνεν· εκίνησαν δε περί τα τέλη του Ιανουαρίου όλοι προς την Κάρυστον, όπου συνεσωρεύθησαν και όλοι οι Τούρκοι εν οις και οι κατέχοντες επί της προτέρας μάχης τα Στούρα· και ο μεν Οδυσσεύς μετά των 300 κατέλαβε την θέσιν Π λ α κ ω τ ά και έκοψε το εις το φρούριον ρέον νερόν· ο δε Κυριακούλης, ο Κριεζώτης και ο Βάσσος κατέλαβαν τους κήπους περιορίσαντες τους Τούρκους εντός του φρουρίου, και ακροβολιζόμενοι καθ' ημέραν. Εξ αιτίας δε του κανονοβολισμού έπεσε πεπαλαιωμένον τι μέρος του φρουρίου, και οι Τούρκοι υποπτεύοντες μη δι' αυτού τους πατήσωσιν οι Έλληνες αίφνης, σπανίως έκτοτε εξήρχοντο. Εν ώ δε η πολιορκία εφαίνετο προκύπτουσα, ο Οδυσσεύς έφυγεν αίφνης μετά των οπαδών του εν πολλή βία εις Μελισσώνα, δύο ώρας μακράν της Καρύστου. Φυγόντος αυτού, οι εχθροί έπεσαν αμέσως επί τους απομείναντας και τους κατεδίωξαν μίαν ήμισυ ώραν μακράν μέχρι του Κατσερονίου, όπου και πρότερον ήσαν οι Έλληνες, και ήδη διενυκτέρευσαν. Το δε πρωί οι αρχηγοί, απορούντες δικαίως επί τη αιφνιδίω φυγή του Οδυσσέως, έστειλαν έφιππον φέροντα γράμματα προς αυτόν, δι' ων ηρώτων την αιτίαν της απροσδοκήτου φυγής του και εζήτουν γνώμην περί του πρακτέου. Ο γραμματοφόρος, απαντήσας τον Οδυσσέα φεύγοντα κατά τα Στούρα και απολιπόντα εν Μελισσώνι και τους αρρώστους και τας τροφάς, τω έδωκε τα γράμματα, αλλ' απάντησιν δεν έλαβε. Φθάσας ο Οδυσσεύς εις τα Στούρα το εσπέρας ηύρεν εκεί τον επίσκοπον και τους προκρίτους των χωρίων, και ερωτηθείς περί της φυγής του ανέβαλε την απάντησιν εις την αύριον εν τούτοις διέταξε το στράτευμά του να υπάγη εις Βρυσάκια και να περάση, εις την αντικρύ ξηράν όπου και επέρασεν· αυτός δε μηδόλως αιτιολογήσας την φυγήν του διεπορθμεύθη εκ του λιμένος των Στούρων μετά 50 αντικρύ και εκείθεν μετέβη εις Λεβαδείαν. Η διαγωγή αύτη του Οδυσσέως υπελήφθη ως επιβουλή. Ενίσχυσαν δε την υπόνοιαν ταύτην και δώρα καπνού και ταμβάκου σταλέντα προς αυτόν παρά του Ομέρμπεη ολίγον προ της φυγής του. Η ιδέα της επιβουλής δεν εξηλείφθη εισέτι, στηριζομένη μάλιστα επί τη μετά ταύτα διαγωγή του. Άλλοι δε συγκαταβατικώτεροι απέδωκαν την φυγήν του εις την κατ' εκείνας τας ημέρας μετάβασιν του Υψηλάντου και του Νικήτα εις την Ανατολικήν Ελλάδα, προς ους έχων στενάς σχέσεις ήθελε να ευρεθή εν τη Λεβαδεία επί της εκεί αφίξεώς των. Αλλ' όσον μεν περί της μετά ταύτα διαγωγής του Οδυσσέως εις εξήγησιν της προτέρας, σφάλλει όστις θέλει να εύρη πάντοτε εκ προθέσεως μίαν και την αυτήν σειράν πολιτεύματος των σημαντικών ανθρώπων καθ' όλον το στάδιόν των επί επαναστάσεως. Αι επαναστάσεις διά της σφοδράς ροπής των αλλοιούν τα υπάρχοντα, παρεκτρέπονται πολλάκις του σκοπού ον προέθεντο εξ αρχής, και υπό των πολιτικών και πολεμικών περιπετειών παρασυρόμεναι συμπαρασύρουν συνήθως και τους ανθρώπους και τροποποιούν τα φρονήματά των παριστάμεναι υπό διαφόρους φάσεις. Ο Οδυσσεύς, μέγας και πολύς μετά την εν Γραβιά μάχην, και ο σημαντικώτερος και ισχυρότερος των οπλαρχηγών της Ανατολικής Ελλάδος επί της φυγής του ουδεμίαν είχεν αφορμήν τότε εις επιβουλήν. Αλλ' ημείς, διερχόμενοι σωζόμενά τινα έγγραφα του Αρείου πάγου, ηύραμεν επιστολήν του Οδυσσέως δι' ης αποδεικνύεται ότι διετάχθη παρά της Αρχής εκείνης να επανακάμψη. Την επιστολήν ταύτην, αν και μη δικαιολογούσαν τον τρόπον της φυγής του εν αγνοία των συμπολεμιστών του, εκδίδομεν ενταύθα.
«Αρεοπαγίται προσκυνώ.
Κατά την προσταγήν σας δεν έλειψα αμέσως αφ' ού έλαβα το έξοχον γράμμα σας και ερίχθηκα εις το εδώθε μέρος. Εμποδίσθηκα όμως εδώ εξ αιτίας του καιρού οπού δεν επέρασαν όλοι οι άνθρωποι και τους προσμένω κατ' αυτάς· αν όμως και είναι καμμία ανάγκη, γράψετέ μου διά να προφθάσω αμέσως χωρίς αργοπορίαν, και είμαι έτοιμος εις την προσταγήν σας. Μένω. 1822, Φεβρουαρίου 15. Ορδί Καπανδρίτι».
Μετά δε την από Καρυστίας φυγήν του Οδυσσέως εθεώρησαν οι λοιποί οπλαρχηγοί την περαιτέρω εκεί διατριβήν των πάντη άχρηστον· όθεν, εκτός του ιθαγενούς Κριεζώτου εναπομείναντος και περιφερομένου εις τα βουνά Ερετρίας και Κούμης, όλοι, εν οις και ο επίσκοπος, ανεχώρησαν, και ετελείωσεν η εις απελευθέρωσιν της Καρύστου δευτέρα εκστρατεία χείρων της πρώτης. Διέμεινε δε ως και πρότερον το άλλο ευβοϊκόν στρατόπεδον εν Βρυσακίοις, αλλά και αυτό έπαθε μετ' ολίγον δεινόν πάθημα, φονευθέντων έν τινι συμπλοκή κατά την Καστέλλαν τον μάρτιον μήνα του αρίστου αρχηγού του Αγγελή Γοβρίνα, του αδελφού του Αναγνώστη, και του Κότση. Μετά το δυστύχημα τούτο ανεδείχθη αρχηγός του στρατοπέδου ο Τομαράς.
Κατά τον αυτόν καιρόν, ακμάζοντος του χειμώνος, η Πύλη ητοίμασε, παρά την επικρατούσαν συνήθειάν της, ναυτικήν και στρατιωτικήν δύναμιν κατά της Πελοποννήσου. Η ναυτική δύναμις υπό την οδηγίαν του καπητανάμπεη, έχοντος υπό τας διαταγάς του και τον υποναύαρχον της Αιγύπτου Γιβραλτάρην καί τινα πλοία Αλγερινά, Τουνεζινά και Τριπολινά, συνίστατο εκ 3 φρεγατών, 4 κορβετών και 8 δικατάρτων· συνέπλεαν δε και πολλά φορταγωγά φέροντα εις απόβασιν έως 4000 στρατιώτας ασιανούς υπό τον Καρά - Μεχμέτπασαν (α) τον άλλοτε αρχιπυροβολιστήν, και παντός είδους πολεμικάς αποσκευάς. Η θαλάσσιος δε αύτη δύναμις εφάνη έξωθεν της Ύδρας την 27 Ιανουαρίου όπου εστάθη και ύψωσέ τινα σημεία. Η εμφάνισις των σημείων τούτων έδωκε νέαν αφορμήν να θεωρηθή πραγματική η περί ης ανεφέραμεν προ ολίγου επίβουλή, αλλ' απάντησις δεν εφάνη δοθείσα, και ο στόλος έπλευσεν εις Μοθώνην, την επεσίτισε, και μαθών ότι το Νεόκαστρον ήτο σχεδόν αφρούρητον ητοιμάσθη να το προσβάλη εξ απροόπτου, και μία φρεγάτα φέρουσα την σημαίαν του Γιβραλτάρη, μία κορβέττα και έν δικάταρτον τω επλησίασαν την 30 Ιανουαρίου· ήλθαν δε και διά ξηράς Τούρκοι εκ Μοθώνης. Έτυχαν εν αυτώ ως 40 φιλέλληνες υπό την οδηγίαν του στρατηγού Νορμάννου καταπλεύσαντες προ ολίγου εκ Μασσαλίας. Οι φιλοπόλεμοι ούτοι και έμπειροι κανονοβολισταί, συνεργούς έχοντες και τους εναπομείναντας Έλληνας, διότι επί τω εμφανισμώ της εχθρικής δυνάμεως οι πλείστοι των εν τω φρουρίω έφυγαν, αντεκανονοβόλησαν ευτυχώς τα κανονοβολούντα εχθρικά πλοία και τα ηνάγκασαν ν' απομακρυνθώσιν άπρακτα· επληγώθησαν δε τρεις εκ των εν τω φρουρίω, και εσκοτώθησαν και επληγώθησαν καί τινες Οθωμανοί.
Φεβρουάριος Μετά την αποτυχίαν ταύτην ο στόλος απέπλευσεν όλος και ελλιμένισε την 2 φεβρουαρίου έμπροσθεν της Ζακύνθου, όπου η ουδετέρα κυβέρνησις τον υπεδέχθη ευμενώς, εν ώ απέπεμψεν, ως είδαμεν, δυσμενώς το εμβάν εις τον λιμένα εκείνον πρό τινος καιρού ελληνικόν πλοίον χωρίς να το αφήση μήτε καν ν' αράξη. Εξ αιτίας δε των εναντίων ανέμων ο στόλος ούτος ενδιέμεινε μέχρι της 13, καθ' ην ανήχθη, και μηδέν καθ' όλον τον πλουν του εμπόδιον απαντήσας κατέπλευσεν εις Πάτρας, όπου απεβιβάσθησαν αι πολεμικαί αποσκευαί, εν αις και 20 πεδινά κανόνια, οι τετρακισχίλιοι στρατιώται και ο αρχηγός αυτών Μεχμέτπασας.
Εν ώ δε ο εχθρικός στόλος έπλεε την ελληνικήν θάλασσαν, αι τρεις ναυτικαί νήσοι ητοίμαζαν τα πλοία των. Εικοσιεπτά υδραϊκά υπό τον Μιαούλην διαδεχθέντα τον ναύαρχον Γιακουμάκην Τομπάζην παραιτηθέντα, είκοσι σπετσιωτικά υπό τον Γκίκαν Τσούπαν, δεκαέξ ψαριανά υπό τον Νικολήν Αποστόλην και δύο πυρπολικά συνηνώθησαν έξωθεν της Ύδρας, ανήχθησαν την 8, και ηγκυροβόλησαν την 16 έξωθεν του Μεσολογγίου· την δε 17 και 18 έπλευσαν προς τας Πάτρας, αλλ' επόδισαν εξ αιτίας σφοδράς αντιπνοίας· ανήχθησαν την 20 εκ νέου τρίτην ώραν πριν εξημερώση, υπό εναντίον πάντοτε άνεμον· ανήχθησαν και τα εν τω λιμένι των Πατρών εχθρικά. Ηγωνίζοντο δε οι δύο στόλοι ο μεν τουρκικός να εκπλεύση αμαχητί, ο δε ελληνικός να βλάψη τον τουρκικόν εκπλέοντα. Μέχρι τούδε ο ελληνικός, οσάκις απήντα τον εχθρικόν παρεφύλαττε μάλλον τα κινήματά του ή εφώρμα, προσπαθών να τον βλάψη διά μόνων των πυρπολικών· αλλ' ο νέος ναύαρχος, ο μεγαλότολμος Μιαούλης, ήλλαξε τον τρόπον του πολεμείν, έδωκε το σημείον της εκ συστάδην μάχης, και πρώτος, αν και ο επικρατών αντίπλους άνεμος έγεινε σφοδρότερος, ώρμησεν εις το μέσον δύο φρεγατών εκπλήξας και αυτόν τον εχθρόν διά της τόσης τόλμης. Κατόπιν ήλθαν εις το μέσον ο Μανώλης Τομπάζης, ο Σαχτούρης, ο Αντώνης Κριεζής, ο Γκίκας Τσούπας, ο ναύαρχος των Ψαρών, ο Κωνσταντίνος Κοτσιάς, ο Κοσμάς και ο Λάμπρος, και έφεραν άνω κάτω όλον τον εχθρικόν στόλον. Πέντε περίπου ώρας διήρκεσεν η ναυμαχία επικρατούσης σχεδόν τρικυμίας. Τρεις Έλληνες εσκοτώθησαν, δέκα επληγώθησαν, και τα ελληνικά πλοία μεγάλως εβλάφθησαν. Άδηλος η ζημία του εχθρικού στόλου, αλλ' ο τρόμος του κατάδηλος· διότι, αφ' ού διεχωρίσθησαν οι στόλοι περί την εσπέραν, κατέφυγεν ούτος ως εις άσυλον εις τον φιλικόν του λιμένα της Ζακύνθου τόσον ατάκτως, ώστε δύο πλοία του έπεσαν την νύκτα εις τα ρηχά προς το λοιμοκαθαρτήριον· εκινδύνευσαν δε να πάθωσι και τα λοιπά υπό των φίλων χειρότερα παρ' όσα έπαθαν υπό των εχθρών, διότι τα ευρεθέντα εν τω λιμένι της Ζακύνθου πολεμικά αγγλικά και αυστριακά τόσον εφοβήθησαν μήπως τα ατάκτως εισπλέοντα υπό το σκότος πέσωσιν επ' αυτά, ώστε τα εκανονοβόλησαν την νύκτα ως εχθρικά. Τόσον δε τα τουρκικά εφοβούντο τα παραφυλάττοντα έξωθεν του λιμένος ελληνικά, ώστε έτοιμα ήσαν να κανονοβολήσωσιν εν τη απελπισία των την πόλιν αν εξελαύνοντο. Αφ' ού ο ελληνικός στόλος περιέπλευσε δύο ημέρας έξωθεν της Ζακύνθου κατέπλευσεν εις το Κατάκωλον προς ύδρευσιν.
Την δε 23 ήλθε προς αυτόν αγγλικόν πλοίον δικαιολογούν επί τη τρικυμία την μη αποβολήν του τουρκικού στόλου από του λιμένος της Ζακύνθου, και απαγορεύον αυστηρώς πάσαν σύγκρουσιν αυτού και του ελληνικού εντός της ιονίου θαλάσσης. Επί τη κοινοποιήσει ταύτη επανέπλευσε την αυτήν ημέραν ο ελληνικός εις τον λιμένα του Μεσολογγίου, εξέπλευσε και ο εν Ζακύνθω τουρκικός προς το εσπέρας· αλλά την ακόλουθον αυγήν έγεινεν άφαντος, διότι, εν ώ υπεκρίθη αφ' εσπέρας ότι έπλεε προς τας Πάτρας, θέλων ν' αποκρύψη, ως απεδείχθη μετά ταύτα, τον αληθή σκοπόν του, και ν' αποφύγη τοιουτοτρόπως τας νέας προσβολάς των Ελλήνων, παρήλλαξε τον πλουν του υπό το σκότος της νυκτός και διεσώθη εις Αλεξάνδρειαν, όπου επισυμβάσης τρικυμίας εναυάγησε μία των φρεγατών του. Ο δε ελληνικός έπλευσε προς τας Πάτρας εις σύλληψιν των εκεί μεινάντων φορταγωγών· αλλά τα πλοία ταύτα, άμα φανείσης της ελληνικής σημαίας, έκοψαν τας αγκύρας και κατέφυγαν ενδότερον των φρουρίων του κορινθιακού κόλπου όπου ησφαλίσθησαν. Την δε 27 ανεχώρησεν ο ελληνικός στόλος εις τα ίδια· απέμειναν δε εν τω λιμένι του Μεσολογγίου οκτώ μόνον πλοία υπό τον Μιαούλην.
Διέμεναν εν Μούρτω εκ της άλλοτε αυτόθι καταπλευσάσης τουρκικής μοίρας μία φρεγάτα, μία κορβέττα και τέσσαρα δικάταρτα. Ο Μιαούλης, θέλων να κυριεύση ή καύση τα πλοία ταύτα, απέστειλεν εν πρώτοις τα επτά εις Ρινιάσαν αντικρύ της Αντιπάξου φρουρουμένην υπό Σουλιωτών, ίνα παραλάβωσιν εκείθεν 200 Σουλιώτας ως συναγωνιστάς επί της ξηράς προς ευόδωσιν του σκοπού· παρηκολούθησε δε και αυτός φέρων εκ Μεσολογγίου πολεμεφόδια εις χρήσιν των στρατιωτών.
Μάρτιος Την 6 μαρτίου ανήχθη ο εν Ρινιάση στολίσκος· εν ώ δε απείχε του Μούρτου δέκα μίλια, ήλθεν αγγλικόν πλοίον αναγγέλλον, ότι δεν εδίδετο άδεια να πλεύση εις το παρά την ηπειρωτικήν παραλίαν νησίδιον του Μούρτου ως κείμενον εν τω μεταξύ Κορυφών και Ηπείρου πορθμώ. Ο ναύαρχος Μιαούλης έστειλεν ευθύς την Τερψιχόρην, πλοίον του στολίσκου του, εις Κορυφούς προς τον μέγαν αρμοστήν, παραπονούμενος διά την απροσδόκητον ταύτην απαγόρευσιν, και επανέπλευσε μετά των λοιπών του πλοίων εις Μεσολόγγι αναμένων εκεί την απάντησιν. Την 9 έφθασεν η Τερψιχόρη έμπροσθεν των Κορυφών, ο δε πλοίαρχος, φέρων τα γράμματα, εισήλθεν επί της λέμβου του εις τον λιμένα αφήσας εκτός αυτού το πλοίον μετέωρον ως σκοπεύων να επανέλθη προς τον ναύαρχον άμα ελάμβανε τας απαντήσεις. Αλλ', απόντος του πλοιάρχου, η κυβέρνησις έφερεν εν αγνοία αυτού την Τερψιχόρην εις τον λιμένα και κατεβίβασε την σημαίαν της. Τούτου δε γενομένου, ειδοποίησε τον πλοίαρχον περί ων έπραξεν, ειπούσα, ότι δεν εκράτει το πλοίον ως εχθρικόν, αλλά διότι τα πληρώματα άλλων ελληνικών πλοίων επάτησαν την γην της αγίας Μαύρας και ήρπασαν πρόβατα, και διά τούτο το πλοίον έπρεπε να μείνη, εν τω λιμένι των Κορυφών έως ού εδίδετο η πρέπουσα ικανοποίησις διά την καταπάτησιν της υπό ουδετέραν σημαίαν γης, και η οφειλομένη αποζημίωσις διά την αρπαγήν των ζώων· διέταξε δε να λύσωσι και τα πανία του πλοίου. Ο πλοίαρχος, όστις άλλα επροσδόκα και άλλα ηύρεν, αντέτεινεν εις την λύσιν των πανίων και ηπείλησεν ότι, αν τον εβίαζαν, θα έρριπτε πυρ εις την πυριτοθήκην του πλοίου και θα έκαιε και αυτό αύτανδρον και τα εν τω λιμένι λοιπά πλοία· αλλά την επιούσαν επείσθη και τα έλυσεν.
Η περί ης ο λόγος καταπάτησις της ουδετέρας γης και η αρπαγή των ζώων ήσαν αληθείς, και ο μέγας αρμοστής είχε δίκαιον ν' απαιτήση ικανοποίησιν και αποζημίωσιν· αλλά πώς εδύνατο να κρατήση αθώον πλοίον σταλέν προς αυτόν δι' άλλην υπόθεσιν καλή πίστει; Η αντικακοποίησις τότε είναι συγχωρητή, όταν ο κακοποιήσας αρνήται την οφειλομένην ικανοποίησιν· αλλά μήπως η ελληνική κυβέρνησις την ηρνείτο, ή εδύνατο ποτε να την αρνηθή; ή μήπως οι Τούρκοι δεν έπραξαν τα αυτά και χειρότερα κατά της αγγλικής σημαίας; Πρό τινος καιρού δεν είχαν αρπάσει έσωθεν πλοίου υπό αγγλοϊονικήν σημαίαν όχι πρόβατα, αλλά ανθρώπους και παρθένους, την οικογένειαν του εκ Πατρών Αποστόλη Περούκα; και όμως οι Άγγλοι ούτε πλοίον τουρκικόν εκράτησαν, ούτε την τουρκικήν σημαίαν ύβρισαν, αλλ' ηρκέσθησαν να ελευθερώσωσι τους συλληφθέντας, και τούτους σχεδόν γυμνούς. Και ταύτα πάντα έπραττεν ο μέγας αρμοστής εις ύβριν της ελληνικής σημαίας κατέμπροσθεν πλοίου της τουρκικής μοίρας ευρεθέντος ταις ημέραις εκείναις εν τω λιμένι των Κορυφών.
Αφ' ού δε τοιουτοτρόπως εκρατήθη η Τερψιχόρη μέχρι της 21, απελύθη επί τη προτάσει του ναυάρχου Άγγλου ελθόντος κατ εκείνας τας ημέρας εις Κορυφούς και αποδοκιμάσαντος την διαγωγήν του Μεϊτλάνδου· κατήρε δε εις Μεσολόγγι την νύκτα της 22 όπου την ανέμενεν ο Μιαούλης, όστις, ιδών ότι δεν επετρέπετο η μελετωμένη κατά των εν Μούρτω εχθρικών πλοίων προσβολή, ανεχώρησε την 24 μεθ' όλων των πλοίων εις τα ίδια.
Εν τω μεταξύ δε τούτω, ο μέγας αρμοστής απέστειλεν εις Ύδραν την φρεγάταν Καμβρίαν υπό τον Χαμιλτώνα, και εν αυτή τον διερμηνέα της κυβερνήσεως Πετρίδην, και τη εγνωστοποίησεν, ότι απήτει τετρακόσια δίστηλα ως αποζημίωσιν της εν αγία Μαύρα αρπαγής των προβάτων, και ικανοποίησιν διά την καταπάτησιν της ουδετέρας γης της· ότι επί λόγω υγειονομικών προφυλάξεων απηγορεύετο να πλησιάζωσι τα υπό ελληνικήν σημαίαν πλοία τας ιονίους ακτάς εντός 4 μιλίων και να εισπλέωσι τον πορθμόν των Κορυφών ότι το νησίδιον του Μούοτου ανήκεν εις την Επτάννησον, και ως τοιούτον ήτον απρόσιτον, και ότι ώφειλε να προειδοποιή η ελληνική κυβέρνησις τον μέγαν αρμοστήν οσάκις ο ελληνικός στόλος εμελέτα να διαπλεύση την μεταξύ των Ιονίων νήσων και της ελληνικής παραλίας θάλασσαν.
Μαθούσα ταύτα η ελληνική κυβέρνησις έσπευσε να στείλη προς τον μέγαν αρμοστήν τον Σπανιωλάκην και τον διέταξεν, εγχειρίζων τα περί της αποστολής του γράμματα, να τω αναγγείλη, ότι η ελληνική κυβέρνησις ετοίμη ήτο να πληρώση τα απαιτούμενα τετρακόσια δίστηλα, ότι κατεγίνετο να εύρη τους ενόχους και να τους παιδεύση, ότι απόστασις των ελληνικών πλοίων από της Ιονίου ακτής ενός μιλίου εφαίνετο ως προς τον υγειονομικόν σκοπόν ισοδύναμος αποστάσεως τεσσάρων, ότι αν ο μέγας αρμοστής εθεώρει το νησίδιον του Μούρτου ως εξάρτημα της Επταννήσου και διά την αιτίαν ταύτην απέκλειε του λιμένος αυτού τα ελληνικά πλοία, ώφειλε κατά την επαγγελλομένην ουδετερότητα ν' απομακρύνη και τα οθωμανικά, και ότι η ελληνική κυβέρνησις, αν και εβλάπτοντο τα συμφέροντά της διά της ανακαλύψεως των σκοπών της, συγκατετίθετο να προειδοποιή τον μέγαν αρμοστήν περί του προκειμένου διάπλου, αφ' ού τα μέλλοντα να διαπλεύσωσι την ιόνιον θάλασσαν πλοία της έφθαναν εις Γλαρέντσαν.
Διά τοιούτων λογικών και συνδιαλλακτικών οδηγιών εφωδιασμένος ο Σπανιωλάκης ανεχώρησεν εκ Κορίνθου. Αλλά, μόλις το φέρον αυτόν πλοίον έφθασεν εις τον λιμένα των Κορυφών, ο μέγας αρμοστής διέταξε ν' αράξη εν μεμονωμένω τινί μέρει, και το περιεκύκλωσε διά φυλάκων και στρατιωτών επαγρυπνούντων αυστηρώς μη τυχόν οι εν αυτώ και οι κάτοικοι της πόλεως συγκοινωνήσωσι· τον δε απεσταλμένον της Ελλάδος περιώρισεν εν τω πλοίω, και την 16 απριλίου τω έστειλε την ακόλουθον απάντησιν υπογεγραμμένην, εν ονόματι και κατά διαταγήν αυτού, παρά του εξ απορρήτων του, Φρεδερίκου Χάνκη.
* * *
«Κύριε,
Ο λόρδος μέγας αρμοστής των ιονίων νήσων έλαβε τας επιστολάς λεγούσας ότι τας έστελλαν προς αυτόν τινές α υ τ ο ν ο μ α ζ ό μ ε ν ο ι - κ υ β έ ρ ν η σ ι ς - τ η ς – Ε λ λ ά δ ο ς διά τινος απεσταλμένου αυτής ευρισκομένου κατά το παρόν εν τούτω τω λιμένι και διατεταγμένου υπό της περί ης ο λόγος αυτωνομάστου κυβερνήσεως να έλθη εις λόγους μετά του λόρδου μεγάλου αρμοστού.
Η αυτού εξοχότης αγνοεί παντάπασιν, ότι υπάρχει προσωρινή κυβέρνησις της Ελλάδος, διά τούτο δεν ημπορεί ν' αναγνωρίση τοιούτον απεσταλμένον· μόνη η ανάγκη να διατηρήση, καθώς πάντοτε διετήρησε, τας αρχάς αυστηροτάτης ουδετερότητος την παρακινεί να συγκατανεύση όπως λάβη υπ' όψιν τινά των εν ταις ανωτέρω επιστολαίς· ευδοκεί λοιπόν να διαδηλώση, ότι ουδεμίαν θέλει να έχη ανταπόκρισιν μετά κατ' όνομα Δυνάμεως, ην δεν γνωρίζει, και ότι η απόφασίς της είναι εν συνόψει η ακόλουθος.
Πλοίον λεγόμενον ελληνικόν υπό σημαίαν μη αναγνωριζομένην και ουδαμού δεκτήν αποκλείεται των Ιονίων λιμένων. Δεν οφείλει η αυτού εξοχότης να συζητήση μετά Δυνάμεως μη αναγνωριζομένης ό,τι κρίνει εύλογον να πράξη· λέγει όμως ότι το νησίδιον του Μούρτου εξαρτάται από του Ιονίου κράτους, και ότι ο βασιλεύς της Αγγλίας είναι ο μόνος προστάτης του. Η αυτού εξοχότης θεωρεί προς τούτοις όλον τον μεταξύ Μούρτου και Κασιωπίας πορθμόν των Κορυφών ως πραγματικώς λιμένα των Κορυφών. Η Ιόνιος κυβέρνησις, ορμωμένη εκ των αρχών της αυτής ουδετερότητος, ην πάντοτε διετήρησεν ως προς τους αλληλομαχούντας, ελεεινολογεί την μωράν αλαζονείαν των ωθησάντων τα πράγματα εις την τωρινήν κατάστασιν. Η αυτού εξοχότης αξιοί ο εν τω λιμένι τούτω άνθρωπος ν' αναχωρήση εν ακαρεί.»
* * *
Διά της επιστολής ταύτης ο μέγας αρμοστής απηγόρευεν εις τα ελληνικά πλοία τον μεταξύ Κορυφών και ηπειρωτικής παραλίας διάπλουν και την εφόρμησιν αυτών επί τα εν τω λιμένι του Μούρτου τουρκικά, διότι τον μεν πορθμόν εθεώρει ως πραγματικώς λιμένα των Κορυφών, το δε νησίδιον του Μούρτου ως υπό την μοναδικήν προστασίαν της Αγγλίας. Παλαιαί συνθήκαι μεταξύ Βενετίας και Τουρκίας απηγόρευαν τω όντι τον εις τον πορθμόν πλουν τουρκικών πολεμικών πλοίων καθώς και την ανέγερσιν οχυρωμάτων επί της τουρκικής του πορθμού παραλίας. Αλλ' ο σκοπός, δι' ον ωρίσθη άλλοτε τούτο, απέβλεπεν, ως είναι πασιφανές, εις την ασφάλειαν της νήσου των Κορυφών από ενδεχομένης τουρκικής αποβάσεως· αφ' ού δε μετέπεσεν η Αρχή των νήσων από των Βενετών εις άλλους, εθεωρείτο ο όρος ως μη υπάρχων. Αλλά, αν ήθελεν ο μέγας αρμοστής να τον εφαρμόση, διατί κατά παράβασιν αυτού άφησε τα τουρκικά πλοία να εισπλεύσωσι τον απηγορευμένον πορθμόν και ν' ασφαλισθώσιν εντός αυτού; αν δ' επροφασίζετο ότι τα εδέχθη επί της αποστασίας του Αλή, διατί τα διετήρει και μετά την καταστροφήν αυτού παρά την προκήρυξίν του; δεν έλεγε δι' αυτής ότι πλοία είτε τουρκικά είτε ελληνικά δεν ήσαν δεκτά εντός των Ιονίων λιμένων; δεν εχρεώστει να αποδιώξει και τα τουρκικά αφ' ού δεν εδέχετο τα ελληνικά; η μεροληψία του μεγάλου αρμοστού επί βλάβη της Ελλάδος ήτο τόσον μάλλον αξιόμεμπτος καθ' όσον ήθελε να την κρύπτη πάντοτε υπό το όνομα αυστηράς ουδετερότητος. Το δε ύφος της επιστολής, ανάξιον ανδρός κατέχοντος τόσον υψηλήν θέσιν, αρκεί αυτό και μόνον να δείξη το προς τον ελληνικόν αγώνα πάθος αυτού.
Ο δε Κολοκοτρώνης, αν και εμποδίσθη του να εκστρατεύση μετά την πτώσιν της Τριπολιτσάς εις Πάτρας, ανεδείχθη μετά την εν Επιδαύρω συνέλευσιν κοινή, γνώμη αρχηγός της πολιορκίας και έδειξεν επί των ετοιμασιών της εκστρατείας του άκραν δραστηριότητα. Ανέβη εν πρώτοις εις Τριπολιτσάν, όθεν απέστειλεν εν ονόματι της κυβερνήσεως τας περί στρατολογίας διαταγάς του εις πολλάς επαρχίας της Πελοποννήσου, και αφήσας τον υιόν του Πάνον ως πολιτάρχην, μετέβη εις Καρύταιναν και εκείθεν εις Γαστούνην όπου διέτριψεν ημέρας τινάς προπαρασκευάζων τα του πολέμου.
Το σχίσμα μεταξύ των προεστώτων της Πελοποννήσου και των οπλαρχηγών ουδαμού ήτο τόσον επαισθητόν ή τόσον βλαπτικόν, όσον εν τη επαρχία της Καρυταίνης, διότι αλλού μεν υπερίσχυε τα εν τη το άλλο κόμμα, εν δε τη επαρχία ταύτη οι Δηληγιάνναι και οι Κολοκοτρώναι, οι αντιφερόμενοι, ήσαν ισοδύναμοι. Εις μάτην επροσπάθησαν οι εν Επιδαύρω να τους συμβιβάσωσι· φιλοτιμίαι, αντιζηλίαι και συμφέροντα απέκρουαν πάντα συμβιβασμόν. Οι μεν Δηληγιάνναι ήθελαν να διατηρήσωσιν ην είχαν υπεροχήν προ της επαναστάσεως εν τη επαρχία των, ο δε Κολοκοτρώνης ήθελε να κινή αυτός όλα τα όπλα της. Αλλ' εν τη παρούση περιστάσει, επειδή και τα δύο μέρη είχαν περί πολλού την εκστρατείαν, εσυμβιβάσθησαν ώστε να στρατολογήση, έκαστον κόμμα τους ιδίους, και οι υπό τον Δηληγιάννην να μη στρατοπεδεύσωσιν όπου οι υπό τον Κολοκοτρώνην. Αφ' ού δε τα διάφορα σώματα εξεστράτευσαν εκ των διαφόρων επαρχιών προς τας Πάτρας, 1500 Καρυτινοί υπό τον Πλαπούταν, 800 Γαστουναίοι υπό τον Κωνσταντίνον Πετμεζάν και άλλοι τόσοι Τριπολιτσιώται, Φαναρίται και Πύργιοι υπό τον Γενναίον και άλλους οπλαρχηγούς, ετοποθετήθησαν κατ' αρχάς εν τω χωρίω του Αλή - τσελεπή 8 ώρας μακράν των Πατρών μετ' ολίγας δε ημέρας μετετόπισαν εις το πλησιέστερον χωρίον Αχαϊάν 4 ώρας μακράν των Πατρών. Οι δε Καλαβρυτινοί ως 1000 υπό τον Ζαήμην και άλλους, και οι Πατρείς ως 500 υπό τους Κουμανιώτας, ετοποθετήθησαν εν πρώτοις κατά τα Νεζερά, και μετ' ολίγον κατέλαβαν και την Χαλανδρίτσαν. Συνηνώθησαν και οι μετά ταύτα φθάσαντες Καρυτινοί ως 800 υπό τον Κανέλλον Δηλιγιάννην, και ως 600 Τριπολιτσιώται υπό τον Σέκερην, τον Λεβιδιώτην, και άλλους. Κατείχαν δε και τα Σελά ως 300 υπό τον Λόντον. Ο δε Κολοκοτρώνης εστρατοπέδευσεν εν τω χωρίω του Αλή - τσελεπή· όλοι δε οι εκστρατεύσαντες συνηριθμούντο αρχομένου του μαρτίου εις 6300.
Οι δε εν Πάτραις Τούρκοι, ενισχυθέντες υπό των εσχάτως εκεί αποβάντων, ήσαν ικανοί όχι μόνον εις άμυναν αλλά και εις επίθεσιν. Την 25 φεβρουαρίου εξεστράτευσαν πανστρατιά υπό την οδηγίαν του νεοελθόντος Μεχμέτπασα, και διενυκτέρευσαν εν τω χωρίω του Τσουκαλά. Την ακόλουθον ημέραν δισχίλιοι εκίνησαν κατά την Αχαϊάν, και ολιγαριθμότεροι κατά την Χαλανδρίτσαν. Απέχουν δε τα δυο ταύτα χωρία απ' αλλήλων τέσσαρας ήμισυ ώρας· και οι μεν κατέχοντες την Χαλανδρίτσαν Πατρείς ολίγοι όντες έφυγαν, και οι εχθροί έκαυσαν το χωρίον· οι δε υπό τον Πλαπούταν, τον Γενναίον και τον Πετμεζάν, ιδόντες την Χαλανδρίτσαν καιομένην και μαθόντες παρά της προφυλακής των ότι επήρχοντο οι Τούρκοι, εκίνησαν άφοβοι εις απάντησίν των. Ήτον αύτη η πρώτη φορά καθ' ην οι Πελοποννήσιοι ήρχοντο εις μάχην μετά των Ανατολιτών, ους εμπαίζοντες διά την ενδυμασίαν και τον τρόπον του πολεμείν ωνόμαζαν Κακλαμάνους, και τον Μεχμέτπασαν Κακλαμάμπασαν· αλλ' οι Κακλαμάνοι, αν και δεν ήσαν επιδέξιοι εις τουφεκοπόλεμον, δεν ήσαν άνανδροι· ήσαν δε και επιτήδειοι διαξιφισταί. Εν τη συμπλοκή, δε ταύτη τους έτρεψαν οι Έλληνες, τους κατεδίωξαν και τους περιώρισαν επί του λοφίσκου του Τσουκαλά. Η μάχη αύτη διήρκεσε σχεδόν μέχρι της εσπέρας· την δε νύκτα επανήλθαν οι μεν Τούρκοι εις Πάτρας, οι δε Έλληνες εις Αχαϊάν. Εφονεύθησαν δε εν τη μάχη, 4 Έλληνες και 30 Τούρκοι, εν οις και είς χιλίαρχος, όστις κυκλωθείς υπό του Αποστόλη Κολοκοτρώνη και τριών άλλων Ελλήνων και δις πληγωθείς, έκοψε πρώτον την κεφαλήν ενός των κυκλούντων αυτόν και έπειτα έπεσε νεκρός υπό τα τραύματα των άλλων.
Μετά δε την περί ης ο λόγος συμπλοκήν έφερεν ο Κολοκοτρώνης πλησιέστερον του εχθρού τα στρατεύματα, και αυτός μεν και τα υπό τον Πλαπούταν κατέλαβαν το Σαραβάλι, τα δε υπό τον Γενναίον και τον Τσαννέτον Χρηστόπουλον τον Παλαιόπυργον, τα δε υπό τον Πετμεζάν, τον Γιαννάκην Κολοκοτρώνην και τον Παπασταθόπουλον την Οβριάν· 700 δε Καλαβρυτινοί διετάχθησαν να καταλάβωσι το Γηροκομείον. Πριν δε κινήση όλον το σώμα των Καλαβρυτινών εις κατοχήν της θέσεως ταύτης επροπορεύθησαν ως 60 εξ αυτών. Εξήλθαν συγχρόνως των Πατρών καί τινες Τούρκοι εις κατάληψιν της αυτής θέσεως, αλλ' ηύραν αυτήν προκαταληφθείσαν υπό των 60 Ελλήνων. Εισήλθαν εις το Γηροκομείον και οι άλλοι Καλαβρυτινοί, και τούτου γενομένου εξεστράτευσαν δισχίλιοι Τούρκοι προς την θέσιν εκείνην. Τότε ο Κολοκοτρώνης απέστειλεν εις βοήθειαν των εν Γηροκομείω τον μεν Γενναίον δεξιόθεν άνωθεν του Κυνηγού, τον δε Πλαπούταν διά της πεδιάδος. Το σχέδιον τούτο ευδοκίμησε, και οι Έλληνες έτρεψαν τους Τούρκους και εισήλθαν καταδιώκοντές τους και εις αυτήν την πόλιν φονεύσαντες 30. Ηρίστευσε δε υπέρ πάντα άλλον ο σημαιοφόρος Καραχάλιος, όστις, πληγωθείς εις την κεφαλήν επί της πρώτης κατά των εχθρών ορμής των υπό τον Πλαπούταν, εσκοτίσθη και έπεσεν, αλλ' αναστάς μετ' ολίγον έδραξε την σημαίαν και επροπορεύετο όλου του στρατεύματος.
Μάρτιος Μετά την μάχην ταύτην, συμβάσαν την 2 Μαρτίου, οι Έλληνες επανήλθαν εις τας θέσεις των καθά διέταξεν ο Κολοκοτρώνης μη εγκρίνας να μείνωσιν εν τη πόλει. Την δε επαύριον κατέβησαν εκ Νεζερών και οι λοιποί Έλληνες, και κατέλαβαν οι μεν υπό τον Σέκερην Τριπολιτσιώται τον λινόν του Σαήταγα, οι δε Πατρείς υπό τους Κουμανιώτας την θέσιν του Κυνηγού παρά το Γηροκομείον· ετοποθετήθησαν δε και οι υπό τον Δηληγιάννην κατά το Πουρναρόκαστρον, ο δε Ζαήμης μετά τινων Καλαβρυτινών εν τω μοναστηρίω του Ομπλού.
Ο δε Μεχμέτπασας, αφ' ού απέτυχε και εν τη πρώτη και εν τη δευτέρα εκδρομή και είδεν εισελθόντας τους εχθρούς και εις αυτήν την πόλιν, εταπείνωσε την οφρύν του, συνενοήθη μετά του εν Ρίω καθημένου Ισούφη, ον ωλιγώρει έως τότε, και εζήτησε την σύμπραξιν των εκεί και των εν τω Αντιρρίω. Επί τη αιτήσει ταύτη συνήχθησαν εις Πάτρας ως 8000, και την 9 εξεστράτευσαν όλοι υπό την οδηγίαν των δύο πασάδων, και πεσόντες εν πρώτοις εις του Κυνηγού έτρεψαν τους υπό τους Κουμανιώτας κατέχοντας την θέσιν εκείνην Πατρείς, εσκότωσαν τον σημαιοφόρον και επήραν την σημαίαν των. Πολλοί Έλληνες των εν τω Γηροκομείω και τω λινώ του Σαήταγα εξήλθαν εις βοήθειαν των καταδιωκομένων, αλλά και ούτοι ετράπησαν, και μηδέ να επανέλθωσιν εις τας θέσεις των εδυνήθησαν. Ο δε Κολοκοτρώνης έβαλεν εις κίνησιν τα υπό τον Πλαπούταν, τον Γενναίον, τον Δηληγιάννην, τον Τσαννέτον Χρηστόπουλον και τον Πετμεζάν σώματα· αλλ' οι Τούρκοι έτρεψαν και ταύτα και επολιόρκησαν και το Γηροκομείον. Εν τω μεταξύ δε τούτω ο Γενναίος εισήλθε μετ' ολίγων εις τον λινόν του Σαήταγα όπου ηύρε πολλά ολίγους Τριπολιτσιώτας και τον αρχηγόν αυτών Σέκερην, διότι οι πλείστοι των εναπομεινάντων έφυγαν ιδόντες τα γινόμενα. Εν ενί λόγω οι Τούρκοι έτρεψαν όλους τους Έλληνας, και τους ηνάγκασαν καταδιώκοντές τους να καταφύγωσιν εις τα όρη, εκτός των εν Γηροκομείω και τω λινώ, ους απέκλεισαν και επολέμουν, και των υπό τον Πλαπούταν εν τη πεδιάδι οχυρωθέντων. Επί της φυγής δε ταύτης εκινδύνευσε να συλληφθή και ο Ζαήμης. Ευρεθείς ούτος επί της εξόδου των εχθρών εν Ομπλώ εκίνησε μετά τινων στρατιωτών προς το Γηροκομείον, όπου ήσαν οι πλείστοι των Καλαβρυτινών, και πεσών καθ' οδόν, επί της τροπής των Ελλήνων, εις το μέσον των εχθρών και καταδιωχθείς, έφθασεν έφιππος εις το χείλος ρύακός τινος, όπου, αφηνιάσαντος του ίππου, επέζευσε και διαπεραιωθείς πεζός απέφυγε τας χείρας των εχθρών μεινάντων εντεύθεν του ρύακος.
Επί της τροπής δε ταύτης, ο Κολοκοτρώνης, όστις διέμενε κατά το Σαραβάλι εκινήθη μόνος κατά τον Παλαιόπυργον μηδ' αυτός ηξεύρων προς τι εκινείτο. Καθ' οδόν απήντησε τον Λεχωρίτην στελλόμενον προς αυτόν παρά του Ζαήμη αγγελιαφόρον, και τον συμπαρέλαβε· πλησιάσας δε προς τον Παλαιόπυργον είδεν επάνωθέν του μικράν ελληνικήν σημαίαν και 15 Έλληνας καθημένους και θεωρούντας τα γενόμενα. «Π ο ί ο ν - έ χ ε τ ε - α ρ χ η γ ό ν;» τους ηρώτησε. «Τ ο ν - Β α γ γ έ λ η - Κ ο υ μ α ν ι ώ τ η» απεκρίθησαν. «Ε μ έ ν α - μ ε - γ ν ω ρ ί ζ ε τ ε; τους ηρώτησε πάλιν ο Κολοκοτρώνης· «όχι», απεκρίθη ο Κουμανιώτης. «Ε γ ώ», επανέλαβεν, «ε ί μ α ι - ο - Κ ο λ ο κ ο τ ρ ώ ν η ς, α κ ο λ ο υ θ ή τ ε - μ ε - κ α ι - έ χ ε ι - ο - Θ ε ό ς». Κατέβησαν οι 15, τον ηκολούθησαν και έγειναν όλοι 17· προχωρούντες έγειναν 50 και συμπαρέλαβαν καθ' οδόν και τον Παρασκευάν Πλαπούταν. «Σ τ ή σ ε - ε δ ώ - Β α γ γ έ λ η», είπε τότε ο Κολοκοτρώνης, «τ η ν - σ η μ α ί α ν - σ ο υ· κ α ι – σ υ - Π α ρ α σ κ ε υ ά - σ ύ ρ ε - κ α ι - π ι ά σ ε - τ ο – ε μ π ρ ό ς - τ η ς - σ η μ α ί α ς - τ ο υ - Β α γ γ έ λ η – α σ β ε σ τ ο κ ά μ ι ν ο». «Ε ί ν α ι - α ν ο ι χ τ ό ς - ο - τ ό π ο ς - κ α ι - χ α ν ό μ ε θ α», απεκρίθησαν οι περί τον Παρασκευάν· «μ η - φ ο β ά σ θ α ι», επανέλαβεν ο Κολοκοτρώνης, «ε γ ώ - δ ε ν - σ α ς - α φ ί ν ω - ν α χ α θ ή τ ε· σ α ς – σ τ έ λ ν ω - β ο ή θ ε ι α ν» . Το όνομα του Κολοκοτρώνη ήτο πύργος δυνάμεως· έγεινεν ως είπε, και κατελήφθη η κάμινος. Έμπροσθεν αυτής ήσαν 60 Τούρκοι έφιπποι και ώρμησαν επί τους Έλληνας· αλλ' οι Έλληνες αντέστησαν και διετήρησαν την θέσιν των. Ο δε Κολοκοτρώνης παρετήρησεν ότι το κέντρον του εχθρού ήτο δυνατόν και αδύνατοι αι πτέρυγές του· διά τούτο, αφ' ού εθάρρυνε το κατά την κάμινον μικρόν σώμα, μετέβη μετά του σημαιοφόρου του Καραχάλιου και του υπασπιστού του Φωτάκου προς το άλλο μέρος, το κρατούμενον υπό των Τούρκων μέχρι της μάνας του νερού, και εκραύγασεν αποτεινόμενος προς τους επί των βουνών Έλληνας· «κ ά τ ω - Έ λ λ η ν ε ς, κ ά τ ω, ε δ ώ – ε ί ν α ι - ο - Κ ο λ ο κ ο τ ρ ώ ν η ς» . Ακούσαντες οι εκεί την βροντώδη φωνήν του Κολοκοτρώνη και το όνομά του ήρχισαν να καταβαίνωσι προς το μέρος όπου ήτον ο Κολοκοτρώνης και να μάχωνται· πολλοί δε υπήγαν και όπου ήσαν ο Βαγγέλης και ο Παρασκευάς ιδόντες ότι ήσαν και εκεί Έλληνες, και ούτως εξήφθη η μάχη. Εν τοσούτω επολέμουν αδιακόπως και οι εν τω Γηροκομείω και οι εν τω Λινώ και αντείχαν γενναίως, αν και εκανονοβολούντο και εβομβοβολούντο υπό των έξω· επίσης διεκρίνοντο και οι εν τη πεδιάδι μαχόμενοι υπό τον Πλαπούταν. Ο δε Κολοκοτρώνης μετεχειρίσθη ευτυχώς το ακόλουθον στρατήγημα. Ανέβη είς τινα υψηλήν θέσιν, και, αφ' ού εκύτταξε διά του τηλεσκοπίου του τους πολεμούντας εκατέρωθεν, εκρότησε τας χείρας και εκραύγασεν· «Ε τ σ ά κ ι σ α ν - ο ι - Τ ο ύ ρ κ ο ι, - ε τ σ ά κ ι σ α ν - π ά ρ τ ε - τ ο υ ς - Έ λ λ η ν ε ς, - π ά ρ τ ε - τ ο υ ς ». Οι Τούρκοι δεν ετσάκισαν, αλλ' οι πολεμούντες προς το έν μέρος δεν έβλεπαν τι εγίνετο προς το άλλο· διά τούτο επίστευσαν και Τούρκοι και Έλληνες την φωνήν την λέγουσαν «ο ι - Τ ο ύ ρ κ ο ι - ε τ σ ά κ ι σ α ν», νομίζοντες οι του ενός μέρους ότι τω όντι ετσάκισαν οι του άλλου· ώστε επαλήθευσαν μετ' ολίγον όσα μη αληθώς είπεν ο Κολοκοτρώνης κατ' αρχάς. Και πανταχόθεν μεν εφώρμησαν οι Έλληνες, πανταχόθεν δε ετράπησαν οι Τούρκοι καταδιωκόμενοι μέχρι της πόλεως. Δεκαοκτώ εξ αυτών, εν οις και ο κεχαγιάς του Μεχμέτπασα, μη δυνηθέντες να καταφύγωσι και αυτοί εις την πόλιν, εκλείσθησαν έν τινι περιτειχίσματι, όπου εισπηδήσαντες ο Πλαπούτας καί τινες των περί αυτόν τους εφόνευσαν. Διακόσιοι υπελογίσθησαν όλοι οι επί της μάχης ταύτης φονευθέντες Τούρκοι· εφονεύθησαν και επληγώθησαν και είκοσιν Έλληνες. Τοιουτοτρόπως μετέβαλεν ο Κολοκοτρώνης την κατά την 9 μαρτίου ήτταν των Ελλήνων εις νίκην. Τούτου δε γενομένου ανεχώρησεν εις Κόρινθον αφήσας τοποτηρητήν τον Πλαπούταν, εις ον ανέθετε πάντοτε τα της στρατοπεδαρχίας εν τη απουσία του.
Λήγοντος δε του απριλίου εξεστράτευσαν οι Τούρκοι, οι μεν προς το Γηροκομείον, οι δε προς το Σαραβάλι, αλλά πολλά παθόντες ωπισθοδρόμησαν. Επέβησαν συγχρόνως καί τινες αυτών εις πλοιάριον και έπλευσαν προς τον ποταμόν της Αχαϊάς ίνα επιπέσωσιν όπισθεν των Ελλήνων, αλλά και ούτοι γενναίως αντικρουσθέντες, χάρις εις τον Νικολόν Μπούκουρην, ουδέ ν' αποβώσιν εδυνήθησαν. Εξεστράτευσαν και αύθις, αλλ' ουδέ και τότε ευδοκιμήσαντες έπαυσαν επιτιθέμενοι.