1821-1822 |
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΘ'. |
&Καταστροφή της Κασσάνδρας. — Υποταγή του αγίου Όρους — Καταστροφή της Ναούσης και του Ελληνικού αγώνος καθ' όλην την Μακεδονίαν.& |
| Ο ΠΟΛΕΜΟΣ προς τα μέρη της Μακεδονίας δεν ευτύχει αλλά διετηρείτο· ούτε ο Ισούφμπεης είχε δυνάμεις ικανάς να υποτάξη τους Κασσανδρείς, ούτε οι Κασσανδρείς ήσαν ικανοί να περιορίσωσι τον Ισούφμπεην. Η Πύλη εις ενίσχυσιν των πολεμικών της κινημάτων απέστειλεν ηγεμόνα εις Θεσσαλονίκην φέροντα τίτλον γενικού αρχηγού Μακεδονίας και Θεσσαλίας τον Αβδουλαβούδπασαν, δραστήριον, εύτολμον και πολλής ικανότητος άνδρα, δεικνύοντα κατά τας περιστάσεις ποτέ μεν υπό την λεοντήν την ωμότητα της ψυχής του, ποτέ δε υπό την αλωπεκήν την υπουλότητα του χαρακτήρος του. Ο νέος ούτος στρατάρχης φθάσας εις Θεσσαλονίκην τον σεπτέμβριον εξέδωκε προκήρυξιν, δι' ης εξύμνει την προς τους ραγιάδας γενναιοφροσύνην του σουλτάνου, εμέμφετο την προς αυτόν αγνωμοσύνην των ονειροπολούντων την ανόρθωσιν της προγονικής των αυτοκρατορίας και διέταττε να οπλοφορήσωσιν όλοι οι επέκεινα του 16 μέχρι του 60 έτους Μουσουλμάνοι· και οι μεν εντός του 50 να τρέξωσιν εις τα πεδία της μάχης οδηγούμενοι υπό της χειρός του προφήτου, οι δε λοιποί να διατηρώσι την εσωτερικήν ευταξίαν. Μετά την προκήρυξιν ταύτην ο Αβδουλαβούδης εξεστράτευσεν αυτοπροσώπως εις Κασσάνδραν. |
| Είπαμεν ήδη, ότι 2700 ήσαν οι συνενωθέντες εν τη χερσονήσω εκείνη περί τα τέλη του παρελθόντος ιουνίου ένοπλοι· και ότι 400 Ολύμπιοι ήλθαν μετά ταύτα επιβοηθοί· αλλά καθ' όν καιρόν εξεστράτευσεν ο πασάς, μόλις ήσαν όλοι 600, διότι οι λοιποί διά την έλλειψιν των αναγκαίων, τας επισυμβάσας ασθενείας, και τας διχονοίας των εγκριτωτέρων ανεχώρησαν. Ο πασάς επροσπάθησε κατ' αρχάς διά μεγάλων και επανειλημμένων υποσχέσεων να πείση τους εν Κασσάνδρα να προσκυνήσωσιν· αλλ' ούτοι, αν και τόσον ολίγοι, απέρριψαν τας προτάσεις του. Γενομένης δε γνωστής αυτώ της διαθέσεως και της αδυναμίας των, απεφασίσθη η έφοδος. Την 30 Οκτωβρίου πριν εξημερώση εφώρμησαν ιππείς και πεζοί εφ' όλην την γραμμήν της τάφρου, και ευρόντες μέρος αυτής ολοτελώς εγκαταλειφθέν, το παρεγέμισαν ερρίψαντες ξύλα και άλλην ύλην, και πρώτοι οι ιππείς εισήλθαν δι' αυτού εις την χερσόνησον, μετ' αυτούς δε και οι πεζοί, έτρεψαν όλους τους κατέχοντας τα άλλα μέρη της τάφρου, πολλούς αυτών εφόνευσαν, επροχώρησαν εις τα ενδότερα μηδενός εναντιουμένου, έσφαξαν και ηνδραπόδισαν και αυτούς τους ησύχους κατοίκους, εξ ών μόνοι διεσώθησαν όσοι ευτύχησαν να επιβώσιν είς τινα παρευρεθέντα πλοία της Σκιάθου και της Σκοπέλου, και κατέκαυσαν όλα σχεδόν τα χωρία. Δεκακισχίλιοι υπελογίσθησαν οι φονευθέντες και ανδραποδισθέντες άνδρες και γυναίκες πάσης ηλικίας. |
| Μετά την τελείαν καταστροφήν της Κασσάνδρας ο πασάς έστρεψε την προσοχήν του εις τον Άθωνα. |
| Διηγήθημεν άλλοτε, ότι πολλοί μοναχοί του αγίου Όρους εξεστράτευσαν υπό την σημαίαν του Σταυρού και την οδηγίαν του Εμμανουήλ Παπά, και αποκρουσθέντες και παθόντες επανήλθαν εις το Όρος. |
| Η χερσόνησος αύτη, η το πάλαι Ακτή, είναι η ανατολικωτέρα των κατά την χαλκιδικήν τριών παραλλήλων χερσονήσων, 35 μιλίων μήκος έχουσα από της επί του δύο μιλίων πλάτος έχοντος ισθμού διώρυγος του Ξέρξου μέχρι της μεσημβρινής της άκρας· περιέχει μοναστήρια οχυρά, και δεν εστερείτο επί της επαναστάσεως πυροβολικού, ψιλών όπλων, ή πολεμεφοδίων. Επειδή ο χαρακτήρ του πολέμου ήτον όχι πολιτικός αλλά και θρησκευτικός, μέγας ενθουσιασμός κατέλαβε τους μοναχούς, και υπερδισχίλιοι των νεωτέρων ωπλοφόρησαν· ήλθαν σύμμαχοι των έξωθεν και πολλοί λαϊκοί, ώστε τα πάντα εφαίνοντο πρόσφορα εις μακράν και ευτυχή αντίστασιν· αλλ' οι ηγούμενοι και προηγούμενοι διεφώνουν, και οι πλείστοι εζήτουν ασφάλειαν όπου δεν εδύναντο να εύρωσιν ειμή αφανισμόν, εν τη υποταγή. Τους εφόβισε δε και η καταστροφή της Κασσάνδρας, και αντί να τους ενοπλίση τους αφώπλισε· τους ηπάτησε και η υπουλότης του πασά, αν και είχαν υπ' όψιν τα έργα της θηριωδίας του. Αφ' ού δε υπερίσχυσεν η περί υποταγής γνώμη, πολλοί των πατέρων, αποδοκιμάζοντες πάντα συμβιβασμόν, απέπλευσαν, συνεπιφέροντες τα ιερά σκεύη τινών μοναστηριών και τα εν αυτοίς άγια λείψανα. Απέπλευσε και ο Εμμανουήλ Παπάς, και ασθενήσας κατά τον πλουν απεβίωσεν επί του πλοίου και ετάφη εν Ύδρα. Μετά δε την αποδημίαν τούτων επροσκύνησαν οι εν τω αγίω Όρει, αφοπλισθέντες, αμνηστευθέντες, δόσαντες ομήρους και γρόσια 2,500,000 και δεχθέντες τουρκικήν φρουράν επί υποσχέσει να την τρέφωσιν. Η φρουρά αύτη εκ τρισχιλίων κατέλαβε το Όρος την 15 δεκεμβρίου και έφερε δι' ων έπραξεν εις πικράν μετάνοιαν τους προτιμήσαντας της αντιστάσεως την υποταγήν Αγιορείτας, διαμείνασα παρ' αυτοίς εννέα έτη. |
| Ο δε Αβδουλαβούδης, αφ' ού έσβεσε τας δύο επαναστατικάς εστίας της Κασσάνδρας και του Άθωνος, εζήτησεν ομήρους εις ασφάλειάν του παρά τινων άλλων πόλεων και παρά της Ναούσης εξ αιτίας των πολλών κατοίκων της Χριστιανών εσκόπευε δε να στείλη και 500 εις φρούρησίν της. Προέστευε της πόλεως εκείνης ο Ζαφειράκης Θεοδοσίου, ο και Λογοθέτης, ούτινος τον υιόν εζήτησε προς τοις άλλοις όμηρον ο πασάς. Μεγάλην αφοσίωσιν έδειξεν ο προεστώς ούτος, πριν εκραγή η ελληνική επανάστασις, εις τα συμφέροντα της Πύλης, διότι διά της συνεργείας αυτού εφονεύθη αρχομένου του 1821 ο διά Ναούσης διαβάς απόστολος της Εταιρίας Ύπατρος, περί ου προανεφέραμεν, και εστάλησαν εις την Πύλην τα ανακαλύπτοντα τους σκοπούς της Εταιρίας γράμματα πεσόντα εις χείρας του· δεν συνήργησε δε ο Ζαφειράκης εις τον φόνον ως επιβουλευόμενος τα της Φιλικής Εταιρίας, διότι και αυτήν την ύπαρξίν της ηγνόει, αλλά διότι ο Ύπατρος, μη εγκρίνας να τω ανακαλύψη τον αληθή σκοπόν της αποστολής του, τω είπε μόνον ότι απεστέλλετο εις προτροπήν των Ελλήνων προς υποστήριξιν του Αλήπασα, ον ο Ζαφειράκης και υπερηχθρεύετο και υπερεφοβείτο· η δε Πύλη τόσον ευηρεστήθη επί τη διαγωγή του, ώστε τον ευχαρίστησε διά φιρμανίου. Αλλ' εν τη παρούση περιστάσει ελησμόνησε την σημαντικήν προς αυτήν υπηρεσίαν του και τον ηνάγκασε ν' αντισταθή ενόπλως, ή να στερηθή του υιού του και δεχθή φρουράν τουρκικήν εν τη πατρίδι του, ό εστι να παραδώση εαυτόν και τους συμπατριώτας του εις την διάκρισιν των φανέντων θηρίων μάλλον ή ανθρώπων επί της αλώσεως της Κασσάνδρας· διά τούτο ο Ζαφειράκης εθεώρησεν ήττον επιβλαβή την αντίστασιν ή την υποταγήν. Της αυτής γνώμης εφάνησαν και ο Γάτσος οπλαρχηγός των Βοδινών και ο Καρατάσος οπλαρχηγός της Βερροίας. |
| Η πόλις της Ναούσης διά το πλήθος των κατοίκων της Χριστιανών, Ελλήνων και Βουλγάρων, διά τους πόρους της και διά το περιτείχισμά της εφάνη προσφυές ορμητήριον των κατ' εκείνα τα μέρη επαναστατικών κινημάτων· διά τούτο πολλαί και σημαντικαί οικογένειαι, εν αις και αι του Καρατάσου και Γάτσου, κατέφυγαν χάριν ασφαλείας εις αυτήν, και εισήλθαν και τα υπό τον Καρατάσον και τον Γάτσον στρατεύματα υπό την σημαίαν της επαναστάσεως. Και πρώτον μεν εφόνευσαν τον διοικητήν και τους περί αυτόν ολίγους Τούρκους, τους μόνους ευρισκομένους εν τη πόλει· διεχύθησαν έπειτα εις τα χωρία των Βοδινών προς διέγερσιν των μη προθύμων χωρικών και έκαυσαν και τρία χριστιανικά χωρία, την Επισκοπήν, την Όσλανην και το Δρεσίλοβον· μετέβησαν έπειτα εις Κατρανίτσαν και Γραμματικόβον, όπου ήσαν Τούρκοι, και τους εσκότωσαν, και κινηθέντες εκείθεν προς την πόλιν της Βερροίας έβαλαν πυρ εις τα άκρα της. Τούτων δε γενομένων, ο μεν Καρατάσος μετά 200 κατέλαβε το μοναστήριον της Παναγίας Δωβρά, ο δε Γάτσος και ο Ζαφειράκης περιεφέροντο ένοπλοι εις άλλα μέρη. Έτυχε να διατρίβη τότε εντός της Βερροίας ο Αβδουλαβούδης, όστις έστειλεν αμέσως δυνάμεις κατά του Καρατάσου και τον απέκλεισεν εν τω μοναστηρίω. Αλλ' ελθόντες έξωθεν ο Γάτσος και ο Ζαφειράκης τον απήλλαξαν. Μετά δύο δε ημέρας εξεστράτευσεν ο πασάς εις Νάουσαν μετά 15,000. Γενναίαν αντίστασιν ηύρε κατ' αρχάς εκτός της πόλεως, όπου ήσαν ικανοί Έλληνες εστρατοπεδευμένοι υπό τον υιόν του Καρατάσου Τσάμην, αλλ' υπερίσχυσεν επί τέλους και διεσκόρπισε το στρατόπεδον εκείνο· καλέσας δε τους εν τη πόλει εις υποταγήν και μη εισακουσθείς, εφώρμησε την 6 απριλίου και μετά μικράν αντίστασιν την εκυρίευσε, την κατέκαυσε, και τους μεν των εγκατοίκων εσκότωσε, τους δε ηνδραπόδισε. |
| Μετά δε την εισβολήν των εχθρών εις την πόλιν, ο μεν Καρατάσος κατέλαβε το Παλαιοεκκλήσιον του Θεολόγον, ο δε Τάτσος το μοναστήριον του Προδρόμου, αμφότερα παρά την Νάουσαν, ο δε Ζαφειράκης τον Παλαιόπυργον (Κούλιαν) προς την άκραν της πόλεως. Έξωθεν δε του Παλαιοπύργου συνέρρευσε μέγα πλήθος ως εις ασφαλέστερον μέρος. Οι Τούρκοι σύροντες και κανόνια εκτύπησαν εν πρώτοις τον Παλαιόπυργον, και τον μεν Ζαφειράκην ηνάγκασαν να φύγη, τους δε εκεί καταφυγόντας όλους σχεδόν συνέλαβαν. Ο Γάτσος και ο Καρατάσος, βλέποντες ότι δεν εδύναντο ν' αντισταθώσιν, ανέβησαν εις το πλησίον της πόλεως χωρίον, Σέλι, αλλ' απελπισθέντες μετ' ολίγον έφυγαν ολοτελώς εκ Μακεδονίας, διέβησαν εις Ασπροπόταμον και κατήντησαν εις την ελευθέραν Ελλάδα συμβιβασθέντες κατά την διάβασίν των μετά των κατά τόπους Τούρκων μήτε να βλάπτωσι μήτε να βλάπτωνται. Ο δε Ζαφειράκης εισέδυσεν εις τον πλησίον της Βερροίας βάλτον έχων δέκα μόνον οπαδούς και ένα των υιών του Καρατάσου. Τούτο μαθόντες οι εν Βερροία Τούρκοι εκινήθησαν κατ' αυτών και τους εφόνευσαν όλους ανδρείως πολεμήσαντες και μη θελήσαντας επί ασφαλεία ζωής να παραδοθώσι. |
| Μεγάλα τα παθήματα των κατοίκων και μεγάλη η καταστροφή των μερών εκείνων. Πεντακισχίλιοι εφονεύθησαν και ηχμαλωτίσθησαν εν τη Ναούση, και άλλοι τόσοι έπεσαν εις χείρας των εχθρών περί τον Παλαιόπυργον· πολλοί των συλληφθέντων ανηλεώς εβασανίσθησαν, πολλαί γυναίκες εις τας φλόγας ερρίφθησαν, έγκυοι εξεκοιλιάσθησαν, τέκνα έμπροσθεν των γονέων εσφάγησαν, βρέφη από των τραχήλων των μητέρων εκρεμάσθησαν, παρθένοι και μητέρες αγκαλοφορούσαι τα τέκνα των έπεσαν αυθόρμητοι εις την πλησίον του Παλαιοπύργου λίμνην, το Μ α ύ ρ ο ν - ν ε ρ ό ν, και επνίγησαν εις αποφυγήν ατιμίας και βασάνων· τόσον θηριώδεις εφάνησαν οι νικηταί. Πάμπολλοι δε Εβραίοι, ένοπλοι και πολύδιψοι χριστιανικού αίματος, παρηκολούθουν τον τουρκικόν στρατόν ως εκούσιοι δήμιοι. Ούτοι έλκοντες έξω της πόλεως τους Χριστιανούς τους ερροπάλιζαν κατακέφαλα, και πίπτοντας κατά γης τους έσφαζαν ως βόας. Αι δε εν Ναούση συλληφθείσαι γυναίκες του Καρατάσου, του Γάτσου και του Ζαφειράκη μετεκομίσθησαν εις Θεσσαλονίκην, όπου η μεν του Γάτσου ετούρκευσεν αποδειλιάσασα ενώπιον των βασάνων, αι δε δύο άλλαι μη αλλαξοπιστήσασαι προσηλώθησαν απέναντι αλλήλων όρθιαι επί του τοίχου μιας των αιθουσών του παλατιού του θηριώδους βεζίρη, και απέθαναν πολυειδώς βασανιζόμεναι· οι δε διασωθέντες τρισάθλιοι Χριστιανοί δεν είχαν πού την κεφαλήν κλίναι, διότι εκατόν είκοσι κωμοπόλεις, χωρία, και ζευγαλατεία των μερών εκείνων απετεφρώθησαν. |
| Πρό τινων δε μηνών οι Ολύμπιοι είχαν στείλει πρεσβείαν προς τον εν Τριπολιτσά διατρίβοντα τότε Υψηλάντην ζητούντες πολεμεφόδια και αρχηγόν, ίνα κινηθώσι και ούτοι κατά των εχθρών, καταλάβωσι καταλλήλους τινάς θέσεις και στήσωσι φραγμόν μεταξύ των Τούρκων Θεσσαλίας και Μακεδονίας. Ο Υψηλάντης διώρισε τοιούτον τον υπασπιστήν του Γρηγόριον Σάλλαν, γεννηθέντα εν Βεσσαραβία εξ Ελλήνων και προ ολίγου παραιτηθέντα της στρατιωτικής υπηρεσίας της Ρωσσίας, και διέταξε καί τινας αξιωματικούς Έλληνας και φιλέλληνας να συνακολουθήσωσι. Την 25 νοεμβρίου ο αρχηγός ούτος απέπλευσε των αντικρύ του Ναυπλίου Μύλων, αλλ' εφάνη τόσον ανάξιος της αποστολής του περιπλανώμενος τέσσαρας ολοκλήρους μήνας εις τας νήσους του Αιγαίου και εντρυφών, ώστε οι πλείστοι της συνοδίας του τον εγκατέλειψαν εν Μυκώνω, και μόλις αυτός, ο Πολωνός Λεξίνσκης, ο διδάσκαλος Θεόφιλος Καΐρης και ολίγοι άλλοι κατέπλευσαν εις Ελευθεροχώρι την 22 μαρτίου φέροντες τέσσαρα κανόνια και ολίγα πολεμεφόδια. |
| Μάχιμοι εδείχθησαν πάντοτε, και φήμην πολλήν ως τοιούτοι είχαν οι άνδρες των μερών εκείνων· και τα βουνά του Ολύμπου, η άλλοτε έδρα των Θεών, μετεποιήθησαν επί της τουρκοκρατίας εις λιμέρια του παπά - Θύμιου, του Λιάκου και των τοιούτων τουρκομάχων ανδρών, οίτινες, καλούμενοι εις υποταγήν παρά των πασάδων και βεζιρών, απεκρίνοντο· |
| «Εγώ βεζίρη δεν ψηφώ, πασά δεν προσκυνάω |
| πασά έχω το τουφέκι μου, βεζίρη το σπαθί μου» . |
| Αλλ' η βραδύτης της προ πολλού προσδοκωμένης βοηθείας, η ολιγότης αυτής και ιδίως τα επισυμβάντα μεγάλα δυστυχήματα κατά τα μέρη εκείνα έσβεσαν τον ζήλον των πολλών και εματαίωσαν το σχέδιον· και εν ώ ηλπίζετο να συστρατολογηθώσιν υπερεξακισχίλιοι, μόλις διακόσιοι συνηριθμήθησαν οι υπό τας διαταγάς του Σάλλα τεθέντες επί της αποβάσεώς του αλλά και των ολίγων τούτων οι οπλαρχηγοί διεφώνουν, διότι η αποτυχία επιφέρουσα αθυμίαν συνεπιφέρει και διαφωνίαν. |
| Όχι μακράν του Ελευθεροχωρίου κείται το χωρίον Κολινδρόν, όπου εσταύθμευαν χίλιοι Τούρκοι εις προφύλαξιν των μερών εκείνων. Μαθόντες ούτοι την απόβασιν των Ελλήνων κατέβησαν εις Ελευθεροχώρι αυθημερόν και τους επολέμησαν, αλλ' απεκρούσθησαν και επανήλθαν εις την προτέραν θέσιν των. Ο Σάλλας, άσωτος αλλά γενναίος, θέλων να εμψυχώση τον φοβηθέντα λαόν επροχώρησε μετά την μάχην προς τα ενδότερα και εστρατοπέδευσεν εν Καστανιά πλησίον του Κολινδρού, ώστε τα δύο στρατόπεδα ήσαν απέναντι αλλήλων και συχνάκις ηκροβολίζοντο· επειδή δε φόβος ήτο μη επήρχοντο και άλλαι δυνάμεις από Θεσσαλονίκης, τινές των οπλαρχηγών Ολυμπίων διετάχθησαν να προκαταλάβωσι τας διόδους, αλλά δεν τας προκατέλαβαν, και χίλιοι σταλέντες παρά του Αβδουλαβούδη εις ενίσχυσιν του στρατοπέδου του Κολινδρού, ευρόντες αυτάς πάντη απροφυλάκτους, κατευωδώθησαν ατουφέκιστοι και την 29 μαρτίου έπεσαν όλοι επί τους εν Καστανιά Έλληνας, τους εκτύπησαν και τους ηνάγκασαν εγκαταλιπόντας το χωρίον τους μεν να μεταβώσιν εις Μηλιάν, τον δε Διαμαντήν Νικολάου να καταβή εις Ελευθεροχώρι προς αντιπερισπασμόν· αλλά και ούτος, μη δυνάμενος να διατηρήση την θέσιν εκείνην, ανέβη μετ' ολίγον εις Μηλιάν. |
| Απρίλιος | Οι Τούρκοι μετά την εν Καστανιά μάχην κατεδίωξαν τους Έλληνας, έκαυσαν τα καθ' οδόν χωρία, και την 2 απριλίου έφθασαν καίοντες και εις Μηλιάν. Οι Έλληνες, αν και δεκαπλάσιοι ήσαν οι εχθροί των, ητοιμάσθησαν εις μάχην, και οι μεν εκλείσθησαν εν τω πύργω του χωρίου υπό τον Σάλλαν και τον Γούλαν, οι δε έμειναν έξωθεν του χωρίου υπό τον Διαμαντήν και τον Τόλιον εις αντίκρουσιν των ερχομένων εχθρών, αλλά διεσκορπίσθησαν άμα τους είδαν· ώστε μόνον οι εν τω πύργω, όχι πλειότεροι των 60, έμειναν πολεμούντες από της α' ώρας της ημέρας έως του μεσονυκτίου, καθ' ην ώραν βαλόντες πυρ έκαυσαν τον πύργον, εξήλθαν ξιφήρεις και εξημερώθησαν είς τινα κοιλάδα επί της Πιερίας· επειδή δε τους κατεδίωκαν οι εχθροί, έφυγαν και εκείθεν, και ζητούντες καταφυγήν ώδευσαν εν μέσω κρημνών και χιόνων προς τα άνω του όρους, και ούτως υπεξέφυγαν ως εκ θαύματος τον προφανή κίνδυνον. Ανίκανοι δε να παρατείνωσι τον αγώνα διά τον ολίγον αριθμόν των, την έλλειψιν των αναγκαίων, και τον παντού διασπαρέντα τρόμον, διηρέθησαν την 14, και οι μεν εντόπιοι, έμειναν προσωρινώς κατά τα μέρη εκείνα περιπλανώμενοι εις εύρεσιν των τήδε κακείσε κρυβέντων συγγενών των, ο δε Σάλλας, ο Λεξίνσκης, ο Καΐρης καί τινες άλλοι, οδοιπορούντες υπό πιστούς οδηγούς την νύκτα, και κρυπτόμενοι την ημέραν, πεινώντες, γυμνητεύοντες, κακοπαθούντες, και έχοντες πάντοτε τον θάνατον προ οφθαλμών, διεσώθησαν ανελπίστως εις Κόρινθον αρχομένου του μαΐου. Ο δε οπλαρχηγός Διαμαντής καί τινες των συγγενών και πιστών του, φεύγοντες και αυτοί κακήν κακώς και συνοδεύοντες οι πλείστοι τας γυναίκας και τα τέκνα των, έπεσαν την νύκτα εις το υπό την Μηλιάν πυκνόν δάσος, «το Ρουμάνι του παλατιού». Οι Τούρκοι καταδιώκοντές τους έπεσαν εις το αυτό δάσος την αυτήν νύκτα και ιχνηλάτουν· τόσον δε επλησίασαν τους περί τον Διαμαντήν, ώστε ηκούοντο αι λαλιαί και τα πατήματά των. Τινές των γυναικών, εν αις και η του Διαμαντή, εβάσταζαν εν ταις αγκάλαις τα θηλάζοντα βρέφη των· και επειδή φόβος ήτο μη ακουσθή ο κλαυθμυρισμός των, και ως εκ τούτου προδοθώσι και απολεσθώσι πάντες, τα έπνιξαν όλα. |
| Τοιούτος απέβη ο τόσων αιματοχυσιών και καταστροφών πρόξενος Μακεδονικός αγών, και πεσών δεν ανέστη πλέον. Οι δε πιστοί προς τον αγώνα οπλαρχηγοί και οπλοφόροι συνήχθησαν μετά την καταστροφήν εις Σκιάθον και Σκόπελον εκτός του Καρατάσου, του Γάτσου και των περί αυτούς μεταβάντων, ως προείπαμεν, εις το Ασπροπόταμον. |
| Θανασίμως έβλαψε τα μέρη εκείνα η μη εκ συμφώνου και ταυτοχρόνως, ουδ' εξ ενός σχεδίου, ένοπλος κίνησις. Αφ' ού κατεστράφη η Κασσάνδρα και επροσκύνησε το Όρος, τότε εκινήθη η Νάουσα, ουδ' αυτή εκ προμελέτης αλλ' εξ ανάγκης· τότε εκινήθησαν καί τινα χωρία του Ολύμπου, ουδέ και αυτά συνάμα εξ αιτίας της διαιρέσεως και αντιζηλίας των οπλαρχηγών. Τοιουτοτρόπως οι τόποι εκείνοι κατεστράφησαν ο είς κατόπιν του άλλου. |
1822 |
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Λ'. |
&Καταστροφή του Αλήπασα. — Πολεμικαί προετοιμασίαι Τούρκων και Ελλήνων. — Χίος και καταστροφή αυτής — Κατορθώματα του ελληνικού στόλου.& |
| ΜΕΤΑ δε την λύσιν της ελληνοαλβανικής συμμαχίας ο Αλής εγκαταλειφθείς υπό των Αλβανών του και των άλλων όλων, καθώς πάντοτε εγκαταλείπονται επί της αδυναμίας των οι θεοποιούμενοι επί της δυνάμεως των τύραννοι, παρεδόθη εις χείρας των εχθρών του επ' ελπίδι και υποσχέσει αφέσεως των ανομιών του, αλλ' εθανατώθη τον ιανουάριον ώστε το αίτιον το διαιρούν τας επί της Ηπείρου τουρκικάς δυνάμεις και απασχολούν αυτάς μακράν των Ελλήνων έλειψεν. Οι Έλληνες, και κατ' εξοχήν οι προ των θυρών της Ηπείρου Στερεοελλαδίται, ησθάνθησαν όλον το μέγεθος του μέλλοντος αγώνος. Όσον το όνομα του Αλή ήτο μέγα και φοβερόν, τόσον η πτώσις του εδόξασε τον νικητήν του Χουρσήδην, και η έως τότε μεταξύ αυτού και του Αλή διηρημένη Αλβανία υπετάχθη όλη εις τας διαταγάς του, και όλη η Ήπειρος, η επί πολλά έτη μη σεβομένη τόσον τα πρόσταγμα του σουλτάνου, όσον το απλούν νεύμα του Αλή, έπεσε και επροσκύνησε τον Χουρσήδην· το Σούλι μόνον αντείχεν εξ αιτίας της σφαλεράς και δολίου πολιτικής του προκατόχου του Πασόμπεη, αλλά και αυτό εκλονίζετο. Μετά δε την εξόντωσιν του Αλή, ο Χουρσήδης έρριψεν όλην την προσοχήν του εις την επανάστασιν της Ελλάδος. Η Πελοπόννησος εκίνη προ παντός άλλου μέρους την αγανάκτησίν του. Επί της αλώσεως της Τριπολιτσάς και τα πλούτη του διηρπάγησαν και αι γυναίκες του ηχμαλωτίσθησαν. Το τελευταίον τούτο δυστύχημα, εξάπτον την περί τα τοιαύτα συνήθη οθωμανικήν ζηλοτυπίαν, ανησύχαζε τον νουν του, παρώργιζε και την καρδίαν του. Εν ώ δε τοιαύτα ησθάνετο κατά των Ελλήνων ο Χουρσήδης ως ιδιώτης, ο σουλτάνος, ο μετά την πτώσιν του Αλή θεωρών αυτόν ως υποστήριγμα του κλονιζομένου κράτους του, τω έδωκε πάσαν εξουσίαν και τω επεδαψίλευσε παν ό,τι εφαίνετο συντείνον εις καταστροφήν του ελληνικού αγώνος. |
| Βαρείς και πολυειδείς πολεμικούς περισπασμούς είχεν ο σουλτάνος το παρελθόν έτος, και διά τούτο δεν εδυνήθη να ρίψη μεγάλας δυνάμεις εις Ελλάδα. Είχε τον πόλεμον κατά του Αλή, τον πόλεμον κατά των Περσών, τον πόλεμον εν Μολδοβλαχία και τον φόβον του επικειμένου ρωσσικού πολέμου. Αλλά το αρχόμενον δεύτερον τούτο έτος ευρέθη απαλλαγμένος των ανωτέρω δεινών. Είχεν όλως διόλου σβεσθή η επανάστασις της Μολδοβλαχίας και εκλείψει ο φόβος του επικειμένου ρωσσικού πολέμου, διότι ο αυτοκράτωρ Αλέξανδρος, μη παύων να δίδη δείγματα τρανά της ειλικρινούς διαθέσεώς του υπέρ της διατηρήσεως του ειρηνικού συστήματος, απέθεσε την λύσιν των προς την Πύλην πολιτικών διαφορών του εις την παρέμβασιν των άλλων Δυνάμεων, αίτινες μη θέλουσαι τον πόλεμον κατεγίνοντο σπουδαίως και ευτυχώς διά των εν Κωνσταντινουπόλει πρέσβεων εις εξισασμόν. Διήρκει μόνον ο περσικός πόλεμος, αλλ' ήτο πόλεμος μικρός και απέκειτο εις την Πύλην να τον παύση καθ' ην ώραν ήθελεν· επί λόγω δε ανακωχής και επ' ελπίδι συμβιβασμού διεκόπησαν και αι μικραί αύται τουρκοπερσικαί εχθροπραξίαι. Διά τους λόγους τούτους το αρχόμενον έτος παρίστατο ως έτος παντελούς καταστροφής του ελληνικού αγώνος, και η Ελλάς εφαίνετο ενώπιον όλου του κόσμου επί του χείλους του τάφου. Τω όντι αι μεν τουρκίζουσαι εφημερίδες της Ευρώπης επανηγύριζαν έκτοτε τα επικήδειά της, αι δε ελληνίζουσαι εθρήνουν την συμφοράν της. |
| Μεγάλαι δε και φοβεραί ήσαν αι γενόμεναι κατά της Ελλάδος πολεμικαί προπαρασκευαί διά ξηράς και θαλάσσης. Η εμπειροπόλεμος Αλβανία, ην κινεί ο μισθός, εκινείτο όλη. Οι ηγεμόνες όλων των ευρωπαϊκών επαρχιών της οθωμανικής αυτοκρατορίας διετάχθησαν να στρατολογήσωσιν, εν δε τοις ναυστάθμοις ητοιμάζετο εις έκπλουν μέγας στόλος. Το σχέδιον δε ήτο να εισβάλωσι πολυπληθή στρατεύματα τα μεν εις την Αιτωλοακαρνανίαν τα δε εις την Ανατολικήν Ελλάδα, και διά της συμπράξεως του μεγάλου στόλου, μέλλοντος να καταπλεύση εις τον κορινθιακόν κόλπον, να μεταβώσι τα πλείστα εις Πελοπόννησον και να σβέσωσι τοιουτοτρόπως την εστίαν της ελληνικής επαναστάσεως. Καλή τύχη είχεν ήδη συστηθή εν Ελλάδι κυβέρνησις, ήτις και το όνομα μόνον έχουσα κυβερνήσεως ωφέλει τα μέγιστα, διότι εχρησίμευεν ως κέντρον όλων των διηρημένων και αυτοκεφάλων μερών της Ελλάδος. Συνέβη δε και ο θάνατος του Αλή τον χειμώνα, ώστε αι πάντοτε βραδείαι των Τούρκων ετοιμασίαι εβράδυναν έτι μάλλον, και δεν ήτο δυνατόν να ενεργηθώσι τα μελετώμενα καταστρεπτικά σχέδιά των προ του καλοκαιρίου. Η Ελλάς, αν και είχε μεγάλην απόφασιν, είχε μηδαμινούς πόρους. Ευτυχής πόλεμος ενός έτους χρηστάς ενέπνευσε του μέλλοντος ελπίδας· αλλ' ο πόλεμος «δείται χρημάτων και άνευ τούτων ουδέν εστι γενέσθαι των δεόντων»· το δε ταμείον της Ελλάδος ήτο πάντη κενόν αλλά συνέπεσε να λάβωσιν οι Έλληνες χρηματικά βοηθήματα παρ' αυτού του εχθρού των Χουρσήδη, άτινα, αν και μικρά, ήσαν μεγάλα διά τους μηδέν έχοντας και τους διά μικρών μεγάλα πράττοντας. Ιδού δε πώς τα έλαβαν. Είδαμεν, ότι επί της αλώσεως της Τριπολιτσάς ηχμαλωτίσθησαν αι γυναίκες του Χουρσήδη και Μεχμέτη, ο καϊμακάμης, ο κεχαγιάμπεης και άλλοι. Πρό τινος καιρού διεπραγματεύετο μεταξύ του Χουρσήδη και των Ελλήνων η ανταλλαγή των αιχμαλώτων τούτων και των παρά τω Αλή ομηρευόντων Σουλιωτών πεσόντων μετά την καταστροφήν του εις χείρας του νικητού Χουρσήδη, ήγουν της γυναικός και των τέκνων του Μάρκου Μπότσαρη, του αδελφού του Κώστα, του Ναστούλη Νταγκλή, του Κώστα Τζαβέλλα, του Κίτσου Κωλιοδημήτρη και του προεστώτος της Λεβαδείας Νικολάου Νάκου. Πέντε μήνας διήρκεσεν η διαπραγμάτευσις αύτη και απεπερατώθη διά της μεσιτείας του μεγάλου αρμοστού των ιονίων νήσων τον απρίλιον, καθ' όν έγεινεν η ανταλλαγή, και έλαβε το ελληνικόν ταμείον επί λόγω λύτρων δίστηλα 80,000. Η Ελληνική κυβέρνησις εξέδωκε διαφόρους νόμους περί εξωτερικού δανείου, περί συνεισφορών, περί φορολογιών και περί συνάξεως των αργυρών και χρυσών σκευών των μοναστηριών και εκκλησιών εξήρεσε δε μόνον τα εις τελετήν των ιερών μυστηρίων και τα χρυσά και αργυρά κοσμήματα των εικόνων· αλλ' ολίγον ωφελήθη εξ αιτίας των περιστάσεων ώστε, εν ώ αι χρείαι της ήσαν μεγάλαι, οι χρηματικοί της πόροι ήσαν πάντοτε μηδαμινοί. Και ταύτα μεν τα περί τούτων. |
| Ερχόμεθα δε τώρα να ιστορήσωμεν τα της Χίου κατά το ενεστώς έτος· και επειδή εφημίζετο δικαίως η νήσος αύτη διά τα φυσικά της κάλλη, διά το διοικητικόν σύστημά της και διά την ευτυχή κατάστασίν της, προοιμιάζομεν εντεύθεν. |
| Απέναντι της Ιωνίας, πέντε ήμισυ μίλια απέχουσα του προς νότον ακρωτηρίου, του παρά τοις παλαιοίς Αργέννου και παρά τοις νεωτέροις Καβομπιάνκα, έχουσα 37 μιλίων μήκος και μέγιστον πλάτος 24, περίπλουν δε 120, παρατείνεται η Χίος· ο βραχύστομος δε πορθμός υπερτετραπλασιάζεται κοιλαινόμενος προς τα έσω, και απολήγει προς βορράν παρά τινα νησίδια εις δύο εύπλευστα στόμια πλάτος έχοντα το μεν προς την Ιωνίαν πέντε ήμισυ μιλίων το δε προς την Χίον ενός και ήμισυ. Τραχεία και βουνώδης είναι εν γένει η νήσος, αλλ' έχει και γην εύκαρπον, ευανθή και καλλίδενδρον· το δε κλίμα της είναι ευκραές, γλυκύ και υγιεινόν. Πολυάριθμοι και πυργοστόλιστοι λεμονώνες, πορτοκαλλώνες, κιτρώνες, και πολυειδή αγλόμοροα άλλα φυτά και δένδρα καθωραΐζουν την νήσον και αυτούς τους διαπλέοντας γοητεύουν διά της ευθαλείας και ευωδίας. Η πόλις κείται κατωφερώς εν τω μέσω της ανατολικής και παραθαλασσίας πλευράς της νήσου αντικρύ των Ερυθρών, μιας των δώδεκα ιωνίων πόλεων, και αρκτικώτερον του καθ' ημάς Τσεσμέ, και διαιρείται εις τρία, την Απλωταριάν, τον Εγκρεμόν και τα Παλαιόκαστρον παράκειται και επιθαλάσσιον φρούριον και δεξιά μεν της εισόδου του λιμένος της πόλεως και του φρουρίου υψούται πύργος ένοπλος (μπούρτσι), αριστερά δε φανός εις οδηγίαν των εισπλεόντων. Η πόλις περιελάμβανε κάτοικους 30,000, νοσοκομείον, λωβοκομείον, βιβλιοθήκην, τυπογραφείον και μεγαλοπρεπές γυμνάσιον, όπου εφοίτων πολλαχόθεν της Ελλάδος νέοι υπό τους κατά καιρόν σοφούς διδασκάλους Αδαμάντιον Ρώσιον, Αθανάσιον Πάριον, Δωρόθεον Πρώιον, Κωνσταντίνον Βαρδαλάχον, Ιωάννην Τσελεπήν και Νεόφυτον Βάμβαν. Είχε δε η νήσος όλη 66 χωρία, εν οις και τα προς νότον 24, τα παράγοντα την περίφημον μαστίχην, υπερτέραν, κατά τον Πλίνιον, και αυτής της αραβικής και ινδικής· είχε δε και επτά μοναστήρια καλογήρων, δύο καλογραιών, και υπέρμεγαν αριθμόν εκκλησιών και εκκλησιδίων· συνηριθμούντο δε οι κάτοικοι όλης της νήσου 120,000, εν οις 2000 Τούρκοι κατοικούντες την πόλιν εν καιρώ ειρήνης, 70 Εβραίοι κατοικούντες πάντοτε το φρούριον, και 2000 του δυτικού δόγματος κατοικούντες οι μεν την εξοχήν οι δε την πόλιν. Η υπέρ πάσαν δε άλλην ακμάζουσα νήσος αύτη επί του αγώνος ήκμαζε και επ' αυτών των ομηρικών χρόνων καλουμένη έκτοτε λ ι π α ρ ω τ ά τ η, ήτοι πλουσιωτάτη. Πλουσιωτάτη και ευνομωτέρα πάσης άλλης ελληνικής πολιτείας μετά την αριστοκρατουμένην Λακεδαίμονα θεωρείται και παρά του Θουκυδίδου. Αριστοκρατικόν ήτο το καθ' ημάς ως και το αρχαίον πολίτευμά της· αρχαία και πατροπαράδοτος και η φιλεμπορία των κατοίκων της ενισχυομένη έτι μάλλον υπό της ολιγοκαρπίας της γης. |
| Έδρευαν εν τη πρωτευούση της νήσου μουτεσελήμης και καδής, αλλ' εστέλλοντο εκ Κωνσταντινουπόλεως μόνον σχεδόν διά τον τύπον· οι αληθείς κυβερνήται και δικασταί ήσαν οι πέντε δημογέροντες αυτής εκλεγόμενοι κατ' έτος και διοικούντες την κοινότητα κατά τον ακόλουθον τρόπον. |
| Την 3 Φεβρουαρίου συνήρχοντο εις τον ναόν του αγίου Φωτίου 40 περίπου των εγκριτωτέρων, και αφ' ού οι παύοντες δημογέροντες ανήγγελλαν ότι επέστη ο καιρός των νέων αρχαιρεσιών και εζήτουν δημοσία συγγνώμην άν τινα ελύπησαν, εναπέμεναν αυτοί και 20 εκ των άλλοτε χρηματισάντων δημογερόντων, ήτοι 8 εκ της Απλωταριάς, 8 εκ του Εγκρεμού, 2 εκ του Παλαιοκάστρου και 2 δυτικοί. Δεκαέξ δελτία, όλα εσφραγισμένα, εξ ών τέσσαρα μόνον ήσαν έγγραφα φέροντα την λέξιν «μείνε», διενέμοντο τότε παρά των παυόντων δημογερόντων τα μεν οκτώ, εν οις και δύο έγγραφα, εις τους Απλωταριώτας ανά έν αδιακρίτως, τα δε λοιπά επίσης αδιακρίτως εις τους Εγκρεμιώτας· και όσοι μεν ελάμβαναν τα άγραφα, ανεχώρουν ευθύς, οι δε λαβόντες τα έγγραφα, ήτοι 2 Απλωταριώται, και 2 Εγκρεμιώται, μετά των 2 Παλαιοκαστρινών, των 2 δυτικών και των παυόντων δημογερόντων όλοι 13 έμεναν ως εκλογείς· των θυρών δε κεκλεισμένων, ανεγινώσκοντο παρά των παυόντων δημογερόντων εις επήκοον πάντων κατάλογοι υποψηφίων, εξ ών ενεκρίνοντο ως δημογέροντες πέντε, ων τα ονόματα εγνωστοποιούντο αυθωρεί τω καδή, κατεγράφοντο εν τω κώδηκί του και εξεδίδετο το επικυρωτήριον (χοτσέτι)· ηνοίγοντο έπειτα αι θύραι του ναού και ανηγορεύοντο οι νέοι δημογέροντες· την δε επαύριον εκάλουν οι παύοντες τους νεοψηφίστους εις το δημαρχείον, λεγόμενον Μεζάν, και προπορευόμενοι τους συνώδευαν πρώτον εις τας τουρκικάς Αρχάς και έπειτα εις τον αρχιερέα· αφ' ού δε τους ευλόγει ο αρχιερεύς, επανήρχοντο όλοι εις το δημαρχείον προπορευόμενων των νεοψηφίστων και ευφημούντος του λαού, και οι παύοντες δημογέροντες έδιδαν λόγον των πράξεων των αυθημερόν. |
| Μεγάλην ισχύν είχαν, πολλάς τιμάς απελάμβαναν και πολυειδή καθήκοντα εξεπλήρουν οι δημογέροντες· συνήρχοντο δε καθ' ημέραν εις το δημαρχείον και ήσαν οι προστάται των επί της νήσου Χριστιανών από πάσης επηρείας των εν αυτή Τούρκων συστελλομένων και φοβουμένων να κακοποιώσι τους Χριστιανούς, διότι διέτριβαν εν Κωνσταντινουπόλει αντιπρόσωποι επαγρυπνούντες τα συμφέροντα της χριστιανικής κοινότητός των, και δυνάμενοι, δι' ης απελάμβαναν παρά τοις κρατούσιν ισχύος επί αδραίς δαπάναις να τιμωρώσι τους μη πράως φερομένους προς τους Χριστιανούς της νήσου και μη τα έθιμα του τόπου και τους νόμους σεβομένους. Υπερασπίζοντες δε τοιουτοτρόπως οι δημογέροντες τους συμπολίτας των ησχολούντο σπουδαίως και να εξισάζωσι τας προς αλλήλους διαφοράς αυτών εν πνεύματι επιεικείας και δικαιοσύνης κατά τα πατροπαράδοτα έθιμά των πηγάζοντα κυρίως από των βυζαντινών νόμων· και τας μεν εμπορικάς διαφοράς ανέθεταν εις πέντε ειδικούς δικαστάς λεγομένους πρωτομάστορας, τας δε ναυτιλιακάς εις τρεις λεγομένους δεπουτάτους· εθεώρουν δε τας λοιπάς οι δημογέροντες αυτοπροσώπως ή διώριζαν εκ του προχείρου άλλους εκ των ειδημονεστέρων εις λύσιν αυτών· εν πλήρει δε χρήσει ήτο και η αιρετοκρισία. Αλλ' η δικτατορική ούτως ειπείν δύναμις αύτη των δημογερόντων εμετριάζετο συγκαλουμένων εις σύσκεψιν άλλοτε 40 ή 50, και άλλοτε 15 ή 8 εκ των εγκριτωτέρων κατά την φύσιν των πραγμάτων· η απόφασις δε των συγκαλουμένων ήτον οριστική. Τόσον δε ακριβώς, απαθώς και εντίμως εξεπλήρουν οι δημογέροντες τα καθήκοντά των, ώστε ουδείς ουδέποτε ως καταχραστής κατηγορήθη, και πάντες ελάμβαναν επί της λογοδοσίας των τας ευχαριστίας του κοινού διά την αξιέπαινον διαχείρισιν της δημοτικής Αρχής. Εκτός δε των εν τοις πράγμασι ουδείς των Χίων είχεν άδειαν να επισκέπτεται τας τουρκικάς Αρχάς του τόπου. |
| Η νήσος όλη δεν υπέκειτο εις την δημοτικήν Αρχήν της πόλεως, και εκ των 66 χωρίων της τα μεν Μαστιχοχώρια είχαν ιδίαν κυβέρνησιν τουρκικήν και δημοτικήν· ιδίαν κυβέρνησιν τουρκικήν και δημοτικήν είχαν και 3 άλλα χωρία οφείλοντα να επισκευάζωσι τα υδραγωγεία της πόλεως αμισθί και διά τούτο μη φορολογούμενα, ήγουν ο Δαφνώνας, το Βασιλιόνικον και αι Καρυαί· τα δε λοιπά είχαν και ταύτα τους γέροντας των, αλλ' υπέκειντο εις τας τουρκικάς και χριστιανικάς Αρχάς της πόλεως. |
| Εκτός δε των προς τας τουρκικάς Αρχάς τελών εφορολογούντο οι Χίοι ως εφεξής. Δώδεκα ευυπόληπτοι πολίται, εκλεγόμενοι καθ' εξαετίαν και οδηγούμενοι υπό τοπικών και ατομικών γνώσεων, έθεταν υπό τινας όρους και εν αγνοία παντός άλλου τους φόρους κατά την εκτίμησιν της κινητής και ακινήτου περιουσίας εκάστου φροντίζοντες να μη βαρύνωσι τον μικρόν λαόν και παρέδιδαν το βιβλίον της φορογραφής εσφραγισμένον εις τους δημογέροντας, οίτινες, συμπαραλαμβάνοντες και τέσσαρας άλλους των εγκρίτων, εξετίμων τους δώδεκα φοροθέτας. Επειδή η νήσος ετρέφετο έξωθεν το πλείστον μέρος του έτους, εισήγοντο τα τρόφιμα ατελή· η ατέλεια δε αύτη, η κατ' αναλογίαν μικρά συνεισφορά των κατωτέρων τάξεων και η ολοτελής ασυδοσία των κατωτάτων εθεωρούντο ως αποζημιώσεις διά την μη εις τα δημοτικά συμμέθεξιν αυτών, |
| Και ούτω μεν οι Χίοι επολιτεύοντο· εις τον συνετόν δε τούτον τρόπον του κυβερνάν και κυβερνάσθαι, και εις την προς το εμπορεύεσθαι και ξενιτεύεσθαι ροπήν των πολιτών της ωφείλετο η ευζωία, η ευνομία και η φιλομάθεια, δι' ας η νήσος αύτη εθεωρείτο εν τη Ανατολή ως άλλη νήσος των Μακάρων. |
| Διηγήθημεν ήδη, ότι η εις ανέγερσιν της Χίου καταπλεύσασα το παρελθόν έτος εις του πασά την Βρύσιν υδραϊκή μοίρα ανέπλευσεν εις Ύδραν άπρακτος, διότι και η νήσος ευτύχει, και οι φιλέμποροι και φιλοβιομήχανοι λαοί σπανίως είναι φιλοπόλεμοι, και η Φιλική Εταιρία προσηλύτους εν αυτή, σχεδόν δεν είχε· μετά δε την περί ης ο λόγος απόπειραν, οι Τούρκοι εφάνησαν προνοητικώτεροι παρά το σύνηθες. Αφ' ού εκράτησαν εν τω φρουρίω τινάς των εγκρίτων της πόλεως και τον αρχιερέα, συμπαρέλαβαν μετ' ολίγας ημέρας καί τινας των Μαστιχοχωριτών και αφήρεσαν από των κατοίκων όλης της νήσου όσα ηύραν παρ' αυτοίς όπλα· γνωστοποιήσαντες δε εις Κωνσταντινούπολιν τους εξωτερικούς και εσωτερικούς φόβους των εζήτησαν βοήθειαν εις ασφάλειάν των. Επί τη αιτήσει ταύτη διεβιβάσθησαν κατ' αρχάς επί της νήσου χίλιοι οπλοφόροι, εν οις πολλοί Κρήτες, ατακτούντες καθ' ημέραν, αρπάζοντες και φονεύοντες ατιμωρήτως και εν τη πόλει και εν τοις χωρίοις. Διεβιβάσθη μετ' ολίγον εις την νήσον προς σωφρονισμόν των ατάκτων τούτων και ως φύλαξ πληρεξούσιος της νήσου ο Βεχήτπασας μετά εκατόν πυροβολιστών. Μετ' αυτόν διεβιβάσθησαν χίλιοι άλλοι στρατιώται υπό τον Ελέζογλουν, ον είδαμεν άλλοτε φιλανθρώπως πολιτευόμενον προς τους εν Κουσαντασίω Χριστιανούς, αλλ' ήδη διατελούντα υπό τας διαταγάς πασά έχοντος θηρίου καρδίαν, αγγαρεύοντος καθ' ημέραν εις επισκευήν του φρουρίου τον χριστιανικόν λαόν, εργοδιωκτούντος και καταναγκάζοντος τους εν τοις πράγμασι Χριστιανούς να τρέφωσι τον επί της νήσου μαχαιροφόρον όχλον του και να θεραπεύωσι διά πλουσίων χορηγιών την άπληστον φιλοχρηματίαν του εις αποτροπήν της διαρπαγής, του ανδραποδισμού και της αιματοχυσίας. |
| Ο Υψηλάντης, καθ' όν καιρόν εστρατοπέδευεν εν Τρικόρφοις, διέταξεν εκστρατείαν εις Χίον υπό την οδηγίαν του Λυκούργου Λογοθέτου εν τη ιδία αυτού εξουσία κατά την επικρατούσαν τότε τάξιν· αλλά θεωρήσας ταύτην βραδύτερον φθοροποιάν ανεκάλεσε την διαταγήν του. Εγκατασταθείσης δε της κυβερνήσεως, περιεφέροντο εις την αποστατήσασαν Ελλάδα ασήμαντοί τινες Χίοι προσπαθούντες να φέρωσιν έξωθεν εις την φιλειρηνικήν πατρίδα των την επανάστασιν εν αγνοία και παρά γνώμην των δυνατών πολιτών της· μη εισακουόμενοι δε παρά της κυβερνήσεως, ήτις έβλεπεν ότι κατεστρέφετο βεβαίως η νήσος, εσκέπτοντο άλλως πως να κατορθώσωσι το σκοπούμενον. Μεταξύ τούτων διεκρίνετο Αντώνιος τις Μπουρνιάς εκ Παρπαριάς, χωρίου της Χίου, υπηρετήσας άλλοτε παρά τοις Γάλλοις ως λοχαγός. |
| Διηγούμενοι τα της Σάμου είπαμεν, ότι επί των αντικρύ παραλίων της δεν έμειναν Τούρκοι ειμή εν Κουσαντασίω ως έχοντι δυνατόν φρούριον. Επειδή συνηθροίζοντο αυτόθι συχνάκις τουρκικά στρατεύματα, εσύμφερε να εκλείψη η φωλεά αύτη διά την ασφάλειαν και την ησυχίαν της Σάμου· διά τούτο, σκέψεως κοινής γενομένης, απεφάσισαν οι Σάμιοι να ετοιμάσωσιν εκστρατείαν εις άλωσιν του φρουρίου. Εν ώ δε κατεγίνοντο εις τούτο, μεταβάς ο Μπουρνιάς εις Σάμον μετά των ασημάντων συμπατριωτών του επρόβαλε τω αρχηγώ της εκστρατείας Λυκούργω ν' αναβάλη το ανά χείρας σχέδιον και εκστρατεύση εις Χίον επί λόγω, ότι το μεν φρούριον του Κουσαντασίου ήτο δυσάλωτον, το δε της Χίου ευάλωτον, ότι όλοι οι Χίοι ήσαν έτοιμοι να κινηθώσιν άμα έβλεπαν τους Σαμίους εν μέσω αυτών, και ότι μεγάλαι χρηματικαί ωφέλειαι θα προήρχοντο επ' αγαθώ του κοινού εκ της συμπαραλαβής της πλουσίας ταύτης νήσου· τω ενεχείρισε δε και γράμμα προτρεπτικόν ενός των επιτρόπων των Μαστιχοχωρίων. Προθύμως εδέχθη ο Λυκούργος την πρότασιν ταύτην και ανεδέχθη την ταχείαν συμπλήρωσιν της ετοιμαζομένης εκστρατείας εις τρισχιλίους, μηδόλως συλλογισθείς ποίον επιχείρημα επεχείρει και ποίαν ευθύνην ανελάμβανε κινών εις αποστασίαν πολυάνθρωπον και ευδαίμονα τόπον παρά την θέλησιν αυτού του τόπου, άνευ αδείας της εθνικής του κυβερνήσεως, στερούμενος της συμπράξεως των ναυτικών νήσων, παρά γνώμην του Υψηλάντου, ον και μετά την σύστασιν της κυβερνήσεως εθεώρει αρχηγόν του, και καθ' ην ώραν ήρχιζε το έαρ, ήτοι ο ακαταλληλότερος καιρός, και ήσαν έτοιμα πολλά τουρκικά στρατεύματα εις εκστρατείαν και πολύς στόλος εις έκπλουν και τόσοι έγκριτοι Χίοι εν τω φρουρίω ομηρεύοντες (α). |
| Αφ' ού δε έγειναν τα εν Σάμω ενεργούμενα γνωστά εν Κωνσταντινουπόλει, έσπευσεν η Πύλη να ζητήση και παρ' εαυτή εις ασφάλειαν της πίστεως των Χίων ομήρους· και εστάλησαν τρεις των εγκρίτων, ο Παντελής Ροδοκανάκης, ο Μιχαήλ Σκυλίτσης και ο Θεόδωρος Ράλλης, οίτινες φθάσαντες εις Κωνσταντινούπολιν εφυλακίσθησαν. Οι δε επί της Χίου Τούρκοι εφύλατταν έκτοτε αυστηρότερον τους εν τω φρουρίω, εμποδίζοντές τους να λαλώσιν ως άλλοτε μετά των συγγενών των. Έστειλαν δε ο αρχιερεύς και οι δημογέροντες κατά διαταγήν του πασά εις μεν τα χωρία της νήσου αποστόλους και ιεροκήρυκας, προτρέποντες τους κατοίκους να μείνωσι πιστοί εις την Πύλην και ήσυχοι, εις δε την Σάμον εξεταστάς περί της θρυλλουμένης εκστρατείας επί παραγγελία να προσπαθήσωσι να την εμποδίσωσιν, αν τω όντι ητοιμάζετο. |
| Μάρτιος | Την πρώτην εβδομάδα του μαρτίου διεδόθη λόγος εν τη πόλει της Χίου ότι 18 Σάμιοι απέβησαν εις Περαμά, χωρίον βορεινόν της νήσου. Ο πασάς, δικαίως υποπτεύων ότι οι αποβάντες σκοπόν είχαν να υποκινήσωσι τους χωρικούς, έστειλε στρατιώτας εις σύλληψίν των, και αποτυχών απήτησε να τους συλλάβη το κοινόν της Χίου. Το κοινόν έστειλέ τινας όπου υποψία ήτον ότι εκρύβησαν· αλλ' εν ώ κατεγίνοντο εις εύρεσιν αυτών, εφάνησαν την 9 ερχόμενα πολλά πλοία. |
| Επί σκοπώ να μη ταλαιπωρώνται αδιακόπως και απασχολώνται των έργων αυτών οι κρατηθέντες εν τω φρουρίω Χίοι, εδιπλασιάσθη ο αριθμός αυτών και αλληλοδιεδέχοντο μηνιαίως κατά το ήμισυ, οι μεν αναβαίνοντες εις το φρούριον, οι δε καταβαίνοντες εις την πόλιν· μόνος ο αρχιερεύς ως μη αντικαταστήσιμος δεν μετετόπει. Αλλ' ο πασάς, αφ' ού ήκουσεν ότι ήρχοντο τα περί ων ο λόγος πλοία, ανεβίβασεν εις το φρούριον και τους εν τη πόλει εις πλείονα ασφάλειάν του και εκράτησε και τους εν αυτώ, ώστε εδιπλασίασε τον αριθμόν των υποχειρίων του, όλων 72. |
| Το πρωί της 10 τα φανέντα την προτεραίαν πλοία ηγκυροβόλησαν κατά την αγίαν Ελένην, και μετ' ολίγον έπλευσαν τα πλείστα εις Κοντάρι, τινά δε επροχώρησαν αντικρύ των τουρκικών μνημάτων· ήσαν δε όλα 8 βρίκια και 30 σακολέβαι, και έφεραν ως 2500 οπλοφόρους υπό τον Λυκούργον. Ούτοι αποβιβασθέντες προ μεσημβρίας και πεσόντες επί τους κατά το παραθαλάσσιον εχθρούς, και τους μεν φονεύσαντες, τους δε αιχμαλωτίσαντες, τους δε τρέψαντες εις φυγήν, εισήλθαν εις την πόλιν, έκαυσαν το τελωνείον καί τινα τουρκικά καφενεία και εξεστέγασαν δύο μολυβδοσκεπή ζαμία. Τόσος δε φόβος κατέλαβε τους Τούρκους φρονούντας, ότι οι αποβάντες ήσαν πενταπλάσιοι, ώστε 300 φυλάσσοντες τον λόφον της Τρουλωτής έφυγαν ιδόντες 50 μόνον των αποβάντων εφορμώντας, εγκατέλειψαν και οι άλλοι ανάνδρως τας άλλας θέσεις και όλοι εκλείσθησαν εν τω φρουρίω· 40 δε αυτών, μη προφθάσαντες να εισέλθωσιν, εκλείσθησαν εντός του Καμένου Πύργου καί τινων τουρκικών οικιών και παρεδόθησαν μετ' ολίγον εις τους περί τον Λυκούργον· ώστε μετά τρεις ώρας Τούρκοι δεν ήσαν ειμή εντός του φρουρίου και του θαλασσοπύργου. Οι δε εν τη πόλει Χριστιανοί της ανωτέρας τάξεως, εκπλαγέντες επί τη εισβολή ταύτη, αμηχανούντες περί του πρακτέου ως πάντη απαρασκεύαστοι και φοβούμενοι μη πάθωσιν οι εν τω φρουρίω πρόκριτοι και συγγενείς των, οικούρουν όλην την ημέραν. Επειδή δε ουδείς εφρόντιζε περί των αποβάντων, έσπασαν ούτοι τα τροφοπωλεία και τα διήρπασαν· διήρπασαν και τας τουρκικάς οικίας. Την εσπέραν της αυτής ημέρας ήλθαν εις την πόλιν ολίγοι Μαστιχοχωρίται· την δε επαύριον συνέρρευσαν πάμπολλοι χωρικοί, εξ ών οι πλείστοι μη έχοντες όπλα ερροπαλοφόρουν· συνηνώθησαν τότε και οι εν τη πόλει, και την γ' ώραν μετά μεσημβρίαν εψάλη δοξολογία, και έγεινε δι' όλης της πόλεως πάνδημος λιτανεία υπό την σημαίαν της πατρίδος εν μέσω ζητωκραυγών, αλαλαγμών, αταξιών, και φόβων. Την αυτήν ημέραν εισήλθε και ο Λυκούργος εις την πόλιν και κατέλυσεν εν τη μητροπόλει, όπου κατέλυσε και ο μέχρι τούδε υποκινητής του και από της σήμερον αντίζηλος του Μπουρνιάς, φέρων επί του σκιαδίου του το δημοκρατικόν της Γαλλίας εθνόσημον· ήθελε δε να ήναι ισότιμος, αν όχι και ανώτερος του Λυκούργου, ως εντόπιος. Ο δε Λυκούργος κατήργησεν αυθημερόν την δημογεροντίαν και εσύστησεν επταμελή εφορίαν· έστησε και τρία κανονοστάσια, το μεν επί της Τρουλωτής, όθεν εκτυπείτο το φρούριον, τα δε επί του λόφου του Ασωμάτου, και το τρίτον επί του αιγιαλού· αλλά τα κανόνια ήσαν τόσον μικρά, ώστε ουδεμίαν βλάβην επροξένουν, εν ώ οι εν τω φρουρίω έβλαπταν την πόλιν βομβοβολούντες. Επειδή δε ουδεμία ελπίς εφαίνετο ταχείας πτώσεως του φρουρίου διά πολιορκίας ως καλώς εφωδιασμένου, η εφορία, προβλέπουσα τα μέλλοντα δεινά και εκ της έξωθεν επαπειλουμένης αποβάσεως εχθρών, και εκ της εσωτερικής αναρχίας και αταξίας, απέστειλέ τινας προς την κυβέρνησιν αιτουμένη την συνδρομήν της εις ταχείαν πτώσιν του φρουρίου (β)· μετέφερε δε και εκ Ψαρών πολεμεφόδια, και εμίσθωσε και έξ πλοία ψαριανά. |
| Ο δε Λυκούργος, επηρμένος επί τη επιτυχία της αποβάσεώς του, έστειλε προς τον πασάν επιστολήν διά τινος αιχμαλώτου και εζήτει την παράδοσιν του φρουρίου επί απειλή εξολοθρεύσεως όλης της φρουράς, αν παρήκουε· και επειδή δεν έλαβεν απόκρισιν, εφιλοτιμήθη να πραγματοποιήση τας απειλάς του και διέταξε να κόψωσι δένδρα και παραχώσωσι την τάφρον του φρουρίου εις άλωσίν του δι' εφόδου· αλλά σκεφθείς, ότι ο εχθρός εδύνατο να καύση διά μιας την συσσωρευθησομένην εύφλεκτον ύλην ανεκάλεσε την διαταγήν του. |
| Εν τοσούτω, η αναρχία εκορυφώθη εντός της πόλεως, και οι ευκατάστατοι ήρχισαν να φεύγωσιν· ο δε Μπουρνιάς, θέλων να εμποδίση την φυγήν των, αντί να αφαιρέση τα αίτια έγραψεν απειλητικήν επιστολήν τοις εφόροις (γ) και εφυλάκισε και προκρίτους και γυναίκας ετοίμους να φύγωσι. |
| Γενομένης δε γνωστής εν Κωνσταντινουπόλει της εις Χίον αποβάσεως των Σαμίων, ο σουλτάνος διέταξεν ο μεν κατά πάντα έτοιμος στόλος να πλεύση ευθύς εκεί, οι δε Ασιάρχαι να καταβιβάσωσι στρατεύματα άνευ αναβολής εις Τσεσμέν, και να τα διαβιβάσωσιν εις Χίον υπό την προστασίαν του στόλου· ακολουθών δε το σύστημά του να παιδεύη αδιαφόρως πταίστας και αθώους διέταξε να συλληφθώσιν οι ευρισκόμενοι εν Κωνσταντινουπόλει γνωστοί Χίοι. Συνελήφθησαν έως 60 όχι ως πταίσται αλλ' ως Χίοι, και άλλοι εξ αυτών εσφάγησαν, άλλοι εκρεμάσθησαν· εκρεμάσθησαν και οι τρεις όμηροι μηδέν ουδ' αυτοί ουδ' οι παρ' αυτών αντιπροσωπευόμενοι πταίσαντες. |
| Ουδέποτε προσταγαί του σουλτάνου εξετελέσθησαν τόσον ετοίμως όσον αι δοθείσαι περί της εκστρατείας ταύτης. Το μέγα πλήθος αόπλων, φιλησύχων και απροστατεύτων Χριστιανών επί της νήσου, ο πολύς αυτής πλούτος, τα θέλγητρα των γυναικών της, η ακόρεστος επιθυμία της καταστροφής πάσης χριστιανικής πόλεως και η άσβεστος δίψα χριστιανικού αίματος ηρήμωσαν διά μιας τα κατοικούμενα υπό Τούρκων πλησιόχωρα μέρη· άπειρα πλήθη συνήρχοντο εις Τσεσμέν αναμένοντα τον οθωμανικόν στόλον προς ασφαλή εις την νήσον διαβίβασιν· πολλοί δερβίσαι αφήκαν τους ευκτηρίους οίκους των, και ακολουθούντες τους εκστρατεύοντας εξήπταν τον φανατισμόν των και ηρέθιζαν έτι μάλλον την αυτερέθιστον αιμοχαρή καρδίαν των· τινές δε αυτών περιήλθαν παρά το σύνηθες εν θρησκευτική πομπή τας οδούς της Σμύρνης προς τον σκοπόν τούτον. |
| Την δε 30, ήτοι την μεγάλην πέμπτην, εφάνη έξωθεν της Χίου ο στόλος υπό τον καπητάμπασαν, Καρά - Αλήν, εκ 46 πλοίων, εξ ών 6 δίκροτα και 9 φρεγάται και κορβέτται, τα δε λοιπά βρίκια, και βομβάρδαι· έφερε δε και επτακισχιλίους οπλοφόρους. Φανέντος του στόλου, τα προστατεύοντα τον λιμένα ολίγα ψαριανά πλοία έφυγαν· ο δε καπητάμπασας εφέρετο κατ' αρχάς προσεκτικώς και ουδέ την σημαίαν του ύψωσε, διότι ούτε της πόλεως, ίσως ούτε του φρουρίου την κατάστασιν καλώς εγίνωσκεν· αλλ' αρχομένης της νυκτός μαθών ότι οι επί της ξηράς Έλληνες εφόνευσαν το πλήρωμα μικρού τινος τουρκικού πλοίου πεσόντος εις τα ρηχά πλησίον της γης, ήρχισε να κανονοβολή και να βομβοβολή την πόλιν, και εν τη ακμή του κανονοβομβολισμού απεβίβασε τους επτακισχιλίους οπλοφόρους. Εξήλθαν συγχρόνως και οι εν τω φρουρίω ξιφήρεις, και ώρμησαν οι μεν εντεύθεν οι δε εκείθεν επί τους Σαμίους· και ούτοι μεν έφυγαν όλοι εκ της πόλεως, οι δε Τούρκοι εισήλθαν, την έκαυσαν, έκαυσαν και τα πλησίον της πόλεως χωρία, Βασιλιόνικον και Νεοχώρι, και εδόθησαν εις σφαγήν, εις αρπαγήν, και εις αιχμαλωσίαν. Την επαύριον εφάνησαν άπειρα πλοιάρια μεταφέροντα Τούρκους εκ της αντικρύ ξηράς. Επειδή επί της εισβολής των εχθρών οι πλείστοι των εν τη πόλει Χριστιανών απεμακρύνθησαν εις τα ενδότερα της νήσου προς αποφυγήν του κινδύνου, πολλοί δε κατέφυγαν εις τα προξενεία, δεν εχύθη πολύ αίμα, διότι οι Τούρκοι, αν και τόσον πολλοί, δεν επροχώρησαν ευθύς ενδότερον προς καταδίωξιν των Χριστιανών και κατεγίνοντο κυρίως λεηλατούντες την πόλιν. |
| Απρίλιος | Την δε κυριακήν του Πάσχα (2 απριλίου) εξεστράτευσαν κατά του μοναστηρίου του αγίου Μηνά μίαν ήμισυ ώραν μακράν της πόλεως. Το μοναστήριον τούτο ήτον ευρύχωρον και περιτετειχισμένον· εντός δε του περιτειχίσματος κατέφυγαν 3000 Χίοι ως εις ασφαλές μέρος. Οι επελθόντες τοις επρόβαλαν να παραδοθώσιν· αλλ' ούτοι ήξευραν ότι θα παρεδίδοντο εις χείρας ληστών, και φονέων, και δεν υπήκουσαν, αν και δεν είχαν ελπίδα ευτυχούς αντιστάσεως. Τότε οι Τούρκοι, πεσόντες πανταχόθεν επί το περιτείχισμα και σπάσαντες αυτό, εισέδυσαν ξιφήρεις μετά τινα αντίστασιν, κατέκαυσαν το μοναστήριον, και τους εγκλείστους εκτός ολίγων εξωλόθρευσαν τους μεν διά σιδήρου τους δε διά πυρός. Την δε ακόλουθον ημέραν εξεστράτευσαν κατά του χωρίου του αγίου Γεωργίου. Εντός αυτού ήσαν ικανοί ένοπλοι Σάμιοι, εν οις και ο Λυκούργος, μεταβάντες εκεί επί της φυγής των επ' ελπίδι αντιστάσεως· αντέστησαν κατ' αρχάς, αλλ' επί τέλους έφυγαν· οι δε Τούρκοι κυριεύσαντες το χωρίον παρέδωκαν όλους τους εν αυτώ τους μεν εις σφαγήν τους δε εις αιχμαλωσίαν. Γενναίοι εφάνησαν επελθόντων των εχθρών οι Βοντισιανοί, οι Ερυθραίοι καί τινες αποχωρήσαντες εις τα χωρία αυτών Σάμιοι, αλλά και ούτοι διεσκορπίσθησαν. Μετά τας προσβολάς ταύτας εγκατέλειψαν οι περί τον Λυκούργον όλην την νήσον, έπλευσαν εις Ψαρά, και εκείθεν επανήλθαν αβλαβείς εις τα ίδια, αφήσαντες τους δυστυχείς Χίους εις την γνωστήν απανθρωπίαν εχθρών, ους οι φεύγοντες ώπλισαν κατ' αυτών (δ). |
| Ο δε καπητάμπασας, έχων κατά νουν, ως εκ των έργων εδείχθη, τον παντελή αφανισμόν των Χίων, και ζητών μόνον τον συντελεστικώτερον τρόπον, εκάλεσε μετά τα συμβάντα ταύτα τους προξένους· και αφ' ού τοις εκοινοποίησεν ότι κατά διαταγήν ανωτέραν εχάριζε γενικήν αμνηστείαν, τους παρεκάλεσε να περιέλθωσι την νήσον φέροντες τα αμνηστήρια, και να προτρέψωσι τους κατοίκους εις υποταγήν. Ο πρόξενος της Αυστρίας Στιεπεβίχος, και ο αντιπροσωπεύων τον προ ολίγου αποδημήσαντα υποπρόξενον της Γαλλίας Δεγιών, συμπαραλαβόντες και δύο εντοπίους Χριστιανούς, ανεδέχθησαν την αποστολήν, πιστεύοντες όσα ήκουσαν ειλικρινή· βαστώντες δε κλάδους ελαίας διήλθαν τα χωρία φέροντες, εκτός των αμνηστηρίων, και γράμματα της αυτής εννοίας προς όλους τους Χίους παρά του αρχιερέως και των ομηρευόντων προκρίτων, και εγγυώμενοι και αυτοί καλή πίστει την ασφάλειάν των. Οι Χίοι ούτε εις τα αμνηστήρια, ως ύπουλα, ούτε εις τα προς αυτούς γράμματα του αρχιερέως και των προκρίτων, ως υπό τουρκικήν μάχαιραν γεγραμμένα, επίστευσαν· αλλ' επίστευσαν εις την εγγύησιν των προξένων, και παραδώσαντες όσα όπλα τοις εναπέμειναν, οι μεν επανήλθαν συν γυναιξί και τέκνοις εις την πόλιν και εις τας εξοχάς, οι δε έμειναν ήσυχοι και ευπειθείς εν τοις χωρίοις· απέστειλαν και 70 προς τον καπητάμπασαν εις έκφρασιν της κοινής ευγνωμοσύνης διά την δοθείσαν αμνηστείαν· αλλά πολλοί δυσπιστούντες έφυγαν από της νήσου, ευρεθέντων καλή τύχη πολλών πλοιαρίων εν τοις παραλίοις καί τινων πλοίων ψαριανών, σταλέντων μετά τον εμφανισμόν του στόλου προς διάσωσιν των επί της νήσου περιπλανωμένων Χριστιανών. Οι Τούρκοι, αφ' ού εβεβαιώθησαν ότι δεν είχαν τι να φοβηθώσι και βλέποντες ότι οι ταλαίπωροι Χίοι, δεχθέντες την αμνηστείαν και πιστεύοντες, ήρχοντο προς αυτούς ανύποπτοι, διεσπάρησαν εις την νήσον και ήρχισαν αδεία των αρχηγών γενικήν σφαγήν και αιχμαλωσίαν. |
| Όταν αυτοί οι αρχηγοί προκαλώσιν εις αθεμιτουργίας βάρβαρον και φανατικόν στρατόν, εύκολον είναι να συμπεράνη τις τας φρικτάς παραφοράς του στρατού. Εύκολον να φαντασθή, αν και δύσκολον να περιγράψη τις και τα φρικτά κακά όσα υπέφερεν ο άοπλος της Χίου λαός, αφεθείς έκτοτε όλως εις την μαχαιροφόρον χείρα 30,000 ανθρωπομόρφων θηρίων, πεσόντων εις την νήσον επί σκοπώ να σφάζωσι, να λεηλατήσωσι, και να αιχμαλωτίσωσι. Πιστοί, άπιστοι εις τον σουλτάνον, όλοι τότε εξίσου εθεωρούντο, και όλοι παρεδίδοντο εις σφαγήν ή εις αιχμαλωσίαν· ματαία ήτο πάσα αντίστασις και απώλεια πάσα υποταγή· άσυλον οι καταδιωκόμενοι παντού εζήτουν, και άσυλον ουδαμού εύρισκαν. Μοναστήρια ανδρών και γυναικών κατεπατήθησαν και διηρπάγησαν, και οι εν αυτοίς οι μεν εθανατώθησαν, οι δε εδουλαγωγήθησαν· ολόκληρα χωρία, ως ο Αναβατός και τα Θυμιανά, κατεστράφησαν· τα δε λοιπά, εκτός των Μαστιχοφόρων των υπό την ιδιαιτέραν προστασίαν των σουλτάνων, κατηρημώθησαν· και αυτοί οι εν τω νοσοκομείω και λωβοκομείω νοσηλευόμενοι όλοι εξωλοθρεύθησαν· ολόκληροι οικογένειαι επετειχίζοντο εντός υπογείων ή κατωγείων άσιτοι και άποτοι, και υπό το σκότος της νυκτός υπεξήρχετό τις αυτών ριψοκινδύνως εις πορισμόν ολίγης πόσεως και τροφής· ούτε τα όρη ή τα σπήλαια, όπου οι πολυπαθείς Χίοι κατέφευγαν, ήσαν ασφαλής καταφυγή, ούτε τα παραθαλάσσια, όπου κατέβαιναν, παρείχαν βεβαίαν ελπίδα σωτηρίας· πολλάκις ατενίζοντες εις την θάλασσαν εξελάμβαναν τους αφρούς των κυμάτων πλοία ερχόμενα εις διάσωσίν των· χιλιάδες ανδρών και γυναικών συσσωρευθέντων είς τινα άκραν αντικρύ των Ψαρών επ' ελπίδι απόπλου έπεσαν εις χείρας δημίων, και τόσον αίμα εχύθη ώστε εκοκκίνισεν η παράκτιος θάλασσα· η μάχαιρα, το πυροβόλον, η αγχόνη, το οζώδες ρόπαλον δεν ήρκουν εις χορτασμόν των αιμοδίψων· επενόησαν νέον είδος θανάτου οι αλιτήριοι· άναπταν τα ενδύματα των τρισαθλίων γυναικών και βασανίζοντές τας απανθρώπως, τας έκαιαν· αδυσώπητοι εφάνησαν προς πάσαν φωνήν ελέους και κωφοί προς πάσαν φωνήν αιδούς· εγέμισαν τας αγοράς των μεγάλων πόλεων αιχμαλώτων ως ποίμνια ελαυνομένων και παρ' ενός ανδροκαπήλου εις άλλον μεταπωλουμένων· μετέβαλαν τα λαμπρά της πόλεως κτίρια εις σωρούς ερειπίων, την βιβλιοθήκην της εις στάκτην, και τους ευανθείς και υγιεινούς αγρούς της εις γην δυσωδίας και λοιμικής νόσου. Μόνοι οι του δυτικού δόγματος δεν εκακοποιήθησαν, και μόνα τα προξενεία δεν επατήθησαν, και οι εις αυτά καταφυγόντες μόνοι των εν τη νήσω απομεινάντων διεσώθησαν, αλλά και τούτων οι πλείστοι υπό των διασωσάντων αυτούς απεγυμνώθησαν. Του θηριώδους δε τούτου ενόπλου όχλου θηριωδέστεροι εδείχθησαν οι αρχηγοί. Την νύκτα της 22 ο καπητάμπασας εκρέμασεν επί των καταρτίων των πλοίων ως κακούργους τους υπό αμνηστείαν προσελθόντας 70 αθώους χωρικούς· την δε υστεραίαν μετέφερεν εκ του φρουρίου και εκρέμασεν επί της ναυαρχίδας 8 των εν αυτώ κρατουμένων ομήρων, τους δε λοιπούς εκρέμασεν όλους ο φρούραρχος την αυτήν ημέραν επί του Βουνακίου, εν οις και τον σεβάσμιον και πεπαιδευμένον αρχιερέα Πλάτωνα, και κόψας και εκδείρας τας κεφαλάς των εγέμισεν αχύρων τας δοράς και τας έστειλεν εις Κωνσταντινούπολιν προς τον κυριάρχην του ως τρόπαια, τα δε πτώματα έρριψεν όλα διά χειρός των Εβραίων εις την θάλασσαν· δεν έπαυαν δε οι Τούρκοι επί πολλάς ημέρας φονεύοντες, ανδραποδίζοντες, λεηλατούντες, καταστρέφοντες και ανορύττοντες και αυτήν την γην εις ανεύρεσιν πραγμάτων. Εκατόν δεκατρείς χιλιάδες ηριθμούντο οι καθ' όλην την νήσον Χριστιανοί την 30 μαρτίου· 1800 εναπέμειναν τον αύγουστον· εν τω μεταξύ δε τούτω 23,000 εφονεύθησαν, 47000 κατά το κατάστιχον του τελώνου ηνδραποδίσθησαν, οι δε λοιποί τήδε κακείσε κακώς διεσώθησαν (ε). Τοιουτοτρόπως η περίφημος Χίος, η νήσος της τρυφής, του πλούτου και της πολυανθρωπίας, έγεινε τόπος ερημώσεως και δακρύων· η δε φρικτή καταστροφή της, καταστροφή καταστροφών, είναι η τρανωτέρα και αψευδεστέρα απόδειξις της μανιώδους θηριωδίας των Τούρκων όχι κατά ενόπλων, ή πολεμίων, ή αποστατών, αλλά κατά της χριστιανωσύνης και της ανθρωπότητος. |
| Αλλ' αν η πολυπαθής αύτη νήσος δεν ωφέλησε τον αγώνα ζώσα, τον ωφέλησε πεσούσα, διότι επί τη φρικτή πτώσει της, εξέστη και ηγανάκτησεν όλος ο χριστιανικός κόσμος και είδεν οφθαλμοφανώς, ότι οι Τούρκοι ώμοσαν την εξολόθρευσιν της ελληνικής φυλής, ότι η αμνηστεία των ήτον επιβουλή και η φιλανθρωπία των απάτη, και ότι ούτε αυτή η αθωότης, ούτε η προς τον σουλτάνον πίστις ίσχυαν να στομώσωσι το ακονισθέν ξίφος των. |
| Αν και ο κίνδυνος της Χίου ήτο και προ της καταστροφής της φανερός, εβράδυναν δι' έλλειψιν πόρων να εκπλεύσωσι τα ελληνικά πλοία εις υπεράσπισίν της και ματαίωσιν των περαιτέρω σχεδίων του εχθρικού στόλου. Μόλις την 27 ηνώθησαν 56, εν οις και 8 πυρπολικά, εν τω λιμένι των Ψαρών· και τα μεν των Σπετσών διετέλουν υπό τον Κολανδρούτσον, τα δε των Ψαρών υπό τον Αποστόλη, τα δε της Ύδρας υπό τον Μιαούλην υφ' όν διετέλει και όλος ο στόλος. Την 28 έπλευσεν ο στόλος ούτος προς τον Τσεσμέν, όπου, ως ελέγετο, ελλιμένιζεν ο εχθρικός· αλλά μη ευρών αυτόν περιέπλεε την Χίον παραλαμβάνων όσους εύρισκε περιπλανωμένους και κρυπτομένους δυστυχείς Χίους· εις εύρεσιν δε αυτών και ασφαλή συνοδίαν εις τα πλοία απεβιβάσθησαν και ναύται ένοπλοι. |
| Μάιος | Την δε 1 μαΐου κατέπλευσεν ο στόλος εις Ψαρά και έμαθεν ότι ο τουρκικός επανέπλευσε προ δύο ημερών εις Χίον, όπου ο καπητάμπασας, γαυριών επί τοις κατορθώμασί του, ετρύφα περιμένων άλλα πλοία εκ Κωνσταντινουπόλεως. Την 10 ήρχιζε το ραμαζάνι. Επειδή, διαρκούντος αυτού, οι Τούρκοι συνήθως ησυχάζουν, απεφάσισεν ο καπητάμπασας να μη εκπλεύση μέχρι του μπαϊραμίου· αλλ' οι αρχηγοί του ελληνικού στόλου, θεωρούντες ότι η επί ματαίω παρέλευσις ενός μηνός έβλαπτε, διότι εξηντλούντο οι ολίγοι πόροι του, απεφάσισαν να κτυπήσωσιν όσον τάχιον εντός του λιμένος της Χίου τον εχθρικόν στόλον. Επί τω σκοπώ τούτω ανήχθη ο ελληνικός την 8, αλλά δεν εισέπλευσε την ημέραν εκείνην τον πορθμόν· την δε 14 επλησίασάν τινα των πλοίων προς τα βόρεια στόμια του πορθμού, ηκροβολίσθησαν μετά τινων φρεγατών και κορβεττών, και δύσαντος του ηλίου επανέπλευσαν όπου ήσαν τα λοιπά. Την δε εσπέραν της 19 δεκαπέντε πλοία πολεμικά και τρία πυρπολικά υπό τον Μιαούλην, εισέπλευσαν τον πορθμόν διά του προς άρκτον είσπλου, τα δε λοιπά έμειναν έξω αποτελούντα γραμμήν αρχομένην από της αρκτικής άκρας της Χίου και παρατεινομένην μέχρι των παραλίων της Ασίας· τούτο ιδούσα εν καιρώ η επί του στομίου του πορθμού εχθρική προφυλακίς έδωκεν είδησιν κανονοβολήσασα, και αμέσως ανήχθη όλος ο τουρκικός στόλος, αλλ' εν τόση ταραχή και βία, ώστε πολλά πλοία άφησαν τας αγκύρας· αφ' ού δε επλησίασαν οι δύο στόλοι εντός βολής κανονίου, τέσσαρα ελληνικά πλοία, τα του Μιαούλη, του Σαχτούρη, του Σκούρτη, και του Τσαμαδού, έβαλαν εις το μέσον την εχθρικήν ναυαρχίδα και την επολέμουν· επερρίφθη και έν πυρπολικόν, αλλά δεν εκόλλησε. Μετά την αποτυχίαν ταύτην εξέπλευσαν τα ελληνικά και κατόπιν αυτών και τα τουρκικά διώκοντα τα ελληνικά και δι' όλης της νυκτός κανονοβολούντα, αλλ' επί ματαίω· οι στόλοι αντεκανονοβολήθησαν και την υστεραίαν εκτός του πορθμού αβλαβώς ως και την προτεραίαν, και τα μεν ελληνικά επανήλθαν εις Ψαρά, τα δε τουρκικά εις τον λιμένα της Χίου. Εν τοσούτω ήλθε νέα ναυτική δύναμις εκ Κωνσταντινουπόλεως προς τον καπητάμπασαν, και ανεμένετο και άλλη εξ Αιγύπτου. Οι Έλληνες διελογίζοντο πάντοτε πώς να βλάψωσι τον εχθρόν πριν δυναμωθή έτι μάλλον, και άλλον τρόπον δεν είχαν παρά την χρήσιν των πυρπολικών. |
| Ιούνιος | Την νύκτα προ της ημέρας του μπαϊραμίου, ό εστι την της 6 Ιουνίου, συνήλθαν επί της τουρκικής ναυαρχίδος πολλοί των πλοιάρχων του τουρκικού στόλου εις συνεόρτασιν· σκοτεινή ήτον η νυξ εκείνη ούσα η τελευταία της σελήνης, και τα πλοία του στόλου εξ αιτίας του έτι επικρατούντος ραμαζανίου ήσαν ολόφωτα· διεκρίνοντο δε μεταξύ όλων τα δύο δίκροτα, ήτοι η ναυαρχίς και η υποναυαρχίς, διά την πλουσίαν φωτοχυσίαν των. Προ τριών ημερών δύο ελληνικά πυρπολικά, το μεν υπό τον Ανδρέαν Πιπίνον Υδραίον, το δε υπό τον Κωνσταντίνον Κανάρην Ψαριανόν, απέπλευσαν διά νυκτός εκ Ψαρών κατά το αρκτικόν μέρος της Χίου· αλλ' έπεσαν εις τριήμερον γαλήνην. Συναπέπλευσαν και τέσσαρα πολεμικά, δύο προς το νότειον και δύο προς το βόρειον μέρος του πορθμού επί σκοπώ να παραλάβωσι τα πληρώματα των πυρπολικών μετά τον εμπρησμόν αυτών. |
| Την 6 ήρχισε να πνέη αρκτικός άνεμος, και προς την δύσιν του ηλίου τα δύο πυρπολικά παρέπλεαν υπό ξένην σημαίαν το Καραμπουρνού κρυπτόμενα υπό την ξηράν· αφ' ού δε ενύκτωσεν, εισήλθαν ησύχως και ανυπόπτως εις τον πορθμόν, διότι εξ αιτίας της εορτής του μπαϊραμίου ηγκυροβόλησε και η προφυλακίς, και έπλεαν εν μέσω του εχθρικού στόλου· τόσον δε επλησίασαν πρός τινα των πλοίων, ώστε ηναγκάσθησαν επί τη κραυγή των σκοπών ν' απομακρυνθώσι και να μη φαίνωνται. Μετά δε το μεσονύκτιον επανήλθαν πλησίστια εν μέσω του στόλου, και βοηθούμενα υπό της πνεούσης απογείου αύρας έπεσαν αίφνης το μεν Ψαριανόν εις την πρώραν της ναυαρχίδας, και περιπλεχθέν μετέδωκεν αμέσως τας φλόγας του, το δε υδραϊκόν εις την πρώραν της υποναυαρχίδος, όπου εκόλλησεν, αλλ' εξεκόλλησε προτού μεταδώση τας φλόγας του, και καιόμενον εκυμαίνετο τήδε κακείσε εν μέσω του στόλου ενσπείρον φόβον και ταραχήν. Οι δε γενναίοι πλοίαρχοι και ναύται των δύο πυρπολικών, όλοι 43, αφ' ού ετελείωσαν το έργον, εμβάντες εις τα εφόλκια, εξήλθαν του πορθμού διά του νοτίου στομίου εν μέσω των εχθρών αβλαβείς όλοι, διεσώθησαν εις τα εις σωτηρίαν των παραπλέοντα πλοία, και καταπλεύσαντες εις Ψαρά έτρεξαν εις την εκκλησίαν συνοδευόμενοι υπό του ευφημούντος λαού και εδοξολόγησαν τον θεόν τον ευλογήσαντα το κατά των εχθρών τόλμημα· είχαν δε απόφασιν να καώσιν όλοι, αν έβλεπαν ότι δεν εδύναντο ν' αποφύγωσι τας χείρας των εχθρών, και διά τον σκοπόν τούτον έφεραν εντός των δύο εφολκίων πυρίτιδα. Εντός δε της φλογισθείσης ναυαρχίδος ήσαν όχι μόνον Τούρκοι πολλοί και σημαντικοί, αλλά και Χριστιανοί αιχμάλωτοι· όλοι δε εκτός ολίγων εχάθησαν, διότι ανάψαντα τα κανόνια εμπόδιζαν διά τον επικείμενον κίνδυνον τας λέμβους των άλλων πλοίων να πλησιάσωσι. Δύο λέμβοι της ναυαρχίδος εβυθίσθησαν αύτανδροι διά το μέγα πλήθος των εν αυταίς συσσωρευθέντων. Εμβάντος δε και του καπητάμπασα εις την ιδιαιτέραν λέμβον του, επέπεσεν, εν ώ απεμακρύνετο, έν των καταρτίων της καιομένης ναυαρχίδος, και την μεν λέμβον εβύθισεν, αυτού δε την οσφύν έθλασεν· αλλά πεσόντες κολυμβηταί εις την θάλασσαν τον διέσωσαν φερόμενον επί των κυμάτων, και τον απεκόμισαν ημιθανή επί της ξηράς, όπου μετ' ολίγον εξεψύχισε. Βόσκον δε το πυρ εν τη ναυαρχίδι διεδόθη μετά μίαν σχεδόν ώραν εις την πυριτοθήκην· τότε υψώθη ουρανομήκης πύρινος στύλος φωτίζων εν μέσω της σκοτεινής εκείνης νυκτός πλατύν και μακρόν ορίζοντα. Την ακόλουθον ημέραν έθαψαν προ της μεσημβρίας εν τω φρουρίω τον καπητάμπασαν· αλλ' επί της κηδείας εξεμάνησαν εκ νέου οι επί της Χίου αιμοχαρείς Τούρκοι, και η θέα ενός καπητάμπασα γενομένου θύμα του πυρός των Ελλήνων τοις έδωκε νέαν αφορμήν να κινήσωσιν έως δωδεκακισχίλιοι την αυτήν ημέραν της κηδείας προς τα Μαστιχοχώρια, τα μη έως τότε παθόντα, επί προφάσει να παιδεύσωσιν όχι τους εγχωρίους, αλλά τους εξ άλλων χωρίων εκεί και κυρίως εις το Θολό Ποτάμι καταφυγόντας, αν και υπό την σκέπην της αμνηστείας. Εφρούρει τα χωρία ταύτα ο καλοκάγαθος Ελέζογλους, όστις, επί σκοπώ να τα προφυλάξη, παρέδωκε θέλων και μη τους εις αυτά καταφυγόντας κατοίκους των άλλων χωρίων· αλλά δεν εδυνήθη, ως ήλπιζε, διά της θυσίας των ολίγων να προφυλάξη τους πολλούς. Αφ' ού δε οι αιμοχαρείς παρέλαβαν όσους εζήτησαν και τους έσφαξαν αυθωρεί, επάτησαν αυθημερόν και αυτά τα χωρία ξιφήρεις σφάζοντες, αιχμαλωτίζοντες και καταστρέφοντες· η καταστροφή δε αύτη απετελείωσε την καταστροφήν όλης της νήσου. |
| Την δε 8 ο τουρκικός στόλος απέπλευσε της Χίου και την 10 κατέπλευσεν εις Μιτυλήνην. Την αυτήν ημέραν απέπλευσε και ο ελληνικός εκ Ψαρών και κατέπλευσε την 10 εις Ερισόν· την δε 15, καθ' ην ητοίμαζαν οι Έλληνες δύο πυρπολικά κατά του εχθρικού στόλου, μετέπλευσεν ο στόλος ούτος εις Μοσχονήσια και εκείθεν εις Τένεδον· ο δε ελληνικός διέπλευσε την 17 τον πορθμόν της Χίου, εκανονοβόλησε το φρούριον και αντικανονοβοληθείς προσωρμίσθη την ακόλουθον ημέραν έξωθεν των Ψαρών· εκείθεν απέπλευσε την 23 και ελλιμένισε την αυτήν ημέραν αντικρύ της Χίου αγνοών τα κινήματα του εχθρικού στόλου (ζ). Μαθών δε την 24 τον εις Ελλήσποντον πλουν αυτού επανέπλευσεν εις τα ίδια, ευφημούμενος και θαυμαζόμενος διά τα κατά του εχθρικού στόλου τολμηρά και ευτυχή του κατορθώματα. |