WeRead Powered by ReaderPub
Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Β cover

Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Β

Chapter 32: 1822
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A detailed chronological account traces campaigns, sieges, and skirmishes across central and eastern regions, describing troop movements, strategic decisions, and the capture and loss of towns and fortresses. It follows local commanders coordinating reinforcements, failed diversions, surprise engagements, and supply shortages that shape outcomes. Interwoven are descriptions of civilian displacement, negotiations, and the shifting balance between irregular bands and organized forces, with episodic chapters combining battle narratives, regional maneuvers, and administrative responses to unfolding military developments.

1822

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΑ'.

&Περί των κεντρικών Αρχών της Πελοποννήσου και της στερεάς Ελλάδος, και των σχέσεων αυτών προς την κυβέρνησιν. — Εκστρατεία Υψηλάντου εις Ανατολικήν Ελλάδα. — Ατυχή κινήματα εις άλωσιν Ζητουνίου και Πατρατσικίου. — Εκστρατεία Μαυροκορδάτου εις Δυτικήν Ελλάδα. — Τα κατά την Κρήτην μετά την εκεί άφιξιν Αφεντούλη μέχρι μαΐου, και θάνατος Βαλέστου.&

ΕΙΔΑΜΕΝ, ότι η εν Επιδαύρω συνέλευσις, συστήσασα την εθνικήν κυβέρνησιν, διετήρησε τας κεντρικάς Αρχάς, ήγουν την γερουσίαν της Πελοποννήσου, την της Δυτικής Ελλάδος και τον Άρειον πάγον της Ανατολικής και έβαλε και τας τρεις υπό τας διαταγάς της κυβερνήσεως· αλλά κατά τους οργανισμούς αυτών ουδέν εδύνατο η κυβέρνησις να ενεργήση εν ταις επαρχίαις ειμή διά των Αρχών τούτων.
Η γερουσία της Πελοποννήσου έστησε την έδραν της εν Τριπολιτσά και ειργάζετο προθύμως και επιτυχώς· αλλ', αν και ώφειλεν υποταγήν εις τας βουλάς της κυβερνήσεως, δεν εβράδυνε ν' αντιτείνη εμποδίσασα δι' ικανόν καιρόν και αυτήν την νομοθετηθείσαν είσπραξιν ενός γροσίου τον άνθρωπον (το ψυχόγροσον), διότι αι διαταγαί της κυβερνήσεως απεστάλησαν κατ' ευθείαν εις τας επαρχίας· εξώκειλε δε μετά ταύτα και εις φανεράν αντιπολίτευσιν και αντίπραξιν. Η συνέλευσις έσφαλεν αφήσασα κράτη εν κράτει. Δύσκολον δεν ήτο να τα καταργήση, διότι ουδείς αντέστη εις όσα εβουλεύθη· αλλ' οι Έλληνες δεν είχαν εισέτι διδάσκαλον την πείραν.
Η δε Γερουσία της Δυτικής Ελλάδος, η ευπειθεστέρα των κεντρικών Αρχών, είχε την έδραν της εν Μεσολογγίω, και ενήργει εντός της περιφερείας της όπως εδύνατο. Ο δε Άρειος πάγος είχε μοναδικόν χαρακτήρα· ήτο περιπατητική Αρχή και μετέβαινεν από επαρχίας εις επαρχίαν. Επειδή δε αι νήσοι δεν είχαν κεντρικήν Αρχήν, εστάλησαν εις οργανισμόν αυτών αρμοσταί. Η δε κυβέρνησις, προθεμένη την καθ' όλα τα μέρη της Ελλάδος εισαγωγήν ομοιομόρφου οργανισμού, εξέδωκε νόμον, δι' ου διήρει την ελληνικήν χώραν εις επαρχίας, τας επαρχίας εις αντεπαρχίας πρώτης και δευτέρας τάξεως, και ταύτας εις κοινότητας, ορίζουσα τα καθήκοντα εκάστης υπαλλήλου Αρχής και τας προς αλλήλας και προς την κυβέρνησιν σχέσεις των. Πάντα δε ταύτα ενηργούντο κοινή γνώμη του βουλευτικού και του νομοτελεστικού, διατελούντων εν αρμονία, καθώς εν αρμονία διετέλεσαν οι συγκροτούντες ταύτα και κατά την εν Επιδαύρω συνέλευσιν. Μόνος ο πρόεδρος του βουλευτικού Υψηλάντης αντεφρόνει, αλλά φανερά δεν αντεπολιτεύετο. Η δοθείσα αυτώ πολιτική θέσις ούτε αυτόν ευχαρίστει, ούτε την πατρίδα ωφέλει. Ο Υψηλάντης ήτον άνθρωπος του πολέμου μάλλον ή της πολιτικής· ήτο γενναιόκαρδος, καρτερικός, και ηγαπάτο υπό του στρατιωτικού διά τον πολεμικόν του χαρακτήρα· είδε και αυτός, ότι η θέσις, ην κατείχε, δεν ήτον η πρέπουσα αυτώ, και επειδή θέατρον του προσεχούς και κινδυνώδους πολέμου εφαίνετο η στερεά Ελλάς, επεθύμει να εκστρατεύση εκεί. Οι δε αντιπολιτευόμενοι αυτόν νομοτελεσταί καί τινες βουλευταί, επιθυμούντες να τον απομακρύνωσι της έδρας της κυβερνήσεως, εδείχθησαν επίσης πρόθυμοι· και κατ' αρχάς μεν απεφασίσθη να εκστρατεύση εις Δυτικήν Ελλάδα, μετ' ολίγας δε ημέρας εις Ανατολικήν· αλλ' ο Άρειος πάγος, ούτινος πολλά μέλη ήρχισαν, ως είδαμεν, ν' αντιφέρωνται προς τον Υψηλάντην αφ' ότου είδαν τούτον εν Τρικόρφοις, δεν τον ήθελεν όπου ηγεμόνευεν, αλλ' ήθελεν εκστρατείαν Πελοποννησίων άνευ αυτού, διότι υπώπτευε μη σχετισθή προς ους ο Άρειος πάγος αντεπολιτεύετο· τον υπέβλεπε δε και ως δυνάμενον να σφετερισθή την κεντρικήν εξουσίαν· διά τούτο αντέτεινεν εις την προς εκείνο το μέρος εκστρατείαν του ανδρός τούτου. Το δε νομοτελεστικόν ενέκρινε τους λόγους του Αρείου πάγου και επέμενεν εις το να εκστρατεύση ο Υψηλάντης εις Δυτικήν Ελλάδα, ως προαπεφασίσθη· αλλ' ενέδωκεν επί τέλους εις την γνώμην του βουλευτικού και εις την επιμονήν αυτού του Υψηλάντου, όστις ανεχώρησεν εκ Κορίνθου την 20 φεβρουαρίου εις την Ανατολικήν Ελλάδα. Εξελέχθη δε αντιπρόεδρος της βουλής ίνα ενεργή τα της προεδρίας εν τη απουσία αυτού, ο Χαραλάμπης. Τρισχίλιοι Πελοποννήσιοι απεφασίσθη να συνεκστρατεύσωσιν υπό τας διαταγάς του, αλλά μόλις 700 εξήλθαν του Ισθμού υπό τον Νικήταν και τον Παναγιώτην Ζαφειρόπουλον. Εκστρατεύσας ο Υψηλάντης ύψωσε την σημαίαν της Εταιρίας παρά τους νόμους του έθνους, ους παρεδέχθη και καθ' ους πρόεδρος της βουλής κατέστη και εις την παρούσαν εκστρατείαν απεστάλη. Η πράξις αύτη, μεμπτή και ασυντελής προς τους σκοπούς του, έδωκε δικαίαν αφορμήν να είπη και να γράψη ο Άρειος πάγος τα μύρια κατ' αυτού ως ανατροπέως των καθεστώτων. Η κυβέρνησις έδειξε πατριωτισμόν και φρόνησιν περιορισθείσα κατά την κρίσιμον εκείνην ώραν εις το να τον επιπλήξη και συμβουλεύση τα δέοντα. Ο Υψηλάντης εδέχθη την εθνικήν σημαίαν αντί της άλλης· αλλά μόλις επάτησε την γην της Ανατολικής Ελλάδος και έδωκε νέαν αιτίαν διενέξεων· έστειλε κατ' ευθείαν διαταγάς προς τους εφόρους των επαρχιών, οφείλων κατά τον ενυπάρχοντα οργανισμόν ν' αναφέρεται εις τον Άρειον πάγον. Νέα και δίκαια παράπονα απεύθυνεν εις την κυβέρνησιν ο Άρειος πάγος κατ' αυτού. Η κυβέρνησις έγραψε τοις αντιφερομένοις να συμβιβασθώσιν έστειλε και τον Γρηγόριον Κωνσταντάν, όστις τους καθησύχασεν, αλλά δεν τους εφιλίωσεν.
Μάρτιος Λήγοντος δε του μαρτίου συνήχθησαν εις πολεμικόν συμβούλιον οι σημαντικώτεροι οπλαρχηγοί υπό την προεδρίαν του Υψηλάντου εις Πράλον επί των ορίων της Δωρίδος, όπου προθέμενοι να ενισχύσωσι την επανάστασιν κατά τας αρκτικωτέρας επαρχίας, εσχεδίασαν τρεις συγχρόνους εκστρατείας, την μεν εις Πατρατσίκι, την δε εις Ζητούνι, την δε προς διακοπήν πάσης συγκοινωνίας των κατεχόντων το Πατρατσίκι και το Ζητούνι εχθρών εβουλεύθησαν δε, ο μεν Οδυσσεύς, ο Δυοβουνιώτης, ο Νικήτας και ο Ζαφειρόπουλος, έχοντες 3000, να περάσωσιν εις την αγίαν Μαρίναν, την εν τω Μαλιακώ κόλπω, και να προχωρήσωσιν εκείθεν εις άλωσιν του φρουρίου του Ζητουνίου, ο δε Μήτσος Κοντογιάννης, ο Σκαλτσάς και τα επαρχιακά σώματα των Κραββάρων, του Καρπενησίου και του Αποκούρου, όλοι 2500, να κτυπήσωσι το Πατρατσίκι· ο δε Νάκος Πανουργιάς μετά 1500 να τοποθετηθή εν Κομποτάδαις. Απεφασίσθη δε το διά την αγίαν Μαρίναν στράτευμα να διαπλεύση τον κόλπον την εσπέραν της μεγάλης πέμπτης, την δε μεγάλην παρασκευήν να επιπέση. Το σχέδιον τούτο υπεγράφη την 26 υπό των παρευρεθέντων εν τω πολεμικώ συμβουλίω· αλλ', αντί της νυκτός της μεγάλης πέμπτης, τα στρατεύματα διέπλευσαν τον κόλπον την νύκτα της μεγάλης παρασκευής·
Απρίλιος το πρωί δε του μεγάλου σαββάτου, ήτοι την 1 απριλίου, ο μεν Δυοβουνιώτης και ο Νικήτας απέβησαν εις Αχινόν, ίνα μεταβώσι διά ξηράς εις Στηλίδαν, ο δε Οδυσσεύς εις αγίαν Μαρίναν. Προχωρούντες δε υπό τον Δυοβουνιώτην και Νικήταν προς την Στηλίδαν, απήντησαν τους εκεί Τούρκους επερχομένους· και εν πρώτοις μεν ωπισθοδρόμησαν διωκόμενοι, έπειτα δε εφορμήσαντες τους έτρεψαν, εμβήκαν εις Στηλίδαν, εσκότωσαν και επλήγωσαν υπέρ τους 50 και έκαυσαν καί τινας οικίας. Ήλθαν μετ' ολίγον άλλοι Τούρκοι εκ Ζητουνίου επιβοηθοί, αλλά και ούτοι έπαθαν και απεκρούσθησαν· διεκρίθησαν δε εν ταις συμπλοκαίς ταύταις οι Πελοποννήσιοι διά την ευτολμίαν των· την δε επελθούσαν νύκτα εγκατέλειψαν οι Έλληνες την Στηλίδαν και καταβάντες εις τον αιγιαλόν μετέβησαν εις αγίαν Μαρίναν, όπου συνηνώθησαν μετά των υπό τον Οδυσσέα. Οι Τούρκοι ήλθαν και εκεί την αυτήν ημέραν κατά των συνηνωμένων Ελλήνων συνηνωμένοι και αυτοί και επολέμησαν. Αλλ', εν ώ εκινήθησαν οι προς τούτο το μέρος, δεν εκινήθησαν την αυτήν ημέραν και οι προς τα άλλα μέρη, ως προεσχεδιάσθη, αναμένοντες τον Μήτσον Κοντογιάννην· τούτου δε μη φαινομένου, εξεστράτευσεν ο εν Κομποτάδαις Πανουργιάς μετά των υπ' αυτόν ενήμερα του Πάσχα, ήτοι την 2, εις Πατρατσίκι· συνεξεστράτευσαν και ο Σκαλτσάς και ο Σαφάκας, οι κατέχοντες το επάνω μέρος της πόλεως· ήλθεν εν τούτοις και ο Κοντογιάννης και ούτως επάτησαν την πόλιν πολεμούντες και πολεμούμενοι. Εφονεύθησαν 11 Έλληνες και επληγώθησαν 3· εφονεύθησαν και πλειότεροι Τούρκοι· όλαι δε αι οικίαι των Μπογομύλων και πολλαί της πόλεως εκάησαν. Έξ ημέρας διέμειναν οι Έλληνες εν τη πόλει, την δε εβδόμην ανεχώρησαν μη κατορθώσαντες τον σκοπόν δι' ον εισέβαλαν.
Δεκατριήμεροι διήρκεσαν αι κατά την αγίαν Μαρίναν συμπλοκαί και η εκστρατεία μετήλλαξεν έκτοτε μορφήν· σχεδιασθείσα παρά των Ελλήνων επιθετική, κατήντησεν, εξ αιτίας των εγκαίρως επελθόντων πολυαρίθμων εχθρών, αμυντική· διότι οι Τούρκοι δεν άφησαν τους Έλληνας να προχωρήσωσιν, αλλά κατέλαβαν το υπερκείμενον της αγίας Μαρίνας χωρίον, Αυλάκι, και στήσαντες εκεί 4 κανόνια τους έβλαπταν μεγάλως. Οι Έλληνες είδαν, ότι αδιατήρητος ήτον η θέσις των εν όσω οι Τούρκοι κατείχαν το Αυλάκι· και επειδή επάναγκες ήτον ή να τους αποδιώξωσιν ή ν' αναχωρήσωσιν, απεφάσισαν να επιπέσωσι την νύκτα. Ελθούσης δε της ώρας, ο μεν Δυοβουνιώτης και ο Νικήτας εκίνησαν· ο δε Οδυσσεύς, αν και σύμφωνος προ του κινήματος, μετέβαλε γνώμην την στιγμήν εκείνην θεωρήσας την τροπήν των Ελλήνων βεβαίαν. Την γνώμην ταύτην του Οδυσσέως παρεδέχθησαν και ο Δυοβουνιώτης και ο Νικήτας, κοινοποιηθείσαν αυτοίς αφ' ού εκίνησαν, και επανήλθαν και ούτοι εις το στρατόπεδον. Επειδή δε το σκοπούμενον δεν επραγματοποιήθη, δεν έμεινεν εις σωτηρίαν του ελληνικού στρατοπέδου ειμή η αποχώρησις. Ήσαν εν τω λιμένι τα διαβιβάσαντα το στράτευμα διάφορα πλοία· εν δε τω του Βισβίζη, αρχηγού του στολίσκου, ήσαν ο αντιπρόεδρος του Αρείου πάγου, εδρεύοντος τότε εν Λιθάδα, χωρίω της Ευβοίας, και ο Αρειοπαγίτης Δρόσος Μανσόλας, μεταβάντες εκεί εις εποπτείαν των πράξεων των πολεμούντων και εις προμήθειαν των αναγκαίων. Οι οπλαρχηγοί ανήγγειλαν αυτοίς την απόφασιν της αποχωρήσεως και τους παρεκάλεσαν να διατάξωσι την διά των πλοίων αντίπεραν του κόλπου διαβίβασίν των· αλλ' η παράκλησις δεν εισηκούσθη, διότι οι Αρειοπαγίται εφρόνουν ότι αναγκαίον ήτο το στράτευμα να ενδιαμείνη. Τότε ο Οδυσσεύς, παραλαβών τον Νικήταν, υπήγεν εις το πλοίον όπου οι Αρειοπαγίται προς δικαιολογίαν της μελετωμένης αποχωρήσεως· αλλ' ουδ' αυτών οι λόγοι ίσχυσαν. Η εκστρατεία αύτη, χάρις εις τον ακάματον ζήλον του Αρείου πάγου, του πολλαχόθεν επ' ωφελεία της πατρίδος αργυρολογήσαντος, ήτο πολυέξοδος, διότι εις χρήσιν αυτής εμισθώθησαν 30 πλοία και επρομηθεύθησαν και όλα τα αναγκαία εν αφθονία· διά τούτο πικρόν εφαίνετο τοις Αρειοπαγίταις, και πικρόν τω όντι ήτον, όλοι οι αγώνες και όλη η μεγάλη δαπάνη της εκστρατείας ν' αποβώσιν εις μάτην. Οι επί του πλοίου Αρειοπαγίται ωμολόγουν και ούτοι, ότι ελπίς αλώσεως του φρουρίου του Ζητουνίου, δι' ην εγένετο κυρίως η εκστρατεία, δεν ήτον, αλλ' ήθελαν το στρατόπεδον να διατηρήση, ην κατείχε θέσιν εις αναθάρρησιν των κατά την Μακεδονίαν και τον Όλυμπον Χριστιανών ακουόντων ότι επί της θέσεως εκείνης ήτο στρατόπεδον. Ο σκοπός ήτον αναμφιβόλως κοινωφελής, αλλά δεν ήτο κατορθωτός· και ο Οδυσσεύς επέμενεν ευλόγως εν ονόματι και των άλλων οπλαρχηγών εις την εκτέλεσιν ων εβουλεύθησαν. Εν τούτοις έπεσαν εις σφοδράν λογομαχίαν, και ο Οδυσσεύς όλως εξημμένος εξεστόμισεν απρεπείς λόγους κατά του αγώνος· οι λόγοι ούτοι, ρηθέντες εις επήκοον πολλών των εν τω πλοίω, αν και λόγοι θυμού, εξαγρίωσαν το πλήρωμα όλον κατά του Οδυσσέως ως επιβούλου και προδότου, και μόλις το καθησύχασαν αι πατριωτικαί νουθεσίαι του αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου. Διαρκούσης δε της λογομαχίας, ήρχισεν επί της ξηράς τουφεκισμός μεταξύ Τούρκων και Ελλήνων· τότε αφήσαντες τας έριδας οι εν τω πλοίω ανέβησαν όλοι επί του καταστρώματος εις βοήθειαν των επί της ξηράς μαχομένων αδελφών· παρατηρήσαντες δε σωρόν εχθρών πεζών επί τινος υψώματος εντός βολής κανονίου και ένα χρυσοστόλιστον άνδρα καθήμενον επί αργυροστολίστου ίππου έμπροσθεν αυτών, βαστώντα ρόπαλον εν τη δεξιά και παρακελεύοντα τους πεζούς εις μάχην, εκανονοβόλησαν εις τον σωρόν και φονεύσαντες και πληγώσαντές τινας έρριψαν κατά γης και τον άγνωστον τούτον αναβάτην. Μετά την πτώσιν αυτού έπαυσεν η μάχη, και οι εχθροί άραντες τον νεκρόν ανεχώρησαν· ήτο δε ούτος, ως έγεινε γνωστόν μετά ταύτα, ο αρχηγός του εχθρικού εκείνου στρατού. Εν τοσούτω συγκατετέθησαν οι Αρειοπαγίται, εκόντες άκοντες, εις την πρότασιν του Οδυσσέως, και νυκτός γενομένης επέβη το στράτευμα εις τα πλοία και διεβιβάσθη αντικρύ καύσαν τον εν τω χωρίω λαμπρόν πύργον του Χαλήλμπεη. Τοιουτοτρόπως τα κατά την αγίαν Μαρίναν πολεμικά κινήματα λαβόντα αρχήν την 1 απριλίου παρετάθησαν μέχρι της 15, καθ' ό διάστημα εφονεύθησαν 50 Έλληνες και επληγώθησαν 90, οίτινες μετεκομίσθησαν επί θεραπεία εις Εύβοιαν, όπου απέθαναν εξ αυτών 15· πλειότεροι δε ήσαν οι φονευθέντες και πληγωθέντες Τούρκοι ως εφορμώντες απροφύλακτοι.
Μετά δε την αποχώρησιν οι αποτυχόντες εν Πατρατσικίω έπεσαν πάλιν εις την πόλιν εκείνην ενωθέντος και του Νικήτα, και κατέλαβαν και έκαυσαν μέρος αυτής· αλλ' ηναγκάσθησαν πάλιν ν' απομακρυνθώσιν ηνδραγάθησαν δε και εφονεύθησαν ο κόμης Κουέλενος, Δανός και ο Εϋνέμανος, Πρώσσος. Τοιουτρόπως εματαιώθησαν αι εκστρατείαι αύται.
Εν τούτοις, μετά την έξοδον του Υψηλάντου, η εν Κορίνθω κυβέρνησις κατεγίνετο αδιακόπως στρατολογούσα εν Πελοποννήσου, διά την στερεάν Ελλάδα.
Επί της πτώσεως της Κορίνθου το τακτικόν ήτον εν τω διαλύεσθαι δι' έλλειψιν των αναγκαίων και διά την αποχώρησιν του αξίου αρχηγού του Βαλέστου σκοπεύοντος να μεταβή εις Κρήτην. Η κυβέρνησις, αισθανομένη την μεγάλην ωφέλειαν του σώματος τούτου, εφρόντισε συστηθείσα να το διατηρήση και αυξήση, και εξέδωκε νόμον κανονίζοντα τον οργανισμόν του και τα εις διατήρησιν και αύξησίν του· αναδείξασα δε αρχηγόν του τον φιλέλληνα Ιταλόν Ταρέλλαν, αξιόλογον άνδρα διά τας στρατιωτικάς του γνώσεις, την φρόνησίν του και την ανδρίαν του, διέταξε να ήναι δεκτοί και ξένοι αξιωματικοί και στρατιώται· επειδή δε συνήλθαν πολλαχόθεν πολλοί φιλέλληνες αξιωματικοί, και δεν εύρισκαν τόπον παρά τω στρατώ η κυβέρνησις εξέδωκεν άλλον νόμον, δι' ου όλοι ούτοι, οι μεν ως αξιωματικοί, οι δε ως απλοί στρατιώται, εσύστησαν ίδιον τάγμα ονομασθέν «τάγμα των φιλελλήνων» . Επρώτευε τούτο όλων των στρατιωτικών σωμάτων, και προς τιμήν αυτού εδέχθη ο πρόεδρος του νομοτελεστικού τον βαθμόν του επιτίμου συνταγματάρχου του· ετέθη δε υπό τον κατά την επί το Ναύπλιον έφοδον διακριθέντα διά την ευτολμίαν του Ιταλόν Δανίαν, συνταγματάρχην αναδειχθέντα. Διέταξεν η κυβέρνησις και στρατολογίαν κατά πάσαν επαρχίαν της Πελοπονήσου εις αύξησιν του τακτικού. Εν ώ δε ησχολείτο περί τα τοιαύτα, ήλθε πρεσβεία της Δυτικής Ελλάδος αιτούσα να μεταβή εκεί ως πολιτικός και πολεμικός αρχηγός ο πρόεδρος του νομοτελεστικού, Μαυροκορδάτος, ο ελκύσας, ως προείπαμεν, επί της εκεί διατριβής του την αγάπην και την υπόληψιν των Δυτικοελλαδιτών και διορισθείς παμψηφεί πρόεδρος της Γερουσίας των επί της διά των ενεργειών αυτού συστάσεώς της.
Μάιος Η πρεσβεία εισηκούσθη, και εξεδόθη ψήφισμα την 11 μαΐου, δι' ου εδίδετο άδεια τω Μαυροκορδάτω διμήνου απουσίας, ίνα μεταβή εις Δυτικήν, χρείας δε τυχούσης και εις Ανατολικήν Ελλάδα, και τω ενεπιστεύετο η γενική διεύθυνσις των πολιτικών και πολεμικών πραγμάτων του μέρους εκείνου. Απεφασίσθη δε και πολλά στρατεύματα να συνεκστρατεύσωσι και ναυτική δύναμις να συνεκπλεύση εις μεταβίβασιν στρατευμάτων από τόπου εις τόπον και εις υποστήριξιν των επί της ξηράς πολεμικών κινημάτων. Την 17 ανεχώρησεν ο πρόεδρος εκ Κορίνθου και την 23 έφθασεν εις Μεσολόγγι· αλλά δεν είχεν ειμή 400 τακτικούς, 120 φιλέλληνας, άλλους τόσους Επταννησίους υπό τον Σπύρον Πανάν, και 400 Πελοποννησίους υπό τον Γιατράκον, Δηληγιάννην και Κυριακούλην. Συνηκολούθησε δε μετά 180 και ο Μάρκος Μπότσαρης, μεταβάς προ ολίγου εις Κόρινθον, ίνα επικαλεσθή την αντίληψιν της κυβερνήσεως υπέρ της κινδυνευούσης πατρίδος του, και φροντίση και περί της απελευθερώσεως των παρά τω Χουρσήδη συγγενών του. Είχε μεταβή εις την Δυτικήν Ελλάδα την 12 μαρτίου και ο Γενναίος μετά 250 πεμφθείς παρά του πατρός του επί της εις Πάτρας εκστρατείας του κατ' αίτησιν των Δυτικοελλαδιτών αποστειλάντων προς αυτόν περί τούτου πρεσβευτήν τον πρώην αρχιεπίσκοπον Άρτης Πορφύριον ώστε όλη η μεταβάσα από της Πελοποννήσου εις την Δυτικήν Ελλάδα δύναμις, τακτική και μη, συνηριθμείτο εις 1500. Είχαν δε καταπλεύσει την 8 μαΐου εις Μεσολόγγι και 8 ελληνικά πλοία.
Η άφιξις του Μαυροκορδάτου εις την Δυτικήν Ελλάδα δεν ωμοίαζε την του Υψηλάντου εις την Ανατολικήν, διότι προς τούτον αντέπραττε παρρησία ο Άρειος πάγος και αντεφέρετο ευσχήμως και η κυβέρνησις· τον δε Μαυροκορδάτον υπήκουεν η γερουσία, και τω έδιδε προθύμως χείρα βοηθείας και η κυβέρνησις· διά τούτο, εν ώ ανυπέρβλητοι δυσκολίαι παρενέπεσαν εις την πρόοδον των κινημάτων του Υψηλάντου, ουδεμία τοιαύτη εδυσκόλευσε την ευόδωσιν της αποστολής του Μαυροκορδάτου.
Και ταύτα μεν τα κατά την Δυτικήν Ελλάδα τω καιρώ εκείνω.
Διηγούμενοι δε τα κατά την Κρήτην είπαμεν ότι ο Αφεντούλης, αντιπρόσωπος του Υψηλάντου, έφθασεν εις Λουτρόν λήγοντος του οκτωβρίου· ηύρε δε τα πράγματα έχοντα ούτως. Η επανάστασις δεν είχεν εισέτι εξαπλωθή καθ' όλην την νήσον· εξετείνετο μόνον από της δυτικής εσχατιάς μέχρι της Ρεθύμνης. Δισχίλιοι τετρακόσιοι Κρήτες υπό τον Δασκαλάκην, Αναγνώστην Παναγιώτου, Πρωτοπαπαδάκην και Σήφακαν παρεφύλατταν τα Χανιά, τα στενά Σελίνου και Κισάμου, και τα προς την Σούδαν μέρη· τρισχίλιοι δε υπό τον Ρούσον και άλλους οπλαρχηγούς κατείχαν τας διόδους του πασαλικίου της Ρεθύμνης, εξαιρουμένης της παραθαλασσίου της από Ρεθύμνης εις το Μεγάλον Κάστρον αγούσης· ενέδρευε και ο Μελιδόνης παρά τους πρόποδας της Ίδης (Ψηλορίτου) μετά χιλίων· ώστε όλη η ένοπλος δύναμις των Κρητών εκείναις ταις ημέραις ήτον εξακισχίλιοι και πεντακόσιοι. Τετραπλάσιοι ήσαν οι οπλοφορούντες Τούρκοι και κατείχαν πολλά οχυρά μέρη και τας τρεις περιτετειχισμένας πόλεις, τα Χανιά, την Ρεθύμνην και το Μεγάλον Κάστρον· μη πολιορκούμενοι δε διά θαλάσσης ειμή εκ διαλειμμάτων υπό τινων πλοίων της Κάσσου, δεν έπασχαν έλλειψιν των αναγκαίων, κατετήκοντο όμως υπό της πρό τινος καιρού αναφανείσης εν μέσω αυτών και διαρκούσης πανώλους.
Δεκέμβριος Αρχομένου δε του δεκεμβρίου, 1500 υπό τον Δασκαλάκην και Αναγνώστην Παναγιώτου επάτησαν την επαρχίαν Σελίνου, εκυρίευσαν χωρία και ηνάγκασαν τους τήδε κακείσε επαρχιώτας Τούρκους να συγκεντρωθώσιν εις τους πύργους της πρωτευούσης των. Τινές τούτων κατέλαβαν ως προφυλακτήριον αυτής και το παρακείμενον χωρίον, Σταυρόν, όπου οι Χριστιανοί τους απέκλεισαν, και στερουμένους τροφών θα τους ηχμαλώτευαν μετά τινας ημέρας· αλλ' ο Δασκαλάκης μηδεμίαν ανεχόμενος αναβολήν εκάλεσε τους στρατιώτας του εις έφοδον προκινδυνεύων αυτός και αριστεύων· αλλ' ετουφεκοβολήθη θανατηφόρως ένδοθέν τινος οικίας καταλιπών αγαθήν μνήμην των υπέρ πατρίδος λαμπρών άθλων του και της γλυκείας συμπεριφοράς του, δι' ην επωνομάζετο Τ σ ε λ ε π ή ς. Τούτου αποθανόντος, εγκατέλειψαν τας θέσεις των οι συναγωνισταί του· διεδέχθη δε την αρχηγίαν του κατά την Μάλαξαν ο Σήφακας. Συγκρούσεις εγένοντο την 20 και έξωθεν των Χανιών, επανελήφθησαν δε σφοδρότερον και την 24, καθ' ας ηττήθησαν οι εχθροί και εφονεύθησαν κατά την τελευταίαν 35, και πλειότεροι επληγώθησαν· ηττηθέντες δε εξεθύμαναν κατά των εν τω φρουρίω Χριστιανών, φονεύσαντες 25 χωρικούς εισκομίσαντας έξωθεν ανυπόπτως έλαιον εις χρήσιν των κυρίων αυτών. Την δε 23 ιανουαρίου συνήφθη πεισματώδης μάχη έξωθεν της Ρεθύμνης, καθ' ην έτρεψαν και εκεί οι Έλληνες τους εχθρούς, παρευρεθέντος και του Μελιδόνη και αριστεύσαντος. Άλλη μάχη, επίσης πεισματώδης και ευτυχής, παρηκολούθησεν υπό τον Δεληγιαννάκην. Την δε 5 φεβρουαρίου ετοποθετήθησαν οι Έλληνες πλησιέστερον των δύο φρουρίων και απέκρουσαν τους επί μεταβάσει εις Ρεθύμνην δις εξελθόντας των Χανιών υπό την οδηγίαν αυτού του πασά. Τας επανειλημμένας δε ταύτας αποτυχίας των εχθρών διεδέχθη απείθεια και αναρχία εντός των Χανιών, και η φρουρά απέκλεισε τον πασάν εν τω παλατίω του και τον ηνάγκασε να πληρώση μέρος των μισθών της.
Μάρτιος Αρχομένου δε του μαρτίου, έκοψαν εκ δευτέρου οι Χριστιανοί το πρό τινων ημερών επιδιορθωθέν υδραγωγείον και απώθησαν 1200, εξελθόντας μετ' ολίγον, σκοτώσαντες 30.
Αλλ' όσον ευτύχουν τα κινήματα των έμπροσθεν των Χανιών και της Ρεθύμνης Ελλήνων, τόσον εδυστύχουν τα των προς τους πρόποδας της Ίδης. Οι Καστρινοί Τούρκοι ήσαν πολυαριθμότεροι των εν τοις άλλοις φρουρίοις· οι δε αντίπαλοι των ολιγαριθμότεροι των έμπροσθεν των Χανιών και της Ρεθύμνης, και διά τούτο δεν εδυνήθησαν να διατηρήσωσι μέχρι πολλού την θέσιν των, και οι Καστρινοί εξελθόντες εστρατοπέδευσαν ανενόχλητοι εν Φουρφουρά, χωρίω της επαρχίας Αμαρίου, κατά τας δυτικάς υπωρείας της Ίδης. Προσήλθαν καί τινες άλλοθεν· συνηριθμούντο δε ως 4000 σκοπόν έχοντες να πατήσωσιν όλα τα γειτνιάζοντα ελεύθερα μέρη. Εις αντίκρουσιν δε αυτών μετεστρατοπέδευσαν εις τα χωρία της αυτής επαρχίας, Μοναστηράκι, Μέρωνα και Άμαρι, οι πλείστοι των παρά την Ρεθύμνην και οι εν ταις υπωρείαις της Ίδης, όλοι υπό την γενικήν αρχηγίαν του Ρούσου.
Την δεκάτην του μηνός επέρασαν οι Τούρκοι παμπληθεί τον μεταξύ των δύο στρατοπέδων ποταμόν, ώρμησαν επί τους Έλληνας και τους επολέμησαν επί σκοπώ να τους διασκορπήσωσιν, αλλ' απέτυχαν και ελθούσης της εσπέρας ανεστρατοπέδευσαν βλαφθέντες μάλλον ή βλάψαντες. Διετήρουν τας τροφάς και αποσκευάς των εν τω χωρίω της αυτής επαρχίας, Βαθυακώ, εντός του ζαμίου υπό φρουράν. Την τρίτην νύκτα μετά την μάχην ο Μελιδόνης καί τινες τολμηροί οπαδοί του επάτησαν αίφνης το χωρίον τούτο εν αγνοία των άλλων οπλαρχηγών, κατέστρεψαν την φρουράν, το ελαφυραγώγησαν και επανήλθαν ευτυχώς εις το ελληνικόν στρατόπεδον. Κατεταράχθησαν οι εν Φουρφουρά Τούρκοι μαθόντες το γεγονός, και υποπτεύσαντες ότι ήλθε και άλλη δύναμις όπισθεν αυτών, και ότι κατείχετο εισέτι και το χωρίον υπό των Ελλήνων, διέλυσαν το στρατόπεδον και επανήλθαν εις το φρούριον.
Εφθόνουν τινές των οπλαρχηγών εξ αρχής τον Μελιδόνην, ον ο λαός ετίμα υπέρ πάντα άλλον διά τον θερμόν πατριωτισμόν του και την ανδρίαν του· η δε τελευταία ευτυχής επιδρομή του όσον εκίνησε τον έπαινον του κοινού, τόσον εκορύφωσε τον φθόνον των εναντίων του και επέφερε μετά τινα λογομαχίαν και τον φόνον του διά χειρός του Ρούσου προφασισθέντος ότι επί της κινδυνώδους ταύτης επιδρομής δεν προειδοποιήθη ως γενικός αρχηγός· ωργίσθη επί τω φόνω ο Αφεντούλης και εκάθηρε τον φονέα, αλλ' έχασεν ένεκα τούτου την εύνοιαν των Σφακιανών. Το μέγα δε τούτο ανοσιούργημα διέλυσε το στρατόπεδον.
Την δε 20 του αυτού μηνός απέβη εις Λουτρόν ο Βαλέστος μετά τινων ευρωπαίων αξιωματικών και οπλοφόρων Σαμίων και μετέβη εις το εν τη επαρχία των Χανιών χωρίον, Άιγεώργην, όπου έδρευεν ο Αφεντούλης. Τα προτερήματα του Βαλέστου εθάρρυναν και τους Κρήτας και τον διοικητήν, αδίκως υποπτεύσαντα κατ' αρχάς ότι εστάλη κατάσκοπος των πράξεών του, να θέσωσι το προς την Ρεθύμνην στρατόπεδον υπό τας διαταγάς αυτού. Νοήμων ούτος και εμπειροπόλεμος, είδεν εκ πρώτης όψεως, ότι ατελεσφόρητα ήσαν τα κατορθώματα των Κρητών εν όσω δεν κατείχαν οχυράν τινα πόλιν, διότι και η Αρχή του τόπου επλανάτο τήδε κακείσε, και κέντρον πολεμικόν ήτο το απόκεντρον Λουτρόν, και καταφύγιον δεν είχεν ο αγών εν καιρώ ανάγκης. Διά τους λόγους τούτους έβαλε κατά νουν την άλωσιν της Ρεθύμνης, και κατεγίνετο μετά των εν τοις πράγμασιν εις πολυπληθή στρατολογίαν. Επισκεφθείς δε τους παρά τα Χανιά εστρατοπεδευμένους, μετέβη την 28 εις το κατά την Ρεθύμνην στρατόπεδον, όπου ηύρε 800 μόνον μαχητάς. Αυξηθέντος δε του αριθμού μετά δύο ημέρας εις 1200, κατέλαβε το χωρίον Καστέλλον, δύο ώρας απέχον της Ρεθύμνης, και τα πλησίον χωρία, επάνω Μαλάκι και κάτω Μαλάκι.
Απρίλιος Την 8 απριλίου εξεστράτευσαν οι Ρεθύμνιοι προς το Κάστελλον και έπεσαν εις την πεδιάδα· αλλά σφοδρώς πολεμηθέντες ανεχώρησαν. Είκοσι Τούρκοι εφονεύθησαν, πλειότεροι επληγώθησαν, και δύο σημαίαι έπεσαν εις χείρας των Ελλήνων. Εμψυχωθέντες ούτοι επί τη νίκη ταύτη ητοιμάζοντο εις γενικήν εφώρμησιν.
Την 14 συνήθροισεν όλους ο Βαλέστος εις Κάστελλον (ήσαν δε την ημέραν εκείνην ως τετρακισχίλιοι) και τοις επρόβαλε να εφορμήσωσί τινες επί χιλίους πεντακοσίους εχθρούς κατέχοντας έξωθεν της πόλεως δύο υψηλάς θέσεις, εξ ών η μία είχε και κανόνια, και να τους προκαλέσωσιν εις μάχην· της μάχης δε αρξαμένης να υποχωρήσωσιν ώστε οι εχθροί να τους καταδιώξωσιν· επί δε τη καταδιώξει να επιπέσωσιν άλλοι όπισθεν των καταδιωκόντων· και τούτου γενομένου, να λάβωσι καιρόν οι λοιποί και χυθώσιν, εξάρχοντος του αρχηγού, εις την πόλιν ευάλωτον ούσαν ως έξωθεν αυτής εσκηνωμένων των ανδρειοτέρων και πλειοτέρων της φρουράς της· να πλησιάσωσι δε και τα περιπλέοντα κάσσια πλοία και να κανονοβολήσωσι και ταύτα την πόλιν ταυτοχρόνως· επρότεινε δε ημέραν της εφόδου την επαύριον. Επικίνδυνον και δυσκατόρθωτον εθεωρήθη το σχέδιον, καθ' όσον μάλιστα είχαν ήδη έλθει εις βοήθειαν των Ρεθυμνίων και παρεστρατοπέδευαν υπερδισχίλιοι Καστρινοί, πλην δεν απερρίφθη, αλλ' εξ ανάγκης ανεβλήθη, μαθόντος του αρχηγού ότι εσπάνιζε το στρατόπεδον πολεμεφοδίων, και αποστείλαντος εν ακαρεί άνδρας εις Λουτρόν, όπου αι αποθήκαι, και εις Αρμυρόν, όπου έδρευε τότε ο Αφεντούλης, εις πορισμόν αυτών και τροφών· αλλ' οι Ρεθύμνιοι προλαβόντες κατέβησαν αυθημερόν εις την πεδιάδα, και υπό την προστασίαν του πυροβολικού ώρμησαν επί τους Έλληνας. Μέχρι τινός εφαίνετο η μάχη αμφιρρεπής· αλλ' αίφνης πανικός φόβος κατέλαβε τούτους, και όλοι κακήν κακώς διεσκορπίσθησαν. Εις μάτην ηγωνίζετο ο Βαλέστος να τους εμψυχώση· άρρωστος και σωματώδης εκινδύνευσε και αυτός να πιασθή ως μη δυνάμενος να τρέξη· δύο δε Σφακιανοί των υπό τον Δεληγιαννάκην τον ενωτόφεραν διαδεχόμενοι αλλήλους· αλλά βλέποντες τους εχθρούς προσερχομένους και φοβηθέντες μη πιασθώσι και αυτοί, τον απέθεσαν έν τινι μυρσινοδαφνώδει ρευματιά, και έφυγαν επ' ελπίδι, επανελθόντες την νύκτα, να τον διασώσωσιν. Οι Τούρκοι περιφερόμενοι εις σύλληψιν αιχμαλώτων επλησίασαν και εις την ρευματιάν και κόψαντες την κεφαλήν και την δεξιάν του Βαλέστου τας έφεραν εις το φρούριον· συνέλαβαν δε παρ' αυτώ καί τινα αξιωματικόν του τακτικού Χίον, Κόκκινον ονόματι, μη θέλοντα διά την προς αυτόν αφοσίωσίν του να τον εγκαταλείψη.
Ούτως ετελείωσε το πολεμικόν του στάδιον ο πολυωφελής και πλήρης ευγενών αισθημάτων Βαλέστος εν τω τριακοστώ δευτέρω έτει της ηλικίας του, άξιος της αγάπης, της υπολήψεως και της παντοτεινής μνήμης των Ελλήνων.
Όσον δε δεινόν ήτο το κατά την Ρεθύμνην πάθημα των Χριστιανών, τόσον ο κατά τα άλλα μέρη αγών αυτών ευδοκίμει. Τελευτώντος του απριλίου εισέβαλαν οι Χριστιανοί εις τας επαρχίας, Αυλοπόταμον και Άμαρι, και καταδιώξαντες τους εχθρούς, διεσπαρμένους εις τα χωρία, τους απώθησαν κακώς έχοντας εις το Μεγάλον Κάστρον, και μετέφεραν τροφάς εις τας πεινώσας οικογενείας των· αλλά μαθόντες ότι υπερτριακόσιοι Καστρινοί, εξορμήσαντες του φρουρίου, κατέλαβαν οχυρόν τινα πύργον εν τω χωρίω, Επισκοπή, επανήλθαν, και τούτους μεν απέκλεισαν, άλλους δέ τινας παρακολουθήσαντας εις επικουρίαν διεσκόρπισαν. Απελπισθέντες επί τούτοις οι έγκλειστοι και λειψυδρεύοντες έστερξαν να εγκαταλείψωσι τον πύργον και να επανέλθωσιν εις το φρούριον ασφαλείς και άοπλοι· αλλ' υποπτεύσαντες επιβουλήν απεποιήθησαν ν' αφοπλισθώσιν επί τη εξόδω και ολίγοι εξ αυτών ελθόντων εις χείρας ένεκα τούτου διεσώθησαν εις το φρούριον. Εν ώ δε ταύτα ενηργούντο κατ' εκείνα τα μέρη, φονική μάχη συνέβη παρά τα Χανιά, καθ' ην κατείχαν θέσεις οι μεν Τούρκοι από του προαστείου μέχρι του χωρίου Μακροτοίχου, οι δε Χριστιανοί απέναντι του ποταμού Κλαδισσού· ήσαν δε και υπό το πυρ ούτοι μεν του φρουρίου, εκείνοι δε έξ κασσίων πλοίων υπό τον Κανταρτσήν. 100 Τούρκοι, εν οις και ονομαστός τις Καραγκιουλές, και 40 Χριστιανοί εφονεύθησαν και επληγώθησαν εν τη μάχη ταύτη, μεθ' ην οι Τούρκοι εγκαταλείψαντες τας θέσεις των εισήλθαν εις το φρούριον κατησχυμένοι· αλλά την επαύριον καθ' ην ώραν ευθύμουν οι Κάσσιοι ψάλλοντες τα νικητήρια και εκανονοβόλουν, αφήρπασεν ο θάνατος τον ευκλεώς και ενθουσιωδώς αγωνιζόμενον Κανταρτσήν, θλασθέντος ενός των κανονίων της ναυαρχίδος και θανασίμως τρώσαντος αυτόν. Επεχείρησαν οι Χριστιανοί την 12 μαΐου να καταστρέψωσι διά πυρός και τους εν τω πύργω των Κουνουπιδινών τω παρά το φρούριον των Χανιών και εν πρώτοις μεν πολλά έπαθαν, αλλ' επικουρήσαντος του Σήφακα οι μεν εχθροί κατέφυγαν εις τα Χανιά καταδιωκόμενοι, οι δε Χριστιανοί ανέτρεψαν τον πύργον.

1822

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΒ'.

&Τα μεταξύ Αρείου πάγου και Οδυσσέως. — Φόνος Νούτσου και Παλάσκα. — Ανάκλησις Υψηλάντου. — Οργή της κυβερνήσεως κατά του Οδυσσέως.&

ΑΙ προϋπάρχουσαι διχόνοιαι του Αρείου πάγου και του Υψηλάντου και Οδυσσέως εκορυφώθησαν μετά την αποτυχίαν της εις Ζητούνι εκστρατείας. Τινές των Αρειοπαγιτών, μη αναλογιζόμενοι τας έξεις των στρατιωτικών ή τας περιστάσεις, δεν έπαυαν αποδίδοντες την αποτυχίαν της εκστρατείας εις την διαγωγήν του Οδυσσέως, εγκαλούντες αυτόν αναφανδόν ως επίβουλον και θεωρούντες τον αξιόποινον. Η κατακραυγή αύτη ήτον άδικος κατά την γνώμην των συνεκστρατευσάντων οπλαρχηγών, διότι κοινή γνώμη και όχι μόνη θελήσει του Οδυσσέως το στράτευμα ανεχώρησεν εκ της αγίας Μαρίνας.
Απρίλιος Ο Οδυσσεύς ηγανάκτησεν εγκαλούμενος αδίκως και πικρώς, και έστειλε την 16 απριλίου εις τον Άρειον πάγον, εδρεύοντα εν Λιθάδα, έγγραφον παραίτησιν από πάσης υπηρεσίας της πατρίδος επί λόγω οικιακών περιστάσεων. Ο δε Άρειος πάγος, μη αναλογισθείς όσα η ώρα απήτει, και υποθέτων ειλικρινή την παραίτησιν, την εδέχθη, απήντησε προς τον Οδυσσέα υπερηφάνως, και διώρισε τρεις πεντακοσιάρχους να παραλάβωσι την χιλιαρχίαν του προσωρινώς· παρεκάλεσε δε δι' επιστολών του της 17 και 18 την κυβέρνησιν να στείλη τον πρότινος καιρού ενωθέντα μετά των αγωνιστών και διατρίβοντα εν Κορίνθω Χρήστον Παλάσκαν διάδοχον της χηρευούσης χιλιαρχίας. Η παραίτησις του Οδυσσέως ήτο πράξις οργής και υπουλότητος, και όχι ωρίμου σκέψεως και ειλικρινείας. Ο παραιτούμενος, αισθανόμενος την αξίαν του, ήθελε διά της πράξεως ταύτης να ερεθίση την κοινήν γνώμην κατά των αντιπολιτευομένων αυτόν μελών του Αρείου πάγου· διά τούτο διέμεινε και μετά την παραίτησίν του εν Δαδίω, όπου διέτριβε και προ της παραιτήσεώς του, συναναστρεφόμενος, συντρώγων και συμβουλευόμενος μετά του Υψηλάντου, διατρίβοντος και αυτού εκεί. Ο Άρειος πάγος, ο αντισταθείς, ως είδαμεν, εξ αυτής της αρχής εις την εις Ανατολικήν Ελλάδα έξοδον του Υψηλάντου, έλαβεν αφορμήν εκ των συμβάντων μετά την ατυχή εις Ζητούνι εκστρατείαν να οργισθή έτι μάλλον κατ' αυτού, διότι τον έβλεπε περιθάλποντα και εμψυχούντα τους εναντίους του, και να γράψη προς την κυβέρνησιν την 22 παραπονούμενος, ότι πολλάκις επρότεινε την ανάκλησίν του και δεν εισηκούσθη, ότι η εν Δαδίω διατριβή του, η μετά των οπλαρχηγών αλληλογραφία του, και η προς τον Οδυσσέα ευνοϊκή διάθεσίς του ανέτρεπαν όλα τα εις άλωσιν του Ζητουνίου σχέδια, ότι ο Οδυσσεύς επεβουλεύετο την πατρίδα και τα καθεστώτα, και επάναγκες ήτο να ανακληθή ο υπερευνοών αυτόν Υψηλάντης, να εκστρατεύση ο Γιατράκος, ν' αποσταλή ο Παλάσκας εις παραλαβήν της χηρευούσης χιλιαρχίας και ν' αποσπασθή του Οδυσσέως ο Νικήτας.
Η κυβέρνησις λαβούσα τας της 17 και 18 επιστολάς του Αρείου πάγου απέστειλεν εις την Ανατολικήν Ελλάδα τον Αλέξην Νούτσον και τον Παλάσκαν, όχι εις αντικατάστασιν του Οδυσσέως κατά την πρότασιν του αυστηρού Αρείου πάγου, αλλ' εις ειρήνευσιν των αντιφερομένων· ηλπίζετο δε η επιτυχία της αποστολής ταύτης και εκ της επιρροής του Νούτσου ως έχοντος παλαιάς σχέσεις προς τον Οδυσσέα, ον διά της πολλής παρά τω Αλή ευνοίας είχε λυτρώσει του θανάτου καθ' ην περίστασιν έπεσεν εις την οργήν του τυράννου εκείνου.
Φθάσαντες εις Λεβαδείαν οι αποσταλέντες και συγκαλέσαντες τους οπλαρχηγούς εις συνέλευσιν, όπου παρευρέθησαν και δύο μέλη του Αρείου πάγου, είπαν εις επήκοον όλων όσα παρηγγέλθησαν προς ειρήνευσιν. Οι λόγοι τούτων και αι ειρηνικαί συμβουλαί των παρευρεθέντων οπλαρχηγών προς τους αντιφερομένους εφάνησαν ότι ίσχυσαν·
Μάιος εκάλεσαν τότε οι αποσταλέντες εξ ονόματος της βουλής τον Υψηλάντην να επιστρέψη, εις Πελοπόννησον αλλ' επειδή η διαταγή αύτη δεν ήτο γραπτή, δεν εισηκούσθησαν και επανήλθαν εις Κόρινθον αρχομένου του μαΐου, αλλά δεν επρόφθασαν να ειδοποιήσωσι την κυβέρνησιν ότι ειρηνοποίησαν τους αντιφερομένους και ήλθαν προς αυτήν αναφοραί τινων δευτερευόντων οπλαρχηγών, υποκινηθείσαι αναμφιβόλως υπό των πολιτικών εχθρών του Υψηλάντου και του Οδυσσέως, λέγουσαι ότι δεν ήθελαν να υπηρετήσωσιν υπό τας διαταγάς ουδενός αυτών. Η κυβέρνησις, ιδούσα ότι πας τρόπος ειρηνεύσεως απέβαινε μάταιος, απέστειλεν εκ δευτέρου τον Νούτσον και τον Παλάσκαν, τούτον μεν ίνα παραλάβη την χιλιαρχίαν του Οδυσσέως, εκείνον δε ίνα επιστατήση μετά του Αρείου πάγου εις την πώλησιν των προσόδων και την εξαργύρωσιν εθνικών τινων ομολογιών, και εγκαταστήση τον Παλάσκαν έν τινι νέα του στρατιωτική Αρχή διά της επιρροής του παρά τοις ζηλοτύπως προς αυτόν διακειμένοις οπλαρχηγοίς. Ανεκλήθη δε εγγράφως παρά της βουλής και ο Υψηλάντης, και διετάχθη και ο Οδυσσεύς να εμφανισθή ενώπιον της κυβερνήσεως, και απολογηθή περί ων κατηγορείτο. Επί σκοπώ δε να ενεργηθή ευτυχώς η μεταβίβασις της χιλιαρχίας του Οδυσσέως εις τον Παλάσκαν, εκρίθη εύλογον να φυλαχθή η περί αυτής διαταγή μυστική· αλλ' ανεκαλύφθη μόλις υπεγράφη, και εν αγνοία και της κυβερνήσεως και των αποστελλομένων ανηγγέλθη το περιεχόμενον αυτής προς τον Οδυσσέα πριν μεταβώσιν ούτοι εις την Ανατολικήν Ελλάδα· ανηγγέλθη δε προς τον Οδυσσέα και ό,τι δεν ήτον αληθές, δηλαδή, ότι η κυβέρνησις διέταξε τους αποστελλομένους να τον φονεύσωσιν. Υπό τοιαύτας εντυπώσεις έμελλε να δεχθή τον Νούτσον και τον Παλάσκαν ο Οδυσσεύς, άνθρωπος ανατραφείς εν τη μιαρά αυλή των Ιωαννίνων, όπου ευδοκίμει και ετιμάτο μόνη η κακουργία, και όπου εθεωρείτο πολιτικόν και όσιον η επί απλή υποψία ανθρωποκτονία. Οι αποστελλόμενοι ανεχώρησαν εκ Κορίνθου την 14, και επορεύθησαν εις Βελίτσαν, όπου διέτριβε τότε ο Υψηλάντης, προς ον ενεχείρισαν τα ανακλητήριά του. Εκείναις ταις ημέραις το μεν γενικόν στρατόπεδον της Ανατολικής Ελλάδος διέμενεν εν Πατρατσικίω, οι δε υπό τον Οδυσσέα εν Δρακοσπηλιά. Οι απεσταλμένοι έκριναν εύλογον να υπάγωσιν εις το γενικόν στρατόπεδον, και παραλαβόντες τους εκεί οπλαρχηγούς και ικανήν δύναμιν, διότι ιδίαν συνοδίαν είχαν μόνον 50 στρατιώτας, ν' απέλθωσιν εις Δρακοσπηλιάν προς ανάγνωσιν των διαταγών της κυβερνήσεως εις επήκοον όλων περί της από της στρατιωτικής Αρχής παύσεως του Οδυσσέως, και της εις την καθέδραν της κυβερνήσεως μεταπέμψεώς του· αλλά τινές των φίλων των τους απέτρεψαν λέγοντες, ότι περιττόν ήτο να ενεργήσωσιν όσα διετάχθησαν τόσω προφυλακτικώς, διότι όλον το υπό τον Οδυσσέα στρατιωτικόν ήτον εις άκρον κατ' εκείνου ηγανακτισμένον και έτοιμον να τον παραδώση. Υπό τοιαύτας ελπίδας αναχωρήσαντες ο Νούτσος και ο Παλάσκας έφθασαν περί την μεσημβρίαν της 24 πλησίον του Δαδίου, και μαθόντες ότι εν αυτώ ήτον ο Οδυσσεύς δεν εισήλθαν, αλλ' εμεσήμβρισαν εκτός χωρίς να έλθωσιν εις λόγους μετ' αυτού. Ο Οδυσσεύς, ειδώς την αποστολήν των, ήρχετο να προλάβη διά του φόνου αυτών όσα επίστευεν ότι εμελέτων να πράξωσιν ούτοι κατ' αυτού· είχε δε 50 ακολούθους αφήσας τους λοιπούς υπέρ τους 1000 εν Δρακοσπηλιά. Ο Νούτσος και ο Παλάσκας, μαθόντες ότι ο Οδυσσεύς ήτο μακράν του στρατοπέδου του και μη υποπτεύοντες ότι ήξευρε τα της αποστολής των και επίστευε και όσα δεν ήσαν αληθινά, ακούσαντες δε και ότι υπήγαινεν εις Βελίτσαν προς έντευξιν του Υψηλάντου, εθεώρησαν αρμοδίαν την περίστασιν να πορευθώσιν απόντος αυτού εις το εν Δρακοσπηλιά στρατόπεδον, υπολαμβάνοντές το, εξ όσων ήκουσαν, πρόθυμον να εκτελέση ας έφεραν διαταγάς. Επί τω σκοπώ τούτω ήλλαξαν πορείαν, εξενύκτισαν εν Γλουνίτσα, και την επαύριον, ήγουν την 25, ώδευαν προς την Δρακοσπηλιάν. Ο Οδυσσεύς καραδοκών τα βήματά των εστράφη, και ήρχετο αφανής κατόπιν των.
Εν ώ δε ο Νούτσος και ο Παλάσκας επορεύοντο προς την Δρακοσπηλιάν, ηκούσθη απροσδόκητος τουφεκισμός όπισθεν, μετά ταύτα δε και έμπροσθεν· και οι μεν τουφεκίσαντες όπισθεν ήσαν οι περί τον Οδυσσέα, οι δε έμπροσθεν οι του στρατοπέδου αυτού· διότι αναχωρών εκείθεν παρήγγειλε να τουφεκίσωσιν όταν ακούσωσιν αυτόν τουφεκίζοντα. Ο Νούτσος και ο Παλάσκας, νοήσαντες τότε ότι ο Οδυσσεύς εγνώριζε τα της αποστολής των, και ότι περιεπλέχθησαν και εκινδύνευαν, αλλά μη δυνάμενοι εξ αιτίας της θέσεως εις ην ευρίσκοντο ν' αλλάξωσι πορείαν, επροχώρησαν και μη θέλοντες προς το στρατόπεδον πάντοτε τουφεκιζόμενοι, και κατέφυγαν εις την έμπροσθεν των τυχούσαν ξυλόστεγον εκκλησίαν του αγίου Γεωργίου, όπου και εκλείσθησαν· συνεκλείσθησαν δε και έξ σύντροφοι· οι δε άλλοι φοβηθέντες διεσκορπίσθησαν. Τότε οι υπό τον Οδυσσέα, κυκλώσαντες την εκκλησίαν, ετουφέκιζαν τους εν αυτή πανταχόθεν και έκαυσαν την στέγην και την θύραν αυτής. Παρών δε ο Οδυσσεύς τοις έλεγε να παραδοθώσι και τους εβεβαίονεν ότι δεν τους εκακοποίει. Ο Νούτσος δεν υπώπτευε τον Οδυσσέα πεποιθώς επί τας παλαιάς προς αυτόν σχέσεις του, και τας άλλοτε ευεργεσίας του· και συναινέσει του Παλάσκα εξήλθε πρώτος της εκκλησίας μετά του ψυχοϋιού του ελπίζων να σώση διά της μεσιτείας του και τον Παλάσκαν, ον ηχθρεύετο ο Οδυσσεύς ως ερχόμενον να λάβη την Αρχήν του. Ο Οδυσσεύς υπεδέχθη ευμενώς τον Νούτσον εν τη καλύβη του, τον εθάρρυνε, και δι' αυτού εθάρρυνε και τον Παλάσκαν να παραδοθή. Έβαλαν δε και οι έξωθεν εν καδίσκω πυρίτιδα επί σκοπώ να τον καταβιβάσωσιν άνωθεν της κεκαυμένης στέγης, και να καύσωσι τοιουτοτρόπως τους εν τη εκκλησία, αν δεν παρεδίδοντο. Οι έγκλειστοι παρεδόθησαν· ο δε Παλάσκας υπήγεν εις την καλύβην του Οδυσσέως όπου ήτο και ο Νούτσος. Τότε ο Οδυσσεύς διέταξε και ανεγνώσθησαν εις επήκοον όλων των στρατιωτών αι κατ' αυτού διαταγαί, ων ήσαν κομισταί και εκτελεσταί ο Νούτσος και ο Παλάσκας· μετά δε την ανάγνωσιν ερεθίζων τους στρατιώτας είπεν, ότι ο μεν Νούτσος εστέλλετο ως βασιλεύς, ο δε Παλάσκας ως αρχιστράτηγος, ότι αυτός αδιαφόρει και διά την βασιλείαν του ενός και διά την αρχιστρατηγίαν του άλλου, διότι η επιθυμία του ήτο, καθώς και το έδειξε διά της παραιτήσεώς του, να επανέλθη εις Ιθάκην υπό ξένον κράτος, και να ζήση, αφανής και ήσυχος εν τοις κόλποις της οικογενείας του, αλλ' εις αυτούς απέκειτο να συλλογισθώσιν, αν ήτον έντιμον και ωφέλιμον, συντρίψαντες τον τουρκικόν ζυγόν, να δεχθώσιν άλλον· παρατηρήσας δε ότι οι στρατιώται υπερηρεθίσθησαν επί τοις λόγοις τούτοις, ηγέρθη και τους ηρώτησε μεγαλοφώνως «α υ τ ο ύ ς - θ έ λ ε τ ε - ή – ε μ έ;» «ε σ έ - θ έ λ ο μ ε ν - ε σ έ», εφώναξαν όλοι· «τ ι μ ω ρ ή σ α τ ε - λ ο ι π ό ν - τ ο υ ς - ε χ θ ρ ο ύ ς - σ α ς - κ α ι - ε χ θ ρ ο ύ ς - μ ο υ», επανέλαβε, και ανεχώρησεν εκ της καλύβης. Τότε οι στρατιώται απήγαγαν τον Νούτσον και τον Παλάσκαν όχι μακράν της καλύβης και τους εφόνευσαν περί το δειλινόν της αυτής ημέρας (25 μαΐου). Η μιαιοφονία αύτη, τρομερά αύτη καθ' εαυτήν, εφάνη τρομερωτέρα διά την δημόσιον αποστολήν των φονευθέντων και εφαίνετο προμηνύουσα άλλους φόνους κατά διαταγήν του Οδυσσέως διά τας επικρατούσας διχονοίας· διά τούτο φόβος μέγας κατέλαβεν όλους τους αντιπάλους αυτού τηδε κακείσε διασκορπισθέντας και άσυλον ζητούντας. Ο δε επανερχόμενος εις Πελοπόννησον Υψηλάντης εξ αιτίας της ανακλήσεώς του, έμαθε το κατά την 25 συμβάν εν Διστόμω. Εκεί ευρίσκοντο σημαντικαί οικογένειαι της Λεβαδείας, αίτινες καταφοβηθείσαι έδραμαν εις το παραθαλάσσιον και εμβήκαν εις τα πλοία· έλαβαν δε εν τη προς σωτηρίαν φυγή των πάσαν ειλικρινή συνδρομήν παρά του Υψηλάντου. Άφαντοι έγειναν και οι ευρεθέντες προς τα μέρη εκείνα Αρειοπαγίται.
Ο δε Άρειος πάγος, μαθών τα γενόμενα, έγραψε την 31 και έστειλε και έν των μελών του προς την κυβέρνησιν εις υποστήριξιν των εξής προτάσεων· α'. να διατάξη η κυβέρνησις τους οπλαρχηγούς της Ανατολικής Ελλάδος να συλλάβωσι και στείλωσι τον Οδυσσέα εις αυτήν προς ανακάλυψιν συνωμοσίας αυτού και του Υψηλάντου· επρόσθετε δε ότι, καθ' ας είχε πληροφορίας, οι οπλαρχηγοί όλοι εκείνου του μέρους, αγανακτήσαντες διά το ανοσιούργημα, έτοιμοι ήσαν να εκδικήσωσι διά της τιμωρίας του ανοσιουργήσαντος Οδυσσέως την τιμήν της κυβερνήσεως και ν' ασφαλίσωσι το συμφέρον της πατρίδος· β'. να μετατεθή ο Νικήτας εις την Δυτικήν Ελλάδα ή εις την Πελοπόννησον, ή να διαταχθή αυστηρώς να συμφωνήση μετά των άλλων οπλαρχηγών της Ανατολικής Ελλάδος και να παύση υπερασπίζων φανερά τον Οδυσσέα· γ'. να παραλάβη ο Γκούρας το επαρχιακόν στράτευμα της Λεβαδείας· δ'. να μεταβή ο πρόεδρος του νομοτελεστικού από της Δυτικής Ελλάδος εις την Ανατολικήν διά το κατεπείγον της περιστάσεως.
Η κυβέρνησις, η κατ' εκείνας τας ημέρας εις το Άργος μεταβάσα επί λόγω μεν υγείας διά το νοσώδες της Κορίνθου, επί σκοπώ δε ασφαλείας διά την επαπειλουμένην από της στερεάς Ελλάδος εις Πελοπόννησον εχθρικήν εισβολήν και διά την εγγίζουσαν πτώσιν του Ναυπλίου, ιδούσα πόσον εξυβρίσθη επί τη μιαιοφονία ταύτη, ωργίσθη εις άκρον, και την 3 Ιουνίου εξέδωκε διάταγμα δι' ου εκάθηρε τον Οδυσσέα ως εξυβρίσαντα την κυβέρνησιν, καταπατήσαντα τους νόμους και βάψαντα τας χείρας του εις αθώον αίμα· τον εκήρυξε δε και άξιον θανάτου, και επεκήρυξε και γρόσια 5000. Μη αρκεσθείσα δε εις ταύτα, διέταξε την υστεραίαν τους εγχωρίους της επαρχίας Λεβαδείας, εξ ών συνίστατο κυρίως το στρατόπεδον του Οδυσσέως, να τον συλλάβωσι ζώντα ή να τον θανατώσωσιν· έβαλε δε υπό αυστηράς ποινάς και τους μη εγκαταλείποντας αυτόν και εθεώρησε συνενόχους και της αυτής ποινής αξίους και όλους τους συγγενείς των. Την αυτήν ημέραν ο επίσκοπος Ανδρούσης, Ιωσήφ, υπουργός των εκκλησιαστικών, έρριψε κατά της κεφαλής του Οδυσσέως και των υπ' αυτόν, αν δεν τον εγκατέλειπαν, τους κεραυνούς του αφορισμού και τους εξεκκλησίασεν· αλλ' ουδείς εκινήθη κατά του Οδυσσέως· και οι πρόθυμοι να προκαλέσωσι διά του Αρείου πάγου και κατ' ευθείαν τας αυστηράς διαταγάς της κυβερνήσεως κατ' αυτού οπλαρχηγοί της Ανατολικής Ελλάδος δεν εφάνησαν πρόθυμοι και να τας εκτελέσωσιν· ο δε Οδυσσεύς μαινόμενος και φοβούμενος κατέφυγεν εις το επί του Παρνασσού σπήλαιον (α), το Κωρύκιον, το πλησίον του Πατρατσικίου στρατόπεδον διελύθη, αναρχία και αταξία επήλθαν παντού, και ουδεμία προφυλάξις υπήρχεν εν ώ επέκειτο η εισβολή του εχθρού· επέφερε δε ταύτα πάντα η άκαιρος η απολίτευτος και η υπέρμετρος αυστηρότης του Αρείου πάγου καθ' ενός των σημαντικωτέρων οπλαρχηγών του μέρους εκείνου υπαγορευθείσα υπό θερμού μάλλον ή έμφρονος πατριωτισμού.
Πριν αποστρέψωμεν το πρόσωπον από της λυπηράς σκηνής της Δρακοσπηλιάς, οφείλομεν να στηλιτεύσωμεν ως ψευδή και ανυπόστατον την διαδοθείσαν τότε φήμην της ενοχής του Υψηλάντου εις τον άδικον φόνον του Νούτσου και του Παλάσκα· ο Υψηλάντης επεθύμει αναμφιβόλως την ανατροπήν των καθεστώτων και την είσαξιν του συστήματός του, ό εστι της προσωπικής Αρχής του· και έχοντες υπ' όψιν την μετά την εγκατάστασιν εθνικής κυβερνήσεως ανέγερσιν της σημαίας και του φοίνικός του καθ' ην ημέραν εξήρχετο του ισθμού, δεν αμφιβάλλομεν ότι αι προς τον Οδυσσέα και άλλους σχέσεις του απέβλεπαν και προς τον σκοπόν τούτον αλλ' επίσης δεν αμφιβάλλομεν, ότι ουδαμώς ενείχετο εις την μιαράν πράξιν της Δρακοσπηλιάς· αποχρώσα δε απόδειξις της αθωότητός του είναι η πανθομολόγητος τιμιότης του.