1822 |
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΓ'. |
&Παράδοσις της ακροπόλεως Αθηνών.& |
| ΕΡΡΕΘΗ ήδη, ότι, αναχωρήσαντος εξ Αθηνών του Βρυώνη, οι Έλληνες εκυρίευσαν την πόλιν και επολιόρκουν εκ δευτέρου την ακρόπολιν. Αλλά, πριν αναχωρήση, οι εντόπιοι Τούρκοι εισεκόμισαν πολλάς τροφάς εις την ακρόπολιν, ώστε δεν εφοβούντο να πεινάσωσιν ειμή μετά μακράν πολιορκίαν· πηγήν όμως νερού δεν είχαν· ήσαν πολλαί δεξαμεναί, αλλά δύο μόνον ήσαν αι εύχρηστοι· και επειδή τότε ήτο χειμών, μηδ' αυτάς εφρόντισαν να γεμίσωσιν απεδεχόμενοι το βροχερόν νερόν. Εντός του παρατειχίσματος της ακροπόλεως (Σερπεντσέ) ήσαν, ως είπαμεν, τρία πηγάδια, εξ ών μόνον το έν είχε νερόν πόσιμον. Το παρατείχισμα τούτο απεφάσισαν οι Έλληνες να κυριεύσωσι, αν και το επιχείρημα ήτο λίαν επικίνδυνον εξ αιτίας των φυλασσόντων αυτό Αλβανών και της υπό την βολήν των υπεράνω αυτού θέσεώς του. Την 13 νοεμβρίου ανέβησαν όρθρου βαθέως οι Έλληνες το παρατείχισμα, επόρθησαν τον έσω τεκέν, επάτησαν το καφενείον και εγένοντο κύριοι όλου του παρατειχίσματος, όπου ηύραν τρόφιμα και άλλα είδη· 40 Έλληνες εφονεύθησαν και επληγώθησαν· επληγώθη και ο οπλαρχηγός Δημήτρης Λέκκας· διεκρίθη δε επ' ανδραγαθία ο Σαλαμίνιος Γεώργης Γλύτσης· πληγωθείς ούτος βαρέως και αποθνήσκων ηρώτησεν «εμβήκαμεν;» ακούσας δε ό,τι επεθύμει, εξεψύχησε φαιδρός· εφονεύθησαν και 15 Τούρκοι· οι δε λοιποί φύλακες του παρατειχίσματος, οι μη παθόντες, ως 30, εκρύβησαν εν τοις υπό την ακρόπολιν σπηλαίοις. Ημέρας δε γενομένης, ιδόντες αυτούς οι εν τη πόλει εκρέμασαν επίμηκες κιβώτιον, άνωθεν ασκεπές και όλον έσωθεν βαθύστρωτον, και εν αυτώ κατακλινομένους τους ανεβίβασαν όλους ένα προς ένα τουφεκιζομένους κάτωθεν αλλά μη βλαπτομένους. Ενθουσιώντες οι Έλληνες ώρμησαν την αυτήν ημέραν και εις αυτήν την ακρόπολιν, εκυρίευσαν την πρώτην και δευτέραν πύλην και εισέδυσαν εις το εντός αυτής κτίριον, το κοινώς μεχτέπι. Διά της κυριεύσεως του παρατειχίσματος εστέρησαν οι Έλληνες τους εχθρούς του νερού των πηγαδίων επί σκοπώ δε να αποκαταστήσωσι τα πηγάδια ταύτα άχρηστα, και αν απεδιώκοντο, ενέρριψαν τα πτώματα των φονευθέντων Τούρκων, ώστε, αν επεκράτει ανομβρία, θα παρεδίδοντο οι εν τη ακροπόλει δι' έλλειψιν νερού. Ησθάνοντο εκάτειοι πόσον αναγκαία ήτον η κατοχή του παρατειχίσματος και ηγωνίζοντο οι μεν ν' αποδιώξωσι τους κατόχους ρίπτοντες βόμβας επί τον θολοσκέπαστον τεκέ, υφ' ον εστεγάζοντο, οι δε να υποστηρίζωσιν εσωτερικώς τον θόλον. Οι Έλληνες έστησαν συγχρόνως επί του λόφου του Αρείου πάγου και έν κανόνι 11 λιτρών, |
| Δεκέμβριος | και την 3 δεκεμβρίου ευρόντες υπόγειον οπήν προς τα αριστερά των προπυλαίων επειράθησαν να παρεισδύσωσιν αλλά διά την ενδότερον σωρείαν λίθων και χωμάτων ωπισθοδρόμησαν. Μετά δύο δε ημέρας πειραθέντες να κυριεύσωσι και την τρίτην πύλην της ακροπόλεως, την έκαυσαν εν μέρει, ούσαν σιδηροσκεπή, αλλ', επισωρευθέντων όπισθεν αυτής χωμάτων, δεν την ανέτρεψαν και απεμακρύνθησαν φονεύσαντες τέσσαρας και πληγώσαντες πέντε (α). Ουδ' οι Τούρκοι εφάνησαν ευτυχέστεροι εξορμήσαντες την 16, και επανήλθαν φονεύσαντες δύο. Απελπισθέντες δε οι Έλληνες να κυριεύσωσιν εξ εφόδου το φρούριον, περιωρίσθησαν την εξής διμηνίαν εις διατήρησιν στενής πολιορκίας, καθ' ην ουδ' οι Τούρκοι επεχείρησαν έξοδον. Κανονίαι και τουφεκίαι έπιπταν εκ διαλειμμάτων, αλλά πάντοτε σχεδόν αβλαβείς, και οι Έλληνες τόσον εθαρρύνθησαν ώστε επεσκεύασαν τας εν τη πόλει οικίας και επανέφεραν τας γυναίκας και τα τέκνα των. Περί δε τα τέλη φεβρουαρίου υπώπτευσαν εξ όσων εφημίζοντο εχθρικήν εισβολήν, και εφοβήθησαν μη διά της μακράς παρατάσεως της πολιορκίας ματαιωθώσι και δεύτερον οι αγώνες των· διά τούτο εζήτησαν παρά της κυβερνήσεως και έλαβαν 2 βομβοβόλους και 200 βόμβας. Αι βομβοβόλοι ετέθησαν επί του λόφου του Αρείου πάγου 300 οργυιάς μακράν της ακροπόλεως υπό την διεύθυνσιν του Βουτιέρου, αρξαμένου την τελευταίαν ημέραν του φεβρουαρίου να βομβοβολή αυτήν αλλ' αβλαβώς. Συνήλθαν δε και στρατιώται ικανοί πολλαχόθεν, Αιγινήται, Σαλαμίνιοι, Κεφαλλήνες και 30 φιλέλληνες· ήλθε συγχρόνως και ο υπονομοποιός Κώστας Χορμόβας, όστις ήρχισε να υπονομεύη προς την τρίτην πύλην, |
| Απρίλιος | και το πρωί της 18 απριλίου, ό εστι μετά 33 ημερών μόχθους, άναψε την υπόνομον, δι' ης έρριψε κάτω μέρος του προς την πύλην τείχους και εφόνευσε 10 Τούρκους φρουρούντας το μέρος εκείνο. Καθ' ην δε στιγμήν άναψεν η υπόνομος, ώρμησαν Έλληνες και φιλέλληνες, αλλ' απεκρούσθησαν. 4 Έλληνες, ο φιλέλλην Σκαλεμβέργης και 8 Τούρκοι εφονεύθησαν, και 12 Έλληνες και 3 φιλέλληνες επληγώθησαν. Ήρχισε δε ο υπονομοποιός ν' ανοίγη την 22 άλλην υπόνομον. |
| Ιούνιος | Αρχομένου δε του Ιουνίου διόλου σχεδόν εξέλειψε το εν ταις δεξαμεναίς της ακροπόλεως νερόν· εταλαιπώρει δε τους πολιορκουμένους όχι ολίγον και η συνήθως επιπολάζουσα επί των πολιορκιών επιδημία· ουδ' η έξωθεν ετοιμαζομένη τουρκική εισβολή τοις ήτο καν γνωστή εις εμψύχωσίν των. Δι' όλα ταύτα, και μάλιστα διά την επί πολλούς μήνας επικρατούσαν εν Αθήναις ανομβρίαν, ην υπέλαβαν οι Τούρκοι θεομηνίαν, διότι έβλεπαν πίπτουσαν εκτός της πόλεως την βροχήν, δύο εξ αυτών ανέβησαν επί των επάλξεων (2 ιουνίου) και επρόβαλαν συνθήκας υπό την εγγύησιν των προξένων. Οι πρόξενοι δεν ανεδέχθησαν την ευθύνην· υπεσχέθησαν όμως να καταβάλωσι πάσαν δυνατήν φροντίδα εις διατήρησιν της συνθήκης. Διέτριβαν πρό τινων ημερών εν Αθήναις ο Ανδρέας Καλαμογδάρτης και ο Αλέξανδρος Αξιώτης, ως αντιπρόσωποι ο μεν πρώτος της κυβερνήσεως ο δε άλλος του Αρείου πάγου, εις παραλαβήν του κινδυνεύοντος φρουρίου και καταγραφήν των εν αυτώ πραγμάτων. Η παρουσία τούτων εθάρρυνε τους δικαίως φοβουμένους την παρασπόνδησιν Τούρκους· τους εθάρρυνε και όρκος δοθείς παρά των ισχυόντων Ελλήνων επί του Ευαγγελίου ενώπιον του μητροπολίτου· και ούτως υπεγράφη συνθήκη την 9 εν τω αυστριακώ προξενείω και κατά ρητήν αίτησιν των Τούρκων ενώπιον των προξένων, αλλ' όχι και υπό την εγγύησίν των. Οι όροι δε της συνθήκης ήσαν η παραδόσις του φρουρίου και παντός όπλου δημοσίου ή ιδιαιτέρου, η ασφάλεια της ζωής και της τιμής των Τούρκων, η άδεια να κατοικήσωσιν εν τη πόλει ή να διαβιβασθώσιν εις Ασίαν υπό ουδετέραν σημαίαν ανεξόδως, η μεταξύ αυτών και των Ελλήνων ισομοιρία παντός αργυρού, χρυσού και πολυτίμου είδους, η τελεία απόδοσις πάσης περιουσίας ελληνικής, και η μεταβίβασις πάσης ακινήτου τουρκικής εις την κυριότητα της ελληνικής κυβερνήσεως (β). Γενομένης δε της συνθήκης, ανέβησαν εις το φρούριον την επαύριον, α' ώραν μετά την ανατολήν του ηλίου, οι πρόκριτοι του τόπου και το στράτευμα υπό τον Παναγήν Χτενάν, προπορευομένου του μητροπολίτου· εξήλθαν εις προϋπάντησιν οι έγκλειστοι Τούρκοι, και παραδώσαντος του φρουράρχου τας κλεις και ειπόντος «α ύ τ η - ή τ ο ν - η – θ έ λ η σ ι ς - τ ο υ - Υ ψ ί σ τ ο υ » κατέβησαν όλοι αυθήμερον εις την πόλιν, όπου τοις εδόθησαν κατοικίαι· ήσαν δε ψυχαί 1160, εξ ών το έκτον μόλις ικανόν να φέρη όπλα· όλοι δε εξ αιτίας της κακουχίας έπασχαν, και 60 εντός ολίγων ημερών απέθαναν. Οι Έλληνες ύψωσαν επί του φρουρίου την σημαίαν των υπό τον κρότον των κανονίων αλλά την πάνδημον ταύτην χαράν συνεσκίασεν ευθύς λύπη, διότι εν μέσω του κανονοβολισμού επυρσοκρότησεν απροσδοκήτως έν κανόνι και ετίναξε τον εφιστάμενον αγαθόν πολίτην και γενναίον πολεμιστήν Παναγήν Χτενάν τον και φρούραρχον έξωθεν του φρουρίου. |
| Γενναίοι, ακάματοι, και καρτερικοί εφάνησαν οι Αθηναίοι Χριστιανοί καθ' όλον το διάστημα της πολιορκίας· διακόσιοι περίπου απέθαναν εξ αυτών εν τω διαστήματι τούτω· μεγάλη εφάνη και η καρτερία των Τούρκων κακουχουμένων και διψώντων εν καιρώ των θερινών καυμάτων· αλλ', αποφυγόντες ούτοι την αγωνίαν της δίψας, έπεσαν εις την μάχαιραν της απιστίας. Δεν έγεινε κατά δυστυχίαν εν καιρώ φροντίς ίνα ευρεθώσιν εν Πειραιεί επί της παραδόσεως τα αναγκαία εις μεταβίβασιν πλοία· εν τω μεταξύ δε τούτω, διασπαρείσης φήμης εχθρικής εισβολής, μέγας φόβος διεχύθη εις την πόλιν. Η κυβέρνησις υποπτεύσασα ό,τι μετ' ολίγον συνέβη, διέταξε και εναυλώθησαν την 25 δύο πλοία υπό ευρωπαϊκάς σημαίας ευρεθέντα εν Πειραιεί εις διαβίβασιν των παραδοθέντων· τα πλοία ταύτα θα τους παρελάμβαναν την 29· αλλ' εν τω μεταξύ τούτω επαναλαμβανόμεναι αι κακαί ειδήσεις της εισβολής των εχθρών και της εις Θήβας και Αθήνας επιστρατείας αυτών, ηύξησαν τόσον τον φόβον των Αθηναίων, ώστε κατέφυγαν εκ δευτέρου αι γυναίκες και τα παιδία των εις Σαλαμίνα· οι δε εν τη πόλει οπλοφόροι, εν οις και πάμπολλοι των καταστραφέντων τόπων, διψώντες εκδίκησιν διά τα προ ολίγου μεγάλα παθήματά των και εξαγριωθέντες ενώπιον νέων κινδύνων, ήραν αξιοκατακρίτως την 28, εν μέσω του θορύβου, της φυγής, της αναρχίας, και του επικρατούντος φόβου, μιαιφόνον χείρα επί τους υποσπόνδους Τούρκους παρά γνώμην των εφόρων και λοιπών προκρίτων της πόλεως. Τετρακόσιοι εφονεύθησαν, οι δε λοιποί κατέφυγαν εις τα προξενεία, όπου ηύραν υπεράσπισιν. Την δε 3 Ιουλίου εισέπλευσαν καλή τύχη εις Πειραιά δύο βασιλικά γαλλικά πλοία, έτρεξαν οι πλοίαρχοι εις αντίληψιν των αδίκως πασχόντων, τους επροστάτευσαν διά λόγων, δι' απειλών, και δι' επιδείξεως όπλων, και συνώδευσαν ασφαλώς επί των πλοίων 325 εξ αυτών και τους μετεκόμισαν εις Σμύρνην· έμειναν δε οι λοιποί εν τοις προξενείοις, και απεστάλησαν μετά ταύτα και άλλοι αυτών δι' ευρωπαϊκών πλοίων και εκ διαλειμμάτων εις τα παράλια της μικράς Ασίας ασφαλώς· ώστε όλοι οι εκ των παραδοθέντων μετακομισθέντες εκτός της Ελλάδος ήσαν 550· όσοι δε ούτε εφονεύθησαν ούτε μετεκομίσθησαν, οι μεν απέθαναν εξ αιτίας του επί της πολιορκίας επιδημικού μολυσμού, οι δε μείναντες εκουσίως εν Ελλάδι διεσπάρησαν τήδε κακείσε κακήν κακώς. |
1822 |
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΔ'. |
&Έξοδος των προκρίτων της Πελοποννήσου εις τας επαρχίας επί στρατολογία — Σύστασις βουλευτικής επιτροπής. — Βάπτισις Μωαμεθανών. — Σύμβασις περί παραδόσεως Ναυπλίου — Ιδιαιτέρα και μυστική αίτησις αγγλικής προστασίας υπέρ της Πελοποννήσου — Λύσις πολιορκίας Πατρών.& |
| Η πάντοτε αναγκαία εκστρατεία των Πελοποννησίων εις την στερεάν Ελλάδα έγεινεν αναγκαιοτάτη μετά τα επί τη καταδιώξει του Οδυσσέως, διότι ταύτα επέφεραν την διάλυσιν των στρατευμάτων και αταξίαν και αναρχίαν κατά τα μέρη εκείνα. Επειδή δε αι περί τούτου αλλεπάλληλοι της κυβερνήσεως διαταγαί προς τας επαρχίας της Πελοποννήσου δεν εισηκούοντο, εκρίθη εύλογον να ενεργηθώσιν αι κατ' επαρχίαν στρατολογίαι, διά των εν αυταίς εχόντων επιρροήν· |
| Ιούνιος | και επειδή οι πλείστοι αντεπροσώπευαν τας επαρχίας των παρά τη κυβερνήσει ως μέλη της βουλής, εξεδόθη την 5 ιουνίου ψήφισμα, προεδρεύοντος του Υψηλάντου φθάσαντος εις Άργος την 1 και μετά δύο ημέρας αναλαβόντος τα της βουλευτικής του υπηρεσίας, λέγον, ότι εξ εκείνης της ημέρας επιτροπή εκ μελών της βουλής όχι ποτέ ολιγωτέρων των πέντε, επί μόνη δε θέσει νόμου δώδεκα, επείχε τόπον όλης της βουλής, και ότι αι αποφάσεις της είχαν όλην την ισχύν και το κύρος· ωρίσθη και η διάρκειά της μέχρι της επανόδου των δύο τρίτων των μελών της βουλής. Το σχέδιον δε ήτο να στρατολογήσωσι καθ' όλην την Πελοπόννησον αναλόγως 17,600, εξ ών να εκστρατεύσωσιν εις μεν την Δυτικήν Ελλάδα 6100, εις δε την Ανατολικήν 6350, και να μείνωσιν εν ταις πολιορκίαις των μεν Πατρών 3300, της δε Κορώνης 600, και της Μοθώνης 1000, εις φρούρησιν δε του Νεοκάστρου 150. Αφ' ού δε κατεστρώθη ο κατάλογος της στρατολογίας ανεχώρησαν οι εν Άργει πρόκριτοι την 8, συνανεχώρησε δε και ο αντιπρόεδρος της βουλής Χαραλάμπης, ον αντικατέστησεν ο Βασίλης Μπουτούρης. |
| Η ομόνοια μεταξύ της βουλής και του νομοτελεστικού ήτον η ισχύς της κυβερνήσεως κατά τας δεινάς εκείνας περιστάσεις, καθ' ας αύτη μεν εστερείτο παντός χρηματικού πόρου, η δε γερουσία της Πελοποννήσου έδιδε το σκανδαλώδες παράδειγμα φανεράς παρακοής εις τας διαταγάς αυτής. Αλλ' η ομόνοια αύτη έπαθε μετά την επάνοδον του Υψηλάντου, διότι, υποβλέπον αυτόν το νομοτελεστικόν δι' όσα συνέβησαν εν τη Ανατολική Ελλάδι επί της εκστρατείας του, δεν εκοινοποίει τη βουλή τα σχέδιά του ως πρότερον, όχι διότι εφοβείτο την επιρροήν αυτού, αλλά διότι δεν ήθελε να γνωρίζη εκείνος όσα εσχεδιάζοντο, και ενήργει έκτοτε πολλάκις εν αγνοία της βουλής. Η δε βουλή, συνειθισμένη να γνωρίζη τα πάντα και να σκέπτεται περί πάντων, δυσηρεστείτο διά το νεοφανές δείγμα της προς αυτήν ολίγης του νομοτελεστικού πίστεως. |
| Πρό τινων δε ημερών ανεφύη το εξής θρησκευτικόν ζήτημα. |
| Πολλοί Έλληνες ζήλω θρησκευτικώ κινούμενοι εβάπτιζαν εξ αρχής της επαναστάσεως πολλούς των αιχμαλώτων θέλοντας και μη θέλοντας. Η κυβέρνησις και η γερουσία της Πελοποννήσου, αφ' ού εσυστήθησαν, απηγόρευσαν την βάπτισιν ως έργον όχι προαιρέσεως αλλ' ανάγκης. Μετ' ολίγον η γερουσία ηθέλησε να την επιτρέψη ως έργον φιλανθρωπίας, διότι εν μέσω τόσων αιματοχυσιών, ας πας συνετός Έλλην απεστρέφετο, εθεώρησε τον τρόπον τούτον ως τον μόνον συντελεστικόν εις το να καταστήση τους Έλληνας φιλανθρωποτέρους προς τους διά της θείας βαπτίσεως αναγεννομένους Μωαμεθανούς. Επί τω σκοπώ τούτω επρότεινε προς την κυβέρνησιν αρχομένου του μαΐου να διατάξη διά του επί των εκκλησιαστικών υπουργείου τους αρχιερείς και ιερείς να βαπτίζωσι τους θέλοντας, προηγουμένης της απαιτουμένης κατηχήσεως. Ο τότε επί των εκκλησιαστικών υπουργός, επίσκοπος Ανδρούσης Ιωσήφ, φιλάνθρωπος ως καί τις άλλος, απεδέχθη μεν τους λόγους δι' ους έγεινεν η πρότασις, αλλά μη εγκρίνων να προσφέρεται τοιουτοτρόπως η βάπτισις, εγνωμοδότησε να βαπτίζωνται μόνον οι εντός του δωδεκάτου έτους άρρενες, αλλά και ούτοι συναινέσει των γονέων· να βαπτίζωνται δε και αι νέαι γυναίκες όσαι προηρούντο. Αλλά το βουλευτικόν, προς ο εκοινοποιήθη η γνώμη του υπουργού, επρόβαλε να δέχεται η του Χριστού εκκλησία άπαντας τους μετά πίστεως και εκουσίως προσερχομένους άνδρας και γυναίκας πάσης ηλικίας, αφ' ού κατηχούντο, ως αν ήτον η πίστις επί των άκρων των χειλέων. Βέβαιον είναι ότι η βάπτισις εζητείτο παρά των Μωαμεθανών εις αποφυγήν των δεινών και όχι κατά συνείδησιν· δεν έπρεπε δε μήτε διά πολιτικούς λόγους να γίνωνται δεκτοί οι τοιούτοι ως έτυχε· διότι, όντες κρυφίως θανάσιμοι εχθροί και της πίστεως και της ελευθερίας των Ελλήνων, εδύναντο, εισχωρούντες εις την πολιτικήν ή στρατιωτικήν υπηρεσίαν του κράτους διά του καθ' υπόκρισιν Χριστιανισμού, να γενώσιν επικίνδυνοι· παράδειγμα πρόσφατον είχαν οι Έλληνες το προ ολίγου συμβάν εν Λεβαδεία, όπου πολλοί αιχμάλωτοι εβαπτίσθησαν· αλλ' αφ' ού εισέβαλαν εις την πόλιν εκείνην οι υπό τον Μεχμέτπασαν και τον Βρυώνην απέπτυσαν το βάπτισμα και εμάνησαν κατά των Χριστιανών έτι μάλλον ως βιασθέντες εξ όσων έπασχαν να εξομόσωσιν. Αι παρατηρήσεις του νομοτελεστικού, συνεταί και ως χριστιανικαί και ως πολιτικαί, υπερίσχυσαν μετά ικανήν λογομαχίαν αυτού και του βουλευτικού, και ενεκρίθη και εκανονίσθη ν' αναγεννώνται διά της θείας κολυμβήθρας μόνον οι εντός του δωδεκάτου έτους προσερχόμενοι άρρενες, αι δε γυναίκες πάσης ηλικίας, αλλ' ουδείς μη συναινούντων των γονέων. |
| Οι δε πολιορκούμενοι Τούρκοι του Ναυπλίου, στενοχωρούμενοι εις άκρον δι' έλλειψιν τροφής, απεφάσισαν να παραδοθώσι· συνήργησεν εις τούτο καί τις Οθωμανός Ισούφ - τσαούσης, πεσών εις χείρας των Ελλήνων εν ώ απεστέλλετο παρά των πολιορκουμένων εις Κωνσταντινούπολιν, και γράψας προς αυτούς επιστολήν επί τη προτροπή των Ελλήνων, αλλ' εκληφθείσαν ως ταληθή λέγουσαν, δι' ης τους απήλπιζε πάσης έξωθεν αντιλήψεως, και τους παρεκίνει να συμβιβασθώσι. Και άλλοτε ήλθαν οι πολιορκούμενοι εις λόγους συμβιβασμού μετά των πολιορκητών· και ο Πετρόμπεης, όστις κατέβη εκείνας τας ημέρας εις την Αργολίδα, αντιφερόμενος προς την κυβέρνησιν και πεποιθώς επί την επιρροήν του, έστειλε προς τους πολιορκουμένους τον αιχμάλωτον καδήν της επαρχίας του αγίου Πέτρου επί συμβιβασμώ μετ' αυτού ή δι' αυτού· αλλ' η αποστολή αύτη εματαιώθη συλληφθέντος του καδή· επί τη παρούση όμως περιστάσει αι συμβιβαστικοί λόγος ετελεσφόρησαν, και την 18 υπεγράφη σύμβασις λέγουσα, οι μεν Τούρκοι να παραδώσωσι τα φρούρια και παντός είδους όπλα δημόσια και ιδιωτικά και τα δυο τρίτα της κινητής περιουσίας των μετά λεπτομερή καταγραφήν, οι δε Έλληνες να μετακομίσωσι τους Τούρκους εις τα παράλια της Ασίας και να τοις δίδωσι τακτικώς μετά την υπογραφήν της συμβάσεως την καθημερινήν τροφήν μέχρι του εις τα ρηθέντα παράλια κατάπλου. Εις εκπλήρωσιν δε των όρων εισήλθαν την αυτήν ημέραν εις Ναύπλιον οι πληρεξούσιοι των Ελλήνων εν συνοδία 100 οπλοφόρων υπό αναπεπταμένην σημαίαν. Εις ασφάλειαν δε αυτών παρέδωκαν οι Τούρκοι τη ελληνική κυβερνήσει ομήρους εκ των σημαντικωτέρων οικογενειών· παρέδωκαν και τον θαλασσόπυργον, εις ον εισήλθαν 50 Έλληνες εκ των ανωτέρω 100, οι δ' άλλοι έμειναν εν Ναυπλίω φρουροί των συνεισελθόντων πληρεξουσίων. Η είδησις της εγγιζούσης πτώσεως του Ναυπλίου, όπου ενομίζετο ότι ήσαν θησαυροί αποτεταμιευμένοι, διασπαρείσα εις τας επαρχίας της Πελοποννήσου, έφερε κατά δυστυχίαν μεγάλα προσκόμματα εις την προσχεδιασθείσαν κατά του εχθρού εκστρατείαν εκτός της Πελοποννήσου, διότι είλκυσεν εις Αργολίδα πανταχόθεν πλήθη οπλοφόρων. Η δε συρροή τούτων επέφερεν αταξίας και φόνους των εξερχομένων υπό την σύμβασιν Τούρκων και προσβολάς και ύβρεις και κατ' αυτής της κυβερνήσεως, ήτις φοβηθείσα δικαίως μη κακοποιηθώσιν ή αρπαγώσιν οι δοθέντες αυτή όμηροι, τους επεβίβασεν εις ελληνικόν πλοίον διαμένον έμπροσθεν των Μύλων. Όσον δε συμφέρον είχαν οι Έλληνες να επιταχύνωσι την παράδοσιν του φρουρίου διά την προσεγγίζουσαν εισβολήν των εχθρών, τόσον είχαν οι Τούρκοι να την αναβάλλωσιν. Η πείνα εβίασε τούτους να συμβιβασθώσιν, αλλά λαμβάνοντες κατά την σύμβασιν την καθημερινήν τροφήν, ανάγκην δεν είχαν να επιταχύνωσι την παράδοσιν των μη ειδότες τι τέξεται υπέρ αυτών η επιούσα. Οι Έλληνες, ασκέπτως και μικρολόγως φερόμενοι, επέβαλαν όρον την λ ε π τ ο μ ε ρ ή καταγραφήν όλης της κινητής των πολιορκουμένων περιουσίας και την μετά ταύτα ακριβή διανομήν της· την δ' αποπεράτωσιν της εργασίας ταύτης παρέτεινεν έτι μάλλον η κακή πίστις των Τούρκων κρυπτόντων τα πολυτιμότερα των είδη. Οι επί παραλαβή του φρουρίου εισελθόντες Έλληνες είδαν μετ' ολίγον πόσον δυσπλήρωτος ήτον ο περί ου ο λόγος όρος, και συναινέσει και των Τούρκων εζήτησαν και έλαβαν την άδειαν να μετατρέψωσι τον όρον τούτον εις ρητήν ποσότητα πληρωτέαν εις είδη επί εκτιμήσει, αν δεν ήτο δυνατόν εις χρήματα· αλλά και ταύτης της δυσκολίας αρθείσης, ουδέ και τότε ο μέγας σκοπός επληρούτο, διότι εχρειάζοντο επί χείρας χρήματα εις κίνησιν των πλοίων διά την διαβίβασιν των πολιορκουμένων, και η κυβέρνησις ούτε είχεν ούτ' εύρισκε, και επροσπάθει να κινήση πλοία επί τω προσδοκωμένω μεριδίω της εν Ναυπλίω περιουσίας. Διά τα αίτια ταύτα παρετείνετο η τόσον αναγκαία παράδοσις του φρουρίου. |
| Περί δε τα τέλη του μαΐου, η Πελοποννησιακή γερουσία ανεκάλυψεν, ότι ενήργουν τινές εν αγνοία ων εγκατέστησεν η εν Επιδαύρω συνέλευσις Αρχών, να τεθή η Πελοπόννησος υπό την προστασίαν των Άγγλων, και διεπραγματεύοντο περί τούτου μετά των Αρχών των ιονίων νήσων. Όργανα δε της διαπραγματεύσεως ταύτης εφωράθησαν οι δύο αδελφοί Ζαριφόπουλοι εξ Ανδριτσαίνης, ων συνέλαβε και εφυλάκισεν η γερουσία τον ένα ευρεθέντα εν Τριπολιτσά· ηύρε δε και έγγραφα δι' ων απεδεικνύοντο τα περί της αγγλικής προστασίας υπενεργούμενα. Το νομοτελεστικόν, μαθόν ταύτα, κατέκρινεν αποτόμως την διαπραγμάτευσιν· αλλ' οι πρόκριτοι της Πελοποννήσου εν γένει δεν εφάνησαν δυσαρεστηθέντες· μάλιστά τινες των εν Άργει ευρεθέντων τότε, θέλοντες ν' ανιχνεύσωσι την διάθεσιν της αγγλικής κυβερνήσεως, απέστειλαν υπό άλλην πρόφασιν εις Ζάκυνθον τον επίσκοπον Ρέοντος και Πραστού, Διονύσιον, όστις διά του πρωτοπαπά της νήσου εκείνης, Γαρζώνη, ελθόντος εις λόγους μετά του διοικητού περί του σκοπού της αποστολής ταύτης, ειδοποιήθη, ότι έδιδεν απάντησιν η αγγλική κυβέρνησις, αν η περί προστασίας πρότασις εστέλλετο εις Λονδίνον έγγραφος παρά των προκρίτων της Πελοποννήσου. Και η μεν διαπραγμάτευσις αύτη διεκόπη. |
| Η δε μεταξύ των πολιτικών και πολεμικών της Πελοποννήσου επικρατούσα αντιζηλία εκορυφώθη επί τη εις τας επαρχίας προς στρατολογίαν και εκστρατείαν διασπορά των προκρίτων. Ο Κολοκοτρώνης διετήρει καλώς την πολιορκίαν των Πατρών· αλλ' οι πρόκριτοι των Καλαβρύτων, της Καρυταίνης, και άλλων μερών υφήρπασαν τους επαρχιώτας των από του στρατοπέδου αυτού διά την εκστρατείαν των, ίσως και θέλοντες ν' αδυνατίσωσι τον δυνατόν τούτον αντίπαλον, όστις, ιδών την υφαρπαγήν και εναπολειφθείς μετ' ολίγων, έλυσε πλήρης οργής την πολιορκίαν και ανέβη εις Τριπολιτσάν, κηρύττων όθεν διέβαινεν ασυδοσίαν προς έλκυσιν του λαού και ετοιμαζόμενος να καταβή εκείθεν εις Αργολίδα, ίνα κριθή, ως έλεγε, μετά των εναντίων του, αλλά διανοούμενος κυρίως ν' ανατρέψη τα καθεστώτα και ν' αντικαταστήση στρατοκρατίαν. Τοιουτοτρόπως ο πομπώδης κατάλογος της στρατολογίας έμεινεν ανενέργητος, και η εις τας επαρχίας πολύκροτος διασπορά των προκρίτων επί σωτηρία της κινδυνευούσης πατρίδος έφερε κακόν αντί καλού, διότι έλυσε την πολιορκίαν των Πατρών χωρίς να κινήση δυνάμεις ούτε εις την στερεάν Ελλάδα ούτε καν επ' ασφαλεία του ισθμού. Και ταύτα συνέβαιναν καθ' ην ώραν οι μεν εχθροί ήσαν έτοιμοι να περάσωσιν εν πολλή δυνάμει τον Σπερχειόν, ουδεμία δε δύναμις, εξ αιτίας των κατά τον Οδυσσέα, υπήρχεν εντεύθεν του ποταμού εις αντίκρουσιν. |
1822 |
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΕ'. |
&Εκστρατεία Αλβανών εις Σούλι. — Πτώσις αυτού και αποκλεισμός Κιάφας — Εκστρατεία υπό τον Μαυροκορδάτον πέραν του Μακρυνόρους. Φθορά τις υπό τον Πασάνον μικράς ναυτικής δυνάμεως εν τω αμβρακικώ κόλπω, — Μάχαι Κομποτίου, Πλάκας, Φαναρίου, και θάνατος Κυριακούλη Μαυρομιχάλη. — Μάχη του Πέτα.& |
| ΜΕΤΑ δε την καταστροφήν του Αλή, όλη η Ήπειρος επροσκύνησεν, ως είρηται, τον Χουρσήδην· αλλ' οι Σουλιώται δεν έκλιναν τον αυχένα. Ο λαός ούτος, ο πολεμήσας έως τότε υπέρ του Αλή, απεφάσισεν ομοθυμαδόν να πολεμήση του λοιπού υπέρ του έθνους του· επί σκοπώ δε να πολεμήση ευτυχώς και να φέρη προσκόμματα εις την ήδη έτοιμον κατά της αποστατησάσης Ελλάδος εκστρατείαν των Αλβανών επρόβαλε τη ελληνική κυβερνήσει να στείλη κατ' εκείνα τα μέρη πλοία, τα μεν προς μεταφοράν των γυναικών και τέκνων αυτών εις Πελοπόννησον, τα δε προς φόβον των εχθρών και εμψύχωσιν των γειτόνων Χριστιανών· να τοις στείλη, δε και τροφάς και πολεμεφόδια, και να τοις δώση την άδειαν να συννοηθώσι μετά των Χριστιανών ή και των Μωαμεθανών της Αλβανίας. Η κυβέρνησις έδωκεν εκ του προχείρου την ζητηθείσαν άδειαν· εσκόπευε δε να εκτελέση, βραδύτερον και τας άλλας των αιτήσεις όπως εδύνατο· οι Αλβανοί εν τοσούτω, και κυρίως οι γείτονες των Σουλιωτών Τσάμιδες, δεν έκριναν συνετόν να στρατεύσωσιν επί την αποστατήσασαν Ελλάδα και απομακρυνθώσι των εστιών αυτών πριν ειρηνεύσωσιν οι Σουλιώται, διότι άλλως εκινδύνευαν αι οικογένειαί των, δι' ο παρεκάλεσαν τον Χουρσήδην να φροντίση περί τούτου. Ούτος και διά την αιτίαν ταύτην, και μη θέλων ν' αφήση οπίσω φλόγα επαναστάσεως δυναμένην να διαδοθή, έγραψε τοις Σουλιώταις, ότι δίκαιον ίσως είχαν άλλοτε να οπλισθώσι, διότι ο προκάτοχός του, παραβάς το βασιλικόν φιρμάνι, όχι μόνον δεν τοις απέδωκε την πατρίδα των και τα υποστατικά των, αλλά και τους επεβουλεύθη· ότι η Πύλη δεν εμνησικάκει, αλλ' εξ εναντίας τους εσυγχώρει και τοις απέδιδε τον τόπον των, τα υποστατικά των και τα αρχαία των προνόμια και ότι ήτον έτοιμος και αυτός να τοις δώση ό,τι άλλο εύλογον εζήτουν· τους παρεκίνει δε να στείλωσι προς αυτόν πληρεξουσίους όσον τάχιστα, διότι εβιάζετο να εκστρατεύση. Οι Σουλιώται, ευχαριστήσαντές τον διά την προς αυτούς εύνοιάν του, απήντησαν ότι, επειδή η αποστασία των Ελλήνων επήγασεν εκ των ραδιουργιών του Αλή, δίκαιον εφαίνετο, να μη εκστρατεύση ο Χουρσήδης κατ' αυτών πεσόντος εκείνου, αλλά να τοις δώση αμνηστείαν, και αν εκείνοι την εδέχοντο, την εδέχοντο και ούτοι· άλλως επρόκριναν ν' αποθάνωσι παρά ν' αμαυρώσωσι το όνομά των δι' απιστίας, αποχωριζόμενοι ομοθρήσκων συμπολεμιστών. Η παρακοή αύτη της προσταγής και το ύφος της απαντήσεως των Σουλιωτών εκίνησαν εις αγανάκτησιν τον αλαζόνα Χουρσήδην, όστις, έτοιμος να στείλη τας δυνάμεις του εις Ακαρνανίαν, απεφάσισε να τας κινήση πρώτον όλας εις εξολόθρευσίν των. Η είδησις διεσπάρη, και οι Σουλιώται, απόφασιν έχοντες ν' ανθέξωσι, διέταξαν τους κατοικούντας τα απώτερα χωρία των Χριστιανούς να μετακομισθώσι και μετακομίσωσι τα κτήνη των εις τα εντός του τμήματος του Σουλίου προς ασφάλειαν· αλλά, πριν κινηθώσιν οι εχθροί κατ' εκείνων των μερών, οι πρόκριτοι των Αλβανών, λαβόντες τας περί εκστρατείας διαταγάς του Χουρσήδη, και βλέποντες ότι ηνοίγετο στάδιον επικινδύνου πολέμου και ανωφελούς διά τους λαφυροφίλους τούτους πολεμιστάς, ήλθαν εις λόγους συμβιβασμού μετά των Σουλιωτών εν Δερβιζιάνοις, χωρίω τέσσαρας ώρας μακράν του Σουλίου. Οι λόγοι των Αλβανών απέβλεπαν ν' αποσπάσωσι τους Σουλιώτας των λοιπών Ελλήνων· αλλ' ούτοι επέμεναν εις όσα έγραψαν τω Χουρσήδη, και ούτως οι Αλβανοί και οι Σουλιώται διεχωρίσθησαν άπρακτοι την πρώτην ημέραν· ανωφελώς επανελήφθησαν τα αυτά και την ακόλουθον· πολλού δε λόγου γενομένου περί της αφεύκτου καταστροφής του Σουλίου, και του ανδραποδισμού των γυναικών και τέκνων των Σουλιωτών, αν δεν εσυμβιβάζοντο, ο Δαγκλής απεκρίθη, «ότι ποτέ δεν θα ηνδραποδίζοντο· διότι, αν εκυριεύετο ο τόπος των, θα εφονεύοντο παρ' αυτών των Σουλιωτών». Μετά δε την συνέντευξιν ταύτην οι Αλβανοί απηλπίσθησαν παντός συμβιβασμού, ο δε Χουρσήδης, εις άρσιν του προσκόμματος του να εκστρατεύση εις Αιτωλοακαρνανίαν, εκίνησε κατά του Σουλίου όλας του τας δυνάμεις διά μιας, ως δεκατέσσαρας χιλιάδας. |
| Εις άκρον ολιγάριθμοι όντες οι Σουλιώται και ολίγας μόνον θέσεις εδύναντο να καταλάβωσι, και ολίγους πολεμιστάς εν αυταίς να τοποθετήσωσι. Τω όντι, εναντίον των δεκατέσσαρων χιλιάδων αντέταξαν μόνον χίλιους, εξ ών τριακόσιοι κατέλαβαν την θέσιν του αγίου Νικολάου υπό τον Νότην Μπότσαρην, τετρακόσιοι την του Ζαβρούχου υπό τον Διαμαντήν Ζέρβαν και άλλους, και τριακόσιοι την του Μομάκου υπό τον Δράκον, τον Δαγκλήν και τον Γούσην. Οι εχθροί, φθάσαντες εις Βαριάδας, διηρέθησαν εις τρία σώματα, και το μεν εκ τρισχιλίων υπό τους δυο σιλιχτάρας, τον του Χουρσήδη και τον του Αλή, κατέλαβε την 15 μαΐου το σέλωμα του Ποπώβου, τρεις ήμισυ ώρας μακράν του Σουλίου προς βορράν· το δε άλλο εκ πεντακισχιλίων υπό τον Βρυώνην και τον Άγον Μουχουρδάρην διέβη την ακόλουθον ημέραν το υπερκείμενον του Σουλίου βουνόν, Βούτσι· το δε τρίτον υπό τον Κεσέρ - Αχμέτπασαν εστράτευσε προς δυσμάς του Σουλίου, κατά τους Μύλους. Τα τρία δε ταύτα πολυάριθμα σώματα έπεσαν την αυτήν ημέραν επί τα τρία ολιγάριθμα των Σουλιωτών και το μεν κατά τον άγιον Νικόλαον, μη δυνηθέν ως εκ της θέσεώς του ν' ανθέξη, ωπισθοδρόμησε και ετοποθετήθη κατά την υπερκειμένην της Κιάφας Στρέθιζαν, την και Στρούμπουλον· τα δε κατά το Ζαβρούχον και Μομάκον υπεράσπισαν ευτυχώς κατ' αρχάς τας θέσεις των, αλλ' επί τέλους τας εγκατέλειψαν. Οι εχθροί εισήλθαν εις το Σούλι, το εκυρίευσαν και ανέβησαν προς την άνωθεν αυτού ράχιν, Κούγκι. Επί της θέσεως ταύτης κείται ναός επ' ονόματι του αγίου Δονάτου, περιτετειχισμένος. Ο Δράκος, μεταβάς εκ της θέσεως του Μομάκου εις το Κούγκι, και ιδών αναβάντας τους εχθρούς εκλείσθη εντός του περιτειχίσματος του ναού μετά 52 πολεμιστών. Οι ολίγοι ούτοι επολέμησαν ευτυχώς δι' όλης της ημέρας και της πρώτης φυλακής της νυκτός. Περί δε το μεσονύκτιον οι Τούρκοι, επικρατούσης εντός του περιτειχίσματος βαθείας σιωπής, ώρμησαν να εισπηδήσωσιν υποθέσαντες ότι έφυγαν οι εν αυτώ κρυφίως. Ατάραχοι οι εντός δεν τους εκτύπησαν έως ού επλησίασαν, και τότε πυροβολήσαντες όλοι διά μιας εφόνευσαν και επλήγωσαν πολλούς και απώθησαν τους άλλους. Την αυτήν νύκτα ο γραμματεύς του Άγου Μουχουρδάρη εμήνυσε κρυφίως τοις εντός του περιτειχίσματος, ότι οι Τούρκοι εμελέτων να μη επανέλθωσι κατ' αυτών, αλλά να ερμήσωσιν επί την Κιάφαν. Η Κιάφα ήτο το τελευταίον καταφύγιον των Σουλιωτών. Εκεί ήσαν αι γυναίκες, τα τέκνα, και η κινητή περιουσία των· εκεί εκάθητο και η Αρχή του τόπου· εκεί συνεσωρεύθησαν και αι καταφυγούσαι εκ των μακρυνών χωρίων οικογένειαι των Χριστιανών και τα κτήνη αυτών· ώστε, αν εχάνετο η Κιάφα, εχάνετο το παν· διά τούτο επί τη κοινοποιήσει του γραμματέως, ην δεν υπώπτευσαν δολίαν, εγκατέλειψαν την θέσιν του αγίου Δονάτου. Μετά την πτώσιν δε του Σουλίου εγκατέλειψαν και οι άλλοι ας εκράτουν έως τότε θέσεις, ώστε κατείχαν όλοι τρεις, τας αναγκαιοτέρας, την Κιάφαν, τον Ναβαρίκον, απέχον της Κιάφας τρία τέταρτα της ώρας, και την Χώνιαν, όθεν ελάμβαναν οι εν τη Κιάφα το νερόν· οι πλείστοι δε των πολεμιστών ήσαν πάντοτε περί την Κιάφαν. |
| Οι Τούρκοι εκινήθησαν τω όντι, καθώς προανηγγέλθη παρά του γραμματέως, προς την Κιάφαν, έστησαν επάνωθεν αυτής βομβοβόλους και κανόνια, εκτύπουν το φρούριον και τας έξωθεν του φρουρίου οικογενείας των χωρικών, και επροξένουν πολλήν βλάβην. Εν τω μεταξύ τούτω ήλθε και ο Χουρσήδης εις το στρατόπεδον μαθών την πτώσιν του Σουλίου, και συμβουλίου γενομένου απεφασίσθη να κινηθώσι συγχρόνως επί τον Ναβαρίκον, την Χώνιαν, και την Κιάφαν· και τα χαράγματα της 17 ιουνίου εκίνησαν ο μεν Βρυώνης και ο Άγος Μουχουρδάρης μετά εξακισχιλίων επί τον Ναβαρίκον, ο δε Ισμαήλ Πρόνιος, ο Ταήρ Τσαπάρης, και ο Μπάλιος Χούσας μετά τετρακισχιλίων επί την Χώνιαν· ο δε Σιλιχτάρης Μπότας μετά δισχιλίων επί την Κιάφαν. Τριακόσιοι Σουλιώται ήσαν κατά τον Ναβαρίκον προ του κινήματος των εχθρών επί δε τη παρουσία τόσου πλήθους, 37 μόνον απέμειναν υπό τον αρχηγόν Δράκον, αλλά και τόσον ολίγοι αντεστάθησαν ευτυχώς έως ού ήλθεν ικανή βοήθεια εκ της Κιάφας, και τότε ηνάγκασαν τους εχθρούς να υποχωρήσωσι την νύκτα άπρακτοι. Αφ' ού δε εξημέρωσε, χίλιοι πεντακόσιοι, διαμείναντες εντός τινων πύργων εν αγνοία της υποχωρήσεως των συναδέλφων των, εζήτησαν άδειαν ίνα απέλθωσιν αβλαβείς. Οι δε Σουλιώται, υποπτεύσαντες μη επανέλθωσιν οι προαναχωρήσαντες εις λύτρωσιν των απομεινάντων τούτων, εισάκουσαν την αίτησίν των. Απέτυχαν επίσης και τα σύγχρονα κινήματα των Αλβανών κατά την Κιάφαν, όπου και αυταί αι γυναίκες τους επολέμησαν κυλίουσαι λίθους. Ευτύχησαν κατ' αρχάς τα κατά την Χώνιαν και εβίασαν οι εχθροί τους εκεί Σουλιώτας, εκατόν σχεδόν όντας, να υποχωρήσωσι προς τα άνω· αλλ' εν τω μεταξύ εφάνησαν απροσδοκήτως καταβαίνοντες από της κορυφής των βουνών πεντακόσιοι Χριστιανοί αλαλάζοντες και τουφεκίζοντες, εν οις και γυναίκες, αι μεν ένοπλοι αι δε ροπαλοφόροι. Τούτους ιδόντες οι Τούρκοι μακρόθεν ερχομένους ανεχώρησαν άπρακτοι και μετέβησαν εις τας πρώτας θέσεις των. |
| Αν η υπερέχουσα ανδρία των Σουλιωτούν δεν ήτον ήδη πολλαχόθεν γνωστή, τα περί ων ο λόγος κατορθώματα ήρκουν να την μαρτυρήσωσιν. |
| Εν τω μεταξύ δε τούτω οι εν Πρεβέζη και Άρτη διαμένοντες εχθροί επάτουν τα άκρα της Ακαρνανίας, ηκροβολίζοντο και επανήρχοντο εις τα ίδια. Εν μια δε των επί του έαρος επιδρομών ανέκτησαν τα τειχίδια του Τεκέ και της Πλαγιάς. |
| Ο δε Χουρσήδης, όλως αγανακτών διά την αποτυχίαν της εις άλωσιν της Κιάφας εκστρατείας του, διώρισε τον Βρυώνην αρχηγόν της πολιορκίας και όλων των κατά την Ήπειρον οθωμανικών δυνάμεων, και μετέβη εις Λάρισσαν προς κίνησιν άλλου πολυπληθούς στρατού ετοίμου ήδη να εισβάλη εις την Ανατολικήν Ελλάδα και την Πελοπόννησον. |
| Επειδή τόσα στρατεύματα έτοιμα να πέσωσιν εις Αιτωλοακαρνανίαν δεν εχρονοτρίβησαν ειμή διά την αντίστασιν της Κιάφας, μέγα συμφέρον είχεν η Ελλάς να διατηρηθή η θέσις εκείνη, φαινομένη το προπύργιον της Δυτικής Ελλάδος· μέγα συμφέρον είχε και να μεταφέρη το θέατρον του πολέμου υπερόριον, ό εστιν εις την Ήπειρον· διά τούτο, φθάσαντος του Μαυροκορδάτου εις Μεσολόγγι, απεφασίσθη να σταλή όλη η δύναμις εις λύτρωσιν της κινδυνευούσης Κιάφας και εις σύστασιν στρατοπέδου πέραν του Μακρυνόρους. |
| Αφ' ού δε διά της προθύμου συνδρομής όλων των Αρχών και όλων των δυνατών διέθεσεν ο Μαυροκορδάτος τα εσωτερικά της Δυτικής Ελλάδος, όπως η περίστασις απήτει, και ενήργησεν όσα αναγκαία εις προμήθειαν τροφών, απεστάλη ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης μετά πεντακοσίων Μανιατών και Καρυτινών επί τεσσάρων εκ των εν Μεσολογγίω τω καιρώ εκείνω ελλιμενιζόντων πλοίων εις Φανάρι, λιμένα 5 ώρας απέχοντα της Κιάφας· |
| Ιούνιος | ο δε Μαυροκορδάτος επιστράτευσε την 1 ιουνίου μετά των τακτικών, των φιλελλήνων, των επτανησίων, καί τινων Αιτολοακαρνάνων εις την πέραν του Αχελώου κοιλάδα, Λάσπην, υπό το χωρίον του Μαχαλά, όπου ενεκρίθη να συνέλθωσι πανταχόθεν τα στρατεύματα· ενδιατρίψας δε τρεις ημέρας επροχώρησεν εις Καρβασαράν επί της μεσημβρινής όχθης του αμβρακικού κόλπου, και ευρών δύο μικράς κανονοφόρους υπό τον Ιταλόν Πασάνον, τον άλλοτε εν υπηρεσία του Αλή, έστειλε δι' αυτών εις την επί της αρκτικής όχθης του κόλπου Κόπραιναν δύο ευκόμιστα κανόνια καί τινας άλλας πολεμικάς αποσκευάς προς μετακόμισιν των εις Κομπότι, χωρίον δύο ώρας απέχον της Άρτης επί υψηλής θέσεως· έστειλε δε και τα στρατεύματα διά Βάλτου και Μακρυνόρους εις τα αυτό χωρίον, όπου έφθασε και αυτός την 9. Αλλ' όλα τα εκεί συνελθόντα στρατεύματα, τακτικά και μη, μόλις ήσαν τρισχίλιοι, εν ώ τριπλάσια ήσαν τα εν Άρτη, Ιωαννίνοις και Πρεβέζη εχθρικά. Την δε ακόλουθον ημέραν, εξελθών ο Νορμάννος μετ' ολίγων ακολουθών εις παρατήρησιν των πέριξ του χωρίου θέσεων, απήντησεν αίφνης πεντακοσίους ιππείς υπό τον Ισμαήλ Πλιάσαν ερχομένους και αυτούς επί τω αυτώ σκοπώ εξ Άρτης προς το Κομπότι, και οπισθοδρομήσας εις το χωρίον ειδοποίησε την επέλευσιν των εχθρών, και εν τω άμα οι εκεί Έλληνες και φιλέλληνες εφορμήσαντες τους έτρεψαν, και προπορευόμενοι οι φιλέλληνες και ακολουθούντες οι Έλληνες τους κατεδίωξαν σχεδόν ως την Άρταν φονεύσαντες ικανούς αναβάτας και αρπάσαντες τους ίππους των, εν οις καί τινες αξιωματικών και του κεχαγιά αργυροχαλίνωτοι. Εφονεύθησαν και ολίγοι Έλληνες τακτικοί. |
| Την δε επαύριον, εν ώ οι εν τω Κομποτίω εβουλεύοντο περί των περαιτέρω, ήλθαν προς αυτούς απεσταλμένοι των Σουλιωτών αναγγέλλοντες την επικίνδυνον στάσιν των και αιτούμενοι ταχείαν αντίληψιν· επρόσθεταν δε ότι, επειδή ήσαν πλειότεροι ή όσοι εχρειάζοντο οπλοφόροι εις φύλαξιν ων κατείχαν θέσεων έτοιμοι ήσαν να εξέλθωσί τινες εις υποστήριξιν των έξω κινημάτων άμα επλησίαζαν στρατεύματα. Επί τη αγγελία ταύτη απεφασίσθη άλλοι μεν του εν Κομποτίω στρατεύματος να πλησιάσωσιν όσον εδύναντο προς την Κιάφαν, άλλοι δε να μεταβώσιν εις το χωρίον του Πέτα ως εις θέσιν δυνατωτέραν επί μόνω τω σκοπώ να εμποδίσωσι τους εν Άρτη Τούρκους του να εκστρατεύσωσιν επί τους εις βοήθειαν της Κιάφας κινουμένους. |
| Οπλαρχηγός του τμήματος της Άρτης, εις 1 ανήκε το χωρίον του Πέτα, ήτον ο Γώγος, ούτινος τα λαμπρά εν τω χωρίω εκείνω και εν Μακρυνόρει κατορθώματα αρχομένου του αγώνος διηγήθημεν. Κατ' εκείνας τας ημέρας εστρατοπέδευεν ο ανήρ ούτος εν τω ρηθέντι χωρίω. Αν και το πρώτον έτος της επαναστάσεως επολέμησε φανερά τους Τούρκους και έφθειρε πολλούς και εματαίωσε και τα κατά της Αιτωλοακαρνανίας σχέδιά των, οι Τούρκοι, θεωρούντες τον ως δυνατόν και ως έχοντα πολλήν και δικαίαν φήμην, τον άφησαν ανενόχλητον οπλαρχηγόν του τμήματός του υποκρινόμενον έκτοτε τον φίλον των· αλλ' ούτε εκείνοι επίστευαν αυτόν, ούτε αυτός εκείνους· δι' ο και ασυνέντευκτοι ήσαν, και συνενοούντο μόνον διά γραμμάτων εξαγοραζόμενοι αμοιβαίως τον καιρόν. Ο οπλαρχηγός ούτος, διατηρών φανεράς σχέσεις προς τους Τούρκους, διετήρει επίσης φανεράς και προς τους Έλληνας· και τοις μεν έλεγεν ότι το εθνικόν συμφέρον απήτει να πολιτεύεται τους Τούρκους, τοις δε ότι η φρόνησις απήτει να πολιτεύεται τους Έλληνας. Αφ' ού δε οι Έλληνες εστρατοπέδευσαν εν Κομποτίω, οι Τούρκοι, αναλογιζόμενοι την παρελθούσαν διαγωγήν του, τον υπώπτευσαν υπεράλλοτε και τω έγραψαν ότι καιρός ήτο να προσβάλωσιν εκ συμφώνου τους κλέπτας· ούτος δε τοις απεκρίθη, ότι έτοιμος ήτον, αλλ' ενόμιζε καλόν να μη βιασθώσι· τους εζήτει δε τροφάς και πολεμεφόδια διά τους στρατιώτας του. Οι Τούρκοι και την περί αναβολής γνώμην του ήκουσαν, και όσα εζήτησε τω έστειλαν, εξ ών άλλα μεν εχάρισε τοις ομοπίστοις του, αλλά δε τοις επώλησεν εις μισθοδοσίαν των στρατιωτών του· δεν τοις απέκρυψε δε ουδ' ό,τι τω έγραφαν εσχάτως οι Τούρκοι, ουδ' ό,τι αυτός απεκρίθη. Τοιούτος ήτον ο Γώγος. |
| Εις εκτέλεσιν δε του σχεδίου της ελληνικής εκστρατείας υπέρ της Κιάφας ο μεν Βαρνακιώτης, ο Ίσκος, ο Μάρκος Μπότσαρης, ο Βλαχόπουλος, ο Καρατάσος, και ο Γάτσος εκίνησαν την εσπέραν της 21 μετά χιλίων διακοσίων προς την Κιάφαν οι δε τακτικοί, οι φιλέλληνες, οι Επταννήσιοι, ο Γρίβας, ο Γενναίος και ο Γιατράκος μετέβησαν την επαύριον εις του Πέτα, όπου ηύραν τον Γώγον και άλλους οπλαρχηγούς· έμειναν δε εν Κομποτίω τινές Μεσολογγίται, Ανατολικιώται και Ζυγιώται υπό τον Παναγιώτην Ντόβαν, τον Σπύρον Πεταλούδην και τον Κωνσταντίνον Γκολφίνον. Ο δε Μαυροκορδάτος, ακολουθούμενος υπό τινων Πελοποννησίων και Στερεοελλαδιτών, μετέβη αυθημερόν εις Λαγκάδαν επί προμηθεία των αναγκαίων του στρατού. Την αυτήν δε ημέραν συνέβη το εξής δυστύχημα της εκστρατείας, πρόδρομος δεινοτέρων δυστυχημάτων. |
| Διά του Πασάνου, διοικούντος τας δύο μικράς κανονοφόρους, είχαν ήδη καταλάβει οι Έλληνες τον αμβρακικόν κόλπον. Οι Τούρκοι, θέλοντες να τον ανακτήσωσιν, ητοίμασαν εν Πρεβέζη και μετέφεραν εις τον κόλπον τρεις μεγάλας κανονοφόρους. Άνισος ήτον η πάλη, και ο Πασάνος επροσπάθησε να ρίψη εις την ξηράν τας κανονοφόρους του, αίτινες ευρέθησαν ανυπόπτως πλέουσαι επί τω είσπλω των εχθρικών· αλλ' η επικρατούσα νηνεμία εματαίωσε τας προσπαθείας του. Απελπισθείς δε του να τας λυτρώση, εμβήκεν εις το εφόλκιόν του και ηγωνίζετο διά της κωπηλασίας να σωθή καν αυτός επί της αρκτικής άκρας του κόλπου· αλλ' εύστοχος κανονία εβύθισε το εφόλκιον, και ούτως οι εχθροί, συλλαβόντες τας κανονοφόρους και τα πληρώματα, συνέλαβαν και αυτόν φερόμενον επί των κυμάτων, τον απεκόμισαν σιδηροδέσμιον εις Άρταν και τον εφυλάκισαν (α), τους δ' αθλίους ναύτας εσούβλισαν εν Πρεβέζη. Τοιουτοτρόπως οι Τούρκοι γενόμενοι κύριοι όλου του αμβρακικού κόλπου διέκοψαν την διά θαλάσσης κοινωνίαν του ελληνικού στρατοπέδου και της Ακαρνανίας. |
| Οι δε περί τον Βαρνακιώτην και λοιπούς οπλαρχηγούς, αναχωρήσαντες εκ Κομποτίου, απήντησαν μεγάλα εμπόδια εις την προς την Κιάφαν πορείαν των περιφερόμενοι τήδε κακείσε, διώκοντες και διωκόμενοι, έως ού πάμπολλοι Τούρκοι επέπεσαν το πρωί της 29 κατά την Πλάκαν, χωρίον επί όρους υψηλού και απέχον της μεν Κιάφας 10 ώρας, του δε Κομποτίου 4. Η μάχη διήρκεσεν ισοπαλής μέχρι της μεσημβρίας, καθ' ην, ελθούσης νέας και ακουράστου προς τους εχθρούς επιβοηθείας, ετράπησαν οι Έλληνες απηυδηκότες εξ αιτίας της μάχης της αυγής και κατέφυγαν διωκόμενοι εις την ακρώρειαν. Οι δ' εχθροί εκυρίευσαν την θέσιν των, επήραν όλην την πολεμικήν αποσκευήν των και τας ολίγας τροφάς των, και εφόνευσαν και επλήγωσαν υπέρ τους 100. Οι Σουλιώται έστειλαν 500 εις επικουρίαν, ως προϋπεσχέθησαν, αλλ' απαντήσαντες ούτοι πολλάς δυσκολίας καθ' οδόν δεν έφθασαν πλησίον της Πλάκας ειμή την ακόλουθον ημέραν της μάχης, καθ' ην μαθόντες την επί της προτεραίας φυγήν των Ελλήνων επανήλθαν εις τα ίδια· οι δε καταφυγόντες εις την ακρώρειαν Έλληνες, απελπισθέντες του να χρησιμεύσωσι πλέον προς τον σκοπόν δι' ον εξεστράτευσαν, κατέβησαν την νύκτα όπισθεν του όρους και έφθασαν εις Πέτα κακώς έχοντες την 1 Ιουλίου, και ούτως εματαιώθη το δι' εκείνου του μέρους υπέρ της Κιάφας σχέδιον. |
| Οι δε εν Πέτα φιλέλληνες, και κατ' εξοχήν ο αρχηγός αυτών Δανίας, ακούσαντες επί της εκεί αφίξεώς των, ότι 800 των εν Άρτη Αλβανών εξήλθαν εις τας πλησιοχώρους κώμας απεφάσισαν να επιστρατεύσωσι. Τόσον δε ακράτητος ήτον η τόλμη του Δανίου και τόσον θερμή η επιθυμία του να διαπρέψη, ώστε παρήκουσε και αυτόν τον αρχηγόν των επιτελών Νορμάννον, υφ' ον διετέλουν οι τακτικοί και οι φιλέλληνες, μη εγκρίνοντα την επικίνδυνον ταύτην περιπλάνησιν. Επειδή οι φιλέλληνες ούτε τόπον ούτε γλώσσαν εγνώριζαν, παρέλαβάν τινας των οπαδών του Γώγου ως οδηγούς. Καθ' ην δε ημέραν εξεστράτευσαν (25 ιουνίου), συνεξεστράτευσαν και οι Επταννήσιοι υπό τον Πανάν, και όλοι κατέβησαν εν πρώτοις προς την όχθην του ποταμού της Άρτης, και μέχρι τινός παραποταμοπορούντες ανέβησαν την νύκτα εις Πλάκαν, όπου δεν ηύραν ψυχήν, διότι διαβάντες εκείθεν την προτεραίαν οι Αλβανοί τόσον ητάκτησαν, ώστε οι κάτοικοι όλοι κατέφυγαν εις τα όρη και τα δάση· είδαν όμως επί τινων ορέων πέραν του ποταμού πολλά πυρά, και εντεύθεν συμπεράναντες ότι εκεί ήσαν οι εχθροί, εκίνησαν κατ' εκείνο το μέρος την ακόλουθον αυγήν, επέρασαν προς μεσημβρίαν τον ποταμόν, και την εσπέραν έφθασαν εις το ορεινόν χωρίον Βρόντσαν, όπου εφαίνοντο τα πυρά την παρελθούσαν νύκτα, αλλά δεν ηύραν ειμή μίαν και μόνην γυναίκα και έμαθαν, ότι προ ολίγου έφυγαν οι Αλβανοί εκείθεν εν βία· η δε εν βία φυγή φαίνεται ότι προήλθεν έκ τινων τουφεκιών, ας έρριψαν οι δοθέντες παρά του Γώγου οδηγοί, εν ώ επλησίαζαν προς την Βρόντσαν, είτε κατά την επικρατούσαν συνήθειαν των οπλοφόρων Ελλήνων τουφεκιζόντων ασκέπτως και ασκόπως, είτε ώς τινες των φιλελλήνων υπώπτευσαν εις προειδοποίησιν και προφύλαξιν των εχθρών. Επειδή το χωρίον εκείνο κείται άνωθεν της μεταξύ Άρτης και Ιωαννίνων διερχομένης διά τινος αυλώνος οδού, ο Δανίας απεφάσισε να ενδιαμείνωσιν οι περί αυτόν εις ένεδραν μηδαμώς υποπτευόντων των Τούρκων ότι παρήσαν εχθροί· και επειδή έφαγαν τας ολίγας τροφάς των, παρεκάλεσαν τον Γώγον να τοις στείλη άλλας, ως προϋπεσχέθη· εν τούτοις συνέλαβάν τινας Τούρκους διαβαίνοντας. Τόσον δε ήσαν άφοβοι, ώστε 40 απεκόπησαν την νύκτα και έτρεξαν πολλάς ώρας μακράν των άλλων προς τα Πέντε - Πηγάδια, διότι ήρχετο εκείθεν βαθύς και κωφός ήχος τουφεκισμών· αλλ' επειδή ο ήχος, όστις μόνος τους ωδήγει, έπαυσε προϊούσης της νυκτός, επανήλθαν εις Βρόντσαν έπεσαν δε επί της επανόδου των εξαίφνης είς τινα εχθρικήν φρουράν μιαν ώραν μακράν των Πηγαδιών και τους μεν εσκότωσαν, τους δε διεσκόρπισαν. Ο Δανίας είχε διάθεσιν να διατρίψη εκεί ημέρας τινάς μετά του μικρού του στρατού· αλλ' η στέρησις των τροφών και η μη αποστολή άλλων παρά του Γώγου, έτι δε και κατεπείγουσα περί επανόδου διαταγή του Νορμάννου, μαθόντος ότι οι εν Άρτη Τούρκοι εμελέτων εντός ολίγου να εκστρατεύσωσιν, ηνάγκασαν τους περιπλανωμένους τούτους να επανέλθωσιν εις Πέτα, όπου έφθασαν την 1 ιουλίου. |
| Και άλλοθεν ίσως, αλλά βεβαίως εκ του εξής περιστατικού, οι εν Άρτη Τούρκοι ανεκάλυψαν κατ' εκείνας τας ημέρας την αδυναμίαν της ελληνικής εκστρατείας, δι' ην εφοβήθησαν κατ' αρχάς υποθέτοντές την πολλά σημαντικήν. |
| Οι Τούρκοι, εν ώ το ελληνικόν στρατόπεδον διέμενεν εν Κομποτίω, ενεδρεύοντες διά νυκτός πλησίον του χωρίου εκείνου, συνέλαβαν, τελευτώντος του ιουνίου, τον εκ του τάγματος των φιλελλήνων Ιταλόν Μονάλδην περιδιαβάζοντα και τον έφεραν εις Άρταν. Ούτος, περιποιηθείς και θαρρυνθείς υπό των εκεί διατριβόντων πασάδων, του Ισμαήλ - Πλιάσα και του Μεχμέτ - Ρεσίτη, του και Κιουταχή, ανεκάλυψεν αυτοίς και τας ενεστώσας δυνάμεις και τα μελετώμενα κινήματα και τας ελπίδας των Ελλήνων· αλλ' ο δυστυχής δεν εδυνήθη διά των ανακαλύψεών του ν' αποφύγη τον επαπειλούντα κίνδυνον. Οι άπιστοι πασάδες, μαθόντες όσα ήθελαν, τον απεκεφάλισαν και έστησαν την κεφαλήν του εις το μέσον της αγοράς της Άρτης. Οι Τούρκοι εθαρρύνθησαν μεγάλως ακούσαντες όσα ηγνόουν και τα εκοινοποίησαν τω γενικώ αρχηγώ των Βρυώνη, όστις μετά την αναχώρησιν του Χουρσήδη, αφ' ού διέθεσε πρεπόντως τα της πολιορκίας της Κιάφας, κατέλαβε τας Βαριάδας, κεντρικήν θέσιν μεταξύ Ιωαννίνων, Άρτης και Σουλίου. |
| Ιούλιος | Αν και η κατοχή του Κομποτίου ήτον αναγκαιοτάτη, διότι το χωρίον τούτο κείται επί της μεταξύ του Πέτα και της Λαγκάδας οδού, δι' ης οι εν Πέτα ελάμβαναν τας τροφάς και τα πολεμεφόδια, μόνον 150 ήσαν οι εναπομείναντες. Οι δε εν Άρτη, ως χίλιοι, επέπεσαν αίφνης την 3, έκαυσαν τα άκρα του χωρίου και ανέβησαν εις την επί του υψώματος εκκλησίαν της Ευαγγελίστρας, όπου εκλείσθησαν οι ολίγοι Έλληνες και υπερασπίσθησαν ευτυχώς δύο ώρας έως ού, ακουσθέντος του τουφεκισμού, έφθασεν έγκαιρος βοήθεια από του Πέτα υπό τον Γρίβαν και τον Γενναίον, και από της Λαγκάδας υπό τον Ράγκον, και ούτως οι Τούρκοι, προσβληθέντες υπό των έξωθεν ελθόντων και φοβηθέντες ότι επήρχοντο και άλλοι, ανεχώρησαν, φονευθέντων τινών εξ αυτών· επληγώθησαν δε και 7 Έλληνες. Μετά την μάχην ταύτην ανεκλήθη ο Γενναίος εις Πελοπόννησον παρά του πατρός του. |
| Τας αυτάς δε ημέρας εκινήθησαν οι Τούρκοι επί τους περί τον Κυριακούλην εστρατοπεδευμένον παρά τον λιμένα του Φαναρίου. Σκοπός της εκεί αποβάσεως των Ελλήνων ήτο ν' ανοιχθή διά της συμπράξεως των Σουλιωτών η εις Κιάφαν άγουσα οδός επί εισαγωγή τροφών. Οι Σουλιώται, μαθόντες την απόβασιν, έσπευσαν να στείλωσι βοήθειαν· αλλ' οι Τούρκοι, ως τρισχίλιοι, επέπεσαν το πρωί της 4. Αντέστησαν οι Έλληνες γενναίως, φονεύσαντες ικανούς εκ των αλλεπαλλήλως εφορμώντων. Οι Τούρκοι, παθόντες πολλήν βλάβην ως απροφύλακτοι, ήρχισαν να υποχωρώσιν. Ο δε εν Βαλτετσίω νικητής Κυριακούλης διεκρίθη και εν τη περιστάσει ταύτη διά την συνήθη αφοβίαν του· αλλ', εν ώ έτρεχεν από προμαχώνος εις προμαχώνα προς εμψύχωσιν των στρατιωτών του, τον εκτύπησε κατάκαρδα τουφεκοβολή και τον έρριψε νεκρόν. Ο παρακολουθών αυτόν στρατιώτης, φοβηθείς μήπως η γνώσις του θανάτου του αρχηγού διαταράξη τους συμπολεμιστάς του, επέρριψε τον επενδύτην του και απέκρυψε τον θάνατόν του καθ' όλην την διάρκειαν της μάχης. Εφονεύθη και ο αρχηγός του εχθρικού στρατεύματος, όστις κατά την γνώμην τινών ήτο ο κατά το Βαλτέτσι στρατηγήσας κεχαγιάμπεης. Οι δε Έλληνες διετήρησαν όλην την ημέραν τας θέσεις των, την δε νύκτα αποφασίσαντες ν' αναχωρήσωσιν εξ αιτίας της προξενηθείσης αθυμίας και αταξίας εν τω στρατοπέδω επί τω θανάτω του καλού αρχηγού του, οι μεν Σουλιώται επανήλθαν εις τα ίδια, οι δε λοιποί επέβησαν εις τα εν τω λιμένι πλοία, και αποπλεύσαντες την επαύριον απεβιβάσθησαν εις Μεσολόγγι φέροντες τον νεκρόν του Κυριακούλη, ον εκήδευσεν η πόλις λαμπρώς. Αφ' ού δ' εματαιώθησαν τοιουτοτρόπως αι δύο εκστρατείαι του Φαναρίου και της Πλάκας και απέπλευσαν τα τέσσαρα ελληνικά πλοία, οι Σουλιώται απέβαλαν πάσαν ελπίδα εξωτερικής αντιλήψεως. |
| Το χωρίον του Πέτα κείται επί θέσεως ορεινής και οχυράς εν μέσω δύο σειρών βουνών, της μεν έμπροσθεν προς δυσμάς της δε όπισθεν. Αφ' ης ημέρας εστρατοπέδευσαν οι Έλληνες εν τω χωρίω τούτω, οι τακτικοί, οι φιλέλληνες και οι Επταννήσιοι κατέλαβαν την έμπροσθεν σειράν, την και επικινδυνοτέραν· την αυτήν κατέλαβαν και επανελθόντες από της περιπλανήσεώς των· οι δε λοιποί ετοποθετήθησαν εν τη όπισθεν του χωρίου, τη και επιμηκεστέρα· ήσαν δε όλοι οι εν Πέτα υπερδισχίλιοι. Επειδή οι τακτικοί και οι φιλέλληνες ωλιγώρουν τας συνήθεις εν Ελλάδι διά προμαχώνων προφυλάξεις εν καιρώ μάχης, οι οπλαρχηγοί των μη τακτικών επροσπάθησαν να τους πείσωσιν εις ανέγερσιν αυτών· αλλ' εκείνοι απεκρίθησαν, ο μεν Δανίας τω Γώγω «Ημείς έχομεν τα στήθη μας προμαχώνα», ο δε Ταρέλλας τω Βλαχοπούλω «Ηξεύρομεν και ημείς να πολεμώμεν »· ώστε επί μόνη, τη ανδρία των ερειδόμενοι δεν ηθέλησαν ν' ακούσωσι τας συμβουλάς των περί τας τοιαύτας μάχας εμπείρων. Ετοποθετήθησαν δε τα μεν δύο ελληνικά τάγματα προς το κέντρον έχοντα παρ' αυτοίς δύο κανόνια και δέκα κανονοβολιστάς υπό τον Ελβετόν Βράνδολην, ο δε λόχος των φιλελλήνων αριστερά, ό εστιν εν τη επικινδυνοτέρα όλων των θέσεων· το δε σώμα των Επταννησίων δεξιά, όλα δε πλησίον το έν του άλλου· οι δε μη τακτικοί, οι όπισθεν του χωρίου, ετοποθετήθησαν οι μεν προς το κέντρον υπό τον Βαρνακιώτην, οι δε αριστερά υπό τον Μπότσαρην, οι δε δεξιά υπό τον Γώγον και Βλαχόπουλον ο δε Ανδρέας Ίσκος και ο Γάτσος παρεφέδρευαν. Ανεδέχθη δε ο Γώγος να φρουρήση και το Μετεπιόν και τον παρακείμενον λόφον, και ανέθεσε την φρούρησιν τούτου εις τους εγχωρίους του Πέτα. |
| Την 4 Ιουλίου, πέμπτη ώρα προ μεσημβρίας, εξήλθε της Άρτης το τουρκικόν στράτευμα· επροπορεύετο το ιππικόν και ηκολούθει το πεζικόν· τα όλον επτά ή οκτώ χιλιάδων. Διηρέθη δε εις δύο· και οι μεν πλείστοι προσέβαλαν κατά μέτωπον το χωρίον, όπου οι φιλέλληνες, οι τακτικοί και οι Επταννήσιοι, οι δε λοιποί επορεύθησαν δισχίλιοι μεν προς το δεξιόν κέρας των μη τακτικών, ίνα, διαβάντες τα Μετεπιόν και κυριεύσαντες τον λόφον, καταλάβωσι τα νώτα των Ελλήνων, ολιγαριθμότεροι δε προς το αριστερόν κατά τον Σταυρόν. Σφοδρός πυροβολισμός άναψεν εν πρώτοις κατά μέτωπον· οι Τούρκοι απεκρούσθησαν και πολλοί έπεσαν επί της πρώτης και δευτέρας προσβολής. Οι φιλέλληνες εφάνησαν άξιοι της πολεμικής φήμης των, και οι τακτικοί και οι Επταννήσιοι άξιοι μιμηταί των. Ο Γώγος άφησε την εμπροσθοφυλακήήν των εχθρών να διέλθη το Μετεπιόν ανεπηρέαστος· εσύγκειτο δε αύτη εξ 80, εν οις, κατά την συνήθειαν των μη τακτικών, ήσαν όλοι οι σημαιοφόροι, οι και ανδρειότεροι του στρατού. Αφ' ού δε οι παρακολουθούντες έφθασαν εντός βολής, τότε επέπεσαν οι περί τον Γώγον αίφνης και τους έτρεψαν· ο δε υιός αυτού και ο Δήμος Τσέλιος, οι παρασταθμεύοντες, τους κατεδίωξαν κακώς έχοντας· ώστε η νίκη των Ελλήνων εφαίνετο πανταχόθεν βεβαία· αλλά τυχαίον τι περιστατικόν ανέτρεψε τα πάντα. Οι προπορευθέντες 80 Τούρκοι, βλέποντες εαυτούς απομεμονωμένους και μη δυνάμενοι πλέον να ενωθώσι μετά των καταδιωκομένων και αμηχανούντες τι να πράξωσι προς σωτηρίαν των, ετύλιξαν τας σημαίας των και επροχώρησαν εξ ανάγκης ως απελπισμένοι προς τα άνω, ίσως εύρισκαν διέξοδον εκείθεν. Φθάσαντες δε εις τον παρά τω Μετεπιώ λόφον εθαύμασαν μη ευρόντες ειμή ένα ίππον, τον του Γώγου, και 8 μόνον στρατιώτας φυλάττοντας αυτόν, και θαρρυνθέντες εξετύλιξαν τας σημαίας των. Τότε τινές των μη τακτικών, ιδόντες αίφνης τουρκικάς σημαίας υπεράνω αυτών, και υποθέσαντες ότι ο Γώγος ενικήθη ή επρόδωκε, διεσκορπίσθησαν εν ροπή οφθαλμού, μετ' ολίγον δε και οι λοιποί όλοι. Οι δε κάτω μαχόμενοι Τούρκοι, εμψυχωθέντες επί τη θέα των σημαιών και συμπεράναντες εντεύθεν ότι οι συναγωνισταί των ενίκησαν και κατέλαβαν τας ακρωρείας, ώρμησαν θαρραλεώτεροι επί τους ευτυχώς μέχρι τούδε υπό την ελληνικήν σημαίαν πολεμούντας, οίτινες ιδόντες τα γενόμενα απηλπίσθησαν και υπεχώρησαν διά μέσου των εχθρών ξιφοκτονούντες και ξιφοκτονούμενοι. Οι πλείστοι δε των φιλελλήνων καί τινες τακτικοί φθάσαντες εις τον Σταυρόν δεν εδύναντο να προχωρήσωσι, διότι εκυκλώθησαν υπό σμήνους εχθρών και ευρέθησαν ηναγκασμένοι ή να παραδοθώσιν ή ν' αποθάνωσιν. Επροτίμησαν το ενδοξότερον, και συμπυκνωθέντες εις σχήμα πυργοειδές (en bataillon carre) έπεσαν όλοι ενδόξως φονεύοντες και φονευόμενοι. Οι δε λοιποί φιλέλληνες υποχωρήσαντες δι' άλλης οδού εκινδύνευσαν καταδιωκόμενοι ν' αφανισθώσι και εκείνοι όλοι· αλλ', αφ' ού κατήντησαν εις απότομόν τινα θέσιν κατά τον Σταυρόν, ευρέθη υπεράνω αυτής την ώραν εκείνην ο Γώγος μετά τινων των οπαδών του, και όλοι ούτοι ετουφέκισαν διά μιας τους καταδιώκοντας και ελύτρωσαν τους καταδιωκομένους. Μεγάλα τα παθήματα των υπέρ ελευθερίας αγωνισθέντων την ημέραν εκείνην· ο Ταρέλλας, ο Δανίας, το τρίτον σχεδόν του τακτικού, τα ήμισυ των Ιόνων και τα δύο τρίτα των φιλελλήνων, εν οις και οι δέκα κανονοβολισταί, και ο σημαιοφόρος εφονεύθησαν, οι εν τω χωρίω ασθενείς εσφάγησαν, ο Νορμάννος, ο Πανάς και εκ των μη τακτικών ο Δήμος Τσέλιος επληγώθησαν· ολίγοι ηχμαλωτίσθησαν, αλλά και ούτοι απεκεφαλίσθησαν εν Άρτη εκτός ενός φιλέλληνος Πρώσσου, ως γνώσεις έχοντος χειρουργικάς. Οι Τούρκοι έγειναν κύριοι του χωρίου, και επήραν όλα τα πολεμεφόδια, όλας τας τροφάς, δύο κανόνια και την σημαίαν των φιλελλήνων. Τοιούτος δε ήτον ο διασκορπισμός και τοιαύτη η περιπλάνησις των διασωθέντων, ώστε πολλοί μη παθόντες ούτε εφαίνοντο ούτε ηκούοντο πολλάς ημέρας· ήσαν δε καί τινες, ως ο Βλαχόπουλος, ο Γουβερνάτης και άλλοι, οίτινες θρηνούμενοι ως πεσόντες εν τη μάχη εξεφανερώθησαν παρ' ελπίδα ως αναστάντες εκ νεκρών. Εν ενί λόγω η συμφορά του Πέτα ήτο μάλλον καταστροφή ή ήττα. |
| Και οι μεν Τούρκοι αφήσαντες φρουράν εν τω χωρίω επανήλθαν εις Άρταν, όπου επανηγύρισαν λαμπρώς την νίκην των· οι διασκορπισθέντες οπλαρχηγοί και οπλοφόροι Έλληνες και φιλέλληνες συνήλθαν ένθεν κακείθεν εις Λαγκάδαν, όπου διέμενεν ο Μαυροκορδάτος. Μετά την μάχην του Πέτα συνέβη μεταξύ των Ελλήνων ό,τι συμβαίνει συνήθως μετά τας τροπάς· εμέμφοντο και ενοχοποίουν αλλήλους· αλλ' η γενική κατακραυγή έπεσεν επί τον Γώγον αναδεχθέντα να φρουρήση και μη φρουρήσαντα τον λόφον, εξ ης αιτίας προήλθεν η κρίσις της μάχης· διά τούτο οι φιλέλληνες τον ωνόμαζαν φανερά προδότην, αλλ' ούτε ο Μαυροκορδάτος ούτε οι μη τακτικοί αρχηγοί συνέφασκαν, αποδίδοντες δικαίως την μη φρούρησιν του λόφου εις την συνήθη απείθειαν των μη τακτικών. Ο δε Γώγος, πεποιθώς επί τη αθωότητί του, ήλθε και αυτός εις Λαγκάδαν· αλλ' ιδών εκ του πλησίον την αθλίαν κατάστασιν των ελληνικών πραγμάτων επανήλθεν εις τα ίδια, εσυμβιβάσθη μετά των Τούρκων, και Τούρκος έκτοτε διέμεινε μέχρι τέλους της ζωής του. |