WeRead Powered by ReaderPub
Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Β cover

Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Β

Chapter 5: ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Κ'.
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A detailed chronological account traces campaigns, sieges, and skirmishes across central and eastern regions, describing troop movements, strategic decisions, and the capture and loss of towns and fortresses. It follows local commanders coordinating reinforcements, failed diversions, surprise engagements, and supply shortages that shape outcomes. Interwoven are descriptions of civilian displacement, negotiations, and the shifting balance between irregular bands and organized forces, with episodic chapters combining battle narratives, regional maneuvers, and administrative responses to unfolding military developments.

The Project Gutenberg eBook of Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Β

This ebook is for the use of anyone anywhere in the United States and most other parts of the world at no cost and with almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included with this ebook or online at www.gutenberg.org. If you are not located in the United States, you will have to check the laws of the country where you are located before using this eBook.

Title: Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Β

Author: Spyridon Trikoupes

Release date: January 7, 2012 [eBook #38524]
Most recently updated: January 8, 2021

Language: Greek

Credits: Produced by Sophia Canoni.  Thanks to George Canonis for
his major work in proofreading.

*** START OF THE PROJECT GUTENBERG EBOOK ΙΣΤΟΡΊΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΉΣ ΕΠΑΝΑΣΤΆΣΕΩΣ, ΤΌΜΟΣ Β ***

Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. The spelling of the book has not been changed otherwise. Bold words are included in &; words in italics in _. Pages 274 – 275 are missing. In various places the book had in the margin the notation of the month that the event took place. I have placed the month within brackets, somewhere near the notation, starting a new paragraph.

Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &, ενώ λέξεις με ιταλικούς χαρακτήρες σε _. Λείπουν οι σελίδες 274 – 275. Σε διάφορα μέρη, στο περιθώριο, το βιβλίο είχε την ένδειξη του μήνα του γεγονότος. Έβαλα την ένδειξη κάπου κοντά στην ένδειξη του περιθωρίου, ξεκινώντας κάθε φορά καινούργια παράγραφο.

ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΤΡΙΚΟΥΠΗ
ΙΣΤΟΡΙΑ
ΤΗΣ
ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ

ΕΚΔΟΣΙΣ ΤΡΙΤΗ
ΕΠΙΘΕΩΡΗΘΕΙΣΑ ΚΑΙ ΕΠΙΔΙΟΡΘΩΘΕΙΣΑ ΥΠ' ΑΥΤΟΥ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ
ΤΟΜΟΣ Β'.

«Καλλίστην παιδείαν ηγητέον προς αληθινόν βίον
την εκ της πραγματικής ιστορίας περιγιγνομένην εμ-
πειρίαν· μόνη γαρ αύτη χωρίς βλάβης από παντός
καιρού και περιστάσεως κριτάς αληθινούς αποτελεί
του βελτίονος.»
Εκ των του ΠΟΛΥΒΙΟΥ.

ΕΚΔΟΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΑΣΛΑΝΗΣ

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ

ΕΚ ΤΟΥ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΥ ΤΗΣ «ΩΡΑΣ»

1888

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ

1821

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Κ'.

&Πρόοδος των Τούρκων εν τη Ανατολική Ελλάδι και κυρίευσις της πόλεως και του φρουρίου Λεβαδείας. — Συγκρούσεις κατ' εκείνα τα μέρη — Εισβολή του Ομέρπασα Βρυώνη εις Εύβοιαν και Αττικήν. — Λύσις της πολιορκίας της ακροπόλεως Αθηνών. — Αποτυχία της εις Κάρυστον εκστρατείας των Ελλήνων.&

ΔΙΑΤΡΙΨΑΝΤΕΣ δε οι Τούρκοι οκτώ ημέρας εν Γραβιά μετέβησαν εις Βοδωνίτσαν· οι δε περί τον Οδυσσέα κατέλαβαν το επί της εις Λεβαδείαν οδού χωρίον, Καστράκι, διότι προς εκείνο το μέρος ώδευαν οι πασάδες. Προτιθέμενοι δε οι Έλληνες πάντοτε να ματαιώσωσι την τουρκικήν ταύτην εκστρατείαν, δέον έκριναν, εν ώ οι περί τον Οδυσσέα κατείχαν το Καστράκι, οι άλλοι οπλαρχηγοί να κτυπήσωσιν εκ δευτέρου το Πατρατσίκι και ν' αναγκάσωσι τον εχθρόν να στραφή εις τα οπίσω. Και ο μεν Γκούρας, ο Σκαλτσάς και ο Σαφάκας, οπλαρχηγός των Κραβάρων, έχοντες οι τρεις 1200 συνήλθαν εις τον Αετόν άνωθεν του Πατρατσικίου επί της Οίτης ίνα πέσωσιν εκείθεν εις την πόλιν, συνεννοηθέντες και μετά του Μήτσου Κοντογιάννη. Αλλ' οι Πατρατσικιώται Τούρκοι, μαθόντες την εκεί άφιξίν των, εξεστράτευσαν υπερδισχίλιοι διά νυκτός απροσδοκήτως υπό τον Ντελιχαφέζον, και απέκλεισαν τους περί τον Καλτσάν και τον Γκούραν· ακούσας ο Σαφάκας, όστις έτυχε να ήναι εστρατοπεδευμένος ολίγον απώτερον των άλλων τον αιφνίδιον τουφεκισμόν έτρεξεν, έλυσε τον αποκλεισμόν και έδωκεν ευκαιρίαν τοις συναδέλφοις του να φύγωσιν αβλαβείς. Τοιουτοτρόπως εματαιώθη το σχέδιον του αντιπερισπασμού.
Διαμείναντες δε οι πασάδες ημέρας τινάς εν Βοδωνίτση εστράτευσαν προς την Λεβαδείαν. Τέσσαρας ώρας απέχει της Βοδωνίτσης το Καστράκι, όπου ήσαν οι περί τον Οδυσσέα. Οι Τούρκοι, πριν προχωρήσωσιν, ηθέλησαν να διασκορπίσωσι τους εκεί· ούτοι δε βλέποντές τους επερχομένους απήλθαν αμαχητί. Αλλά προτού ήλθεν εις λόγους ο Οδυσσεύς έξωθεν του Δαδίου μετά του γνωστού του Χατσή - Αχμέταγα, Κρητός, άλλοτε διοικητού της Λεβαδείας και ακολουθούντος ήδη τον Κιοσέ - Μεχμέτπασαν. Η μυστική αύτη συνέντευξις έδωκεν αφορμήν να υποπτεύσωσί τινες την προς τον αγώνα διάθεσιν του Οδυσσέως, ότε τον είδαν απομακρυνόμενον αμαχητί του Καστρακίου όπου ήτο καλώς ωχυρωμένος· αλλ' η λαμπρά αντίστασις του εν Γραβιά απεδείκνυε τας υποψίας ταύτας αλόγους. Εν τοσούτω, οι Τούρκοι, φθάσαντες έξωθεν της Λεβαδείας την 25 Ιουνίου, παρήγγειλαν τοις εν αυτή να προσκυνήσωσιν υποσχόμενοι αμνηστείαν, και μη εισακουσθέντες έπεσαν την ακόλουθον αυγήν εις την πόλιν, την εκυρίευσαν και έκαυσαν μέρος αυτής. Πολλοί αξιωματικοί και στρατιώται του Οδυσσέως, όντες εν τη πόλει, ανέβασαν επί της εισβολής των Τούρκων εις το φρούριον και εκλείσθησαν· εκεί κατέφυγαν και πολλοί κάτοικοι· οι δε μείναντες εν τη πόλει επροσκύνησαν και δεν εκακοποιήθησαν. Αφ' ου δε οι Τούρκοι εκυρίευσαν την πόλιν, ο Οδυσσεύς κατέλαβε μετά χιλίων το άνωθεν της Λεβαδείας χωρίον Σούρπι όπου ήλθε και ο Γκούρας.
Η δε πρόοδος των εχθρών εν τη Ανατολική Ελλάδι εφόβισεν εις άκρον τους Πελοποννησίους, διαδοθέντος λόγου ότι εσκόπευαν να εισβάλωσιν εις Πελοπόννησον και ν' αναβώσι και εις Τριπολιτσάν προς διασκορπισμόν των περί αυτήν. Εις εμπόδιον δε του κακού τούτου απεσπάσθησαν των στρατοπέδων της Πελοποννήσου ο Ηλίας Μαυρομιχάλης και ο Νικήτας· ούτοι, φθάσαντες εις τον ισθμόν και μαθόντες, ότι οι εχθροί διέτριβαν εισέτι εν Λεβαδεία εξ αιτίας της αντιστάσεως των εν τω φρουρίω, παρέλαβαν εκ των πολιορκούντων την Κόρινθον τους Υδραίους, τους Ποριώτας, καί τινας των Δερβενοχωριτών, και επορεύθησαν εις Γρανίτσαν, χωρίον κείμενον άνωθεν της Λεβαδείας και ανατολικώτερον του Σουρπίου. Φιλότιμοι και φιλοκίνδυνοι οι δύο Πελοποννήσιοι αρχηγοί ηθέλησαν να διακριθώσιν εξ αυτής της αρχής διά τινος ανδραγαθήματος, και χωρίς να προειδοποιήσωσι τον Οδυσσέα έπεσαν επί τους εν Λεβαδεία εχθρούς, αλλ' αντί να βλάψωσιν, εβλάφθησαν μεγάλως υπό του εχθρικού ιππικού και εφονεύθησαν 20 των περί αυτούς, εν οις και ο Κυριάκος Δουζίνας· θα εβλάπτοντο δε έτι μάλλον, αν ο Οδυσσεύς και ο Γκούρας, ιδόντες την συμπλοκήν, δεν κατέβαιναν από του χωρίου, όπου εστρατοπέδευαν, και δεν τους ωπισθοφυλάκουν. Μετά την ατυχή ταύτην συμπλοκήν μετέβησαν οι Πελοποννήσιοι εις Σούρπι, όπου ανέβησαν και οι περί τον Οδυσσέα και Γκούραν. Την δε επιούσαν ήλθεν άλλη πελοποννησιακή βοήθεια υπό τον Κυριακούλην Μαυρομιχάλην, και τον Τσαλαφατίνον· και ούτος μεν ετοποθετήθη όπου ήσαν οι λοιποί Πελοποννήσιοι, ο δε Κυριακούλης κατέλαβε την Πέτραν δύο ώρας απέχουσαν της Λεβαδείας επί της μεταξύ ταύτης και των Θηβών οδού, αλλά δεν εδυνήθη να ενδιαμείνη επελθόντων των εχθρών και μετέβη εις τα χωρία των Θηβών, Κρεκούκι και Κόκλα. Το σχέδιον των έξωθεν της Λεβαδείας Ελλήνων ήτο να συνεννοηθώσι μετά των εν τω φρουρίω, και να πέσωσιν αίφνης οι μεν εντεύθεν οι δε εκείθεν επί τους εν τη πόλει εχθρούς. Συνεξεστράτευε μετά των Τούρκων ο οπλαρχηγός Χρήστος Παλάσκας, εις ον και οι εκτός της πόλεως Έλληνες και οι εν τω φρουρίω, έχοντες πλήρη πίστιν, ανεκάλυπταν τα σχέδιά των· ανταπεκρίνοντο δε και δι' αυτού εν αγνοία των Τούρκων και εδέχοντο τας συμβουλάς του πάντη, ανυπόπτως. Αφ' ού δε απεφάσισαν να εφορμήσωσιν όλοι εκ συμφώνου επί τους εχθρούς εν ρητή νυκτί, επλησίασαν ησύχως οι έξωθεν προς την πόλιν διηρημένοι εις διάφορα σώματα και εκ διαφόρων μερών· αλλ' αίφνης έπεσαν τουφεκίαι μηδενός ειδότος πόθεν και πώς. Το περιστατικόν τούτο ανέβαλε την εκτέλεσιν του σχεδίου της επιθέσεως εις άλλην νύκτα· αλλ' οι πασάδες, μαθόντες την επαύριον τα της νυκτός, έπεσαν εις Σούρπι πριν φέξη, κοιμωμένων ανυπόπτως των Ελλήνων, εσκότωσαν τους έμπροσθεν του χωρίου σκοπούς, επάτησαν το χωρίον, διεσκόρπισαν τους εκεί και τους ηνάγκασαν ν' αναβώσιν εις το άνωθεν αυτού όρος. Καθ' ην δε ώραν οι Τούρκοι ώρμησαν εις το χωρίον, οι εν τω φρουρίω στρατιώται πάσχοντες προ ημερών σιτοδείαν, έδραξαν την ευκαιρίαν, και εξήλθαν δρομαίοι· οι δε εναπομείναντες, άνδρες, γυναίκες και παιδία, παρεδόθησαν δια της μεσιτείας του Παλάσκα. Τοιουτοτρόπως οι Τούρκοι εκυρίευσαν το φρούριον (α). Οι δε εκ Σουρπίου διωχθέντες κατέφυγαν όλοι εις το μοναστήριον του οσίου Λουκά και εκείθεν διεχωρίσθησαν· και ο μεν Οδυσσεύς ώδευσε την οδόν του Ζητουνίου επί λόγω να εμποδίση τας εκείθεν μετακομιζομένας τροφάς, οι δε Πελοποννήσιαι μετέβησαν εις Κρεκούκι και Κάζαν, και ενεσκήνωσαν φοβούμενοι μη προχωρήσωσιν οι εχθροί προς τον ισθμόν μετά την άλωσιν του φρουρίου της Λεβαδείας. Διά τον αυτόν φόβον συνέρρευσαν επί του ισθμού και άλλα πελοποννησιακά στρατεύματα υπό τον Πάνον Κολοκοτρώνην, τον Σολιώτην, τον Δικαίον και τον Αντωνάκην Μαυρομιχάλην· συνηνώθη μετ' ολίγον και ο Κυριακούλης αφήσας εν Κρεκουκίω ως προφυλακήν τον ανεψιόν του Ηλίαν, τον Τσαλαφατίνον και τους προ ολίγου ελθόντας Πετμεζάδας.
Μετά δε την παράδοσιν του φρουρίου της Λεβαδείας, οι Τούρκοι βουλήν έβαλαν να προσελκύσωσι τους Έλληνας φερόμενοι φιλανθρώπως επ' ελπίδι να σβέσωσι την φλόγα της επαναστάσεως· δια τούτο δεν επείραξαν τους προσκυνήσαντας, κατέστησαν εν τη πόλει τας συνήθεις Αρχάς, ήγουν, τον βοϊβόδαν, τον καδήν, και τους προεστώτας, και διέσπειραν αμνηστήρια εις τα πέριξ χωρία. Την αυτήν πολιτικήν επολιτεύθησαν και προς τους κατοίκους της επαρχίας των Θηβών· εφρόντισαν δε συγχρόνως να διαλύσωσι και τα άλλα ενυπάρχοντα ελληνικά στρατόπεδα και να εμποδίσωσι την σύστασιν νέων. Επί τω σκοπώ τούτω ενεκρίθη ο μεν Μεχμέτπασας να μείνη εν ταις επαρχίαις Λεβαδείας και Θηβών και να διατηρή ελευθέραν την κοινωνίαν των μερών εκείνων και των έξω εις ανεπηρέαστον εισβολήν νέων δυνάμεων και εις τροφαγωγίαν, ο δε Βρυώνης να μεταβή εις Εύβοιαν προς αναδούλωσίν της, και εκείθεν εις Αθήνας προς λύσιν της πολιορκίας της κινδυνευούσης ακροπόλεως. Κατά το σχέδιον δε τούτο έστειλεν ο Μεχμέτης στρατεύματα επί τους κατέχοντας το Κρεκούκι Έλληνας και τους απεδίωξεν επί της πρώτης ορμής. Οι Έλληνες επανήλθαν εις το χωρίον μετ' ολίγον, επολέμησαν, και πλήρεις θάρρους κατέβησαν πολεμούντες και εις την πεδιάδα, όπου το εχθρικόν ιππικόν τους έτρεψε πάλιν εις φυγήν και εσκότωσεν 27.
Μετ' ολίγας δε ημέρας οι αυτοί Τούρκοι εκτύπησαν το μοναστήριον του αγίου Ηλίου, το αντικρύ της πόλεως των Θηβών, κατεχόμενον υπό των Ελλήνων, αλλ' απεκρούσθησαν· έκαυσαν έπειτα την Βίλιαν και εξηκόντισαν τους εκεί Έλληνας· εκίνησαν μετά ταύτα κατά του μοναστηρίου του αγίου Μελετίου κατεχομένου υπό Ελλήνων. Άνωθεν αυτού εκλείσθησαν 70 Έλληνες εντός προμαχώνος· και επειδή εκ της κατοχής αυτού εκρέματο η ασφάλεια του μοναστηρίου, ο Ηλίας Μαυρομιχάλης, όστις κατείχεν άλλην θέσιν και επολέμει ευτυχώς, φοβηθείς μη δειλιάσωσιν οι εντός αυτού πολεμούντες, έτρεξε διά μέσου των εχθρών ξιφήρης, εισεπήδησεν εις τον προμαχώνα, και ούτω και ο προμαχών διετηρήθη, και οι Τούρκοι, πυρ βαλόντες εις το μοναστήριον, έφυγαν· έφυγαν μετά ταύτα και οι Έλληνες. Εν τοσούτω βλέποντες οι Πελοποννήσιοι ότι αυτοί μεν απέμειναν ολίγοι, οι δε εχθροί ήσαν και πολλοί και δυνατοί ως έχοντες και ιππικόν, ωπισθοδρόμησαν προς τον ισθμόν πλησίον των εκεί σταθμευόντων συναδέλφων των, και έπαυσεν έκτοτε πάσα Τούρκων και Ελλήνων σύγκρουσις κατ' εκείνα τα μέρη. Και ταύτα μεν έπραττε το υπό τον Μεχμέτην εν ταις επαρχίαις Θηβών και Λεβαδείας μείναν στράτευμα· ο δε Βρυώνης μετέβη μετά δισχιλίων εις Εύβοιαν.
Επί της παραλίας της νήσου ταύτης και αντικρύ της νήσου Σκύρου κείται η Κούμη (Κύμη). Αν και μακράν των αποστατησάντων μερών της Ευβοίας, έδραξαν τα όπλα και αύτη και τα πέριξ χωρία μετά τινας ημέρας αφ' ού απεστάτησεν η Λίμνη. Κατ' εκείνας τας ημέρας περιήρχετο τας νήσους του Αιγαίου ο επίσκοπος Καρύστου Νεόφυτος, στρατολογών και προετοιμάζων ναυτικήν δύναμιν εις επανάστασιν της επισκοπής του. Οι Κουμιώται μαθόντες ότι ο Καρύστιος Ομέρμπεης ητοιμάζετο να κινηθή κατ' αυτών, έγραψαν τω επισκόπω να τοις στείλη δύναμιν. Οι πρόκριτοι της Άνδρου, όπου ευρέθη τότε ο επίσκοπος, διατηρούντες δύο πλοία εν τω μεταξύ Καφηρέως και της νήσου των πορθμώ προς φύλαξιν από ενδεχομένης μεταβιβάσεως τουρκικών δυνάμεων εκ Καρύστου εις την νήσον, τα διέταξαν επί τη αιτήσει του επισκόπου να μεταβιβάσωσιν εις Κούμην τινάς στρατιώτας ευρισκομένους εν Γαβρειώ, κώμη και λιμένι της νήσου των, τους πλείστους Ανδρίους, εν οις καί τινες μοναχοί. Αλλ' εν ώ έπλεαν ούτοι υπό την οδηγίαν του επισκόπου προς την κινδυνεύουσαν κωμόπολιν, ο Ομέρμπεης εκτύπησε τους Κουμιώτας κατά τα Λέπουρα, τους ενίκησε, τους διεσκόρπισεν, εφόνευσε τον γενναίον αρχηγόν των Γεωργάκην Ιωάννου Παπά, έκαυσε και ελεηλάτησε την Κούμην, και ούτως οι εκπλεύσαντες υπό τον ατυχή επίσκοπον επανήλθαν άπρακτοι εις τον Γαβρειόν.
Ο δε Βρυώνης εστράτευσε την επαύριον της εις Χαλκίδα εισόδου του, ό εστι την 15 Ιουλίου, επί τους εν Βρυσακίοις ωχυρωμένους. Πολλοί ήσαν οι εκεί Έλληνες· αλλά την παραμονήν της μάχης ο αρχηγός Αγγελής Ν. Γοβρίνας, διαλέξας 300 τους ανδρειοτέρους, τους εκράτησε, τους δε λοιπούς απέστειλεν εις άλλην ακινδυνοτέραν θέσιν. Προς ενδυνάμωσιν δε των Βρυσακίων ελλιμένιζαν εκεί πλοία της Λίμνης και το υπό τον πλοίαρχον Αλέξανδρον Κριεζήν Υδραϊικόν εξ ού απεβιβάσθη έν κανόνι. Η θέσις αύτη ήτο καταλληλοτάτη εις ασφάλειαν των Ελλήνων, παρόντων πλοίων· διότι, και αν υπερίσχυεν ο εχθρός, κατέφευγαν εις αυτά· δια τούτο, αν και ήσαν τόσον ολίγοι, ενδιέμειναν ακλόνητοι και άφοβοι αφ' ού είδαν παμπληθείς εχθρούς επερχομένους και σύροντας κανόνια εις καταστροφήν των οχυρωμάτων. Ο Αγγελής είχε δώσει άλλοτε δείγματα ανδρίας, ως είς των αυτοπροαιρέτως κλεισθέντων και ανδραγαθησάντων εν τω ξενοδοχείω της Γραβιάς. Ούτος, διαθέσας τα της μάχης ως έπρεπε, και παρών όπου ήτον ο μεγαλείτερος κίνδυνος, ενέπνεε μέγα θάρρος και έδιδε χρηστάς ελπίδας. Εν τω μεταξύ δε της μάχης οι ιερείς φορούντες τας στολάς των και ιστάμενοι εν μέσω των πολεμιστών εδέοντο ψάλλοντες μεγαλοφώνως το «Σ ώ σ ο ν – Κ ύ ρ ι ε - τ ο ν - λ α ό ν - σ ο υ».
Οι Τούρκοι απηλπίσθησαν του να διασκορπίσωσι τους ολίγους Έλληνας· και επειδή πολλοί εφονεύοντο ως εκτεθειμένοι, και ουδένα των Ελλήνων εφόνευαν ως υπό την σκέπην οχυρωμάτων, εστράφησαν μετά δίωρον μάχην εις τα οπίσω άπρακτοι, κατησχυμένοι και καταδιωκόμενοι, αφήσαντες καθ' οδόν δύο κανόνια.
Μάιος Οι δε Αθηναίοι Τούρκοι, αφ' ού απεκλείσθησαν εν τη ακροπόλει, είδαν, ότι μόνη ελπίς προς λύσιν της πολιορκίας ήτον η έξωθεν βοήθεια. Επί τω σκοπώ τούτω 15 των εγκλείστων υπό την οδηγίαν του επ' ανδρία γνωστού Μεχμετάκου εξήλθαν κρυφίως δια νυκτός την 15 μαΐου, διέβησαν αταράχως και αβλαβώς δια μέσου των εχθρών κοιμωμένων και μη εχόντων νυκτοφυλακάς, κατέβησαν εις τους τρεις Πύργους, και διεβιβάσθησαν εις Κάρυστον και εκείθεν εις Χαλκίδα όπου παρέστησαν την δεινήν θέσιν της ακροπόλεως και εζήτησαν τα προς σωτηρίαν των εν αυτή. Η δε ελπίς της έξωθεν βοηθείας εθάρρυνε τους εγκλείστους εις το ν' αντέχωσι γενναίως και να μη εισακούωσι τους εχθρούς προσκαλούντας αυτούς να παραδοθώσιν.
Αρξαμένου δε του ραμαζανίου, ό εστι την 27, έπραξαν οι έγκλειστοι έργον φιλάνθρωπον· απέλυσαν 30 Ελληνίδας και εζήτησαν εις ανταλλαγήν τους εν τοις προξενείοις οικείους των· αλλά δεν εισηκούσθησαν, διότι οι Έλληνες απέδωκαν την απόλυσιν εις την επικρατούσαν εν τη ακροπόλει σπάνιν των τροφών μάλλον ή εις φιλανθρωπίαν. Την 30 οι Τούρκοι εξήλθαν εις αρπαγήν τροφών, αλλ' απεκρούσθησαν και εφονεύθησαν εξ αυτών δύο.
Ιούνιος Είπαμεν, ότι το συντελεστικώτερον εις την πτώσιν του φρουρίου των Αθηνών ήτον η αφαίρεσις του εν τω παρατειχίσματι νερού· επειδή η χρήσις των κανονίων εδείχθη ανωφελής, οι Αθηναίοι έσκαψαν υπό το παρατείχισμα υπόνομον, και την 9 Ιουνίου, καθ' ην απεφάσισαν να την ανάψωσιν, εχύθη όλη η πόλις υπό την ακρόπολιν προς τον ναόν του Ολυμπίου Διός εις θέαν της εκραγής. Αλλ' οι Έλληνες, πρωτόπειροι των τοιούτων εργασιών, άναψαν την υπόνομον πριν την υποσκάψωσιν όσον έπρεπε, και η εκραγή δεν επήλθεν· επί τη αποτυχία δε ταύτης επεχείρησαν να υποσκάψωσιν άλλην· ανησύχαζαν δε μεγάλως μαθόντες την είσοδον των τουρκικών δυνάμεων εις Βοιωτίαν διότι εντός ολίγου θα ήρχοντο και εις Αθήνας, διά τούτο κατεγίνοντο παντοίοις τρόποις να κυριεύσωσιν όσον τάχιον την ακρόπολιν και ασφαλισθώσιν εν αυτή.
Κατ' εκείνας τας ημέρας έφθασεν εις Αθήνας η χαροποιά είδησις της αποβάσεως του Δημητρίου Υψηλάντου εις Πελοπόννησον.
Αδιαφιλονείκητος α υ θ έ ν τ η ς - τ ο υ - τ ό π ο υ εθεωρείτο εκτός της Πελοποννήσου ο Υψηλάντης ως ανεφέραμεν. Αν δε και ο ατυχής αδελφός του Αλέξανδρος μετά τα αλλεπάλληλα παθήματά του είχε φυλακισθή, εφημίζετο πανταχόθεν και επιστεύετο, ότι παντού κατετρόπωσε τους εχθρούς, ότι εκίνησεν εις επανάστασιν τους λαούς Σερβίας και Βουλγαρίας, ότι επέρασε τον Δούναβιν, ότι εκυρίευσε την Αδριανούπολιν και ότι ήτο προ των θυρών της Κωνσταντινουπόλεως μετά μυριάδων. Η ψευδής αύτη αλλά σωτήριος κατ' εκείνας τας περιστάσεις φήμη και τον αγώνα εις άκρον ενίσχυε, και το Υψηλαντικόν όνομα υπερεμεγάλυνε. Διά τους λόγους τούτους έσπευσαν οι Αθηναίοι να στείλωσι προς τον Δημήτριον Υψηλάντην πρέσβεις προσφέροντες αυτώ την υπόκλισίν των και αιτούμενοι αντιπρόσωπόν του ως διοικητήν του τόπου. Ο διορισμός εν εκείνοις τοις καιροίς διοικητού ήτο τόσον αναγκαιότερος, καθ' όσον ανεφύησαν μεταξύ των Αθηναίων και του Χατσή - Μελέτη τοιαύτης φύσεως έριδες και διαιρέσεις, ώστε κίνδυνος ήτο μη επέφεραν εγχώριον σύγκρουσιν. Η εκλογή του Υψηλάντου έπεσεν επί τον Λιβέριον Λιβερόπουλον, όστις αναχωρήσας εκ Τρικόρφων ως πληρεξούσιος του πληρεξουσίου του γενικού επιτρόπου της υπερτάτης Αρχής, έφθασε την 29 εις Πειραιά όπου κατέβησαν προς υποδοχήν του και οι πολίται και τα στρατεύματα και τον συνώδευσαν εις την πόλιν φορούντα την ιερολοχιτικήν στολήν, ην εφόρουν ο Υψηλάντης και όλοι οι οπαδοί του. Τοιαύτη δε ήτον η τότε εν ονόματι του Υψηλάντου ενεργουμένη εξουσία εκτός της Πελοποννήσου, ώστε ο Χατσή - Μελέτης, ο προ μιας ημέρας απειλών να θύση και απολέση, άμα έλαβε την διαταγήν του Λιβερίου, εξεστράτευσεν ευπειθέστατος εις Θήβας προς αντίκρουσιν του προς την Αττικήν προχωρούντος εχθρού.
Δίμηνον μόλις παρήλθεν αφ' ού απεκλείσθησαν οι Τούρκοι εν τη ακροπόλει, και η τροφή και η πόσις, αι εισκομισθείσαι αρξαμένου του αποκλεισμού, εξέλειψαν. Μη έχοντες δε κοινωνίαν μετά των έξω, και ακούοντες τους Έλληνας μεγαλορρημονούντας εφοβούντο ξένων επέμβασιν και ήσαν εις άκρον περίλυποι. Τόσον δε υπώπτευαν ότι ο αγών των Ελλήνων εστηρίζετο υπό των ευρωπαίων, ώστε, βλέποντες μεταξύ των πολιορκητών πολλούς φραγκοφορούντας, δις ηρώτησαν τους εν τη πόλει προξένους, αν οι Φράγκοι Βασιλείς εκήρυξαν πόλεμον κατά της Τουρκίας· εξ αιτίας δε του αποκλεισμού των ούτε τας εν τη γειτονεία προόδους των ομοπίστων αυτών εγίνωσκαν.
Ιούλιος Εστερημένοι τροφών και ειδήσεων εξήλθαν την νύκτα της 2 Ιουλίου επί αρπαγή τροφών και επί αιχμαλωσία τινός εις γνώσιν των πραγμάτων, και έπεσαν εν πρώτοις επί τους κατέχοντας το αντικρύ του θεάτρου του Βάκχου κανονοστάσιον Κείους, μετά ταύτα επί τους Αιγινήτας και τελευταίον επί τους άνωθεν του λόφου του Μουσείου Υδραίους. Και οι μεν Κείοι διεσκορπίσθησαν, έχασαν την σημαίαν των και μετέβησαν εις Κερατιάν αντικρύ της πατρίδος των· έπαθαν και οι Αιγινήται, και έχασαν και αυτοί την σημαίαν των, αλλά την ανέκτησαν και διετήρησαν την θέσιν των. Μόνοι οι Υδραίοι υπερίσχυσαν και απώθησαν τους εχθρούς. Κατά δε την έξοδον ταύτην εφονεύθη ανδρείος τις και ορμητικός άραψ, ούτινος την κεφαλήν έκοψαν οι Έλληνες κατά την βάρβαρον τουρκικήν συνήθειαν και ανεστήλωσαν επί του Μουσείου χαίροντες· αλλ' η χαρά ετράπη εις λύπην· διότι οι εν τη ακροπόλει Τούρκοι, αγανακτήσαντες επί τω θεάματι, ανεβίβασαν από της φυλακής την αυτήν ώραν τους 10 Χριστιανούς, ους άλλοτε απήγαγαν εις το φρούριον, έκοψαν τας κεφαλάς των και τας ανεστήλωσαν κατέναντι των Ελλήνων. Οι Έλληνες εμάνησαν ιδόντες το γεγονός, και μη δυνάμενοι ν' αποκεφαλίσωσι τους αποκεφαλιστάς των συγγενών και φίλων ώρμησαν εις την οικίαν του αυστριακού προξένου, Γροπίου, ούτινος η φιλανθρωπία διεφύλαττεν αβλαβείς 15 Τούρκους άνδρας και γυναίκας παραδοθέντας αυτώ επί της εισβολής των Ελλήνων παρά των προεστώτων των Αθηνών. Αντέστη ο γενναίος και συνετός πρόξενος (β), έφθασεν εν καιρώ και ο Λιβέριος, και το πλήθος καθησύχασε βεβαιωθέν ότι οι προεστώτες, οι άλλοτε εις το φρούριον αναβιβασθέντες, δεν ήσαν μεταξύ των αποκεφαλισθέντων.
Η βδελυρά πράξις του αποκεφαλισμού και η βδελυρωτέρα της θεατρικής επιδείξεως της αποκοπείσης κεφαλής επροξένησαν τον άδικον και απρομελέτητον αποκεφαλισμόν 10 Ελλήνων· παρ' ολίγον δε και πολλών άλλων αθώων.
Την δε 9 έμαθαν οι Έλληνες, ότι οι εχθροί εξεστράτευσαν εις Αθήνας. Επί τη ειδήσει ταύτη άνδρες, γυναίκες, παιδία εσκέπασαν την προς τον Πειραιά οδόν καταφυγόντες εις τρία εν τω λιμένι εμπορικά πλοία υπό σημαίαν ολλανδικήν, και εις έν υπό ελληνικήν, και αποκομισθέντες οι μεν εις Σαλαμίνα, οι δε εις Αίγιναν. Οι Υδραίοι μετέφεραν και ούτοι επί του πλοίου των το επί του Μουσείου κανόνι και ουδείς είχε διάθεσιν ν' αντισταθή. Οι δε εν τη ακροπόλει πεινώντες και διψώντες Τούρκοι έβλεπαν την κίνησιν, αλλ' ηγνόουν την μέλλουσαν ευτυχίαν των· εφοβούντο δε και αν ήρχετο έξωθεν βοήθεια, μη δεν τους επρόφθανε ζώντας· διά τούτο ηθέλησαν να ωφεληθώσιν εκ της άνω κάτω κινήσεως των εχθρών, και την 14, δύο ώρας προ της μεσημβρίας, ήνοιξάν τινα πυλίδα και εξήλθαν προς το μέρος του Ιλισσού άνδρες, γυναίκες και παιδία επί αρπαγή τροφών· οι πλείστοι δε έπεσαν εις τα αλώνια προς τον ναόν του ολυμπίου Διός, όπου ήσαν αι θημωνιαί· και οι μεν επροχώρησαν είς τινα κήπον προς εκείνο το μέρος, τινές δε εισήλθαν και εις αυτήν την πόλιν. Οι Έλληνες, οίτινες ητοιμάζοντο να εγκαταλείψωσι την πόλιν, ιδόντες ότι οι Τούρκοι τους κατεφρόνουν και παρόντας, επέπεσαν φιλοτιμηθέντες, και τουφεκίζοντες τους ηνάγκασαν να καταφύγωσι πάλιν διά της αυτής πυλίδος εις την ακρόπολιν, όπου πολλοί μετέφεραν επί των ώμων γεννήματα και οπώρας. Οι Τούρκοι έκαυσαν συγχρόνως την υπό τον ναόν του Βάκχου εκκλησίαν του αγίου Γεωργίου, και συνέκαυσαν τους εν αυτή ολίγους Έλληνας φρουρούς προτιμήσαντας ν' αποθάνωσιν εν μέσω της φλογός ή να παραδοθώσιν· εφονεύθησαν δε την ημέραν εκείνην 30 Τούρκοι, εξ ών οι πλείστοι γυναίκες και παιδία και 7 Έλληνες· επληγώθη εις τον πόδα και ο Δήμος Βασιλείου μαχόμενος γενναίως· μετακομισθείς δε εις Αίγιναν προς θεραπείαν απέθανε.
Μετά δε την μάχην των Βρυσακίων ο Βρυώνης δεν ηθέλησε να χρονοτριβήση εν Ευβοία εξ αιτίας της δεινής θέσεως της ακροπόλεως των Αθηνών, και συμπαραλαβών τον Ομέρμπεην ελθόντα εις Χαλκίδα αφ' ού κατηρήμωσε την Κούμην, εξεστράτευσεν εις Αθήνας την επαύριον της μάχης των Βρυσακίων και έφθασε την 17 εις Λιάτανι 8 ώρας μακράν των Αθηνών, όπου και διενυκτέρευσεν· η δε προσέγγισίς του απεδίωξε τους εις αντίστασιν προκαταλαβόντας την θέσιν εκείνην Έλληνας. Την αυτήν ημέραν επήραν οι Αιγινήται το κανόνι των και ανεχώρησαν εις τα ίδια. Την δε 19 η πόλις εγκατελείφθη παρά πάντων εκτός τινων δυστυχών γερόντων και γραιών, μη δυναμένων διά την προβεβηκυίαν ηλικίαν των να μετατοπίσωσι. Τη 20 οι Τούρκοι εστρατοπέδευσαν εν τη παρά την πόλιν θέσει των Πατησίων, και έστειλαν ιππείς προς κατασκόπευσιν της πόλεως, υπό την οδηγίαν των πρό τινος καιρού επί βοηθεία μεταβάντων από της ακροπόλεως εις Εύβοιαν Αθηναίων Τούρκων. Κατόπιν αυτών εισήλθαν εις την πόλιν και ο πασάς και ο μπέης και όλα τα στοχεύματα, άτινα διόλου αχαλίνωτα έκαιαν υπό τους οφθαλμούς των αρχηγών, ελαφυραγώγουν, έσφαζαν και ουδ' αυτά τα προξενεία εσέβοντο, αν και επ' αυτών εκυμάτιζεν η σημαία των βασιλέων των.
Τοιουτοτρόπως ελύθη η πρώτη πολιορκία των Αθηνών διαρκέσασα από της 25 απριλίου μέχρι της 20 Ιουλίου· και οι Αθηναίοι οι μεν κατέφυγαν εις Αίγιναν και Σαλαμίνα, οι δε μετέβησαν εις τα επί του Ισθμού στρατόπεδα.
Καθ' όν δε καιρόν διέτριβεν εν Αθήναις ο Ομέρμπεης, ο άοκνος επίσκοπος Νεόφυτος απέπλευσε του Γαβρειού εις κυρίευσιν της Καρύστου μεθ' ικανών ακολούθων προσορμηθείς δε εις Αλιβέρι, χωρίον επί του πορθμού μεταξύ Καρύστου και Χαλκίδος, ηνώθη μετά των εκεί συνηγμένων Κουμιωτών και άλλων· και αυτός μεν ανεχώρησεν εις το στρατόπεδον των Βρυσακίων προς σύσκεψιν, το δε στράτευμα διετάχθη να μεταβή εις Στούρα (Στύρα) και οχυρωθή, μέχρι της επιστροφή του. Αλλ' ο Ομέρμπεης, μαθών τα κινήματα ταύτα, μετέβη μετά 300 επιλέκτων εις Χαλκίδα και εκείθεν εις Κάρυστον. Η είδησις του ερχομού του διέλυσεν αύτη και μόνη το διά τόσων μόχθων του επισκόπου συναχθέν κατά τα Στούρα στράτευμα· και οι μεν νησιώται επέβησαν εις τα πλοία, οι δε λοιποί ανέβησαν εις τα όρη· αλλά φιλοτιμηθέντες ούτοι επανήλθαν μετ' ολίγον εις το πεδίον της μάχης, και οι εις άκρον προ μικρού δειλοί εφάνησαν υπέρ το δέον τολμηροί ένεκα της απειρίας των· ώστε, αντί να προφυλάττωνται πολεμούντες όπισθεν πετρών κατά την ελληνικήν συνήθεια, ώρμησαν κατά πρόσωπον του εχθρού ερχομένου τουφεκίζοντες και αλαλάζοντες. Οι εχθροί τους έτρεψαν, τους κατεδίωξαν, και τους ηνάγκασαν να ριφθώσιν εις την θάλασσαν και διασωθώσιν εις τα πλοία· 30 εξ αυτών εφονεύθησαν και επνίγησαν, 15 δε μόνοι Σλαβούνοι, οχυρωθέντες ως έπρεπεν, επέμειναν πολεμούντες και αβλαβείς μέχρι τέλους διέμειναν, χάρις εις τον εμπειροπόλεμον αυτών αρχηγόν, τον μονόφθαλμον Ράδον. Η τροπή αύτη αυτή των Ελλήνων συνέβη την 12 αυγούστου.

1821

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΑ'.

&Συνάθροισις τουρκικών στρατευμάτων έξωθεν του Κουσαντασίου και παθήματα των Χριστιανών κατοίκων της πόλεως ταύτης και των πέριξ. — Πλους του τουρκικού στόλου επί την Σάμον και αποτυχούσα απόβασις. — Εμφανισμός του ελληνικού στόλου εν τω μεταξύ Σάμου και Ασίας πορθμώ, και εμπρησμός εννέα φορτηγών πλοίων τουρκικών. — Ματαίωσις της τουρκικής εκστρατείας — Πόλεμος Τουρκίας και Περσίας.&

Αι εις τα αντικρύ παράλια της Ασίας τολμηραί αποβάσεις των Σαμίων και αι εις τα ενδότερα ευτυχείς επιδρομαί των ηνάγκασαν την Πύλην να κινήση κατά της νήσου εκείνης δυνάμεις και διά ξηράς και διά θαλάσσης· διότι, εκτός των εις καθυπόταξίν της άλλων αιτιών, οι Ασιανοί Τούρκοι εδυσκολεύοντο να εκστρατεύσωσιν εις τα εν επαναστάσει απώτερα μέρη της Ελλάδος, αν δεν απηλλάττετο πρώτον ο τόπος των του προ των θυρών δεινού τούτου εχθρού, δεινοτέρου ημέρα τη ημέρα καθισταμένου. Προς τον σκοπόν τούτον κατέβαιναν αντικρύ της Σάμου πολλά στρατεύματα, και ανεμένετο και ο οθωμανικός στόλος.
Περί δε τα τέλη του απριλίου ο Γεώργιος Λογοθέτης, ο επί της επαναστάσεως μετονομασθείς Λυκούργος, προ επτά ετών διατριβών εν Σμύρνη, επανήλθεν εις την πατρίδα του την Σάμον. Άνθρωπος δραστήριος και επιχειρηματίας, έχων γνώσιν και γραμμάτων και πραγμάτων, ετέθη διά μιας υπεράνω των συμπατριωτών του και ησχολήθη να οργανίση το πολιτικόν και το στρατιωτικόν, καταστήσας εν μεν τοις χωρίοις εφόρους επέχοντας και τόπον ειρηνοδικών, εν δε τη πρωτευούση βουλήν εξ αντιπροσώπων παντός χωρίου και τρεις γενικούς εφόρους εκπληρούντας και τα καθήκοντα γενικού δικαστηρίου· ωργάνισε και τέσσαρας χιλιαρχίας. Επί σκοπώ δε να εκπλήξη τον λαόν και διεγείρη και άμιλλαν παρά τοις φιλοτιμοτέροις των Σαμίων, διέταξεν όλοι οι αξιωματικοί να φορώσι διακριτικά σημεία, οι δε χιλίαρχοι χρυσάς επωμίδας.
Εν τοσούτω συνήχθησαν κατά την δοθείσαν διαταγήν αντικρύ της Σάμου πάμπολλα στρατεύματα διά την μελετωμένην εκστρατείαν υπό τας διαταγάς του Ελέζογλου, διοικητού της παραλίου πόλεως του Κουσαντασίου και των περιχώρων, θέλουσα δε να εξάψη η Πύλη έτι μάλλον τον φανατισμόν των πιστών και ερεθίση την άπληστον πλεονεξίαν των και την αιμοχαρή δίψαν των εξέδωκεν, ως ελέγετο, προσταγήν να φονεύσωσιν όλους τους υπεροκταετείς άρρενας της Σάμου, και να τουφεκίσωσιν όλους τους εντός της ηλικίας ταύτης, τας δε γυναίκας όλας ν' ανδραποδίσωσιν· αλλ' εβράδυνε να φανή ο εις μεταβίβασιν τουρκικός στόλος· ο δε συναχθείς αχαλίνωτος όχλος έπραττεν εν τω μεταξύ τούτω τα πάνδεινα όπου συνηθροίσθη, αν και τα υπεξούσια της Πύλης εκείνα μέρη ήσαν ατάραχα.
Μεταξύ δε των συναχθέντων τούτων οπλοφόρων πέριξ του Κουσαντασίου ήσαν και οι μετά την παύσιν των εν Σμύρνη δεινών εξωσθέντες εκείθεν κακούργοι. Ούτοι, ευρόντες ομόφρονας τους λοιπούς εκεί συναχθέντας, έπραξαν παντός είδους ανομήματα εν τοις έξω του Κουσαντασίου χωρίοις, σφάζοντες, ατιμάζοντες, λεηλατούντες και βιάζοντες όλους να θεωρώσι την φυγήν σωτηρίαν. Τα αυτά επεθύμουν να πράξωσι και εν πόλει, όπου εμβάντες ύβρισαν, έδειραν Χριστιανούς και εφόνευσαν ένα. Ο Ελέζογλους, άνθρωπος φιλοδίκαιος και δραστήριος, επαίδευσεν αμέσως διά κεφαλικής ποινής τον φονέα. Την δικαίαν ταύτην πράξιν εθεώρησαν ως άδικον οι μισούντες την δικαιοσύνην και ήγειραν γενικόν γογγυσμόν κατ' αυτού. Οι δε δυστυχείς Χριστιανοί, πάσχοντες καθ' ημέραν και βλέποντες αδύνατον να λάβωσι παρά του καλοκαγάθου αλλ' όχι και ισχυρού διοικητού την απαιτουμένην προστασίαν, οι μεν κατέφευγαν εις τας υπό ελληνικήν σημαίαν νήσους, οι δε οικούρουν. Εν ώ δε οι Τούρκοι ήσαν τόσον ηρεθισμένοι, και οι Χριστιανοί τόσον έμφοβοι, ετόλμησέ τις των Χριστιανών πεινών να εξέλθη της οικίας εις εύρεσιν τροφής· κατά κακήν του τύχην απήντησε τρεις Τούρκους, εξ ών ο είς αμέσως τον επιστόλισεν αλλά δεν τον έβλαψεν· επέπεσε τότε ο Χριστιανός, του ήρπασε την άλλην πιστόλαν και τον εσκότωσεν· οι δύο δε άλλοι Τούρκοι δειλιάσαντες έφυγαν· αλλά φεύγοντες εφώναζαν «ο ι - ά π ι σ τ ο ι - σ κ ο τ ό ν ο υ ν - τ ο υ ς - π ι σ τ ο ύ ς». Ακουσθείσης της φωνής ταύτης, φωνής ικανής να φέρη την καταστροφήν όλης της πόλεως, έσπασαν οι φιλάτακτοι τας θύρας οικιών και εργαστηρίων, ήρπασαν πράγματα, εφόνευσαν ανηλεώς όσους συνήντησαν, ανδραπόδισαν γυναίκας, έβαλαν πυρ εις την πόλιν και μόλις την διέσωσαν οι εντόπιοι Τούρκοι. Η δε Πύλη, μαθούσα τα δυστυχήματα της πόλεως εκείνης, κατέκρινε και μετέθεσε τον φιλοδίκαιον Ελέζογλουν ως ερεθίσαντα τους πιστούς διά της καταδίκης του φονέως.
Ιούλιος Την δε 3 ιουλίου ο τηλέγραφος της Σάμου εσήμανε τον εμφανισμόν του οθωμανικού στόλου πλέοντος προς την νήσον εκ πλοίων 36, εν οις 4 δίκροτα και 6 φρεγάται, υπό τον υποναύαρχον Καρά - Αλήν. Πλησιάσας ο στόλος συνέλαβε πλοιάριον σάμιον έχον τρεις ναύτας και τον κυβερνήτην· και τούτον μεν και ένα των ναυτών έστειλεν ο υποναύαρχος εις Σάμον προσκαλών διά γραμμάτων τους προεστώτας να έλθωσιν εις προσκύνησίν του, και δεχθώσιν αγάν και καδήν, αν ήθελαν να μη καταστραφή ο τόπος των· τους δε λοιπούς εκράτησε· την εσπέραν δε της αυτής ημέρας ο στόλος ελλιμένισεν έμπροσθεν της Χώρας. Ο λαός της Σάμου, ιδών κατά πρώτην φοράν εχθρικόν στόλον, εδειλίασε, και οι μεν ανέβησαν εις τα όρη, οι δε διεβιβάσθησαν εις τας πλησιοχώρους νήσους προς αποφυγήν του κινδύνου. Αλλ' αι Αρχαί του τόπου και ο Λυκούργος έδειξαν άκραν αφοβίαν, κατεβίβασαν το προοργανισθέν στράτευμα εις το παράλιον αντικρύ του στόλου και το ητοίμασαν εις αντίκρουσιν του εχθρού, αν επεχείρει απόβασιν. Την δε υστεραίαν ο στόλος παρετάχθη έμπροσθεν των μεσημβρινών παραλίων της Σάμου και εκανονοβόλει σφοδρώς εις απομάκρυνσιν του στρατεύματος των Σαμίων. Το πρωτόπειρον στράτευμα φοβηθέν απεμακρύνθη και εκρύβη όπισθεν των παρακειμένων οικιών, και οι Τούρκοι, βλέποντες ότι οι εναντίοι των έγειναν άφαντοι, εκίνησαν προς την ξηράν επί των λέμβων· αλλ' ο Λυκούργος και οι χιλίαρχοι Σταμάτης Γεωργιάδης, Μανουήλ Μελαχρινός καί τινες άλλοι αξιωματικοί, απομείναντες επί της παραλίας, ίθυναν τόσον ευστόχως πέντε κανόνια, ώστε όλαι σχεδόν αι σφαίραι έπεσαν εντός των λέμβων και επροξένησαν πολύν φόνον. Οι ολίγοι ούτοι εδυνήθησαν διά τούτου και μόνου του τρόπου να εμποδίσωσι την ημέραν εκείνην την απόβασιν, διότι ο Καρά - Αλής υπώπτευεν ότι το φοβηθέν και απομακρυνθέν από της παραλίας ελληνικόν στράτευμα παρεφύλαττεν ίνα επιπέση. Ο παράλογος δε ούτος φόβος των Τούρκων εθάρρυνε το παραμερήσαν στράτευμα των Σαμίων να επανέλθη όπου ήσαν οι αρχηγοί του και ενδιαμείνη άφοβον, αν και ακαταπαύστως πλην αβλαβώς καθ' όλον το ημερονύκτιον υπό του στόλου κανονοβολούμενον. Την δε εφεξής ημέραν απέβησαν 300 Τούρκοι κατά την αγίαν Παρασκευήν, όπου ήσαν οκτώ Έλληνες μόνον εις σκοπήν, διότι δεν υπώπτευαν απόβασιν εις εκείνο το μέρος. Αλλ' ο χιλίαρχος Γεωργιάδης, μαθών το γεγονός, παρέλαβεν όσους ηύρε προθύμους, ώρμησε πρώτος αυτός μετά των ολίγων ακολούθων του, ώρμησαν κατόπιν και πολλοί άλλοι επί τους αποβάντες τόσον μανικοί, κατά το παράδειγμα του γενναίου αρχηγού των, ώστε ουδένα σχεδόν εχθρόν αφήκεν ζώντα. Εφάμιλλοι των Σαμίων εφάνησαν εν τη μάχη ταύτη καί τινες παρευρεθέντες Κρήτες, ων ο αρχηγός Χατσή Γεώργης Μουριώτης εφημίσθη διά τας ανδραγαθίας του. Εν τω μεταξύ δε τούτω επλησίασαν εις το αυτό παράλιον 40 λέμβοι φέρουσαι άλλους στρατιώτας· τόσον δε ευστόχως και τόσον σφοδρώς ετουφέκισαν και αυτούς οι Έλληνες, ώστε τους ηνάγκασαν να ποδίσωσι. Τότε ο τρισβάρβαρος και άνανδρος Καρά - Αλής, εκδίκησιν πνέων, επίσσωσε τους δύο δυστυχείς και αθώους ναύτας του συλληφθέντος σαμίου πλοιαρίου, τους εκρέμασεν επί της ναυαρχίδος του κατακέφαλα και τους έκαυσε κατέναντι των συγγενών και συμπατριωτών αυτών εις αιώνιον στίγμα της βδελυράς μνήμης του. Μετά την πράξιν ταύτην έστειλεν αντικρύ 9 φορτηγά πλοία επί μεταφορά άλλων στρατευμάτων την δε 6, 7 και 8, ο στόλος διέμεινεν άπρακτος έμπροσθεν της Σάμου αναμένων τον ανάπλουν των φορτηγών.
Η είδησις του έκπλου του στόλου τούτου έβαλεν εις κίνησιν τας τρεις ναυτικάς νήσους, και την 4 εξέπλευσαν τα υδραϊκά και σπετσιωτικά πλοία και ηνώθησαν μετά των Ψαριανών· συνηριθμούντο δε όλα 90, εν οις καί τινα της Κάσσου. Δεν ήξευραν κατ' αρχάς πού έπλεεν ο εχθρικός στόλος· αλλ' έμαθαν μετ' ολίγον, ότι διέπλευσε το στενόν της Χίου κατευθυνόμενος εις τα αντικρύ της Σάμου παράλια· την δε 8 είδαν εν τω μεταξύ Σάμου και μικράς Ασίας πορθμώ υπό το Τσιαγκλί τα 9 φορτηγά, εφ' ων επεβιβάζοντο τα στρατεύματα, επέπλευσαν τινα αυτών και τα έκαυσαν ενώπιον του συρρεύσαντος επί της παραλίας εχθρικού πλήθους και του εχθρικού στόλου θεωρούντος αυτά καιόμενα τόσον πλησίον και μη τολμώντας να κινηθή· και τα μεν πλήθη διεσκορπίσθησαν επί τη θέα του εμπρησμού, ο δε στόλος απεμακρύνθη και αυτός, και τοιουτοτρόπως εματαιώθη η μεγάλη εκστρατεία, καθ' ην η Πύλη, εν ώ εβουλήθη να παιδεύση τους αποστάτας Σαμίους, κατέστρεψε τους εν Κουσαντασίω και εν τοις πέριξ ησύχους υπηκόους της· Οι δε Έλληνες, αυτόπται του θαύματος των πυρπολικών επί της τελευταίας ναυτικής των εκστρατείας, ητοίμασαν 4 και επί της παρούσης. Την 11 απηντήθησαν οι δύο στόλοι εν τω μεταξύ Βουδρουμίου και Κω πορθμώ, αλλά δεν εναυμάχησαν. Εντός του πορθμού ευρέθησαν και το πρωί της επαύριον εν άκρα νηνεμία· αλλά μετ' ολίγον έπνευσεν άνεμος σφοδρός, και ο ελληνικός ευρεθείς υπήνεμος του τουρκικού εφοβήθη διά την κινδυνώδη θέσιν του και έσπευσε να εκπλεύση. Ο δε τουρκικός έπλεεν ουριοδρομών και βλέπων αυτόν φεύγοντα έλαβε θάρρος και προσέπλευσε. Τα ευτελέστερα των ελληνικών πλοίων και τα βραδυπλοώτερα ήσαν πάντοτε τα πυρπολικά ως καταδεδικασμένα εις φθοράν· διά τούτο τα 4 πυρπολικά απελείφθησαν, και επειδή εκινδύνευαν να πέσωσιν εις χείρας του εχθρού, έβαλαν εις αυτά πυρ οι εν αυτοίς, και εμβάντες εις τα εφόλκια διεσώθησαν όλοι αβλαβείς εις τα άλλα ελληνικά πλοία· και τα μεν τρία των πυρπολικών τούτων εκάησαν, το δε τέταρτον εκυριεύθη πριν ανάψη· κατεδίωξε δε και ο τουρκικός στόλος τον ελληνικόν. Την δε νύκτα επήλθε τρικυμία και διεσκορπίσθη ο ελληνικός· και μέρος μεν αυτού ηγκυροβόλησεν υπό την Κάλυμνον, μέρος δε υπό την Λέρον και Σάμον· ηγκυροβόλησε και ο τουρκικός όλος υπό την Κων, όπου συνηνώθησαν μία φρεγάτα και 13 μικρότερα πλοία πολεμικά του Μεχμέτ - Αλή υπό τον Ισμαήλ - Γιβραλτάρην έχοντα 800 Αλβανούς εις απόβασιν. Έκτοτε διεχωρίσθησαν οι στόλοι· και ο μεν τουρκοαιγύπτιος έπλευσε προς τον Ελλήσποντον, ο δε ελληνικός συνήχθη όλος εις Σάμον, και την 22 ηγκυροβόλησεν υπό το Γιαλί, όπου ήλθαν εξ Ύδρας και Σπετσών τινές των προκρίτων ίνα θεωρήσωσιν υποθέσεις του στόλου και πείσωσι τους θέλοντας να επανέλθωσιν εις τας νήσους των ναύτας εις το να παρατείνωσι την εκστρατείαν. Εν ώ δε διέμενεν εκεί ο στόλος, επέστη απροσδοκήτως ο πατριάρχης Αλεξανδρείας, αποδημήσας εκείθεν εξ αιτίας των ταραχών επί σκοπώ να ησυχάση εν Πάτμω τη πατρίδι του. Ο εμφανισμός εν μέσω του Χριστιανικού στόλου ενός των κορυφαίων του κλήρου της ανατοτολικής εκκλησίας επροξένησε πολλήν χαράν, και οι ευλαβείς ναύται έτρεξαν όλοι να λάβωσι την ευλογίαν του. Ο ιερός ούτος ανήρ διέμεινεν ημέρας τινάς αγιάζων, νουθετών και θαρρύνων τους στρατιώτας της πίστεως και της πατρίδος εις τον αγώνα· και επειδή ήσαν αι παραμοναί της νηστείας του δεκαπενταυγούστου, εσυγχώρησε να καταλύσωσιν οι αγωνιζόμενοι Χριστιανοί και ταύτην και όλας τας άλλας τεσσαρακοστάς διαρκούντος του εθνικού πολέμου. Την δε 9 Αυγούστου ο ελληνικός στόλος επανέπλευσεν εις τα ίδια.
Τα δε κακά, όσα αδίκως και παραλόγως υπέφεραν οι δυστυχείς κάτοικοι Χριστιανοί του Κουσαντασίου και των περιχώρων, ηνάγκασαν τους κατοικούντας τα χωρία Δωμάτια, Τσακλή, Ανίκιοϊ, Κελεμπέση και Γέροντα, τους δεινά πάσχοντας και ταύτα φοβουμένους, να ζητήσωσι καταφύγιον αλλού· τούτου χάριν συνενοήθησαν μετά των γειτόνων των Σαμίων, οίτινες απέβησαν εις την αντικρύ παραλίαν προς υπεράσπισιν της επί της νήσου των μετοικήσεως αυτών· και κατ' αρχάς μεν επήγαν εις Δωμάτια, δύο ώρας μακράν της θαλάσσης· διασκορπίσαντες δε την ενδιαμένουσαν τουρκικήν φρουράν μετέβησαν εις τα λοιπά χωρία απέχοντα τα έν του άλλου 5 έως 8 ώρας, και ούτω μετεκομίσθησαν εις Σάμον αβλαβείς 800 οικογένειαι· πολλοί των μετοικησάντων, όντες γεωργοί, κατετάχθησαν εν τω στρατώ των Σαμίων, όστις αυξηθείς εξ αιτίας ταύτης εις 4000 διεχέετο εις τα αντικρύ παράλια, επάτει χωρία κατοικούμενα υπό Τούρκων, τα ελαφυραγώγει και μετέφερεν εις την νήσον τα θρέμματά των. Διά τας συχνάς δε ταύτας και καταστρεπτικάς επιδρομάς οι Τούρκοι αφήκαν τα παράλια χωρία των έρημα, και απεμακρύνθησαν χάριν ασφαλείας εις τα ενδότερα της Ασίας, ώστε δεν έμειναν επί των παραλίων εκείνων Τούρκοι ειμή εντός του Κουσαντασίου ως έχοντος δυνατόν φρούριον.
Κατ' εκείνον δε τον καιρόν συνέβησαν νέαι ταραχαί εν τη οθωμανική αυτοκρατορία, κινηθέντων των Βεχαβητών κατά των πόλεων Μεδίνης και Μέκκας, και λαβόντων όπλα των Δρούζων και των Μαρωνιτών. Α ταραχαί αύται μετ' ολίγον καθησύχασαν. Είχε δ' εκραγή και πόλεμος μεταξύ Τουρκίας και Περσίας το θέρος του έτους τούτου, και περσικά στρατεύματα επάτησαν τα τουρκικά χώματα· αλλ' επειδή μικρά ήτον η δύναμις αύτη, μικράν εκίνησε και η Πύλη προς τα καταπατηθέντα όριά της, και ως εκ τούτου ολίγην ηύρεν η Ελλάς ανακούφισιν.

1821

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΒ'.

&Τα μεταξύ Ρωσσίας και Τουρκίας. — Αναχώρησις του εν Κωνσταντινουπόλει πρέσβεως του αυτοκράτορος Αλεξάνδρου.&

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ της Ρωσσίας επί της ελληνικής επαναστάσεως εφαίνετο αντιφατική. Ο Αλέξανδρος, ως μέλος της ιεράς συμμαχίας, κατέκρινε παρρησία τον ελληνικόν αγώνα, διότι, καθ' ους συνέδεσε πολιτικούς δεσμούς, ώφειλε να κατατρέχη παν κίνημα λαού τείνον εις ανατροπήν των καθεστώτων. Αλλ' ο αγών ούτος, αν και απεδοκιμάζετο, ωφέλει τα μέγιστα την πολιτικήν της Ρωσσίας ανέκαθεν προθεμένην, παρά την πολιτικήν των άλλων αυλών, την διά παντός τρόπου εξασθένωσιν του τουρκικού κράτους. Είχε δε ο αυτοκράτωρ και συνθήκας μετά της Πύλης, ας αύτη παρέβη, και εκείνος εδύνατο δικαίως ως παραβάτιδα να την τιμωρήση· δεν εμποδίζετο δε ουδ' από των κατά τα 1 8 1 4 και 1 8 1 5, μεταξύ των ευρωπαϊκών αυλών συνομολογηθέντων, διότι η Τουρκία ούτε εμπεριελαμβάνετο ούτε καν εμνημονεύετο· αλλ' η τοιαύτη τιμωρία αντέβαινε προς την εν Λαϋβάχη κηρυχθείσαν πολιτικήν αρχήν, και εντεύθεν προήρχετο η κατ' επιφάνειαν αντίφασις της ρωσσικής πολιτικής. Η παρατήρησις αύτη είναι προσοχής αξία, διότι αύτη και μόνη εξηγεί την ροπήν του Αλεξάνδρου σήμερον εις την ειρήνην και αύριον εις τον πόλεμον, ον υπερεπεθύμει όλος ο λαός του. «Μεταξύ όλων των Ρώσσων», έλεγεν ο Αλέξανδρος, «είμαι ο μόνος, ο μη ασπαζόμενος τον ελληνικόν αγώνα». Δεν ήθελε τον θρίαμβον αυτού, διότι τον εθεώρει θρίαμβον επαναστατικών κινημάτων, άτινα κατεδίωκεν· αλλά δεν ήθελε και την καταστροφήν του, διότι την εθεώρει καταστροφήν λαού μεθ' ου ουράνιοι δεσμοί τον συνέδεαν. Συνέτρεξε δε όχι ολίγον εις το να περιπλέξη έτι μάλλον την πολιτικήν της Ρωσσίας και η σφοδρά και όχι άλογος ως εκ των φαινομένων υποψία της Πύλης περί της ενοχής της ρωσσικής αυλής εις τον ελληνικόν αγώνα. Η Πύλη ήξευρεν, ότι οι Έλληνες απέβλεπαν πάντοτε εις την Ρωσσίαν προς απόσεισιν του ζυγού· ότι έλαβαν όπλα επί των ρωσικών πολέμων κατ' αυτής· ότι η Ρωσσία επροσπάθει πάντοτε να προστατεύη όσον και όπως εδύνατο τους Έλληνας· ότι η επαναστατική Εταιρία έλαβε το είναι εν τη Ρωσσία· ότι ο πρώτος επαναστάτης Υψηλάντης, υπηρέτης του αυτοκράτορος Αλεξάνδρου, εκήρυξεν ότι εκινήθη υπό την ρωσσικήν προστασίαν και επί τω λόγω τούτω εκάλει εις αποστασίαν όλην την Ελλάδα· ότι ο Μιχαήλ Σούτσος και πολλοί άλλοι ηύραν άσυλον επί της φυγής των και περιποίησιν εν τη ρωσσικήν γη, και ότι επί μόνη τη συμπράξει της Ρωσσίας στηριζόμενοι οι Έλληνες και ήρχισαν και διετήρουν τον εθνικόν αγώνα. Όλα ταύτα ήσαν βεβαίως ικανά να κλείσωσι τα ώτα της Πύλης προς τας ειλικρινείς και ειρηνικάς διαβεβαιώσεις της εν Κωνσταντινουπόλει ρωσσικής πρεσβείας και να φέρωσι και τας άλλας Δυνάμεις εις δισταγμόν.
Διττόν χαρακτήρα, πολιτικόν και θρησκευτικόν, είχεν ο μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων πόλεμος· και ως προς μεν τον πολιτικόν η Πύλη εδύνατο βεβαίως να ενεργή κατά την πλήρη κυριαρχίαν της, και τόσον ανεξαρτήτως της Ρωσσίας, όσον και πάσης άλλης Δυνάμεως· αλλ' όχι και ως προς τον θρησκευτικόν, διότι κατά την εν Καϊναρτσίω συνθήκην της 10 Ιουλίου 1774, υπεχρεούτο να προστατεύη την χριστιανικήν θρησκείαν και τας εκκλησίας της· όθεν αι μέχρι θανάτου, και θανάτου ανόμου και επονειδίστου, καταδιώξεις του κλήρου, αι βεβηλώσεις, αι γυμνώσεις, οι κατεδαφισμοί των εκκλησιών, και οι εν ταις τριόδοις αυτής της βασιλευούσης εμπαιγμοί των αγίων εικόνων και οι θεατρισμοί των ιερών αμφίων ήσαν φανεραί παραβάσεις της συνθήκης, δι' ας η Πύλη ήτον υπόλογος προς την Ρωσσίαν (α).
Αλλά, αν η Πύλη δεν είχε προς την Ρωσσίαν υποχρεώσεις πολιτικάς ως προς την Ελλάδα, είχε τοιαύτας διά συνθηκών ως προς τας δυο ηγεμονείας, και κατ' αυτάς ώφειλε ν' ακούη την υπέρ αυτών φωνήν της Ρωσσίας (β).
Ότε εξερράγη εν ταις ηγεμονείαις η επανάστασις, ο Αλέξανδρος συνέτεινε μεγάλως εις το να επανέλθωσιν αύται εις την υποταγήν της Πύλης· διότι και τον Υψηλάντην επαίδευσε, και τας προκηρύξεις του ως ψευδείς εστηλίτευσε, και την Πύλην ελευθέραν αφήκε να στείλη εις αυτάς στρατεύματα. Αλλ', αφ' ού ο πόλεμος έπαυσεν ολοτελώς, η Ρωσσία απήτει την πολιτικήν αποκατάστασιν αυτών ως και πρότερον και την ανάκλησιν των τουρκικών στρρατευμάτων, ων η εισβολή, καθώς άλλοτε διηγήθημεν, επέφερε μύρια δεινά (γαρ) αλλ' ουδεμίαν ακρόασιν έδιδεν ο σουλτάνος. Εκτός των μεγάλων τούτων αιτιών η Πύλη έδωκε και άλλας αιτίας διενέξεων.
Κατά διαταγήν της απηγορεύετο, ως προείρηται, οποιασδήποτε σημαίας πλοίον να δέχεται τους πειρωμένους άνευ αδείας της να διαφύγωσι τας μιαιφόνους και ατιμωτικάς χείρας της, και επεβλήθη ποινή η δήμευσις παντός πλοίου, αν ο κυβερνήτης του απεδεικνύετο παρήκοος της διαταγής της· απήτησεν η Πύλη και το δικαίωμα της νηοψίας εις σύλληψιν των κρυπτομένων υπηκόων της, έγκλημα θανάτου θεωρούσα την απλήν φυγήν των και εγκληματίας και αυτάς τας γυναίκας. Είπαμεν, ότι οι εν Κωνσταντινουπόλει πρέσβεις όλων των Δυνάμεων όχι μόνον συγκατετέθησαν, αλλά και δι' ων εξέδωκαν εγκυκλίων προς τους καθ' όλην την οθωμανικήν αυτοκρατορίαν προξένους συνέτρεξαν εις τας ορέξεις της Πύλης, και ότι μόνος ο πρέσβυς της Ρωσσίας Στρογονώφης δεν ήσχυνε διά της συγκαταθέσεώς του την αυλήν του. Αλλ' η Πύλη εις ουδέν ελογίσθη την αντίρρησιν και τας διαμαρτυρήσεις αυτού, και επάτησεν όλας ανεξαιρέτως και ανεξετάστως τας σημαίας. Συνέβη δε κατ' εκείνας τας ημέρας και ο εν Βουκουρεστίω τραπεζίτης, Σακελλάριος, να διατάξη τον εν Κωνσταντινουπόλει Εμμανουήλ Δανέζην να πληρώση τω νεοδιορισθέντι ηγεμόνι της Βλαχίας και εισέτι διατρίβοντι εν Κωνσταντινουπόλει, Σκαρλάτω Καλλιμάχη, χρήματά τινα· αλλά μετ' ολίγον έγραψεν, εξ αιτίας ίσως της πολιτικής καταστάσεως της ηγεμονείας, να μη τα πληρώση, και επί τη δευτέρα ταύτη παραγγελία ο Δανέζης απεποιήθη την πληρωμήν· επρόκειτο δε να μεταβιβασθώσι τα χρήματα ταύτα εις το ταμείον της Πύλης. Αν και πάντοτε ο εκδίδων συναλλαγματικήν είναι υπόλογος και όχι ποτέ ο μη αποδεχόμενος, η Πύλη απήτει την εξαργύρωσίν της παρά του Δανέζη.
Ο Δανέζης ήτο τραπεζίτης της εν Κωνσταντινουπόλει Ρωσσικής πρεσβείας, και ως τοιούτος ελογίζετο υπό ρωσσικήν προστασίαν αλλ' ήτο γέννημα της Κρήτης, και ως τοιούτος ήτο ραγιάς. Οι εν υπηρεσία πρεσβείας ραγιάδες ήσαν άλλοτε υπό την προστασίαν της αυτής πρεσβείας, αλλά τα προνόμια ταύτα είχαν πρό τινος καιρού καταργηθή· ώστε ο πρέσβυς της Ρωσσίας δεν εδύνατο να προστατεύση δικαιωματικώς τον τραπεζίτην του, και ο συνετός Δανέζης φοβηθείς εκρύβη. Αλλ' η Πύλη συνέλαβε και πολιτικάς υποψίας κατ' αυτού· τον εθεώρει ως συνωμότην και ως διαβιβάζοντα χρήματα εις τους αποστάτας· και επειδή εγνώριζε τας προς την ρωσσικήν πρεσβείαν, ην πάντοτε υπώπτευε, τραπεζικάς του σχέσεις, εφαντάζετο ότι δι' αυτού υπεστήριζεν η Ρωσσία τον ελληνικόν αγώνα χρηματικώς. Διά τας πολιτικάς και σφαλεράς ταύτας υποψίας μάλλον ή διά την εξαργύρωσιν της συναλλαγματικής εζήτει η Πύλη να πιάση τον Δανέζην, ον ο πρέσβυς της Ρωσσίας, πεποιθώς επί την ισχύν του, έπεισε να φανερωθή αφόβως, υποσχόμενος αυτώ την θερμήν υπεράσπισίν του. Την 20 απριλίου ο Δανέζης υπήγεν αυτόκλητος εις την Πύλην συνωδευμένος υπό του διερμηνέως της πρεσβείας· αλλά παρά πάσαν προσδοκίαν του πρέσβεως εκρατήθη και εφυλακίσθη. Απήτησε την επιούσαν ο πρέσβυς την απόλυσίν του ως υπηκόου ρώσσου και ως τραπεζίτου του· αλλ' ο ρεΐζ - εφέντης απέρριψε την απαίτησιν αποτόμως, ειπών, ότι ο Δανέζης ήτο ραγιάς. Εστάλη τότε προς τον ρεΐζ - εφέντην ο σύμβουλος της πρεσβείας Δασκώφης συνωδευμένος υπό δύο διερμηνέων. Ο ρεΐζ - εφέντης τον αφήκεν εις τα αντίθυρα πολλήν ώραν, και αφού τον εδέχθη, τω είπεν ότι ο Δανέζης ήτο ραγιάς και δεν απελύετο. Ο Δασκώφης είχε παραγγελίαν να μη επιστρέψη εις την πρεσβείαν άνευ του Δανέζη· διά τούτο έμεινε παρά τω ρεΐζ - εφέντη και απέστειλεν ένα των συν αυτώ ειδοποιών τον πρέσβυν περί της αποτυχίας της αποστολής του. Οργισθείς ο πρέσβυς υπήγε προς τον ρεΐζ - εφέντην αυθημερόν, και μη δυνηθείς να κατορθώση το ποθούμενον επεσκέφθη τον αρχιβεζίρην αλλά και παρ' αυτώ απέτυχε και ήκουσεν, ότι η Πύλη εθεώρει τον Δανέζην όχι μόνον ραγιάν αλλά και ένοχον εσχάτης προδοσίας, και ότι είχε και αποδείξεις της ενοχής του· ουδεμίαν όμως έδειξεν. Ο πρέσβυς, βλέπων ότι ο Δανέζης, πεποιθώς επί τους ενθαρρυντικούς λόγους του, εκινδύνευε, κατήντησε να ζητήση την απόλυσίν του ως χάριν, αλλά και ούτω δεν εισηκούσθη· παρεκάλεσε τότε τον αρχιβεζίρην να διαβιβάση αναφοράν του προς αυτόν τον σουλτάνον, αλλά και η παράκλησίς του αύτη απερρίφθη, και ο πρέσβυς επανήλθεν εις την κατοικίαν του άπρακτος και βαρύμηνις. Την επαύριον, επανέλαβε τα αυτά διά του διερμηνέως του Φοντώνη προς τον ρεΐζ - εφέντην επ' ελπίδι να δεχθή ούτος την προς τον σουλτάνον αναφοράν του· αλλ' εκώφευσε και ο ρεΐζ - εφέντης. Τότε ο Φοντώνης εστάθη εις ην διήρχετο οδόν ο σουλτάνος επανερχόμενος από του ζαμίου όπου προσηύχετο, ύψωσε την αναφοράν ως ποταπός ραγιάς, και παρά την αξιοπρέπειαν της αυλής του εφώναξε τουρκιστί, «Α ν α φ ο ρ ά - του - ε κ τ ά κ τ ο υ - π ρ έ σ β ε ω ς - κ α ι – π λ η ρ ε ξ ο υ σ ί ο υ - υ π ο υ ρ γ ο ύ - τ ο υ – μ ε γ α λ ε ι ο τ ά τ ο υ - α υ τ οκ ρ ά το ρ ο ς - π α σ ώ ν - τ ω ν - Ρ ω σ σ ι ώ ν - π ρ ο ς - τ ο ν – μ ε γ α λ ε ι ό τ α τ ο ν - σ ο υ λ τ ά ν ο ν - Μ α χ μ ο ύ τ ην». Δις επανέλαβε τους λόγους τούτους μηδόλως κινήσας την προσοχήν του σουλτάνου· την δε τρίτην φοράν επέρριψεν ο σουλτάνος βλοσυρόν βλέμμα, επρόσταξε να λάβωσι την αναφοράν του και απεδοκίμασεν εγγράφως την αυτήν ημέραν την αίτησίν του, ώστε εις μάτην εξώκειλεν η πρεσβεία εις την πράξιν ταύτην (δ).
Εδόθη κατ' εκείνας τας ημέρας και άλλη αιτία διενέξεων σοβαρωτέρα της περί ης ο λόγος, ως αφορώσα τα κατά την Μαύρην θάλασσαν εμπορικά συμφέροντα. Η Πύλη, επί λόγω σιτοδείας εν τη βασιλευούση εξ αιτίας των επικρατουσών ταραχών εν Βλαχομολδαυία, όθεν εστέλλετο τακτικώς μεγάλη ποσότης σίτου, εκράτησεν όλα τα υπό ρωσσικήν σημαίαν διαπλέοντα από της Μαύρης εις την Άσπρην θάλασσαν σιτοφόρα πλοία, και πολλά αυτών εξεφόρτωσε παρά γνώμην των πλοιάρχων και ώρισεν αυθαιρέτως και την τιμήν των φορτίων. Η αυθαιρεσία αύτη ήτο φανερά παράβασις της εμπορικής συνθήκης της 10 Ιουνίου 1783, καθ' ην (ε) ώφειλεν η Πύλη να δίδη τα αναγκαία φιρμάνια εις ελεύθερον έκπλουν και εις ελευθέραν σιταγωγίαν· απηγορεύετο δε ρητώς ή διά βίας επί του διάπλου αποβίβασις εις Κωνσταντινούπολιν ή αλλού των φορτίων. Επί τω λόγω τούτω ο πρέσβυς κατέκρινε την πράξιν ως αυθαίρετον και παράσπονδον, διεμαρτυρήθη και εκήρυξε την Πύλην υπεύθυνον προς τον αυτοκράτορα και υπόλογον προς τους ζημιουμένους εμπόρους. Αλλ' αύτη τόσον κατεφρόνησε τας απειλάς του, ώστε ούτε απαντήσεως τον ηξίωσεν. Αν τω όντι η Πύλη εφοβείτο σιτοδείαν, εδύνατο βεβαίως να κρατή εις χρήσιν της, και άκοντος του πρέσβεως, τας μετακομιζομένας υπό ξένας σημαίας τροφάς· αλλ' ώφειλε τότε ν' αποζημιοί εντελώς και τους εμπόρους και τους πλοιάρχους, και όχι να ορίζη αύτη αυθαιρέτως τας τιμάς· αλλ' η Πύλη δεν είχε, καθώς εφάνη, τόσην χρείαν τροφών, όσην είχεν επιθυμίαν, καθώς επροδόθη η ιδία, να εμποδίση την μετακόμισίν των εις τους αποστατήσαντας τόπους (στ).
Εν τοσούτω ο πρέσβυς Στρογονώφης προείδεν ότι όχι μόνον αι προς την Πύλην σχέσεις του θα διεκόπτοντο, αλλ' ότι και αυτός θα εβιάζετο ν' αναχωρήση, διότι παρεβαίνοντο αι συνθήκαι, υβρίζετο η σημαία του αυτοκράτορος και εκινδύνευε και αύτη η ζωή του· τόσον δε εμαίνετο ο θανατικός όχλος, ώστε ηναγκάσθη η Πύλη κατ' αίτησιν του πρέσβεως να στείλη και άλλον λόχον γενιτσάρων προς φρούρησιν του πρεσβείου. Διά τα περιστατικά ταύτα μετέφερεν ο Στρογονώφης εκ της Μαύρης θαλάσσης εις Μπουγιουκντερέν, όπου διέτριβε, μικρόν πλοίον πολεμικόν υπό την εμπορικήν σημαίαν της Ρωσσίας.
Η νεοφανής και ασυνήθης παρουσία πολεμικού ξένου πλοίου, αν και μικρού, έμπροσθεν της βασιλευούσης εν αγνοία της Πύλης ήτο βεβαίως παρά τας συνθήκας και ικανή και υποψίας την ώραν εκείνην να διεγείρη, και την Πύλην και τον όχλον να παροργίση· και τω όντι έφερε κοινήν ταραχήν και νέας λογοτριβάς αυτής και του πρέσβεως, όστις, ωργισμένος και εκ των προτέρων αιτιών και εκ της τελευταίας ταύτης, τη ανήγγειλεν, ότι ανέφερε τα πάντα εις τον αυτοκράτορα και ότι μέχρι της απαντήσεώς του διέκοπτε πάσαν μετ' αυτής ανταπόκρισιν.
Η Πύλη εφοβήθη επί τη αγγελία ταύτη, καθ' όσον μάλιστα εμάνθανεν ότι ρωσσικά στρατεύματα συνηθροίζοντο καθ' ημέραν προς τον Προύθον, και έσπευσε να πέμψη την 27 Ιουνίου εν αγνοία του πρέσβεως προς τον αρχιγραμματέα του αυτοκράτορος Νεσελρόδον έγγραφον φέρον την υπογραφήν του αρχιβεζίρη. Το έγγραφον τούτο εκδίδομεν ενταύθα παραλείποντες τα μη ουσιώδη (ζ) και αποσιωπώντες ολοτελώς εις αποφυγήν επαναλήψεως άλλα τινά προγενέστερα της αυτής εννοίας μεταξύ του ρεΐζ - εφέντη και του πρέσβεως κατ' εκείνον τον καιρόν της κρίσεως και των πειρασμών.
* * *
«Όλος ο κόσμος γινώσκει, ότι η Πύλη εφάνη πάντοτε πιστή εις τας μετά των άλλων αυλών συνθήκας της και ιδίως εις τας μετά της αυλής της Ρωσσίας· και ότι τόσον περί πολλού ποιείται τας εξωτερικάς σχέσεις της, ώστε πολλάκις είναι ευνοϊκωτέρα παρ' όσον απαιτούν αι συνθήκαι. Η διαγωγή της προς τον πρέσβυν της ρωσσικής αυλής είναι μία των πολλών αποδείξεων του ευνοϊκού της τούτου συστήματος, διότι όχι μόνον τον ετίμησε πάντοτε καθ' όσον ώφειλεν, αλλά πολλάκις επέβλεψεν ιλαρώ όμματι και εις πολλάς του πράξεις, εις ας τον έρριψεν η ορμή και η σκαιότης του χαρακτήρος του παρά τα ειρηνικά καθήκοντα υπουργού φιλικής Δυνάμεως.
Το σκοπούμενον της τόσω φιλικής διαγωγής της Πύλης προς τον πρέσβυν ήτον η ησυχία των υπηκόων αμφοτέρων των αυτοκρατοριών. Ουδέποτε έπαυσεν η Πύλη παιδεύουσα τους ατάκτους, και ουδέποτε παύει θεωρούσα ως ιεράν παρακαταθήκην τους υπ' αυτήν διαφόρους λαούς, υπερασπίζουσα και ευεργετούσα αυτούς επέκεινα του καθήκοντος και χαρίζουσα αυτοίς ως προς τα θρησκευτικά όσην ελευθερίαν συγχωρεί ο ιερός νόμος. Αλλ', εν ώ ήλπιζεν η Πύλη όχι μόνον να μη μεμφθώσιν αι ξέναι Δυνάμεις όσα έπραξεν εξ ανάγκης εις κατάπαυσιν της γενικής και απροσδοκήτου επαναστάσεως των Ελλήνων, ην εκίνησεν η κακοβουλία, αλλά και να επαινέσωσι, και μάλιστα όσαι εξ αυτών συνεδέθησαν εν Λαϋβάχη υπέρ της κοινής ειρήνης, ηπόρησε μαθούσα ότι συμβαίνει το εναντίον· και επειδή είναι φανερόν ότι το αίτιον της διαστροφής είναι αι αναφοραί του πρέσβεως Στρογονώφου προς την αυλήν ταυ εις δικαιολογίαν της μεμπτής διαγωγής του, η Πύλη εθεώρησε πρέπον να γνωστοποιήση κατ' ευθείαν τη αυτοκρατορική, αυλή τα συμβάντα εις τρανήν απόδειξιν του ζήλου της υπέρ της διατηρήσεως της ειρήνης των δύο Δυνάμεων.
Το αχάριστον έθνος των Ελλήνων συνέλαβε προ καιρού σχέδιον αποστασίας ανώτερον της δυνάμεώς του και επί ματαίων ελπίδων. Μετά τον θάνατον του πρώην ηγεμόνος της Βλαχίας, Αλεξάνδρου Σούτσου, ο Θεόδωρος Βλαδιμιρέσκος, υπήκοος Ρώσσος, ετόλμησε πρώτος υπό άλλο πρόσχημα να υψώση σημαίαν επαναστάσεως, και μετ' αυτόν ο επίβουλος υιός του Υψηλάντου, στρατηγός της Ρωσσίας, εξελθών εκείθεν, επάτησε την Μολδαυίαν, και εθανάτωσεν αδίκως όλους τους εν τη πρωτευούση της ηγεμονείας εκείνης Μουσουλμάνους. Και ο άλλος προδότης, Μιχαήλ Σούτσος, ο τότε ηγεμών της Μολδαυίας, εθανάτωσεν επίσης πολλούς Μουσουλμάνους εν Γαλατσίω. Οι ρηθέντες κακούργοι ετόλμησαν να κηρύξωσι παντού, ότι οι Έλληνες, έτοιμοι να βάλωσιν εις πράξιν το προ πολλού σχέδιον της αποστασίας των, σκοπόν είχαν να κινηθώσιν όλοι διά μιας καθ' όλας τας επαρχίας της οθωμανικής αυτοκρατορίας, και ότι η αυλή της Ρωσσίας ενέκρινε και επροστάτευε το σχέδιον. Αι ραδιουργίαι αύται έγειναν γνωσταί τη Πύλη, και άλλοθεν και παρ' αυτού του πρέσβεως της Ρωσσίας, ομολογήσαντος πολλάκις υπό πρόσχημα ειλικρινείας ότι η αυλή του απεδοκίμαζε τα τοιαύτα, ότι εθεώρει και τον Θεόδωρον και τον Υψηλάντην πταίστας και διά τούτο εκάθηρε τον Υψηλάντην, ότι έπρεπε να κινηθή αμέσως και μεθ' ικανών δυνάμεων η Πύλη εις τιμωρίαν των δύο τούτων αποστατών και των οπαδών των, και ότι ετοίμη ήτον η Ρωσσία να τη χορηγήση πάσαν ηθικήν αντίληψιν, αφού η Πύλη δεν ηθέλησε να δεχθή, την πραγματικήν. Αλλ' εν ώ ητοιμάσθησαν δυνάμεις ικαναί εις αφανισμόν των αποστατών, ο μητροπολίτης και οι άρχοντες της Βλαχίας ποτέ μεν επρόβαλαν να κινηθώσιν αυτοί κατά του Θεοδώρου μετά των εγχωρίων δυνάμεων, ποτέ δε συνίστων τας αιτήσεις του Θεοδώρου ως ωφελίμους. Ο δε εκεί πρόξενος της Ρωσσίας εμπόδισε και αυτός μέχρι πολλού την εισβολήν των στρατευμάτων υπό διαφόρους αιτίας και έδωσε καιρόν να ενδυναμωθώσιν οι αποστάται. Εν ώ δε τα στρατεύματα της Πύλης εφιλοπολέμουν, ο πρέσβυς της Ρωσσίας εζήτει την άφεσιν του πταίσματος του Υψηλάντου και επρόβαλεν εις κατάπαυσιν των ταραχών να επιτραπή η απέλευσις των δύο αρχηγών της αποστασίας και των οπαδών των από των ηγεμονειών· έλεγε δε, ότι η απόρριψις της προτάσεως ταύτης και η εισβολή των στρατευμάτων ήσαν επιζήμιαι. Η Πύλη εφρόντισε ν' αποκριθή τα δέοντα περί τούτων και να παραστήση, ότι, αν απήρχοντο ο Υψηλάντης και οι περί αυτόν ατιμώρητοι, δεν θα επανήρχετο η ησυχία εις τας ταραχθείσας επαρχίας· ανήγγειλε δε και ο πρέσβυς της Αυστρίας, ότι ποτέ η Δύναμις εκείνη δεν θα επέτρεπε να πατήσωσιν οι αποστάται τα χώματά της, και ότι, αν έπιπταν εις χείρας της, θα τους εκρέμα. Η Πύλη φρονεί ότι προ πάντων αναγκαίον είναι ο Μιχαήλ Σούτσος και όσοι κατά τας αρχάς της επαναστάσεως κατέφυγαν εκ Κωνσταντινουπόλεως εις Οδησσόν να παραδοθώσι (η) κατά τας συνθήκας, διότι η έξοδος των κακούργων εκ της Ρωσσίας και η εκεί καταφυγή των ετάραξαν και ταράττουν τα πνεύματα των Μουσουλμάνων· ώστε, και αν η Πύλη δεν εδυσπίστει ως προς την ειλικρίνειαν της Ρωσσίας, αδύνατον ήτον, όσον υπάρχουν αι περιστάσεις αύται, να καθησυχάση το έθνος των Μουσουλμάνων· διά τούτο η Πύλη επιμένει εις την παράδοσιν των φυγάδων και επειδή ο πρέσβυς εκήρυξεν, ότι η αυλή του πρόθυμος ήτο να δώση πάσαν βοήθειαν, η Πύλη θεωρεί ως συντελεστικωτέραν πάσης άλλης την παρά της ρωσσικής αυλής πλήρωσιν των συνθηκών και την κατ' αυτάς παράδοσιν των φυγάδων.
Διά το κατεπείγον των περιστάσεων η Πύλη εισεβίβασεν ικανά στρατεύματα εις τας ηγεμονείας υπό αξίους αρχηγούς και δεν έλειψε να ειδοποιήση φιλικώς τον πρέσβυν περί ων έπραξε, διατηρούσα πάντοτε απαράβατα τα προνόμια των μερών εκείνων. Αλλ' ο ρηθείς πρέσβυς, πάντοτε δυστροπών, δεν έπαυσε διαστρέφων τα πάντα και δίδων αφορμήν διά του πολιτεύματός του να θεωρήται και αυτός κοινωνός της αποστασίας των υπηκόων της Πύλης.
Δεν κινείται εις γενικήν επανάστασιν έθνος ειμή διά της μυστικής ή της φανεράς προτροπής των προκρίτων αυτού, ή τουλάχιστον διά της συγκαταθέσεως αυτών. Η Πύλη και όλα τα δίκαια και όλους τους τρόπους είχε να εξολοθρεύση όλον το γένος των Ελλήνων· αλλ' εύσπλαγχνος και τότε, καθώς εφάνη πάντοτε, προς το υπήκοόν της εξέδωκε διαταγήν ελκύουσα την προσοχήν του πατριάρχου εις την κινδυνώδη θέσιν όλου του ελληνικού γένους και ειδοποιούσα, ότι, αν οι Έλληνες έμεναν πιστοί, δεν είχαν τι να φοβηθώσι δι' όσα εσχεδίασαν κατ' αυτής και δεν επραγματοποίησαν. Γνωστόν είναι, ότι το γένος των Ελλήνων παραδέχεται προθύμως όσα παραγγέλλει ο πατριάρχης· διά τούτο διετάχθη ν' αναθεματίση όλους τους εν τη οθωμανική αυτοκρατορία αποστατήσαντες και να τους συμβουλεύση να επανέλθωσιν εις την προτέραν υποταγήν. Ο πατριάρχης απήντησεν ότι ενήργησε πάντα ταύτα, και όμως οι ραγιάδες της εν Πελοποννήσω επαρχίας των Καλαβρύτων, πατρίδος του ρηθέντος πατριάρχου, απεστάτησαν μετ' ολίγον (θ) και έσφαξαν τους Μουσουλμάνους, απεστάτησαν μετ' ολίγων αι άλλαι επαρχίαι της Πελοποννήσου, απεστάτησαν και αι νήσοι του Αιγαίου, εξέπλευσαν και τα θεόργιστα πλοία των και εφόνευσαν οι μεν επί της θαλάσσης οι δε επί της ξηράς μέγαν αριθμόν Μουσουλμάνων πεσόντων εις χείρας των καθώς ήτο προωρισμένον και εμίαναν και τους ιερούς τόπους. Διά τούτο η Πύλη εκινήθη και αύτη εις εξολόθρευσιν των κακούργων και κατά ξηράν και κατά θάλασσαν. Αν δε οι εσχάτως τιμωρηθέντες δεν ήσαν ένοχοι, καθώς απεδείχθησαν, ούτε οι άλλοι Έλληνες θα ετόλμων να πράξωσιν όσα κακά έπραξαν, ούτε η Πύλη θα ευρίσκετο εις την ανάγκην να τους παιδεύση. Η Πύλη δεν έλειψεν εξ αρχής να συμβουλεύση τον πατριάρχην και δι' αυτού τους μητροπολίτας και τους άλλους αρχηγούς του έθνους σωτηριώδεις συμβουλάς. Ο πατριάρχης, και αν δεν ήτο συνωμότης, δεν εδύνατο ν' αγνοή την βδελυράν συνωμοσίαν, και εις αμοιβήν των μεγάλων προς αυτόν ευεργεσιών της Πύλης ώφειλε διά των εκκλησιαστικών νουθεσιών του να επαναγάγη, το έθνος του εις την υποταγήν και διασκεδάση την συνωμοσίαν πριν εκραγή· αλλ' όχι μόνον δεν ενουθέτησεν ως έπρεπε το έθνος του, αλλ' ήτον αυτός ο πρώτος συνωμότης. Διά τούτο η Πύλη εξετάσασα (ι) και αποδείξασα το έγκλημά του δι' όσων έλαβε πληροφοριών και εντός της Κωνσταντινουπόλεως και έξωθεν, τον επαίδευσεν αξίως του εγκλήματός του, και όχι διά θρησκευτικήν τινα αιτίαν. Ήτο δε το έγκλημά του το βαρύτερον όλων, ως έγκλημα επαναστατικής συνωμοσίας· και όσοι είναι ένοχοι τοιούτου εγκλήματος, είτε μεγάλοι είτε μικροί, είναι επίσης αξιόποινοι· διά τούτο και οι διεγείραντες αποστασίας επαιδεύθησαν πάντοτε ανηλεώς, και όσοι ανέγνωσαν την ιστορίαν της Ρωσσίας, έμαθαν, ότι το 1715 έτος από Μεσίου ο αυτοκράτωρ Πέτρος εκάθησε και εθανάτωσε τον κληρικόν, όστις έτυχε τότε πατριάρχης της Ρωσσίας, ως ένοχον και αυτόν της συνωμοσίας του υιού του, και κατήργησεν έκτοτε την πατριαρχίαν. Η διά της αγχόνης ποινή του πατριάρχου και τ' άλλα περιστατικά της ημέρας εκείνης δεν ελογίσθησαν εις ύβριν της θρησκείας. Ωσαύτως ετιμωρήθησαν δικαίως και οι μητροπολίται και οι άλλοι προύχοντες του έθνους διά τα συλληφθέντα στασιαστικά έγγραφά των (κ). Όλαι δε αι Δυνάμεις ομολογούν, ότι απόκειται εις πάσαν ανεξάρτητον κυβέρνησιν να πράττη ό,τι στοχάζεται καλόν εντός της επικρατείας της, και δεν επιτρέπεται να προστατεύη ξένη κυβέρνησις αποστάτας υπηκόους άλλου κράτους υπό μόνην πρόφασιν ομοδογματίας. Ο πρέσβυς δεν παύει λέγων, ότι η ποινή του πατριάρχου ήτον ύβρις προς την θρησκείαν ικανή να κινήση την αγανάκτησιν όλων των Χριστιανών βασιλέων· αλλ' η Πύλη τον εβεβαίωσεν, ότι οι πρέσβεις των άλλων αυλών ωμολόγησαν, ότι είχε δίκαιον να πράξη όσα έπραξε· μόνος δε αυτός δεν θέλει εκ συστήματος να πεισθή, κωφεύων εις τας φιλικάς εξηγήσεις της και δίδων διά της διαγωγής του αφορμήν να πιστεύση, πας τις, ότι έγραψε περί τούτου προς την κυβέρνησίν του όσα δεν έπρεπεν.
Μετά την ανακάλυψιν της συνωμοσίας, οι Μουσουλμάνοι εξωπλίσθησαν εξ ανάγκης· αλλ' ούτε την ρωσσικήν πρεσβείαν ούτε τους υπό ρωσσικήν προστασίαν εμπόρους επείραξαν· εξ εναντίας εφρόντισαν και να τους προστατεύσωσι κατά τας συνθήκας. Αλλ' ο πρέσβυς, μεγαλύνων τα μικρά, ηνόχλει την Πύλην και εθάρρυνε την φυγήν των υπό την ρωσσικήν προστασίαν εμπόρων και των ραγιάδων, ους επροστάτευε, προξενών ενταυτώ δυσκολίας οσάκις η Πύλη επεχείριζε να εμποδίση την φυγήν των. Ο πρέσβυς είπεν, ότι διέταξε τους προξένους της αυλής του να φέρωνται καθώς απήτει η των δύο Δυνάμεων φιλία, και ότι έστειλεν εις περιοδίαν ένα του υπάλληλον φέροντα τοιαύτας οδηγίας μετά την αποστασίαν της Μολδοβλαχίας. Αλλά και η αποστολή και η περιοδία του υπαλλήλου και αι οδηγίαι δεν φαίνεται ότι έφεραν άλλο αποτέλεσμα ειμή την διάδοσιν της επαναστάσεως υπό την διασπαρείσαν φήμην ρωσσικής συμπράξεως, και την φυγήν των προξένων μετά των αποστατών· η διαγωγή του εν Πάτραις προξένου αντίκειται βεβαίως προς την ενυπάρχουσαν των δύο αυτοκρατοριών φιλίαν· διότι καθ' όν καιρόν εισήλθαν εις την πόλιν εκείνην τα στρατεύματα προς τιμωρίαν των αποστατών ουδείς των άλλων προξένων μετετόπησε· μόνος ο της Ρωσσίας τους συνώδευσε καταφεύγοντας εις τα πλοιάρια και ύψωσε την ρωσσικήν σημαίαν. Όλοι δε οι κατά την οθωμανικήν αυτοκρατορίαν πρόξενοι κρέμανται εκ των διαταγών των πρέσβεων των αυλών των· διά τούτο η τοιαύτη διαγωγή του εν Πάτραις προξένου και η φυγή τινων άλλων, ως αν είχε κηρυχθή πόλεμος, αποδίδονται βεβαίως εις τας οδηγίας του πρέσβεως. Αι περιστάσεις αύται διήγειραν τας δικαίας των Μουσουλμάνων και των Δυνάμεων υποψίας ως προς τους σκοπούς της Ρωσσίας. Ο δε πρέσβυς όχι μόνον δεν έδωκε τη Πύλη ην υπεσχέθη ηθικήν συνδρομήν, καθώς απήτει η δικαιοσύνη και η των δύο Δυνάμεων φιλία, και δι' ης εδύνατο να καθησυχάση τας αναφυείσας υποψίας, όχι μόνον δεν μετεχειρίσθη φιλικόν και ειρηνικόν ύφος, αλλ' έπραξε το εναντίον· διότι την φυγήν των υπηκόων των δύο Δυνάμεων, ως ανωτέρω ερρέθη, εθάρρυνε, και ότι ουδ' αυτός ήτον ασφαλής υπεκρίθη· αλλ' η Πύλη έσπευσεν επανειλημμένως να τον καθησυχάση, στείλασα εις φρούρησιν του πρεσβείου και άλλον λόχον. Ο πρέσβυς μετέφερε προς τούτοις εξ Οδησσού πλοίον του ρωσσικού στόλου, περί ου ερωτηθείς απεκρίθη, ότι το έστειλαν οι εν Οδησσώ φίλοι του μαθόντες τας ταραχάς, αλλ' ότι είχε σκοπόν να το αποπέμψη· επρόσθεσε δε, ότι η αυλή του επεθύμει να συστήση μεταξύ Κωνσταντινουπόλεως και Μαύρης θαλάσσης ταχύπλοα, και ότι έν εξ αυτών, ερχόμενον εις Βουγιουκντερέν, ήτο πλησίον του πορθμού. Η Πύλη απεκρίθη επισήμως, ότι απηγορεύετο ο διάπλους παντός ξένου πλοίου μη εμπορικού, ότι εδύνατο ο πρέσβυς άλλως πως να ανταποκρίνεται μετά της αυλής του, ότι η Πύλη εφοβείτο μήπως η εμφάνισις τοιούτων πλοίων ερέθιζε τον λαόν, και διά τούτο ηναγκάζετο να μη συγκατατεθή· αλλ' ο πρέσβυς ηύρε τον τρόπον και έφερεν έν των τοιούτων έμπροσθεν του παλατίου του. Η Πύλη εδικαιούτο να το αποπέμψη, διά της βίας, αλλ' έκρινε προς χάριν του πρέσβεως καταλληλότερον να το αποπέμψη αταράχως αυτός· ο πρέσβυς όμως αψηφών τους λόγους της, εισεβίβασε πράγματά του, και το επεσκέφθη πολλάκις, φαινόμενος ότι ανέμενεν δεξιόν άνεμον εις απόπλουν. Η Πύλη επανέλαβε την αίτησίν της· συνέπεσαν και άλλα περιστατικά, καθ' α ο πρέσβυς εφάνη δυσαρεστηθείς και ειδοποίησε την Πύλην, ότι ανέφερε τα πάντα εις την αυλήν του, και ότι μέχρι της απαντήσεώς της διέκοπτε πάσαν σχέσιν.
Τοιαύτη είναι η διαγωγή του πρέσβεως, προς ον ουδέποτε έπαυσεν η Πύλη προσφέρουσα τας οφειλομένας τιμάς· αλλ' οποίαι και αν ήναι αι κοινοποιήσεις του, η Πύλη, ερειδομένη επί τη συνέσει της ρωσσικής αυλής και τη κοινή επιθυμία της διατηρήσεως των φιλικών σχέσεων, έχει πεποίθησιν, ότι ο αυτοκράτωρ δεν θα τας ακούσει και θα πιστεύσει μάλλον αυτά τα πράγματα και την αμερόληπτον μαρτυρίαν φιλαληθών φίλων. Ηθέλησε δε και αυτή να γνωστοποιήση διά της παρούσης εκθέσεως την αλήθειαν· ώστε, αν η αυλή της Ρωσσίας την πιστεύση, και δι' αναλόγων οδηγιών επαναφέρη τον πρέσβυν της, τον αίτιον όλων των πολιτικών και μη αναγκαίων διενέξεων, εις τα καθήκοντα υπουργού φιλικής Δυνάμεως, ο αυτοκράτωρ θα κερδίσει έτι μάλλον την υπόληψιν της Πύλης. Αν δε εξ εναντίας εγκρίνη την διαγωγήν του, τότε η Πύλη, η μηδέποτε απομακρυνθείσα της ευθύτητος και ειλικρινείας, είναι απηλλαγμένη πάσης ευθύνης παρασπονδήσεως, και επειδή πάντοτε πέποιθεν επί την θείαν βοήθειαν, την πηγήν της δυνάμεώς της, η τοιαύτη περίστασις δεν είναι ικανή να την ταράξη.
Η Πύλη επαναλαμβάνει και ήδη ότι, αν και δεν προσυπέγραψε την παρ' όλων των ευρωπαϊκών Δυνάμεων συνυπογραφείσαν υπέρ της γενικής ειρήνης συνθήκην, έχει πάντοτε πραγματικώς την αυτήν επιθυμίαν και καθώς έως σήμερον εφρόντισεν, ούτω φροντίζει να διατηρήση και εις το εξής τους δεσμούς της ειρήνης μεθ' όλων των φίλων Δυνάμεων και κατ' εξοχήν μετά της φίλης και γείτονος Ρωσσίας, τιμώσα αυτάς προσηκόντως και πολιτευομένη κατά τας συνθήκας. Αι δε εξ ανάγκης ετοιμασίαι και κυρίως η ομόψυχος κίνησις και εξόπλισις όλων των Μουσουλμάνων, οίτινες αντί κατοίκων πόλεων κατήντησαν κάτοικοι στρατοπέδων, εγένοντο και γίνονται, διότι δεν είναι όλοι συνηνωμένοι ως οι υπήκοοι των άλλων Δυνάμεων, αλλά διεσπαρμένοι καθ' όλας τας επαρχίας του κράτους, ζώντες ανάμικτοι μετά των μη Μουσουλμάνων, και μάλιστα των Ελλήνων, ους γενικώς δεν εμπιστεύονται. Όλα δε ταύτα τα κινήματα αποβλέπουν μόνον το εσωτερικόν και όχι τας εξωτερικάς σχέσεις, μόνους τους Έλληνας και όχι άλλα αθώα γένη υπήκοα και αυτά της Πύλης, ουδενός δε την θρησκείαν. Επομένως ούτε η αυλή της Ρωσσίας, ούτε αι άλλαι Δυνάμεις θα πιστεύσουν όσα εις βλάβην των προς την Πύλην σχέσεών των διαδίδει η κακοβουλία, ούτε όσα τυχόν γράφονται υπό τινων ομοίων του πρέσβεως της Ρωσσίας τα δίκαια των Δυνάμεων παραγνωρίζοντος και τα καθήκοντα ειρηνικού πρέσβεως ολιγωρούντος.»
* * *
Και ταύτα μεν όσα διελάμβανεν, εν αγνοία του πρέσβεως Στρογονώφου, το πολυθρύλλητον και διεξοδικώτατον έγγραφον της Πύλης προς την αυλήν της Ρωσσίας. Την δε 6 Ιουλίου ο πρέσβυς ούτος έλυσε την μετά την διακοπήν των σχέσεών του σιωπήν.
Γνωστοποιήσαντες το ανωτέρω προς την αυλήν της Ρωσσίας έγγραφον συνοπτικώς αλλ' αποχρώντως εις πλήρη κατάληψιν των διαφορών των δύο αυτοκρατοριών κατά την παράστασιν της Πύλης, κρίνομεν αναγκαίον να γνωστοποιήσωμεν κατά τον αυτόν τρόπον και το του πρέσβεως προς την Πύλην εις πλήρη κατάληψιν των ιδίων διαφορών κατά την παράστασιν της αυλής της Ρωσσίας.
«Μόλις ανεφάνησαν τα πρώτα συμπτώματα της αποστασίας κατά την Μολδοβλαχίαν, και η Ρωσσία έσπευσε να κηρύξη παρρησία πόσον κατέκρινε τους πρωταιτίους, και να προτρέψη την Πύλην εις κατάπαυσιν του κακού επί τω εμφανισμώ του. Η αρχή και οι πρόοδοι του εφαίνοντο επίσης επίφοβοι. Η Πύλη δεν εδύνατο να παραγνωρίση, τα αίτια τοιαύτης πολιτικής. Την ύπαρξιν της Οθωμανικής αυτοκρατορίας η Ρωσσία εθεώρει ως έν των εις διατήρησιν και παγίωσιν της ευρωπαϊκής ειρήνης στοιχείων· διά τούτο ώφειλε να καταδικάση παν επιχείρημα τείνον εις βλάβην αυτής· ώφειλε δε να πράξη τούτο έτι μάλλον ως Δύναμις πάντοτε ειλικρινής και πάντοτε αφιλοκερδής προς επικράτειαν, ην παρεκίνει προ πέντε ετών να περιστοιχισθή υπό των εγγυήσεων, ας παρέχει η ακριβής τήρησις των συνθηκών και η έλλειψις πάσης αφορμής διενέξεων. Η Ρωσσία έσπευσε να τη προσφέρη και την φιλικήν σύμπραξίν της (λ), ης και η ωφέλεια δεν ήτον αμφίβολος, και το αποτέλεσμα τοιούτον, ώστε να περιστείλη πάραυτα το μίασμα της επαναστάσεως και να προλάβη τα μεγάλα δυστυχήματα όσα έπαθεν ο λαός της Μολδοβαχίας, όστις δεν έπαυσε δίδων αποδείξεις αθωότητος και πίστεως. Κατά την γνώμην της Ρωσσίας η δύναμις των όπλων ήτον η μόνη ικανή ν' απαλλάξη, τας δύο ηγεμονείας από των ταραξάντων την εσωτερικήν των ησυχίαν αλλ' η δύναμις αύτη έπρεπε να έχη σωτήριον σκοπόν· έπρεπε να χρησιμεύση εις ενίσχυσιν των νόμων και να τεθή υπό οδηγίαν συντελούσαν εις επανόρθωσιν τον τόπου και υπό το κράτος των συνθηκών, εφ' ων σαλεύει το δημόσιον δίκαιον της Μολδοβλαχίας και όχι ποτέ υπό τας σημαίας του φανατισμού· ουδ' έπρεπε να συντελέση εις θεραπείαν των εκ φανατισμού παθών. Ελυπήθη εις άκρον η Ρωσσία, διότι ολιγώρησε τας περί τούτου προτάσεις της η Πύλη, δείξασα ότι δεν ησθάνετο πόσον τη χρησίμευε να καταπαύση τας ταραχής ανεπιστρεπτί, και μη προϊδούσα ότι δι' ου παρεδέχθη συστήματος θα εκίνει υπέρ των προσβαλόντων την εξουσίαν της τα αισθήματα, δι' ων τιμώνται όλοι οι λαοί, αισθήματα θρησκείας, πατρίδος και συμπαθείας, άτινα εμπνέει έθνος πεσόν εις εσχάτην απόγνωσιν. Ό,τι προ παντός άλλου εφοβείτο ο αυτοκράτωρ ήτο μήπως η Πύλη ενισχύουσα δια της διαγωγής της το επιχείρημα των προταιτίων της επαναστάσεως, ενομιμοποίει την εξ ανάγκης ένοπλον αντίστασιν εις αποτροπήν του παντελούς αφανισμού του ελληνικού λαού και της θρησκείας, ην πρεσβεύει. Οι φόβοι του αυτοκράτορος επραγματοποιήθησαν. Αι επαρχίαι, όπου εφάνησαν εσχάτως τα πρώτα πολεμικά κινήματα κατά της τουρκικής εξουσίας, έγειναν και άλλοτε θέατρον τοιούτων κινημάτων αλλ' ουδέποτε η κυβέρνησις εξόπλισε κατά των κατοίκων των τόπων εκείνων όλους τους υπηκόους της Μουσουλμάνους εν ονόματι της κινδυνευούσης θρησκείας των. Κίνδυνοι όχι ολιγώτερον δεινοί ηπείλησαν άλλοτε την Πύλην καθ' ους μάλιστα καιρούς εξωτερικοί πόλεμοι απεκαθίστων δεινοτέραν την θέσιν της· και όμως ουδέποτε εν τη οθωμανική αυτοκρατορία γενική προγραφή έπεσεν επί ολόκληρον έθνος, ούτε τόσον αναισχύντως εξυβρίσθη η χριστιανική θρησκεία.
«Δεν υπήρχε κατ' ευτυχίαν (μ) παράδειγμα, ότι πατριάρχης της ανατολικής εκκλησίας υπέφερε φρικτόν θάνατον επί του τόπου όπου ιερούργει, και εν ημέρα, ην όλος ο χριστιανικός κόσμος τιμά, και μάλιστα εν ώ ο ιερός ποιμήν επλήρωσε το μέτρον της πίστεως και της υποταγής προς την τουρκικήν εξουσίαν· δεν είδεν άλλοτε η Ευρώπη τεθλιμμένη όλους τους πνευματικούς και κοσμικούς προϊσταμένους χριστιανικού έθνους, μάλιστα τους μεγάλας υπηρεσίας προσενεγκόντας τη οθωμανική Πύλη, αποθνήσκοντας υπό την χείρα του δημίου, τα λείψανά των εξυβριζόμενα, τας οικογενείας των αναγκαζομένας να φεύγωσιν εκ της γης των συμφορών, και τας ιδιοκτησίας αφανιζομένας. Δεν είδε προ τεσσάρων αιώνων τον πόλεμον κηρυχθέντα κατά της θρησκείας του Χριστού διά του θανάτου των υπηρετών της, διά του κατεδαφισμού των ναών της, και διά πολλών ύβρεων προς τα σύμβολα της θείας του πίστεως. Ευκόλως δύναται η Πύλη να αισθανθή, τας συνεπείας τοιούτου συστήματος, αν το εξακολουθήση, και δεν επανορθώση τα δυστυχή αποτελέσματά του· θα ευρεθή, δε εξ ανάγκης και παρά τας προς αυτήν ευνοϊκάς διαθέσεις όλων των ευρωπαϊκών Δυνάμεων εις θέσιν πολέμιον προς τον χριστιανικόν κόσμον. Η αλήθεια αύτη, ην ο αυτοκράτωρ σπεύδει να διατρανώση, είναι τόσω μάλλον αναντίρρητος, καθ' όσον την ησθάνθησαν οι προκάτοχοι του σημερινού σουλτάνου. Κυριεύσαντες ούτοι τόπους εν Ευρώπη και προθέμενοι να εγκατασταθώσιν, εφάνησαν πεποιθότες δι' ων συνυπέγραψαν συνθηκών μετά των χριστιανικών Δυνάμεων ότι η εγκατάστασίς των δεν έπρεπε να ήναι σημείον πολέμου και ατιμίας της θρησκείας αυτών των Δυνάμεων, ούτε οιωνός εξολοθρεύσεως λαού συνηνωμένου δι' όλων των δεσμών της θρησκείας, των ηθών και των αναμνήσεων. Σήμερον απαιτείται καί τι πλέον· να συντρέξη η Πύλη εις την παγίωσιν των υπαρχουσών σχέσεων μεταξύ όλων των ευρωπαϊκών επικρατειών και να προσπαθήση, διά της ομοφροσύνης ν' αποκαταστήση τας σχέσεις ταύτας ημέρα τη ημέρα στενοτέρας και διαρκεστέρας. Αλλ' αν πρόκειται να εξακολουθήσωσιν αι αταξίαι, ή είναι ανεπίδεκτοι διορθώσεως, η Ρωσσία όχι μόνον δεν θα θεωρήσει ως εχέγγυον ειρήνης την διάρκειαν του οθωμανικού βασιλείου, αλλά θα ευρεθή και ηναγκασμένη να προστατεύση την θρησκείαν της υβριζομένην, τας συνθήκας της παραβαινομένας, και τους ομοθρήσκους της καταδιωκομένους. Εγνώρισεν η Πύλη αναμφιβόλως, δι' ων έλαβεν ομοφώνων διπλωματικών κοινοποιήσεων, ότι η υπόθεσις, υπέρ ης συνηγορεί η Ρωσσία, είναι υπόθεσις όλης της Ευρώπης. Οι χριστιανοί μονάρχαι δεν δύνανται να παραβλέψωσι τας ύβρεις, ας υπέστη η πίστις των, αν δεν δοθή πάνδημος ικανοποίησις. Επίσημα έγγραφα καταδικάζουν εις ποινάς και εις θάνατον λαόν προστατευθέντα μέχρι της σήμερον υπό ρητών συνθηκών και υπό του σιωπηλού μεν αλλ' αναποφεύκτου σεβασμού προς τους άλλους λαούς της Ευρώπης. Περιττόν είναι ν' αναφέρωμεν τα σουλτανικά διατάγματα τα επικυρούντα τα λεγόμενα· βέβαιον κατά δυστυχίαν είναι, ότι η Πύλη δεν καταδιώκει μόνον τους ταραχοποιούς και τους οπαδούς των, αλλά όλον το ελληνικόν έθνος, ως και αυτάς τας πηγάς της υπάρξεώς του και της εκ νέου παραγωγής του και αναγκάζει την χριστιανωσύνην να εκλέξη έν εκ των δύο· ή να μη μένη ακίνητος θεατής της εξολοθρεύσεως χριστιανικού λαού, ή να ανέχεται κατάστασιν πραγμάτων τείνουσαν εις διατάραξιν της ειρήνης, ην ηγόρασε διά τόσων θυσιών. Πεπεισμένη η Ρωσσία ότι αι αξιώσεις της είναι δίκαιαι, και βεβαία ότι έπεισεν όλους τους συμμάχους της περί της ειλικρινείας των σκοπών της δεν ηθέλησε μέχρι τούδε, προθεμένη την υπεράσπισιν του γενικού συμφέροντος, ν' αναφέρη τας προς αυτήν ιδιαιτέρας υποχρεώσεις της Πύλης, εφ' ων εδύνατο να στηρίξη τα κατ' αυτής κινήματα. Εις αυτήν όμως απέκειτο να επικαλεσθή τους όρους της συνθήκης του Καϊναρτσίου, και το εντεύθεν κεκτημένον δικαίωμα της προστασίας της ελληνικής θρησκείας καθ' όλην την τουρκικήν επικράτειαν. Αλλ' η Ρωσσία θέλει την σήμερον να ελκύση όλην την προσοχήν της Πύλης εις παρατηρήσεις υψηλοτέρας φύσεως, παρατηρήσεις επί των αμοιβαίων υποχρεώσεων όλων των χριστιανικών Δυνάμεων προς διατήρησιν της προς αλλήλας ενώσεως και ειλικρινείας.
«Όσα επράχθησαν μέχρι της σήμερον δεν ημπορούν να θεωρηθώσιν ειμή ως αποτελέσματα ή της ελευθέρας θελήσεως της Πύλης και προμελετημένου σχεδίου, ή συστήματος, εις ό αι περιστάσεις και ο φανατισμός τινων κακοβούλων ώθουν την τουρκικήν κυβέρνησιν παρά την γνώμην της. Ο αυτοκράτωρ ελπίζει ότι η τελευταία υπόθεσις είναι η μόνη ορθή, αλλά ζητεί να βεβαιωθή.
«Αν τα κακά, δι' α στενάζουν η θρησκεία και η ανθρωπότης, πράττωνται παρά την γνώμην της Πύλης, επιθυμεί ο αυτοκράτωρ να δείξη αύτη, ότι έχει την δύναμιν ν' αλλάξη σύστημα μη επιτρέπον να διαπραγματεύωνται ή συνθηκολογώσιν αι χριστιανικαί κυβερνήσες μετ' αυτής. Αν ούτως έχη, ας αποκατασταθώσιν αι κατεδαφισθείσαι ή γυμνωθείσαι εκκλησίαι χρήσιμοι εις την ιεράν αυτών υπηρεσίαν· ας αποδώση η Πύλη τα οφειλόμενα εις την χριστιανικήν θρησκείαν προστατεύουσα και συντηρούσα αυτήν ανεπηρέαστον, ως και πρότερον, και παρηγορούσα τοιουτοτρόπως την Ευρώπην διά τον θάνατον του πατριάρχου και διά τας επισυμβάσας βεβηλώσεις· ας γίνη συνετή και δικαία διάκρισις των πρωταιτίων των ταραχών, των οπαδών των, και των όσοι διά την αθωότητά των δεν είναι αξιόπαινοι, και ας ανοιχθή τοιουτοτρόπως μέλλον ειρήνης και ησυχίας χάριν των θελόντων εν ρητή προθεσμία να επανέλθωσιν εις την υποταγήν της Πύλης Ελλήνων· όπως και αν ήναι, ας διακρίνεται ο αθώος του πταίστου· και εις απόδειξιν της μεταβολής της διαγωγής της ας δεχθή η Πύλη τας άλλοτε γενομένας αυτή προτάσεις, να συντρέξη δηλαδή και η Ρωσσία κατά το πνεύμα των συνθηκών εις την ειρήνευσιν των ηγεμονειών της Βλαχομολδαυίας. Ας γίνη μόνον φροντίς να τεθώσιν επί σταθερών βάσεων η κοινή ευταξία και η ησυχία των μερών εκείνων εν ενί λόγω, το παράδειγμα των ηγεμονειών ας ήναι τοιούτον, ώστε να επαναγάγη εις την υποταγήν όλους τους αγαπώντας ειλικρινώς την πατρίδα των Έλληνας. Ο αυτοκράτωρ δεν παραδέχεται την πρώτην υπόθεσιν· αλλ' αν παρά την προσδοκίαν του η τουρκική κυβέρνησις δείξη ότι πράττει αύτη ανεπηρεάστως τα περί ων ο λόγος κακά, δεν μένει τότε παρά να ειδοποιηθή από του νυν ότι καθίσταται φανερά πολέμιος προς όλον τον χριστιανικόν κόσμον, ότι νομιμοποιεί την ιδίαν υπεράσπισιν των Ελλήνων πολεμούντων εις αποφυγήν της αφεύκτου φθοράς των, και ότι η Ρωσσία εξ αιτίας του χαρακτήρος του αγώνος αναγκάζεται να τοις προσφέρη άσυλον διότι καταδιώκονται, και προστασίαν διότι οφείλει αυτοίς αντίληψιν μεθ' όλης της χριστιανωσύνης, ως μη δυναμένη να εγκαταλείψη τους εν Χριστώ αδελφούς της εις την διάκρισιν τυφλού φανατισμού. Μετά την καθαράν ταύτην εξήγησιν ο αυτοκράτωρ νομίζει ότι εξεπλήρωσε προς την Πύλην ακριβέστατα ό,τι ώφειλεν. Εδύνατο να ωφεληθή ίσως η Ρωσσία από του επιχειρήματος των επαναστατών, αν η πολιτική της ήτον ολιγώτερον ειλικρινής. Ο αυτοκράτωρ κατεδίκασε παρρησία το επιχείρημά των· αν δεν ήσαν οι σκοποί του ευθείς, θα περιωρίζετο μόνον εις την καταδίκην· αλλ' έδειξε συγχρόνως και τον τρόπον, καθ' όν εδύνατο να προλάβη η τουρκική κυβέρνησις τας προόδους και τας συνεπείας των ταραχών· απέδειξε δε ότι ήτο πιστός προς τας συνθήκας, και ότι επεθύμει ειλικρινώς την συντήρησιν του τουρκικού κράτους, διότι και τον τρόπον πώς να σωθή είπε, και την επιθυμίαν του να συντρέξη εις την σωτηρίαν αυτού έδειξε. Νέαν απόδειξιν δίδει σήμερον, διότι γνωστοποιεί τη Πύλη τους τρόπους, δι' ων και μόνων δύναται ν' αποφύγη την παντελή φθοράν της, και την προειδοποιεί ότι, αν επιμένη ενεργούσα το καταστρεπτικόν σχέδιόν της, αναγκάζει την Ρωσσίαν ή να τηρήση ή να παραβλέψη τα καθήκοντά της, αναμφίβολον δε τι θα προτιμήση εν τοιαύτη περιπτώσει. Ζητείται δε απόκρισις εντός οκτώ ημερών. Αν η τουρκική κυβέρνησις εισακούση όλας τας ευχάς και πραγματοποιήση όλας τας ελπίδας του αυτοκράτορος παραδεχομένη τας προτάσεις του, δίδεται αυτή νέα προθεσμία ίνα δείξη διά των πράξεών της, ότι όχι μόνον δέχεται τους ανωτέρω όρους, δι' ων μαρτυρείται η επάνοδός της εις αρχάς συνετωτέρας, αλλ' ότι και σπεύδει να τους εκπληρώση, και ότι όχι μόνον δεν θέλει το κακόν, αλλ' ότι και δύναται και ηξεύρει να το εμποδίση. Τούτου μη γενομένου, ειδοποιείται, ότι διετάχθη ο πρέσβυς ν' αναχωρήση μεθ' όλης της αυτοκρατορικής πρεσβείας».
Και ταύτα μεν ανήγγειλε κατά διαταγήν ο πρέσβυς· εξέλαβε δε όλη η Ευρώπη την αγγελίαν, και δικαίως, ως προαγγελίαν του πολέμου· τω όντι η Ρωσσία έλεγε τη Πύλη, ή εκουσίως καταδιώκεις την εκκλησίαν του Χριστού και παρασπονδείς και πράττεις τόσα ανοσιουργήματα, ή ακουσίως· αν εκουσίως, εγώ κινώ τας δυνάμεις μου κατά σου, διότι δεν σε αφίνω να εξολοθρεύης τους ομοπίστους μου Έλληνας, μηδέ να υβρίζης την θρησκείαν των· αν ακουσίως, απόδειξέ το και δι' άλλων πράξεών σου και διά της ανορθώσεως των κατεδαφισθέντων χριστιανιανών ναών, διότι άλλως εγώ κινώ πάλιν τας δυνάμεις μου κατά σου.
Αυτόχειρ γίνεται η ομολογούσα κυβέρνησις ότι, παρασυρομενη υπό του ατάκτου όχλου της, ενεργεί παρά την θέλησίν της και αν τω όντι ούτως έχη. Αλλ' εν τη περί ης ο λόγος περιστάσει απήτει η Ρωσσία να πράξη η φανατική Πύλη ό,τι αντέβαινε φανερά προς την θρησκείαν της, ό εστι ν' ανορθώση τους κατεδαφισθέντας ναούς. Ήξευρεν αναμφιβόλως η Ρωσσία, ότι εζήτει τα αδύνατα υπό το πρόσχημα της δικαιοσύνης, και διά τούτο όλοι επίστευαν ότι απεφάσισε να κηρύξη πόλεμον, και η Ευρώπη κατεταράχθη. Οι δε εν Κωνσταντινουπόλει πρέσβεις των άλλων αυλών, προς ους ο της Ρωσσίας εκοινοποίησε τας διαταγάς της αυλής του, επροσπάθησαν παντοίοις τρόποις και υπεράλλοτε εις αποφυγήν της επαπειλουμένης καταιγίδος, να μεταβάλωσι την διαγωγήν της Πύλης επί το μετριώτερον· εφοβούντο δε μη εξ αιτίας του φανατισμού κακοπάθη και αυτός ο πρέσβυς της Ρωσσίας, και δοθή νέα και βαρεία αφορμή αλληλομαχίας, αλλ' η Πόλη ούτε τρόπον ούτε γλώσσαν ήλλαξεν. Παρελθούσης δε της οκταημέρου προθεσμίας, επειδή απόκρισις δεν εδόθη, επέβη ο Στρογονώφης εις το έμπροσθεν του παλατίου του ρωσσικόν πλοίον, αλλά δεν απέπλευσεν ευθύς διά την επικρατούσαν αντίπνοιαν. Εν τοσούτω οι πρέσβεις των άλλων αυλών κατέπεισαν την Πύλην ν' αποκριθή· απεκρίθη· αλλ' επειδή εκπρόθεσμος εδόθη η απόκρισις, ο πρέσβυς δεν την εδέχθη και απέπλευσε, πνεύσαντος επιτηδείου ανέμου, την 29 Ιουλίου ανεμπόδιστος και ανενόχλητος, και την 1 αυγούστου κατευοδώθη εις Οδησσόν και απήλθεν εις έντευξιν του αυτοκράτορος· συναπέπλευσε δε και όλη η πρεσβεία· ανεχώρησαν και οι πρόξενοι της Ρωσσίας από της τουρκικής αυτοκρατορίας ως από εχθρικού τόπου. Η δε Πύλη, αφ' ού ο πρέσβυς δεν εδέχθη την απάντησίν της, την έστειλε προς τον Νεσελρόδον, προς ον έγραψε κατ' ευθείαν και ο αρχιβεζίρης· επανελάμβανε δε εν τη προς τον πρέσβυν γραφή της όσα και προτού· δηλαδή, ότι ουδέποτε επηρέασε τα θρησκευτικά των Χριστιανών, ότι ουδέν έπραξε προς εξουθενισμόν της πίστεώς των, ότι ουδεμίαν κατηδάφισεν εκκλησίαν, και ότι αι προς αυτάς ύβρεις ήσαν κινήματα ατάκτων· εξύμνει δε την καθ' όλους τους καιρούς και καθ' όλας τας υποθέσεις πολιτικήν προς τας αυλάς ευθύτητά της και την προς τους αχαρίστους υπηκόους της Χριστιανούς μεγαλοψυχία και ευσπλαγχνίαν της, και διισχυρίζετο ότι και ο πατριάρχης και όλοι οι θανατωθέντες ήσαν άξιοι της ποινής των· ανέφερε δε θανάτους και άλλων πατριαρχών και επανέλαβε και τον του της Ρωσσίας επί του μεγάλου Πέτρου ως συνωμότου· έλεγε και περί των ηγεμονειών, ότι διετήρει εν αυταίς τα στρατεύματά της, διότι δεν απηλλάγησαν εισέτι των κακούργων· αλλ' ότι μήτε τα καθεστώτα εμελέτα να μεταβάλη, μήτε τα προνόμιά των να καταπατήση, και ότι σκοπόν είχε να στείλη τους αυθέντας, αφ' ού απηλλάττοντο οι τόποι εκείνοι των κακούργων, και αφ' ού παρεδίδοντο ή ετιμωρούντο προς παραδειγματισμόν ενώπιον των αντιπροσώπων της οι εις Ρωσσίαν καταφυγόντες· την δε κίνησιν και εφόπλισιν των Μουσουλμάνων εδικαιολόγει διά της εξόδου των αποστατών από της Ρωσσίας, διά της εις αυτήν προσφυγής και μη αποδόσεώς των, και διά του εσωτερικού κινδύνου του κράτους· μεμφομένη δε πικρώς την διαγωγήν του πρέσβεως Στρογονώφου, και ως ψευδείς παριστώσα τας προς την Ρωσσικήν αυλήν αναφοράς του έφερεν εις μαρτυρίαν τους λοιπούς πρέσβεις ως ομολογούντας, ότι η Πύλη είχε δίκαιον να πράττη όσα έπραττε και να πολιτεύεται όπως επολιτεύετο· ηρνείτο δε ότι παρέβη την συνθήκην του Καϊναρτσίου, επί λόγω ότι η συνθήκη επροστάτευε την χριστιανικήν θρησκείαν, ην' ουδείς κατεδίωκε, αλλ' όχι τους εγκληματίας.
Η δε προς τον Νεσελρόδον γραφή εδικαιολόγει την αναβολήν της προς τον πρέσβυν απαντήσεώς της, μεμφομένη τους διερμηνείς της πρεσβείας μη ελθόντας την επαύριον της οκταημερίας να την λάβωσιν, αν και εκλήθησαν· ενοχοποίει δε και τους παρ' εαυτή πρέσβεις των άλλων αυλών λέγουσα, ότι κατά την γνώμην αυτών η διαγωγή της δεν εδύνατο να βλάψη τας προς την αυλήν της Ρωσσίας φιλικάς σχέσεις της, και ότι, αν ο πρέσβυς αυτής ανεχώρησεν, άλλος θα τον διεδέχετο.
Αν οι της Ρωσσίας προς την Πύλην λόγοι ήσαν φιλοπόλεμοι, ουδέ οι προς την Ρωσσίαν της Πύλης ήσαν διαλλακτικοί· διότι, εν ώ η Ρωσσία απήτει απειλητικώς την παραδοχήν όλων των προτάσεών της, όχι μόνον ουδεμίαν αυτών παρεδέχετο η Πύλη, αλλά και απήτει αλλ' αντ' άλλων· μόλις δε, επί τη προτροπή των παρ' αυτή πρέσβεων απαύστως συμβουλευόντων εξ ονόματος των αυλών να φέρεται μετριώτερον, ηξίωσε να εκδώση φιρμάνια εις προστασίαν δήθεν των αθώων, ως αν δύναταί ποτέ ο φανατικός, ο βάρβαρος και ο αιμόδιψος να διακρίνη τον αθώον του πταίστου, και ως αν δεν εκρέμα και δεν απεκεφάλιζεν αύτη εντός της βασιλευούσης τους αθώους ως πταίστας. Εξέδωκε κατά διαταγήν της Πύλης και ο νέος πατριάρχης εγκύκλια έγγραφα, προσκαλών τους Έλληνας εις μετάνοιαν και υποταγήν, και εκθειάζων, ενώπιον της αγχόνης του προκατόχου του, την άπειρον μακρυθυμίαν και την απαραδειγμάτιστον μεγαλοψυχίαν της υψηλής Πύλης,
Κοινοποιήσας δε ο Αλέξανδρος τοις συμμάχοις του όσα διά του πρέσβεώς του ανήγγειλε τη Πύλη, και αναφερόμενος εις την προς αυτούς ειλικρινή πολιτικήν του, απήτει ως αμοιβήν τρία τινά· την υποστήριξιν των προς την Πύλην προτάσεών του, την εις παν ό,τι θα ηναγκάζετο να πράξη επί τη παρακοή της Πύλης συνδρομήν των, και την εις ειρήνευσιν της Ελλάδος συνδιάσκεψίν των. Προθύμως εδέχθη και τα τρία η Πρωσσία, τα εδέχθη και η Γαλλία· αλλ' η Αγγλία και η Αυστρία δεν εδέχθησαν ειμή το πρώτον, ουδ' υπεστήριξαν παρά τη Πύλη, ειμή τινας προτάσεις της Ρωσσίας. Δόγμα πολιτικής πίστεως εθεώρουν αι δύο αύται αυλαί την ανεξαρτησίαν και την ακεραιότητα του οθωμανικού κράτους, και εις συντήρησιν αυτών συνήλθαν εις Χανόβρην ο Μεττερνίχος και ο Καστλερήχος, και συσκεψάμενοι περί του ελληνικού αγώνος απεφάσισαν να παρεμποδίσωσι πάσαν ρωσσικήν παρέμβασιν. Δυσηρεστήθη ο Αλέξανδρος διά την μη παραδοχήν όλων των προτάσεών του παρ' όλων των συμμάχων του, και κατ' αρχάς μεν διενοήθη να κατάσχη την Μολδοβλαχίαν εις πειθανάγκην της παρηκόου Πύλης, αλλ' επί τέλους επείσθη να δεχθή την παρέμβασιν των συμμάχων υπό τον όρον να μη λάβη η παρέμβασίς των χαρακτήρα μεσιτείας· απήντησε δε επί τη προτροπή αυτών εις τα έγγραφα της Πύλης απαρνούμενος την απόδοσιν των προσφύγων και λέγων, ότι, αν ελάμβανε τα πιστά ως προς την ακριβή τήρησιν των συνθηκών, ως προς το οφειλόμενον εις την ορθόδοξον εκκλησίαν σέβας και ως προς την μη καταδίωξιν των ομοθρήσκων του, δεν θα ενήργει όσα η μέχρι τούδε διαγωγή της τον ηνάγκαζε να ενεργήση. Αλλ' ούτε η έντονος του αυτοκράτορος φωνή, ούτε αι φιλικαί των συμμάχων αυλών συμβουλαί εισηκούοντο.
Εν τοσούτω η Ελλάς ωφελείτο τα μέγιστα, διότι μόνος ο φόβος του επικειμένου ρωσσικού πολέμου απησχόλει ικανά τουρκικά στρατεύματα εντεύθεν και εκείθεν του Δουνάβεως.