1822 |
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΖ'. |
&Τα μετά την μάχην του Πέτα κατά την Δυτικήν Ελλάδα μέχρι της πολιορκίας Μεσολογγίου και η εν τούτοις παράδοσις της Κιάφας.& |
| ΜΕΤΑ δε τα εν Πέτα δυστυχή συμβάντα, φανερόν ήτον ότι οι Τούρκοι θα επροχώρουν προς την Αιτωλοακαρνανίαν πίπτοντες οι μεν εις Ξηρόμερον διά της Βονίτσης, κύριοι όντες του αμβρακικού κόλπου, οι δε εις Βάλτον διά του Μακρυνόρους. Ο Μαυροκορδάτος, διαμείνας εν Λαγκάδα έως ού συνήχθησαν εκεί τα επί της εν Πέτα μάχης διασκορπισθέντα στρατεύματα προς ενδυνάμωσιν της θέσεως εκείνης, αν και μη όσον άλλοτε αναγκαίας μετά την υπό των Τούρκων κυρίευσιν του αμβρακικού κόλπου, ανεχώρησε, και μεταβαίνων από χωρίου εις χωρίον και από βουνού εις βουνόν επροσπάθει να εγκαρδιώση και πείση τους φοβηθέντας λαούς ίνα προκαταλάβωσι τας θέσεις του Λουτρακίου και του Καρβασαρά, όπου ο εχθρός εδύνατο ν' αποβιβάση ευκόλως τα στρατεύματά του. Αλλ', εν ώ κατεγίνετο επιπόνως εις τούτο, νέον δεινόν επήλθε προς ανατροπήν του σχεδίου. Ο συνηνωμένος στόλος Κωνσταντινουπόλεως, Αιγύπτου και Αλγερίας, ο επί της εισβολής του Δράμαλη φανείς εκτός της Ύδρας, εξ 84 πολεμικών πλοίων, εξ ών 7 δίκροτα και 15 φρεγάται, ελλιμένισε την 20 Ιουλίου έξωθεν του Μεσολογγίου· ήλθαν και τα εν τω κορινθιακώ κόλπω και έγειναν όλα 90. Εμφανισθέντος του στόλου τούτου, τα 8 ελληνικά πλοία απέπλευσαν, και οι Έλληνες φοβηθέντες εξ αιτίας των κατά την ξηράν νεωστί συμβάντων, και βλέποντες ότι η θάλασσα του Μεσολογγίου έπηξε, κατά την φράσιν των, επί τω εμφανισμώ τόσων κινητών βουνών, ενόμισαν ότι επέστη η τελευταία ώρα και της ελευθερίας της πατρίδος και της ζωής των. |
| Την άλωσιν του Βασιλαδίου επεχείρησεν ο εχθρικός ούτος στόλος και πολλάκις εδοκίμασεν υπό βαρύν κανονοβολισμόν ν' αποβιβάση ναύτας και στρατιώτας· αλλ' η τόλμη των εντοπίων υπερασπιστών του εδείχθη τοιαύτη, ώστε 50 μόνον ναύται Μεσολογγίται ήρκεσαν να αποκρούσωσιν ευτυχώς τας αλλεπαλλήλους εφόδους του εχθρού. Αγωνισθείς δε δύο ημέρας ανωφελώς μετέπλευσεν εις την μεταξύ Ευήνου και Μεσολογγίου Μαύρην Αλικήν, επί σκοπώ να κυριεύση καν εκείνην την θέσιν και στήση στρατόπεδον· αλλ' ηύρεν επί της παραλίας 800 Αιτωλούς ετοίμους να την υπερασπίσωσιν. Ο αρχηγός αυτών Μακρής, ο μόνος ίσως των συγχρόνων του οπλαρχηγών της Δυτικής Ελλάδος, όστις δεν εφίλησέ ποτε τουρκικήν ποδιάν, διότι έζη μέχρι της επαναστάσεως αδιακόπως ως κλέπτης, περιπλανώμενος εις βουνά και εις ερήμους, θέλων να δείξη το στράτευμα τούτο πολυανθρωπότερον και επιφοβώτερον, διέσπειρεν άμα ενύκτωσε τους στρατιώτας του επί της παραλίας και τους διέταξε να τουφεκίζωσιν ολονυκτί ανάπτοντες και πολλά πυρά· έπαιζαν δε και μουσικά όργανα, και οι στρατιώται ευθύμουν χορεύοντες, τραγουδούντες και αλαλάζοντες. Πρωίας δε γενομένης, καθ' ην ώραν οι Τούρκοι προσηύχοντο και είς αυτών διελάλει μεγαλοφώνως κατά την συνήθειαν την ενότητα του Θεού και την θείαν αποστολήν του προφήτου, τινές των στρατιωτών ανέβησαν εις τα δένδρα προσευχόμενοι και διαλαλούντες ως οι Τούρκοι και βλασφημούντες τον προφήτην. Άλλοι δε, συνάζοντες χοίρους, τους ηνάγκαζαν την ώραν της προσευχής των Τούρκων, σφίγγοντες τον λαιμόν των, να γρυλλίζωσιν. Οι Τούρκοι, ακούσαντες τόσους ασεβείς λόγους και τον από άκρου εις άκρον του ελληνικού στρατεύματος οξύν γρυλλισμόν των βδελυρών παρ' αυτοίς ζώων, ιδόντες και τόσην αφοβίαν απέπλευσαν την επαύριον άπρακτοι, και ελλιμένισαν έμπροσθεν των Πατρών. Οι δε Έλληνες, ους εξ αυτής της φυσικής ζωηρότητος και θερμής φαντασίας των μικρόν τι αρκεί να μικροκαρδίση ή να μεγαλοκαρδίση, ιδόντες την διττήν αποτυχίαν των εχθρών κατά τα παράλια της Αιτωλίας ήρχισαν να λησμονώσιν όσα έπαθαν. |
| Μετά δε τας αλλεπάλληλους αποτυχίας των Ελλήνων πέραν του Μακρυνόρους και τον εξ ανάγκης περιορισμόν αυτών εντεύθεν των ορίων του Ξηρομέρου και του Βάλτου, ουδεμία απέμεινεν ελπίς εις λύσιν της πολιορκίας της Κιάφας· ήρχισαν δε οι έγκλειστοι και να πεινώσιν· η δε συσσώρευσις τόσων χωρικών εντός τόσω στενού τόπου επήνεγκεν εντός ολίγου και λοιμικήν· οι Αλβανοί επροσπάθουν δι' υποσχέσεων ν' αποσπάσωσι των Σουλιωτών τους χωρικούς των· οι δε χωρικοί έδιδαν ώτα ακοής εξ αιτίας της πείνας, της λοιμικής και της απελπισίας. Καθ' ημέραν δε έγινετο λόγος μεταξύ πολιορκούντων και πολιορκουμένων περί συμβιβασμού άλλοτε μερικού και άλλοτε γενικού έως ού εσυμβιβάσθησαν οριστικώς. Οι Σουλιώται συγκατένευσαν να παραδώσωσι την Κιάφαν, αλλά δεν ηθέλησαν να μετοικίσωσιν εις μέρος τουρκικόν, και απήτησαν να μεταβιβασθώσιν υπό Ιόνιον σημαίαν εις την Επτάννησον. Οι Τούρκοι δεν αντείπαν, αλλ' εχρειάζετο η συγκατάθεσις του μεγάλου αρμοστού των ιονίων νήσων, και έστειλαν προς αυτόν και ούτοι και εκείνοι πρέσβεις. Εν τοσούτω, αφ' ού προώδευσεν ο συμβιβασμός, οι χωρικοί τη συγκαταθέσει των Σουλιωτών επανήλθαν εις τα χωρία των και παρεδόθησαν εις τους γείτονας των αγάδας. Εισηκούσθη και η προς τον μέγαν αρμοστήν πρεσβεία, και υπεγράφη συνθήκη εν Πρεβέζη την 28 ιουλίου εν τη οικία και υπό την εγγύησιν του εκεί Άγγλου προξένου, Μαϋέρου, υποχρεούσα τους Τούρκους ν' αγοράσωσιν όσα είδη οι Σουλιώται ήθελαν ν' αφήσωσιν ως περιττά εν τω φρουρίω, να τοις δώσωσι φορτηγά ζώα προς μετακόμισιν των αδυνάτων και των σκευών αυτών εις τον λιμένα, να πληρώσωσι τους ναύλους, να τοις εγχειρίσωσιν ομήρους προς ασφάλειάν των επί της εξόδου αυτών μέχρις ου έμβωσιν εις τα πλοία και ν' απομακρύνωσι τα προς τον λιμένα στρατεύματα. Οι Τούρκοι, προθέμενοι ν' απαλλαγώσιν όσον τάχιον των δεινών τούτων εχθρών και προσηλώσωσι την προσοχήν των εις τα της Αιτωλοακαρνανίας, όχι μόνον ταύτα έστερξαν, αλλά και γρόσια 150,000 τοις έδωκαν επί λόγω μισθών οφειλομένων αυτοίς παρά του Αλή, διότι άνευ τούτων δεν ήθελαν οι Σουλιώται ν' απολύσωσι τον Χασάμπασαν, ον ως όμηρον τοις είχε παραδώσει ο πάπος του Αλής επί της συμμαχίας των. Υπό τους όρους τούτους έστειλαν εν πρώτοις εις τον αιγιαλόν οι Σουλιώται τας οικογενείας και τα σκεύη των, κατέβησαν την 2 σεπτεμβρίου και αυτοί ένοπλοι και απέπλευσαν συν γυναιξί και τέκνοις υπό συνοδίαν αγγλικών πολεμικών πλοίων εις Κεφαλληνίαν, όπου υπέστησαν πολυήμερον κάθαρσιν διά την επικρατούσαν παρ' αυτοίς λοιμικήν και την αναφανείσαν εντός του λοιμοκαθαρτηρίου ευλογίαν. |
| Παραδοθείσης της Κιάφας, η Αιτωλοακαρνανία έχασε το προπύργιόν της. |
| Διετέλει υπό τον Βρυώνην ο Μεχμέτ - Ρουσήτπασας, ο και Κιουταχής, φρούραρχος της Άρτης, και διαπρέψας εν τη μάχη του Πέτα. Άνθρωπος ούτος οξύς και τολμηρός, μεμφόμενος τον αρχηγόν του ως αδρανή και ανάξιον και φιλοτιμούμενος να φανή αξιώτερος και δοξασθή υπέρ εκείνον, εμίσθωσεν επί δύο μήνας τρισχιλίους Αλβανούς, παρέλαβε και τον Ισμαήλ Πλιάσαν αντίζηλον του Βρυώνη, και πλήρης ελπίδων να υποτάξη την Αιτωλοακαρνανίαν διά των μικρών τούτων δυνάμεων εξ αιτίας των δεινών της περιστάσεων, διέπλευσε τον αμβρακικόν κόλπον και απέβη εις Λουτράκι αρχομένου του αυγούστου, συγκατατεθέντος και του αρχηγού Βρυώνη θέλοντος και μη θέλοντος, ως φοβουμένου τας προς την Πύλην και τον Χουρσήδην κατ' αυτού αναφοράς του τολμηρού Κιουταχή. |
| Ο δε καταγινόμενος εις ασφάλειάν της άκρας του αμβρακικού κόλπου Μαυροκορδάτος είχεν έλθει εις Μαχαλάν φέρων τα απομεινάρια του τακτικού ολίγας ημέρας πριν αποβή ο Κιουταχής εις Λουτράκι, τα άφησεν εκεί προς σύστασιν στρατοπέδου, υπήγεν επί στρατολογία εις Μεσολόγγι και Ανατολικόν και ανέβη έπειτα εις Βραχώρι προς επίβλεψιν ως από κεντρικωτέρου μέρους των εσωτερικών πραγμάτων και προμήθειαν των αναγκαίων του στρατοπέδου του Μαχαλά, ούτινος εις αύξησιν κατεγίνοντο και προεστώτες και οπλαρχηγοί. |
| Ο δε Κιουταχής, αποβάς εις Λουτράκι και ευρών τον τόπον αφύλακτον εξεστράτευσεν εις τα ενδότερα, έκαυσε καθ' οδόν την Κατούναν, και φθάσας εις Παπαδάτας, χωρίον ημιώριον απέχον του Μαχαλά, απήντησεν 60 Έλληνας εν τω μοναστηρίω του προφήτου Ηλίου οδοιπορούντας προς το αρτιγενές στρατόπεδον του Μαχαλά. Ούτοι, ευρεθέντες παρά προσδοκίαν εν μέσω των εχθρών και μη δυνάμενοι να φύγωσι, κατέλαβαν την παρακειμένην δυνατήν θέσιν του μικρού χωρίου Αετού και τόσον γενναίως αντέστησαν ώστε οι περί τον Κιουταχήν, φοβηθέντες μη επιπέσωσι και οι εν Μαχαλά, ανεστρατοπέδευσαν εις Λουτράκι επί σκοπώ να μη εκστρατεύσωσιν έως ού εισβάλη και η υπό τον Βρυώνην μεγάλη δύναμις. Διέπρεψαν δε κατά την μάχην του Αετού συμβάσαν την 10 αυγούστου ο Θεοδωράκης Γρίβας, ο Γιάννης Τσαούσης, ο Στάθης Κατσαρός και ο Δημήτρης Παληογιάννης. |
| Καθ' ον δε καιρόν εκάθητο ο Κιουταχής εν Λουτρακίω αργός, οι εις τον Μαχαλάν πανταχόθεν συρρέοντες Έλληνες έγειναν τρισχίλιοι και εξεστράτευσαν επί σκοπώ να ριφθώσιν αίφνης διά νυκτός επί τους εχθρούς ως απροφυλάκτους. Αλλά πλησιάσαντες και ευρόντες αυτούς παρά πάσαν προσδοκίαν καλώς ωχυρωμένους και ετοίμους εις μάχην, δεν τους εκτύπησαν και επανήλθαν εις Μαχαλάν άπρακτοι. Η δε απροσδόκητος των εχθρών αύτη προετοιμασία έδωκεν αφορμήν να υποπτεύσωσι πολλοί των Ελλήνων, ότι μεταξύ αυτών ήσαν επίβουλοι ανακαλύπτοντες τω εχθρώ τα σχέδιά των. Εφωράθησαν δε καί τινες σπερμολόγοι εμπνέοντες κακοβούλως φόβον. Οι φανεροί ούτοι λόγοι εις απονέκρωσιν του λαού και αι υποκρυπτομένης επιβουλής υποψίαι εγέννησαν μεταξύ των συγκροτούντων το στρατόπεδον του Μαχαλά οπλαρχηγών δεινάς λογοτριβάς και έφεραν μετ' ολίγον και την διάλυσιν όλου του στρατοπέδου, ελθούσης της βεβαίας ειδήσεως ότι ο εις Άρταν μεταβάς Βρυώνης ήτον έτοιμος να εισβάλη και ούτος μετά πολυαρίθμων Αλβανών. |
| Η είδησις της εγγιζούσης εισβολής και ο διασκορπισμός του στρατοπέδου απήλπισαν τους δυστυχείς κατοίκους των μερών εκείνων, οίτινες μήτε υπεράσπισιν βλέποντες, μήτε να προσκυνήσωσι θέλοντες, έτρεχαν πληθηδόν εις τα παράλια της Ακαρνανίας, ίνα διασωθώσιν εις το μέχρι της επαναστάσεως έρημον νησίδιον του Καλάμου, το υπό την κυβέρνησιν της Επταννήσου, φέροντες και όσην εδύναντο περιουσίαν. Την απελπισίαν δε ταύτην εκορύφωσαν αι προς αλλήλους τινών οπλαρχηγών της Δυτικής Ελλάδος, και μεταξύ αυτών καί τινων των προκρίτων, διαιρέσεις, απειλούσαι κατ' εκείνας τας ημέρας εμφύλιον πόλεμον, κατά μεν τα Άγραφα μεταξύ Καραϊσκάκη και Ράγκου, κατά δε τον Βλωχόν μεταξύ Σταΐκου και Βλαχοπούλου, κατά δε τα Κράβαρα μεταξύ Πηλλάλα και Καναβού. Ο δε εμφύλιος ούτος πόλεμος, όπου και αν εξερρήγνυτο, φόβος μέγας ήτο μη ετάραττε και τας άλλας επαρχίας και τότε θα εκινδύνευε να χαθή αισχρώς όλη η Δυτική Ελλάς αυτή αφ' εαυτής. |
| Ο Βρυώνης δεν ήτον ούτε ως ο Χουρσήδης βαρύς και σκληρός, ούτε ως ο Δράμαλης άσκεπτος και ορμητικός. Ήτο και αυτός άλλοτε εκ των αυλικών του Αλή, εγνώριζε τους προεστώτας και οπλαρχηγούς της Δυτικής Ελλάδος, και απελάμβανε την υπόληψίν των. Πολλάκις έλαβεν αφορμήν να θαυμάση την ανδρίαν των πολεμιστών εκείνου του μέρους και δεν ηλαζονεύετο διά τας κατ' αυτών τελευταίας επιτυχίας του. Διά ταύτα επεχείρησε, και πριν πέση η Κιάφα, να τους ελκύση μάλλον διά λόγων ή να τους υποτάξη δι' όπλων, και ανταπεκρίνετο φιλικώς μετά τινων των δυνατών εκείνων των επαρχιών, και ιδίως μετά του Βαρνακιώτη, του μόνου στρατηγού εν τη Αιτωλοακαρνανία. Οι δ' εν τοις πράγμασι και αυτός ο Μαυροκορδάτος εγνώριζαν την περί ης ο λόγος ανταπόκρισιν· αν δε και είχαν υπ' όψιν την πρόσφατον αποσκίρτησιν του Γώγου και τα εις διάλυσιν του στρατοπέδου του Μαχαλά σκευωρηθέντα, όλοι επίστευαν, ότι οι μετά των Τούρκων ανταποκρινόμενοι Δυτικοελλαδίται ήσαν πιστοί εις τον αγώνα, και ότι ενήργουν επ' αγαθώ της κινδυνευούσης πατρίδος, εξαγοραζόμενοι τον καιρόν. |
| Αφ' ού το στρατόπεδον του Μαχαλά διεσκορπίσθη, και οι κάτοικοι απηλπισμένοι εγκατέλειψαν τας εστίας των, ο Μαυροκορδάτος, βλέπων τον φανερόν κίνδυνον, μετέβη εις Κωνοπίναν, όπου συνεκρότησε συμβούλιον, εν ώ παρευρέθησαν διάφοροι πρόκριτοι και ο Βαρνακιώτης. Επρόκειτο περί του ποιητέου, και όλοι οι παρευρεθέντες συνωμολόγησαν, ότι, επί των δεινών εκείνων περιστάσεων, η φρόνησις απήτει να πολιτευθώσι τον Βρυώνην, αλλ' επί μόνω τω σκοπώ να κερδήσωσι καιρόν, έως ού συνδιαλλαγώσιν οι αντιφερόμενοι οπλαρχηγοί, εγκαρδιωθώσιν οι πτοηθέντες λαοί της Αιτωλοακαρνανίας και φθάση και η ημέρα τη ημέρα αναμενομένη πελοποννησιακή επικουρία, διότι ήτο γνωστή η διά την συμβάσαν φθοράν του Δράμαλη απαλλαγή των Πελοποννησίων του επαπειλούτος αυτούς κινδύνου. Εκρίθη δε συμφέρον να μη διακόψη ο Βαρνακιώτης την επί τω σκοπώ τούτω μετά του Βρυώνη απατηλήν ανταπόκρισιν. Ο Βαρνακιώτης αντέτεινε κατ' αρχάς επί λόγω, ότι, εν ώ ανταπεκρίνετο επ' αγαθώ της πατρίδος, τινές τον εσυκοφάντουν ως μελετώντα προδοσίαν· αλλ' επί τέλους έδειξεν ότι επείσθη, ζητήσας και λαβών εις αναίρεσιν των αδίκων κατ' αυτού, ως έλεγεν, υποψιών, έγγραφον παρά των παρευρεθέντων, δι' ου τω εδίδετο άδεια να μη παύση μεν διαπραγματευόμενος δι' ων ενόμιζε καταλληλοτέρων τρόπων, αλλ' εξαγοραζόμενος μόνον τον καιρόν (α). Λαβών δε το ζητηθέν έγγραφον, παρέλαβε και τον Γιαννάκην Ράγκον και απήλθε μεσούντος του σεπτεμβρίου εις Άρταν, μήτε τους υπογράψαντας προκρίτους προειδοποιήσας, μήτε την άδειαν του Μαυροκορδάτου, όστις ήτον η Αρχή του τόπου και συνυπέγραψε, λαβών ή ζητήσας. Παρηκολούθησε δε μετ' ολίγον τον Βαρνακιώτην εις Άρταν και ο Ανδρέας Ίσκος. |
| Ευμενώς και εντίμως εδέχθη τον Βαρνακιώτην ο Βρυώνης και διά την αντιπροσωπείαν του και διά την σημασίαν του, και τόσον τον έθελξε δι' όσων τω υπεσχέθη, ώστε τον έφερεν εις παντελή λήθην του αληθούς σκοπού της αποστολής του. Επανελθών δε ο Βαρνακιώτης μετ' ολίγον εις τα ίδια εκάλεσεν αμέσως παρ' αυτώ τους προκρίτους των επαρχιών εις σύσκεψιν, και ειδοποίησε περί τούτου και τον Μαυροκορδάτον, αλλά δεν ωμολόγησεν ότι επροσκύνησεν. |
| Ο Μαυροκορδάτος και πολλοί πρόκριτοι ευρίσκοντο προς τα Κάτω Γεφύρια καθ' ην ημέραν έφθασαν τα προς αυτούς γράμματα του Βαρνακιώτη· ήσαν δε ανήσυχοι δι' όσα ήκουσαν, και απεποιήθησαν ευσχήμως την πρόσκλησίν του, φοβούμενοι μη κρατηθώσι και παραδοθώσιν εις τον Βρυώνην· εκάλεσαν δε αυτοί αυτόν εις συνέντευξιν επί σκοπώ ν' ανακαλύψωσι την αλήθειαν, σκεπτόμενοι, ότι, αν ήτον ένοχος, θα παρήκουεν, ει δε και ήτον αθώος, θα υπήκουεν. Αλλά την αυτήν ημέραν, 23 σεπτεμβρίου, ανεκαλύφθη όλη η αλήθεια, διότι τοις εστάλησαν άλλοθέν τινα των αμνηστηρίων του Βρυώνη προς διαφόρους οπλαρχηγούς των επαρχιών της Δυτικής Ελλάδος, καί τινα γράμματα του Βαρνακιώτη προς αυτούς κατακρίνοντος τον εθνικόν αγώνα, ως κινηθέντα και διατηρούμενον υπό ετεροχθόνων και τυχοδιωκτών επ' ωφελεία αυτών, και συμβουλεύοντος αυτούς να προλάβωσι την άφευκτον καταστροφήν του τόπου, και ασφαλίσωσι τα συμφέροντά των διά της προθύμου και ειλικρινούς υποταγής των εις την υψηλήν Πύλην. |
| Τοιαύτη διαγωγή και τοιαύται προτροπαί εν τοιούτοις καιροίς τοιούτου ανδρός, παρασύραντος και τον οπλαρχηγόν του βάλτου Ανδρέαν Ίσκον και τον συνοπλαρχηγόν του Γιαννάκην Ράγκον και τον Γεωργάκην Βαλτινόν, έφεραν χείριστα αποτελέσματα εν τη Δυτική Ελλάδι, διότι αι δυο πολεμικώτεραι επαρχίαι της, το Ξηρόμερον και ο Βάλτος, αι προφυλακίδες της, η μεν προς το Μακρυνόρος η δε προς τον αμβρακικόν κόλπον, εθεωρούντο έκτοτε ως προσκυνήσασαι· μέγας δε φόβος ήτο μη και άλλαι επαρχίαι εμιμούντο το παράδειγμά των. |
| Αλλ' όσον μεγάλα ανεφάνησαν τα περιστοιχίζοντα τον εθνικόν αγώνα δεινά, τόσον ο Μαυροκορδάτος και οι λοιποί, οι μείναντες πιστοί εις την πατρίδα, ηύξησαν τον ζήλον των υπέρ της τιμής και της σωτηρίας αυτής. Άνω κάτω εκινούντο οι πατριώται ούτοι θαρρύνοντες τον λαόν, συνιστώντες νέα στρατόπεδα και καταλαμβάνοντες διαφόρους θέσεις αλληλοδιαδόχως, αν και η εισχωρήσασα εις τα σπλάγχνα της Αιτωλοακαρνανίας επιβουλή και τα στρατόπεδα διέλυε και τους άλλους πατριωτικούς αγώνας των παρέλυεν (β). |
| Εν τούτοις, καθώς προανηγγέλθη, ο Βρυώνης διέβη ανεμποδίστως μετά επτακισχιλίων ή οκτακισχιλίων Αλβανών τα στενά του Μακρυνόρους και εστρατοπέδευσε κάτωθεν της Λεπενούς· εκεί υπήγεν εις έντευξίν του ο Κιουταχής, και εκείθεν πρώτος ούτος επέρασε μετά των υπ' αυτόν τον ποταμόν. Οι δε απομείναντες εν τοις χωρίοις όθεν διέβαινεν ο εχθρός Χριστιανοί, μη δυνάμενοι να τα φυλάξωσιν απάτητα, τα έκαιαν και έφευγαν· έκαυσαν και το Βραχώρι την αυγήν της αυτής ημέρας καθ' ην εισήλθεν εις αυτό περί το εσπέρας ο Κιουταχής. Τοιουτοτρόπως οι Τούρκοι επροχώρουν μεν πάντη ανεπηρέαστοι εντός της Αιτωλίας, αλλ' ουδαμού απήντων ψυχήν γεννητήν, και πέριξ αυτών δεν έβλεπαν ειμή καπνούς, φλόγας, και παντελή ερημίαν. |
| Ο δε Κιουταχής διέμεινεν ημέρας τινας εν Βραχωρίω, έως ού ήλθεν εκεί και ο Βρυώνης μετά του λοιπού στρατεύματος, και τότε εξεστράτευσαν όλοι ομού προς τα κάτω μέρη της Αιτωλοακαρνανίας αφήσαντες εν Βραχωρίω ικανήν φρουράν. Ο δε Μαυροκορδάτος, ο Μπότσαρης, ο Τσόγκας, ο Βλαχόπουλος, ο Μακρής και άλλοι πιστοί οπλαρχηγοί, κατέλαβαν διαφόρους θέσεις επ' ελπίδι αντιστάσεως· αλλ' αδύνατοι όντες ενώπιον τόσων δυνάμεων ηναγκάζοντο επί τη προσεγγίσει του εχθρού να υποχωρώσιν. |
| Οκτώβριος | Η τελευταία θέσις, ην κατέλαβαν, ήτο το Κεφαλόβρυσον, δύο ήμισυ ώρας μακράν του Μεσολογγίου, όπου διέμειναν τέσσαρας ημέρας· αλλά και ταύτην εγκατέλειψαν επελθόντων των εχθρών την 21 Οκτωβρίου και εσκορπίσθησαν· και οι μεν εντόπιοι οπλαρχηγοί ανέβησαν τα βουνά, ο δε Κίτσος και ο Μπότσαρης, οι μη έχοντες επαρχιακάς οπλαρχηγίας, εισήλθαν καταδιωκόμενοι υπό των εχθρών και κακώς έχοντες εις Μεσολόγγι, όπου είχε καταφύγει τέσσαρας ημέρας προτού και ο Μαυροκορδάτος. |
| Διελθόντες δε οι εχθροί ανεπηρέαστοι το Κεφαλόβρυσον έπεσαν την αυτήν ημέραν εις την έξωθεν του Μεσολογγίου πεδιάδα άνωθεν των εκκλησιών του αγίου Δημητρίου και του αγίου Αθανασίου, μηδενός αντιμαχομένου, και επροχώρησαν αυθημερόν προς τα κατ' ανατολάς του Μεσολογγίου χωρία Μποχώρι και Γαλατάν, ήρπασαν τας εκεί τροφάς των Ελλήνων και ηχμαλώτευσαν καί τινας γυναίκας και παιδία· την δε 25 επανήλθαν έξωθεν του Μεσολογγίου και εστρατοπέδευσαν 4 μεν Κιουταχής κατά τον άγιον Αθανάσιον, ο δε Βρυώνης κατά τον άγιον Δημήτριον· ύψωσαν δε διά νυκτός και κανονοστάσια επί των ερειπίων της εκκλησίας του αγίου Γεωργίου εντός πιστολιάς από του τείχους της πόλεως, και επέθηκαν κανόνια και βομβοβόλους. Παρηκολούθουν δε τα εχθρικά στρατεύματα ο Γώγος, ο Βαρνακιώτης, ο Ίσκος, ο Γιαννάκης Ράγκος και ο Γεωργάκης Βαλτινός. Προ ολίγων δε ημερών είχαν καταπλεύσει εις τον λιμένα του Μεσολογγίου και τρία πολεμικά πλοία υπό τον εν Πάτραις Ισούφην, ώστε την 25 η πόλις του Μεσολογγίου επολιορκείτο διά ξηράς και θαλάσσης. |
1822 |
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΗ'. |
&Συγκρούσεις κατά ξηράν έμπροσθεν Ναυπλίου. — Ναυμαχία εν τω αργολικώ κόλπω και ανάπλους του τουρκικού στόλου. — Εμπρησμός δικρότου εν Τενέδω — Παράδοσις Ναυπλίου.& |
| ΟΥΤΕ η επί της εισόδου του Δράμαλη λυθείσα διά ξηράς πολιορκία του Ναυπλίου επανελήφθη μετά την έξοδον αυτού από της Αργολίδος, ούτε αι μεταξύ Κορίνθου και Άργους στενοτοπίαι εφυλάχθησαν μετά την εις Τριπολιτσάν ανάβασιν του Κολοκοτρώνη. Πάμπολλοι Έλληνες, διαταχθέντες εις φρούρησιν των στενοτοπιών και διατήρησιν της πολιορκίας, διεσπάρησαν εις τας επαρχίας της Πελοποννήσου, οι μεν προς φύλαξιν οι δε προς πώλησιν των πλουσίων λαφύρων· ώστε οι εν Ναυπλίω Τούρκοι, αντιλήπτορας έχοντες και τους εισελθόντας μετά του Αλή ιππείς, εξήρχοντο ανεμποδίστως και αφόβως εις τα πέριξ του φρουρίου βόσκοντες τους ίππους των και αρπάζοντες ό,τι εύρισκαν. Τούτο θεωρών ο εν Μύλοις διατρίβων Πετρόμπεης διέταξε πεντακοσίους Μανιάτας και κατέλαβαν την παραθαλασσίαν θέσιν του Κιοσκίου· είχαν δε εις υπεράσπισιν ούτοι και δύο κανονοφόρους· |
| Αύγουστος | αλλά την 8 αυγούστου εξελθόντες του Ναυπλίου 50 ιππείς και 600 πεζοί απεδίωξαν τους 500 κακώς έχοντας, φονεύσαντές τινας αυτών, θαλασσώσαντες πολλούς και αιχμαλωτίσαντες 14, εν οις και τους οπλαρχηγούς Ραβούλιαν Καββαλαράκην και Θεοδωρήν Κουμοντάκον. Μετά το πάθημα τούτο βλέποντες οι Έλληνες τους Τούρκους περιφερομένους αφόβως εσκέφθησαν να τους βλάψωσι δι' ενέδρας. Πολλοί Τούρκοι εξήλθαν την 14 και επροχώρησαν επί συγκομιδή καρπών εις Κούτσι, όπου ενέδρευάν τινες Έλληνες, οίτινες θέλοντες να παρασύρωσι τους εχθρούς μακρότερον ησύχαζαν· αλλ' είς αυτών θελχθείς εκ της λάμψεως των αργυρών όπλων ενός Τούρκου, αναβάντος εις συκήν, τον ετουφέκισε και τον έρριψε νεκρόν. Εξ αιτίας του περιστατικού τούτου εξεφανερώθησαν οι Έλληνες εκ διαφόρων μερών όπου ενέδρευαν, έζωσαν τους εχθρούς, τους έτρεψαν, εφόνευσαν 26 και εζώγρησαν 18, ους έδωκαν εις ανταλλαγήν των προσυλληφθέντων 14 Μανιατών· εζώγρησαν και ίππους, και ημιόνους, και καμήλους, εφονεύθησαν δε και 2 Έλληνες και επληγώθησαν 5. Κατά την ημέραν δε ταύτην ο αδελφός του Νικήτα Νικολός Σταματελόπουλος, αρχηγός των έξωθεν του Ναυπλίου Ελλήνων, καταδιώκων Τούρκον καθήμενον επί αργυροστολίστου ίππου, εφονεύθη υπ' αυτού καθ' ην στιγμήν έδραξε τους χαλινούς του ίππου του· διεκρίνετο δε ο φονευθείς ως ανδρείος και φιλεύτακτος. |
| Ο δε οθωμανικός στόλος, αφ' ού διέμεινεν ανωφελώς εν Πάτραις υπέρ τον μήνα, καθ' όν καιρόν η παρουσία του ήτο τόσον αναγκαία εν τη Αργολίδι προς διατήρησιν του υπό τον Δράμαλην στρατού και λύσιν της πολιορκίας του Ναυπλίου, απέπλευσε την 27 υπό τον νέον καπητάμπασαν, |
| Σεπτέμβριος | και την 7 σεπτεμβρίου εφάνη έξωθεν της Ύδρας και των Σπετσών. |
| Ελθούσης δε της ειδήσεως, ότι έπλεε προς το Ναύπλιον, κατέλιπαν τον θαλασσόπυργον οι φυλάσσοντες αυτόν, και έμειναν εις φύλαξιν αυτού 48 ώρας δύο μόνον γέροντες, ο μεν Υδραίος ο δε Σπετσιώτης, και ο φιλέλλην Χάνης· μετά δε ταύτα εισήλθαν 20 Επτανήσιοι υπό τον Σεμπρικόν και άλλοι τόσοι Χειμαριώται υπό τον Γράμζην, και ούτως ησφαλίσθη το μικρόν εκεί φρούριον. |
| Οι Έλληνες υπέθεσαν, ότι ο στόλος εσκόπευεν όχι μόνον να τροφοδοτήση το Ναύπλιον, αλλά και ν' αποβιβάση στρατεύματα εις Σπέτσας· διά τούτο επρόλαβαν οι Σπετσιώται και μετεβίβασαν εις Ύδραν τας γυναίκας και τα τέκνα των, και μετέφεραν έξωθεν και στρατιώτας προς υπεράσπισιν του τόπου των· 60 δε πολεμικά πλοία και 10 πυρπολικά υπό τον Μιαούλην παρέπλεαν εις ματαίωσιν του ρηθέντος διττού σκοπού. Επειδή δε η ναυτική δύναμις των Ελλήνων ήτον ανεπαρκής, ο Μιαούλης εσχεδίασε να την αντιτάξη όλην ηνωμένην, και διέταξε να πλέη όλη ομού μεταξύ της πελοποννησιακής παραλίας και των νήσων Ύδρας και Σπετσών αλλ' ο εχθρικός στόλος εκινήθη τόσον επιδεξίως παρά πάσαν προσδοκίαν, ώστε διέπλευσε την 8 τον μεταξύ Ύδρας και Σπετσών πορθμόν, και διεχώρισε τα ελληνικά πλοία τα μεν προς ανατολάς τα δε προς δυσμάς, εν οις και η ναυαρχίς. Ο Μιαούλης, όσον γενναίος τόσον και συνετός, επιμένων εις το πρώτον του σχέδιον, επόδισε και έπλεε πλησίστιος προς το Χέλι επί της πελοποννησιακής παραλίας, εις προσβολήν του εχθρικού στόλου, αν επειράτο να πλεύση εις Ναύπλιον· διέταξε δε όλα τα πλοία να παρακολουθήσωσιν. Αλλ' οι πλοίαρχοι Αντώνης Κριεζής, Ανάργυρος Λεμπέσης και Λεονάρδος Θεοδωρής, ων τα πλοία ευρέθησαν προς ανατολάς, υποθέτοντες ότι ο ναύαρχος απεμακρύνετο επί σκοπώ να παρεκκλίνη την μάχην, παρήκουσαν και έπλευσαν εις το μέσον του εχθρικού στόλου. Εκ των τριών δε τούτων πλοίων το μεν του Λεονάρδου ήτο πυρπολικόν, τα δε του Λεμπέση και Κριεζή πολεμικά, άτινα και ήρχισαν εις έκπληξιν εχθρών και φίλων να κανονοβολώσιν. Ο ναύαρχος, ιδών απροσδοκήτως ότι ανετράπη τα σχέδιόν του, εστράφη εις τα οπίσω και διέταξε τα άλλα πλοία να συμπαραπλέωσιν. Εν τούτοις η προς δυσμάς μοίρα κατεδιώκετο, και κινδυνεύουσα να πάθη επλησίασε προς το νησίδιον του Δοκού, όπου δεν ήτο δυνατόν να πλησιάσωσι τα μεγάλα του εχθρού πλοία· πολλά όμως μικρότερα επλησίασαν προστατευόμενα υπό των μεγάλων, έως ού ο Πιπίνος εκόλλησεν εις έν αλγερινόν το πυρπολικόν του· αλλά 50 γενναίοι Αλγερίνοι εισεπήδησαν και το εξεκόλλησαν· πλην και οι 50, φλογισθέντος αυτού, οι μεν εκάησαν οι δε πεσόντες εις την θάλασσαν επνίγησαν· εφοβήθησαν όμως εξ αιτίας του συμβάντος τούτου τα άλλα πλοία του εχθρικού στόλου και απεμακρύνθησαν. Τοιουτοτρόπως απηλλάγη η ελληνική εκείνη μοίρα· αλλά μη δυναμένη να πλεύση προς τον ναύαρχόν της εξ αιτίας της θέσεώς της προσώρμισε σώα παρά την πελοποννησιακήν παραλίαν αντικρύ της Ύδρας. Εν δεινή θέσει ευρέθησαν και πλοία της προς ανατολάς μοίρας, ώστε ολίγα, εν οις και η ναυαρχίς, ήλθαν όπου εμάχοντο τα του Κριεζή και του Λεμπέση· ήσαν δε τα προσελθόντα τα του Σαχτούρη, του Χατσή - Αναργύρου, του Παναγιώτα, του Δημήτρη Μιαούλη, του Τσούπα, του Ράφτη και του Λαχανά. Η μικρά δε αύτη δύναμις επολέμησε μέχρι της εσπέρας, και δεν άφησε τον εχθρικόν στόλον να πλεύση, καθώς εμελέτα, εις τον αργολικόν κόλπον. |
| Νυκτός δε γενομένης, ο μεν τουρκικός στόλος εξεπελάγισεν, ο δε ελληνικός έμεινεν εντός του πορθμού. Την ακόλουθον ημέραν εκανοβολήθησαν μακρόθεν οι δύο στόλοι ικανήν ώραν διαρκούσης άκρας νηνεμίας. Την δε επιούσαν καθώς και την παρελθούσαν νύκτα εφεγγοβόλουν όλα τα πλησίον βουνά της Πελοποννήσου, και δι' όλης της ημέρας καθώς και δι' όλης της νυκτός οι επί των νήσων Ύδρας και Σπετσών και οι κάτοικοι των αντικρύ χωρίων Κρανιδίου και Ερμιόνης όλοι εγρηγόρουν· συνέρρευσαν δε προς το παράλιον και πολλοί άλλοι ένοπλοι άλλοθεν. Την δε υστεραίαν οι στόλοι έμειναν άπρακτοι, αν και ο εχθρικός επλησίασε ταις Σπέτσαις· ταις επλησίασε και την 11, αλλ' ουδέ και τότε εκανονοβόλησε. Την δε 12 επροχώρησεν ολόσωμος προς το Ναύπλιον· ωπισθόπλεε και ο ελληνικός σκοπεύων να τον κτυπήση προς τον μυχόν του κόλπου, όπου εναυλόχουν τινά πυρπολικά. Αλλ' ο εχθρικός, προχωρήσας έως ού απείχε του Ναυπλίου 10 μίλια, ανεκώχευσεν αιφνιδίως και έστειλεν εις την πόλιν πλοίον υπό σημαίαν αυστριακήν φέρον τροφάς. Το πλοίον τούτο συνελήφθη υπό των αίφνης έμπροσθεν αυτού αναφανέντων πυρπολικών του Τσερεμέ και του Θεοδωρή Υδραίων· ευρέθησαν δε και γράμματα εν αυτώ στελλόμενα παρά του καπητάμπασα προς τας εν Ναυπλίω Αρχάς και λέγοντα, ότι τα πάντα ήσαν λίαν καλά, ότι το Σούλι έπεσε και όλοι οι εν αυτώ άπιστοι κατηφανίσθησαν, ότι ο επανελθών εις Κόρινθον βασιλικός στρατός δεν εβλάφθη και επανέστρεφεν εις Άργος, ότι νέα στρατεύματα παρηκολούθουν υπό την οδηγίαν του Χουρσήδη, ότι ναυμαχήσας ο αήττητος στόλος, 6 ελληνικά πλοία εβύθισε και 2 έκαυσε, και ότι ο καπητάμπασας δεν έκρινεν εύλογον να εισπλεύση, διότι ήσαν τα νερά ρηχά, και διότι εβεβαιώθη, ότι 6 πυρπολικά των απίστων ήσαν πλησίον του φρουρίου παραφυλάττοντα, και 10 εν τω λιμένι των Σπετσών, και διά τούτο έστελλε το περί ου ο λόγος πλοίον φέρον τροφάς, διανοούμενος να στείλη και άλλας. Και ταύτα μεν περιείχαν εν περιλήψει τα γράμματα (α). Ο δε εχθρικός στόλος ούτε κατά των απέμπροσθεν αυτού συλλαβόντων το περί ου ο λόγος αυστριακόν πλοίον εκινήθη, ουδέ άλλας τροφάς επεχείρησε να στείλη· αλλά επόδισε την επιούσαν και εξήρχετο εν τοσαύτη βία, ώστε, αφ' ού αφώπλισε κατά τα παράλια της Λακωνίας έν δικάταρτόν του ως βραδύπλουν, το έκαυσεν· επειδή δε ο άνεμος ήτον ολίγος δεν εξέπλευσεν όλος του κόλπου ειμή την υστεραίαν παρακολουθούμενος υπό του ελληνικού, κανονοβολών μακρόθεν και κανονοβολούμενος. Κατά την αυτήν ημέραν εκάθησε προς το νότειον μέρος της Ύδρας έν δίκροτον· αλλά, μετακομισθέντων των κανονίων του εις άλλο πλοίον, εξεκάθησε πριν φθάσωσι τα κατ' αυτού κινηθέντα πυρπολικά. Την δε 15, πνέοντος ανατολικού ανέμου, εξεπελάγισεν ο εχθρικός στόλος και κατέπλευσεν εις Σούδαν· επανέπλευσε τότε και ο ελληνικός εις τους λιμένας του. |
| Ερχόμεθα τώρα να εξηγήσωμεν τον αιφνίδιον ανάπλουν του εχθρικού στόλου. |
| Αύγουστος | Αρχομένου του αυγούστου ο τότε αρχηγός της εν τω Αιγαίω γαλλικής μοίρας Βιελλάς κατέπλευσε την νύκτα εις τον λιμένα του Ναυπλίου επί της φρεγάτας Fleur de lis. Την δε επαύριον κατέπλευσεν εις τον αυτόν λιμένα και ο αρχηγός της αγγλικής Χαμιλτών επί της Καμβρίας. Η εν Μύλοις τότε κυβέρνησις έστειλέ τινα εις χαιρετισμόν των μοιράρχων παρακαλούσα αυτούς να μη λάβωσι συγκοινωνίαν μετά των εν Ναυπλίω. Ο Χαμιλτών εδέχθη προθύμως την δικαίαν ταύτην αίτησιν· αλλ' ο συνάδελφός του Βιελλάς την απέρριψεν αποτόμως· έστειλε δε και αξιωματικόν προς την ελληνικήν κυβέρνησιν απαιτών γρόσια 35 χιλιάδας, τας μεν 30 εις αποζημίωσιν του φορτίου του υπό γαλλικήν σημαίαν πλοίου Λ ι σ τ ό κ ο υ, κρατηθέντος υπό του φρουράρχου Μονεμβασίας Γιάννη Μαυρομιχάλη και διά της βίας εκφορτωθέντος τον παρελθόντα απρίλιον, τας δε 5 επί λόγω άλλων αποζημιώσεων. Η κυβέρνησις υπεσχέθη την απόδοσιν και της μιας και της άλλης ποσότητος μετά διμηνίαν, και ο Βιελλάς έστερξεν· αλλά την 31, ό εστι πριν παρέλθη η προθεσμία, και καθ' ας ημέρας ανεμένετο ο τουρκικός στόλος, επανέπλευσεν ο μοίραρχος ούτος εις τον λιμένα του Ναυπλίου επί της φρεγάτας του, σύμπλους έχων μίαν γαβάραν και μίαν γολέτταν. Ο Μιαούλης, πολιορκών την πόλιν, έστειλε τον Σαχίνην εις χαιρετισμόν του και τον παρεκάλεσε να μη κοινωνήση μετά των εν τη πολιορκουμένη πόλει· αλλ' εκείνος όχι μόνον απέρριψε την παράκλησιν, αλλ' απήτησεν αμέσως τας αποζημιώσεις επί απειλή βίας. Εις μάτην η κυβέρνησις επεκαλέσθη την εκπληρώσιν του όρου της προθεσμίας· υπείκουσα δε εις την ανάγκην υπεσχέθη να πληρώση εντός έξ ημερών. |
| Σεπτέμωριος | Η προθεσμία αύτη έληξε την 8 σεπτεμβρίου, καθ' ην, μη δοθέντων των χρημάτων, παρέστη ο Γάλλος μετά του στολίσκου του έμπροσθεν της Ύδρας, εν ώ εμάχοντο οι στόλοι, και χωρίς ν' αναλογισθή την κρίσιμον θέσιν των πραγμάτων κατ' εκείνην την ημέραν, μετέπεμψε τον Νέγκαν, και επί λόγω της μη αποδόσεως των χρημάτων κατά την τελευταίαν υπόσχεσιν της κυβερνήσεως απήτει τους επί της γολέττας αυτού Τούρκους, τους ως ομήρους δοθέντας τη ελληνική κυβερνήσει παρά των εν Ναυπλίω Τούρκων, καθ' όν καιρόν υπεγράφη η περί της παραδόσεως του φρουρίου σύμβασις. Ο Νέγκας απέρριψε την απαίτησιν, ο δε Βιελλάς έστειλε ν' αφαρπάση τους εν τη γολέττα ομήρους, μηδόλως αναλογισθείς ότι αποσπών αυτούς απέσπα την μόνην εγγύησιν της ασφαλείας της ζωής των εν Ναυπλίω ομήρων Ελλήνων. Αλλ' οι ναύται της γολέττας επρόλαβαν και τους απεβίβασαν. Τότε η φρεγάτα εκανονοβόλησε την υπό τα κανονοστάσια της Ύδρας απειθή γολέτταν, την ετρύπησε και επλήγωσε δύο ναύτας εν αυτή, και μίαν έγκυον γυναίκα επί του παραθαλασσίου. Την εσπέραν δε της αυτής ημέρας τα γαλλικά πλοία ηγκυροβόλησαν κατά την δυτικήν άκραν της νήσου των Σπετσών. Την δε 12 έστειλεν ο αρχηγός των προς τον καπητάμπασαν ένα των αξιωματικών εις επίσκεψιν αυτού και εις συμβιβασμόν του συνήθους διά κανονίων αμοιβαίου χαιρετισμού· αλλ' έστειλε διά της αυτής ευκαιρίας καί τινα Άραβα προ καιρού αιχμάλωτον εν Ύδρα, ελευθέρως περιφερόμενον εκεί και καταφυγόντα εις την γαλλικήν φρεγάταν, εν ώ αύτη ευρίσκετο έμπροσθεν της Ύδρας. Μετ' ολίγην ώραν, αφ' ού οι ρηθέντες έφθασαν εις την οθωμανικήν ναυαρχίδα, ανεχώχευσε παρά πάσαν προσδοκίαν ο στόλος, απέστειλε το συλληφθέν αυστριακόν, και επόδισεν. Εκ της περιστάσεως ταύτης και εκ της εννοίας των συλληφθέντων γραμμάτων απέδωκαν τον αιφνίδιον ανάπλουν του στόλου οι μεν εις τας προς τον καπητάμπασαν ανακοινώσεις του ευμενώς προς τους Τούρκους και δυσμενώς προς τους Έλληνας διακειμένου Βιελλά, μαθόντος εξ ών έλαβε συνεντεύξεων μετά των Ελλήνων, ότι εναυλόχουν πυρπολικά προς το βάθος του λιμένος καιροφυλακτούντα να καύσωσι τον στόλον επί του είσπλου, οι δε εις μόνας τας ανακαλύψεις του άραβος. Τοιουτοτρόπως ο άνανδρος Μεχμέτης απέφυγε την επαπειλουμένην εντός του αργολικού κόλπου βλάβην του στόλου του ίσως δε και αυτόν τον όλεθρόν του. Ο δε Γάλλος μοίραρχος έλαβε μετ' ολίγας ημέρας όσα χρήματα εζήτει και ανεχώρησεν· αλλ' η αξιόμεμπτος διαγωγή του κατεκρίθη υπό της φιλανθρώπου και φιλέλληνος Γαλλίας και επέφερε την ανάκλησίν του. |
| Οκτώβριος | Διατρίψας δε ο οθωμανικός στόλος ημέρας τινας εν τω λιμένι της Σούδας προς αναψυχήν των ναυτών, απέπλευσε την 8 Οκτωβρίου, περιήλθε τινας νήσους του Αιγαίου, και έρριψεν άγκυραν έμπροσθεν Σύρας και Μυκώνου. Οι φιλότουρκοι της Σύρας έσπευσαν να προσφέρωσι την βαθείαν υπόκλισίν των τω καπητάμπασα, αποστείλαντες τους προεστώτας των εις την ναυαρχίδα (β). Αλλ' οι Μυκώνιοι, αντί ύδατος και γης, τω επρόσφεραν πυρίτιδα και βόλια, και όλοι ένοπλοι έτρεψαν εις φυγήν 100 Αλγερινούς αποβάντας είς τινα άκραν της Μυκώνου επί αρπαγή αιγοπροβάτων και εφόνευσαν καί τινας αυτών. Ο στόλος δεν έκρινεν εύλογον να παιδεύση την αυθάδη νήσον, μήτε να ρίψη άγκυραν έμπροσθεν άλλης τινός, αφ' ού μάλιστα παραπλέων την Τήνον (γ), είδε μέγα πλήθος ενόπλων ετοίμων εις αντίστασιν αλλ' έπλευσε κατ' ευθείαν εις Τένεδον. Εν ώ δε ανέμενεν εκεί τας διαταγάς του σουλτάνου, σφοδράς τρικυμίας επελθούσης, πολλά πλοία διεσκορπίσθησαν, τινά δε και εβλάφθησαν. Μετά το συμβάν τούτο εξέπλευσαν των Ψαρών δύο πυρπολικά, το μεν υπό τον Κανάρην, το δε υπό τον Μπρατσάνον, συνέπλεαν δε και δύο μυστικά, το μεν υπό τον Καλαφάτην, το δε υπό τον Σαρίανην, και εν αγνοία των προφυλακίδων έπεσαν τα πυρπολικά εις το μέσον του στόλου τα εξημερώματα της 27 και ερρίφθησαν επί δύο δίκροτα, το μεν υπό τον Μπρατσάνον επί την ναυαρχίδα, τα δε υπό τον Κανάρην επί την υποναυαρχίδα. Η ναυαρχίς διεσώθη κόψασα τας αγκύρας της, αλλ' η υποναυαρχίς κατεφλέχθη. Χίλιοι εξακόσιοι ήσαν οι εν αυτή ναύται και στρατιώται, εξ ών 15 μόνον διεσώθησαν. Μετά το κατόρθωμα τούτο οι μεν ναύται των δύο ελληνικών πυρπολικών έπλευσαν επί των εφολκίων προς την Λίμνον, και μη ευρόντες εκεί τα μύστικα κατέπλευσαν εις Σκύρον, όπου τα ηύραν, και επανήλθαν όλοι αβλαβείς εις Ψαρά· ο δε εχθρικός στόλος ανήχθη όλος έντρομος και εισέπλευσε τον Ελλήσποντον, ταπεινωθείς κατέμπροσθεν των εμπορικών πλοίων της Ελλάδος και αφήσας τους μεγαλοτόλμους ναύτας της θαλασσοκράτορας. Φόβος και τρόμος κατέλαβε μετά τα συμβάντα ταύτα τας νήσους και τας παραθαλασσίους πόλεις της αυτοκρατορίας τας υπό Τούρκων κατοικουμένας. Εν Σμύρνη, εν Χίω, εν Μιτυλήνη, παντού ηγωνίζοντο οι Τούρκοι δι' ων εδύναντο τρόπων όχι πλέον πώς να καταδιώξωσι τους εχθρούς των, αλλά πώς να ασφαλισθώσιν από της καταδιώξεως των θαλασσινών της Ελλάδος, και κυρίως των γειτόνων των Ψαριανών (δ), οίτινες περιέπλεαν ως θαλασσοκράτορες όλα τα παράλια, καταστρέφοντες, λεηλατούντες και εκφοβίζοντες τους παραθαλασσίους εχθρούς των. Εις τόσην δε έφθασαν οι θαλασσινοί της Ελλάδος τόλμην κατ' εκείνον τον καιρόν, και τόσον κατεφρόνησαν τους εχθρούς των, ώστε 4 πλοία της Κάσσου κατέσχαν εν τω λιμένι της Δαμυάτης, πόλεως πλησίον των εκβολών του Νείλου και αντικρύ του Δέλτα, 13 πλοία παραλαμβάνοντα τροφάς εις χρήσιν του τουρκικού στόλου, ήρπασαν ικανά χρήματα ευρεθέντα εν αυτοίς, και μεταγγίσαντες όλας τας τροφάς εις τρία των κατασχεθέντων πλοίων απήγαγαν αυτά εις την πατρίδα των χωρίς όμως να εγγίσωσι την εν αυτοίς ευρεθείσαν ευρωπαϊκήν ιδιοκτησίαν. Μετά τινας δε ημέρας 2 πλοία ψαριανά συνέλαβαν 4 μικρά εχθρικά προς τα παράλια της Συρίας φέροντα πλούσια φορτία. Εν ενί λόγω μετά τον εις τον Ελλήσποντον κατησχυμένον πλουν του μεγάλου στόλου, ον ο ανάξιος καπητάμπασας δεν ησχύνθη μετά την αισχράν αποτυχίαν του να ονομάση διά των προς τους εν Ναυπλίω Τούρκους γραμμάτων του α ή τ τ η τ ο ν, δεν εφαίνετο έξωθεν του Ελλησπόντου τουρκική σημαία παρέξ εν τοις μυχοίς τινων λιμένων και εν τω κορινθιακώ κόλπω μέχρι του Μεσολογγίου, αλλά και εκεί εν όσω δεν εφαίνετο ελληνικόν πλοίον. |
| Η δε ανάληψις του οθωμανικού στόλου από του Αιγαίου μετά την εις Κόρινθον επάνοδον των υπό τον Δράμαλην, έφερε τους Ναυπλιείς εις την προτέραν των δεινήν θέσιν. Αι τροφαί, ας επί της εισβολής του Δράμαλη εισεκόμισαν, κατηναλώθησαν μετά παρέλευσιν τόσου χρόνου· η θέσις αυτού, παρ' ου ήλπιζαν οι εν Ναυπλίω βοήθειαν, ήτο χειρίστη· το υπ' αυτόν στρατόπεδον δεν έπασχεν έλλειψιν τροφών, διότι ο κορινθιακός κόλπος ήτον ανοικτός, αλλ' υπέπεσεν εις βαρείαν ασθένειαν εξ αιτίας του κλίματος της Κορίνθου και της στενοχωρίας· διά τούτο ο Δράμαλης, μη δυνάμενος ν' ανοίξη την προς τας Πάτρας οδόν, απέστειλε διά θαλάσσης την 26 σεπτεμβρίου υπερδισχιλίους στρατιώτας προς την Περαχώραν, οίτινες απέβησαν εκεί επί σκοπώ να κυριεύσωσι την Μεγαρίδα εις πλειοτέραν άνεσιν του στρατού, αλλ' απέτυχαν καταπολεμηθέντες υπό του παρευρεθέντος Νικήτα μετά 800 και εβιάσθησαν να επαναπλεύσωσιν εις Κόρινθον. Έπεσαν δε εν εκείνη τη μάχη 40 Τούρκοι και 12 Έλληνες. |
| Εν ώ δε τα παθήματα του στρατού τούτου και των εν Ναυπλίω ήσαν τοιαύτα, ο εν Πάτραις Ισούφης, αντί να φροντίση πώς να τους ανακουφίση, αν όχι και να τους απαλλάξη των δεινών, δεν έπαυεν εμπορευόμενος τα ναυάγια του βασιλείου του και τας δεινάς περιστάσεις των πασχόντων συναδέλφων του. |
| Προ πολλού είχε συστηθή εν Ζακύνθω Εταιρία κερδοσκόπων, των πλείστων ξένων, τροφοδοτούσα υπό την προς τους Τούρκους ευμενή διάθεσιν της κυβερνήσεως και την οργήν και κατάραν του λαού τα μεσημβρινά φρούρια της Πελοποννήσου και τας Πάτρας. Ο Ισούφης, όστις εξουσίαζε το στόμα του κορινθιακού κόλπου, δεν επέτρεπεν αφορολόγητον την εισαγωγήν τροφών εντός του κόλπου· πολλάς δε ηγόραζεν αυτός επί μετριωτάτη τιμή και μετεπώλει προς τους εν Κορίνθω συναδέλφους του όσον ήθελεν. Ο πασάς ούτος ηύρε και άλλον πόρον· αντί να βλάψη καιρίως τους εντός του κόλπου εχθρούς του, μη επιτρέπων την εξαγωγήν των προϊόντων αυτών, ευηρεστείτο, γενόμενος συμμέτοχος της ωφελείας, να επιτρέπη υπό βαρύν φόρον την εξαγωγήν της σταφίδος, του ελαίου, και παντός άλλου προϊόντος. |
| Ο δε ατυχής Δράμαλης, ο πάντοτε περί των συμφερόντων του κράτους του φροντίζων, ούτε κόπων ούτε κινδύνων ούτε χρημάτων εφείδετο. Αν και αυτός και οι υπ' αυτόν ήσαν εις αθλίαν κατάστασιν, έλαβε φροντίδα περί του κινδυνεύοντος Ναυπλίου, και αρχομένου του οκτωβρίου έστειλεν εις αυτό ολίγας τροφάς υπό την οδηγίαν του δελήμπασή του Αχμέτη έχοντος 80 μόνον ιππείς διά την καθ' οδόν προστασίαν της αποστολής ταύτης. Ο δελήμπασης ευδοκίμησε και κατά την εις Ναύπλιον νυκτερινήν διά των Δερβενακίων διάβασίν του, και κατά την εκείθεν εις Κόρινθον την εφεξής νύκτα επιστροφήν του, διότι ηύρε τα στενά της οδού πάντη αφύλακτα. Θαρρυνθείς ο Δράμαλης εκ της επιτυχίας ταύτης έστειλε περί τα τέλη του μηνός άλλας τροφάς· και επειδή τα Δερβενάκια δεν ήσαν ως προτού αφρούρητα, συναπέστειλε δύο στρατιωτικά σώματα, το μεν εις ασφαλή συνοδίαν των τροφών μέχρι Ναυπλίου υπό την οδηγίαν του δελήμπασή του, το δε εις μόνην υπεράσπισιν της εκείθεν των στενών μετακομίσεώς των· διέταξε δε το σώμα τούτο να επιστρέψη έπειτα εις Κορτέσαν και περιμείνη εκεί ίνα υπερασπίση πάλιν την επάνοδον των συνοδευσάντων τας τροφάς. Εισελθόντα τα δύο ταύτα σώματα τα Δερβενάκια και πορευόμενα το μεν διά της συνήθους οδού, το δε, το και συνοδεύον τας τροφάς, διά του Αϊσώστη, απεδίωξαν απέμπροσθέν των τους παραφυλάττοντας ολίγους Έλληνας, και ευτυχώς κατορθώσαντα το σκοπούμενον επανήλθαν εις Κορτέσαν αβλαβή· ο δε δελήμπασης διά την διττήν επιτυχίαν του επιχειρήματας ετιμήθη διά των δύο αλογοουρών. |
| Ο Κολοκοτρώνης, όστις και επί της πρώτης και επί της δευτέρας τροφοδοτήσεως διέτριβεν εν Τριπολιτσά, μαθών την διάβασιν των Τούρκων και φοβηθείς μήπως ευτυχήσαντες ούτοι επιχειρήσωσι νέαν εισβολήν εις Αργολίδα και καταλάβωσι και κρατήσωσι και τα στενά εις ελευθέραν συγκοινωνίαν Κορίνθου και Ναυπλίου και ματαιώσωσι τοιουτοτρόπως όλας τας περί της πτώσεως του φρουρίου τούτου ελπίδας, κατέβη και εδυνάμωσεν όλας τας αναγκαίας θέσεις μεταξύ Κορίνθου και Άργους, τοποθετήσας ικανά και αξιόμαχα στρατεύματα, και ενδιέμεινε και αυτός. Αλλ' όλαι αι προσπάθειαι και αυτού και των άλλων ολίγον έλλειψε ν' αποβώσι μάταιαι ένεκα του εξής περιστατικού. |
| Νοέμβριος | Την 5 νοεμβρίου, περί τα χαράγματα, οι υπό τον Σεμπρικόν φυλάττοντες τον θαλασσόπυργον του Ναυπλίου είδαν πλοίον εισερχόμενον τον λιμένα, το εκανονοβόλησαν και εφόνευσαν τον πηδαλιούχον. Ο κρότος του κανονοβολισμού έβαλεν εις κίνησιν τα προς τους Μύλους ελληνικά πλοία, άτινα ιδών ο διοικητής του αγνώστου πλοίου πλέοντα προς τον θαλασσόπυργον και πιστεύων, καθ' ας είχε ψευδείς πληροφορίας, ότι το φρούριον εκείνο ήτον υπεξούσιον των Τούρκων, και ότι η κανονία έπεσε κατά λάθος, έφερε το πλοίον πλησίον του φρουρίου, ύψωσε την σημαίαν και εφώναξε μακρόθεν ότι ήτο πλοίον φιλικόν φέρον προς τους πολιορκουμένους τροφάς. Οι υπό τον Σεμπρικόν το εκτύπησαν εκ δευτέρου και το ετρύπησαν· τότε ενόησαν οι εν Ναυπλίω την απάτην των επί του πλοίου, και οι μεν εκανονοβόλουν προς εμψύχωσιν και οδηγίαν των εν αυτώ, πολλαί δε οθωμανίδες, ιστάμεναι επί των προς την θάλασσαν επάλξεων, εξέτειναν τας χείρας, και κραυγάζουσαι παρεκίνουν τους αγνοούντας τον λιμένα και φοβουμένους ναύτας του πλοίου να εισπλεύσωσιν αφόβως· τοις εδείκνυαν δε ως ασφαλές άραγμα το όπισθεν μέρος της ακροναυπλίας. Επρόφθασαν εν τοσούτω τα ελληνικά πλοία και το συνέλαβαν. Το πλοίον ήτον αγγλικόν, φέρον τροφάς εκ Σμύρνης (ε). |
| Μετά την τοιαύτην αρπαγήν των τροφών από των πεινώντων στομάτων, κατήντησαν οι Ναυπλιείς να τρώγωσιν όχι μόνον ακάθαρτα ζώα, αλλά και αυτάς τας σάρκας των αποθνησκόντων ανθρώπων και βράζοντες τα δέρματα των ζώων να ροφώσι τον ζωμόν. Εξ αιτίας δε της δεινής ταύτης θέσεως των, 150 επίλεκτοι εκ των εντοπίων εξήλθαν του Ναυπλίου την νύκτα κρυφίως, και γνωρίζοντες ακριβώς τας θέσεις και τα μονοπάτια, και λαλούντες εντελώς την ελληνικήν γλώσσαν, διέβησαν πριν φέξη διά μέσου των Ελλήνων ως Έλληνες, και φθάσαντες εις Κόρινθον ανήγγειλαν ότι το Ναύπλιον παρεδίδετο εξ άπαντος μετ' ολίγας ημέρας, αν δεν επρομηθεύετο εν καιρώ τροφών. Επί τη αγγελία ταύτη οι εχθροί εκίνησαν πανστρατιά την 28 εις τροφοδότησίν του και ενυκτώθησαν κατά την Κορτέσαν· όρθρου δε βαθέως εισήλθαν πρώτοι τα στενά του Αϊσώστη οι ως Έλληνες διαβάντες 150 Ναυπλιείς, και φθάσαντες όπου ήτον η των περί τον Νικήταν προφυλακή υπό τον Ζαχαρίαν Αγιοπετρίτην εχαιρέτησαν και αντεχαιρετήθησαν ως Έλληνες. Ερωτηθέντες δε πόθεν ήρχοντο απεκρίθησαν, ότι περιεπλανήθησαν εις ζωοκλοπίαν και ότι απέτυχαν. Απατήσαντες τοιουτοτρόπως τους Έλληνας ανέβησαν υπό το επικρατούν σκότος εν αγνοία των Ελλήνων εις τον υψηλότερον λόφον όπισθεν της θέσεως των περί τον Νικήταν και εκάθησαν ήσυχοι. Εν τούτοις η ελληνική προφυλακή είδε τους εχθρούς πανστρατιά αναβαίνοντας τα στενά και έδωκεν είδησιν. Κατείχαν δε ταύτα 1500 Έλληνες υπό τον Νικήταν, τον Τσόκρην, τον Δαρειώτην, τον Λεβιδιώτην και τον Παπά - Αρσένιον Κρανιδιώτην. Επί δε τη ειδοποιήσει οι Έλληνες κατέλαβαν τους προμαχώνας των τουφεκίζοντες και τουφεκιζόμενοι Αλλ', αφ' ού άναψεν ο τουφεκισμός, ευρέθησαν απροσδοκήτως εν μέσω διττού πυρός, διότι οι ως Έλληνες προδιαβάντες 150 και κατέχοντες τον επικείμενον λόφον εχθροί τους ετουφέκιζαν όπισθεν· είδαν δε πεσόντα μετ' ολίγον νεκρόν έμπροσθέν των υπό το πυρ των εχθρών τούτων και τον Παπά - Αρσένιον, τον αυτόν όστις ηνδραγάθησεν εν τη προς το τείχος του Άργους μάχη επί κεχαγιάμπεη και διήλθε ξιφήρης και αβλαβής πολυάριθμον στράτευμα εχθρών από της μονής της Κεκρυμμένης εις τους Μύλους. Ο γενναίος ούτος λειτουργός της πίστεως και της πατρίδος, εν ώ έτρωγε και έπινε την προ της ημέρας της περί ης ο λόγος μάχης εσπέραν, είπεν ευθυμών εις επήκοον πολλών, «ό τ ι - τ ο – κ ε φ ά λ ι - τ ο υ - Α ρ σ ε ν ί ο υ - θ α - π έ σ ε ι, - α λ λ ά - σ π ε ι ρ ί - δ ε ν - θ α - φ θ ά σ ι - ε ι ς – Ν α ύ π λ ι». Εν τούτοις τεταραγμένοι οι Έλληνες διά την εν τω μέσω των εχθρών θέσιν των, ιδόντες και τον Αρσένιον πεσόντα, ετράπησαν εις φυγήν· έφυγε και ο Νικήτας και κλεισθείς μετ' ολίγων έν τινι πύργω κτισθέντι προ ολίγου παρά την θέσιν εκείνην, επολέμει τους εχθρούς κτυπούντας τον πύργον διά κανονίου. Έφθασαν εν τοσούτω εις το πεδίον της μάχης και οι πλείστοι των κατεχόντων τας άλλας στενοτοπίας Ελλήνων, επέπεσε και ο χατσή - Χρήστος όπισθεν, και ούτως οι Τούρκοι απελπισθέντες επανήλθαν άπρακτοι εις Κόρινθον καταδιωκόμενοι υπό των Ελλήνων έως ού έπεσαν εις την πεδιάδα. 50 Τούρκοι και 9 Έλληνες εφονεύθησαν και επληγώθησαν κατά την μάχην ταύτην. |
| Εν δε τω Ναυπλίω επεκράτει πρό τινος καιρού διαίρεσις, των μεν θελόντων, των δε μη θελόντων να παραδοθώσιν. Οι δυστυχείς έγκλειστοι εκτός της πείνας κατεθλίβοντο και υπό λοιμικής· όσον δε επερίσσευαν τα κακά των, τόσον υπερίσχυε και το εις παράδοσιν κλίνον κόμμα. Εστενοχωρούντο δε πρό τινων ημερών και υπό των έξω του Ναυπλίου ελληνικών στρατευμάτων, ων την αρχηγίαν διεδέχθη μετά τον θάνατον του Νικολού Σταματελοπούλου ο Στάικος Σταϊκόπουλος. Τα στρατεύματα ταύτα, βοηθούμενα υπό των απομειναρίων του τακτικού, άτινα μεταβάντα μετά την μάχην του Πέτα από τόπου εις τόπον κατήντησαν τον οκτώβριον προ των πυλών του Ναυπλίου, εκτύπησαν πολλάκις τους Ναυπλιείς εξερχομένους και τους εβίασαν να μη προχωρώσιν εκείθεν του προχώματος. Τα αίτια ταύτα ηνάγκασαν τους Τούρκους και προ της παντελούς αποτυχίας των εις αντίληψίν των στρατευσάντων εκ Κορίνθου να έλθωσι σπουδαιότερον εις λόγους συμβιβασμού μετά του Σταΐκου και εις νέαν δι' αυτού διαπραγμάτευσιν μετά του Κολοκοτρώνη. Ο Κολοκοτρώνης απεκρίθη ότι τοις εχαρίζετο η ζωή και τοις εδίδοντο και πλοία προς διαβίβασιν όλων εις τα παράλια της Ασίας· ει δε και δεν έστεργαν, θα τους έτρωγεν όλους εντός ολίγου η ελληνική μάχαιρα. Το γράμμα τους λαβών ο Στάικος απέστειλε την εσπέραν της 29 εις το φρούριον. Οι Τούρκοι, θέλοντες να λάβωσιν αυτού γνώσιν όλοι και συναποφασίσωσι, συνήλθαν εις γενικόν συμβούλιον· κατέβησαν εις την πόλιν και οι εν Παλαμηδίω αφήσαντες ολίγους φύλακας ως μηδέν υπόπτεύοντες. Αλλ' εν τω μεταξύ τούτω δύο Αλβανοί εκ των εναπομεινάντων φυλάκων τήδε κακείσε απροσέκτως διεσπαρμένων, ταλαιπωρούμενοι υπό των δεινών της πολιορκίας και ελπίζοντες ίσως πλουσίας αμοιβάς, κατέβησαν διά σχοινίου από του τείχους, υπήγαν προς τον κατά την Άριαν Στάικον, τω είπαν ότι η φρουρά του Παλαμηδίου κατέβη εις την πόλιν και ότι, αν υπήγαινεν ευθύς, θα εκυρίευε το Παλαμήδι αναιμωτί. Ο γενναίος Στάικος, χωρίς να υποπτεύση δολιότητα, παρέλαβε 200 συντρόφους, 60 Κρανιδιώτας και ένα λόχον του τακτικού και ήλθεν υπό τα τείχη μετά το μεσονύκτιον. Ασέληνος και βροχερά ήτον η νυξ εκείνη· ανέβησαν τα τείχη κατ' αρχάς ολίγοι, άνοιξαν πυλίδα τινά και εισήξαν δι' αυτής και τους λοιπούς. Ηθέλησάν τινες των φυλάκων ν' αντισταθώσιν, αλλ' έρριψαν μετ' ολίγον τα όπλα, και οι Έλληνες εκυρίευσαν τοιουτοτρόπως αναιμωτί το απόρθητον φρούριον προς τα χαράγματα της ημέρας, καθ' ην η Εκκλησία εορτάζει την μνήμην του αποστόλου Ανδρέου. Αφ' ού δε το εκυρίευσαν, ετουφέκισαν όλοι διά μιας βλέποντες προς την πόλιν και φωνάζοντες· «κ α λ ώ ς - σ α ς - η ύ ρ α με ν - α γ ά δ ε ς» . Οι δυστυχείς αγάδες, αγνοούντες τίνι τρόπω εκυρίευσαν οι Έλληνες το φρούριον, και βλέποντες εαυτούς και τας γυναίκας και τα τέκνα των υπό το πυρ των εχθρών, περιέτρεχαν τας αγυιάς της πόλεως ως παράφρονες. Ημέρας δε γενομένης, οι νέοι κύριοι του Παλαμηδίου υψώσαντες την σημαίαν του σταυρού εκανονοβόλησαν φωνάζοντες, «κ α ι – τ ο υ - χ ρ ό ν ο υ - α γ ά δ ε ς - τ ο υ - α γ ί ο υ – Α ν δ ρ έ ο υ». |
| Εν τοσούτω ο εν Δερβενακίοις Κολοκοτρώνης, ακούσας τον κανονοβολισμόν, έτρεξεν έφιππος εις Ναύπλιον· καθ' οδόν απήντησε πεζόν φέροντα την είδησιν, εισήλθεν εις το φρούριον υπό τον κρότον των κανονίων και διέταξεν αμέσως και έστρεψαν προς την πόλιν και την ακροναυπλίαν πολλά κανόνια· έστειλε δε και προς τους εν τη πόλει Τούρκους διαταγήν απειλητικήν να παραδώσωσι την πόλιν και την ακροναυπλίαν εντός τριών ωρών, και επειδή μετά τας τρεις ώρας δεν έλαβεν απόκρισιν, ήρχισε να κανονοβολή· αλλ' επί τη προτάσει των Τούρκων και τη μεσιτεία των διαμενόντων εν Ναυπλίω μελών της ελληνικής επιτροπής, έστερξε να συμβιβασθή· και ούτω, παύσαντος του κανονοβολισμού, ανέβησαν εις το Παλαμήδι οι εντόπιοι μπέηδες και ο αρχηγός των εντός του Ναυπλίου Αλβανών επί συμβιβασμώ. Σας χαρίζομεν, τοις είπεν ο Κολοκοτρώνης, την ζωήν και σας αφίνομεν και από δύο ενδυμασίας· σας δίδομεν και ελληνικά πλοία εις μετακόμισίν σας, και σας τρέφομεν έως ού κατευοδωθήτε όπου θέλετε. «Ημείς», απεκρίθη ο αρχηγός Αλβανός, «δεν δίδομεν τ' άρματα· θα πολεμήσωμεν όσω να βγη η ψυχή μας, θα καύσωμεν την χώραν, και δεν θ' αφήσωμεν πέτραν σε πέτραν». «Καύσατέ την», επανέλαβεν αποτόμως ο Κολοκοτρώνης, «αλλά να ηξεύρετε ότι θα καήτε και σεις»· αλλ' οι μπέηδες έπαυσαν την αναφυείσαν λογοτριβήν, συγκατετέθησαν εις τας προτάσεις του Κολοκοτρώνη προς χάριν, ως είπαν, των γυναικών και παιδίων, κατέβησαν εις την πόλιν και υπέγραψαν όλοι την σύμβασιν· αφ' ού δε συνυπεγράφη και υπό των Ελλήνων, έστειλαν οι Τούρκοι προς αυτούς τας κλεις των φρουρίων. Οι Έλληνες παρέλαβαν τα κάτω φρούρια και διώρισάν τινας εις σύναξιν και απόθεσιν εν δύο ζαμίοις, επί καταγραφή, των πραγμάτων των Τούρκων. Φόβος μέγας επεκράτει μη επάθαιναν οι Ναυπλιείς όσα έπαθαν οι συνάδελφοί των εν Νεοκάστρω, εν Κορίνθω και εν Αθήναις· ο Κολοκοτρώνης, μη θέλων να συμβή τοιούτον τι, μηδέ να διαρπαγή η περιουσία, έκλεισεν έξω της πύλης του φρουρίου τους συρρεύσαντας επί λαφυραγωγία στρατιώτας· αλλ' ούτοι ηπείλησαν να εισέλθωσι διά της βίας, να σφάξωσι τους Τούρκους και να διαρπάσωσι τα υπάρχοντά των· δι' ο πάσα αναβολή απόπλου ήτον επικίνδυνος. Καλή τύχη κατέπλευσε την 12 δεκεμβρίου εις τον λιμένα του Ναυπλίου ο Χαμιλτών επί της Καμβρίας, και παρέλαβε συναινέσει των Ελλήνων 400, παρέλαβαν και τους λοιπούς τα ελληνικά πλοία υπό την οδηγίαν του Μιαούλη επί μισθώ εκατόν δέκα χιλιάδων γροσίων πληρωθέντων εκ των λαφύρων, και ούτως απεβίβασαν τους αιχμαλώτους ο μεν Χαμιλτών εις Σμύρνην, ο δε Μιαούλης εις Κουσάντασι, αλλ' όλους τόσω κακώς έχοντας διά την επί της πολιορκίας πείναν, την λοιμικήν και την κακοπάθειαν, ώστε 67 απέθαναν επί μόνης της Καμβρίας κατά τον διάπλουν παραταθέντα εξ αιτίας επισυμβάσης τρικυμίας· απέθαναν δέ τινες αυτών φαγόντες διά μιας κατά κόρον· εμολύνθη και το πλήρωμα της φρεγάτας· μόνοι ως αιχμάλωτοι εκρατήθησαν εν Ναυπλίω ο πρώην φρούραρχος Σελήμπασας και ο διάδοχος αυτού Αλής, ως μη θελήσαντες να υπογράψωσι την συνθήκην· αλλ' όχι μόνον δεν ηνωχλήθησαν ουδ' αυτοί ουδ' οι περί αυτούς, αλλά και εις άκρον επεριποιήθησαν τροφοδοτούμενοι πλουσιοπαρόχως και ζώντες εν ανέσει μέχρις ου απελύθησαν. Οι Έλληνες διεμερίσαντο μεταξύ των τα εναποταμιευθέντα πράγματα των Τούρκων άνευ ουδεμιάς ωφελείας του ταμείου· τα πολυτιμότερα δε αυτών διηρπάγησαν υπό των αρχηγών. |