WeRead Powered by ReaderPub
Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Γ cover

Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Γ

Chapter 15: 1823
Open in WeRead

About This Book

A chronological political and military account of the revolutionary struggle, recounting campaigns, land and naval engagements, sieges, massacres and the intervention of external forces. It describes factional and civil conflicts among insurgent leaders, efforts to organize and reform regular and irregular forces, the arrival of foreign volunteers and loans, and the diplomacy of European courts toward the belligerents. Individual chapters detail operations across peninsula and islands, an Egyptian-backed expedition with associated naval actions, the prolonged investment of a principal stronghold, and concurrent debates over governance, constitutions and the international position of the nascent polity.

1823

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΕ'

Στρατόπεδον Πατρών. — Ρήξις νομοτελεστικού και βουλευτικού. — Καθαίρεσις του υπουργού Περούκα και του νομοτελεστού Μεταξά. — Εμφύλιοι ταραχαί και συγκρούσεις. — Το βουλευτήριον πατείται υπό στρατιωτικής δυνάμεως εν Άργει και οι βουλευταί μεταβαίνουν εις Κρανίδι, — Νέον νομοτελεστικόν. — Τα μεταξύ Ρωσσίας και Τουρκίας καθ' όλον το έτος.

ΑΡΧΗΓΟΣ της εις Πάτρας εκστρατείας υπό την ανωτάτην διεύθυνσιν του Ζαήμη διωρίσθη ο Γιατράκος, όστις εστρατοπέδευσεν εν τω μοναστηρίω του Ομπλού. Μικρού λόγου αξία απέβη η εκστρατεία αύτη περί τα πολεμικά, αλλά πολλού δι' ας έδωκεν αφορμάς εις πολιτικάς διαιρέσεις. Αν και πολλών επαρχιών της Πελοποννήσου στρατιωτικά σώματα διετάχθησαν να συνέλθωσιν εις το στρατόπεδον τούτο, μόνα τα υπό την επιρροήν του Ζαήμη, του Λόντου, του Γιατράκου, του Αναγνωσταρά καί τινων άλλων συνήλθαν· τα δε υπό την του Κολοκοτρώνη, του Δηληγιάννη, του Σισίνη και των ομοφρόνων αυτών δεν εφάνησαν. Ο Κολοκοτρώνης ήθελεν, ως και άλλοτε, να διορισθή αρχηγός πληρεξούσιος της εκστρατείας ταύτης ως αντιπολιτευόμενος τον Ζαήμην και τον Λόντον· και επειδή δεν εισηκούετο, αντέπραττε φανερά εις διάλυσιν του στρατοπέδου. Εντεύθεν εκορυφώθησαν τα πάθη των δύο πελοποννησιακών κομμάτων, και αι διαιρέσεις κατήντησαν εντός τινων επαρχιών και εις στρατιωτικάς συγκρούσεις· εξ αιτίας δε της ολιγότητος του περί τας Πάτρας στρατού, οι κατ' εκείνο το μέρος εχθροί έμειναν ανενόχλητοι βλάπτοντες μάλλον ή βλαπτόμενοι, και η επί της εισβολής του πασά της Σκόδρας παθούσα Δυτική Ελλάς, και αι κινδυνεύσασαι πόλεις Ανατολικού και Μεσολογγίου υπέστησαν όλον τον αγώνα αβοήθητοι. Διήρκει μάλιστα η πολιορκία του Ανατολικού ότε το περί ου ο λόγος στρατόπεδον, το εις βοήθειαν των μερών εκείνων συστηθέν, διελύθη διά των ραδιουργιών των αντιπολιτευομένων, και ο Γιατράκος ανεχώρησεν εις τα ίδια. Αλλά, αν ευτύχησεν ο Κολοκοτρώνης να βλάψη τους εναντίους του, δεν ευτύχησε και να ωφεληθή αυτός. Άλλα επροσδόκα επί της αντιπροεδρίας του και άλλα ηύρεν· ωλιγόστευσεν η επιρροή του αντί ν' αυξήση, διότι επί τη μεταθέσει του από της στρατιωτικής εις την πολιτικήν υπηρεσίαν και οι συγγενείς του εδυσφόρησαν, και οι πλείστοι των φίλων του τον εγκατέλιπαν. Ίσχυεν η γνώμη του παρά τω νομοτελεστικώ, αλλ' ουδαμώς παρά τω βουλευτικώ· και όσον εκείνο τον ετίμα, τόσον τούτο τον απεστρέφετο. Ταύτα και τα τοιαύτα τον ηνάγκασαν να παραιτηθή της αντιπροεδρίας.
Αλλ' αποχωριζόμενος ο Κολοκοτρώνης του νομοτελεστικού προσωπικώς, δεν απεχωρίζετο και πολιτικώς. Ομόφρων και συμπράκτωρ αυτού τον επί της αντιπροεδρίας του, τοιούτος διέμεινε και αφ' ού παρητήθη· προς μόνον δε τον συναδελφόν του Ζαήμην, προς ον αντεφέρετο και πρότερον, αντεφέρετο και παραιτηθείς, αλλ' ούτως είχαν προς τον Ζαήμην και οι λοιποί συνάδελφοί του νομοτελεσταί.
Η δε βουλή μόνον τον Ζαήμην εκ των νομοτελεστών ετίμα και υπεστήριζε. Τους δε συνάρχοντάς του εθεώρει ως φατριαστάς, και ως τοιούτους τους απεστρέφετο και τους υπώπτευε· διά τούτο και επί τη επανόδω της εκ Σαλαμίνος δεν έστερξε να εδρεύση παρ' αυτοίς εν Ναυπλίω, διότι η πόλις εκείνη ήτον υπό την επιρροήν των, αλλ' έστησε την έδραν της εν Άργει εις πλήρη διατήρησιν της ανεξαρτησίας της.
Εν ώ δε τοιαύτη ήτον η πολιτική κατάστασις των πραγμάτων, συνέπεσαν τα εξής, ωθήσαντα τα δύο κυβερνητικά σώματα εις φανεράν ρήξιν και προετοιμάσαντα δυστυχώς τον εμφύλιον πόλεμον.
Σεπτέμβριος Υπούργει επί των οικονομικών ο Χαραλάμπης Περούκας. Ούτος, εν ώ ο ζ' παράγραφος του οργανικού νόμου δεν επέτρεπεν επίθεσιν ή είσπραξιν φόρων άνευ νόμου, επέβαλεν εν Πελοποννήσω δι' απλής διαταγής του, εκδοθείσης την 4 σεπτεμβρίου, μονοπωλείον άλατος. Επί τη φανερά ταύτη αυθαιρεσία οργισθείσα η βουλή ενήργησε τα κατά νόμον, και την 24 νοεμβρίου εκάθηρε τον υπουργόν. Ειδοποιηθέν επισήμως το νομοτελεστικόν εθεώρησε παράνομον την καθαίρεσιν επί λόγω, ότι η βουλή δεν ήτο πλήρης· δεν επέγραψε δε ως μέχρι τούδε τα διαγγέλματά του «προς το βουλευτικόν», αλλά προς «τους εν Άργει βουλευτάς». Τω όντι οι συνεδριάζοντες επί τη περιστάσει ταύτη βουλευταί δεν απετέλουν τα δύο τρίτα των μελών του βουλευτικού όπως απήτει ο κθ' παράγραφος του συντάγματος προς νομιμοποίησιν συνεδριάσεως· ήτο δε ο απαιτούμενος αριθμός ελλειπής διά την επ' αδεία απουσίαν τινών, και την κατά προτροπήν του νομοτελεστικού αποσκίρτησιν ένδεκα, οδηγόν εχόντων τον επί της εκλογής προέδρου της βουλής αποτυχόντα Δηληγιάννην, πολλάκις εις μάτην ανακληθέντων και επί τέλους καθαιρεθέντων. Αλλ' όσοι βουλευταί ήσαν επί της καταδίκης του υπουργού, τόσοι ήσαν και αφ' ότου επανέλαβεν η βουλή τας εργασίας της εν Άργει, ας το νομοτελεστικόν εθεώρησε νομίμους· όπως δε και αν έχη το περί ου ο λόγος ζήτημα, η πράξις του υπουργού ήτο και παράνομος και αδικαιολόγητος.
Εν ώ δε τοιαύτα επράττοντο όπου έδρευεν η κυβέρνησις, τα εμφύλια κακά εκορυφούντο εν ταις επαρχίαις.
Ο Σισίνης όχι μόνον ηπείθει εις τας διαταγάς του Ζαήμη, αλλά και φανερά αντέπραττε. Διά τούτο ητοιμάσθησαν δισχίλιοι αρχηγούς έχοντες τον Ζαήμην και τον Λόντον εις επιστράτευσιν. Ειδοποιηθέν το νομοτελεστικόν απέστειλε δυνάμεις υπό τον Κολοκοτρώνην, τον Πλαπούταν και άλλους προς αντίκρουσιν, ώστε ο εμφύλιος πόλεμος εφαίνετο επικείμενος· αλλά πριν φθάσωσιν αι δυνάμεις αύται εις Γαστούνην, ανεχώρησαν εκείθεν οι κατά του Σισίνη κινηθέντες δόντες τόπον τη οργή, ο μεν Ζαήμης εις Καλάβρυτα, ο δε Λόντος εις Βοστίτσαν.
Καθ' όν δε καιρόν ώδευεν ο Πλαπούτας εις υπεράσπισιν του Σισίνη, συνήλθαν πολλοί επαρχιώται της Καρυταίνης εις Δημητσάνην, προς αγοράν των δημοπρατουμένων της προσόδων· λογομαχίας δε γενομένης, επιστόλισεν οπαδός τις του Πλαπούτα τον Ανάστον Δηληγιάννην και τον επλήγωσεν. Επί δε τω παθήματι τούτω οι Δηληγιάνναι εσκότωσαν τον ένοχον, έκοψαν την κόμην της γυναικός του και εν αγνοία της κυβερνήσεως επολιόρκισαν το χωρίον του Παλούμπα, όπου διέμενεν η οικογένεια του Πλαπούτα, όστις μαθών ταύτα επέστρεψεν εις υπεράσπισιν των πασχόντων συγγενών του και συνήψε μάχην μετά των περί τους Δηληγιάννας εν Ακόβοις. Εν τω μεταξύ τούτω ήλθε εις το πεδίον της μάχης και ο Κολοκοτρώνης, όστις συγγενής και φίλος παλαιός του Πλαπούτα, συμπένθερος και φίλος νέος των άλλων, εμεσολάβησεν εις καθησύχασίν των. Κατεταράχθη το νομοτελεστικόν μαθόν το εν Ακόβοις συμβάν, διότι ήλθαν εις χείρας δύο οικογένειαι του κόμματός του, και έσπευσε προς διόρθωσιν του κακού ν' αποστείλη τον Μεταξάν· αλλ' επί τη αποστολή ταύτη ήμαρτε πολλαχώς· δεν εζήτησε την απαιτουμένην άδειαν της βουλής· μετά δε την αποστολήν απέμειναν εν Ναυπλίω δύο μόνον μέλη του νομοτελεστικού, εν ώ ο νόμος απήτει τουλάχιστον τρία πάντοτε παρόντα· τα δ' απομείναντα δύο μέλη ενήργουν ως και πρότερον, εν ώ πάσα ενέργεια αυτών ήτο παράνομος. Εντεύθεν λαβούσα δικαίαν αιτίαν η βουλή ενήργησε τα του νόμου ως και επί της παρανομήσεως του υπουργού Περούκα, εκήρυξε την 25 τον Μεταξάν εγκληματίαν και ανατροπέα του οργανικού νόμου και τον καθήρεσεν αντικαταστήσασα τον Κωλέττην. Ένοχοι επίσης ήσαν και άξιοι της αυτής ποινής και οι δύο άλλοι συνάδελφοι του Μεταξά· αλλ' η βουλή δεν τους συνεκάθηρεν. Η μετριοπάθειά της όμως αύτη δεν ωφέλησεν. Οι μη καθαιρεθέντες νομοτελεσταί ούτε τον Κωλέττην εδέχθησαν, ούτε τον Μεταξάν έκπτωτον εθεώρησαν. Φοβούμενοι δε και την εαυτών έκπτωσιν εκήρυτταν, ότι οι εν Άργει βουλευταί ενήργουν εκτός του νόμου, ελλείποντος του απαιτουμένου αριθμού· απέστειλαν δε την επαύριον εις Άργος τον φρούραρχον του Ναυπλίου Πάνον Κολοκοτρώνην, τον Νικήταν και τον Τσόκρην ίνα διαλύσωσι την βουλήν και συλλάβωσι τους πρωταιτίους ως ερεθίζοντας κατά του νομοτελεστικού τους άλλους βουλευτάς. Ως πρωταίτιοι δε εθεωρούντο ο αντιπρόεδρος Γρεσθένης, ο Ασημάκης Φωτίλας και ο Αναστάσιος Λόντος. Οι σταλέντες υπήγαν εις Άργος εν συνοδία 200 στρατιωτών, επάτησαν το βουλευτήριον διαρκούσης της συνεδριάσεως, ήρπασαν τα αρχεία (α) και διεσκόρπισαν τους βουλευτάς υβρίζοντες, απειλούντες και αίροντες χείρα επί τινας αυτών· επάτησαν δε διά νυκτός και οικίας βουλευτών, και μη ευρόντες τους ενοικούντας τας εγύμνωσαν. Αλλ' οι τόσον ασυστόλως ασεβήσαντες εις τον νόμον ώφειλαν να εμποδίσωσι πάσαν συγκέντρωσιν των διασκορπισθέντων βουλευτών, εξ ης θα προήρχετο η πτώσις των· αλλ' ουδέν ενήργησαν, και οι παθόντες βουλευταί ανεχώρησαν κρυφίως και ασφαλώς οι μεν διά ξηράς οι δε διά θαλάσσης εις Κρανίδι· επροτίμησαν δε τον τόπον εκείνον ως επί της Πελοποννήσου και υπό την επίσκεψιν της Ύδρας και των Σπετσών, ων οι κάτοικοι ήσαν του φρονήματος αυτών. Αφ' ού δε συνήλθαν ένθεν κακείθεν εις την κωμόπολιν εκείνην, διεκήρυξαν επισήμως την 3 δεκεμβρίου τα εν Άργει συμβάντα και τα αίτια δι' α μετέβησαν εκεί. Ασμένως εδέχθησαν την διακήρυξίν των αι ναυτικαί νήσοι (β), και τους εθάρρυναν να μη αφήσωσι το έργον των ατελές, αλλά να καθαιρέσωσι και τα λοιπά μέλη του νομοτελεστικού ως παρανόμως εργαζόμενα και να εκλέξωσι νέα. Εμψυχωθέντες οι βουλευταί υπό της πανδήμως εκφρασθείσας ταύτης γνώμης των ισχυρών νησιωτών, και βλέποντες ότι πάσα απόπειρα συμβιβασμού ήτο ματαία (γ), και ότι πάσα ελπίς επιστροφής των νομοτελεστών εις τα καθήκοντά των εξέλιπεν, εκάθηραν την 6 Ιανουαρίου 1821 και τον πρόεδρον του νομοτελεστικού Μαυρομιχάλην και το μέλος αυτού Χαραλάμπην.
Καθαιρέσασα η βουλή τους νομοτελεστάς και προθεμένη να συστήση κυβέρνησιν ισχυράν εκάλεσεν εις τα πράγματα τους νησιώτας και ανέδειξε πρόεδρον μεν του νομοτελεστικού τον Γεώργιον Κουντουριώτην, αποποιηθέντος του πρεσβυτέρου αδελφού Λαζάρου, μέλη δε τον Παναγιώτην Μπότασην και τον Νικόλαον Λόντον, διετήρησε δε και τα δύο ομόφρονά της τον Ζαήμην και τον Κωλέττην, και ούτω συμπληρώσασα το πενταμελές νομοτελεστικόν εξ ανδρών του αυτού φρονήματος εκάλεσε τας επαρχίας, ων οι βουλευταί απεχωρίσθησαν και καθηρέθησαν, εις εκλογήν και αποστολήν άλλων βουλευτών. Οι δε εν Ναυπλίω νομοτελεσταί, μαθόντες την καθαίρεσίν των, συμπαρέλαβαν τους εκεί ομόφρονάς των βουλευτάς, μετέβησαν εις Τριπολιτσάν και εκάλεσαν και ούτοι τας επαρχίας των εν Κρανιδίω βουλευτών εις εκλογήν και αποστολήν άλλων αντ' εκείνων επί συγκροτήσει νέου βουλευτικού· ώστε εσυστήθησαν δύο κυβερνήσεις εδρεύουσαι η μεν εν Κρανιδίω η δε εν Τριπολιτσά, και αποκαλούμεναι αμοιβαίως παράνομοι. Τοιαύτη ήτον η τότε κατάστασις του τόπου.
Επανελθών δε εις Κωνσταντινούπολιν ο εις Βερώνην εκείθεν προ ολίγου μεταβάς λόρδος Στραγγφόρδος, εις ον ανέθεσεν, ως είδαμεν, ο αυτοκράτωρ Αλέξανδρος τον εξισασμόν των διαφορών του, ησχολήθη μετά πολλού ζήλου εις τα της εντολής του, αλλ' ηύρε την Πύλην κωφεύουσαν και μάλλον απαιτούσαν ή παραχωρούσαν. Η μακροθυμία του Αλεξάνδρου, η απόρριψις των προς τας Δυνάμεις ικεσιών της Ελλάδος και η αποχή τούτων από πάσης σοβαράς σκέψεως περί αυτής υπερύψωσαν την επηρμένην της Πύλης οφρύν αλλά, λέγοντος και επαναλέγοντος του πρέσβεως εξ ονόματος της ευνοϊκής προς αυτήν διακειμένης κυβερνήσεώς του, ότι η μακροθυμία του αυτοκράτορος δεν ήτον ανεξάντλητος, ότι κίνδυνος πολέμου επέκειτο αιτίας της αναβολής και παρακοής της, ότι καιρός ήτο ν' ανοίξη τους οφθαλμούς της, και ότι οι σύμμαχοι διά των συμβουλών των δεν είχαν άλλο συμφέρον ειμή να την οδηγήσωσιν εις την οδόν της σωτηρίας της, ήρχισεν η Πύλη να κλίνη το ους εις τους λόγους του, και ανήγγειλε κατ' ευθείαν την 23 φεβρουαρίου τη κυβερνήσει της Ρωσσίας την αποστολήν των ηγεμόνων, εξέφρασε την εις επανάληψιν των διπλωματικών σχέσεων των δύο αυτοκρατοριών επιθυμίαν της, και υπεσχέθη την άνευ περαιτέρω αναβολής παντελή ανάκλησιν των εν ταις ηγεμονείαις στρατευμάτων της. Προς λύσιν δε του ρωσσοτουρκικού ζητήματος και ταχείαν επανάληψιν των προκειμένων διπλωματικών σχέσεων παρελείφθη επί του παρόντος το εν τω πρωτοκόλλω της 9 νοεμβρίου περί ειρηνεύσεως της Ελλάδος άρθρον επί τη προτάσει της Αυστρίας, συναινούντος και του Αλεξάνδρου. Φιλικώτατον ήτο το ύφος της επιστολής της Πύλης προς την κυβέρνησιν της Ρωσσίας· αλλ' ό,τι καλόν εδύνατο να προέλθη εντεύθεν, το εματαίωσεν αυτή η Πύλη, γράψασα συγχρόνως τοις εν Κωνσταντινουπόλει αντιπροσώποις Αγγλίας και Αυστρίας, ότι απήτει ανενδότως παρά της Ρωσσίας την παράδοσιν των προσφύγων και την απόδοσιν των επί της εν Ασία οροθετικής γραμμής φρουρίων κατά την συνθήκην του Βουκουρεστίου. Τόσον δε απότομον και αύθαδες ήτο το ύφος της προς τους αντιπροσώπους τούτους επιστολής, ώστε ο της Αγγλίας ανήγγειλε τη Πύλη ότι εθεώρει την επιστολήν ως μη σταλείσαν· αλλ' η αυλή της Ρωσσίας έλαβε γνώσιν της διά της αυστριακής πρεσβείας, και οργισθείσα ανέβαλε την απάντησίν της. Η Πύλη δεν εσωφρονίσθη· αλλά μετά την ανωτέρω φιλικήν προς την Ρωσσίαν επιστολήν, αφήρπασεν εκ Βουκουρεστίου ως καταχραστήν, δι' ενεργείας του πασά της Συλιστρίας και εν αγνοία του αυθέντου του τόπου, ένα των εντοπίων ευγενών, τον Βηλλαράν, επανελθόντα εις την πατρίδα του προτροπή της Αυστρίας, όπου είχε προσφύγει· εχάρισε δε και τω ιδίω αυτής εμπορικώ ναυτικώ εξαιρετικά επί της εν Κωνσταντινουπόλει μεταφορτώσεως προνόμια εις ζημίαν των άλλων σημαιών και εις καιρίαν βλάβην του ρωσσικού εμπορίου· εκράτησε και τέσσαρα πλοία υπό σημαίαν ρωσσικήν, ως ιδιοκτησίαν ελληνικήν, μη θελήσασα καν να εξετάση μετά της Δυνάμεως, ης η σημαία τα εσκέπαζεν, αν ήσαν αληθείς αι υποψίαι της. Τόσον δε βαρείαν εξέλαβε την προς την ρωσσικήν σημαίαν ύβριν ο φιλειρηνικός πρέσβυς της Αγγλίας, ώστε έγραψε τη Πύλη, την 13 μαΐου ότι, «αν οι υπουργοί του σουλτάνου είχαν περί πολλού τα συμφέροντα των εχθρών της οθωμανικής αυτοκρατορίας, δεν θα εδύναντο να πράξωσι συντελεστικώτερόν τι προς τον σκοπόν τούτον παρ' ό,τι έπραξαν κατά της ρωσσικής ναυτιλίας. 40 πλοία προστιθέμενα εις τον στόλον των αποστατών θα έβλαπταν ολιγώτερον τα αληθινά συμφέροντα του οθωμανικού κράτους παρά την κράτησιν 4 πλοίων υπό ρωσσικήν σημαίαν».
Τοιαύτα ετόλμα η Πύλη κατά της Ρωσσίας, εν ώ αι Δυνάμεις κατεγίνοντο να την αποτρέψωσι της οδού της απωλείας της. Μόλις δε μεσούντος του Ιουλίου έφθασεν εις Κωνσταντινούπολιν η απάντησις της ρωσσικής αυλής γραφείσα εν πνεύματι οργής· απήτει δε ως όρους της επαναλήψεως των σχέσεων τον ελεύθερον πλουν της Μαύρης θαλάσσης, την κατάργησιν παντός επ' ωφελεία της οθωμανικής σημαίας εξαιρετικού προνομίου, την απόλυσιν του Βηλλαρά και την παντελή κένωσιν των ηγεμονειών από των τουρκικών στρατευμάτων· ειδοποίει δε εν ταυτώ, ότι ώφειλεν η Πύλη να στήση την προσοχήν της και εις την ειρήνευσιν της Ελλάδος.
Επί τη παραλαβή δε της απαντήσεως ταύτης και τη επανειλημμένη προτροπή του πρέσβεως της Αγγλίας, η Πύλη δι' επισήμου πράξεώς της, ην συνυπέγραψε και ο ρηθείς πρέσβυς εξ ονόματος της αυλής της Ρωσσίας, παρεχώρησε μεν όσα απήτει η Ρωσσία υπέρ της ναυτιλίας και του εμπορίου αλλ' άφησεν εκκρεμή τα τρία άλλα ζητήματα, το του παντελούς κενώσεως των ηγεμονειών, το της απολύσεως του Βηλλαρά και το της ειρηνεύσεως της Ελλάδος. Το ουσιωδέστερον των εκκρεμών ζητημάτων επί της συνελεύσεως της Βερώνης ήτον το του διάπλου· επήλθε και το επίσης ουσιώδες της μεταφορτώσεως. Λυθέντων των δύο τούτων ευτυχώς, έσπευσαν οι σύμμαχοι να παρακινήσωσι τον Αλέξανδρον ως ικανοποιηθέντα να στείλη πρέσβυν εις Κωνσταντινούπολη, υποσχόμενοι την θερμήν σύμπραξίν των εις λύσιν και των άλλων. Αλλ' ο Αλέξανδρος, όστις διέτριβε τότε εν Κερνοβικίω, όπου και ο αυτοκράτωρ Φραγκίσκος, συνδιαλεγόμενοι περί των αυτών διαφορών και περί ευρέσεως καταλλήλου τρόπου εις ειρήνευσιν της Ελλάδος, δεν ενέκρινε να στείλη πρέσβυν, επί λόγω ότι δεν εξισάσθησαν εισέτι πάσαι αι μετά του σουλτάνου διαφοραί του· έστειλεν όμως τον σύμβουλον της επικρατείας, Μιντσιάκην ως έφορον των εμπορικών και ναυτικών υποθέσεων· αλλ' η αποστολή αύτη, οποιονδήποτε χαρακτήρα και αν έφερεν, ήρκει να εξαλείψη τους επικρατούντας περί πολέμου φόβους.
Ο δε πρέσβυς της Αγγλίας, ο περί των οθωμανικών συμφερόντων ακαμάτως φροντίζων, πριν εξισάση τα ρωσσοτουρκικά, εξίσασε τα τουρκοπερσικά, και την 16 Ιουλίου υπεγράφη τη συνεργεία του συνθήκη ειρήνης εν Εσερώ· ώστε η Πύλη άφοβος εις το εξής ως προς την Ρωσσίαν και άφροντις ως προς την Περσίαν, είχε πάσαν ευκαιρίαν να ρίψη όλας τας δυνάμεις της κατά της εγκαταλελειμμένης Ελλάδος.

1823-1824

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΣΤ'

Ανάπλους του οθωμανικού στόλου εις Κωνσταντινούπολιν. — Έκπλους του ελληνικού. — Ναυμαχία. — Τα περί Κρήτης καθ' όλην την αρμοστείαν του Τομπάζη.

ΟΥΤΕ μαχιμώτερος, ούτε επιχειρηματικώτερος εφάνη ο νέος καπετάμπασας του προκατόχου του. Καταπλεύσας ο υπ' αυτόν στόλος εις Πάτρας εδυναμώθη και παρά των μετ' ολίγον καταπλευσάντων εκεί στολίσκων της Αλγερίας και του Τουνεζίου, αλλ' ουδέν γενναίον ούτε κατώρθωσεν ούτ' επεχείρησεν. Απέτυχεν, ως είδαμεν, η παρά τον Γαλατάν απόβασις, απέτυχεν η εις Κόρινθον αποβίβασις των τροφών, δις εκινήθη κατά της Βοστίτσης και δις απέτυχεν, ουδεμίαν βοήθειαν εδυνήθη να δώση τω υπό τον πασάν της Σκόδρας πολιορκούντι το Ανατολικόν στρατοπέδω, και αυτός ο θαλάσσιος αποκλεισμός του Μεσολογγίου ήτο τοιούτος, ώστε ούτε η συγκοινωνία της πόλεως εκείνης και των άλλων μερών διεκόπη, ούτε η εισκομιδή των τροφίμων εμποδίσθη. Ό,τι δε κατά τα φαινόμενα είχε κυρίως υπ' όψιν ο καπετάμπασας καθήμενος εν Πάτραις ήτο, να δίδη επί αδρά τιμή αδείας διάπλου υπό ουδετέραν σημαίαν εις εξαγωγήν των προϊόντων του κορινθιακού κόλπου. Μετά δύο ήμισυ δε μηνών άχρηστον διατριβήν εν Πάτραις, καθ' ην ήλθαν εις επίσκεψίν του ο κατά την μεσόγειον ναύαρχος Άγγλος και ο ανθαρμοστής των ιονίων νήσων, απέπλευσε την 25 αυγούστου αφήσας υπό τον Ισούφπασαν, αρχηγόν ήδη των κατά τας Πάτρας, την Ναύπακτον, το Ρίον και το Αντίρριον κατά ξηράν και θάλασσαν οθωμανικών δυνάμεων, τρεις φρεγάτας και δώδεκα άλλα μικρότερα ένοπλα πλοία.
Τα δ' ελληνικά πλοία διέμεναν καθ' όλον το έαρ και θέρος του παρόντος έτους άπλοα δι' έλλειψιν χρημάτων. Απέκαμαν οι πρόκριτοι των ναυτικών νήσων συνεισφέροντες εξ ιδίων, το δε εθνικόν ταμείον ήτο πάντη κενόν. Η στερεά Ελλάς, καταπατουμένη υπό των εχθρών, δεν είχε τι να συνεισφέρη· τα εισοδήματα της Πελοποννήσου τα μεν εχρησίμευαν εις διατήρησιν των στρατευμάτων της, τα δε κατεσπαταλώντο υπό τινων των τοπαρχών της· τα του Αιγαίου ήσαν μικρά· ο ψηφισθείς εις χρήσιν του στόλου έρανος ήτο δυσσύνακτος· ηύξησαν οι επί της εξαγωγής και εισαγωγής των ειδών δασμοί, εξ αιτίας όμως της αβεβαιότητος και της επικρατούσης αταξίας ολίγη η ωφέλεια και εντεύθεν. Αλλ' οποία και αν ήτον η οικονομική κατάσταση του τόπου, όλοι ησθάνοντο ότι η ακινησία των πλοίων επροξένει καιρίαν βλάβην. Εστάλησαν βραδέως χρήματά τινα παρά της κυβερνήσεως εις κίνησιν αυτών, και απεφασίσθη να μη αναβληθή περαιτέρω ο έκπλους. Την 10 αυγούστου ήλθαν εις τα νερά της Ύδρας 13 ψαριανά, και μη ευρόντα τα άλλα έτοιμα, έπλευσαν μόνα κατόπιν του οθωμανικού στόλου περιφερομένου εις το Αιγαίον. Αδύνατοι και απροστάτευτοι αι νήσοι επροσκύνουν όπου και αν εφαίνετο ο εχθρικός στόλος και εφιλοδώρουν τον αρχηγόν του. Μόνη η Τήνος, όπου εξ αιτίας του εναντίου ανέμου εμετεώρισεν ο στόλος ολόκληρον ημέραν, όχι μόνον ουδέν τοιούτον έπραξεν, αλλ', υπό τον ήχον των εκκλησιαστικών κωδώνων, υπό την σημαίαν της ελευθερίας και υπό την πυροβολήν κανονίων και τουφεκίων, τον εκάλεσεν εις μάχην. Ατάραχος ο Χουσρέφης επί τη αυθαδεία των Τηνίων, «παιδία είναι και ας παίζωσιν» είπε γελών προς τους αξιωματικούς του ζητούντας άδειαν να τους τιμωρήσωσιν. Ο στόλος ούτος εισέπλευσε την 23 εις Δρυόν, λιμένα της Πάρου, αλλ' ανήχθη την 26, φανέντων έξωθεν των 15 ψαριανών πλοίων, και κατέπλευσεν εις Μιτυλήνην. Συγχρόνως κατέπλευσαν και τα ψαριανά εις Ψαρά, όπου ήλθαν μετ' ολίγας ημέρας και τα των άλλων νήσων, και τότε όλα ομού, 40 ένοπλα και 6 πυρπολικά, εξέπλευσαν υπό τον Μιαούλην και την 8 σεπτεμβρίου ηύραν τα εχθρικά εκτός της Μιτυλήνης αναβαίνοντα προς τον Ελλήσποντον και παρηκολούθησαν. Την 14, συμβάσης τρικυμίας, διεσκορπίσθησαν τα ελληνικά μεταξύ Λίμνου και αγίου Όρους και την επιούσαν ευρεθέντα τα του Μιαούλη, Σαχτούρη, Σκούρτη, Καλαφάτη και έν πυρπολικόν εν μέσω τεσσάρων εχθρικών φρεγατών, δύο κορβεττών και ενός βρικίου, επολέμησαν και εβλάφθησαν, τα δε του Σκούρτη και εκινδύνευσεν· αλλ' απηλλάγησαν και τα τέσσαρα, καέντος του πυρπολικού εις εκφόβησιν του εχθρού. Περί δε την μεσημβρίαν της αυτής ημέρας ευρέθησαν τα πλοία ταύτα εν μέσω όλου του εχθρικού στόλου· αλλά βοηθούντος του ανέμου διήλθαν αβλαβή· το δε εσπέρας συνήλθαν όλα τα ελληνικά εις τα νερά της Λίμνου και, μη φανέντων την επαύριον των εχθρικών, επανήλθαν εις Ψαρά προς ύδρευσιν και επισκευήν.
Ο δε οθωμανικός στόλος, αφ' ού επανέπλευσεν εις Μιτυλήνην και εκείθεν προς τον κόλπον του Βώλου, παρέστη την 9 Οκτωβρίου έμπροσθεν της Σκιάθου. Οι κάτοικοι της νήσου ταύτης, οίτινες, φοβούμενοι τους συρρεύσαντας εν αυτή Ολυμπίους μετά την πτώσιν της Ευβοίας και των Τρικέρων, είχαν μετακομισθή όλοι συν γυναιξί και τέκνοις εις το φρούριον, έστειλαν αντιπροσώπους εις προσκύνησιν του καπητάμπασα αιτούμενοι την συνδρομήν του και πολεμεφόδια προς απόπεμψιν των Ολυμπίων. Ο καπητάμπασας και πολεμεφόδια προθύμως τοις έδωκε, και τον στόλον του αυθημερόν εις τον λιμένα των έφερε· την δε επιούσαν ήρχισε σφοδρόν κανονοβολισμόν. Πολλοί των επί της νήσου Ολυμπίων έτρεξαν επί τω εμφανισμώ του στόλου εις την μονήν της Ευαγγελίστρας μίαν ήμισυ ώραν μακράν του φρουρίου προς εξασφάλισιν των αδυνάτων, ώστε 400 μόνον ήσαν οι επί του παραλίου μαχηταί εν ώ εκανονοβόλει ο στόλος. Μετά μιας δε ώρας άσβεστον πυρ επειράθη ο καπητάμπασας ν' αποβιβάση στρατεύματα εις τας θέσεις, μέγαν Άμμον και Ανεμομύλους· επειδή δ' επεκράτει άκρα νηνεμία, και δεν διεσκεδάζετο ο πολύς και παχύς καπνός, οι εχθροί επλησίασαν αφανείς και αβλαβείς όπου εσκόπευαν ν' αποβώσιν· αλλά φανέντες επυροβολήθησαν σφοδρώς, ολίγοι επρόφθασαν και απέβησαν, και όλοι οι αποβάντες κατεκόπησαν, οι δε λοιποί επανήλθαν εις τα πλοία άπρακτοι. Ματαιωθέντος του περί αποβάσεως σχεδίου, ανήχθη ο στόλος μετά μεσημβρίαν όλος και εισέπλευσε τον κόλπον του Βώλου. Εφάνη την ακόλουθον ημέραν αίφνης και ο ελληνικός εντός του κόλπου, προσέβαλε την προφυλακήν του εχθρικού προς το Αρτεμίσιον, και επέρριψε δύο πυρπολικά, αλλ' εις μάτην. Μετά την αβλαβή δε ταύτην σύγκρουσιν εξέπλευσε του κόλπου, έρριψεν άγκυραν εις τον λιμένα της Σκιάθου, και ησχολήθη εις ετοιμασίαν εκ του προχείρου δύο πυρπολικών. Εξέπλευσε και ο οθωμανικός την επαύριον, και επανέπλευσεν εις τον Ελλήσποντον, όπου διαμείνας ολόκληρον μήνα εισέπλευσε τον κεράτιον κόλπον μη αισχυνόμενος να ρυμουλκή ως δείγματα των κατά θάλασσαν κατορθωμάτων του 15 μικρά πλοία, όλα φορταγωγά, τήδε κακείσε συλληφθέντα. Έμειναν δε καί τινα των πολεμικών παρά τον Ελλήσποντον. Κατόπιν του οθωμανικού απέπλευσε της Σκιάθου και ο ελληνικός, όστις απήντησε προς τους Ωραιούς εξερχόμενα του κόλπου δέκα ένοπλα πλοία διατελούντα υπό τον πασάν της Θεσσαλονίκης, ήτοι, έν τρικάταρτον, οκτώ δικάταρτα και μίαν γολέτταν, φέροντα όλα αιχμαλώτους εκ των συλληφθέντων επί τη πτώσει της Ευβοίας. Οι Τούρκοι εξέλαβαν μακρόθεν τα ελληνικά ως τουρκικά και έπλεαν προς αυτά· αλλά πλησιάσαντα είδαν την απάτην των και εστράφησαν προς την ξηράν εις διάσωσίν των. Οι Έλληνες εκυρίευσαν αμαχητί το τρικάταρτον και τέσσαρα δικάταρτα, εν οίς ηύραν 150 αιχμαλώτους· η γολέττα εκάη αύτανδρος μη θέλουσα να παραδοθή· τα δε άλλα τέσσαρα ερρίφθησαν εις την ξηράν παρά την Στηλίδα.
Κατ' εκείνον τον καιρόν συνέβη τα εξής περίεργον. Ο αυστριακός μοίραρχος συνέλαβεν 22 Έλληνας ως πειρατάς και τους παρέδωκεν εις τον διοικητήν της Σμύρνης, όστις τους απέστειλε διά ξηράς υπό φρουράν εις Μουντανιά όπως διαβιβασθώσιν εις Κωνσταντινούπολιν. Δεδεμένοι οι άνθρωποι ούτοι από των ουρών των εφ' ων εκάθηντο οι απάγοντες αυτούς ίππων και ελκόμενοι, έφθασαν εις Μουντανιά, όπου εμβιβασθέντες είς τι πλοίον έχον 17 Τούρκους ναύτας ερρίφθησαν δέσμιοι εις την κοίλην· αλλ' εν ώ ύπνωτταν οι πλείστοι του πληρώματος, ανέβησαν οι δέσμιοι αίφνης επί του καταστρώματος αλληλολυθέντες, ήρπασαν όπλα, και τους μεν φονεύσαντες τους δε ρίψαντες εις την θάλασσαν και φορέσαντες τα ενδύματά των, διεξέπλευσαν ακωλύτως τον Ελλήσποντον, διεξέφυγαν επιτηδείως τα παραλιμενίζοντα εχθρικά πλοία και κατευωδώθησαν αβλαβείς εις Ψαρά.
Αφού δε εψεύσθησαν, ως προείρηται, αι ελπίδες ας συνέλαβεν ο εν Κρήτη Χασάμπασας εις υποταγήν των λαών διά της πειθούς, επεχείρησε να κατορθώση το σκοπούμενον διά της βίας, παντού θύων, ανδραποδίζων, κατερημόνων και ιχνηλατών και αυτούς τους εν σπηλαίοις και ταις οπαίς της γης. Δισχίλιοι ψυχαί, εν αις και 300 ένοπλοι, κατέφυγαν είς τι σπήλαιον παρά το χωρίον Μιλάτον της επαρχίας Μυραμπέλου, και δεκαπέντε νυχθήμερα δεν έπαυσαν αμυνόμενοι. Πολλοί έδραμαν έξωθεν εις σωτηρίαν των, αλλά και ούτοι διεσκορπίσθησαν και οι έγκλειστοι απελπισθέντες επί τέλους και διψώντες παρεδόθησαν, και ουδείς σχεδόν αυτών ηύρεν έλεος. Μη δυνάμενοι δε πλέον οι κατ' εκείνα τα μέρη Χριστιανοί ν' αντισταθώσιν, έκλιναν γόνυ ενώπιον του νικητού· ολίγοι μόνον περιεφέροντο εις τα όρη ένοπλοι.
Ο δε Χασάμπασας, αφ' ού κατεπάτησε και υπέταξεν όλας τας ανατολικάς επαρχίας, επανήλθε, προς ανάπαυσιν των στρατιωτών του προχωρούντος ήδη του χειμώνος, εις Πεδιάδα, όπου εκτραχηλισθείς του ίππου απέθανε.
Αλλ' όσον εχειροτέρευσαν τα των επαρχιών εκείνων μετά την εκεί μετάβασιν των περί τον Χασάμπασαν, τόσον εβελτιώθησαν τα κατά τα φρούρια των Χανιών και της Ρεθύμνης απομακρυνθέντων των εχθρών· διότι καταλαβόντες εκ νέου οι Χριστιανοί ας άλλοτε κατείχαν θέσεις, συχνάκις ηνόχλουν και έβλαπταν τους εξορμώντας εχθρούς ενεδρεύοντες και καταδιώκοντες αυτούς συνήθως μέχρι των πυλών των φρουρίων. Ενέπεσαν όμως και ούτοι έν τινι ενέδρα κατά τους Αρμένους και απώλεσαν τον εν πολλαίς μάχαις διακριθέντα και καλώς πάντοτε πολιτευσάμενον Γεώργην Δεληγιαννάκην.
Αρχομένου δε του Οκτωβρίου, καθ' όν καιρόν κατέπλευσεν εις Σούδαν ο εν τω αργολικώ κόλπω παθών οθωμανικός στόλος, επεβιβάσθησαν δισχίλιοι εκ των πληρωμάτων εις Καλύβας προς λεηλασίαν της επαρχίας των Αποκορώνων, αλλ' απεκρούσθησαν, έπαθαν, πολλοί έπεσαν εις την θάλασσαν προς σωτηρίαν των, και ο στόλος απήρε μετά τινας ημέρας άπρακτος. Εν τούτοις ηύξανεν η διχόνοια των Κρητών και του Αφεντούλη. Ούτος, εν όσω απελάμβανε την εύνοιαν των Σφακιανών, διετήρει την εξουσίαν· αλλ' αφ' ού εμισήθη παρ' αυτών, εγκατελείφθη παρά πάντων, εξυβρίσθη, απεκηρύχθη, καθηρέθη, εφυλακίσθη, και απέπλευσεν αβλαβής εις Μάλταν. Τούτου δε καθαιρεθέντος και του γενικού γραμματέως Νικολάου Οικονόμου την διοίκησιν του τόπου προσωρινώς τας αρχάς δεκεμβρίου αναλαβόντος, συνηνώθησαν πεντακισχίλιοι Χριστιανοί, και αρχομένου του φεβρουαρίου έπεσαν εις τας επαρχίας Κισάμου και Σελίνου, κατετρόπωσαν τους εν αυταίς Τούρκους, ανέτρεψαν διά πυρός πύργους, ήρπασαν κτήνη και τας πολεμικάς αποσκευάς των, ερήμωσαν την γην των, και τους μεν εν τη επαρχία της Κισάμου απέκλεισαν όλους εν τω φρουρίω της, τους δε εν τη του Σελίνου περιώρισαν εντός του Κανδάνου πολιορκούντες και τούτους και εκείνους. Επί δε των συμβάντων τούτων απέθανεν εξ ασθενείας ο πλήρης πατριωτικού ζήλου, ο κάλλιστος και φιλοκίνδυνος, Ιωσήφ Κωνσταντουδάκης, ο κοινώς καλούμενος Σήφακας ή Σήφης.
Μετά δε την εν Άστρει εθνικήν συνέλευσιν διωρίσθη παρά της κυβερνήσεως αρμοστής της Κρήτης επί τη αιτήσει των εντοπίων ο Μανώλης Τομπάζης, ανήρ δυνάμενος διά της υπολήψεως, της αξιότητος και της ναυτικής επιρροής του να ενισχύση τον αγώνα·
Μάιος και επειδή δεν είχεν η κυβέρνησις πώς να επαρκέση εις τα της εκστρατείας, συνεισέφεράν τινες των εν Πελοποννήσω Κρητών, εδάνεισε και ο αρμοστής, εστρατολογήθησαν διά των χρημάτων τούτων εν Ναυπλίω 1200 οπλοφόροι σύμμικτοι, συνεστρατολογήθησαν καί τινες Κρανιδιώται ως πυροβολισταί υπό τον Χάστιγκα, και απάραντες όλοι μετά του αρμοστού επί οκτώ πλοίων πολεμικών και φορτηγών μετεβιβάσθησαν την 22 μαΐου εις τον λιμένα της Κισάμου, Δραπανιάν, πλησίον του πολιορκουμένου φρουρίου. Και πολιορκηταί και πολιορκούμενοι εξέλαβαν τα ελθόντα πλοία ως οθωμανικά, και οι πολιορκούμενοι εμψυχωθέντες εξώρμησαν, έπεσαν κατά των πολιορκούντων και τους απεμάκρυναν· αλλά φανείσης της σημαίας, επανήλθαν οι πολιορκούμενοι εις το φρούριον, επανήλθαν και οι πολιορκηταί εις την θέσιν των και απέκλεισαν τους εχθρούς ως και πρότερον. Εν τούτοις απέβησαν οι περί τον Τομπάζην και απεβίβασαν αυθημερόν και το πυροβολικόν εκ 15 κανονίων, εξ ών τα 8 εστάλησαν παρά του εν Ρωσσία Καλλέργη. Εμελέτα δε ο αρμοστής να πέση ευθύς εις τα Χανιά· αλλά σκεφθείς ότι το φρούριον της Κισάμου ήτο διά συμβιβασμού αλωτόν, έμεινε και επρότεινε τοις εν αυτώ να παραδοθώσιν. Εισηκούσθη η πρότασίς του, και δώσας και λαβών ομήρους παρέλαβε το φρούριον την τετάρτην ημέραν της αποφάσεώς του, ό εστι την 25, και απέστειλεν εις Χανιά τους εν αυτώ 1500 επί δύο υπό ιόνιον σημαίαν πλοίων αβλαβείς, αλαφυραγωγήτους και οπλοφορούντας· τόσους δε εθέριζε καθ' ημέραν ο εν τω φρουρίω λοιμός, ώστε 50 απέθαναν διαρκούσης της επιβιβάσεως. Συνωμολογήθη δε επί της παραδόσεως του φρουρίου να απολύσωσι και οι Χανιώται οικογενείας τινάς χριστιανικάς· και επειδή δεν τας απέλυσαν, απεποιήθησαν και οι περί τον Τομπάζην, ν' απολύσωσι τους ομηρεύοντας παρ' αυτοίς Τούρκους. Πολύτιμος ήτον η κτήσις του λιμένος της Δραπανιάς, διότι ήνοιγε νέαν κοινωνίαν μετά της λοιπής Ελλάδος, μόνου του λιμένος των Σφακιών χρησιμεύοντος μέχρι τούδε εις κοινωνίαν.
Διαθέσας δε ο αρμοστής τα της Κισάμου εισέβαλε την 30 εις την επαρχίαν του Σελίνου πατρίδα των μαχιμωτέρων Τούρκων της Κρήτης επί σκοπώ να πέση απροσδοκήτως εις Κάνδανον, όπου είχαν συρρεύσει όλοι οι κάτοικοι της επαρχίας εκείνης, εξ ών 1500 οπλοφορούντες, εισφέροντες τα κτήνη των και πάσαν την κινητήν περιουσίαν των αλλ' οι εν Κανδάνω Τούρκοι προειδοποιήθησαν, ωχυρώθησαν εντός τινος πύργου κειμένου προς δυσμάς, και δύο κτιστών προμαχώνων, του μεν προς το κέντρον, του δε προς την αρκτικήν πλευράν του χωρίου, και στήσαντες ενέδραν καθ' οδόν εφόνευσαν και συνέλαβαν 30 Στερεοελλαδίτας μη ειδότας τον τόπον.
Ο δε αρμοστής, στρατοπεδεύσας έξωθεν του χωρίου μετά 5500 εντοπίων και αλλοδαπών, και στήσας 4 κανόνια, διέταξε μετά τινα ακροβολισμόν, καθ' όν εφονεύθησαν ολίγοι εκατέρωθεν, την δι' εφόδου άλωσιν των δύο προμαχώνων. Χίλιοι πεντακόσιοι υπήκουσαν· αλλ', αφ' ού έφθασαν εντός βολής πιστόλας, εξώρμησαν οι Τούρκοι πριν εφορμήσωσιν ούτοι, τους έτρεψαν, εφόνευσαν 110 και επλήγωσαν σχεδόν άλλους τόσους· εχάθησαν και εκ των νικητών 30. Νικηταί εφάνησαν οι Σελινιώται και κατ' άλλας τινάς εξορμήσεις· αλλά νικώντες είχαν εντός του χωρίου εχθρόν ανίκητον, την πανώλην, θερίζουσαν ανηλεώς. Η μάστιξ αύτη εταπείνωσε την οφρύν των, ην ύψωσαν αι ευτυχείς εκδρομαί των· κινδυνεύοντες δε όλοι και θαρρυνόμενοι υπό της αξιεπαίνου διαγωγής του αρμοστού επί της παραδόσεως της Κισάμου, έστερξαν επί τη προτάσει αυτού ν' αναχωρήσωσιν εις Χανιά αβλαβείς φέροντες όλα τα πράγματά των· αλλ' απήτησαν εις ασφάλειάν των ανταλλαγήν ομήρων, διότι, και αν δεν υπώπτευαν τον αρμοστήν, υπώπτευαν πάντοτε το εντόπιον στράτευμα. Τω όντι και επί της παραδόσεως της Κισάμου και επί της ενεστώσης διαπραγματεύσεως τινές των εντοπίων ήθελαν τον συμβιβασμόν ως παγίδα μάλλον, ή ως ασφάλειαν των εχθρών· και επειδή δεν εισηκούσθησαν επί της παραδόσεως του φρουρίου εκείνου, απήτουν ήδη επιμόνως να συμβιβασθώσι κατ' επιφάνειαν μόνον μετά των εν Κανδάνω, σκοπεύοντες να τους επιβουλευθώσι διαβαίνοντας τα στενά· επροφασίζοντο δε ότι το συμφέρον του εθνικού αγώνος απήτει την θυσίαν των περί ων ο λόγος Τούρκων διά θεμιτών και αθεμίτων τρόπων, διότι ήσαν οι μαχιμώτεροι και οι σκληρότεροι όλων των άλλων. Απέρριψεν εν αγανακτήσει ο αρμοστής την στυγεράν ταύτην απαίτησιν, ουδείς των Ελλήνων ανακαλυφθέντος του δολίου τούτου σκοπού ήθελε να ομηρεύση, και ο συμβιβασμός εδυσκολεύετο. Συνέβη εν τούτοις τυχαίον τι εξομαλύναν την ενυπάρχουσαν δυσκολίαν. Διαρκούσης της περί ης ο λόγος διαπραγματεύσεως επεκράτει ανακωχή, και επί της ανακωχής είς των Σελινιωτών εσκότωσε στρατιώτην Έλληνα πειραθέντα ν' αρπάση από της ζώνης του την αργυρήλατον πιστόλαν του. Συλληφθείς ο φονεύς εστάλη προς τον αρμοστήν ίνα τιμωρηθή, αλλ' απελύθη εν τω άμα ατιμώρητος επί λόγω ότι ο Τούρκος δικαίως εσκότωσε τον Έλληνα. Η πράξις αύτη του αρμοστού τόσον, τον εσύστησε παρά τοις εχθροίς του, ώστε, επαναληφθεισών των εχθροπραξιών την επαύριον διά την υπερανακώχευσιν, εδέχθησαν οι Τούρκοι τον συμβιβασμόν άνευ ομήρων επί τη απλή υπογραφή του αρμοστού ελπίζοντες εις την τιμιότητά του (α). Αλλ' οι δολιευόμενοι τον συμβιβασμόν εντόπιοι, μαθόντες το γεγονός, προκατέλαβαν, μη εισακουομένου του αρμοστού, τα στενά προς εκτέλεσιν του βδελυρού σχεδίου των.
Ιούνιος Την γ' ώραν μετά μεσημβρίαν της 2 Ιουνίου εξεκίνησαν οι Τούρκοι συνεπιφέροντες τα πράγματά των και τα κτήνη των. Έκ τινων σημείων υπώπτευσαν καθ' οδόν δόλον αλλά δεν εδύναντο να επανέλθωσιν εις το χωρίον των, διότι, εν ώ τινές των κακά βουλευομένων έτρεξαν να προκαταλάβωσι τα στενά, άλλοι ήρχοντο κατόπιν των. Πεσόντες δε εις τα στενά έπαθαν τα πάνδεινα. Καλή τύχη προειδοποίησαν οι Χανιώται περί της μελετωμένης μεταβάσεως και ήλθαν εις συνάντησιν και υπεράσπισιν. Εξαιτίας ταύτης τα παθήματα των Σελινιωτών οπωσούν εμετριάσθησαν, αλλά πολλοί αυτών εφονεύθησαν, πάμπολλαι γυναίκες και παιδία εζωγρήθησαν και πολλά κτήνη και πράγματα των ηρπάγησαν. Δεν ηρκέσθησαν οι κακοπράγμονες επί τη αθεμίτω ταύτη πράξει αλλ' εξώκειλαν και εις άλλην απανθρωποτέραν· επί λόγω να μη μολυνθώσιν, έκαυσαν 200 πανωλοβλήτους κοιτωμένους εντός του ως νοσοκομείου χρησιμεύοντος ζαμίου του Κανδάνου. Η διαγωγή αύτη κατέστρεψε ην συνέλαβαν οι Τούρκοι κατ' αρχάς καλήν ιδέαν περί του αρμοστού.
Εκείναις ταις ημέραις εδυναμώθησαν οι μέχρι τούδε αδύνατοι εχθροί, διότι η μεν μοίρα του οθωμανικού στόλου, η έξωθεν των Μοθωκορώνων αποκοπείσα, έφερεν εις Χανιά τροφάς και 300 πυροβολιστάς. 43 δε πλοία υπό τον υποναύαρχον του Μεχμέτ-Αλή Γιβραλτάρην απεβίβασαν μετ' ολίγον εις το Μεγάλον Κάστρον 5000 μαχητάς.
Κατ' αυτόν δε τον καιρόν παρ' ολίγον ν' ανάψη εμφύλιος πόλεμος, φονευθέντων εν Μυλοποτάμω δύο Σφακιανών ατακτησάντων. Ο αρμοστής καθησύχασε τους αντιφερομένους, αλλά δεν τους εφιλίωσεν.
Αφ' ού δε αι δύο επαρχίαι Κισάμου και Σελίνου ηλευθερώθησαν, εκρίθη εύλογον να οργανισθή η νήσος εκ νέου πολιτικώς και στρατιωτικώς, και να τακτοποιηθή η υπηρεσία. Επί τω σκοπώ τούτω συνήλθαν αρχομένου του Ιουνίου οι πληρεξούσιοι των διαφόρων επαρχιών επί τη προσκλήσει του αρμοστού εις Αρκούδαιναν, χωρίον της επαρχίας Ρεθύμνης· αλλ' οι Σφακιανοί, αντί να στείλωσιν ως και οι άλλοι λαοί της Κρήτης πληρεξουσίους, κατέβησαν ένοπλοι πληθηδόν επί λόγω ότι αντιφερόμενοι προς τους Μυλοποταμίτας δεν επιστεύοντο να στείλωσι μόνον πληρεξουσίους.
Ωπλαρχήγουν μέχρι τούδε όλων των επαρχιών της Κρήτης Σφακιανοί. Περιφρόνησιν εθεώρουν την προτίμησιν ταύτην οι των άλλων επαρχιών και απήτουν εν τη συνελεύσει να εκστρατεύωσι του λοιπού υπό συνεπαρχιώτας αρχηγούς. Η γνώμη αύτη υπερίσχυσε, και οι Σφακιανοί απεχωρίσθησαν εγκοτούντες· αλλ' επί τη προσκλήσει του αρμοστού, υποσχεθέντος να τους ικανοποιήση και εξορίσαντος προς χάριν των τινάς των αντιπάλων αυτών επανήλθαν, συνειργάσθησαν, και συνυπέγραψαν τον νέον οργανισμόν, ον επεκύρωσε την 15 και ο αρμοστής (β).
Εν ώ δε κατεγίνοντο οι Κρήτες ρυθμίζοντες τα τοπικά των κατά τον νέον οργανισμόν, οι συνοδεύσαντες τον αρμοστήν οπλοφόροι διέμεναν έμπροσθεν των Χανιών ακροβολιζόμενοι. Την δε 12 Ιουλίου, μεσούσης της ημέρας, καθ' ην ώραν εκοιμώντο οι Τούρκοι, έπεσαν αίφνης επί τον Ταράτσον, χωρίον έν τέταρτον της ώρας απέχον του Μεγάλου Κάστρου, και τον εκυρίευσαν. Ηγωνίσθησαν οι Τούρκοι εις ανάκτησίν του, έπεσαν εκατέρωθεν ικανοί, και οι Χριστιανοί μη δυνάμενοι να τον διατηρήσωσι τον έκαυσαν επί τέλους και ανεχώρησαν.
Επί δε της συνευλεύσεως εκρίθη αναγκαίον ν' αναζωπυρωθή ο αγών εν ταις ανατολικωτέραις της νήσου επαρχίαις, όπου η παρουσία των εχθρών τον απέσβεσεν. Επί τω σκοπώ τούτω διετάχθησαν διάφοροι οπλαρχηγοί να στρατολογήσωσιν εν ταις επαρχίαις των και συνέλθωσιν όλοι εις Αμουργέλας κατά τας υπωρείας της Ίδης, πέντε ώρας μακράν του Μεγάλου Κάστρου.
Εν ώ δε κατεγίνετο ο αρμοστής εις τα της εκστρατείας, κατέπλευσεν εκ νέου εις Κρήτην υπό τον Γιβραλτάρην ο αιγύπτιος στόλος συνοδεύων 50 φορτηγά μετακομίζοντα στρατεύματα, τροφάς, πολεμεφόδια και τον Χουσεήμπεην γαμβρόν του Μεχμέτ-Αλή και διάδοχον του Χασάμπασα.
Αν και η εις ην κατεγίνοντο οι Χριστιανοί στρατολογία ηλπίζετο και ταχεία και πολυάριθμος, μόλις συνήλθαν υπερμεσούντος του αυγούστου εις Αμουργέλας δισχίλιοι και ετάχθησαν υπό τον Ρούσον προς ικανοποίησιν της φιλοτιμίας των Σφακιανών· αφίχθη εκεί και ο Τομπάζης μετά χιλίων. Δεκακισχίλιοι Τούρκοι, πεζοί και ιππείς, επέπεσαν πανστρατιά, και πολλάκις εφορμήσαντες και πολλά παθόντες απεκρούσθησαν αλλ' υπερίσχυσαν επί τέλους. Η μάχη αύτη, καθ' ην 300 Έλληνες εχάθησαν, κατέστρεψε τον αγώνα και εματαίωσεν όλας τας υπέρ νέας στρατολογίας προσπαθείας του αρμοστού.
Εν μέσω δε της αποτυχίας και της αθυμίας ταύτης προσήλωσαν οι Έλληνες την προσοχήν των εις την άλωσιν του φρουρίου της Γραμβούσης επί πετρώδους τινός νησιδίου κατά την δυτικήν άκραν της νήσου κειμένου, ολιγάριθμον έχοντος φρουράν και αυτήν απρόσεκτον. Την 11 δεκεμβρίου, νυκτός γενομένης, εκινήθησαν δισχίλιοι υπό την αρχηγίαν του Δημήτρη Δράμαλη, ανέβησαν τα τείχη του φρουρίου επ' ελπίδι να το αφαρπάσωσιν, εισήλθαν ανεμπόδιστοι και εφόνευσαν τον σκοπόν κοιμώμενον αλλά γενομένης ταραχής επί της εντός διασποράς αυτών, τους ενόησαν οι Τούρκοι, έδραξαν τα όπλα, κατέλαβαν τας οχυράς θέσεις, και αντεμάχοντο αγνοούντες διά το επικρατούν σκότος τίνες οι φίλοι και τίνες οι εχθροί. Επί της νυκτερινής δε συμπλοκής επληγώθησαν ο Ραφαλιάς πλοίαρχος της γολέττας Τερψιχώρης καί τινες άλλοι, οίτινες και εξεβιβάσθησαν του φρουρίου. Διαδοθέντος δε ψευδούς λόγου ότι οι προπορευθέντες κατεστράφησαν όλοι, υπερεφοβήθησαν οι λοιποί, και οι πλείστοι αυτών εξεπήδησαν προς σωτηρίαν των. 40 ευρέθησαν εν τω φρουρίω αφ' ού έφεξε, και δύο μόνον εξ αυτών, ο Αναγνώστης Παναγιώτου και ο Χατσή- Γιάννης Βαρδικάκης, εκπηδήσαντες εσώθησαν. Ο δε ρεθύμνιος Γεώργης Παπαδάκης, σπάσας τους πόδας του επί της νυκτερινής του καταβάσεως και μη δυνάμενος να τρέξη, εφονεύθη την επαύριον υπό των εξελθόντων του φρουρίου Τούρκων.
Θύων εν τούτοις ο Χουσεήμπεης και απολύων εισήλασε τον οκτώβριον εις Αυλοπόταμον. Πεντακόσιοι Χριστιανοί, γυναίκες το πλείστον και παιδία, εκρύβησαν έν τινι σπηλαίω επί της μεσημβρινής πλευράς πετρώδους βουνού προς το δυτικοβόρειον μέρος του Μελιδωνίου, χωρίου της επαρχίας Αυλοποτάμου. Τρεις μήνας αντέστησαν πολιορκούμενοι και αμυνόμενοι. Μη δυνηθείς δε ο Χουσεήμπεης κατ' ουδένα τρόπον να τους υποτάξη, ήνοιξεν οπήν άνωθεν του σπηλαίου, επεσώρευσεν ευφλέκτους ύλας, τας εφλόγισε πνεύσαντος επιτηδείου ανέμου, και ο εισθρώσκων καπνός έπνιξε σχεδόν όλους.
Προθέμενος ο ανήρ ούτος να καταστρέψη ολοτελώς τον αγώνα επάτησε τελευτώντος του φεβρουαρίου και τον Αποκόρωνα, επάτησεν αρχομένου του μαρτίου και υπέταξε και αυτά τα Σφακιά και εκάλει καταβάς εκείθεν τους λαούς εις αφοπλισμόν και εις μετάνοιαν επί πλήρει και τελεία αφέσει παντός πολιτικού αμαρτήματος και επί κατοχή της ιδιοκτησίας των· ηύρε δε και όργανον των βουλών του τον εκεί αυστριακόν υποπρόξενον Δερκούλην, όστις, περιφερόμενος από χωρίου εις χωρίον, εκάλει τους πάντας εις υποταγήν επί αμνηστεία, και εξέδωκε την 12 απριλίου εγκύκλιον προς τους Έλληνας, δι' ης τοις έλεγε κομπάζων ότι «αν οι Τούρκοι τον ηπάτουν, θα τους εστηλίτευε και θα μετεχειρίζετο όλην την ισχύν του εις ικανοποίησιν των παθόντων». Εν όσω οι Σφακιανοί αντείχαν, ηλπίζετο ως και άλλοτε η ανόρθωσις του αγώνος· αλλ' οι ισχυρότεροι των πλαρχηγών αυτών απηρνήθησαν επί τη περιστάσει ταύτη τον αγώνα. Τούτου γνωσθέντος, απηλπίσθησαν όλοι, και προκειμένης της φυγής ή της υποταγής, επροτίμησαν την φυγήν οι δυνάμενοι να φύγωσι· πάμπολλοι δε, μήτε να φύγωσι δυνάμενοι μήτε να προσκυνήσωσι θέλοντες, ανέβησαν τα όρθια μέρη της Ίδης επ' ελπίδι ασφαλούς καταφυγής· δεν έπαυσαν δε και πολλοί κλεπτοπολεμούντες· ήσαν καί τινες επιθυμούντες εν τη γενική ταύτη απελπισία να θέσωσι την πατρίδα των υπό την αγγλικήν προστασίαν. Ο δε ατυχής αρμοστής, καταδιωκόμενος ένθεν κακείθεν, και φοβούμενος μη πιασθή και παραδοθή εις τους εχθρούς παρά των επιβουλευθέντων τον εθνικόν αγώνα, κατέφυγεν εις τον λιμένα των Σφακιών, έκαυσε τας εκεί αποθήκας τροφών και πολεμεφοδίων, εσυμβούλευσε τους Κρήτας διά προκηρύξεως του της 6 απριλίου να εγκαρτερώσιν ένοπλοι, και διατάξας τα εις υποστήριξιν των πολεμικών κινημάτων καταπλεύσαντα εκείναις ταις ημέραις υδραϊκά πλοία να παραλάβωσιν όσους εχώρουν και μετακομίσωσιν εις Μονεμβασίαν, ανεχώρησε και αυτός την 12 επί της Τερψιχώρης.
Αφ' ού οι Κρήτες κατέθεσαν τα όπλα, αντημείφθησαν μετά τινα καιρόν οι προσκυνήσαντες οπλαρχηγοί όπως τοις έπρεπε. Συνήλθαν ανυπόπτως επί τη προσκλήσει της τουρκικής Αρχής εις τα Χανιά και ερρίφθησαν εις σκοτεινήν φυλακήν.

1823-24

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΖ'

Εξωτερικόν δάνειον. — Γερμανικός λεγεών εις αντίληψιν της Ελλάδος. — Φιλελληνικαί εταιρίαι. — Συνθήκη εις ανόρθωσιν του τάγματος του αγίου Ιωάννου της Ιερουσαλήμ. — Άφιξις του λόρδου Βύρωνος και του συνταγματάρχου Στάνωπος εις Ελλάδα. — Απόπειρα εις άλωσιν Κορώνης. — Διάλυσις του εν Ευβοία ελληνικού στρατοπέδου.

ΤΡΙΕΤΙΑ σχεδόν παρήλθεν αφ' ού η Ελλάς ωπλίσθη κατά της καταθλιβούσης αυτήν ξένης εξουσίας, και όλος ο τριετής ούτος αγών διετηρείτο και κατά γην και κατά θάλασσαν διά των ολίγων προσόδων της και διά των συνεισφορών των πολιτών της. Τα στρατεύματα, ως επαρχιακά και ολιγοδάπανα, δυνατόν ήτο να διατηρώνται και εις τo εξής κατά τον αυτόν τρόπον, αλλ' όχι και ο στόλος. Εξ αυτής της αρχής του αγώνος ησθάνοντο οι Έλληνες την ανάγκην ευρέσεως εξωτερικού δανείου, και το παρελθόν έτος εξεδόθη εν Κορίνθω νόμος περί αυτού· αλλ' εις εύρεσίν του εχρειάζετο απαραιτήτως να υπάρχη αν όχι βεβαιότης τουλάχιστον βάσιμος ελπίς αποδόσεως· εις ύπαρξιν δε τοιαύτης ελπίδος εχρειάζετο απαραιτήτως η πολιτική ύπαρξις της Ελλάδος· αλλ' όχι μόνον αβέβαιος αλλά και απίθανος εφαίνετο τα πρώτα έτη η επιτυχία της ελληνικής επαναστάσεως· μετά τρία όμως έτη δεινών και ευτυχών αγώνων, αι ελπίδες του μέλλοντος της Ελλάδος εφαίνοντο οπωσούν βάσιμοι, και η εύρεσις του δανείου πιθανή. Επί τη πιθανότητι ταύτη εξεδόθη τον μάιον του παρόντος έτους άλλος νόμος εις εύρεσιν τεσσάρων εκατομμυρίων διστήλων.
Όσον δε ήσαν δυσμενείς προς τον ελληνικόν αγώνα αι αυλαί, τόσον εφάνησαν ευμενείς οι λαοί. Εξ αυτής της αρχής του μέχρι τέλους δεν είδαν οι λαοί εν αυτώ, ως αι αυλαί, το καταστρεπτικόν αλλά το επανορθωτικόν σημείον των κοινωνιών, και έσπευσαν να τον βοηθήσωσι καθ' όσους εδύναντο τρόπους.
Πρώτοι ήλθαν εις αντίληψίν του οι σοφοί της Γερμανίας ασχοληθέντες, εξάρχοντος του Θηρσίου, εις σύστασιν και αποστολήν εις Ελλάδα γερμανικού λεγεώνος. Κατασταθείς δε ο Άρειος πάγος απέστειλεν εις Γερμανίαν τον Θ. Κεφαλάν δώσας αυτώ εξουσίαν εις εύρεσιν δανείου προς ταχείαν αποστολήν του λεγεώνος τούτου και αγοράν των αναγκαίων· υπεγράφη δε εν Ζυρίχω και σύμβασις περί μεταβάσεως εξακοσίων· μετέβησαν διά της Μασσαλίας εις την Ελλάδα καί τινες αυτών· αλλ' η κατάστασις του τόπου δεν επέτρεπε την εκπλήρωσιν των όρων της συμβάσεως, διά τούτο η μετάβασις των πολλών δεν επραγματοποιήθη, και οι μεταβάντες διεσκορπίσθησαν.
Προϊόντος δε του καιρού η αγιότης του αγώνος, η ανισότης της πάλης, η ωμότης των Τούρκων, η εν τοις δεινοίς παθήμασι καρτερία των Ελλήνων και αι προγονικαί αυτών αναμνήσεις επήνεγκαν την σύστασιν φιλελληνικών εταιριών εξ ονομαστών ανδρών, αντιφερομένων μεν επί του πολιτικού βήματος, αλλ' ηνωμένων διά φιλοτελικού δεσμού υπέρ Ελλήνων. Τοιαύται εταιρίαι εσυστήθησαν πρώτον μεν εν Ζυρίχω και Γενεύη, μετ' ολίγον δε και εν Γερμανία. Εγκυμονείτο τοιαύτη και εν τη μεγάλη Βρεττανία αφ' ότου κατεστράφη η Χίος, και πρώτος ο Εδίμπυργος, συνηγορεύσαντος επί ομηγύρεως του περιφήμου Μακκρίου, επρόσφερε τον οβολόν του. Ουδέν ήττον της Ευρώπης συνεκινήθη και η Αμερική σχεδόν συγχρόνως. Πρώτος ο και ως πολιτευτής και ως ελληνιστής διαπρέπων Ευερέττος ύψωσε φωνήν υπέρ της αγωνιζομένης Ελλάδος, και η φωνή αύτη αντήχησεν εις τα ώτα των ελευθέρων λαών της γης εκείνης. Η δε αδελφότης των Φίλων, η αείποτε αφισταμένη παντός πολιτικού σκοπού και αείποτε προϊσταμένη παντός φιλανθρωπικού, δεν έπαυσε και εν Αγγλία και εν Αμερική, αφ' ότου εγνώσθη η καταστροφή της Χίου, περιθάλπουσα διά γενναίων συνδρομών την εξ αιτίας της τουρκικής θηριωδίας δεινοπαθούσαν ανθρωπότητα. Λήγοντος δε του μαρτίου του 1823 εσυστήθη εν Λονδίνω η πρό τινος προσδοκωμένη φιλελληνική εταιρία, εν ή ενεγράφησαν επίσημοι άνδρες. Η εταιρία αύτη μεγάλως ωφέλησε διά της επιρροής της επί της κοινής γνώμης, και διά της επιρροής της κοινής γνώμης επί του αγγλικού υπουργείου· συνήργησε δε τα μέγιστα και εις εύρεσιν των ζητουμένων δανείων.
Περιώδευε πρό τινος καιρού ο Ανδρέας Λουριώτης την Ευρώπην προς τον σκοπόν τούτον· επισκεφθείς και την Αγγλίαν επανήλθεν εις Ελλάδα συνοδευόμενος υπό του Εδουάρδου Βλακιέρου. Ο Άγγλος ούτος, παρατηρήσας τα της Ελλάδος, επέστρεψεν εις την πατρίδα του επί ελληνικού πλοίου, ούτινος η πρωτοφανής σημαία ενθουσίασε τους φιλελευθέρους. Έφερε και δέκα ελληνόπαιδας, ους διάφοροι Άγγλοι παρέλαβαν εις ανατροφήν δι' ιδίας αυτών δαπάνης. Ευρών δε συστημένην την φιλελληνικήν εταιρίαν, προητοίμασε δι' ων έδωκεν αυτή πληροφοριών την οδόν εις εύρεσιν των ζητουμένων δανείων, και κατέβη εκ δευτέρου εις Ελλάδα προς επίσπευσιν αποστολής ανδρών εχόντων την προς τούτο απαιτουμένην πληρεξουσιότητα. Ως τοιούτοι εξελέχθησαν ο Ορλάνδος, ο Λουριώτης και ο Ιωάννης Ζαήμης. Και οι μεν δύο πρώτοι ανεχώρησαν τον νοέμβριον, ο δε τρίτος βραδύτερον. Επί δε της αποστολής ταύτης παρενέπεσαν τα ακόλουθα.
Ο Γάλλος Ιορδάνης συνώδευσε τον Μεταξάν επί της εις Βερώνην αποστολής του· αποτυχούσης δε ταύτης διέβη κατ' εντολήν αυτού εις Παρισίους επ' ελπίδι ευρέσεως δανείων διά της συνδρομής της εκεί εδρευούσης επιτροπής του τάγματος του αγίου Ιωάννου της Ιερουσαλήμ. Επειδή δε και οι εν Παρισίοις προϊστάμενοι του τάγματος τούτου, και αυτός ο Ιορδάνης, μέλος αυτού, κύριον σκοπόν είχαν την ανόρθωσιν του τάγματος διά του ελληνικού αγώνος, και όχι την ευόδωσιν του ελληνικού αγώνος διά του τάγματος, υπεκρίθησαν ότι έτοιμοι ήσαν να χορηγήσωσιν επί λόγω βοηθημάτων τη ελληνική κυβερνήσει φράγκα 4,000,000· αλλ' απήτησαν αντάλλαγμα την κυριαρχίαν των άλλοτε εν τη κατοχή του τάγματος νήσων, Ρόδου, Σκαρπάθου και Αστυπαλαίας, μέχρι δε της κυριεύσεως και παραχωρήσεως αυτών, την προσωρινήν κατοχήν Σύρας καί τινων των επί της μεσημβρινοδυτικής πλευράς της Πελοποννήσου ερημονήσων· και επειδή το τάγμα ούτε δύναμιν στρατιωτικήν είχεν, ούτε δάνεια εύρισκεν εν ονόματί του, η Ελλάς ώφειλε και στράτευμα να δώση εκ του προχείρου εις υπεράσπισιν των ανωτέρω νήσων, και να στέρξη ώστε εν ονόματι αυτής να δανεισθή το τάγμα όχι μόνον το ανωτέρω ποσόν εις χρήσιν της Ελλάδος, αλλά και έξ άλλα εκατομμύρια εις χρήσιν αυτού του τάγματος· εν ενί λόγω, αντί να βοηθηθή η Ελλάς υπό του τάγματος ως ήλπιζεν, έπρεπεν αύτη να το βοηθήση και να το παράξη εκ του μη όντος εις το είναι. Κατά τους ατόπους δε τούτους όρους ο αυτοχειροτόνητος πληρεξούσιος της Ελλάδος Ιορδάνης και οι πληρεξούσιοι του τάγματος, οι συνάδελφοί του, συνυπέγραψαν εν Παρισίοις την 18 Ιουνίου συνθήκην, και αφίχθη καί τις ως πρέσβυς του τάγματος εις Ελλάδα· αλλ' οι Έλληνες, χλευάζοντες τα γενόμενα, και την συνθήκην απέρριψαν, και τον πρέσβυν απέπεμψαν.
Καθ' όν δε καιρόν επροσπάθει να εγερθή εκ νεκρών διά της Ελλάδος το τάγμα τούτο, ο αγών αυτής ηύρε μέγαν υπέρμαχον. Διεκρίνετο διά τον φιλελληνισμόν του ο λόρδος Βύρων (α). Ο μεγαλοφυής ούτος ποιητής, όστις έψαλε παθητικώτατα την Ελλάδα δούλην, εβουλήθη αφ' ης ώρας έλαβε τα όπλα να τη δώση και χείρα βοηθείας εις ανόρθωσιν, και να βάλη εις κίνδυνον υπέρ αυτής και αυτήν την ζωήν του. Ενίσχυσε τον σκοπόν του λόρδου και η εν Λονδίνω σύστασις της φιλελληνικής εταιρίας, ήτις, μαθούσα ότι εμελέτα ν' απέλθη εις Ελλάδα, τον ανέδειξεν αντιπρόσωπόν της. Επί της συστάσεως της εταιρίας ταύτης διέτριβεν ο λόρδος εν Γενούη· εκείθεν απέπλευσε την 1 ιουλίου και κατευωδώθη αρχομένου του αυγούστου εις Αργοστόλι· τον συνηκολούθουν δε ο κόμης Γάμβας και ο ιατρός Βρούνος Ιταλοί, και ο Τρελώνης και ο Βράων Άγγλοι. Ανωμαλίαι και εμφύλιοι ταραχαί επεκράτουν εν Ελλάδι καθ' όν καιρόν έφθασεν ο λόρδος εις Κεφαλληνίαν· διά τούτο απέστειλε τους δύο συνοδοιπόρους του Άγγλους εις την ελληνικήν κυβέρνησιν αναγγέλλων διά των προς αυτήν γραμμάτων του τους φιλελληνικούς σκοπούς του και τους της αγγλικής εταιρίας (β)· παρήγγειλε δε αυτοίς να περιοδεύσωσι και την λοιπήν Ελλάδα ίνα ίδωσι την κατάστασίν της· απομείνας δε αυτός εν Κεφαλληνία διέτριψεν έξ εβδομάδας επί του πλοίου· μετά ταύτα απέβη εις Μεταξάτα επτά μίλια μακράν του Αργοστολίου, επί σκοπώ να ενδιαμείνη έως ου εμάνθανεν ακριβώς τα της Ελλάδος και έβλεπε πού και πώς να διευθύνη τα βήματά του.
Η έλευσις δε του Βύρωνος και τα εντεύθεν προσδοκώμενα έβαλαν εις κίνησιν όλην την Ελλάδα. Εν ώ η κυβέρνησις τον εκάλει όπου έδρευεν, οι αντίπαλοι αυτής και άλλοι επίσημοι έλληνες επροσπάθουν διά γραμμάτων και δι' αποστόλων να τον προσελκύσωσι και να τον διαθέσωσι κακώς προς τους εναντίους των· αλλ' ο λόρδος δεν έπαυε καλών όλους εις κατεύνασιν των παθών και εις ομόνοιαν. Ταλαντευόμενος δε μέχρι τινός πού ν' απέλθη, απεφάσισε να μεταβή εις Μεσολόγγι, μεταβάντος εκεί του Μαυροκορδάτου,
Δεκέμβριος και αποπλεύσας την 15 δεκεμβρίου επί τινος πλοίου υπό σημαίαν ιονικήν, επεσκέφθη την Ζάκυνθον εις πορισμόν χρημάτων παρά του εκεί τραπεζίτου του, ανήχθη εκείθεν την 17, και την επαύριον όρθρου βαθέως ευρέθη πλησίον οθωμανικής τινος φρεγάτας και εκινδύνευσε να συλληφθή· βοηθηθείς δε υπό του ανέμου απέφυγε τον κίνδυνον διασωθείς εις Σκρόφας· αλλ' έπεσε μετά ταύτα εις άλλον κίνδυνον. Εξ αιτίας επισυμβάσης τρικυμίας τρία ημερονύκτια εθαλασσομάχει μεταξύ Εχινάδων και Δραγαμέστου, έως ου, γνωσθέντων των παθημάτων του εν Μεσολογγίω, εστάλησαν εις αντίληψίν του ένοπλά τινα πλοιάρια και το δικάταρτον ο Λεωνίδας, και διά της συνδρομής αυτών κατευωδώθη την 24 εις Μεσολόγγι, όπου όλοι τον υπεδέχθησαν πλήρεις αγαλλιάσεως, ενθουσιασμού και ελπίδων.
Έπλεε συγχρόνως επί τινος πλοίου υπό ιόνιον σημαίαν και ο κόμης Γάμβας και άλλοι τινές ακόλουθοι του λόρδου. Το πλοίον τούτο ευρέθη τα χαράγματα της 18 πλησίον της αυτής φρεγάτας, και εκλαβόν αυτήν ως αυστριακήν δεν απεμακρύνθη και συνελήφθη· κατεποντίζετο δε και αύτανδρον, διότι οι Τούρκοι το υπέθεσαν πυρπολικόν, αν δεν επληροφορείτο εν καιρώ ο Οθωμανός πλοίαρχος ότι ο κυβερνήτης αυτού Βαλσαμάκης ήτον ο διασώσας ποτέ αυτόν κατά την Μαύρην Θάλασσαν και ξεναγωγήσας. Μετακομισθέν το πλοίον εις Πάτρας, και εξετασθέντων των αποδημητηρίων και των εμπλεόντων, απελύθη επί λόγω ότι ο ναυλώσας αυτό Γάμβας απήρχετο εις Κάλαμον προς έντευξιν τινών Άγγλων μεθ' ων εσκόπευε να περιέλθη την ευρωπαϊκήν Τουρκίαν. Εκτός άλλων πραγμάτων το πλοίον τούτο έφερε και 8000 δίστηλα.
Συστηθείσα η φιλελληνική αγγλική εταιρία, και πριν γνωρίση τους περί Ελλάδος σκοπούς του Βύρωνος, είχεν αποστείλει ως αντιπρόσωπόν της εις την Ελλάδα τον συνταγματάρχην Στάνωπον επί τη ιδία αυτού αιτήσει εις ενίσχυσιν του αγώνος και εις ακριβή γνώσιν των πραγμάτων. Ο ευγενής ούτος και καλοκάγαθος ανήρ, επισκεφθείς τας φιλελληνικάς εταιρίας της Γερμανίας και της Ελουηττίας, εις μείζονα επιτυχίαν της φιλελληνικής αποστολής του, επεσκέφθη και τον εν Κεφαλληνία λόρδον ως αντιπροσωπεύοντα και αυτόν την αγγλικήν εταιρίαν, και εκείθεν διεβιβάσθη την 30 νοεμβρίου εις Μεσολόγγι, όπου επεμελήθη να συνάξη τα διεσπαρμένα εις Πελοπόννησον λείψανα του γερμανικού λεγεώνος προς σύστασιν μηχανουργείου και αύξησιν των πολεμικών γνώσεων των Ελλήνων αλλ' εξ αιτίας των κακοπαθειών και των ασθενειών των ανδρών του λεγεώνος, ολιγώτατοι ευρέθησαν ικανοί να εργασθώσι· προσήλθαν καί τινες Έλληνες, και ετέθησαν όλοι υπό τον μηχανουργόν Άγγλον Πάρην, ον απέστειλε προς τον σκοπόν τούτον η εταιρία εις Ελλάδα συναποστείλασα και δώρα, πυρίτιδα, σφαίρας, μίαν βομβοβόλον, ένδεκα ελαφρά κανόνια μετά των εις κίνησιν και χρήσιν αυτών αναγκαίων, έν ευκόμιστον σιδηρουργείον και τους αναγκαίους τεχνίτας εκ συνεισφορών των μελών της, εν αις και χίλιαι λίραι της δημαρχίας του Λονδίνου. Ο Στάνωπ ησχολήθη και εις σύστασιν γραμματαγωγείου, και διά της επιμελείας και συνδρομής αυτού εξεδόθησαν κατά πρώτην φοράν επί του αγώνος (γ) εφημερίδες· αλλ' εξ αιτίας της εκδόσεως αυτών εγεννήθησαν έριδες μεταξύ αυτού και του Βύρωνος, διότι ο μεν συστητής αυτών εθεώρει τας πολιτικάς αρχάς του Βενθάμου ορθάς, και ταύτας επροθυμείτο διά των εφημερίδων να διαδώση· ο δε λόρδος, σκοπιμώτατον λογιζόμενος την ευόδωσιν του αγώνος και όχι είσαξιν θεωριών, εχλεύαζε τας αρχάς ταύτας ως ακατάλληλους. Αντιφερόμενος δε ο Στάνωπ προς τον λόρδον εμέμφετο ως αντιδημοκρατικόν και τον Μαυροκορδάτον, και ανεχώρησε την 9 Φεβρουαρίου δυσηρεστημένος εις Αθήνας, αλλά πλήρης, πάντοτε ειλικρινούς ζήλου υπέρ της ανεγέρσεως του ελληνικού έθνους· Ο δε λόρδος έμεινεν εν Μεσολογγίω, όπου συνέρρευσαν υπό την σκέπην του διάφοροι φιλέλληνες τήδε κακείσε της Ελλάδος περιφερόμενοι.
Κατεγίνοντο πρό τινος καιρού οι Έλληνες σπουδαίως εις άλωσιν της Κορώνης. Εντόπιοί τινες και διακόσιοι υπομίσθιοι Βούλγαροι και Στερεοελλαδίται υπό τον Σέρβον και Γρίβαν, όλοι υπό την γενικήν αρχηγίαν των Μαυρομιχαλών, Αντώνη και Κωνσταντίνου, επεχείρησαν την εξ εφόδου άλωσιν την νύκτα της 28 φεβρουαρίου, νύκτα σκοτεινήν και θυελλώδη· 52 εντόπιοι επροπορεύθησαν, ανέβησαν το τείχος διά κλιμάκων, δεν ηύραν επί των επάλξεων εχθρόν διά την κακοκαιρίαν, και ερρίφθησαν έσω· αλλ' οι υπό τον Σέρβον και Γρίβαν εζήτουν επί της κρισίμου εκείνης ώρας μισθούς. Εγκαταλειφθέντες οι 52 και ανίκανοι διά την ολιγότητά των να εκτελέσωσιν ό,τι εσχεδιάσθη, επεχείρησαν να εξέλθωσιν· αλλ' οι Τούρκοι τους ενόησαν και έπεσαν επ' αυτούς, εξ ών τινές κατέβησαν διά των κλιμάκων αβλαβείς, τινές δε κατεκρημνίσθησαν· 16 δε, κλεισθέντες εντός οχυράς οικίας και μη θέλοντες να παραδοθώσιν, εκάησαν.
Ο δε εν Ευβοία Οδυσσεύς μαθών την εις Αθήνας προσδοκωμένην μετάβασιν του Στάνωπος και μη προσδοκών εκ της εκστρατείας του ό,τι επροσδόκα κατ' αρχάς, ανεχώρησεν επί υποσχέσει να επανέλθη μετ' ολίγον· εναπέμειναν δε τα στρατεύματα και τα πλοία· αλλά την 24 απριλίου κατέπλευσαν απροσδοκήτως εις Χαλκίδα 25 οθωμανικά φέροντα δισχιλίους γενιτσάρους και τροφάς· τότε απέπλευσαν τα ψαριανά, και διελύθη κακώς έχον το στρατόπεδον. Έν δε των πολιορκούντων πλοίων, το του Κουτάβου, μη δυνηθέν να φύγη, εβυθίσθη.