WeRead Powered by ReaderPub
Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Γ cover

Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Γ

Chapter 24: 1824
Open in WeRead

About This Book

A chronological political and military account of the revolutionary struggle, recounting campaigns, land and naval engagements, sieges, massacres and the intervention of external forces. It describes factional and civil conflicts among insurgent leaders, efforts to organize and reform regular and irregular forces, the arrival of foreign volunteers and loans, and the diplomacy of European courts toward the belligerents. Individual chapters detail operations across peninsula and islands, an Egyptian-backed expedition with associated naval actions, the prolonged investment of a principal stronghold, and concurrent debates over governance, constitutions and the international position of the nascent polity.

1824

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΗ'

Τα δύο νομοτελεστικά. — Εμφύλιος πόλεμος. — Διαγωγή του Βύρωνος εν Μεσολογγίω και αποβίωσις αυτού. — Καταδίκη του Καραϊσκάκη ως επιβούλου. — Τα κατά την Ανατολικήν Ελλάδα. — Παράδοσις Ναυπλίου και είσοδος της νέας κυβερνήσεως.

Η εγκαθίδρυσις του νέου νομοτελεστικού, συνυπάρχοντος και του καθαιρεθέντος, ήτο προαγγελία εμφυλίου πολέμου. Η νομιμότης ήτον αναμφιβόλως παρά τω βουλευτικώ· αλλ' η μέλλουσα να κατισχύση και αυτού του νόμου δύναμις εφαίνετο αμφιρρεπής. Η στερεά Ελλάς αδιαφόρει όλη· αι ναυτικαί νήσοι υπεστήριζαν την νέαν κυβέρνησιν· η δε Πελοπόννησος, το πεδίον του εμφυλίου πολέμου, ούσα διηρημένη, εφαίνετο μάλλον υπό την επιρροήν του κολοκοτρωνικού κόμματος, και τα φρούρια αυτής ήσαν υποχείρια των οπαδών του αποκηρυχθέντος νομοτελεστικού.
Απόπειραι συμβιβασμού των δύο κομμάτων έγειναν και πριν συμβή και αφ' ού συνέβη το σχίσμα, αλλά δεν εκαρποφόρησαν. Ήλθεν εις το μέσον και ο Υψηλάντης, ο πάντοτε αποστρεφόμενος τας εμφυλίους συγκρούσεις, και μετέβη από Τριπολιτσάς, όπου εκάθητο πρό τινος καιρού μακράν των αραγμάτων, εις Κρανίδι επ' ελπίδι να συμβιβάση τα δύο κόμματα έτοιμα εις πόλεμον, αλλά και ούτος απέτυχεν.
Οι πρώτιστοι δε υπερασπισταί της νέας κυβερνήσεως εκ των Πελοποννησίων ήσαν ο Ζαήμης, ο Λόντος, ο Νοταράς, ο Γιατράκος, ο Μούρτσινος και ο Τσανετάκης. Ο Ζαήμης, η κεφαλή του κόμματος τούτου της Πελοποννήσου, παρητήθη του νομοτελεστικού, συστηθείσης της νέας κυβερνήσεως, αν και ομόφρων αυτής, επί λόγω ότι ωφέλει μάλλον εκτός ή εντός· τον αντικατέστησε δε ο Αναγνώστης Σπηλιωτάκης. Συγχρόνως διωρίσθη αντιπρόεδρος του νομοτελεστικού το μέλος αυτού ο Παναγιώτης Μπότασης.
Η δε αποκηρυχθείσα κυβέρνησις έστησε την έδραν της εν Τριπολιτσά, και εκείθεν εξέδιδε τας διαταγάς της· την παρηκολούθησαν και οι υπουργοί της· αλλ' ο γνωστότερος, ο ικανώτερος και ο παλιμβουλότερος αυτών, ο Δικαίος, ο επί των εσωτερικών, απεμακρύνθη μετ' ολίγας ημέρας διά νυκτός και ηνώθη μετά των εν Κρανιδίω. Η αυτομόλησις αυτή έβλαψε μεγάλως την εν Τριπολιτσά κυβέρνησιν. Ουδ' οι κάτοικοι της Τριπολιτσάς ήσαν όλοι πιστοί εις αυτήν, τινές δε και ενόπλως την επεβουλεύθησαν.
Εσυστήθη εν τη πόλει ταύτη μυστική εταιρία εις αμοιβαίαν δήθεν υπεράσπισιν από των στρατιωτικών κακώσεων, αλλά κυρίως κατά της εν αύτη εδρευούσης κυβερνήσεως· ωνομάζετο δε Α δ ε λ φ ό τ η ς. Τετρακόσιοι ήσαν οι συγκροτούντες αυτήν αρχομένου του Φεβρουαρίου, ότε ο αρχηγός αυτών Μποταΐτης απεφάσισε να τους κινήση υπό το ακόλουθον σύνθημα. Δύο πιστοί του, περιφερόμενοι τα εργαστήρια, και βαστώντες κάνιστρον εν ώ ήτον η εικών του αγίου Δημητρίου, έλεγαν· «βοήθειά σου ο άγιος Δημήτριος». Ο λόγος ούτος εδήλου παρά τοις εταίροις, «κλείσε το εργαστήριόν σου και οπλίσου». Τοιουτοτρόπως οι εταίροι ειδοποιηθέντες ωπλίσθησαν και έτρεξαν να καταλάβωσι το μεγάλον κανονοστάσιον και τας παρακειμένας οικίας. Καθ' οδόν απήντησαν την φρουράν, την προσέβαλαν, την διεσκόρπισαν, εκυρίευσαν το κανονοστάσιον και διενυκτέρευσαν ήσυχοι εν ταις παρακειμέναις οικίαις μη φροντίζοντες να καταλάβωσι και τας πύλας της πόλεως. Εν ώ δε ούτοι ερραθύμουν, οι άλλοι έφεραν, μόλις έφεξεν, εις την πόλιν πλήθος χωρικών Τριπολιτσιωτών και Καρυτινών. Τούτους ιδόντες οι υπό τον Μποταΐτην, ων οι πλείστοι ήσαν τεχνίται και απειροπόλεμοι, εφοβήθησαν, 150 διά μιας εδραπέτευσαν, οι δε λοιποί ρίψαντες τα όπλα επανήλθαν ανενόχλητοι εις τας συνήθεις εργασίας των.
Εν ώ δε ταύτα συνέβαιναν, οι εν Κρανιδίω, ετοιμασθέντες ν' αφήσωσι την εσχατιάν εκείνην της Πελοποννήσου και επανέλθωσιν εις Αργολίδα, εκήρυξαν έδραν της νέας κυβερνήσεως το Ναύπλιον, και εμβάντες εις δύο υπό τον Μιαούλην πλοία κατέπλευσαν εις τους αντικρύ του Ναυπλίου Μύλους την 6 μαρτίου, διεσκόρπισαν κανονοβολούντες τους εκεί, και την επαύριον διέταξαν τον φρούραρχον Ναυπλίου Πάνον, υιόν του Κολοκοτρώνη, να ετοιμάση τα αναγκαία καταλύματά των. Ηπείθησεν ο φρούραρχος, ως ουδείς αμφέβαλε, και η κυβέρνησις τον απεκήρυξεν ως αποστάτην και ως εχθρόν του έθνους· διέταξε δε και την κατά ξηράν και θάλασσαν πολιορκίαν του Ναυπλίου. Συγχρόνως εκίνησε δυνάμεις και κατ' άλλων μερών, Και κυρίως της Τριπολιτσάς και της Ακροκορίνθου.
Εφρούρει την Ακροκόρινθον ταις ημέραις εκείναις ο Χελιώτης, ομόφρων του Κολοκοτρώνη. Ούτος, μη θέλων ν' απιστήση προς τους ομόφρονάς του, και μη δυνάμενος ν' αντισταθή προς τους εναντίους του, έφυγε κρυφίως μετά τινων πιστών του, διότι οι εν τη ακροπόλει απήτουν καθυστερούντας μισθούς και ηπείλουν να παραδώσωσι και αυτόν και το φρούριον εις χείρας των εναντίων, οι δε εναπομείναντες το παρέδωκαν την 21 Μαρτίου.
Ήσαν εν Τριπολιτσά καθ' ης εκίνησε δυνάμεις η νέα κυβέρνησις όχι μόνον τα μέλη της αποκηρυχθείσης κυβερνήσεως, αλλά και ο Κολοκοτρώνης, ο Γενναίος, ο Γρίβας, ο Νικήτας και ο Κανέλλος Δηληγιάννης· όλη δε η δύναμις αυτών ήσαν χίλιοι. Ούτοι κατείχαν θέσεις εντός της πόλεως. Μόνοι οι περί τον Γρίβαν και μία εκατοστύς άλλων στρατιωτών κατείχαν οικίας τινάς έξωθεν του τείχους προς την πύλην του Ναυπλίου. Η δε επελθούσα δύναμις συνηριθμείτο εις τρισχιλίους υπό τον Λόντον, τον Γιατράκον, τον Νοταράν και τον Κεφάλαν. Η δύναμις αύτη κατέλαβε διαφόρους θέσεις εκτός της πόλεως και την επολιόρκει.
Απρίλιος Την δε νύκτα της 1 απριλίου ήλθαν τινες πλησιέστερον και κατέλαβαν τα προάστεια Μπασάκου και Σέχου, και την επαύριον ήρχισεν ο τουφεκισμός αυτών και των περί τον Γρίβαν. Επλησίασαν μετ' ολίγον και τα άλλα στρατεύματα, εξήλθαν της πόλεως και ο Γενναίος και ο Νικήτας διά της πύλης του Λεονταρίου, και άναψεν ο τουφεκισμός· συνέπεσε να φθάσωσιν εκείνην την ώραν και χίλιοι Αρκάδιοι και Καρυτινοί βοηθοί των εν Τριπολιτσά υπό τον Παπατσώνην, τον Πέτροβαν και τον Πλαπούταν. Δικαίως εφοβούντο πολλοί, ότι επί της μάχης εκείνης θα έπιπτε μία εκατοστύς πολεμιστών· αλλ' η πολύκροτος εκείνη ημέρα είδε μόνον ένα πεσόντα, μηδεμίαν διάθεσιν εχόντων των πολεμούντων να χύσωσιν αδελφικόν αίμα. Δις εξήλθαν οι εντός και συνεκρούσθησαν μετά των εκτός· αλλά και αι έξοδοι αυτών και αι συγκρούσεις επί ματαίω. Επί τέλους ήλθαν εις λόγους, και εις απαλλαγήν του εν τη πόλει πάσχοντος αθώου λαού εσυμβιβάσθησαν ν' αναχωρήσωσιν οι εν τη πόλει, οι κοινώς λεγόμενοι α ν τ ά ρ τ α ι, και ανεχώρησαν την 5 ανενόχλητοι. Αλλά κατά δυστυχίαν ανεχώρησαν επί σκοπώ να ταράξωσιν εκ νέου την επικράτειαν δι' άλλου αναρχικού πολέμου, διότι Αρχήν δεν συνίστων πλέον τα μέλη του καθαιρεθέντος νομοτελεστικού, αφ' ού εξελθόντα της Τριπολιτσάς διεσκορπίσθησαν επί στρατολογία.
Μετ' ολίγας δε ημέρας, ό εστιν αφ' ού εστρατολόγησαν, οι μεν επανήλθαν υπό τον Κολοκοτρώνην έξωθεν της Τριπολιτσάς εις αποκλεισμόν των χθες αποκλεισάντων αυτούς, οι δε υπό τον Πλαπούταν και τον Γενναίον εστράτευσαν εις βοήθειαν του διά σπάνιν τροφών και διά την καθ' ημέραν λειποταξίαν των εν αυτώ στρατιωτών κινδυνεύοντος Ναυπλίου. Ούτοι φθάσαντες εις Κανδύλαν μετά 300 ηύραν 120 στρατιώτας του Ιωάννου Νοταρά και τους συνέλαβαν όλους αίφνης επιπεσόντες. Προχωρήσαντες δε εις Μπουγιάτι δύο ώρας μακράν της Κανδύλας ηύραν τον Νικήταν φυλάττοντα την θέσιν εκείνην, παρέλαβαν και αυτόν, και το εσπέρας της αυτής ημέρας, 8 μαΐου, έφθασαν εις Κουτσοπόδι· την δε επαύριον εκίνησαν οι πλείστοι προς το Ναύπλιον. Έξωθεν του Ναυπλίου εστρατοπέδευε κατά διαταγήν του νέου νομοτελεστικού ο Χατσή-Χρήστος, ο προ μικρού εγκαταλείψας τους αντάρτας μετά του εκ Βουλγάρων ιππικού του. Ούτος, βλέπων τους περί τον Πλαπούταν οδεύοντας προς το Ναύπλιον, έτρεξεν εις συνάντησίν των. Εξήλθαν τότε και παρηκολούθησαν τούτους και οι εν Ναυπλίω υπό τον Πάνον και Τσόκρην επ' ελπίδι να διαλύσωσι την πολιορκίαν βάλλοντες τους πολιορκητάς των εις το μέσον· συνεκρούσθησαν κατά την Δελαμανάραν και το Κούτσι αυθημερόν· συνεκρούσθησαν και κατά την Τύρινθα· την επαύριον, καθ' ην διαρκούσης της μάχης ήλθαν εις επικουρίαν προς μεν τους κυβερνητικούς οι περί τον Μακρυγιάννην τον προ ολίγου αυτομολήσαντα και αυτόν, προς δε τους αντάρτας οι περί τον Νικήταν· 20 των ανταρτών και 8 των κυβερνητικών εφονεύθησαν και επληγώθησαν κατά τας δύο ταύτας συγκρούσεις, επληγώθη κατά την τελευταίαν και ο Τσόκρης. Μετά τας συγκρούσεις ταύτας τα στρατεύματα διεχωρίσθησαν. Το δε εσπέρας της 11 εξήλθεν εκ δευτέρου ο Πάνος και εισήγαγεν εις το φρούριον τον αδελφόν του Γενναίον και τους περί αυτόν. Την ακόλουθον δε ημέραν 250 Τσάκωνες του κόμματος των ανταρτών, και ο Βούλγαρος Χατσή-Στεφανής μετ' ολίγων, ερχόμενοι εκ της επαρχίας του αγίου Πέτρου, εξημερώθησαν έξωθεν των αντικρύ του Ναυπλίου Μύλων επί σκοπώ να καταλάβωσιν αυτούς αιφνιδίως αφρουρήτους όντας. Προειδοποιημένοι περί του ερχομού αυτών οι ομόφρονες των Πλαπούτας και Νικήτας, οι μείναντες μετά τας ανωτέρω συγκρούσεις κατά το Κουτσοπόδι, εκινήθησαν και ούτοι συγχρόνως επί σκοπώ να πατήσωσι το Άργος εις σύλληψιν των βουλευτών, αποβάντων εις Κυβέρι επί τω εις τον Αργολικόν κόλπον κατάπλω των πλοίων, και μεταβάντων εις Άργος αφ' ού έμαθαν ότι εκενώθη των ανταρτών η Τριπολιτσά· αλλά το διττόν τούτο κίνημα απέβη εις καταισχύνην των κινηθέντων. Οι Τσάκωνες και οι περί τον Χατσή-Στεφανήν κανονοβολούμενοι υπό των έμπροσθεν των Μύλων πλοίων, απεμακρύνθησαν άπρακτοι του παραθαλασσίου, ανέβησαν εις την κορυφήν του πλησίον όρους και εκλείσθησαν εν τω εκεί σωζομένω ερημοτοίχω.
Τούτο μαθόντες οι εν Άργει ευρεθέντες Βούλγαροι καί τινες Κρανιδιώται υπό τον Σκούρτην επεστράτευσαν και τους ηνάγκασαν να καταθέσωσι τα όπλα· και τον μεν Χατσή-Στεφανήν και τους περί αυτόν συμπαρέλαβαν, τους δε Τσάκωνας απέστειλαν εις τα ίδια. Πολλά έπαθαν και οι κινηθέντες προς το Άργος· όλοι ούτοι φύρδην μίγδην στρατολογηθέντες, ήσαν απόλεμοι· επ' αυτούς ερχομένους ώρμησαν οι εν τη πόλει διατρίβοντες Στερεοελλαδίται υπό τον Ιωάννην Νοταράν και τον Μακρυγιάννην, τους έτρεψαν εις φυγήν αυτοβοεί, έτρεξαν κατόπιν των, επήραν τα υποζύγια φέροντα τους επενδύτας των, επήραν και την αλληλογραφίαν του Νικήτα. Και τα μεν ανταρτικά σώματα διελύθησαν μετά την τροπήν ταύτην, τα δε κυβερνητικά ανέβησαν εις Τριπολιτσάν. Συγκρούσεις εγένοντο εν τω διαστήματι τούτω και εν Μεσσηνία των περί τον Πετρόμπεην, ούτινος επατήθη η εν Μαραθωνησίω οικία, και των κυβερνητικών υπό τον Μούρτσινον, αλλ' ολιγοβλαβείς. Προείδεν ο Κολοκοτρώνης ότι τα υπό την οδηγίαν του σώματα θα επάθαιναν ότι έπαθαν και τα άλλα κατά την Αργολίδα, και την 22 διέταξεν εγγράφως τον υιόν του Πάνον να παραδώση εις τον Ζαήμην και τον Λόντον, συναναβάντας πρό τινων ημερών εις Τριπολιτσάν, το Ναύπλιον υπό τον όρον να πληρώση επί τη παραδόσει η κυβέρνησις δια μισθούς των εν τω φρουρίω στρατιωτών γρόσια 25,000, και αυτός μεν ανεχώρησεν εις Καρύταιναν, οι δε Ανδρέαι (ούτως εκαλούντο κοινώς ο Ζαήμης και ο Λόντος) κατέβασαν εις Άργος προς πραγματοποίησιν των συνομολογηθέντων.
Καθ' όν δε καιρόν επεκράτει κατά την Πελοπόννησον ο εμφύλιος πόλεμος, ο Μαυροκορδάτος κατεγίνετο εις τακτοποίησιν των της Δυτικής Ελλάδος.
Ατακτεί ο στρατιώτης οσάκις δεν τρέφεται τακτικώς και δεν μισθοδοτείται. Οι στρατιώται της Δυτικής Ελλάδος οι μεν ετέλουν υπό τους οπλαρχηγούς των διαφόρων επαρχιών εξοικονομούμενοι διά των προσόδων αυτών, οι δε εστράτευαν υπό σημαίαν οπλαρχηγών μη εχόντων επαρχίας· τοιούτοι ήσαν οι Σουλιώται. Ήσαν δε ούτοι και οι πτωχότεροι όλων, διότι και την πατρίδα των έχασαν και ό,τι είχαν εξώδευσαν εν τη Επταννήσω όπου κατέφυγαν. Μετά δε τας μάχας του Καρπενησίου και της Καλιακούδας ήλθαν άπαντες εις Μεσολόγγι, ετρέφοντο παρά του λαού και εζήτουν καθυστερούντας μισθούς. Εντεύθεν εγεννήθησαν δυσαρέσκειαι, αντιπάθειαι, ενίοτε δε και συγκρούσεις αυτών και των πολιτών· κατοικία μάλλον εχθρών ή ομογενών εφαίνετο η πόλις του Μεσολογγίου επί της εκεί αφίξεως του Μαυροκορδάτου. Άνω κάτω ήτο και όλη η Δυτική Ελλάς δι' άλλας άλλων στρατιωτικών καταχρήσεις και διά βαρείας διενέξεις και διαιρέσεις οπλαρχηγών και προκρίτων. Τα αίτια ταύτα ηνάγκασαν τον Μαυροκορδάτον να συγκαλέση και τούτους και εκείνους εις Μεσολόγγι και να τοις είπη κατ' αυτήν την έναρξιν της συνελεύσεως (23 δεκεμβρίου) όσα το κοινόν συμφέρον όλης της Ελλάδος και ιδίως της Δυτικής απήτει. Επτάκις συνεδρίασαν οι συγκροτήσαντες την συνέλευσιν, και όλοι ωμολόγησαν ότι η κατ' έτος εισβολή των εχθρών, ο εντεύθεν διασκορπισμός και γύμνωσις των κατοίκων, και το ανοικονόμητον της μισθοδοσίας του στρατιωτικού ήσαν η καθ' αυτό αιτία των αταξιών και των καταχρήσεων· επρόβαλαν δε εκ συμφώνου εις διόρθωσιν αυτών διαφόρους τρόπους, και τους συνυπέγραψαν όλοι οι οπλαρχηγοί. Έστειλαν και οι πολιτικοί αναφοράν προς την κυβέρνησιν εις υποστήριξιν των εν τη συνελεύσει ορισθέντων, ων ο κυριώτερος σκοπός ήτον η μίσθωσις τρισχιλίων Σουλιωτών και άλλων εκ των πάντοτε οπλοφορούντων· ταύτα δε εγράφησαν ως και άλλοτε, αλλά δεν ενηργήθησαν. Εν τοσούτω διά τας πολεμικάς ανάγκας του τόπου και κυρίως διά την ησυχίαν του εξ αιτίας των αταξιών κινδυνεύοντας Μεσολογγίου αναγκαίον ήτο να εκστρατεύσωσιν οι εν αυτώ Σουλιώται. Αλλ' ούτοι απήτουν ως όρον απαράβατον της εξόδου εννέα μηνών καθυστερούντα μισθόν, το δε ταμείον της Δυτικής Ελλάδος ήτο πάντη κενόν, και τα όμματα εστράφησαν όλων προς τον Βύρωνα. Ο γενναίος ούτος ανήρ, ο ελθών εις Ελλάδα επί σκοπώ να εξοδεύη, υπέρ του αγώνος όλα τα ετήσια εισοδήματά του, έδωκεν επί λόγω δανείων δίστηλα 20,000 εις πληρωμήν μέρους των περί ων ο λόγος μισθών και εις εξοικονόμησιν άλλων πολεμικών αναγκών· παρέλαβε δε και ως υπομισθίους του 500 Σουλιώτας, ους εμελέτα να οδηγήση εις την μάχην αυτός, μαινόμενος διά πολεμικήν δόξαν· αλλά μετ' ολίγον τους ωργίσθη διά τας πολλάς και βαρείας αταξίας των, τους απέλυσε της υπηρεσίας του, παρέλαβεν άλλους συμμίκτους Έλληνες και προητοιμάζετο εις την εξής εκστρατείαν.
Η φρουρά της Ναυπάκτου συνίστατο κυρίως εξ Αλβανών. Απειθείς ούτοι, φιλοτάραχοι και μη μισθοδοτούμενοι εμελέτησαν πρό τινος καιρού να παραδώσωσι το φρούριον εις τους Έλληνας επί απολαύσει των καθυστερούντων μισθών. Συνενοούντο δε οι αρχηγοί αυτών μετά τινων των εν Μεσολογγίω περί τούτου μυστικώς. Αλλ' ούτοι δεν ήσαν πλουσιώτεροι εκείνων, και ανεβλήθη η υπόθεσις εις τον ερχομόν του λόρδου αναδεχθέντος και την περί ης ο λόγος αντιμισθίαν να πληρώση και την εκστρατείαν να διευθύνη. Αλλ' εν ώ εγίνετο φροντίς περί της έξωθεν μεταφοράς των χρημάτων και των αναγκαίων πολεμικών προετοιμασιών, ο εν Πάτραις Ισούφπασας ανεκάλυψε τα μελετώμενα και τα διεσκέδασε μεταφέρων ευσχήμως εις Ρίον τους ενόχους αρχηγούς των Αλβανών, και στείλας εις το κινδυνεύον φρούριον άλλους πιστούς φύλακας.
Αποτυχόντος του σχεδίου τούτου, συνέλαβαν οι Έλληνες τον σκοπόν να προλάβωσι και ανοίξωσι τον εφετεινόν πόλεμον πέραν της Αιτωλοακαρνανίας εις ανέγερσιν των πλησιοχώρων Χριστιανικών λαών. Όσον ο σκοπός ούτος ήταν επωφελής, τόσον εκ πρώτης όψεως εφαίνετο και ευκατόρθωτος, διότι ούτε εντεύθεν υπήρχεν εχθρός, ούτ' εκείθεν προητοιμάζετο εκστρατεία. Αλλ', εν ώ πάντες συνηγωνίζοντο εις ευόδωσιν του σκοπού, και υπέρ πάντα άλλον ενίσχυεν αυτόν ο λόρδος, επήλθεν αίφνης αυτώ την 3 φεβρουαρίου επιληψία και μικρά τις νόσος. Αναλαβών επέμενεν εργαζόμενος εις τα της εκστρατείας· αλλ' αι αταξίαι των εισέτι εν Μεσολογγίω διατριβόντων Σουλιωτών, εγκοτούντων διά την από της υπηρεσίας αυτού απόλυσίν των και απαιτούντων τους υπολειπομένους μισθούς, ετάρατταν ακαταπαύστως την πόλιν και ανησύχαζαν και τον νουν και την καρδίαν του παθόντος λόρδου (α).
Ηθέλησέ τις των Σουλιωτών να έμβη εις το οπλοστάσιον, όπου ήτο το σιδηρουργείον· και επειδή δεν είχεν εισιτήριον, ο σκοπός τον εμπόδισεν· αλλ' εκείνος επέμενε και ύβριζεν. Ήλθεν εις το μέσον ο αξιωματικός Σάσσος, και, λογομαχίας γενομένης, ο μεν αξιωματικός μη εισακουόμενος εγρόνθισε τον Σουλιώτην, ο δε Σουλιώτης πιστολίσας εσκότωσε τον αξιωματικόν και εκρατήθη ως φονεύς. Κατεταράχθη όλη η πόλις διά το συμβάν τούτο· οι Σουλιώται έδραξαν τα όπλα και απήτουν ν' απολυθή ο συμπατριώτης των, απειλούντες, αν δεν εισηκούοντο, να πατήσωσι και το οικοδόμημα όπου ήτο το σιδηρουργείον, και αυτήν την κατοικίαν του λόρδου προστάτου του καταστήματος. Ωπλίσθησαν και οι εναντίοι των εις υπεράσπισιν του οπλοστασίου και της κατοικίας του λόρδου και έστησαν επί της εισόδου αυτών κανόνια. Επί τέλους απελύθη ο φονεύς και επανήλθεν η ησυχία· αλλ' ο λόρδος τόσον ηγανάκτησεν, ώστε είπε παρρησία ότι, αν δεν ανεχώρουν οι Σουλιώται, ανεχώρει αυτός εις Επτάννησον. Αμετάπειστοι οι Σουλιώται απήτουν πάντοτε τους μισθούς. Έντρομοι τότε οι προεστώτες διά τα επαπειλούντα την πόλιν κακά εδανείσθησαν παρά του λόρδου τρισχίλια δίστηλα, τοις τα έδωκαν και τους απεμάκρυναν. Εξεστράτευσαν μετ' αυτούς και οι λοιποί εν Μεσολογγίω στρατιωτικοί και συνηνώθησαν όλοι εις Ξηρόμερον μέχρι δευτέρας διαταγής· αλλ' η περί ης ο λόγος ρήξις έφερε και άλλο κακόν. Εφοβήθησαν οι υπό τον Πάρην εργαζόμενοι σιδηρουργοί, ανεχώρησαν, και το σιδηρουργείον έμεινεν έκτοτε άχρηστον. Τα κακά ταύτα επεσφράγισε το μέγιστον πάντων. Εν μέσω τόσων φροντίδων και δυσαρεσκειών ο λόρδος είχε μίαν και μόνην διασκέδασιν, την καθ' ημέραν ιππασίαν. Εν ώ ίππευε την 28 μαρτίου, κατεβράχη επελθούσης ραγδαίας βροχής, κατελήφθη μετ' ολίγον υπό σφοδρού πυρετού, έπεσεν εις την κλίνην, δεν ηθέλησε να φλεβοτομηθή εν καιρώ, Απρίλιος και κορυφωθείσης της φλογώσεως εξέπνευσε το εσπέρας της 7 απριλίου, ήτοι της δευτέρας του πάσχα. «Πίνω», είπε τω ιατρώ του επιμένοντι να τον φλεβοτομήση και κατ' αρχάς μη εισακουμένω, «πίνω όλα τα ιατρικά σου, αλλ' ουδέ μίαν ρανίδα αίματος χύνω κείμενος επί κλίνης· πρόθυμος είμαι να το χύσω όλον εν τω πεδίω της μάχης».
Το μέγα όνομα του ανδρός, η εις ενίσχυσιν του αγώνος εν μέσω άκρας απορίας μεγαλοδωρία του, τα κακά, άτινα υπέφερε δι' αγάπην της Ελλάδος, αι λαμπραί ελπίδες ας εφαίνετο εγγύς να πραγματοποιήση, αρκούν να δείξωσι τι έχασαν οι Έλληνες και τι ησθάνθησαν επί τω θανάτω του· έκαστος των Ελλήνων δυστύχημα ίδιον εθεώρησε το δυστύχημα τούτο της πατρίδος του και έκλαυσε κλαυθμόν μέγαν· «πένθους ημέραι», είπεν ο διευθυντής διατάττων τας επιθανατίους τιμάς του, «πένθους ημέραι έγειναν δι' όλους ημάς αι παρούσαι χαρμόσυνοι ημέραι του πάσχα», και είπε την αλήθειαν· όλοι ελησμόνησαν το πάσχα έχοντες έμπροσθεν των τον θάνατον τοιούτου ανδρός.
Την επαύριον δε του θανάτου, ανατείλαντος του ηλίου, 37 κανονίαι, ισάριθμοι των ετών του αποθανόντος, ανήγγειλαν το μέγα δυστύχημα. Συγχρόνως εδόθη διαταγή να κλείσωσι τρεις ημέρας όλα της δημοσίας υπηρεσίας τα καταστήματα και όλα τα εργαστήρια, να λείψωσιν αι διά μουσικής, χορών και πότων συνήθεις κατά τας τοιαύτας ημέρας ευθυμίαι, να γίνωσι καθ' όλας τας εκκλησίας της πόλεως επικήδειοι δεήσεις και να πενθηφορήσωσιν όλοι τρεις εβδομάδας. Αφ' ού δε εταριχεύθη το σώμα, έγεινεν η εκφορά την 10, καθ' ην όλος ο κλήρος της πόλεως και των χωρίων, ηγουμένου του αρχιεπισκόπου Πορφυρίου, όλαι αι Αρχαί, όλα τα στρατεύματα και όλος ο λαός συνώδευσαν διά μέσου της πόλεως το λείψανον βασταζόμενον υπό Ελλήνων στρατηγών και των οικείων του λόρδου, και το έφεραν εις την επί του τείχους της πόλεως εκκλησίαν του αγίου Νικολάου, όπου εψάλη η συνήθης νεκρώσιμος ακολουθία, εξεφωνήθη επικήδειος λόγος και εδόθη ο τελευταίος ασπασμός. Επρόκειτο να ταφή όπου ετάφησαν ο Μάρκος, ο Κυριακούλης και ο Νορμάννος· αλλ' αφ' ού εγνώσθη ότι θέλησίς του ήτο να μετακομισθή το λείψανόν του εις την πατρίδα του και ταφή εν τω κοιμητηρίω των προγόνων του, διετηρήθη ο νεκρός εν τω ναώ ημέρας τινάς, καθ' ας ήρχοντο έξωθεν οι χωρικοί και τον ησπάζοντο· μετά δε ταύτα μετεκομίσθη εις Ζάκυνθον και εκείθεν εις Αγγλίαν. Αι δε αποδοθείσαι όπου απέθανεν επικήδειοι τιμαί επανελήφθησαν κατά διαταγήν της κυβερνήσεως και την θέλησιν του κοινού καθ' όλην την Ελλάδα. Είχαν υπ' όψιν οι λαοί της τον διάπυρον του ανδρός φιλελληνισμόν και την εντεύθεν πραγματικήν και ηθικήν προς την πατρίδα των ωφέλειαν, και δεν ήξευραν πώς να δείξωσι την ευγνωμοσύνην των. Ο λόρδος, αφ' ης στιγμής επάτησε την γην της Κεφαλληνίας, δεν έπαυσεν ευεργετών τους Έλληνας· πεινώντας Πατρείς και εις την νήσον εκείνην καταφυγόντας επί της καταστροφής της πατρίδος των εχόρτασε, γυμνούς ενέδυσε, και τους εκεί αργούντας Σουλιώτας μισθώσας απέστειλεν έκτοτε εις αντίληψιν του Μεσολογγίου επί τη εισβολή του πασά της Σκόδρας. Φιλάνθρωπος δε προς πάντας επροστάτευσεν, επεριποιήθη και απέστειλεν εις Πρέβεζαν και Πάτρας τας εν Μεσολογγίω υπ' αιχμαλωσίαν γυναίκας και τα τέκνα των Οθωμανών, κινήσας διά της πράξεως ταύτης τον θαυμασμόν και αυτών ους ήλθε να πολεμήση. Η δε πόλις του Μεσολογγίου, ήτις εις ένδειξιν της ευγνωμοσύνης της διά τας προς αυτήν αγαθοεργίας του τον είχεν ήδη πολιτογραφήσει, εκράτησεν επί της εις Αγγλίαν μετακομιδής του λειψάνου του τα σπλάγχνα του και τα απέθεσεν εν τη εκκλησία του αγίου Σπυρίδωνος. Ενθουσιώδης ήτον ο Βύρων ως ποιητής, αλλ' ο ενθουσιασμός του ήτο βαθύς ως η ποίησίς του· βαθεία και συνετή ήτο και η εν Ελλάδι πολιτική του· δεν αεροβάτει ως πολλοί φιλέλληνες· δεν ωνειροπόλει δημοκρατικά ή αντιδημοκρατικά συστήματα· παράκαιρον εθεώρει και αυτήν την εφημεριδογραφίαν· ουσιωδέστατον δε πάντων την απολύτρωσιν της Ελλάδος· διά τούτο ομόνοιαν εκήρυττε προς αλλήλους και σέβας προς τας ξένας αυλάς. Η τακτοποίησις των στρατευμάτων και η εύρεσις πόρων εις διατήρησίν των ήσαν η πρωτίστη φροντίς του· φιλόδοξος ήτον, αλλ' όχι κενόδοξος· απεποιήθη την γενικήν πολεμικήν αρχήν της στερεάς Ελλάδος, ην και η κυβέρνησις και οι κάτοικοι τω επρόσφεραν· απεστρέφετο γενικώς τα πολιτικά, και απέφευγε τας βουλευτικάς συζητήσεις και αυτής της πατρίδος του· αι Μούσαι, ο Έρως, και ο Άρης ήσαν πάντοτε τα είδωλά του· εντρύφημα δε πολλάκις της ποιητικής του μούσης η Ελλάς (β).
Ζώντος έτι του Βύρωνος, η τοπική διοίκησις της Δυτικής Ελλάδος συνέλαβε κατά του Καραϊσκάκη σφοδράς υπονοίας επιβουλής.
Παρευρίσκετο εν τη συνελεύσει του Μεσολογγίου ο οπλαρχηγός ούτος, όστις μετά την διάλυσιν αυτής μετέβη εις Ανατολικόν ασθενών, και διέμεινεν εκεί χάριν θεραπείας και αφ' ού εξεστράτευσαν οι άλλοι οπλαρχηγοί· εφαίνετο δε δυσηρεστημένος, διότι και ο προσδιορισθείς αριθμός των υπομισθίων στρατιωτών του ήτον ολίγος, και συχνάκις επεπλήττετο διά τας καθημερινάς αταξίας των υπ' αυτόν. Την 19 μαρτίου δύο μονοξυλιάραι Μεσολογγίται, αφ' ού ελογομάχησαν μετά του ανεψιού του επανερχομένου εκ Μεσολογγίου εις Ανατολικόν, τον ερράπισαν και έγειναν άφαντοι. Την επαύριον έστειλεν ο Καραϊσκάκης στρατιώτας εις Μεσολόγγι προς εύρεσιν και σύλληψιν αυτών· μη ευρόντες δε αυτούς οι στρατιώται ήρπασαν δύο των προκρίτων και τους έφεραν εις Ανατολικόν. Έστειλε συγχρόνως ο Καραϊσκάκης και άλλους των στρατιωτών του και κατέλαβαν απροσδοκήτως την νύκτα το Βασιλάδι, όπου ελλιμένιζαν επτά εχθρικά πλοία προ ολίγων ημερών εκπλεύσαντα των Πατρών. Συγχρόνως εξήλθαν της Ναυπάκτου και τριακόσιοι Τούρκοι και επροχώρησαν, εις την κακήν Σκάλαν· ήξευρε δε η αστυνομία ότι ο Κωνσταντίνος Βουλπιώτης είχεν υπάγει εις Ιωάννινα, συναινέσει του Καραϊσκάκη, προς τον Βρυώνην και επέστρεψε προ ολίγων ημερών. Ταύτα έδωκαν σφοδράς υπονοίας επιβουλής, και εις αποτροπήν παντός απευκταίου διέταξεν η διοίκησις και κατελήφθησαν αμέσως τα κανονοστάσια της πόλεως ως εν ώρα πολέμου, εδυναμώθη η φρουρά της, εκρατήθησαν οι εν Μεσολογγίω άνθρωποι του υπόπτου οπλαρχηγού, εστάλησαν ένοπλα πλοιάρια εις πολιορκίαν του Βασιλαδίου, το εν Ξηρομέρω στράτευμα ανεκλήθη, και διετάχθη ο Καραϊσκάκης ν' απολύση τους συλληφθέντας προκρίτους· τους απέλυσε και ανεκάλεσε και τους καταλαβόντας εν ονόματι του το Βασιλάδι· απελύθησαν και οι εν Μεσολογγίω κρατηθέντες άνθρωποί του. Τούτων δε γενομένων, συνελήφθη ο Βουλπιώτης, μετέβησαν ο Μαυροκορδάτος και οι εν Μεσολογγίω οπλαρχηγοί εις Ανατολικόν, και μετά δύο ημέρας εισήλθεν εις την αυτήν πόλιν όλον το κατά το Ξηρόμερον στράτευμα εκ 1500. Ο δε Καραϊσκάκης ετέθη υπό το κράτος του νόμου, και διωρίσθη επιτροπή, τόπον επέχουσα στρατοδικείου, εις δίκασιν αυτού κατηγορουμένου επί προδοσία. Η επιτροπή αύτη εξετάσασα εξέδωκε την 2 απριλίου πράξιν καταδικάζουσαν τον Καραϊσκάκην ως επίβουλον της πατρίδος και προδότην (γ). Μετά την έκδοσιν δε της πράξεως οι μεν Τσαβέλλαι, οι μόνοι των οπλαρχηγών οι υπερασπίζοντες τον κατηγορούμενον, τον εγκατέλιπαν· ούτος δε ανεχώρησεν εξ Ανατολικού ασθενών, εισέβαλεν εις το Ασπροπόταμον και ελεηλάτησέ τινα χωρία. Εκείθεν έστειλέ τινα προς τους Τούρκους ζητών καπητανάτον, αλλ' απέτυχεν εκληφθείς μυστικός εχθρός αυτών· αποδιωχθείς δε υπό των οπλαρχηγών εκείνου του μέρους κατά διαταγήν της τουρκικής Αρχής μετέβη εις Άγραφα· αποδιωχθείς και εκείθεν κατέφυγεν εις Καρπενήσι και εκλείσθη εν τη εκκλησία του αγίου Αθανασίου, δύο ώρας μακράν της πρωτευούσης της επαρχίας, αλλά και εκεί απεκλείσθη· απαλλαγείς δε κακείθεν, και πάντοθεν πολεμούμενος, έγραψε τω Μαυροκορδάτω απολογούμενος δι' όσα έπραξε και αιτούμενος συγγνώμην. «Δεν εξεύρω», έγραφεν, «αν ήναι από τα κρύα τα πολλά όπου αρρώστησα πάλιν, ή από τόσους αφορισμούς όπου μου εκάματε· και σε παρακαλώ να με συγχωρήση η διοίκησις και όλοι οι χριστιανοί, και να μου σταλή και μία συγχωρητική ευχή από τον αρχιερέα». Αλλ' η αίτησίς του δεν εισηκούσθη· αποπεμφθείς δε και εκ της επαρχίας εκείνης επρόστρεξεν εις τον οπλαρχηγόν του Βάλτου Ίσκον, και επί τέλους και προς αυτήν την κυβέρνησιν, ήτις έχουσα χρείαν της υπηρεσίας του διά τας τότε εμφυλίους ταραχάς, τον εσυγχώρησε και τον επεριποιήθη. Αφ' ού δε απεμακρύνθη του Ανατολικού ο Καραϊσκάκης, εξήλθαν και τα εις αυτό εξ αιτίας του εισελθόντα τάγματα των Δυτικοελλαδιτών· ανεχώρησαν μετά ταύτα και τα των Σουλιωτών, πληρωθέντων των καθυστερούντων μισθών, τα μεν εις Γαστούνην τα δε εις Σάλωνα.
Καθ' όν δε καιρόν τα κατά τον Καραϊσκάκην απησχόλουν την Δυτικήν Ελλάδα, η Ανατολική ήτο και αύτη όλη εις πολιτικήν κίνησιν. Ο Νέγρης, αφ' ού έπεσεν επί του σχηματισμού της κυβερνήσεως της β' περιόδου, και δεν ανηγέρθη επί των εν Σιλήμνη συμβάντων, ανεχώρησεν εκ Πελοποννήσου, επρόσπεσεν εις τον μέχρι θανάτου αποστρεφόμενον αυτόν Οδυσσέα, έλαβε την άφεσίν του και προσηλώθη ως ιδιαίτερος σύμβουλός του μεθ' όλου του ζήλου ανδρός μετανοούντος. Θέλων δε ν' ανορθωθή και αυξήση και την δύναμιν και την επιρροήν του προστάτου του, τω επρότεινεν, επί της διαιρέσεως της Πελοποννήσου και του νομοτελεστικού και βουλευτικού, να εργασθώσιν εις ένωσιν όλης της στερεάς Ελλάδος διά συγκαλέσεως πληρεξουσίων αυτής, να ενισχυθώσι διά του τρόπου τούτου, και επί λόγω πάντοτε συνδιαλλαγής και εθνικών συμφερόντων να κατορθώσωσι τους σκοπούς των, γενόμενοι αναγκαίοι προς το έν ή το άλλο των αντιφερομένων κομμάτων. Προθύμως ησπάσθη ο Οδυσσεύς την γνώμην του Νέγρη και ησχολήθη εις πραγματοποίησίν της. Και οι δύο ούτοι εμίσουν τους πολιτικούς της Πελοποννήσου, ους απεκάλουν ολιγαρχικούς, και ηγάπων τους αντιπάλους των· αλλά δεν ήθελαν να δείξωσι τι επρέσβευαν πριν γνωσθή το αποτέλεσμα του εμφυλίου πολέμου. Εν ώ δε ταύτα εμελέτων, συνέπεσεν η εις Ελλάδα άφιξις του Βύρωνος και του Στάνωπος. Έβαλαν τότε κατά νουν να εφελκύσωσιν αμφοτέρους. Κατ' εκείνον τον καιρόν περιώδευε την Ελλάδα κατά παραγγελίαν του λόρδου, ως είρηται, ο Τρελώνης. Αθλητού σώμα και καρδίαν είχεν ο Άγγλος ούτος και έχαιρεν ενδυόμενος και διαιτώμενος ως τα παλληκάρια της Ελλάδος. Ο Οδυσσεύς, όστις είχε τον σκοπόν του, τον έθελξε και τον ενθουσίασε διά του βίου και του τρόπου του. Μετά τινα δε καιρόν εδέχθη ο Οδυσσεύς και τον Στάνωπα εν Αθήναις. Ο ανήρ ούτος ηγάπα, ως είπαμεν, την ευταξίαν, την τακτοποίησιν της υπηρεσίας, την σύστασιν εκπαιδευτικών και φιλανθρωπικών καταστημάτων, την στερέωσιν εν Ελλάδι δημοκρατικών θεσμών, και την ύπαρξιν πανελευθέρου εφημεριδογραφίας. Ο οξυδερκής και πολυμήχανος Οδυσσεύς, ιδών τας κλίσεις αυτού, τον εφείλκυσεν υποκρινόμενος τον φιλόμουσον, τον υπερασπιστήν των δικαίων του λαού, τον φίλον της ελευθεροτυπίας, τον άσπονδον εχθρόν των μοναρχιών, τον φιλεύτακτον και τον αφιλοκερδή· ο δε Στάνωπ, αγνοών και τον χαρακτήρα και τους αληθείς σκοπούς του ανδρός, και έτοιμος να συντείνη εις ό,τι εθεωρείτο εθνοφελές, έπεισε τον Βύρωνα να παρευρεθή εις την συνέλευσιν, όπου εκλήθησαν και ο Μαυροκορδάτος και οι Δυτικοελλαδίται· αλλ' ο Μαυροκορδάτος, ειδώς τα του Οδυσσέως και του Νέγρη, προς ους δεινώς αντεφέρετο, και υφ' ων την επιρροήν συνεκροτείτο η συνέλευσις, ανέβαλε την προκειμένην μετάβασιν επί διαφόροις λόγοις.
Απρίλιος Εν τοσούτω την 8 απριλίου εγένετο η έναρξις της συνελεύσεως, την δε επιούσαν απεστάλησαν τρεις εις Μεσολόγγι, εν οίς και ο Τρελώνης, φέροντες γράμματα προς τον Βύρωνα και τον Μαυροκορδάτον εις επιτάχυνσιν της μεταβάσεώς των· αλλ' ο μεν Βύρων έκειτο νεκρός, ο δε Μαυροκορδάτος απεποιήθη να μετατοπίση ως προσηλωμένος εις διόρθωσιν ων επέφεραν αίφνης κακών ο θάνατος του λόρδου, τα κατά τον Καραϊσκάκην, και η εις Ανατολικόν είσοδος των στρατευμάτων. Εν τούτοις, η κυβέρνησις παντού υπερίσχυεν· η βεβαία δε αύτη και εγγύς κρίσις των κυβερνητικών πραγμάτων εματαίωσε τον υποκρυπτόμενον σκοπόν της εν Σαλώνοις συνελεύσεως, ήτις, συνεδριαζόντων και δύο τριών αντιπροσώπων της Δυτικής Ελλάδος, απεπεράτωσεν ησύχως τας εργασίας της την 28, παραδεχθείσα σχέδιά τινα πολεμικά εις προφύλαξιν κατά το ενεστώς έτος της στερεάς Ελλάδος από εισβολών, τακτοποιήσασα ε π ί - χ ά ρ τ ο υ τα εσωτερικά του τόπου και κυρίως τα οικονομικά και δικαστικά, ορίσασα τα καθήκοντα των πολιτικών και στρατιωτικών, εκφρασθείσα κατά των ανταρτών και των τουρκιζόντων, και κηρυχθείσα υπέρ της κυβερνήσεως και της στερεώσεως των νόμων. Και ταύτα μεν τα εν Σαλώνοις.
Την δε 24 εισέπλευσαν τον αργολικόν κόλπον υπό γαλλικήν σημαίαν δύο πολεμικά πλοία, το μεν κορβέττα το δε δικάταρτον· και η μεν κορβέττα ηγκυροβόλησεν έμπροσθεν των Μύλων, το δε δικάταρτον έπλεε προς την ακροναυπλίαν. Το πλοίον τούτο έφερε τον εν Μύλω υποπρόξενον της Γαλλίας καί τινα τραπεζίτην Αρμένιον. Η εν Μύλοις κυβέρνησις υπώπτευσε, και η υποψία της ήτο αληθής, ότι επρόκειτο να εξαγορασθώσιν εν αγνοία αυτής οι δύο εν Ναυπλίω αιχμάλωτοι πασάδες. Έξ κανονίας έρριψεν, εισπλέοντος του πλοίου τούτου, η έμπροσθεν των Μύλων ελληνική ναυαρχίς επί σκοπώ να το αποτρέψη το να παραβιάση τον αποκλεισμόν, αλλά το πλοίον δεν υπήκουσε και ηγκυροβόλησεν υπό την ακροναυπλίαν· ο δε πλοίαρχος της κορβέττας, παρ' ού η κυβέρνησις εζήτησε λόγον της παρακοής ταύτης, ηθέλησε να δικαιώση τον είσπλουν επί λόγω ότι σκοπόν είχεν ο πλοίαρχος ν' απαιτήση τι πρός τινα Γάλλον χρέος του πεσόντος νομοτελεστικού αντιπροσωπευομένου εν Ναυπλίω παρά του φρουράρχου Πάνου. Η κυβέρνησις απεδοκίμασεν εγγράφως πάσαν συγκοινωνίαν των πολιορκουμένων και των υπόπτων πλοίων, απαγόρευσε την επί οιωδήποτε λόγω παραλαβήν των πασάδων και διεμαρτυρήθη, αλλ' ούτε απάντησις εδόθη, ούτε το ύποπτον πλοίον μετετόπισεν. Η κυβέρνησις, ήτις δεν ήλπιζεν εκ της επιστολής της το ποθούμενον, έσπευσε να στείλη εις Ναύπλιον προς παρεμπόδισιν της απολύσεως των αιχμαλώτων τον φθάσαντα εις Άργος κατ' αυτάς Οδυσσέα· αλλά το ζήτημα τούτο ελύθη απροσδοκήτως άλλως πως. Απεστάτησαν την επελθούσαν νύκτα οι φυλάσσοντες τον θαλασσόπυργον Κολοκοτρωνικοί, απέβαλαν τον φρούραρχον Καβαδίαν, παρέδωκαν το φρούριον εις την κυβέρνησιν, και διαταγή αυτής το παρέλαβεν ο Ρόδιος, όστις παρήγγειλεν ευθύς τω Γάλλω πλοιάρχω εν ονόματι της κυβερνήσεως ν' αποπλεύση αμέσως, ει δε μη, θα εκανονοβολείτο. Απέπλευσε το δικάταρτον και μετ' ολίγον και η κορβέττα χωρίς να εκτελέσωσι τα σκοπούμενον· αλλά και ο Πάνος ουδαμώς συνήνεσεν εις την παράδοσιν των αιχμαλώτων.
Μαθών δε ο φρούραρχος ούτος όσα έπραξεν ο πατήρ του περί του φρουρίου τα εδέχθη προθύμως και τα επραγματοποίησεν, ειδώς ότι πάσα αντίστασις κατά της κυβερνήσεως έξωθεν έπαυσε, και ευρισκόμενος και αυτός εν πολλή στενοχωρία ένεκα της κατά ξηράν και κατά θάλασσαν πολιορκίας της πόλεως και της παραδόσεως του θαλασσοπύργου·
Ιούνιος και την μεν 4 ιουνίου εξήλθαν αδεία της κυβερνήσεως οι επί της πολιορκίας της πόλεως εν αυτή διαμείναντες ομόφρονες και συμπράκτορές του, Ανδρέας Μεταξάς και Χαραλάμπης Περούκας· την δε 7 και αυτός ο Πάνος και ο αδελφός του. Εισήλθε δε αυθημερόν επιτροπή της κυβερνήσεως και δύναμις στρατιωτική και παρέλαβαν τα φρούρια. Μετέβησαν εκεί μετά τρεις ημέρας και οι εν Άργει διατρίβοντες βουλευταί. Οι δε νομοτελεσταί, οι καθ' όλον τούτο το διάστημα διατρίψαντες εν τοις πλοίοις, εισήλθαν την 12 εν συνοδία 350 υπό τον πολύκροτον κανονοβολισμόν των φρουρίων και της ναυαρχίδος· την δε επαύριον ανήγγειλαν παντού επισήμως τα συμβάντα, δοξάζοντες την εξ ύψους Πρόνοιαν, και κηρύττοντες ότι αι ταραχαί έπαυσαν, ότι τα εσωτερικά εξωμαλύνθησαν, και ότι τα εθνικά συμφέροντα ετέθησαν υπό την υπεράσπισιν των νόμων και την προστασίαν της κυβερνήσεως. Εν τούτοις, όλοι οι αντάρται κατέθεσαν τα όπλα και αναφοραί των ήρχοντο καθ' ημέραν αιτούντων την άφεσίν των. Η δε κυβέρνησις έδειξεν άκραν ανοχήν και ευμένειαν, εκήρυξε την 2 Ιουλίου γενικήν αμνηστείαν, και τα πάντα εφαίνοντο ήσυχα και, κατά το λέγειν του νομοτελεστικού, υπό το κράτος του νόμου· αλλ' ούτε οι νόμοι εκραταιώθησαν, ούτε η Πελοπόννησος ειρήνευσεν.

1824

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΘ'

Αποστολή μέρους των δανείων εις Ελλάδα. — Έκπλους του Οθωμανικού στόλου. — Σχέδια του σουλτάνου και του σατράπου της Αιγύπτου Μεχμέτ-Αλή εις αναδούλωσιν όλης της Ελλάδος. — Καταστροφή Κάσσου και Ψαρών. — Νίκαι κατά θάλασσαν των Ελλήνων παρά την Σάμον και ματαίωσις των κατ' αυτής κινημάτων. — Εκστρατείαι κατά την στερεάν Ελλάδα και μάχη της Άμπλιανης. — Πολεμικά κινήματα εν Πελοποννήσω.

Η ΔΕ εις Λονδίνον σταλείσα επιτροπή προς εύρεσιν δανείων ευδοκίμησεν. Ο Ορλάνδος και ο Λουριώτης κατευοδωθέντες την 14 ιανουαρίου υπέγραψαν την 9 φεβρουαρίου μετά των τραπεζιτών Λωφνάνου και Οβριένου συμφωνητικόν περί δανείου λιρών στερλινών 800,000 επί πραγματική πληρωμή 59 εκατοστών, επί τόκω 5 τοις % λογιζομένω από 1 ιανουαρίου επί του ονομαστικού κεφαλαίου, και επί υποθήκη όλων των εθνικών γαιών και κυρίως της προσόδου των τελωνείων, των ιχθυοτροφείων και των αλικών. Επειδή δε διεδόθησαν μετ' ολίγον κακαί ειδήσεις περί των της Ελλάδος, προσετέθη ο όρος να στέλλωνται τα χρήματα προς τον εν Ζακύνθω Καίσαρα Λογοθέτην εντόπιον και τον εκεί έμπορον Άγγλον Σαμουήλ Βάρφον, και να μη δίδωνται παρ' αυτών τη ελληνική κυβερνήσει ειμή συναινέσει του Βύρωνος, του Στάνωπος και του Λαζάρου Κουντουριώτου. Το δάνειον δε τούτο, αφ' ού εκρατήθησαν διετείς τόκοι και οκτακισχίλιοι λίραι ενός έτους χρεωλύσιον, και επληρώθησαν και τα άλλα έξοδα, εξεκαθάρισε λίρας 280,000· η πρώτη δε δόσις εκ 40,000 έφθασεν εις Ζάκυνθον, υπό την επιστασίαν του Βλακιέρου αφιχθέντος το τρίτον εις Ελλάδα, την 12 απριλίου. Επί τη προσκλήσει τούτου μετέβη εις Ζάκινθον ο Στάνωπ, και κατόπιν αυτού και ο Εμμανουήλ Ξένος και ο Νικόλαος Καλλέργης, φέροντες οι δύο ούτοι την απαιτουμένην συναίνεσιν του Λαζάρου Κουντουριώτου εις παραλαβήν των χρημάτων εν ονόματι της ελληνικής κυβερνήσεως. Αλλ' αντέστη ο Στάνωπ επί λόγω, ότι ο Βύρων, ούτινος η συναίνεσις ήτον αναγκαία, δεν έζη· διά τούτο ο Λογοθέτης και ο Βάρφος δεν έδωκαν τα χρήματα και εζήτησαν δευτέρας διαταγάς. Έφθασε μετ' ολίγας ημέρας εις Ζάκυνθον και η δευτέρα δόσις ίσης ποσότητος, αλλά και αύτη διετηρήθη διά τους αυτούς λόγους ανέπαφος. Εν τούτοις ο μέγας αρμοστής, Φριδερίκος Αδάμ, ο διαδεχθείς τον Μαιτλάνδον, αποθανόντα, επειδή η ιόνιος κυβέρνησις επρέσβευεν ουδετερότητα, αντιβαίνουσαν εξέλαβε προς τας αρχάς ταύτης την κατάθεσιν χρημάτων εντός της ιονίου πολιτείας επί χρήσει ενός των διαμαχομένων, και εξέδωκε την 7 Ιουνίου δόγμα απαγόρευον αυστηρώς τούτο επί απειλή εξορισμού των παρηκόων και δημεύσεως των υπαρχόντων αυτών. Αλλ' αφ' ού ήλθαν εκ Λονδίνου περί την 20 Ιουλίου αι ζητηθείσαι διαταγαί, εστάλησαν εις Ναύπλιον όλα τα εν Ζακύνθω κατατεθέντα χρήματα μηδενός εξορισθέντος, μηδέ κτήματός τινος δημευθέντος.
Η δε Πύλη διδαχθείσα υπό της τριετούς πείρας ότι ανίκανος ήτο μόνη να καταστρέψει τον ελληνικόν αγώνα, απεφάσισε να ταπεινωθή ενώπιον του δυνατού σατράπου της Μεχμέτ-Αλή, επικαλουμένη την σύμπραξίν του όχι πλέον εις υποταγήν της Κρήτης αλλ' όλης της Ελλάδος.
Ο σατράπης ούτος, ο διά μόνης της ικανότητός του παραχθείς από του μη όντος εις το είναι, ο μορφώσας άμορφον τόπον, ο πλάσας τακτικά στρατεύματα και ναυπηγήσας στόλους, ο ευρών πόρους εις διατήρησιν και αύξησιν αυτών υπεσχέθη να κινήση τας δυνάμεις του κατά την επιθυμίαν του κυριάρχου του εις υποστήριξιν του κλονιζομένου σκήπτρου του, και να στείλη αρχηγόν αυτών τον υιόν του Ιβραήμπασαν, αναδειχθέντα ηγεμόνα της Πελοποννήσου. Ελέγετο δε και επιστεύετο, ότι συνωμολογήθη να κρατήση υπό την εξουσίαν του όσους εν αποστασία τόπους υποτάξη· και τους μεν κατοίκους χριστιανούς ν' απαγάγη αιχμαλώτους εις Αίγυπτον ή αλλού, αυτούς δε τους τόπους να κατοικίση υπό Αιγυπτίων και άλλων Μωαμεθανών. Εσχεδιάσθη δε τα μεν αιγύπτια στρατεύματα, συνεργούντος του αιγυπτίου στόλου, να πέσωσιν εις Πελοπόννησον, αι δε ναυτικαί δυνάμεις της Πύλης και τα ασιανά στρατεύματά της εις το Αιγαίον· να διαχυθώσι δε και τα ρουμελιωτικά εις τα επί της στερεάς εν αποστασία μέρη, ώστε να ευρεθή η Ελλάς παντού ταυτοχρόνως πολεμουμένη και διά ξηράς και διά θαλάσσης. Εν τούτοις έπαθεν ο Μεχμέτ-Αλής δεινόν πάθημα· φλόγες ανεφάνησαν αίφνης την 10 μαρτίου εν τη ακροπόλει της πρωτευούσης του, αίτινες διαδοθείσαι είς τινας πυριτοθήκας κατέστρεψαν την οπλοθήκην, τους δε πλείστους των πυροτεχνών, πολλούς των σωματοφυλάκων, και υπερτρισχιλίους ενοικούντας, τους μεν έβλαψαν, τους δ' εθανάτωσαν· παρ' ολίγον δε κατέστρεψαν και αυτήν την πόλιν· αλλά το πάθημα τούτο επενεγκόν, ως ελέγετο, δέκα εκατομμυρίων ταλήρων ζημίαν, ουδόλως επηρέασε την εκστρατείαν.
Παρασκευαζόμενος δε ο Μεχμέτ-Αλής κατά της Ελλάδος, αναγκαίον έκρινε να διατηρήση αδιάσειστον την επί της Κρήτης εξουσίαν του, διότι εθεώρει δικαίω τω λόγω την νήσον εκείνην γέφυραν μετάγουσαν τας δυνάμεις του από Αλεξανδρείας εις Πελοπόννησον. Αλλ' ως επίβουλον της Κρήτης εθεώρει την υπό την ελληνικήν σημαίαν γείτονα της Κάσσον, και απεφάσισε να την υποτάξη, διότι η νήσος εκείνη, η φοβίσασα διά του ναυτικού της, αν και μικρού, και βλάψασα τους κατέχοντας τα φρούρια της Κρήτης Τούρκους, εδύνατο πάλιν, θαρρύνουσα τους αγωνιζομένους Έλληνας, να κινήση νέας εν αυτή ταραχάς. Εν ώ δε διέμενεν εν τω λιμένι της Σούδας ο υπό τον Γιβραλτάρην στολίσκος, ήλθαν και άλλα πολεμικά πλοία τον μάιον εξ Αλεξανδρείας, και δις εφάνησάν τινα τον μήνα τούτον έμπροσθεν της Κάσσου, επολέμησαν, επολεμήθησαν και επανέπλευσαν εις Κρήτην άπρακτα·
Ιούλιος αλλά την 6 Ιουλίου εφάνησαν έμπροσθεν της Κάσσου 45 φέροντα τετρακισχιλίους υπό τον Χουσεήμπεην.
Η νήσος αύτη απέχει 37 μίλια της Κρήτης· έχει τέσσαρα χωρία, την αγίαν Μαρίναν το και σημαντικώτερον, το Αρβανιτοχώρι, την Παναγίαν και την Πόλιν. Τα χωρία ταύτα, κείμενα προς το ανατολικόν μέρος της νήσου, ολίγον απέχουν απ' αλλήλων. Η νήσος όλη είχε κατοίκους 5,000, εξ ών 500 ναύται· παρήσαν και 300 οπλοφόροι Κρήτες. Εξ αιτίας δε της κρημνώδους φύσεώς της είναι μόνον εύβατος κατά το προς την Ελλάδα βλέπον μέρος τριών μιλίων μήκους· επί της γραμμής ταύτης έκειντο 30 κανόνια· ήσαν και αλλού σκοποί. Αλίμενος είναι η νήσος, και τα πλοία της προσωρμίζοντο συνήθως εις Σκάρπαθον· αλλ' εκείναις ταις ημέραις ήσαν συσσωρευμένα εξ αιτίας του καλοκαιρίου εις Αυλάκι. Ελθόντα τα οθωμανικά ηγκυροβόλησαν έμπροσθεν του παρακειμένου νησιδίου της Μακρυάς και εκανονοβόλουν δυο ημέρας ανωφελώς την αγίαν Μαρίναν, αντεκανονοβολούντο δε παρά των επί της ξηράς. Την δε νύκτα της 7 είκοσι τέσσαρες ολκάδες, φέρουσαι στρατεύματα εις απόβασιν, έπλευσαν πέραν της αγίας Μαρίνας προς την δύσβατον και κρημνώδη άκραν της νήσου την βλέπουσαν προς την Κρήτην. Ταυτοχρόνως πλοία τινα του στόλου και άλλαι ολκάδες φέρουσαι στρατεύματα εκανονοβόλουν και ετουφέκιζαν προς την άλλην άκραν της νήσου εις έλκυσιν της προσοχής των εναντίων, και εις επιτυχίαν διά του τρόπου τούτου της επί της άλλης άκρας μελετωμένης αποβάσεως. Επτά μόνον ήσαν οι φυλάσσοντες την θέσιν ταύτην· η απότομος φύσις της εφαίνετο αυτοφύλακτος· αλλά και οι ολίγοι ούτοι ήσαν αμελέστατοι. Τα δ' εχθρικά στρατεύματα, ούσης άκρας νηνεμίας, απέβησαν την νύκτα αφανή και κατέλαβαν και τα τέσσαρα χωρία αμαχητί, διότι οι πολεμισταί της νήσου, όντες επί της παραλίας, όπου υπώπτευαν απόβασιν, δεν έλαβαν γνώσιν του συμβάντος, ειμή αφ' ού εξημέρωσεν.
Είς των πλοιάρχων της Κάσσου, ο Μάρκος, διέπρεπε διά την ανδρίαν του και εδικαίωσε κατά την κρίσιμον ταύτην περίστασιν ην είχεν υπόληψιν. Ούτος εν μέσω της γενικής απελπισίας διά το απροσδόκητον του συμβάντος συνέλεξέ τινας ακούσαντας την πατριωτικήν φωνήν του, παρέστη ένοπλος υπερασπιστής της πατρίδος και μεγάλως ηνδραγάθησε· λέγεται ότι 30 εχθρούς εσκότωσε μόνος αυτός· ζωγρηθείς δε και οπισθαγκωνισθείς απήχθη προς τον Χουσεήμπεην· αλλά και ενώπιον αυτού επεσφράγισεν ενδόξως τας ανδραγαθίας του· έσπασε τα δεσμά του, ήρπασεν από της ζώνης ενός των περιισταμένων την μάχαιράν του, εσκότωσε δύο των φυλάκων και έπεσε και αυτός υπό τα τραύματα των άλλων.
Μετά την άλωσιν των χωρίων κατεστράφη ο αγών· πολλοί εφονεύθησαν, παιδία και γυναίκες ηχμαλωτίσθησαν, τινές κατέφυγαν εις τα όρη, οι δε λοιποί επροσκύνησαν. Εκ των εντοπίων δε πλοίων μόνον έν επρόφθασε και ανήχθη, και διελθόν τον εχθρικόν στόλον διέσωσέ τινας εξ όσων δεινών υπέφεραν οι λοιποί. Οι Τούρκοι ελεηλάτησαν τα χωρία, επεβίβασαν τα επί της ξηράς κανόνια και ύψωσαν επί της νήσου την σημαίαν των. Ο δε Χουσεήμπεης εγκαταστήσας κατ' αίτησιν των ψευδοπροσκυνησάντων διοικητήν της νήσου Τούρκον, απέπλευσεν εις Αλεξάνδρειαν, όπου έφερε τα συλληφθέντα πλοία και τους αιχμαλωτισθέντας· παρέλαβε καί τινας ναύτας εις υπηρεσίαν του στόλου, προσελθόντας αυθορμήτως επ' ελπίδι λυτρώσεως των αιχμαλωτισθέντων συγγενών των· διεδέχθη δε αυτόν εν Κρήτη ο ανεψιός του Μουσταφάμπεης.
Μόλις την 17 εξέπλευσεν η υδραϊκή μοίρα υπό τον Σαχτούρην εις βοήθειαν της Κάσσου και δεν έμαθε την καταστροφήν της ειμή την 21, καθ' ην έρριψεν άγκυραν έμπροσθεν αυτής. Φανέντων των ελληνικών πλοίων, ο αγάς κατέφυγεν εις Κάρπαθον, οι δε ψευδοπροσκυνήσαντες Κάσσιοι έτρεξαν εις το παραθαλάσσιον, και ασπαζόμενοι τους Υδραίους, και διηγούμενοι περιπαθώς την συμφοράν των, και χέοντες θερμά δάκρυα ανήγειραν επί της νήσου των την πεσούσαν ελληνικήν σημαίαν, αλλά δεν ανήγειραν και την πεσούσαν πατρίδα των.
Λήγοντος δε του απριλίου, απέπλευσεν εκ Κωνσταντινουπόλεως πολυάρμενος στόλος υπό τον Χουσρέφην, επιβιβάσας λόχους τινάς γενιτσάρων· προσεπεβίβασε και εν τω θερμαϊκώ κόλπω άλλα στρατεύματα συρρεύσαντα πολλαχόθεν, και αρχομένου του Ιουνίου κατέπλευσεν εις Μιτυλήνην, όπου παρέλαβε και άλλα.
Πολλά κακά έπαθαν, ως είδαμεν, παρά των Ψαριανών και των Σαμίων το πρώτον και δεύτερον έτος του αγώνος τα παράλια της Ασίας· το δε τρίτον έπαθαν και αι νήσοι της Μιτυλήνης, Λίμνου και της Θάσσου, όπου αποβαίνοντες οι Παριανοί ήρπαζαν, έκαιαν, εδουλαγώγουν και εφόνευαν. Εγόγγυζαν επί τοις δεινοίς τούτοις οι κάτοικοι των μερών εκείνων, ως απροστάτευτοι, και η Πύλη εμελέτησε την καταστροφήν των Ψαρών και της Σάμου, καθ' ης και άλλοτε εκίνησε δυνάμεις και απέτυχεν.
Η πόλις των Ψαρών κείται προς το νοτειοανατολικόν μέρος της νήσου. Έμπροσθεν αυτής είναι ο λιμήν· άνωθεν δε εσώζετο παλαιόν τείχος, και εν αυτώ ναός επ' ονόματι του αγίου Ιωάννου. 7500 ήσαν οι εντόπιοι, αλλ' οι εις την νήσον πολλαχόθεν καταφυγόντες υπελογίζοντο 25,000, εξ ών οι πλείστοι ήσαν Κυδωνιείς και Χίοι. Ήσαν και 1000 Θετταλομακεδόνες μισθωτοί. Είχε δε η νήσος όλη εις υπεράσπισίν της 150 κανόνια, εν οίς καί τινα σταλέντα παρά του εν Ρωσσία Βαρβάκη. Εκ των 150 δε 24 έκειντο επί του τείχους.
Ιούνιος Την 18 Ιουνίου εφάνησαν έξωθεν του λιμένος πλοία τουρκικά, και αυθημερόν επανέπλευσαν εις Μιτυλήνην, όπου διέμενεν όλος ο στόλος. Οι Ψαριανοί εσυμπέραναν ότι τα πλοία ταύτα ήλθαν εις κατασκοπήν, και ότι ήγγιζεν η ώρα του κατά της πατρίδος των μελετωμένου κινήματος. Συνελθόντες δε εις συμβούλιον, οι μεν εγνωμοδότησαν να εκπλεύσωσιν εις συνάντησιν του εχθρού μακράν της νήσου, οι δε να τον περιμείνωσιν επ' αυτής. Υπερίσχυσεν η τελευταία γνώμη· απέβησαν οι ναύται και κατέλαβαν διαφόρους θέσεις· άφησαν δε μόνα τα πυρπολικά των εις περίπλουν έμπροσθεν του λιμένος φανταζόμενοι, ότι ικανοί ήσαν να υπερασπίσωσιν όλην την νήσον, ό εστι 18 μιλίων περιφέρειαν, τρισχίλιοι οπλοφόροι. Την 19 ανήχθη ο εχθρικός στόλος, ήλθε προ της μεσημβρίας όπισθεν της πόλεως κατέμπροσθεν της μονής του αγίου Νικολάου και του Ξηροκάμπου, και ήρχισε να κανονοβολή σφοδρώς. Ήσαν δε τα ελθόντα πλοία, μικρά μεγάλα πολεμικά και φορτηγά, 176, εν οίς 1 τρίκροτον, 2 δίκροτα, 6 φρεγάται και 10 κορβέτται· έφεραν δε δωδεκακισχιλίους εις απόβασιν. Οι Έλληνες, έχοντες καλώς ωχυρωμένον το παραθαλάσσιον εκείνο, αντείχαν και αντεκανονοβόλουν γενναίως· δι' όλης δε της ημέρας και της επελθούσης νυκτός επεκράτησεν αμοιβαίος κανονοβολισμός, και οι μαχόμενοι διέμειναν όπου ετοποθετήθησαν ασάλευτοι. Περί δε την δ' ώραν μετά την ανατολήν του ηλίου εν μέσω του κανονοβολισμού και υπό το επικρατούν εξ αιτίας της νηνεμίας νέφος του καπνού απέβησαν αόρατοι πεντακόσιοι εχθροί κατ' αρχάς, και κατόπιν και άλλοι εις θέσιν Πριόνι, όπου παρέκειτο κανονοστάσιον φέρον τρία κανόνια υπό την επιστασίαν του Ολυμπίου οπλαρχηγού, Κώτα, και 50 οπαδών του. Κωφοί οι φυλάττοντες το κανονοστάσιον εις την φωνήν του αρχηγού των ετράπησαν ιδόντες τους εχθρούς επερχομένους, και επί της τροπής συλληφθείς ο Κώτας εφονεύθη.
Συγχρόνως απέβησαν και άλλοι εχθροί εις Φτελιόν. Εκεί ηύραν σφοδράν αντίστασιν και εχύθη πολύ αίμα· αλλ' όντες πολυαριθμότεροι υπερίσχυσαν και εκυρίευσαν την θέσιν. Εκείθεν επροχώρησαν προς την πόλιν ανεμπόδιστοι, και αναβάντες εις τα υπερκείμενα βουνά έστησαν τας σημαίας των. Ιδόντες δε ταύτας οι επί της νήσου και τους εχθρούς καταβαίνοντας πληθηδόν προς την πόλιν, έτρεξαν προς τα πλοία. Άνδρες και γυναίκες ερρίπτοντο εις την θάλασσαν προς διάσωσιν εις αυτά· αλλά τα πλοία όχι μόνον ήσαν ηγκυρωμένα αλλά δεν είχαν, εκτός ολίγων, ουδέ τα πηδάλιά των, διότι επί τη αιτήσει των υπομισθίων Θετταλομακεδόνων τα απεβίβασαν την προτεραίαν ίνα μη φύγωσιν οι εντόπιοι ελθόντος του εχθρού, και εγκαταλειφθώσιν οι πολεμούντες υπέρ αυτών ετερόχθονες. Το περιστατικόν τούτο εξέθεσε τους πλείστους εις σφαγήν και εις αιχμαλωσίαν, μόνοι όσοι επρόφθαναν και κατέφευγαν εις πηδαλίουχα, ή εις πλοιάρια, απέφευγαν τας χείρας των εχθρών, διότι ο εχθρικός στόλος εβράδυνε να έλθη έμπροσθεν του λιμένος, και τα πλοία ταύτα απεμακρύνοντο ασφαλώς του τόπου της σφαγής και της αιχμαλωσίας· οι δε λοιποί επνίγοντο ή ηχμαλωτίζοντο· 19 μόνον πλοία επρόφθασαν και έφυγαν, όλα δε τα άλλα, ως 100 μικρά μεγάλα, ελθόντος του στόλου, συνελήφθησαν. Έν δε αυτών, το του Δημήτρη της Ασημήνας, φέρον γυναίκας και παιδία εκάη αύτανδρον προς αποφυγήν των παθημάτων της τουρκικής αιχμαλωσίας· το δε του Χατσή-Αγγελή ελυτρώθη εκληφθέν ως πυρπολικόν αναφθείσης επί του καταστρώματος πυρίτιδος. Οι εχθροί έκαυσαν την πόλιν, και κυριεύσαντες την νήσον όλην απέκλεισαν· προσέβαλαν το τείχος, την μόνην θέσιν ην διετήρησαν οι Έλληνες μετά την ευτυχή απόβασιν των εχθρών. Πολλοί ήσαν οι έγκλειστοι, εν οίς και 600 Θετταλομάγνητες υπό τον Λάμπρον Κασσανδρέα, τον Γούλαν και άλλους· συνεκλείσθη και ο Σλάβος Ράδος, ο άλλοτε εν Ευβοία αριστεύσας. Δύο ημερονύκτια αντέστησαν ούτοι γενναίως, αλλ' εκ του σφοδρού κανονοβολισμού διερράγη η μόνη εντός του τείχους δεξαμενή, και εξ αιτίας της στερήσεως του νερού και της απελπισίας από πάσης έξωθεν βοηθείας απεφάσισαν οι έγκλειστοι την τρίτην ημέραν ν' αποθάνωσιν ενδόξως. Την αυτήν ημέραν απεφάσισαν και οι εχθροί ν' αναβώσι ξιφήρεις το τείχος. Εντός αυτού ήτο σπήλαιον, η φοντάνα, χρησιμεύον ως πυριτοθήκη και καταφύγιον οικογενειών. Οι έγκλειστοι εξετέλεσαν εν πρώτοις όσα η θρησκεία παραγγέλλει προ του θανάτου, και δράξαντες την στιγμήν καθ' ην οι εχθροί ανέβαιναν πληθηδόν πανταχόθεν κατεβίβασαν την επί του τείχους ελληνικήν σημαίαν, ύψωσαν λευκήν εφ' ης ήσαν εγκεχαραγμέναι αι λέξεις «Ελευθερία ή θάνατος», και έβαλαν πυρ εις την πυριτοθήκην. Εσείσθη η νήσος επί τη εκρήξει, ανετράπησαν τα τείχη, και υπό τα ερείπια όλοι οι εντός, εκτός δύο, ετάφησαν, και συνετάφησαν και οι εφορμήσαντες εχθροί των υπερδισχίλιοι. Μικρός ο αριθμός των αιχμαλωτισθέντων επί της καταστροφής της νήσου, αλλά υπέρμεγας ο των φονευθέντων. Εκ των 7500 εντοπίων, 3500 διεσώθησαν, εν οίς και 150 κρυβέντες κατά το μέρος όπου εγένετο η απόβασις, ους παρέλαβε την επαύριον η παρευρεθείσα επί τη καταστροφή των Ψαρών γαλλική φρεγάτα Ίσις· ώστε, αν κατά την αναλογίαν ταύτην λογισθώσι και οι εκ των 25,000 προσφύγων διασωθέντες μη εχόντων προς σωτηρίαν όσους τρόπους είχαν οι εντόπιοι, ο αριθμός όλων των φονευθέντων και αιχμαλωτισθέντων υπερβαίνει τους δεκαεπτακισχιλίους.
Καταστρεφομένης δε της νήσου, οι αιμοχαρείς πορθηταί της έκοπταν και μετεκόμιζαν εις την ναυαρχίδα τας κεφαλάς των αθλίων Χριστιανών. Ο δε καπητάμπασας, καθήμενος επί της λεοντής του, τας εδέχετο περιχαρής συσσωρευομένας υπό τους οφθαλμούς του, και εφιλοδώρει τους αποκεφαλιστάς κατά την βδελυράν τουρκικήν συνήθειαν. Ελλιμένιζε ταις ημέραις εκείναις έμπροσθεν των Ψαρών το αγγλικόν δικάταρτον Alacrity. Ο πλοίαρχος Υωρκ (α), μαθών ότι απήγαγαν εις την οθωμανικήν ναυαρχίδα ως αιχμάλωτον αρχιμανδρίτην τινά φίλον του, αφίχθη εις λύτρωσίν του, και υποκριθείς ότι επεθύμει να τον αποχαιρετήση, παρεκάλεσε τον πασάν να διατάξη την προσέλευσίν του· επί τη παρακλήσει ταύτη ελάλησεν ο πασάς πρός τινα των παρεστώτων κατ' ιδίαν, και μετ' ολίγον προσηνέχθη κεφαλή γενειώσα, την στιγμήν εκείνην αποκοπείσα και αίμα εισέτι στάζουσα. Σατανικώς δε υπομειδιάσας ο πασάς επί τω θεάματι, είπε τω πλοιάρχω δακτυλοδεικτών την κεφαλήν, «ιδού ο φίλος σου». Ο πασάς ούτος ήτον είς των συνετωτέρων και ημερωτέρων ανδρών της αυτοκρατορίας.
Η καταστροφή των Ψαρών υπό την πολεμικήν έποψιν δεν ομοιάζει την των Κυδωνιών, της Ναούσης, της Κασσάνδρας ή της Χίου· ήτο καταστροφή μεγάλου μέρους της ναυτικής δυνάμεως της Ελλάδος και εξαφάνισις της προφυλακής αυτής· ήτον απόσβεσις φλογός καιούσης κατ' έτος τα εχθρικά παράλια της Ασίας και πολλάκις λυούσης τας εκστρατείας της. Ζωήν ενόμισαν οι πλησιόχωροι λαοί της Ασίας τον θάνατον των Ψαρών, και εδοξολόγησαν τον Θεόν ιδόντες πωλουμένας εν ταις αγοραίς των τας γυναίκας και τα τέκνα ανδρών, ων ακούοντες χθες μόνα τα ονόματα έτρεμαν. Ερρέθη, ότι η νήσος ηλώθη εξ επιβουλής, και ότι το κανονοστάσιον επροδόθη υπό του Κώτα· αλλ' η κατηγορία αύτη είναι πάντη ανυπόστατος, και ο Κώτας συλληφθείς υπό των εχθρών εφονεύθη.
Εν ώ δε κατεστρέφοντο τα Ψαρά, αι ναυτικαί μοίραι Ύδρας και Σπετσών ηπράκτουν δι' έλλειψιν των εις έκπλουν. Προ πολλού είχε φθάσει, ως είπαμεν, και η πρώτη και η δευτέρα δόσις των δανείων εις Ζάκυνθον, και αν δεν παρενέπιπταν τα περί ων διελάβαμεν εμπόδια εις την προς την ελληνικήν κυβέρνησιν αποστολήν αυτών, επρολαμβάνετο ίσως διά του εν καιρώ έκπλου του στόλου η πτώσις και της Κάσσου και των Ψαρών. Εν τοσούτω, η περί ης ο λόγος καταστροφή κατετάραξε τους Έλληνας φοβηθέντας μη πάθη και η Ύδρα ό,τι έπαθαν τα Ψαρά, και τότε κατεστρέφετο όλος ο αγών· διά τούτο και στρατεύματα έξωθεν εις την νήσον ταύτην μετεβιβάσθησαν, και πλοία μετά μεγάλης σπουδής και εκ του προχείρου ητοιμάσθησαν και ενωθέντα μετά των διασωθέντων ψαριανών απέπλευσαν υπό τον Μιαούλην προς τα Ψαρά επ' ελπίδι να προλάβωσι την πτώσιν του τείχους αντέχοντος ως εφημίζετο· διετάχθη δε και η υπό τον Σαχτούρην πλεύσασα εις βοήθειαν της Κάσσου μοίρα και μη φθάσασα εκεί εν καιρώ να πλεύση και αύτη προς εκείνο το μέρος· προς το αυτό μέρος έπλευσε και η των Σπετσών.
Μετά δε την ανατροπήν του τείχους επανέπλευσαν ο στόλος και τα στρατεύματα του εχθρού εις Μιτυλήνην. Δισχίλιοι μόνον στρατιώται και 35 πλοία ένοπλα δευτέρας και τρίτης τάξεως, τα πλείστα σαλούπαι, εναπέμειναν εις μετακόμισιν των επί της νήσου κανονίων· εναπέμειναν και χίλιοι εθελονταί εις λαφυραγωγίαν· εστάλησαν και εις Κωνσταντινούπολιν ως τρόπαια και εξετέθησαν επί των πυλώνων του παλατίου την 12 ιουλίου 500 κεφαλαί, 1200 ωτία, 35 ελληνικαί σημαίαι και 200 αιχμάλωτοι.
Ιούλιος Την δε 3 εξημερώθη η υπό τον Μιαούλην μοίρα έξωθεν των Ψαρών υπό το ακρωτήριον του Λιμεναρίου· έφθασε συγχρόνως και η υπό τον Σαχτούρην και η των Σπετσών· όλα δε τα πλοία συνηριθμούντο 56, εξ ών 34 υδραϊκά, 13 σπετσιωτικά, και 9 ψαριανά, και απεβίβασαν αυθημερόν ικανούς ναύτας. Ιδόντες οι επί της νήσου τους εχθρούς των αποβάντας, άφησαν όλα τα μέρη της νήσου και έτρεξαν εις τα εν τω λιμένι πλοία των τόσον έντρομοι, ώστε τινές αυτών επνίγησαν· διακόσιοι μόνον μη προφθάσαντες να φύγωσιν εκλείσθησαν εντός τεσσάρων οικιών. Επίσης έντρομα και τα πληρώματα των εν τω λιμένι εχθρικών πλοίων έκοψαν τας αγκύρας και ανήχθησαν· ανήχθησαν και τα ελληνικά εις καταδίωξιν αυτών και τα εκανονοβόλησαν· μία γολέττα παρεδόθη και έν άλλο πλοίον εκάη· επόδισαν τότε τα εχθρικά προς την Χίον καταδιωκόμενα· οι δε εν αυτοίς απελπισθέντες τα έρριψαν εις την ξηράν και τα έκαυσαν· τέσσαρα μόνον διεσώθησαν και ταύτα κακώς έχοντα. Την δ' επαύριον απέκλεισαν οι Έλληνες τους εν ταις οικίαις και επυροβόλουν διά ξηράς και θαλάσσης, αλλ' εις μάτην. Τέσσαρες ναύται και ο ανδρείος πλοίαρχος Λάζαρος Παναγιώτας επληγώθησαν πολεμούντες επί της ξηράς, και εν ελλείψει χειρούργου μετεκομίσθησαν εις Ύδραν.
Μετά δε την φθοράν του εχθρικού στολίσκου και τον πολύν όλεθρον των εν αυτώ, επανέπλευσαν τα ελληνικά πλοία εις Ψαρά και επήραν πολλά των υπό των εχθρών εις τον αιγιαλόν καταβιβασθέντων και μη εισέτι επιβιβασθέντων κανονίων. Την δε 7, ανατείλαντος του ηλίου, εφάνη εχθρικόν πλοίον κατά την Χίον· απέπλευσαν ευθύς εκ Ψαρών τρία ελληνικά εις καταδίωξιν του, αλλά μετ' ολίγον ειδοποίησαν διά σημείων, ότι όλος ο εχθρικός στόλος εφαίνετο· τότε διετάχθησαν οι επί της ξηράς ναύται να επιβιβασθώσι, και τούτου γενομένου, ανήχθησαν όλα τα πλοία· αλλά μόνον 14 υδραϊκά έπλευσαν προς την Χίον, τα δε άλλα επόδισαν προς τον Καφηρέα. Επειδή δε τόσον ολίγα δεν ήσαν αξιόμαχα προς τοιούτον στόλον, δεν εναυμάχησαν, αλλ' ελλιμένισαν την 11 υπό το ακρωτήριον της Σάμου, και εκείθεν επανέπλευσαν εις τα ίδια. Επ' ουδεμιάς δε άλλης μέχρι τούδε εκστρατείας ευρέθησαν τα ελληνικά τόσον απρομήθευτα των αναγκαίων. Εν τούτοις ο εχθρικός στόλος κατέπλευσεν εις Ψαρά, παρέλαβε τους εγκλείστους και τα εναπομείναντα κανόνια, κατηδάφισε τας σωζομένας οικίας, και χώσας τον λιμένα επανέπλευσεν εις Μιτυλήνην.
Τοιουτοτρόπως απετελείωσεν η καταστροφή των Ψαρών. Η δε κυβέρνησις περιέθαλψεν όπως εδύνατο τους διασωθέντας Ψαριανούς και τοις έδωκεν επί τη αιτήσει αυτών εις προσωρινήν κατοικίαν την Μονεμβασίαν και εις μόνιμον διά ψηφίσματος τον Πειραιά, αλλά το ψήφισμα δεν επραγματοποιήθη, συνοικισθέντων των πλείστων εις Αίγιναν.
Την καταστροφήν των Ψαρών επρόκειτο κατά το σχέδιον της Πύλης να παρακολούθηση η της Σάμου· αλλ' ο αφιλοπόλεμος Χουσρέφης, αντί να την προσβάλη αμέσως ανέτοιμον, απροστάτευτον υπό του ελληνικού στόλου και απελπισθείσαν επί τη καταστροφή των Ψαρών, εκάθησεν ολόκληρον μήνα αργός εν Μιτυλήνη. Αθλιώτατα ήσαν τα εσωτερικά της Σάμου τον μήνα εκείνον. Τέσσαρες ήσαν αι φατρίαι· η μεν ήθελε φυγήν, η δε επίκλησιν αγγλικής προστασίας, η τρίτη συμβιβασμόν, η δε τετάρτη αντίστασιν μέχρι θανάτου. Καλή τύχη υπερίσχυσεν η τελευταία ελθούσης εν καιρώ της ειδήσεως ότι τα εν Ζακύνθω κατατεθέντα χρήματα εδόθησαν, και ότι εξ αυτών εχορηγήθησαν προς έκπλουν του στόλου εις βοήθειαν της νήσου των δίστηλα 90,000.
Την δε 24 εξέπλευσαν 15 πολεμικά σπετσιωτικά και έν πυρπολικόν υπό τον Κολανδρούτσον, ηγκυροβόλησαν την 27 εις Κολώνας και ανήχθησαν μετά τρεις ημέρας· ηυξήθη δε ο αριθμός αυτών μετ' ολίγον εις 28. Την δε 27 εξέπλευσαν 27 υδραϊκά πολεμικά και πυρπολικά αποτελούντα την πρώτην μοίραν υπό τον Σαχτούρην· ητοιμάζετο δε μετά πολλής σπουδής να εκπλεύση και η δευτέρα υπό τον Μιαούλην. Την 30 εξημερώθη η υπό τον Σαχτούρην έξωθεν της Ικαρίας και είδε 40 μικρά πλοία, εν οίς και 20 σακολέβας, πλέοντα υπό τουρκικήν σημαίαν προς την Σάμον και φέροντα δισχιλίους εις αποβίβασιν προς το μέρος του Καρλοβασίου. Προπλέοντα δε τρία πλοία της μοίρας ταύτης και δύο σπετσιωτικά έπεσαν επί τα φανέντα εχθρικά, δύο σακολέβας κατεπόντισαν και δύο άλλας συνέλαβαν, τους δε εν αυταίς έσφαξαν. Εν τω μεταξύ δε τούτω επλησίασαν και τα λοιπά, και τότε όλα τα εχθρικά πλοιάρια καταδιωκόμενα ηναγκάσθησαν τα μεν να πέσωσιν εις την πλησιεστέραν ξηράν, τα δε να καταφύγωσιν εις άλλα παράλια. Επί της συγκρούσεως δε ταύτης εφονεύθησαν εκ των Ελλήνων 5 και επληγώθησαν 9. Την δε επαύριον έπλευσεν η μοίρα υπό εύδιον άνεμον προς την παραλίαν, όπου, ως ειδοποιήθη, διάφορα πλοιάρια παρελάμβαναν στρατεύματα· αλλ' η είδησις δεν ήτον αληθής· εκείθεν έπλευσε παρά το στόμιον του πορθμού κατά την Μυκάλην, όπου και ηγκυροβόλησεν· αλλ' ανήχθη μετ' ολίγον ιδούσα επί των αντικρύ βουνών και των παραλίων πλήθη στρατευμάτων, εντός δε δύο λιμενίσκων σωρούς πλοιαρίων ετοίμων να μεταβιβάσωσι τα στρατεύματα ταύτα εις Σάμον· ήσαν εν αυτοίς και δύο βρίκια, άτινα άμα είδαν τα ελληνικά πλοία επερχόμενα, έκοψαν τας αγκύρας και έτρεξαν υπό την σκέπην του μεγάλου στόλου ελλιμενίζοντος όπισθεν του κατά το ακρωτήριον της αγίας Μαρίνας ερημονησίου. Προχωρήσασα βαθύτερον η μοίρα είδεν άλλα πλοιάρια προσωρμισμένα, και άλλα στρατεύματα συσσωρευμένα επί των παραλίων και των πλησίον λόφων έτοιμα εις μεταβίβασιν. Επλησίασαν τότε τρία των πλοίων προς την ξηράν, έν αυτών έρριψε μίαν κανονίαν, και εν τω άμα ετράπησαν οι επί της παραλίας εχθροί και ανέβησαν εις τους λόφους. Επόδισε μετά τούτο η μοίρα και έρριψεν άγκυραν αυθημερόν όπου και πρότερον. Αφ' ού δε παρετήρησεν ο εχθρός ότι, εν όσω τα ελληνικά πλοία κατείχαν την θέσιν εκείνην, η μετάβασις των στρατευμάτων εδυσκολεύετο, 18 πλοία της πρώτης τάξεως έπλευσαν, περί την δ' ώραν επί τα ελληνικά. Ο Σαχτούρης διέταξε να ναυμαχήσωσιν οι περί αυτόν επ' αγκύρας· εναυμάχησαν μετά μεσημβρίαν καθ' όν τρόπον διέταξε· πολλοί εκατέρωθεν κανονοβολισμοί αλλ' αποτέλεσμα ουδέν· προς δε το εσπέρας, αφ' ού ώρμησαν δύο πυρπολικά, το του Ρομπότση και το του Τσάπελη, το μεν εις μίαν φρεγάταν το δε εις μίαν κορβέτταν, εφοβήθησαν οι εχθροί και απεμακρύνθησαν· επανήλθαν και την επαύριον. Οι Έλληνες τους εδέχθησαν επ' αγκύρας ως και την προτεραίαν. Τρεις ώρας εναυμάχησαν, και πάλιν πολύς κανονοβολισμός και αποτέλεσμα ουδέν, έως ου ανήχθησαν τέσσαρα πυρπολικά, άτινα μόλις είδαν οι εχθροί επιπλέοντα απεμακρύνθησαν και ούτως έπαυσεν η δευτέρα ναυμαχία.
Αύγουστος Την δε 2 αυγούστου ήλθαν εις χαιρετισμόν του αντιναυάρχου ο αρχιερεύς της Σάμου, ο Λυκούργος και άλλοι πρόκριτοι· τους αντεπεσκέφθη και ο αντιναύαρχος επί της ξηράς, όπου υπεδέχθη μετά μεγίστης τιμής. Αυθεσπερί δε ήλθαν όπου τα υδραϊκά πλοία και τα 28 σπετσιωτικά και έν ψαριανόν. Την 4 έπλευσε και τρίτην φοράν ο εχθρικός στόλος επί τον ελληνικόν· κανονοβολών δε αυτόν εκανονοβόλει συγχρόνως και τα επί της νήσου κανονοστάσια και αντεκανονοβολείτο. Εν τούτοις ανήχθησαν 17 των ελληνικών πολεμικών και διετάχθησαν και τα πυρπολικά να κινηθώσιν, αλλ' ουδέν εκινήθη· και οι μεν πλοίαρχοι ητιώντο τα πληρώματα, τα δε πληρώματα τους πλοιάρχους. Εις μάτην δε ο αντιναύαρχος έτρεχεν από πυρπολικού εις πυρπολικόν και εκάλει τους εν αυτοίς εις εξόρμησιν. Καλή τύχη έφθασε κατ' αυτήν την ώραν ο Κανάρης, υπήκουσε μετά χαράς, και τότε το πυρπολικόν αυτού και τα 17 πολεμικά υδραϊκά και σπετσιωτικά ώρμησαν εις το μέσον των εχθρικών και δεν επόδισαν ειμή αφ' ού ηναγκάσθησαν τα εχθρικά όλα ν' απομακρυνθώσιν.
Η τρίτη αύτη ναυμαχία διήρκεσε πέντε ώρας. Εν τούτοις τα επί της ξηράς πολυπληθή στρατεύματα έβλεπαν αυτοψεί την καταισχύνην του μεγάλου στόλου των καταδιωκομένου και φεύγοντος και ωλιγοψύχουν. Ο ατυχής στόλος εκινήθη και τετάρτην φοράν κατά του ελληνικού την επαύριον, και τα μεν των πλοίων αυτού επροσπάθουν, πνέοντος ολίγου ανατολικού ανέμου, να επιπέσωσι διά του μεταξύ του ανατολικού ακρωτηρίου της Σάμου (Κολώνες) (β) και της αγίας Μαρίνας πορθμού φυλαττομένου υπό των Σπετσιωτών, τα δε διά του αριστερού μέρους φυλαττομένου υπό των Υδραίων. Καλή τύχη εφιλοτιμήθησαν και οι πυρποληταί όλοι ημέραν εκείνην και εκινήθησαν πρόθυμοι. Πρώτος ο Τσάπελης ώρμησεν εις μίαν μεγάλην φρεγάταν πλέουσαν μεταξύ του ακρωτηρίου της Σάμου και της αγίας Μαρίνας. Ο πυρπολητής ούτος προσέπλευσεν εντός βολής πιστόλας, αν και βροχηδόν έπιπταν εντός του πυρπολικού του οι μύδροι και τα βόλια της φρεγάτας. Αλλ' εν ώ επρόκειτο να το κολλήση, τινές των ναυτών του, ιδόντες τους εχθρούς ετοιμάζοντας τας λέμβους των εις ρυμουλκίαν της φρεγάτας, και υπολαβόντες ότι ήρχοντο εις αφαρπαγήν του εφολκίου, εδειλίασαν, και εμβάντες δρομαίοι εις αυτά άφησαν επί του πυρπολικού τον πλοίαρχον πηδαλιουχούντα, απειλούντες ότι θα έκαιαν και το πλοίον και αυτόν, αν δεν τους ηκολούθει. Τόση δε δειλία παρά συνήθειαν κατέλαβε τους ναύτας, ώστε θα έπιπτε το πλοίον εις χείρας των εχθρών, αν δεν επρόφθανε να το καύση ο πλοίαρχος καύσας εκ της πολλής βίας και τα πρόσωπόν του και την χείρα του· αλλ' ό,τι δεν κατώρθωσεν ο γενναίος αλλ' ατυχής Τσάπελης, το κατώρθωσε μετά μίαν ώραν ο επιδεξιώτατος Κανάρης. Ούτος, καθ' ην ώραν ηγωνίζετο η φρεγάτα να κάμψη το ακρωτήριον, έστησε το πυρπολικόν του έμπροσθέν της, ώστε, αν η φρεγάτα επροχώρει, αδύνατον ήτο να διαφύγη τας φλόγας του· εις αποφυγήν δε του δεινού έστρεψε την πρώραν προς τα παράλια της Ασίας, και καταδιωκομένη υπό του πυρπολικού ηναγκάσθη να πλεύση προς τον πλησιέστερον κρημνόν· αλλά πριν πέση έξω, την επρόφθασε το πυρπολικόν και περιεπλέχθη· η φρεγάτα κατήντησεν ακυβέρνητος, και οι πλείστοι των εν αυτή, πεσόντες εις την θάλασσαν, εξεκολύμβουν. Εν τοσούτω αι φλόγες διεδόθησαν εις αυτήν, άναψε μετ' ολίγον και η πυριτοθήκη, και τότε κανόνια, κατάρτια, κεραίαι, σφαίραι, ξύλα, σίδηρα ετινάχθησαν όλα εις τον αέρα, και πολλά αυτών έπεσαν εν μέσω των επί της ξηράς στρατευμάτων και άλλους μεν εφόνευσαν, άλλους δε επλήγωσαν. Εφονεύθησαν και δύο ναύται του πυρπολικού υπό των τουφεκιών των επί της ξηράς· οι δε απομείναντες εν τη φρεγάτα οι μεν συνεκάησαν, οι δε επί των κυμάτων φερόμενοι εζωγρήθησαν και εσφάγησαν. Ο εχθρός, αν και εξεθαμβήθη επί τοις παθήμασί του, δεν απηλπίσθη και ανεστράφη· αλλ' αντέστη σφοδρώς η εκ σπετσιωτικών πλοίων αριστερά πτέρυξ, εν οίς διεκρίθη το υπό τον Ανάργυρον Λεμπέσην. Το δειλινόν περιέπλεξεν ο Βατικιώτης το πυρπολικόν του εις δικάταρτον τουνεζινικόν 20 κανονίων και το έκαυσεν· συνελήφθη δε καί τις εν αυτώ πασάς Τουνεζίνος προφθάσας και ριφθείς εις την θάλασσαν. Μετά δύο ώρας άλλοι πυρποληταί, ο Δημήτρης Ραφαλιάς και ο Λέκας Ματρόζης περιέπλεξαν τα πυρπολικά των είς τινα φρεγάταν και την έκαυσαν. Ερρίφθησαν και δύο άλλα μετά ταύτα, αλλ' εκάησαν μη καύσαντα. Απελπισθείς επί τέλους ο εχθρικός στόλος απεμακρύνθη περί την α' ώραν της νυκτός κατά το Αγαθονήσι· η δε φθορά, ην έπαθε την ημέραν εκείνην, και η εντεύθεν καταισχύνη εφαίνοντο ματαιώσασαι την εις Σάμον απόβασιν· και τα μεν στρατεύματα διεσκορπίσθησαν, ο δε στόλος κατέπλευσεν εις Πάτμον και Καρέναν, και μετ' ολίγας ημέρας μεθώρμησεν εις Κων όπου ανεμένετο ο αιγύπτιος (γ).
Η λαμπρά αύτη και σωτηριώδης ναυμαχία ενέπλησε θάρρους τας καρδίας των Ελλήνων και τους παρηγόρησε διά την καταστροφήν της Κάσσου και των Ψαρών. Εξ όσων δε κατώρθωσεν ο ελληνικός στόλος εις προφύλαξιν της Σάμου εξάγεται, ότι δεν κατεστρέφοντο ίσως ουδέ τα Ψαρά, αν υπερασπίζοντο επί της θαλάσσης (δ).
Καθ' όν δε καιρόν εκινείτο ο στόλος κατά των Ψαρών και της Σάμου, εκινούντο και στρατεύματα προς την Ανατολικήν Ελλάδα. Ο φοβερός ως ηγεμών της Μακεδονίας Αβδουλαβούτης δεν ευδοκίμησεν ως Ρούμελη-βαλεσής και διεκρίθη μόνον διά την ωμότητά του. Ο σουλτάνος τον εκάθηρεν, αρχομένου του έαρος του έτους τούτου, και αντικατέστησε τον Δερβήσ -πασαν. Διετάχθη ούτος να στρατολογήση 30,000, αλλ' ούτε το ήμισυ εδυνήθη να συνάξη· είχε δε υπό την οδηγίαν του τον Ισούφπασαν Μπερκόφτσαλην και τον εκ Δίμπρας Αμπάτπασαν. Μεσούντος δε του Ιουνίου, εστρατοπέδευσε πανστρατιά εις Λιανοκλάδι υπό κακούς οιωνούς. Δύο τρεις ημέρας πρότερον είχε στείλει εκεί υπό φύλαξιν ενόπλων πολλά κιβώτια φυσεκίων εις χρήσιν του στρατού, αλλά την νύκτα έπεσε κεραυνός εις τον πύργον, όπου τα πολεμεφόδια εφυλάττοντο, τα έκαυσεν όλα, και συνέκαυσε καί τινας των φυλασσόντων αυτά.
Στρατοπεδεύσας δε ο Δερβήσπασας εις Λιανοκλάδι έστειλε μετά τινας ημέρας εις Γραβιάν υπό τους δύο άλλους πασάδας εξακισχιλίους πεζούς και χιλίους ιππείς, ίνα εισβάλωσι δι' εκείνης της οδού εις Σάλωνα· διέταξε και τον Καρύστιον Ομέρπασαν και τον εν Πρεβέζη Βρυώνην να εισβάλωσι και ούτοι συγχρόνως ο μεν εις Αττικήν ο δε εις Ακαρνανίαν, συνελθόντα δε όλα τα στρατεύματα εις Ναύπακτον να μεταβώσιν όπου τα πράγματα τα ωδήγουν. Αλλά τα σχέδια των Τούρκων ήσαν ως και τα των Ελλήνων, γραπτά μάλλον ή πρακτά.
Τας αυτάς δε ημέρας συνενωθέντες οι εν Ρίω, Αντιρρίω και Ναυπάκτω Τούρκοι, ως πεντακόσιοι, ώρμησαν εις την επαρχίαν Λιδωρικίου, και ευρόντες μέρος του στρατεύματος της επαρχίας ταύτης εν τω χωρίω Ομέρ-εφέντη υπό τον οπλαρχηγόν του Καλτσά, Τριαντάφυλλον, συνεκρούσθησαν, και μη δυνηθέντες να προχωρήσωσιν ωπισθοδρόμησαν. Εκ των Ελλήνων 6 εφονεύθησαν και 11 επληγώθησαν.
Γνωσθείσης δε της μελετωμένης εις Σάλωνα εισβολής, ανηγέρθησαν, διαταγή του Πανουργιά, κατά την μεταξύ Σαλώνων και Άμπλιανην 10 δυνατοί προμαχώνες· αλλ' ολιγάριθμον ήτον ως προς την ανάγκην το τάγμα του Πανουργιά. Καλή τύχη συνήλθαν εις την θέσιν εκείνην και άλλα τάγματα υπό τον Γεωργάκην Δράκον, τον Γιώτην Δαγκλήν, τον Διαμάντην Ζέρβαν και τον Περραιβόν. Έστειλε και ο Λόντος υπό τον Παναγιώτην Νοταράν 200 στρατιώτας, και επί μισθοδοσία δέκα χιλιάδων γροσίων έπεισε και τους περί τον Κίτσον Τσαβέλλαν, εκ Μεσολογίου εις Πελοπόννησον ερχομένους και διαβαίνοντας την Σεργούλαν, να μεταβώσι και ούτοι εις την θέσιν εκείνην· ήσαν δε όλοι οι υπερασπισταί της εννεακόσιοι.
Ιούλιος Την 8 ιουλίου μέρος του εχθρικού στρατού εξ Αλβανών και υπό την οδηγίαν του Αμπάζπασα επάτησε την επαρχίαν του Λιδωρικίου, ήρπασεν οκτακισχίλια πρόβατα και μίαν εκατοστύν ίππων, ηκροβολίσθη μετά του εν Μουσινίτσα υπό τον Σκαλτσάν τάγματος ενδυναμωθέντος και παρά τινων Κραββαριτών υπό τον Σαφάκαν και επανήλθεν εις το στρατόπεδόν του. Την νύκτα δε της 13 εξεστράτευσαν όλοι οι εν Γραβιά σύροντες και δύο κανόνια, και εξημερώθησαν εις του Σανδάλη το μνήμα, μίαν ώραν μακράν της Άμπλιανης, και την γ' ώραν της ημέρας έπεσαν επί τους κατέχοντας την θέσιν εκείνην Έλληνας· και κατ' αρχάς μεν πυροβολούντες, μετ' ολίγον δε ξιφήρεις, ηγωνίζοντο ν' ανοίξωσιν ην επρόλαβαν οι Έλληνες και έφραξαν οδόν, ενρίψαντες κορμούς δένδρων. Γενναίως υπεράσπισαν τας θέσεις των οι Έλληνες, αντέκρουσαν τους εχθρούς και πολλάκις εφορμήσαντας τους απώθησαν· αλλ' ανένδοτοι ήσαν οι εχθροί και αμφιρρεπής η μάχη μέχρι της εσπέρας, καθ' ην ελθούσα επικουρία υπό τον Χαλμούκην έπεσεν επί την αριστεράν πτέρυγα του εχθρού, την έβαλεν εις αταξίαν, και διά της θερμής συνεργείας των Σουλιωτών πολεμούντων προς εκείνο το μέρος την έτρεψεν. Η τροπή της αριστεράς πτέρυγος επέφερε την του κέντρου· μόνη η δεξιά αντείχε και στενώς επολιόρκει τον προμαχώνα, εν ώ ήτον ο Νάκος Πανουργιάς· αλλ' αφ’ ού ενύκτωσεν, ετράπη και αύτη μη δυναμένη μόνη ν' ανθέξη. Οι Έλληνες έτρεξαν κατόπιν των εχθρών, επήραν τα δύο κανόνια, πολλά όπλα, πολεμεφόδια, ίππους, σημαίας, και την σκηνήν του Μπερκόφτσαλη. 37 Έλληνες και πάμπολλοι Τούρκοι εσκοτώθησαν και επληγώθησαν, πολλοί δε κατεκρημνίσθησαν επί της διά των στενοτοπιών φυγής των ωθούντες και ωθούμενοι, και προτιμώντες τον θάνατος της αιχμαλωσίας· απόδειξις δε της μεγάλης φθοράς των εχθρών είναι, ότι τα στρατεύματα, επανελθόντα εις Γραβιάν, δεν επεχείρησαν νέαν εισβολήν. Εφονεύθη την ημέραν εκείνην και ο γνωστός Μπέης της Θράκης, Σουλεϊμάνης.
Καθώς δε προεσχεδιάσθη, απέβη κατ' αυτάς και ο Καρύστιος Ομέρης εις Ωρωπόν μετά των εν Ευβοία δισχιλίων γενιτσάρων και χιλίων άλλων και ελεηλάτει τα πέριξ. Ο δε Γκούρας, ο προ ενός μηνός διορισθείς παρά της κυβερνήσεως φρούραρχος Αθηνών,
Ιούλιος εξεστράτευσε την 3 Ιουλίου μετά 600, και την επαύριον κατέλαβε το άνωθεν της πεδιάδος του Μαραθώνος παλαιότειχον. Την 5 επήλθαν οι εχθροί και ηκροβολίσθησαν, επανελήφθη η μάχη και την 6, και οι Τούρκοι έρριψαν 50 κανονίας, και δις και τρις εφώρμησαν, αλλ' απεκρούσθησαν. Ήλθεν εν τω μεταξύ τούτω επικουρία υπό τον Ευμορφόπουλον και άλλους, και τότε έπεσαν όλοι επί τους εχθρούς, τους έτρεψαν και εις σημείον της νίκης έστειλαν εις Αθήνας 30 κεφαλάς και 2 σημαίας. Μετά δε την μάχην ταύτην οι μεν Έλληνες επανήλθαν εις την πόλιν, οι δε Τούρκοι μετέβησαν εις Καπανδρίτι περιφερόμενοι επί αρπαγή και αιχμαλωσία. Την δε 20 ήλθαν εγγύς της πόλεως 600 ιππείς· αλλ' εξορμήσαντες οι Έλληνες υπό τον κανονοβολισμόν της ακροπόλεως τους ηνάγκασαν να οπισθοδρομήσωσι διά της Κυφησίας. Την 3 αυγούστου προσήγγισαν αύθις οι ιππείς, εξήλθαν τότε και οι Έλληνες οι μεν έφιπποι οι δε πεζοί, συνήψαν μάχην περί τας στήλας του Ολυμπίου Διός, και απεδίωξαν πάλιν τους εχθρούς. Μετά τρεις δε ημέρας εξεστράτευσαν οι Έλληνες, και απαντήσαντες τους εχθρούς μεταβαίνοντας εις Κάλαμον έβαλαν εις αταξίαν τους πεζούς και εζώγρησαν καί τινα σκευοφόρα ζώα, αλλ', επιστραφέντων των ιππέων, ετράπησαν οι Έλληνες, και παρ' ολίγον εζωγρήθη και ο Γκούρας. Την αυτήν νύκτα ανεχώρησαν οι Τούρκοι εις Εύβοιαν κακώς έχοντες διά την επισκήψασαν εις το στρατόπεδον δεινήν δυσεντερίαν εκ της βρώσεως των αώρων καρπών. 30 Έλληνες εφονεύθησαν και επληγώθησαν επί της εκστρατείας ταύτης, ήτις διήρκεσε πέντε εβδομάδας. Ο δε Ομέρης, επανελθών εις τα ίδια, απέπεμψε τους φιλοταράχους γενιτσάρους εις Βώλον.
Εν ώ δε η Ανατολική Ελλάς ήτον εις θέσιν αμυντικήν, η Δυτική έλαβεν επιθετικήν.
Περί τα τέλη μαΐου συνήλθαν οι πλείστοι των οπλαρχηγών της Δυτικής Ελλάδος εις την επαρχίαν του Βάλτου κατά την μεγάλην Φτέρην, όπου συγκροτήσαντες συμβούλιον περί εκστρατείας εις Άρταν, απεφάσισαν να εισβάλωσιν εν πρώτοις εις Ραδοβίτσι προς διέγερσιν των πλησιοχώρων χριστιανικών λαών. Μετά την απόφασιν ταύτην χίλιοι εκλεκτοί στρατιώται υπό τους στρατηγούς Τσόγκαν και Ράγκον και τους χιλιάρχους Αναγνώστην Καραγιάννην και Δήμαν Τσέλιον ήλθαν την
Ιούνιος 1 ιουνίου επί των ορίων της επαρχίας εκείνης. Ο δε οπλαρχηγός αυτής Δημήτρης Μπακόλας, υιός και διάδοχος του περιφήμου Γώγου αποθανόντος, ανέτοιμος ν' αντισταθή και απρόθυμος να ενωθή, έσπευσε να παρακαλέση τον Τσόγκαν να μη προχωρήση έως ου απήλλαττε των χειρών των εν Πρεβέζη Τούρκων τον αδελφόν του· υπέσχετο δε να συμπράξη τότε. Εισήκουσεν ο Τσόγκας την δέησίν του υποθέσας αυτήν ειλικρινή· αλλ' ούτος, αντί να λυτρώση τον αδελφόν του, έφερε Τούρκους και κατέλαβαν αίφνης την Σκουλικαριάν. Ιδόντες οι περί τον Τσόγκαν και Ράγκον ότι ηπατήθησαν, ερρίφθησαν επ' αυτούς την 3, απεδίωξαν τους Τούρκους και τον Μπακόλαν, και διώρισαν οπλαρχηγόν τον Κώσταν Οικονόμου. Διαιρεθέντες δε εις δύο σώματα επροχώρουν προς τα υπό την οπλαρχηγίαν του Κουτελίδα Τσουμέρικα, σκοπεύοντες να επαναστατήσωσι την επαρχίαν εκείνην· αλλ', εν ώ ούτοι επροχώρουν, οι Τούρκοι εκυρίευσαν την Σκουλικαριάν, έζωσαν τον νέον οπλαρχηγόν Κώσταν, και την 9 εκίνησαν κατά του Τσόγκα εις Ξωδάκτυλον, κατέλαβαν τον αντικρύ του στρατοπέδου εκείνου λόφον, συνήψαν μάχην και ηνάγκασαν τους Έλληνας να επανέλθωσιν όλοι εις Βάλτον άπρακτοι, μήτε του Ραδοβιτσίου μήτε των Τσουμερίκων τους κατοίκους ευρόντες συμπράκτορας.
Ιούλιος Μεσούντος δε του ιουλίου ήλθεν είδησις, ότι οι Τούρκοι συνήρχοντο εις Κομπότι επί εισβολή εις την Ακαρνανίαν υπό τον Βρυώνην, καθώς προδιέταξεν ο Δερβήσης. Εις αποφυγήν δε των εντεύθεν δεινών οι περί τον Μαυροκορδάτον εβουλεύθησαν να συγκροτήσωσι γενικόν στρατόπεδον, να επισκευάσωσι και ενδυναμώσωσι το οχύρωμα του Μεσολογγίου, να προετοιμάσωσι τόπον εις ασφάλειαν γυναικών και παιδίων, και να προλάβωσι και πατήσωσι τα χώματα των εχθρών. Και κατάλληλος μεν τόπον εις στρατοπέδευσιν εθεώρησαν το Λιγοβίτσι· τα δε εις οχύρωσιν του Μεσολογγίου ανέθεσαν εις τον Κοκκίνην χορηγήσαντές τω τα αναγκαία· ως τόπον δε ασφαλείας ητοίμασαν, υπό φρουράν Προυσιωτών ηγουμένου του Γουβέλη, την μεταξύ του Αποκούρου, των Κραββάρων και του Καρπενησίου Αποκλείστραν δεκακισχιλίας ψυχάς εν καιρώ ανάγκης χωρούσαν, δι' αποτόμων εξασφαλιζομένην βράχων και μόνην βατήν έχουσαν την ανατολικοβόρειον πλευράν, ην ωχύρωσαν πυλώσαντες την εξάποδον είσοδόν της.
Περί δε την 20 πεντακισχίλιοι Αλβανοί, ιππείς και πεζοί, απέβησαν εις Καρβασαράν υπό την οδηγίαν του Βρυώνη και μετέφεραν και δύο κανόνια· αλλ' ο μηδέποτε διαλείπων ούτος και αείποτε ατυχής εν ταις ετησίαις εις την Δυτικήν Ελλάδα εκστρατείαις του πασά, ούτε δύναμιν ούτε θέλησιν είχε να προχωρήση· εταράττετο δε και διά τα εν τη πατρίδι του, Αλβανία, επικρατούντα εμφύλια κακά, και υπώπτευε μη πάθη επί της απουσίας του η ηγεμονεία του· εν ώ δεν εστρατολόγησε δε και δεν εξεστράτευσεν ειμή ότ' επανειλημμένως και αυστηρώς διετάχθη φοβούμενος μη κατατρεχθή ως απειθής.
Οι δε Έλληνες, συνειθίσαντες ν' αντιπαρατάττωνται προς στρατόπεδα εχθρών πολυαριθμότερα έδραμαν πρόθυμοι όπου διετάχθησαν, και οι μεν κατέλαβαν το Λιγοβίτσι, όπου ήλθε την 31 και ο Μαυροκορδάτος, οι δε το Βέρσοβον, και άλλοι έπεσαν εκ νέου εις Ραδοβίτσι και Τσουμέρικα προς αντιπερισπασμόν. Ουδέν άξιον λόγου συνέβη μεταξύ των δύο στρατοπέδων μέχρι της 26 αυγούστου, καθ' ην οι Τούρκοι νυκτοπορήσαντες έπεσαν αίφνης εις Βραχώρι, ήρπασαν ζώα, ηχμαλώτευσαν 25 γυναίκας, απεκεφάλισαν 40 αόπλους άνδρας, και επανελθόντες εις τα ίδια έστειλαν τας κοπείσας κεφαλάς προς τον Δερβήσην ως κεφαλάς ενόπλων εχθρών. Την δε 23 σεπτεμβρίου οι εκστρατεύσαντες προς το Ραδοβίτσι και Τσουμέρικα, ως χίλιοι, προσέβαλαν τους εχθρούς πλησίον του Βουλγαρελίου, και τρέψαντες αυτούς τους κατεδίωξαν μέχρι του χωρίου φονεύσαντες 20· εκ δε των Ελλήνων δύο εφονεύθησαν και δύο επληγώθησαν. Εν τοσούτω, επειδή τα κινήματα του Δερβήση και του Καρυστίου Ομέρη δεν ευδοκίμησαν, τα δε εν Αλβανία εμφύλια κακά υπερεπερίσσευσαν και μετεδόθησαν και εις το εν Καρβασαρά στρατόπεδον, όπου καθ' ημέραν συνέβαιναν αλληλομαχίαι και λειποταξίαι, επέκειτο δε και ο χειμών, διελύθη την 6 νοεμβρίου το υπό τον Βρυώνην στρατόπεδον, και οι συγκροτούντες αυτό επανήλθαν διά του Μακρυνόρους εις τα ίδια, μηδενός εναντιωθέντος επί της διά των στενών πορείας των. Ουδέποτε εχθροί παραστρατοπεδεύοντες εφάνησαν τόσον αφιλοπόλεμοι και τόσον αδρανείς.
Μην ολόκληρος παρήλθε μετά την μάχην της Άμπλιανης, και ουδεμία σύγκρουσις των κατ' εκείνο το μέρος δύο στρατοπέδων εγένετο. Εκ της τοιαύτης απραξίας των εχθρών θαρρυνθέντες διακόσοι Ηπειρώται υπό τον Λάμπρον Βέικον και άλλους εκίνησαν την 12 αυγούστου επί σκοπώ να πέσωσιν αίφνης εις τα εν Γραβιά χαρακώματα αυτών· αλλά φθάσαντας τους ενόησαν οι Τούρκοι. Φυγόντες άπρακτοι και νυκτοπορούντες εξημερώθησαν έξωθεν του Ζητουνίου προς τα Καλύβια, όπου ήτο πύργος και εν αυτώ μία εκατοστύς οπλοφόρων Τούρκων υπερασπιζόντων τους εκεί θεραπευομένους ασθενείς και πληγωμένους· ήτο δε εντός του χωρίου εκείνου και πολυάριθμον βουκόλιον. Εκρύβησαν οι Έλληνες την ημέραν· ελθούσης δε της νυκτός, ο μεν Βέικος καί τινες των περί αυτόν εκύκλωσαν τον πύργον, οι δε λοιποί ελαφυραγώγουν το χωρίον. Εδοκίμασαν οι εν τω πύργω να εξέλθωσιν, αλλ' απεκρούσθησαν και έπεσαν καί τινες αυτών. Αφ' ού δε οι λαφυραγωγοί απεμακρύνθησαν του χωρίου βοηλατούντες, ανεχώρησαν πολεμούντες και οι πολιορκηταί του πύργου εξ ών εφονεύθησαν 3 και επληγώθησαν 11· εχύθη αίμα εχθρικόν και εντός του χωρίου.
Σεπτέμβριος Την δε 14 σεπτεμβρίου συνήφθη μάχη κατά την Πανάσαρην όχι μακράν του εχθρικού στρατοπέδου. Το χωρίον τούτο καθώς και άλλας τινάς θέσεις μέχρι της Σκάλας της Βάργιανης κατέλαβαν οι Έλληνες επί σκοπώ να προκαλέσωσι τους εχθρούς εις μάχην. Επήλθαν οι προκληθέντες, και πολεμούντες έβαλαν ανελπίστως τους Έλληνας εις μέγιστον κίνδυνον, εξ ου τους απήλλαξεν ο Βασίλης Δαγκλής φονεύσας επί της μάχης τον αρχηγόν των εναντίων, διότι μετά το συμβάν τούτο οι πρότερον νικηταί ετράπησαν και κατεδιώχθησαν. Πέντε εκ των Ελλήνων εσκοτώθησαν και επτά επληγώθησαν· απέθανε πληγωθείς και ο χιλίαρχος Γκιώκας Χορμοβίτης. Την δε 30 το εχθρικόν στρατόπεδον μετετόπησεν εις Θερμοπύλας και μετ' ολίγας ημέρας διελύθη. Την δε αποτυχίαν της εκστρατείας ταύτης αποδόσας ο σουλτάνος εις την αναξιότητα του Δερβήση τον εκάθηρε και μετά ταύτα τον εθανάτωσε. Και ταύτα μεν τα κατά την στερεάν Ελλάδα μέχρι του τέλους του παρόντος έτους. Τα δε της Πελοποννήσου είχαν ούτως.
Οι Μοθωναίοι Τούρκοι επάτουν συχνάκις τα πέριξ εις συγκομιδήν καρπών. Σπαρτιάται τινες και Μεσσήνιοι ενέδρευσαν την 26 αυγούστου. Εξήλθαν οι Τούρκοι την επαύριον ως συνήθιζαν ανύποπτοι. Οι Έλληνες επέπεσαν εξ απρόοπτου· πτοηθέντες οι Τούρκοι εκλείσθησαν εντός τινος οικίσκου· ήλθαν αυθημερόν εις απαλλαγήν αυτών οι λοιποί συνάδελφοί των, επολέμησαν, αλλ' επανήλθαν εις το φρούριον νυκτός γενομένης άπρακτοι. Εξήλθαν και την επαύριον φέροντες δύο κανόνια και επολέμησαν, αλλ' ουδέ τότε κατώρθωσαν ό,τι εσκόπευαν, και επανήλθαν ως και την προτεραίαν εις το φρούριον. Την εσπέραν δε της αυτής ημέρας έβαλαν οι Έλληνες πυρ εις τον οικίσκον, και σπάσαντες μέρη τινά επολέμουν τους εν αυτώ, οίτινες μη βλέποντες πλέον βοήθειαν έξωθεν και απελπισθέντες εξώρμησαν υπό το σκότος της νυκτός και κατέφυγαν εις το φρούριον. Εφονεύθησαν δε 5 Έλληνες και τριπλάσιοι εχθροί, εξ ών εζωγρήθησαν και τρεις.
Οι δε εν Πάτραις Τούρκοι εξήρχοντο άφοβοι υπό τον παρά τω Ισούφπασα διαμένοντα Δελή Αχμέτπασαν, και ελεηλάτουν όχι μόνον την επαρχίαν εκείνην αλλά και τα πλησιόχωρα χωρία της Γαστούνης. Την δε 12 Ιουλίου τετρακόσιοι ιππείς επάτησαν αίφνης τα Λεχενά, όπου εφόνευσαν και ηχμαλώτευσαν πολλούς· επιπεσόντων δε διακοσίων Σουλιωτών υπό τον Κώσταν Μπότσαρην και διακοσίων εντοπίων υπό τον Χρύσανθον Σισίνην, ανεχώρησαν απάγοντες τους αιχμαλώτους των· επάτησαν την 20 σεπτεμβρίου και το Μαρκόπουλον, έτρεψαν τους επελθόντας, ολίγον έλειψε να φονεύσωσι και τον Σισίνην και επανήλθαν εις Πάτρας δουλαγωγούντες γυναίκας και παιδία. Τον δε νοέμβριον επροχώρησαν και εις αυτήν την πόλιν της Γαστούνης όπου έθυσαν, ηχμαλώτευσαν και ελεηλάτησαν. Εν ώ δε συνέβαιναν ταύτα, υπήρχε στρατόπεδον ελληνικόν εις πολιορκίαν των Πατρών υπό τον Λόντον, και εδαπανώντο εις χρήσιν αυτού τα εισοδήματα των γειτονικών επαρχιών, αλλά το στρατόπεδον ύπνωττεν· εκηρύχθη δε την 14 οκτωβρίου και αποκλεισμός των Πατρών, και εστάλησαν και πλοία προς διατήρησιν αυτού.