WeRead Powered by ReaderPub
Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Γ cover

Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Γ

Chapter 33: Δεύτερος εμφύλιος πόλεμος — Χαρακτήρ αυτού και του πρώτου. — Συνέλευσις της Δυτικής Ελλάδος εν Ανατολικώ.
Open in WeRead

About This Book

A chronological political and military account of the revolutionary struggle, recounting campaigns, land and naval engagements, sieges, massacres and the intervention of external forces. It describes factional and civil conflicts among insurgent leaders, efforts to organize and reform regular and irregular forces, the arrival of foreign volunteers and loans, and the diplomacy of European courts toward the belligerents. Individual chapters detail operations across peninsula and islands, an Egyptian-backed expedition with associated naval actions, the prolonged investment of a principal stronghold, and concurrent debates over governance, constitutions and the international position of the nascent polity.

1824

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ν'

Αιγύπτιος εκστρατεία υπό τον Ιβραήμπασαν και ευόδωσις αυτής εις Κρήτην. — Αι επί της εκστρατείας ταύτης ναυμαχίας. — Φροντίς της ελληνικής κυβερνήσεως περί τακτοποιήσεως της κατά ξηράν και κατά θάλασσαν υπηρεσίας. — Έναρξις της γ' κυβερνητικής περιόδου. — Δωρήματα Βαρβάκη. — Φιλανθρωπική Εταιρία εν Ελλάδι.

ΑΝ κατέστρεψε το έτος τούτο ο σουλτάνος την Κάσσον και τα Ψαρά, απέτυχαν όμως όλα τα άλλα κινήματά του και κατά γην και κατά θάλασσαν. Αλλ' ήρχετο ήδη εις το μέσον πρωτοφανής δύναμις κατά της Ελλάδος, η του Μεχμέτ-Αλή, επιφοβωτέρα της σουλτανικής· ήρχετο δε υπό την οδηγίαν του υιού του Ιβραήμπάσα, στρατηγικού, φιλοπολέμου και μεγαλοτόλμου ανδρός. 54 πλοία πολεμικά, μικρά μεγάλα, και υπερτριακόσια φορτηγά, εξ ών 86 υπό ουδετέραν σημαίαν ήσαν έτοιμα λήγοντος του ιουνίου εν τω λιμένι της Αλεξανδρείας εις την περί ης ο λόγος εκστρατείαν. Επεβιβάσθησαν δε δωδεκακισχίλιοι τακτικοί πεζοί, δισχίλιοι ιππείς, δισχίλιοι Αλβανοί, πεντακόσιοι πυροβολισταί, διακόσιοι πελεκοφόροι, 150 πεδινά κανόνια και άφθονα πολεμεφόδια και τροφαί. Οι τακτικοί στρατιώται, όλοι γεννήματα της σατραπείας του Μεχμέτ- Αλή, ήσαν άνθρωποι μικρόσωμοι και ανεπίδεικτοι, οι πλείστοι δε και οφθαλμιώντες· αλλά καρτερικοί, υπό αυστηράν πειθαρχίαν και καλώς εξησκημένοι εις την χρήσιν του όπλου και εις απλούς ελιγμούς. Οι αξιωματικοί ήσαν όλοι σχεδόν Τούρκοι, οι δε γυμνασταί και οι ιατροί Ευρωπαίοι· διέπρεπε δε εν τω στρατώ ο αρνησίθρησκος Γάλλος Séve, μετονομασθείς Σουλεημάμπεης, άλλοτε υπασπιστής του στρατάρχου Νέη, και νυν αρχηγός ενός των τριών συνταγμάτων, εξ ών συνίστατο ο στρατός. Την 7 Ιουλίου όλα τα περί ων ο λόγος πλοία, πολεμικά και φορτηγά, απέπλευσαν εξ Αλεξανδρείας, και μόλις έφθασαν εις Κων μεσούντος του αυγούστου διά τους επικρατούντας σφοδρούς ετησίους ανέμους. Έμαθεν η ελληνική κυβέρνησις εν καιρώ και ακριβώς τα της εκστρατείας ταύτης· έμαθε και ότι επί αδροίς ναύλοις εμπορικά πλοία υπό ουδετέραν σημαίαν εναυλώθησαν εις χρήσιν αυτής, και εξέδωκε την 27 μαΐου κήρυγμα λέγον, ότι όσα ευρωπαϊκά πλοία εναυλόνοντο εις χρήσιν της εκστρατείας κατά της Ελλάδος δεν θα εθεωρούντο ως ουδέτερα αλλ' ως εχθρικά, και ως τοιαύτα θα κατεδιώκοντο, θα εκαίοντο και θα εβυθίζοντο αύτανδρα. Έσφαλεν η ελληνική κυβέρνησις θεωρήσασα ταύτα εκτός πάσης προστασίας του νόμου, και δικαίως αι Δυνάμεις της Ευρώπης εταράχθησαν· η δε Αγγλία απήτησε ρητώς διά του μεγάλου αρμοστού την ακύρωσιν του κηρύγματος, και μη εισακουσθείσα διέταξε τας εν τη Μεσογείω ναυτικάς δυνάμεις της να συλλαμβάνωσιν οιονδήποτε ένοπλον ελληνικόν πλοίον, όπου και αν το εύρισκαν. Τοιαύτη διαταγή πραγματοποιουμένη θα παρέλυε διά μιας όλην την πλέουσαν ναυτικήν δύναμιν της Ελλάδος· διά τούτο η ελληνική κυβέρνησις, θέλουσα και μη θέλουσα, ηκύρωσε το πέραν του δέοντος αυστηρόν της κήρυγμα.
Είπαμεν, ότι ο βυζαντινός στόλος, καταισχυνθείς έμπροσθεν της Σάμου, έπλευσεν εις Κων· η δε υπό τον Σαχτούρην μοίρα έπλεε προς τα παράλια της Ανατολής εις επιτήρησιν των κινημάτων αυτού.
Αύγουστος Εν τω μεταξύ τούτω ητοιμάσθη και η υπό τον Μιαούλην μοίρα, και απάρασα την 10 αυγούστου εξ Ύδρας ηγκυροβόλησεν αυθημερόν· υπό το Σούνιον συνηνώθησαν την 14 και τα πλοία των Σπετσών (α), και όλα ομού ηγκυροβόλησαν την 21 υπό την Λειψόν παρά την Πάτμον. Την δε 23 συνήλθαν προς εκείνα τα νερά όλα τα πλοία, ό εστιν αι δύο υδραϊκαί μοίραι, η υπό τον Κολανδρούτσον των Σπετσών, και η υπό τον Αποστόλη των Ψαρών. Την δε 24 έπλευσεν ολόσωμος ο στόλος υπό την αρχηγίαν του Μιαούλη προς την Κων και το Μπουδρούμι (Αλικαρνασσόν), όπου ελλιμένιζαν οι στόλοι, ο βυζαντινός και ο αιγύπτιος, συγκείμενοι εξ ενός δικρότου, 25 φρεγατών, άλλων τόσων κορβεττών και ως 50 βρικίων και γολεττών· παρηκολούθουν τους στόλους και πάμπολλα φορταγωγά ένοπλα και άοπλα· συνηριθμούντο δε όλα, πολεμικά και φορτηγά, μικρά και μεγάλα, ένοπλα και μη, ως πεντακόσια· ελέγετο δε ότι έφεραν 80,000 ναύτας και στρατιώτας, και είχαν υπέρ τα 2500 κανόνια· 70 δε πλοία μόνον ήσαν τα ελληνικά φέροντα ως 5000 ναύτας και 850 κανόνια.
Αφιχθέντος δε του ελληνικού στόλου όπου εσκόπευεν, διέταξεν ο Μιαούλης 24 πλοία, εν οίς και 6 πυρπολικά, να προχωρήσωσιν ως προφυλακίδες· τα δε λοιπά έπλεαν κατόπιν. Μίαν ώραν δε προ μεσημβρίας προσέβαλεν η προφυλακή μίαν φρεγάταν έμπροσθεν του Μπουδρουμίου και την έτρεψεν εις φυγήν· ανήχθησαν τότε οι δύο εχθρικοί στόλοι, επλησίασεν όπου ηκούσθη ο ακροβολισμός και όλος ο ελληνικός και ήρχισε γενική ναυμαχία μεταξύ Κω και Μπουδρουμίου. Στενή ήτον η παλαίστρα και σφοδρός ο πνέων άνεμος· διά τούτο σύγχυσις πολλή επήλθεν, ατάκτως κινουμένων όχι μόνον των εχθρικών πλοίων αλλά και αυτών των ελληνικών, και συγκρούσεις πλοίων ενός και του αυτού στόλου εγένοντο. Ανίκανος εφάνη ο βυζαντινός, και τόση ήτον η απειρία των εν αυτώ, ώστε προσείχαν μάλλον να μη βλάπτωσι τους οικείους ή να βλάπτωσι τους εχθρούς. Και αυτή η ναυαρχίς του, η έχουσα αναμφιβόλως τους επιτηδειοτέρους ναύτας, έπαθεν εν ώ ελοξοδρόμει διά την απειρίαν αυτών· ουδενός δε πλοίου το πλήρωμα εδείχθη φιλοπόλεμον εκτός μιας φρεγάτας, ης εφονεύθησαν επί της ναυμαχίας ο πλοίαρχος και πολλοί ναύται· αλλ' ο αιγύπτιος στόλος διεκρίθη και διά την τόλμην και διά την επιτηδειότητα του ναυτικού του. Δις ο Γιβραλτάρης διήλθεν όλην την γραμμήν των ελληνικών πλοίων επί της φρεγάτας του κανονοβολών και κανονοβολούμενος· και αυτός ο Ιβραήμης εξετέθη υπέρ πάντα άλλον· αλλά τόση ήτον η στενοχωρία, ώστε έν πλοίον υδραϊκόν λοξοδρομούν έπεσεν είς τι πυρπολικόν ψαριανόν, έσπασε το κατάρτιόν του και ηνάγκασε τον πλοίαρχον να το καύση κινδυνεύον να συλληφθή υπό του εχθρού. Περί δε την α' ώραν της νυκτός, εν ώ διεχωρίζοντο οι στόλοι, μία κανονία, πεσούσα από του φρουρίου της Κω εις άλλο πυρπολικόν, έρριψε το κατάρτιόν του, οι δε εν αυτώ ναύται, μη δυνάμενοι πλέον να το κυβερνήσωσιν, έβαλαν πυρ και έφυγαν· αλλά το φυτίλιον εσβέσθη, και οι εχθροί το συνέλαβαν άκαυστον. Απομακρυνθείς δε ο ελληνικός στόλος εξημερώθη υπό τα Τσάταλα, και περί την δύσιν του ηλίου ηγκυροβόλησεν υπό τον Γέροντα.
Την δε 26 εστάλησάν τινα πλοία εις κατασκοπήν των εχθρικών, και την 28 ηκούσθησαν κατά την Κων κρότοι κανονίων, διότι εχθρικά τινα πλοία προσέβαλαν τα εις κατασκοπήν σταλέντα, και εξ αιτίας του ακούσματος ανήχθησαν όλα τα ελληνικά. Αυθεσπερί δε εφάνησαν επιπλέοντα και τα τουρκοαιγύπτια 97 τον αριθμόν. Την δε επαύριον εξημερώθησαν και οι τρεις στόλοι προς τα Τσάταλα και ο μεν ελληνικός έπεσεν εις άκραν γαλήνην, οι δε άλλοι αρμένιζαν υπ' ολιγανεμίαν επί τον ελληνικόν. Ήρχισεν η δευτέρα ναυμαχία. Εννέα ελληνικά πλοία, εν οίς και η ναυαρχίς και δύο πυρπολικά, ευρέθησαν υπήνεμα και έπλεαν προς τον Γέροντα. Η θέσις των ήτο δεινή. Εις βοήθειαν αυτών ώρμησαν άλλα ελληνικά ευρεθέντα υπερήνεμα, εν οίς και το πυρπολικόν του Δημήτρη Παπανικολή. Ο πυρπολητής ούτος, περιφέρων το σκάφος του ποτέ κατά της μιας ποτέ κατά της άλλης φρεγάτας, ανέστελλε την ορμήν των φοβίζων αυτάς· αι σφαίραι εν τοσούτω και οι μύδροι έπιπταν ως χάλαζα εις το σκάφος του, το ετρύπησαν, και επροξένησαν άλλας ζημίας, αλλ' ούτος και τόσα παθών δεν επόδισεν έως ου το πυρπολικόν του κατήντησεν ακυβέρνητον, και τότε το έκαυσε. Περιέπλεαν δε συγχρόνως και άλλα πυρπολικά εν μέσω των εχθρικών στόλων βοηθούμενα υπό των πολεμικών απαύστως κανονοβολούντων. Ο πυρπολητής Ματρόζης έρριψεν εις έν δικάταρτον το πυρπολικόν του, όπερ περιπλεχθέν μετέδωκε τας φλόγας· αλλ' οι ναύται του δικατάρτου και το πυρπολικόν εξεκόλλησαν και τας φλόγας έσβεσαν. Εν ώ δε το σκάφος τούτο εκαίετο, και το κινδυνεύσαν δικάταρτον έφευγεν, ίθυνεν εις αυτό ο Πιπίνος το πυρπολικόν του, αλλά, πληγωθέντος αυτού επικινδύνως, εδειλίασαν οι ναύται, το άναψαν προτού κολλήση, και έφυγαν. Ώρμησεν εις το αυτό δικάταρτον τρίτον πυρπολικόν, αλλ' εκάη και αυτό εις μάτην. Η δε αποτυχία τριών πυρπολικών εθάρρυνε τα φεύγοντα εχθρικά πλοία να στραφώσι προς τα ελληνικά. Εξ αυτών δύο φρεγάται, τρεις κορβέτται και πέντε βρίκια εκύκλωσαν τα πλοίον του Σαχτούρη, του έσπασαν κεραίας, του έσχισαν πανία, και ετρύπησαν καταμεσής το μεγάλον του κατάρτιον, αλλά δεν το έρριψαν, το πλοίον επόδισε και ούτως απηλλάχθη του μεγάλου κινδύνου. Τα αυτά εχθρικά πλοία εναυμάχησαν μετ' ολίγον και μετά των παραπλεόντων εννέα ελληνικών υπ' άνεμον ευρεθέντων. Επί της ναυμαχίας δε ταύτης έρριψεν ο Παππαντώνης το πυρπολικόν του εις μίαν των φρεγατών 44 κανονίων, το περιέπλεξεν εις τα δεξιά εξάρτια του εμπροσθινού καταρτίου της και μετέδωκε τας φλόγας· αλλ' επειδή το πυρ έβοσκε βραδέως και ενδεχόμενον ήτο να σβεσθή, εκόλλησε και ο Βατικιώτης το πυρπολικόν του αριστερόθεν αυτής, και μετά ημιώριον η φρεγάτα εκάη· δύο ναύται του πυρπολικού του Παππαντώνη εσκοτώθησαν και τέσσαρες επληγώθησαν, εν οίς και αυτός ο Παππαντώνης· πολλοί δε των εν τη καιομέννη φρεγάτα έπεσαν εις την θάλασσαν, εξ ών οι μεν εν τω πλοίω του Τσαμαδού εζώγρησαν 22 τακτικούς, οι δε εν τω του Αντώνη Κριεζή 15· εγνώσθη δε ότι η καείσα φρεγάτα ήτον η του Τουνεζίνου μοιράρχου (β), ότι δύο των ζωγρηθέντων ήσαν αυτός καί τις χιλίαρχος του Μεχμέτ-Αλή, ότι είχεν η φρεγάτα 500 ναύτας και 800 τακτικούς, και ότι ο σκοπός των εχθρών επί του παρόντος ήτο η καταστροφή της Σάμου. Μετά το συμβάν τούτο οι μεν εχθρικοί στόλοι επανέπλευσαν εις Κων, οι δε Έλληνες, διανυκτερεύσαντες όπου εγένετο η ναυμαχία, ελλιμένισαν το πρωί υπό τον Γέροντα.
Σεπτέμβριος Διά τινας δε ημέρας οι στόλοι δεν συνεκρούσθησαν ουδ' αντιπαρετάχθησαν. Την δε 6 σεπτεμβρίου εφάνησαν οι εχθρικοί έμπροσθεν των Τσατάλων πλέοντες προς την Σάμον. Ανήχθη και ο ελληνικός προς το αυτό μέρος, και προλαβών τους εχθρικούς παρετάχθη κατέμπροσθεν της νήσου από του Μαραθοκάμπου μέχρι του Ακρωτηρίου της Αγίας Μαρίνας έτοιμος εις μάχην· επλησίασαν οι εχθρικοί, αλλ' αρχομένης της νυκτός απεμακρύνθησαν προς τους Αρκίους. Περί δε την β' ώραν της νυκτός ηκούσθησαν προς εκείνο το μέρος κανονίαι και μετ' ολίγον εκρεμάσθησαν φανοί επί των καταρτίων των εχθρικών πλοίων· ηγκυροβόλησαν δε και πολλά των ελληνικών μετά το μεσονύκτιον υπό το ακρωτήριον της Σάμου. Καθ' όλην δε την νύκτα ηκούοντο φωναί επί διαφόρων μερών της νήσου εις εγρήγορσιν. Εφαίνοντο και επί των ορέων πυρά διά φόβον νυκτερινής αποβάσεως. Μόλις δε ήρχιζε να χαράζη και επήλθε ραγδαία βροχή και ανατολικός άνεμος σφοδρός. Οι εχθρικοί στόλοι διέμειναν περί τους Αρκίους μέχρι της 9, καθ' ην έπλευσαν προς την Ικαρίαν. Εκεί τους παρηκολούθησεν η υπό τον Μιαούλην μοίρα, όπου και εξημερώθη. Πέντε πλοία και η ναυαρχίς επροπορεύοντο· εφώρμησαν πάμπολλα εχθρικά, δύο ώρας σφοδρώς τα επολέμησαν, αλλ' ούτε τα έτρεψαν ούτε τα έβλαψαν. Εν τοσούτω επλησίασαν και τα λοιπά ελληνικά, και ιδόντες αυτά οι προ ολίγου ορμήσαντες ως λέοντες εχθροί έφυγαν ως λαγωοί. Την δε επιούσαν επανέπλευσαν τα ελληνικά εις Μαραθόκαμπον, όπου διέμενεν η υπό τον Σαχτούρην μοίρα εις προφύλαξιν της Σάμου. Η δε υπό τον Μιαούλην ειδοποιηθείσα, ότι ο βυζαντινός στόλος, αποχωρισθείς του αιγυπτίου, έπλεε μεταξύ Νάξου και Μυκώνου, απέπλευσε την 14, και έμαθε καθ' οδόν, ότι ο καπητάμπασης υπήγεν εις Μύκωνον, όπου εζήτησε ναύτας και δεν ηύρεν, ότι οι προεστώτες υπήγαν και τον επροσκύνησαν, ότι 150 εχθροί αποβιβασθέντες εις Νάξον επί λεηλασία κατεκόπησαν όλοι, και ότι μία κορβέττα 26 κανονίων έπεσεν εις την ξηράν μεταξύ Χίου και Τσεσμέ και εναυάγησεν. Εν τούτοις ηνώθησαν ο βυζαντινός στόλος και ο αιγύπτιος έμπροσθεν της Μιτυλήνης· ηνώθη την 21 και όλος ο ελληνικός έμπροσθεν της Βολισσού. Ο δε καπητάμπάσας, μη κατορθώσας ουδέ διά της αντιλήψεως του αιγυπτίου στόλου ό,τι εσχεδίαζε κατά της Σάμου, ανεχώρησε μετ' ολίγον εις Κωνσταντινούπολιν, αφήσας υπό τας διαταγάς του Ιβραήμη 14 φρεγάτας και άλλα πλοία· απεχαιρέτησε και ο Ιβραήμης την Σάμον διά παντός, και δεν εφρόντισεν έκτοτε ειμή πώς ν' αποφύγη τας φλόγας των Ελλήνων και κατευοδωθή ασφαλώς εις Κρήτην.
Την δ' εσπέραν της 22 απέπλευσεν ο ελληνικός στόλος προς αναζήτησιν του εχθρικού, τον είδε την 24 προ μεσημβρίας πλέοντα κατά την Μιτυλήνην, τον επλησίασε την β' ώραν της νυκτός και ήλθεν εις μάχην μεταξύ Χίου, Καραμπουρνά και Μιτυλήνης. Προπορευόμενα δε τα πυρπολικά επλησίασαν έν δικάταρτον· δύο εξ αυτών το έβαλαν εις το μέσον, το μεν δεξιόθεν, το του Θεοφάνη, το δε αριστερόθεν, το του Καλογιάννη και επέπεσαν το έν κατόπιν του άλλου· και το μεν πρώτον απέτυχε και εκάη εις μάτην, το δε δεύτερον επέτυχε, και το δικάταρτον άναψε και διεσκορπίσθη όλον, διαδοθείσης της φλογός εις την πυριτοθήκην. Συγχρόνως εκάη ανωφελώς και το πυρπολικόν του Φιλιππέγκου κινδυνεύον να συλληφθή. Την δε γ' ώραν μετά το μεσονύκτιον ώρμησεν ο πυρπολητής Νικόδημος (γ) είς τινα κορβέτταν, περιέπλεξεν ευστόχως το πυρπολικόν του και την κατέκαυσεν. Έρριψε και ο Ρομπότσης το πυρπολικόν του τα χαράγματα εις άλλην κορβέτταν δεξιόθεν, αλλ' ο άνεμος πνέων αριστερόθεν εμπόδισε τας φλόγας να μεταδοθώσι. Πολλοί δε των πληρωμάτων των κατακαέντων δύο εχθρικών πλοίων συνελήφθησαν πλέοντες. Το καέν δικάταρτον ήτον 12 κανονίων, η δε κορβέττα 20· εκτός δε των ναυτών είχαν το μεν 75, η δε 180 τακτικούς. Είς των συλληφθέντων ήτο καί τις Κίρτσαλης, άνθρωπος ατρόμητος, φέρων δύο αιμοσταγή τραύματα επί κεφαλής και ουλάς παλαιάς· αν δε και αιχμάλωτος ούτ' εδειλίασεν ούτ' εκολάκευσεν. Εθαύμασαν οι Έλληνες την γενναιότητά του και την παρρησίαν του, αλλά διά την πολλήν του προς αυτούς υπεροψίαν θυμωθέντες τον εκρέμασαν την επαύριον.
Μετά τα συμβάντα ταύτα κατήρεν ο εχθρικός στόλος εις Μιτυλήνην, και μετά τινας ημέρας μετέπλευσεν εις Κων επί παραλαβή των εις Μπουδρούμι προς αναψυχήν αποβάντων στρατευμάτων αφ' ης ημέρας κατευοδώθη εκεί ο Αιγύπτιος.
Εν τω μεταξύ δε τούτω διεσπάρη ο ελληνικός και ηπράκτει δι' έλλειψιν πυρπολικών, ενός μικρού εναπομείναντος.
Οκτώβριος Μόλις δε 24 πολεμικά συνηριθμούντο την 13 Οκτωβρίου τα υπό τον Μιαούλην και Σαχτούρην, αλλ' αφίχθησαν την επαύριον και άλλα 5 πολεμικά υδραϊκά και 2 πυρπολικά· αφίχθησαν την 19 και 2 άλλα πυρπολικά, εν οίς και το υπό τον Κανάρην· ηνώθησαν την 20 και τα σπετσιωτικά και 5 ψαριανά, και έπλευσαν την επιούσαν τα μεν εις Λέρον τα δε εις Λειψώ, όπου ήλθαν την επαύριον επί τουρκικής λέμβου 13 Κάσσιοι, φυγόντες από του εν Κω εχθρικού στόλου, μεθ' ων καί τις Τούρκος Κρης· διέμεινε δε ο ελληνικός στόλος εντός των ρηθέντων δύο λιμένων μέχρι της 28. Εν τω διαστήματι δε τούτω ανήχθησαν όλα τα πολεμικά και φορτηγά πλοία του εχθρού από του Μπουδρουμίου και της Κω φέροντα τα στρατεύματα και πλέοντα προς την Κρήτην. Εν μέσω δε των πολεμικών έπλεαν τα φορτηγά.
Ο δε ελληνικός στόλος συγκείμενος εκ 52 πλοίων έμαθεν εν καιρώ τον εις Κρήτην πλουν του εχθρού και παρά των προσφυγόντων Κασσίων, και διά γραμμάτων στελλομένων υπό ουδετέραν σημαίαν παρά του Ιβραήμη εις την νήσον ταύτην και πεσόντων εις χείρας του Μιαούλη· εξέπλευσε δε την αυτήν ημέραν καθ' ην και ο εχθρικός. Συνηντήθησαν δε οι δύο στόλοι μεταξύ Αστυπαλαίας και Κεφάλου την 29, καθ' ην οι Έλληνες συνέλαβαν έν φορτηγόν υπό σημαίαν ισπανικήν φέρον 24 ίππους και 38 στρατιώτας· δι' όλης δ' εκείνης της ημέρας και των δύο εφεξής οι στόλοι εβλέποντο μεν αλλά δεν εκανονοβολούντο διά την επικρατούσαν άκραν γαλήνην. Μόνον μετά το μεσονύκτιον της 30 οι εχθροί εκανονοβόλησαν τα πυρπολικά προπορευόμενα των πολεμικών επί σκοπώ να τα βυθίσωσιν, αλλά διά την πολλήν απόστασιν ουδέ καν τα έβλαψαν.
Νοέμβριος Το πρωί δε της 1 νοεμβρίου εξημερώθησαν οι στόλοι όπου και την προτεραίαν· μετ' ολίγον εφύσησε νότιος άνεμος· οι στόλοι ητοιμάσθησαν εις μάχην και ηγωνίζοντο τίς να υπερηνεμήση· υπερηνέμησεν ο ελληνικός και ώρμησεν εις την δεξιάν πτέρυγα κανονοβολών και κανονοβολούμενος δέκα μίλια μακράν του Μεγάλου Κάστρου της Κρήτης. Περί δε την μεσημβρίαν ίθυνεν ο Θεοδωράκης Βώκος το πυρπολικόν του είς τινα αιγυπτίαν φρεγάταν, αλλά, τουφεκίζοντες και κανονοβολούντες οι εν αυτή, το έβλαψαν μεγάλως. Ατρόμητοι οι περί τον Βώκον όχι μόνον δεν επόδισαν, αλλ' επλησίασαν τόσον προς την πρύμνην της, ώστε κατέβησαν εις την λέμβον των προς έναυσιν και επίρριψιν του πυρπολικού των, αλλ' εισέπεσαν απροσδοκήτως πολλοί Τούρκοι των επί της φρεγάτας, σκοπεύοντες να το κυριεύσωσιν άκαυστον· έτρεξε συγχρόνως και εχθρική τις λέμβος εις κυρίευσιν του εφολκίου του. Ταύτα ιδόντες οι περί τον Βώκον ανέβησαν εις το σκάφος των, και τους μεν των εμβάντων εθανάτωσαν, τους δε έρριψαν εις την θάλασσαν· προσβαλόντες δε και τους εν τη εχθρική λέμβω, τα αυτά κακά και αυτοίς επήνεγκαν, την δε λέμβον εκυρίευσαν. Μετά τα παθήματα ταύτα η φρεγάτα απεμακρύνθη και το πυρπολικόν έμεινεν άκαυστον. Ίθυνε μετά δύο ώρας και ο Ρομπότσης το πυρπολικόν του εις άλλην, αλλ' εχθρική σφαίρα πεσούσα εις την πυριτοθήκην του το έκαυσε πριν περιπλεχθή. Μετ' ολίγον ώρμησεν ο Κανάρης εις άλλην, αλλά δεν την επρόφθασε φεύγουσαν. Εν τούτοις απεμακρύνθη η δεξιά πτέρυξ του εχθρικού στόλου και διεκόπη η ναυμαχία· περί δε την δύσιν του ηλίου έφθασεν η άλλη πτέρυξ, εν ή και ο Ιβραήμης· ήρχισεν αύθις ναυμαχία, και αι συγκροτούσαι την πτέρυγα ταύτην δώδεκα φρεγάται έπεσαν εις τα ελληνικά πλοία τόσον ορμητικώς, ως αν επρόκειτο να τα καταποντίσωσι διά μιας αύτανδρα. Ατρόμητοι οι Έλληνες αντιπαρετάχθησαν, και κανονοβολούμενοι αντεκανονοβόλουν κατέχοντες πάντοτε τα υπεράνω του εχθρικού στόλου. Εν τούτοις επήλθεν η νυξ, και τα μεν τουρκοαιγύπτια πλοία ύψωσαν φανούς, τα δε ελληνικά περιήρχοντο υπό το σκότος. Μόνον η ελληνική ναυαρχίς είχε φως. Τόσος δε φόβος κατέλαβε τους εχθρούς μη εμπέσωσιν αίφνης εις τα πυρπολικά των Ελλήνων, ώστε η φέρουσα τον Ιβραήμην φρεγάτα κατεβίβασε μετ' ολίγον τους φανούς της. Μίαν δε ώραν προ του μεσονυκτίου έπεσεν έν πυρπολικόν εις εχθρικόν δικάταρτον, αλλά δεν περιεπλέχθη και εκάη ανωφελώς· ερρίφθη και άλλο πυρπολικόν εις το αυτό, εκόλλησεν, αλλ' εξεκόλλησε και εκάη και αυτό ανωφελώς. Εν τοσούτω, αι φλόγες των δύο καιομένων και περιφερομένων υπό σφοδρόν βορράν εν μέσω της νυκτός πυρπολικών, αν δεν έβλαψαν, εφόβισαν τους εχθρούς, και εξ αιτίας του φόβου η γραμμή των διερράγη, και ο Ιβραήμης ύψωσε σημείον λέγον, ως εγνώσθη την επαύριον, τοις περί αυτόν να σωθώσιν όπου και όπως εδύναντο· τότε έτρεξαν τα πλοία τήδε κακείσε, και τα μεν έπλευσαν προς την Ρόδον, τα δε προς την Κάρπαθον, άλλα δε προς την Αλεξάνδρειαν, και άλλα προς την Σπιναλόγκαν.
Αφ' ού δε τοιουτοτρόπως ο πολυάριθμος ούτος στόλος διεσκορπίσθη, έπλευσε και ο ελληνικός προς την Κάσσον. Ημέρας δε γενομένης, το φαινόμενον την προτεραίαν δάσος των πλοίων, έγεινεν όλον άφαντον· 5 εχθρικά εφάνησαν μόνον αρμενίζοντα κατά την Κάρπαθον, άτινα οι Έλληνες κατεδίωξαν επικρατούντος δεινού κλύδωνος, και συνέλαβαν εξ αυτών τέσσαρα φέροντα ίππους, στρατιώτας και πολεμικάς αποσκευάς. Αλλ' αν έπαθαν τόσα δεινά τα εχθρικά, δεν έμειναν αβλαβή ουδέ τα ελληνικά· μάλιστα τα υπό τον Λεμπέσην και τον Σαχτούρην συνεκρούσθησαν επί της τρικυμίας και εβλάφθησαν μεγάλως· παρετάθη δε και η εκστρατεία των Ελλήνων πέραν του συνήθους, ήσαν και αι τροφαί εν τω τελειούσθαι· διά τους λόγους τούτους τα ελληνικά πλοία επανέπλευσαν εις τα ίδια, τα δ' εχθρικά συνήχθησαν ολίγα κατ' ολίγα εις Ρόδον και Μαρμάρι, απέπλευσαν την 23, και μη συναντήσαντα εμπόδιον εξ αιτίας του ανάπλου των ελληνικών εισήλθαν ασφαλώς εις τον λιμένα της Σούδας και απεβίβασαν τα στρατεύματα, αφ' ού ο πόλεμος και η επιπολάζουσα ασθένεια έφθειραν το τεταρτημόριον. Κατά δε την περί ης ο λόγος ναυμαχίαν, καθ' ην τα πυρπολικά των Ελλήνων, η αληθής δύναμίς των, εκάησαν όλα εις μάτην, διεκρίθη υπέρ άλλοτε η ευτολμία και η επιδεξιότης αυτών καταισχυνάντων τοιούτον στόλον υπό τοιούτον άνδρα.
Είχε προσηλώσει πρό τινος καιρού η κυβέρνησις την προσοχήν της εις την εκ νέου σύστασιν τακτικού στρατού, εξέδωκε τον Ιούλιον διάταγμα καλούσα υπό τας σημαίας τους στρατιώτας του διαλυθέντος, απέλυσε κακώς ποίουσα της υπηρεσίας τον εμπειροπόλεμον Ιταλόν Γουβερνάτην (δ) αντικαταστήσασα τον Ρόδιον αρχηγόν, απέστειλεν επί νεοσυλλεξία αξιωματικούς εις διάφορα μέρη της Ελλάδος και ιδίως εις τας νήσους, παρεδέχθη τον ελληνικόν ιματισμόν αντί του ευρωπαϊκού και εισήξε τάξιν τινά εις την υπηρεσίαν των ατάκτων στρατευμάτων. Επειδή δε πολλή κατακραυγή εγίνετο εφ' οις υπέφεραν τα υπό ουδετέραν σημαίαν πλοία καταδιωκόμενα και συλλαμβανόμενα υπό των ελληνικών, η κυβέρνησις εις περιστολήν των κατά θάλασσαν καταχρήσεων ερρύθμισε καθ' όσον εδύνατο και τα της υπηρεσίας ταύτης.
Προσεγγίζοντος δε του τέλους της β' κυβερνητικής περιόδου, εκλήθησαν οι λαοί επανειλημμένως εις αποστολήν αντιπροσώπων προς έναρξιν της γ'. Αλλ' αν και το κυβερνητικόν έτος έληγε τον απρίλιον, ο απαιτούμενος αριθμός των αντιπροσώπων δεν συνήλθεν εις Ναύπλιον ειμή τον σεπτέμβριον,
Οκτώβριος και δεν ήρχισεν η νέα βουλή τας προκαταρκτικάς εργασίας της ειμή την 1 Οκτωβρίου. Την παραμονήν δε της ενάρξεως η βουλή της β' περιόδου ανήγγειλε την λήξιν αυτής επισήμως, και, παρενείρουσα συμβάντα τινά κατά την διάρκειαν αυτής εσωτερικά και εξωτερικά, επήνεσε το φιλόνομον και φιλανεξάρτητον πνεύμα των Ελλήνων, ανέπεμψεν ύμνους εις τον Ύψιστον, ευχαρίστησε τους κυβερνήσαντας και τους γενναίως κατά γην και θάλασσαν αγωνισθέντας, και ευχήθη υπέρ της ευοδώσεως του ιερού και δικαίου αγώνος. Πριν δ' εκλεχθώσι παρά της βουλής της γ' περιόδου ο πρόεδρος, ο αντιπρόεδρος και οι γραμματείς αυτής, εψηφίσθησαν την 3 υπό την προσωρινήν προεδρίαν του γεροντοτέρου των βουλευτών τα πέντε μέλη του νομοτελεστικού, παμψηφί μεν ο Γεώργιος Κουντουριώτης ο και πρόεδρος, και ο Παναγιώτης Μπότασης ο και αντιπρόεδρος· κατά πλειονοψηφίαν δε ο Ασημάκης Φωτίλας, ο Αναγνώστης Σπηλιωτάκης και ο Κωλέττης· εξελέχθη δε την 9 πρόεδρος της βουλής ο Πανούτσος Νοταράς και αντιπρόεδρος ο επίτροπος Βρεσθένης. Τούτων δε γενομένων, εξέδωκεν η παύσασα βουλή την 10 διακήρυξιν γέμουσαν υγιών αρχών και πατρικών παραινέσεων,
Προ της λήξεως δε της β' περιόδου κατέβη εκ Ρωσσίας εις Ελλάδα ο Ιωάννης Βαρβάκης, ογδοηκοντούτης, εν τη νήσω των Ψαρών γεννηθείς, και εν τη Ρωσσία μετά τον μεταξύ αυτής και της Τουρκίας πόλεμον του 1796 ως έμπορος εγκατασταθείς και υπερπλουτήσας. Πολύ μέρος της καταστάσεώς του εδαπάνησε προ της επαναστάσεως εις διατήρησιν του σχολείου της Χίου, εις αντίληψιν πολλών ενδεών ομογενών και εις ωφέλειαν της ιδίας πατρίδος του. Επί δε της επαναστάσεως και τον αγώνα αυτής δι' αποστολής κανονίων, ως είδαμεν, και πολλής άλλης πολεμικής ύλης υπεστήριξε, και πλούσια τα ελέη του εις τους συμπατριώτας του, ότε κατεστράφη η πατρίς των, επεδαψίλευσε, και μεγαλόδωρος προς όλον το έθνος ανεδείχθη δωρήσας εις σύστασιν κοινωφελών καταστημάτων έν εκατομμύριον και εκατόν χιλιάδας ρουβλίων. Ο ανήρ ούτος, είτε αυθορμήτως εξ αιτίας της καταστάσεως των πραγμάτων, είτε κατά παραγγελίαν, ώς τινες υπέθεσαν, επρόβαλεν εν Ναυπλίω τον Ιωάννην Καποδίστριαν ως εθνάρχην, αλλά δεν εισηκούσθη, αγγλιζούσης μάλλον ή ρωσσιζούσης κατ' εκείνον τον καιρόν της Ελλάδος· αλλ' η ιδέα αύτη εκυοφορείτο· μεταβάς δε εις Ζάκυνθον ετελεύτησε την 12 Ιανουαρίου 1825, διαρκούσης της καθάρσεώς του· η δε πατρίς ευγνωμονούσα ανέπεμψε πανδήμους υπέρ αυτού προς Θεόν ευχάς.
Εν μέσω δε των θορύβων και των πολιτικών περισπασμών είχε συστηθή αρχομένου του αυγούστου δι' αυτοπροαιρέτου των πολιτών συνεισφοράς φιλανθρωπική εταιρία εις περίθαλψιν πτωχών, ασθενών, χηρών και ορφανών. Η εταιρία αύτη προώδευσεν, εσύστησεν εν Ναυπλίω νοσοκομείον, το μετεσχημάτισεν έπειτα εις αλληλοδιδακτικόν σχολείον προς εκπαίδευσιν ορφανών και απόρων, και σκοπόν είχε να διαδώση, τα καλά ταύτα και εις άλλας πόλεις της Ελλάδος. Αντέκειντο αι δειναί περιστάσεις της πατρίδος, αλλά και εν μέσω αυτών διετηρήθη η εταιρία αύτη ωφελούσα υπέρ τα δύο ήμισυ έτη.

1824

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝA'

Δεύτερος εμφύλιος πόλεμος — Χαρακτήρ αυτού και του πρώτου. — Συνέλευσις της Δυτικής Ελλάδος εν Ανατολικώ.

Ο ΠΡΩΤΟΣ εμφύλιος πόλεμος έρριψεν επί της παύσεως του τα σπέρματα του δευτέρου. Οι Ανδρέαι και ο Κολοκοτρώνης, οι μαχόμενοι προς αλλήλους, εφιλιώθησαν καθ' ην ώραν ο πόλεμος ήτον εν τω τελειούσθαι, και συνενοήθησαν να παραδοθή μεν το Ναύπλιον εις την κυβέρνησιν, αλλ' η φρουρά να συγκροτηθή εκ Πελοποννησίων. Η ένωσις των αλληλομαχούντων έφερε την διαίρεσιν των συμμαχούντων. Το νομοτελεστικόν δεν συγκατετίθετο εις πελοποννησιακήν φρουραρχίαν· δυσηρεστείτο και διότι οι Ανδρέαι δεν εφάνησαν προς τον Κολοκοτρώνην όσον έπρεπεν αυστηροί· τους εμέμφετο και ως καταχραστάς της δοθείσης αυτοίς εξουσίας, αν και καταχρασταί δεν ήσαν. Οι δε Ανδρέαι, νικήσαντες τους αντιπάλους της κυβερνήσεως, εθεώρουν εαυτούς αξίους της ευγνωμοσύνης και της εμπιστοσύνης της, και εδυσφόρουν επί τη τοιαύτη προς αυτούς διαγωγή της· άκοντες δε και εγκοτούντες άφησαν το φρούριον εις χείρας του νομοτελεστικού. Υπέστησαν και άλλας δυσαρεσκείας. Παρεκάλεσεν τους νομοτελεστάς να μη αποβάλωσι την συγγενή του Κολοκοτρώνη Μπουμπουλίναν από τινος εν Ναυπλίω εθνικής οικίας εν ή κατώκει, αλλ' ουδ' εις τούτο εισηηκούσθησαν· εζήτησαν μικράν τινα αποζημίωσιν επί λόγω δαπάνης επί του εμφυλίου πολέμου, αλλ' ουδ' οβολόν έλαβαν· έπαθαν και άλλο. Το νομοτελεστικόν, προθέμενον να τους εξασθενήση, απέσπασεν από μεν του συγγενούς και συμμάχου αυτών Ιωάννου Νοταρά τον υποπλαρχηγόν αυτού Μακρυγιάννην, από δε του Λόντου τον Νάσον Φωτομάραν, Σουλιώτην, ον και ανέδειξε φρούραρχον του Παλαμηδίου. Ένεκα τούτων ανεχώρησαν οι Ανδρέαι εκ Ναυπλίου πλήρεις οργής κατά του νομοτελεστικού. Αλλ' εν ώ το νομοτελεστικόν εφέρετο προς αυτούς αγνωμόνως, η βουλή τους ικανοποίει θεωρούσα αυτούς ως αρίστους πατριώτας, ως καλώς και ευτυχώς υπέρ της στερεώσεως των νόμων αγωνισθέντας και αξίους της ευγνωμοσύνης του έθνους· τόσον δε ετίμα τον Ζαήμην, ώστε, αποθανόντος του Νικολάου Λόντου, μέλους του νομοτελεστικού, διώρισεν αυτόν διάδοχόν του· αλλ' ούτος παρητήθη, ως και άλλοτε, και η βουλή αντικατέστησε την 14 Ιουλίου τον ομόφρονα αυτού Πανούτσον Νοταράν.
Βαδίζον το νομοτελεστικόν την οδόν του, αφ' ού είδε τους περί τον Κολοκοτρώνην ταπεινωθέντας διά του Ζαήμη και Λόντου, ήθελε να ταπεινώση και τούτους δι' εκείνου· εφείλκυσε δε ή μάλλον ειπείν ουδετέρωσε τον Πλαπούταν. Εμάνθαναν οι Ανδρέαι όσα υπενεργούντο κατ' αυτών, και έτι μάλλον ωργίζοντο και ητοιμάζοντα εις νέας εμφυλίους ταραχάς. Η πολλή στρατιωτική δύναμις αυτών ήτο περί τας Πάτρας όπου εστρατοπεδάρχει ο Λόντος και συνεστρατοπέδευαν οι φίλοι και ομόφρονες αυτού και του Ζαήμη, ο Ιωάννης Νοταράς, οι υιοί του Κολοκοτρώνη Πάνος και Γενναίος, οι Δηληγιάνναι και οι Πετμεζάδες· όλοι δε ούτοι είχαν δισχιλίους. Ο δε Κολοκοτρώνης και ο Ζαήμης εκάθηντο εν ταις επαρχίαις των ήσυχοι κατά το φαινόμενον, αλλ' υποπροδιαθέτοντες τας υπό την επιρροήν των επαρχίας κατά του νομοτελεστικού. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, αφορμή μόνον εχρειάζετο εις φανεράν ρήξιν, και οι Αρκάδιοι έδωκαν αυτήν πρώτοι, εναντιωθέντες εις την είσπραξιν των προσόδων των και υβρίσαντες τον διοικητήν. Επί τη διαγωγή ταύτη το νομοτελεστικόν απέστειλε κατ' αυτών την 22 Οκτωβρίου 500 Στερεοελλαδίτας υπό τον Δικαίον, τον και υπουργόν των εσωτερικών. Τούτο μαθόντες οι περί τας Πάτρας διέλυσαν το στρατόπεδον αυθαιρέτως επί προφάσει ελλείψεως τροφών, και οι μεν διεσκορπίσθησαν εις άλλας επαρχίας προς υποκίνησιν ταραχών, οι δε περί τους Δηληγιάννας και τον Κολοκοτρώνην εξεστράτευσαν φανερά εις υπεράσπισιν των ομοφρόνων αυτών Αρκαδίων. Εν τοσούτω, επειδή εχρειάζετο να δικαιολογηθή το κίνημά των υπό πρόσχημα νομιμότητος, ασεβούντες εις τους νόμους κατηγόρουν την κυβέρνησιν ως ασεβήσασαν· και παρεξηγούντες τον ς' παράγραφον του ιζ' νόμου, διετείνοντο ότι δεν επετρέπετο εκ νέου εκλογή των αυτών μελών του νομοτελεστικού· επεκαλούντο δε την ταχείαν συγκρότησιν εθνικής συνελεύσεως κατά τα εν Άστρει ορισθέντα. Η βουλή, αν και ενείχετο εις την αποδιδομένην εις την κυβέρνησιν παρανομίαν ως εκλέξασα τα μέλη του νομοτελεστικού, επολιτεύθη ανεξικάκως κατ' αρχάς προς τους κατηγόρους της, και προσπαθούσα να καταπραΰνη το νομοτελεστικόν, τότε μόνον τους εγκατέλιπεν ότε τους είδεν άραντας όπλα.
Εν τούτοις, έφθασαν οι περί τον Δικαίον εις τους Λάκκους της Μεσσηνίας, κατέλαβαν και οι Αρκάδιοι τους Κωνσταντίους και εμάχοντο δύο ημέρας· ελθόντων δε των περί τους Δηληγιάννας και τον Κολοκοτρώνην, ετράπησαν τα στρατεύματα της κυβερνήσεως εις φυγήν, και ο αρχηγός αυτών Δικαίος επανήλθεν άπρακτος εις Ναύπλιον.
Καθ' ας δε ημέρας εμάχοντο οι Έλληνες κατά την Μεσσηνίαν, απέθανεν εν Ναυπλίω ο αντιπρόεδρος του νομοτελεστικού και αγαθός πολίτης Παναγιώτης Μπότασης, θύμα πεσών της προ πολλού επικρατούσης βαρείας επιδημίας. Θύμα της αυτής επιδημίας έπεσε την 22 νοεμβρίου και ο Νέγρης ιδιωτεύων εν Ναυπλίω και ολιγωρούμενος. Διέτριβεν εν Ύδρα επί τω θανάτω του αντιπροέδρου ο πρόεδρος Κουντουριώτης ασθενών· διά τούτο το τρίτον μέλος του νομοτελεστικού, ο Φωτίλας, εκλήθη εις την προεδρίαν του σώματος επιτροπικώς· αλλ' ως ομόφρων των εναντίων της κυβερνήσεως απηρέσκετο εις όσα επράττοντο κατ' αυτών·
Νοέμβριος μη δυνάμενος δε να τα εμποδίση, εδραπέτευσε την 8 νοεμβρίου, και την επαύριον ανεγνώσθη εν τη βουλή έγγραφόν του λέγον, ότι παρητείτο, διότι πολλάκις επρότεινε να μη γίνωσι κινήματα παρά της κυβερνήσεως τείνοντα, εις εμφύλιον πόλεμον και δεν εισηκούσθη. Η δραπέτευσις τούτου άφησε το σώμα ατελές και ανίκανον να εργάζεται. Εις συμπλήρωσιν δε του απαιτουμένου αριθμού εχρειάζετο εκλογή νέου μέλους, και το νομοτελεστικόν εις ενίσχυσίν του ήθελε να συμπαραλάβη τινά Μαυρομιχάλην. Αλλ' ο αρχηγός της οικογενείας ταύτης, Πετρόμπεης, ετέλει πρό τινος καιρού υπό βαρείαν κατηγορίαν ως έχων αλληλογραφίαν μυστικήν μετά του Μεχμέτ-Αλή· διά τούτο και η κυβέρνησις και οι εναντίοι αυτής τον απέφευγαν· αλλ' η κατηγορία εξετασθείσα απεδείχθη ψευδής, και το νομοτελεστικόν υπερισχύσαν εν τη βουλή επί της εκλογής του νέου μέλους παρέλαβε τον Κωνσταντίνον Μαυρομιχάλην σύναρχον.
Αν και ήρχισεν ήδη ο εμφύλιος πόλεμος, εστάλησαν ειρηνοποιοί μεσούντος του μηνός προς τον Ζαήμην επί τη προτάσει της βουλής κινουμένης πάντοτε υπό πνεύματος συμβιβαστικού, αλλ' επανήλθαν άπρακτοι. Μετά τα μεσσηνιακά, το μήλον της έριδος της κυβερνήσεως και των ανταρτών ήτον η Τριπολιτσά. Την πόλιν ταύτην κατείχεν η κυβέρνησις, οι δε εναντίοι της επροσπάθησαν να εφελκύσωσι τους κατοίκους αυτής και να ουδετερώσωσι τους φρουρούς της και τους πέριξ Στερεοελλαδίτας, προς ους έγραψαν επιστολήν, εν ή θεωρούντες την μεν Πελοπόννησον ιδίαν γην και όχι κοινήν όλων των Ελλήνων, ή τουλάχιστον των αγωνιζομένων Ελλήνων, τον δε εμφύλιον πόλεμον ως μόνον τα ιδιαίτερα συμφέροντα αυτών και τα των μελών της κυβερνήσεως αφορώντα, τους εθεώρουν ξένους, τους εσυμβούλευαν ν' απέχωσι των πελοποννησιακών πραγμάτων και ηπείλουν ότι επί τη παρακοή των θα τους ετιμώρουν (α). Ολιγωρούμενοι δε υπό των εντοπίων και χλευαζόμενοι υπό των Στερεοελλαδιτών απέστειλαν τον Νικήταν εις Κουτσοπόδι, αυτοί δε πλήρεις θυμού εκίνησαν ένοπλοι εις κυρίευσιν της Τριπολιτσάς, εγύμνωσαν εμπόρους έξωθεν της πόλεως, και κατέλαβαν παρακειμένας τινάς θέσεις· αλλ' οι φρουρούντες την πόλιν Στερεοελλαδίται επεξελθόντες συνήψαν μάχην κατά τον άγιον Σώστην και Καμάρι· και τους μεν κατά τον άγιον Σώστην ενίκησαν κατά κράτος συλλαβόντες 60, εν οίς και τον Στάικον, ους ανέστειλαν εις Ναύπλιον, έτρεψαν δε και τον Πάνον Κολοκοτρώνην ελθόντα εις βοήθειαν του Σταΐκου, και τον εφόνευσαν φεύγοντα προς το χωρίον του Θάνα, τους δε κατά το Καμάρι διεσκόρπισαν· διεσκόρπισαν την 22 και τους περί τον Νικήταν κατά το Κουτσοπόδι. Την δε 28 ανέβησαν εις Τριπολιτσάν προς βοήθειαν των κυβερνητικών ο Χατσή Χρήστος και ο Βάσσος, προσέβαλαν την επιούσαν κατά το Βρυσάκι τους εναντίους, τους έτρεψαν, τους κατεδίωξαν μέχρι του Παρθενίου, και δεν τους άφησαν να συναχθώσι πλέον προς εκείνο το μέρος. Λέγεται δε ότι επέκεινα των εκατόν εφονεύθησαν εν ταις αθλίαις ταύταις αδελφομαχίαις.
Αλλ' η κυβέρνησις, αν και υπερίσχυσεν, υπώπτευεν, ότι περιοριζομένη εις μόνας τας εν Πελοποννήσω δυνάμεις της εκινδύνευεν. Ο δεύτερος ούτος εμφύλιος πόλεμος δεν ωμοίαζε τον πρώτον, καθ' όν Πελοποννήσιοι επολέμουν Πελοποννησίους. Επί του παρόντος η Πελοπόννησος ήτον όλη σχεδόν του αυτού φρονήματος, και η κυβέρνησις δεν εδύνατο να ταπεινώση τους εναντίους της ειμή διά στρατιωτών άλλου μέρους· έχουσα δε χρήματα εκ του δανείου είχεν όσους υπομισθίους Στερεοελλαδίτας ήθελεν· οι δε αντίπαλοί της μη έχοντες θ' απεστερούντο και αυτών των υπό την οδηγίαν των. Είναι δε άπορον πώς άνθρωποι, ως οι Ανδρέαι και ο Κολοκοτρώνης, ανεδέχθησαν τον αγώνα τούτον εν μέσω τοιούτων περιστάσεων. Διά τους λόγους τούτους, μη επαναπαυομένη η κυβέρνησις εις την κατ' επιφάνειαν υπεροχήν της εστοχάσθη αναγκαίον να φέρη εις Πελοπόννησον έξωθεν στρατεύματα επί μισθώ και εκάλεσε τα εν τη Ανατολική Ελλάδι. Όλοι υπήκουσαν, και δισχίλιοι υπό τον Γκούραν και τον Καρατάσον απέβησαν προ των άλλων την 22 εις τον ισθμόν. Έκτοτε ήρχισαν τα μεγάλα δυστυχήματα των ανταρτών και της Πελοποννήσου.
Πρό τινων ημερών επολιόρκουν την Ακροκόρινθον ο Λόντος και ο Ιωάννης Νοταράς έχοντες 800 εκλεκτούς Στερεοελλαδίτας· αλλ' επί τη αποβάσει των ανωτέρω έφυγαν και ανέβησαν εις Κουτσομάδι, όπου ηύραν τον ομόφρονά των Νικήταν. Εν τούτοις ήλθεν εις Κόρινθον ο Κωλέττης, μέλος του νομοτελεστικού, ως γενικός διευθυντής, και τους παρηκολούθησεν αναβαίναντας εις Κουτσομάδι. Εκεί επολέμησαν οι αντιφερόμενοι, εχύθη αίμα, υπερίσχυσαν οι κυβερνητικοί, οι δε αντικυβερνητικοί έφυγαν κακώς έχοντες· και ο μεν Λόντος απήλθεν εις Αχαΐαν, ο δε Νοταράς και ο Νικήτας κατέλαβαν τον άγιον Γεώργιον. Επεστράτευσαν και εις εκείνο το χωρίον οι κυβερνητικοί· αλλ' επειδή ο τόπος είναι δυνατός, απεκρούσθησαν και 50 εφονεύθησαν. Παθόντες και αποτυχόντες, μετέφεραν εκ Ναυπλίου τρία κανόνια· τότε απηλπίσθησαν οι αντικυβερνητικοί και έφυγαν διά νυκτός. Έτρεξαν οι κυβερνητικοί κατόπιν αυτών, μετέβησαν εις Τρίκαλα, όπου κατέφυγεν ο Ιωάννης Νοταράς, τα εκυρίευσαν αναιμωτί, εγκατελείφθη και αυτός υπό των μισθωτών του αυτομολησάντων υπό της κυβερνήσεως τας σημαίας, παρεδόθη, εστάλη υπό φύλαξιν εις Ναύπλιον, και επί τη αιτήσει του θείου του, προέδρου της βουλής, μη μεθέξαντος της ανταρσίας, έμεινε παρ' αυτώ υπό την εγγύησίν του.
Δεκέμβριος Εν ώ δε υπερίσχυαν κατά την Κορινθίαν τα υπό τον Γκούραν και τον Καρατάσον στρατεύματα, διέβησαν αρχομένου του δεκεμβρίου εις Βοστίτσαν και τα εν Σαλώνοις υπό τον Καραϊσκάκην, τον Τσαβέλλαν και άλλους, και ανέβησαν εις Καλάβρυτα, όπου ήλθε και ο Κωλέττης. Την δε 13 εκινήθησαν εις Κερπινήν όπου ήσαν ο Ζαήμης, ο πατήρ του, ο Λόντος, ο Νικήτας, και πολέμου γενομένου υπερίσχυσαν, εκυρίευσαν το χωρίον, το ελεηλάτησαν και πολλά άλλα κακά έπραξαν· οι δε εν αυτώ κακήν κακώς έφυγαν. Τα αυτά κακά έπαθαν και οι λοιποί αντικυβερνητικοί παντού, και όλοι, μηδενός εξαιρουμένου, κατέθεσαν τα όπλα, επεκαλέσθησαν την μακροθυμίαν της κυβερνήσεως, οι μεν δι' ενός τρόπου οι δε δι' άλλου, και οι πλείστοι παρεδόθησαν αυθορμήτως εις χείρας της αυτομολήσαντες εις Ναύπλιον, διότι ούτε ασφαλείς ήσαν εν ταις επαρχίαις των, ας κατεπάτησαν όλας τα κυβερνητικά στρατεύματα, ούτε δεκτοί εις την Επτάννησον, όθεν ο Σισίνης και ο υιός του Χρύσανθος, εκεί καταφυγόντες, απεπέμφθησαν. Τοιουτοτρόπως συνήχθησαν εις Ναύπλιον ο Κολοκοτρώνης, οι Δηληγιάνναι Αναγνώστης, Κανέλλος, Δημητράκης και Νικόλαος, οι Νοταράδες Ιωάννης και Παναγιώτης, ο Γρίβας, ο Αναστασόπουλος, ο Μητροπέτροβας, ο Παπατσώνης, ο Κρίτσαλης και ο Κατσαρός, περιμένοντες την τύχην των παρά των εχθρών των. Η δε κυβέρνησις τους απέστειλεν όλους την 6 φεβρουαρίου εις Ύδραν και διέταξε να τους περιορίσωσιν εν τω μοναστηρίω του προφήτου Ηλίου του επί της κορυφής του όρους μέχρις ου δικασθώσι. Μετά τεσσάρας δε ημέρας απέστειλεν εκεί και τον Σισίνην και τον υιόν του Χρύσανθον ελθόντας και αυτούς κατόπιν των άλλων εις Ναύπλιον και προσπεσόντας. Οι δε Ανδρέαι και οι άλλοι, οι φυγόντες εκ της Κερπινής, κατέφυγαν εν πρώτοις εις Δίβρην, αλλά, μαθόντες ότι ήρχοντο εις καταδίωξίν των οι υπό τον Γκούραν, έφυγαν και εκείθεν (β) και μη βλέποντες εντός της Πελοποννήσου τόπον καταφυγής ασφαλή κατέβησαν εις Κουνουπέλι και εντυχόντες τρία πλοιάρια υπό σημαίαν ιονικήν έπλευσαν εις την Δυτικήν Ελλάδα.
Μικρός ήτον ο πρώτος εμφύλιος πόλεμος, μικρά και τα κινήσαντα αυτόν αίτια, μικρού λόγου και οι σκοποί του. Η Αρχή, το μήλον της έριδος, ήτον εφήμερος, διότι εφήμερα, ό εστιν ενιαύσια, ήσαν και τα βουλευτικά και τα νομοτελεστικά· το δε νομοτελεστικόν της περιόδου ταύτης, ως αναπληρωτικόν του άλλου, ουδέ τετράμηνον διάρκειαν είχεν· ουδενός δε των διαμαχομένων η φίλαρχος επιθυμία επέκεινα του τέρματος ή των όρων της καθεστώσης εξουσίας παρεξετείνετο· διηρείτο δε η εξουσία και εις πολλούς, και υπό τον χαλινόν και την αυστηράν επίβλεψιν της βουλής πάντοτε έκειτο. Πελοποννήσιοι προς Πελοποννησίους διεμάχοντο επί του πρώτου εμφυλίου πολέμου. Σχέσεις έχοντες ούτοι προς αλλήλους επολιτεύοντο και εν πολέμω μετρίως. Ολίγη, ως είδαμεν, η αιματοχυσία, ουδεμία διάθεσις καταστροφής ή διαρπαγής, ευκατεύναστα τα πάθη, οι σήμερον πολέμιοι έγειναν την επαύριον φίλοι, και η περί ης ο λόγος αλληλομαχία εφαίνετο μάλλον στάσις ή πόλεμος. Αλλά λίαν δεινός και λίαν φθοροποιός κατήντησεν ο δεύτερος εμφύλιος πόλεμος προκειμένης όχι εφημέρου εξουσίας ως άλλοτε, αλλά καταστροφής και εξοντώσεως των ισχυρών της Πελοποννήσου· εξώκειλε δε ένεκα τούτου και εις τόσην κακοήθειαν, ώστε η εις την Πελοπόννησον εισβολή των πέραν του ισθμού στρατευμάτων δοθέντων εις αρπαγήν και εις ακολασίαν, ανεκάλεσεν εις την μνήμην των παθόντων όσα κακά έπαθαν επί της εισβολής των Αλβανών οι πατέρες αυτών· η δε έκβασις του πολέμου τούτου ανύψωσε τον Κουντουριώτην και συνανύψωσε και τον συνάρχοντα και συμπράκτορα αυτού Κωλέττην.
Διαρκούσης δε της εκστρατείας κατά την Δυτικήν Ελλάδα, ησθένησεν ο Μαυροκορδάτος και μετεκομίσθη εις Ανατολικόν· είχε κληθή πρό τινος καιρού εις αναδοχήν των καθηκόντων του γενικού γραμματέως του νομοτελεστικού· αλλ' η κατάστασις της Δυτικής Ελλάδος και η ασθένειά του τον ηνάγκασαν ν' αναβάλη την εις Ναύπλιον μετάβασίν του. Αφ' ού δε ανέλαβε και διελύθη και το εχθρικόν στρατόπεδον, απεφάσισε ν' αναχωρήση, και εκάλεσε τους πληρεξουσίους και τους οπλαρχηγούς των επαρχιών εις τοπικήν συνέλευσιν επί σκοπώ να βάλη τάξιν όπου επεκράτει πλήρης αταξία, τουτέστιν εις την στρατιωτικήν υπηρεσίαν.
Δεκέμβριος Συνήλθαν οι πληρεξούσιοι εις Ανατολικόν και την 17 δεκεμβρίου ήρχισαν τας εργασίας των υπό την προεδρίαν του στρατηγού Τσόγκα, του ισχυροτέρου οπλαρχηγού των μερών εκείνων· έλαβαν δε υπ' όψιν όσα και επί της προλαβούσης τοπικής συνελεύσεως και διέταξαν εις διόρθωσιν των αταξιών όσα και τότε, αλλά πραγματικώς έπραξαν ουδέν. Επειδή δε επεκράτει εν Πελοποννήσω ο δεύτερος εμφύλιος πόλεμος, δέον έκριναν να εκφράσωσι πανδήμως τα φρονήματά των περί των γενικών πραγμάτων, κατακρίνοντες και καταρώμενοι παν ένοπλον κίνημα κατά της κυβερνήσεως, οιαδήποτε και αν ήτο του κινήματος η αφορμή, και οιοσδήποτε ο κινούμενος, κηρύττοντες την αφοσίωσίν των εις τα καθεστώτα και προσφέροντες τον βραχίονά των εις υποστήριξιν αυτών· εξέφρασαν δε επί της συνελεύσεως και την βαθείαν ευγνωμοσύνην των προς τον γενικόν διευθυντήν, και την λύπην των διά την αποχώρησίν του, και επολιτογράφησαν αυτόν και τους συν αυτώ Πραΐδην και Πολυζωίδην.
Επρόκειτο προ παντός άλλου επί της συνελεύσεως να προσφέρωσί τινες των οπλαρχηγών, και κυρίως ο του Ζυγού Μακρής, προς κοινήν χρήσιν τα γεννήματα των επαρχιών των εσοδιαζόμενα εις ιδίαν των περί αυτούς χρήσιν, αλλ' ούτοι δεν επείθοντο. Εν ώ δε κατεγίνοντο εις την εξέλεγξιν των προσόδων των επαρχιών και ελογομάχουν περί τούτου εν τω ναώ της Παναγίας, όπου συνεδρίαζαν, συνέβη σεισμός τόσον δεινός ώστε έπεσαν καί τινες οικίαι. Γνωστόν είναι πόσον επιρρεάζονται τα πνεύματα των απλουστέρων υπό των τοιούτων της φύσεως φαινομένων. Δραξάμενός τις των πληρεξουσίων την ευκαιρίαν ταύτην ανέστη παύσαντος του σεισμού, και αφ' ού ελάλησε περί άλλων υποθέσεων, είπε τα εξής.
«Αλλ' εβασίλευσε τάχα παρ' ημίν η δικαιοσύνη; Εφάνημεν άξιοι της θείας βοηθείας, ην τόσον φανερά απολαμβάνομεν; Όχι! βεβαίως· δεν σας το λέγω εγώ· σας το είπε προ ολίγου ο Θεός διά του σεισμού του. Τα σημεία ταύτα είναι η φωνή της οργής του· η οργή του βλέπετε εσάλευσε και αυτά τα θεμέλια της γης. Μάθετε, λέγει η φωνή της οργής του, ότι ο Θεός απεφάσισε να ελευθερώση τον λαόν του όχι μόνον εκ χειρός των Τούρκων, αλλά και εκ χειρός των αγαπώντων την ανομίαν και την αδικίαν Χριστιανών. Ο Θεός οργίζεται επίσης όλους τους ανόμους και αδίκους οποία και αν ήναι η πίστις των. Τρέμετε όσοι είσθε άνομοι και φιλάδικοι· ο Θεός των Χριστιανών είναι θεός νόμου και δικαιοσύνης· είναι Θεός εκδικήσεων. Τρέμετε οι άνομοι και φιλάδικοι!» Κλονισθέντες οι οπλαρχηγοί υπό του σεισμού, ακούσαντες και την ερμηνείαν αυτού επροθυμήθησαν, προεξάρχοντος του Μακρή, να προσφέρωσιν όσα μέχρι τούδε δεν έπαυσαν ιδιοποιούμενοι.
Οι δε Ανδρέαι και οι περί αυτούς κατευωδώθησαν εις Προκοπάνιστον, νησίδιον τρεις ώρας και τέταρτον απέχον του Μεσολογγίου, την 23, διαρκούσης της συνελεύσεως και έγραψεν ο Ζαήμης αυθημερόν προς τους συγκροτούντας αυτήν επιστολήν (γ) λέγουσαν, ότι, αν και κατετρέχετο μέχρι θανάτου, ωρκίσθη ν' αποθάνη επί της φίλης πατρίδος μαχόμενος υπέρ αυτής, και ότι εζήτει άσυλον μέχρι της συγκροτήσεως της εθνικής συνελεύσεως, εις ην έτοιμος ήτο να δώση λόγον των πράξεών του.
Οι Ανδρέαι ηγαπώντο παρά των Δυτικοελλαδιτών. Ουδέποτε επεκαλέσθησαν ούτοι εις μάτην την αντίληψιν εκείνων οσάκις εκινδύνευεν η πατρίς των· πολλοί δε των επισημοτέρων και αυτός ο γενικός διευθυντής Μαυροκορδάτος ήσαν φίλοι των· δια τούτο συμπαθείς εφάνησαν προς τα δεινά των όλοι, αλλά μη θέλοντες να ενοχοποιηθώσιν ενώπιον της υπερισχυούσης κυβερνήσεως απήντησαν (δ), ότι πρόθυμοι ήσαν και να τους δεχθώσι και να μεσιτεύσωσιν υπέρ αυτών προς την κυβέρνησιν, αλλ' ότι τους εθεώρουν πάντοτε υπό το κράτος του νόμου. Επί τη απαντήσει ταύτη ήλθαν οι Ανδρέαι και λοιποί εις Ανατολικόν, εφιλοφρονήθησαν, και μετέβησαν εις Κατοχήν, χωρίον του Ξηρομέρου, υπό την εγγύησιν μεν των στρατηγών Τσόγκα, Μακρή, Ράγκου και Βλαχοπούλου, αλλ' υπό την ιδιαιτέραν επαγρύπνησιν και περιποίησιν του Τσόγκα, υφ' ον ετέλει η Κατοχή.

1824

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΒ'

Εξωτερική πολιτική ως προς την Ελλάδα. Συνδιαλέξεις εν Πετρουπόλει των αντιπροσώπων των πέντε δυνάμεων περί του ελληνικού ζητήματος, και σχίσμα Αγγλίας και Ρωσσίας.

ΑΝ και η Πύλη απηξίωσε ν' απαντήση εις την περί Ελλάδος πρότασιν της Ρωσσίας, η Ρωσσία όχι μόνον δεν παρητείτο του ειρηνοποιού σκοπού της, αλλ' επροσπάθει να προσηλώση σπουδαιότερον εις ευόδωσιν αυτού την προσοχήν των περί πολλού ποιουμένων την διατήρησιν της ειρήνης αυλών, και να κερδίση την αναγκαίαν σύμπραξίν των· δεν έπαυε δε λέγουσα ότι, και αν εσυμβιβάζοντο τα μεταξύ Ρωσσίας και Τουρκίας, εν όσω διήρκει ο αγών της Ελλάδος, η ειρήνη της Ευρώπης διά τον χαρακτήρα αυτού εκινδύνευεν. Αρχομένου δε του ενεστώτος έτους, εκοινοποίησεν εμπιστευτικώς ταις αυλαίς εις υποστήριξιν της προτάσεώς της υπόμνημα, εν ώ εξέθετε σαφώς τους όρους, ους εθεώρει και ορθούς και αναγκαίους εις ειρήνευσιν της μαχομένης Ελλάδος, προβάλλουσα να συστηθώσι τρεις υποτελείς τω σουλτάνω ηγεμονείαι, η μεν εκ Θεσσαλίας, Βοιωτίας και Αττικής, ήτοι της Ανατολικής Ελλάδος, η δε εξ Ηπείρου και Ακαρνανίας, ήτοι της Δυτικής Ελλάδος, η δε εκ Πελοποννήσου και Κρήτης, ήτοι της μεσημβρινής Ελλάδος· αι δε νήσοι να διοικώνται δημογεροντικώς ως και μέχρι τούδε, και ο πατριάρχης, εδρεύων πάντοτε εν Κωνσταντινουπόλει, να θεωρήται ως αντιπροσωπεύων το ελληνικόν έθνος (α).
Είπαμεν, ότι η πολιτική της Ρωσσίας έτεινεν ανέκαθεν εις εξασθένωσιν του οθωμανικού κράτους και εις την κατ' ολίγον αποσύνθεσίν του· δι' ον δε λόγον επολιτεύετο ούτως η Δύναμις αύτη, διά τον αυτόν δεν ανείχετο την προ των πυλών της επί των ερειπίων αυτού ανέγερσιν βυζαντινού, ήτοι ισχυρού κράτους κατέχοντος τας κλεις της Μαύρης θαλάσσης· ενίσχυε δε μόνον την ανέγερσιν μικρών επικρατειών, υποτελών μεν τη Πύλη αλλ' υπό την επιρροήν και προστασίαν εκείνης. Τοιαύτης πολιτικής αποκύημα ήτο το περί ου ο λόγος σχέδιον, ανάξιον του εθνισμού των Ελλήνων, ως διαρρηγνύον την ενότητά των, εφ' ης πάσα υγιής πολιτική επάναγκες να σαλεύη, και ως ανατρέπον την ανεξαρτησίαν των, υπέρ ης ηγέρθη ο δεινότατος αυτών αγών.
Κοινοποιήσασα το υπόμνημα τούτο ταις αυλαίς η Ρωσσία, τας εκάλεσεν εις Πετρούπολιν προς σύσκεψιν και πραγματοποίησίν του. Ορθούς εθεώρησαν αι της Γαλλίας, Αυστρίας και Πρωσσίας αυλαί τους όρους του υπομνήματος ως μεταξύ της τελείας ανεξαρτησίας κατά την απαίτησιν του ενός των διαμαχομένων, και της τελείας υποταγής κατά την του άλλου κειμένους, και τους παρεδέχθησαν προθύμως, αλλ' εν πνεύματι πάντοτε ειρηνικώ. Την αυτήν γνώμην εξέφρασε και η αυλή της Αγγλίας, αλλ' απήτησεν ως εκ των ων ουκ άνευ να προηγηθή η εις Κωνσταντινούπολιν αποστολή πρέσβεως Ρώσσου, ως δείγμα φιλειρηνικόν προς την Πύλην, και να ορισθή τόπος των συνεδριάσεων όχι η Πετρούπολις αλλ' η Βιέννη. Η δε αυλή της Ρωσσίας, η θεωρήσασα και αύτη εξ αρχής ως εκ των ων ουκ άνευ να προηγηθή της εις Κωνσταντινούπολιν αποστολής πρέσβεώς της η παντελής κένωσις των ηγεμονειών, αντείπεν. Εν τούτοις διά των εν Κωνσταντινουπόλει επανειλημμένων αξιώσεων των αυλών εφάνη λύσασα αύτη η Πύλη το ζήτημα υποσχεθείσα επισήμως λήγοντος του απριλίου την παντελή κένωσιν των ηγεμονειών (β)· απέλυσε δε και τον Βηλαράν επί τη παρακλήσει του παρ' αυτή πρέσβεως της Αγγλίας.
Αρθέντων των προσκομμάτων τούτων, διώρισεν η Ρωσσία πρέσβυν της παρά τω σουλτάνω τον Ριβωπιέρρον, αλλά δεν τον εξαπέστειλεν ευθύς και ανέδειξεν επιτετραμμένον τα της πρεσβείας τον ως έφορον των εμπορικών και ναυτικών υποθέσεων εδρεύοντα ήδη εν Κωνσταντινουπόλει Μιντσιάκην·
Ιούνιος μη επιμενούσης δε και της Αγγλίας εις ον επρότεινε τόπον των συσκέψεων, συνεδρίασαν εν Πετρουπόλει οι εκεί αντιπρόσωποι των αυλών την 5 Ιουνίου κατά πρώτον· και οι μεν της Αυστρίας, Γαλλίας και Πρωσσίας ενέκριναν εξ ονόματος των αυλών αυτών τα εν τω υπομνήματι, αναγγείλαντες· ότι έτοιμοι ήσαν να συστήσωσι τοις εν Κωνσταντινουπόλει συναδέλφοις των ό,τι εις πραγματοποίησιν αυτών ωρίζετο· ο δε της Αγγλίας ανήγγειλεν, ότι και η αυλή του, αν και διεφώνει κατά τι, ενέκρινε τας βάσεις του υπομνήματος, αλλά δεν τω απέστειλεν εισέτι οδηγίας περί των περαιτέρω. Τω όντι ο πρέσβυς ούτος, Κάρολος Βαγώττος, ειδοποιηθείς παρά μεν του εν Κωνσταντινουπόλει συναδέλφου του ότι υπεσχέθη επισήμως η Πύλη την παντελή κένωσιν των ηγεμονειών, παρά δε της αυλής της Ρωσσίας ότι διώρισε πρέσβυν της παρά τω σουλτάνω, εθεώρησεν ότι επληρώθησαν οι απαιτούμενοι όροι και συνεδρίασεν άνευ ρητής διαταγής της αυλής του.
Δευτέρας δε συνεδριάσεως γενομένης την 24, επρόβαλεν ο πληρεξούσιος της Ρωσσίας να διαταχθώσιν οι παρά τω σουλτάνω πρέσβεις των συμμάχων όπως δι' ενός και του αυτού εγγράφου, συνυπογράφοντος και του επιτετραμμένου τα της Ρωσσίας, προτείνωσι επί των όρων του υπομνήματος την μεσιτείαν των αυλών και την διακοπήν των εν Ελλάδι εχθροπραξιών, ν' αναγγελθώσι δε τα αυτά και προς τους Έλληνας· επί δε τη ανακωχή να συνέλθωσιν οι πρέσβεις των συμμάχων και οι πληρεξούσιοι των διαμαχομένων εις Κωνσταντινούπολιν προς συνδιάσκεψιν περί οριστικού συμβιβασμού· αλλ' οι συνδιαλεγόμενοι εζήτησαν καιρόν εις αίτησιν νέων οδηγιών.
Εν τούτοις, διεταράχθησαν απροσδοκήτως αι εξ αρχής μέχρι τούδε επικρατήσασαι στεναί σχέσεις Αγγλίας και Τουρκίας. Η εν Λονδίνω σύστασις φιλελληνικής εταιρίας, η χιλιόλιρος συνδρομή της δημαρχίας της μεγαλοπόλεως ταύτης υπέρ της πολεμούσης Ελλάδος, το δάνειον, η εις Ελλάδα αποστολή πολεμεφοδίων και άλλων βοηθημάτων, η εις συμμέθεξιν του ελληνικού αγώνος άφιξις Άγγλων και κατ' εξοχήν η του Βύρωνος αντηχήσασα διά το λαμπρόν όνομά του από περάτων έως περάτων, και η εξ αιτίας της δικαιοτέρας και φιλελληνικωτέρας πολιτικής του Κάννιγγος επί το δικαιότερον και φιλελληνικότερον μεταβολή της διαγωγής των Αρχών του ιονίου κράτους παρώργισαν εις άκρον την Πύλην κατά της Αγγλίας. Ο δε εν Κωνσταντινουπόλει πρέσβυς αυτής, ο τόσην πίστιν και υπόληψιν άλλοτε απολαμβάνων, υπεβλέπετο. Εις μάτην έλεγεν οποία τα όρια της εξουσίας της αγγλικής κυβερνήσεως επί των Άγγλων. Αγνοούσα και ολιγωρούσα η Πύλη τον τρόπον του πολιτεύεσθαι των ελευθέρων εθνών, δεν ήξευρε να διακρίνη τα των αρχόντων και των αρχομένων, και ενοχοποίει εκείνους διά τα προς αυτήν πταίσματα τούτων. Τοιαύτα φρονούσα και αδικουμένην εαυτήν θεωρούσα, πικροτάτους απέτεινε προς τον πρέσβυν της Αγγλίας λόγους περί της διαγωγής της (γ).
Αύγουστος Μόλις δε αρχομένου του αυγούστου έλαβεν η ελληνική κυβέρνησις γνώσιν του εις λύσιν της ελληνοτουρκικής διαφοράς ρωσσικού σχεδίου και κατεταράχθη. Ουδέν ήττον κατεταράχθη και η Πύλη· ωργίσθη δε έτι μάλλον αύτη διά την εν αυτώ προτεινομένην αυθόρμητον παρέμβασιν των αυλών εν ταις διαφοραίς αυτής και των επαναστάντων ραγιάδων. Υπό τοιούτους οιωνούς εξεδόθη το ρωσσικόν σχέδιον και εσυστήθη εν Πετρουπόλει το συμβιβαστικόν συμβούλιον, μηδενός των διαμαχομένων ζητούντος ή δεχομένου οποίον επρότεινε το σχέδιον συμβιβασμόν· ώστε ειργάζοντο αι Δυνάμεις προς ειρήνευσιν Ελλήνων και Τούρκων επί τη προτάσει της Ρωσσίας παρά την θέλησιν και των Ελλήνων και των Τούρκων.
Προθεμένη δε η ελληνική κυβέρνησις να ματαιώση το σχέδιον τούτο, αναγκαίον ενόμισε να διαμαρτυρηθή επισήμως· και εις ενίσχυσιν της διαμαρτυρήσεώς της δέον έκρινε να επικαλεσθή την συνδρομήν τινος των αυλών. Ευνοϊκωτέρα πασών προς την Ελλάδα ήτο τότε βεβαίως η της Αγγλίας, δι' ο και προς αυτήν απέστειλε την 12 διαμαρτύρησιν (δ) στηλιτεύουσα ως αισχρόν τον προτεινόμενον συμβιβασμόν, επικαλουμένη την αντίληψίν της εις ανάκτησιν της ανεξαρτησίας των Ελλήνων, παραλληλίζουσα τα δικαιώματα αυτών και τα των εσχάτως αποχωρισθέντων της μητροπόλεως των εν τη μεσημβρινή Αμερική λαών, και διατεινομένη ότι το συμφέρον της Ευρώπης, και κυρίως της Αγγλίας, απήτει την πολιτικήν ύπαρξιν της Ελλάδος.
Μόλις έλαβε την επιστολήν ταύτην ο υπουργός της Αγγλίας την 11 οκτωβρίου και απήντησε την 7 νοεμβρίου λέγων (ε) ότι εθεώρει την πολιτικήν της Ρωσσίας φιλελληνικήν και το περί ου ο λόγος σχέδιον περιέχον ορθούς όρους· ότι δεν θα εναντιούτο η Αγγλία εις την πραγματοποίησιν αυτού, αν επροτείνετο εν καιρώ, αλλ' ουδέν θ' απεφασίζετο άνευ της συναινέσεως των διαμαχομένων, ότι άν ποτε ενόμιζε συμφέρον η Ελλάς να ζητήση την μεσιτείαν της Αγγλίας, και αν την εδέχετο η Πύλη, ουδέν θα παρημελείτο εις καρποφορίαν της, και ότι εν τη δεινή Τουρκίας και Ελλάδος πάλη επολιτεύθη η Αγγλία όπως και εν τη της Ισπανίας και των εν τη μεσημβρινή Αμερική αποικιών της, διατηρούσα άκραν ουδετερότητα. Περί δε της αντιλήψεως, ην επεκαλείτο η Ελλάς, έλεγε τα εξής. «Ούτε εμμέσως ούτε αμέσως ηρέθισαν οι υπουργοί της Αγγλίας τους Έλληνας εις την έναρξιν του αγώνος των, αλλ' ούτε διά τινος τρόπου παρενέβαλαν εμπόδια εις την πρόοδόν του. Ουδείς έχει δίκαιον να υπολάβη ότι η Αγγλία, θεωρούσα τας υπαρχούσας φιλικάς σχέσεις και τας διατηρουμένας παλαιάς συνθήκας αυτής και της Πύλης, ημπορεί ν' αναδεχθή πάλην ην δεν υπεκίνησε και να οικειοποιηθή διαφοράν αλλοτρίαν».
Αύτη είναι η μεταξύ της ελληνικής κυβερνήσεως και της αγγλικής περί τούτων αλληλογραφία· εν ταύτη, η αγγλική, πρώτη πάσης άλλης κυβερνήσεως και κατά πρώτον, προσηγόρευσε την ελληνικήν, «προσωρινήν κυβέρνησιν».
Εν τούτοις διεταράχθη παρά πάσαν προσδοκίαν και αυτή των αυλών η αρμονία. Η Αγγλία, είτε προς καθησύχασιν της Πύλης δεινολογουμένης εφ' ων εβουλεύοντο αι αυλαί εν Πετρουπόλει, είτε ζηλοτύπως φερομένη προς την Ρωσσίαν κινούσαν όπως ήθελεν επί του προκειμένου ζητήματος την συμμαχίαν, εν ώ Τούρκοι και Έλληνες απέβλεπαν εις μόνην την Αγγλίαν, είτε επιρρεασθείσα υπό της διαμαρτυρήσεως της Ελλάδος, απεδοκίμασεν αίφνης την εν Πετρουπόλει διαγωγήν του πρέσβεώς της, Βαγώττου, ως άνευ αδείας της συνεδριάσαντος και συμπράξαντος· μεταθέσασα δε αυτόν εις άλλην πρεσβείαν και αναδείξασα διάδοχόν του τον Στρατφόρδον Κάννιγγα, διεκοίνωσε ταις αυλαίς, ότι, προθεμένη εξ αρχής εκούσιον συμβιβασμόν των αλληλομαχούντων, καθήκον της, ως ουδετέρα Δύναμις, εθεώρει να μη παρέμβη εν όσω απεποιούντο οι αντιφερόμενοι πάντα συμβιβασμόν· απεποιείτο δε και ην υπεσχέθη παρέμβασιν, και αν έστελλεν εις Κωνσταντινούπολιν η Ρωσσία πρέσβυν. Ηπόρησε και ωργίσθη η Ρωσσία επί τη απροσδοκήτω ταύτη παλινωδία της αγγλικής κυβερνήσεως, και αντιδιεκοίνωσεν, ότι έπαυε του λοιπού πάσα συνδιάσκεψις αυτής και της αυλής εκείνης και ως προς τα τουρκορρωσσικά και ως προς τα ελληνοτουρκικά. Εμέμφθησαν δε και αι άλλαι Δυνάμεις, και αύτη η υπέρ τας άλλας φιλοτουρκίζουσα Αυστρία, την παλινωδίαν της Αγγλίας.