1825 |
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΓ' |
Σχέδια της Ελληνικής κυβερνήσεως κατά των εχθρών. — Απόβασις του Ιβραήμπασα εις Μοθώνην. — Εκστρατεία του Κουντουριώτου προέδρου του νομοτελεστικού. — Πολεμικά κατά ξηράν και θάλασσαν συμβάντα και παράδοσις των Παλαιών Ναβαρίνων και του Νεοκάστρου. — Εμπρησμός εχθρικών πλοίων εν Μοθώνη. — Ναυμαχία παρά τον Καφηρέα. |
| ΕΝ ώ ο δημόσιος πλούτος εφθείρετο χάριν εμφυλίων παθών και προσωπικών μικροφιλοτιμιών εις βλάβην του λαού, και εγγύς ήτον η μετάβασις του φοβερού εχθρού της Ελλάδος, Ιβραήμπασα, από Κρήτης εις Πελοπόννησον, ουδεμία εγίνετο φροντίς περί της αναγκαίας προμηθείας και ασφαλείας των μερών εκείνων. Ως και αυτό το φρούριον του Νεοκάστρου απρομήθευτον των αναγκαίων ήτο και απρομήθευτον διέμεινε μέχρι τέλους, ως αν προητοιμάζετο να πέση μάλλον ή ν' αντισταθή. |
| Ακίνδυνον στρατιωτικήν δόξαν εθήρευεν ο πρόεδρος του νομοτελεστικού. Τοιαύτην εφαίνετο παρέχουσα η κατάστασις των Πατρών. |
| Η πόλις εκείνη επολιορκείτο στενώς πρό τινος καιρού διά θαλάσσης, και η πτώσις της εφαίνετο εγγίζουσα· δεν εκίνει δε τον Κουντουριώτην εις κτήσιν αυτής αφιλοκίνδυνος μόνον φιλοδοξία, αλλά και η προς τους Ανδρέας αντιζηλία. Εξαιρουμένης της ολιγοχρονίου αρχηγίας του Κολοκοτρώνη, εις τούτους ανετέθη εξ αρχής της επαναστάσεως μέχρι του καιρού εκείνου η διατήρησις της πολιορκίας και η τύχη αυτής· δεν τοις έλειψαν δε και αίσιοι περιστάσεις εις άλωσιν· αλλ' ουδέν γενναίον έπραξαν, και αφορμήν πολλάκις έδωκαν εις κατηγορίαν ως μη σπουδάζοντες μάλλον ή ως μη δυνάμενοι να την κυριεύσωσιν· ώστε, αν ο Κουντουριώτης ευδοκίμει, δικαίως θα κατησχύνοντο οι δύο ούτοι αντίζηλοί του. Πεινώντες και πάσχοντες οι εν Πάτραις Τούρκοι διά την στενήν πολιορκίαν ευδιάθετοι εφαίνοντο να απέλθωσι, και απήτουν την παρουσίαν του προέδρου επί τη πεποιθήσει, ότι και θέλησιν και δύναμιν είχε να διατηρήση τους υπέρ της ασφαλείας αυτών όρους της συνθήκης. Ταύτα τα αίτια εθάρρυναν τον Κουντουριώτην και στενότερον αποκλεισμόν διά θαλάσσης να διατάξη, και πολυάριθμον εκστρατείαν να ψηφίση, και αυτός την αρχηγίαν της εκστρατείας ν' αναλάβη. Αλλ', εν ώ η ευτυχής έκβασις του επιχειρήματος εκρέματο από της ταχείας ενεργείας, διότι ο εχθρός ήτον επί θύρας, η πρέπουσα σπουδή δεν κατεβάλλετο. |
| Εν τούτοις ο άοκνος Ιβραήμης, φθάσας εις τον λιμένα της Σούδας, ουδέ καν να πατήση την ξηράν ηθέλησεν, αλλά μετά δεκαπενθήμερον διατριβήν εντός των πλοίων απέπλευσε μετά του στόλου του εις Ρόδον και Μαρμάρι, παρέλαβεν άλλους πεντακισχιλίους σταλέντας παρά του πατρός του, παρέλαβε και φορτία ολόκληρα πολεμεφοδίων και τροφών σταλέντα εις χρήσιν του στρατού, επανήλθεν εις Κρήτην, εμίσθωσεν ικανούς εντοπίους και απέπλευσεν ακμάζοντος του χειμώνος. |
| Κατεγίνετο η ελληνική κυβέρνησις εις τας προετοιμασίας της εκστρατείας του προέδρου της, ότε έμαθεν ότι 50 εχθρικά πλοία, τα μεν πολεμικά τα δε φορτηγά, εισέπλευσαν την 11 και 12 του φεβρουαρίου τον λιμένα της Μοθώνης, και απεβίβασαν τετρακισχιλίους πεζούς, τετρακοσίους ιππείς και τον Ιβραήμην, και ότι εσκήνωσαν τα στρατεύματα ταύτα εν τη παρά την Μοθώνην πεδιάδι. Η εκστρατεία αύτη ουδεμίαν ηύρεν αντίστασιν καθ' όλον τον πλουν, διότι τα ελληνικά πλοία, παθόντα εν ταις τελευταίαις μάχαις, επεσκευάζοντο. Τέσσαρα μόνον ητοιμάσθησαν και έπλευσαν εις τα νερά των Πατρών προς ενίσχυσιν της πολιορκίας. |
| Μάρτιος | Ο δε αιγύπτιος στόλος, αποβιβάσας τα στρατεύματα, επανέπλευσεν εις Σούδαν, και την 5 μαρτίου επανήλθεν εις Μοθώνην ανεπηρέαστος, φέρων άλλους επτακισχιλίους, εν οίς και τετρακοσίους ιππείς. Γνωσθείσης δε της δεινής καταστάσεως των Πατρών διά την θαλάσσιον πολιορκίαν, απέστειλεν ο Ιβραήμης εις λύσιν αυτής τρεις φρεγάτας, δύο κορβέττας, και έξ βρίκια. Η μοίρα αύτη ηύρεν εν Ζακύνθω δέκα πλοία τροφοφόρα υπό ουδετέραν σημαίαν, έτοιμα να πλεύσωσιν εις Πάτρας, τα συνώδευσεν ασφαλώς, έτρεψεν εις φυγήν τα φυλάττοντα εκεί ελληνικά, και τοιουτοτρόπως, απαλλαγέντων των εν τη πόλει εκείνη από των δεινών του αποκλεισμού και της πείνας, εματαιώθησαν τα λαμπρά σχέδια της ετοιμαζομένης ελληνικής εκστρατείας. Μετά τα συμβάντα ταύτα ο Κουντουριώτης απεφάσισε να εκστρατεύση προς την Μεσσηνίαν. |
| Διέτριβαν εισέτι εντός της Πελοποννήσου τα κατά των ανταρτών στρατεύματα της στερεάς Ελλάδος, και διετάχθησαν να συνενωθώσιν εις Μεσσηνίαν· διετάχθησαν να συνενωθώσιν εκεί καί τινα πελοποννησιακά, και την 16 εξεστράτευσεν ο πρόεδρος εν μεγάλη πομπή και υπό τον κανονοβολισμόν των φρουρίων, φέρων τον τίτλον «αρχηγού της πολιορκίας των Πατρών και των από του μεσσηνιακού κόλπου μέχρι των δυτικών παραλίων της Πελοποννήσου στρατοπέδων». Συνωδεύετο δε υπό του προ ολίγου εκ της Δυτικής Ελλάδος εις Ναύπλιον μεταβάντος και τα του γενικού γραμματέως του νομοτελεστικού καθήκοντα αναλαβόντος Μαυροκορδάτου. Άπειρος του ιππεύειν, τριήμερος αφίχθη εις Τριπολιτσάν, εν ώ χρεία ήτο μεγάλης σπουδής μέγα δε ατόπημα έπραξεν εξ αυτών των προοιμίων της εκστρατείας του. Τεσσάρων ή πέντε χιλιάδων πραγματικός στρατός συνηνώθη κατά την διαταγήν του εν τη Μεσσηνία και κατέλαβε το χωρίον Κρεμμύδι δύο ώρας μακράν της Μοθώνης. Ο Καρατάσος, ο Καραϊσκάκης, ο Δράκος, ο Κώστας Μπότσαρης, ο Τσαβέλλας, τουτέστιν οπλαρχηγοί εκ των επισημοτέρων της Ελλάδος, ήσαν οι αρχηγοί του στρατού τούτου· αλλ' ο πρόεδρος έταξεν επ' αυτών τον φίλον του και συμπολίτην Δημήτρην Σκούρτην, αξιότιμον άνδρα και έμπειρον ναύτην, αλλ' άπειρον των κατά ξηράν πολέμων. Ο διορισμός ούτος δυσηρέστησεν εις άκρον και τους οπλαρχηγούς και τους στρατιώτας και έθεσεν εις κίνδυνον όλην την εκστρατείαν. Ο δε Καρατάσος τόσον ωργίσθη, ώστε απεποιήθη να στρατοπεδεύση όπου ο Σκούρτης και κατέλαβεν αυτογνωμόνως μετά των περί αυτόν το χωρίον Σχοινόλακα. |
| Φθάσας ο Κουντουριώτης εις Τριπολιτσάν ησθένησε και δεν ανεχώρησεν ειμή την 5 απριλίου, εφελκύσας την μομφήν και της βουλής και του κοινού διά την τόσην βραδυπορίαν· αλλά και τότε, αντί να υπάγη εις το εν Κρεμμυδίω στρατόπεδον προς εμψύχωσιν αυτού κατά την επίμονον αίτησιν των οπλαρχηγών και την ανάγκην της υπηρεσίας, υπήγεν εις Σκάλαν χωρίον παρά τον Πάμισον, 10 ώρας μακράν του Κρεμμυδίου, και έστησεν εκεί το αρχιστρατηγείον· έστειλε δε τον Μαυροκορδάτον εις το στρατόπεδον προς καθησύχασιν των οπλαρχηγών γογγυζόντων διά τον μη εμφανισμόν του. |
| Οι δε Αιγύπτιοι, αποβάντες εις Πελοπόννησον, επάτησαν εν πρώτοις την επαρχίαν Κορώνης· τα δ' έμπροσθεν του φρουρίου εκείνου ελληνικά στρατεύματα απεχώρησαν εις Βουνάρια και Καστέλια, όπου έδρευεν ο έπαρχος, έφυγαν μετ' ολίγον και εκείθεν, μετέβησαν εις Καλαμάταν και εκείθεν οι πλείστοι εις Μάνην. Οι εχθροί εκυρίευσαν τα δύο ταύτα χωρία έρημα μείναντα, τα έκαυσαν, διεσπάρησαν καθ' όλην την επαρχίαν λεηλατούντες και καίοντες, και μετά ταύτα επανήλθαν εις Μοθώνην· ανοίξαντες δε τοιουτοτρόπως την κοινωνίαν Μοθώνης και Κορώνης ετοποθετήθησαν την 9 έμπροσθεν του Νεοκάστρου και ηκροβολίσθησαν κατά πρώτην φοράν μετά των εντός. Προ μικρού είχαν εισέλθει διάφοροι προς υπεράσπισιν, εν οίς και ο Ιωάννης Μαυρομιχάλης, υιός του Πετρόμπεη. Ο φιλότιμος και φιλοπόλεμος ούτος νέος, περιφερόμενος την 14 επί των επάλξεων προς εμψύχωσιν των Ελλήνων, καθ' ην ώραν ηκροβολίζοντο, επληγώθη εις τον δεξιόν βραχίονα· μετακομισθείς δε χάριν θεραπείας εις Αρκαδίαν απέθανε μετ' ολίγας ημέρας δι' έλλειψιν αξίου χειρούργου. Την δε 16 έν τάγμα Αιγυπτίων έπεσεν επί τους υπό την οδηγίαν του Καρατάσου. Εκλεκτοί και εμπειροπόλεμοι ήσαν οι υπό τον αρχηγόν τούτον Μακεδόνες και άξιοι αυτού καθώς και ούτος άξιος αυτών· διό, γενομένης σφοδράς μάχης, αν και δεν ήλθαν εις βοήθειάν των οι εν Κρεμμυδίω, ενίκησαν οι ολίγοι ούτοι πολεμήσαντες μόνοι, έτρεψαν τους εχθρούς και επήραν υπέρ τα 100 λογχοφόρα όπλα ερριμένα επί του πεδίου της μάχης και τα έστειλαν εις Τριπολιτσάν. Την δε 6 απριλίου έφθασεν ο Μαυροκορδάτος κατά την εντολήν του προέδρου εις Κρεμμύδι, όπου συμβουλίου γενομένου, απεφασίσθη να μετατοπήσωσι τα στρατεύματα την αυτήν νύκτα εις άλλην θέσιν προς διακοπήν της κοινωνίας Νεοκάστρου και Μοθώνης· αλλ' οι εχθροί επρόλαβαν και επέπεσαν τα εξημερώματα, ως τρισχίλιοι πεζοί και τετρακόσιοι ιππείς, φέροντες και κανόνια. Τρεις θέσεις εν είδει ημικυκλίου κατείχε το ελληνικόν στρατόπεδον· και το μεν αριστερόν κέρας, ό εστι τους πέριξ του χωρίου λόφους, εκράτουν οι Σουλιώται και ο Χατσή-Χρήστος· το δε δεξιόν, ήτοι το χωρίον, οι περί τον Καραϊσκάκην και Τσαβέλλαν· το δε κέντρον, ό εστι μικράν τινα κοιλάδα, ο αρχηγός Σκούρτης· και οι μεν εν τω χωρίω και επί των λόφων είχαν τα συνήθη οχυρώματά των, οι δε εν τη κοιλάδι ήσαν ανώχυροι, έχοντες, κατά το λέγειν του αρχηγού, οχυρώματα τα στήθη των. Εκτός των 2500 Στερεοελλαδιτών ήσαν και 500 Υδραίοι, Σπετσιώται και Κρανιδιώται, ήσαν και 250 Αγιοπετρίται υπό τον Παναγιώτην Ζαφειρόπουλον· ώστε όλον το στρατόπεδον του Κρεμμυδίου, καθ' ήν ημέραν επεστράτευσαν οι 3400 εχθροί, συνίστατο εις 3250. Οι δε Αιγύπτιοι, παρατηρήσαντες τας θέσεις, είδαν πόσον αδύνατος ήτον η των περί τον Σκούρτην και εστράτευσαν προς εκείνο το μέρος. Θέλοντες δε να εμποδίσωσι τους εν τω χωρίω του να βοηθήσωσιν εκείνους επί της μάχης, έστειλάν τινας κατ' αυτών, έστησαν και τα κανόνια και τους επολέμουν. Αν και βραδέως, είδαν οι περί τον Σκούρτην τον κίνδυνον και εζήτησαν βοήθειαν παρά των καθημένων επί των λόφων. Κατέβη ο Μπότσαρης ακολουθούμενος υπό 150 Σουλιωτών, και ετοποθετήθη κατέμπροσθεν των ερχομένων εχθρών οχυρωθείς εκ του προχείρου. Ήρχισε την μάχην το πεζικόν, και οι Σουλιώται αντέκρουαν τους εχθρούς γενναίως. Αλλά, διαρκούσης της μάχης, το ιππικόν του εχθρού ανέβη δύσιππά τινα μέρη παραμεληθέντα υπό των Ελλήνων θεωρησάντων αυτά άβατα, επέπεσεν όπισθεν αυτών και τους έβαλεν εν μέσω διττού πυρός. Έμπροσθεν και όπισθεν πολεμούμενοι οι Έλληνες δεν είχαν άλλην ελπίδα σωτηρίας ειμή την φυγήν. Αλλά και η φυγή δεν ήτο κατορθωτή ειμή διά μέσου του εχθρικού ιππικού. Έχοντες λοιπόν τον θάνατον ενώπιόν των ώρμησαν ανάμεσον του ιππικού και έπαθαν δεινήν θραύσιν· υπερπεντακόσιοι εφονεύθησαν, εν οίς και ο Μήτρος Μποταΐτης, ο Θύμιος Ξύδης, ο Βασίλης Χορμόβας και ο Κώστας Πετρόπουλος, πολλοί δε ηχμαλωτίσθησαν, εν οίς και ο Ζαφειρόπουλος· ο δε Μπότσαρης εκινδύνευσε να πιασθή ως βραδύπους, και εσώθη διά της εις αυτόν αφοσιώσεώς τινων των συντρόφων του, απομακρυνάντων αυτόν χειροβάστακτον. |
| Μετά την φθοράν ταύτην τα εναπολειφθέντα στρατεύματα της στερεάς Ελλάδος, γογγύζοντα κατά του προέδρου ως θέσαντος αυτά υπό θαλάσσιον αρχηγόν, δεν ηθέλησαν να διαμείνωσιν εν Πελοποννήσω, ως επεθύμει η κυβέρνησις, και ανεχώρησαν εις την στερεάν Ελλάδα. |
| Είχεν ήδη εκπλεύσει η υπό τον Μιαούλην πρώτη μοίρα, και ζητήσασα εις μάτην τον εχθρόν κατά τα παράλια της Πελοποννήσου είχε πλεύσει προς την Κρήτην. Δεινή τρικυμία επήλθε κατά τον πλουν, εβλάφθησαν πολλά των πλοίων, και το πυρπολικόν του Κανάρη συγκρουσθέν μετά της ναυαρχίδος εβυθίσθη, αλλ' όλοι οι εμπλέοντες παρά ένα διεσώθησαν. Την δε 30 μαρτίου συνέλαβεν η μοίρα αύτη δύο αυστριακά φέροντα τροφάς εις Πρέβεζαν και τα έστειλεν εις Ναύπλιον· |
| Απρίλιος | την 2 απριλίου προσωρμίσθη εν Νεοκάστρω, ενδιέμεινε τρεις ημέρας και την 5 απέπλευσε καταλιπούσα εν τω λιμένι 5 πλοία, εν οίς και τον Άρην τον υπό τον Αναστάσην Τσαμαδόν αρχηγόν της πεντάδος ταύτης. Την δε 7 εισέπλευσεν εις Βάτικα, και την ακόλουθον ημέραν μαθούσα ότι ο εχθρικός στόλος έτοιμος ήτο ν' αποπλεύση, ανήχθη εις συνάντησίν του, κατέπλευσε την 9 εξ αιτίας εναντίων ανέμων εις τον αυλέμονα των Κυθήρων, απέπλευσε την αυτήν νύκτα προς την Σούδαν, και την 11 προ μεσημβρίας έφθασεν έμπροσθεν αυτής και ηύρεν όλον τον αιγύπτιον στόλον εντός του λιμένος· έν μόνον βρίκι επρόφθασεν έξω και το ώθησεν εις την ξηράν. Εντός δε μιας ώρας αφ' ού έφθασεν η ελληνική μοίρα, εξήλθε και ο εχθρικός στόλος του λιμένος έτοιμος εις μάχην. Αλλ' ο επικρατών άνεμος τόσον ηύξησεν, ώστε έσπασε το μεγάλον κατάρτιον μιας φρεγάτας, και ηνάγκασε τα μεν εχθρικά πλοία να επαναπλεύσωσιν εις Σούδαν, τα δε ελληνικά να στραφώσι προς άρκτον. Τα πλοία ταύτα απήντησαν πλησίον της Καμένης δύο, το μεν υπό ρωσσικήν το δε υπό αυστριακήν σημαίαν· ως φέροντα δε τροφάς από Κωνσταντινουπόλεως εις Κορυφούς υπό πλαστά έγγραφα κατά την μαρτυρίαν των πλοιάρχων τα απέστειλαν εις Ναύπλιον. Την δε 14 ηγκυροβόλησαν εις Βάτικα, απέπλευσαν την επιούσαν, και την εφεξής εξημερώθησαν αντικρύ του ακρωτηρίου Σπαθίου· ήσαν δε 11 πολεμικά και 5 πυρπολικά· μετά δε την μεσημβρίαν είδαν 95 εχθρικά, τα μεν πολεμικά τα δε φορτηγά, πλέοντα προς την Πελοπόννησον, εξ ών 2 δίκροτα, 12 φρεγάται και 9 κορβέτται. Το πρωί της 17 ηκροβολίσθησαν, ερρίφθησαν και 3 πυρπολικά, αλλ' εκάησαν εις μάτην. Την δε 19 κατευοδώθη ο εχθρικός στόλος εις Μοθώνην· η δε ελληνική μοίρα μη δυνηθείσα διά την μικρότητά της να βλάψη τον εχθρόν, παρέπλεε τα μεσσηνιακά φρούρια. |
| Ο δε Μαυροκορδάτος μετά την εις το διαλυθέν στρατόπεδον αποστολήν του επανήλθεν όπου ήτον ο πρόεδρος, και ανεχώρησεν εκ νέου την 24 επί σκοπώ να εισέλθη εις Νεόκαστρον προς επιθεώρησιν των εν αυτώ· τον παρηκολούθουν δε ο Γεωργάκης Καρατσάς, ο Σταμάτης Λεβίδης και ο Γάλλος Εδουάρδος Γρασέτης. Την επαύριον έφθασεν εις Γαργαλιάνους, και την μεθαύριον παραλαβών διακοσίους Αρκαδίους ώδευε προς τους παλαιούς Ναβαρίνους. Εν μέσω δε της οδού, καθ' ην ώραν εμακρύνθησαν από των προπόδων του παρακειμένου όρους εφάνη αίφνης η προφυλακή ατάκτως οπισθοδρομούσα και ηκούσθη φωνή λέγουσα, «οπίσω, οπίσω, ιππικόν εντός του ελαιώνος». Εστράφησαν τότε όλοι οπίσω και έτρεξεν έκαστος εις το όρος όπως εδύνατο εις προφύλαξιν από του εν τω ελαιώνι ιππικού. Αλλά το ιππικόν μετεμορφώθη μετ' ολίγον εις νέφος κοράκων και απέπτη. Χλευάζοντες και χλευαζόμενοι οι καταφυγόντες εις το όρος διά την αφορμήν του πανικού φόβου επανήλθαν εις την οδόν, και προς το εσπέρας έφθασαν εις τους παλαιούς Ναβαρίνους τους υπό τον επίσκοπον Μοθώνης Γρηγόριον, τον Χατσή- Χρήστον, τον Τσόκρην, τον Τσανέτον Χρηστόπουλον και τον Σωτήρην Χοτσαμάνην. |
| Εν τούτοις ο Ιβραήμης προσήλωσε σπουδαίως την προσοχήν του εις την άλωσιν του Νεοκάστρου. |
| Το φρούριον τούτο κείται επί της νοτίου άκρας ευρυχωροτάτου λιμένος· επί δε της αντικρύ η Πύλος, η διά την άλλοτε κατοικήσασαν τα μέρη εκείνα σλαβικήν φυλήν των Αβάρων ή Αβαρίνων κοινώς καλουμένη «οι παλαιοί Ναβαρίνοι». Είναι δε οι παλαιοί Ναβαρίνοι φρούριον ανώχυρον και ακατοίκητον· τα δε παραρρέοντα της θαλάσσης νερά ρηχά. Επί δε του στομίου του λιμένος παρατείνεται το μακρόν και στενόν νησίδιον, Σφακτηρία. Ο λιμήν έχει δύο είσπλους, τον μεν στενότερον προς τους παλαιούς Ναβαρίνους, τον δε πλατύτερον προς το Νεόκαστρον· έχει δε το Νεόκαστρον και ακρόπολιν. 40 κανόνια έκειντο επί των τειχών αυτού, αλλ' έν μόνον είχεν υποστάτην· ολίγαι ήσαν και αι κανονόσφαιραι, ολίγαι και αι τροφαί, και εις προμήθειαν αυτών έστειλε κατ' εκείνας τας ημέρας η κυβέρνησις τον Κωνσταντίνον Μεταξάν εις Ζάκυνθον· ολίγον ήτο και το εντός της δεξαμενής του φρουρίου νερόν, και δύο πλοιάρια εισεκόμιζαν αδιακόπως· χίλιοι δε πεντακόσιοι ήσαν οι φρουροί του υπό τον Γιατράκον, τον Γεωργάκην Μαυρομιχάλην, τον Μακρυγιάννην, τον Σταύρον Σαχίνην και τον Δημήτρην Σαχτούρην τον και φρούραρχον· ήσαν και 80 τακτικοί πυροβολισταί υπό τον Μανώλην Καλλέργην· ήσαν καί τινες Κεφαλλήνες υπό τον Σπύρον Πανάν τον αριστεύσαντα εν τη μάχη του Πέτα· συνηγωνίζετο και ο Ιταλός Κολλένιος. Τοιαύτη ήτον η κατάστασις και η δύναμις του φρουρίου. |
| Εις άλωσιν δε αυτού ο Ιβραήμης έκοψεν εν πρώτοις το υδραγωγείον, έστησε δύο τηλεβολοστάσια, επέθηκε βομβοβόλους και κανόνια και προσβαλών σφοδρώς το τείχος, το διέρρηξεν· αλλ' οι έγκλειστοι παρεγέμισαν την διαρρωγήν εν τω άμα. Ο εχθρός παρετήρησεν ότι η άλωσις του φρουρίου εκρέματο από της αλώσεως της Σφακτηρίας· αύτη δε απήτει σύμπραξιν ναυτικής δυνάμεως· αλλ' εντός του λιμένος ήσαν τα ελληνικά πλοία, όθεν ηναγκάσθη να αναβάλη τα εις άλωσιν αυτής εις τον επανάπλουν του στόλου. Ο στόλος, αφ' ού απεβίβασεν εις Μοθώνην τετρακισχιλίους στρατιώτας και ικανά πολεμεφόδια, εξέπλευσε και τα μεν ογκωδέστερα πλοία αυτού παρετάχθησαν την 26 κατέναντι των ελληνικών, τα δε μικρότερα έπλεαν προς το στόμα του λιμένος του Νεοκάστρου επί σκοπώ ν' αποβιβάσωσι στρατεύματά τινα επί της Σφακτηρίας. Την αυτήν δε ημέραν έν τάγμα εχθρικόν ήλθε πλησίον των παλαιών Ναβαρίνων διά ξηράς, κατέλαβε το Πετροχώρι και επολέμησε. Περί δε την 9 ώραν της αυτής ημέρας ο εν Ναβαρίνοις Μαυροκορδάτος επέβη εις το εν τω λιμένι του Νεοκάστρου πλοίον του Τσαμαδού επί σκοπώ να μεταβή εις Σφακτηρίαν προς επιθεώρησιν, και να εισέλθη έπειτα εις το φρούριον του Νεοκάστρου προς εκπλήρωσιν της αποστολής του. Ο Τσαμαδός, πεπεισμένος ότι, εν όσω επεκράτει ο πνέων σφοδρός άνεμος, ο εχθρός δεν ετόλμα να επιχειρήση ην εμελέτα απόβασιν επί του νησιδίου, έπεισε τον Μαυροκορδάτον να μείνη και συμπρογευματίση· αλλ' αναγγελθείσης, εν ώ συμπροεγευμάτιζαν, της προς το νησίδιον προσεγγίσεως των εμπροσθινών πλοίων του εχθρικού στόλου, απέβησαν εις αυτό προς επιθεώρησιν· συναπέβησαν προς υπεράσπισιν αυτού και πολλοί ναύται· και ούτοι μεν ετοποθετήθησαν προς την νότιον άκραν, όπου ήσαν προ αυτών οι συμπατριώται των, Σαχίνης και Σαχτούρης, μετά των περί αυτούς· την δε προς τους παλαιούς Ναβαρίνους εφύλατταν Βούλγαροι εκ των περί τον Χατσή-Χρήστον· οι δε Φαναρίται και Ανδρουσανοί ήσαν εν τω μέσω· όλοι δε οι οπλοφόροι συνηριθμούντο μόλις 800, εν ώ, αν οι αρχηγοί των είχαν όσους η κυβέρνησις υπελόγιζε, θα ήσαν τετραπλάσιοι· μόνος ο Αναγνωσταράς, έχων 18 συν αυτώ χωρικούς, είχε διαταγήν να στρατολογήση 700· ήσαν δε επί του νησιδίου και τρία τηλεβολοστάσια φέροντα 8 κανόνια και μίαν βομβοβόλον. |
| Ο δε Τσαμαδός και ο Μαυροκορδάτος, αποβάντες υπήγαν εκείνος μεν προς τα νότια, ούτος δε προς τα βόρεια. Εν ώ δε παρετήρουν τας θέσεις, τας παρετήρει καί τις εχθρική γολέττα παραπλέουσα και κανονοβολούσα εκ διαλειμμάτων. Η γολέττα αύτη έπλευσε μετά ταύτα προς την ναυαρχίδα· η δε ναυαρχίς ύψωσέ τι σημείον, και αμέσως πολυάριθμοι λέμβοι ερρίφθησαν εις την θάλασσαν, επληρώθησαν εν τω άμα στρατιωτών, και παρακολουθούντων αυτάς και κανονοβολούντων και των πλοίων έπλευσαν περί την μεσημβρίαν προς την Σφακτηρίαν αι μεν κατά τας εκ δεξιών, αι δε κατά τας εν τω μέσω θέσεις· επειδή δε αι ύφαλοι εμπόδιζαν την προσόρμισιν των λέμβων, έπεσαν οι Άραβες εις την θάλασσαν. Βλέποντες τότε οι κατέχοντες τας εν μέσω θέσεις, ότι εμπεσόντες ήρχοντο προς αυτούς, τους ετουφέκισαν όλοι διά μιας και ετράπησαν εν τω άμα εις φυγήν. Αφ' ού τοιουτοτρόπως αι θέσεις αύται εκυριεύθησαν παρά του εχθρού, κατέλαβε τους λοιπούς φόβος, εκενώθησαν όλαι αι άλλαι, και δεν επρόκειτο πλέον πώς να νικήσωσιν, αλλά πώς να σωθώσι· και όσοι μεν των ναυτών επρόλαβαν, επανήλθαν εις τα πλοία των, τινές επί των λέμβων, τινές δε κολυμβώντες· οι δε λοιποί οι μεν έπεσαν εις τα ρηχά προς διαπεραίωσιν εις την αντικρύ ξηράν, οι δε εκρύβησαν εν ταις τρώγλαις της νήσου. Ο δε Μαυροκορδάτος έτρεχε προς την θάλασσαν, όπου η λέμβος του Άρεως ανέμενεν αυτόν και τον Τσαμαδόν. Ο τόπος είναι απότομος, και ο Μαυροκορδάτος εκινδύνευεν ως βραδύπους να πέση εις χείρας των εχθρών ερχομένων κατόπιν αυτού. Καλή τύχη απήντησε δύο στρατιώτας του καθ' οδόν, και χειροκρατηθείς έφθασε σώος εις το παράλιον, και μετεκομίσθη ασφαλώς εις το πλοίον· η δε λέμβος επανήλθεν εις το παράλιον προς μεταβίβασιν του Τσαμαδού· αλλ' ο Τσαμαδός δεν εφαίνετο. Εν τοσούτω οι Άραβες περιφερόμενοι επλησίασαν και όπου η λέμβος τουφεκίζοντες. Επικειμένου τότε τοιούτου κινδύνου, και ακουσθείσης φωνής ότι ο Τσαμαδός εφονεύθη, παρέλαβεν η λέμβος εκ των συσσωρευθέντων επί του παραλίου όσους εχώρει και τους έφερεν εις το πλοίον. Επί της τροπής δε ταύτης εφονεύθησαν εκτός πολλών άλλων ο Τσαμαδός, ο τιμώμενος δικαίως διά τον πατριωτισμόν, την εμβρίθειαν και την ανδρίαν του· ο χρηστός και φιλότιμος Σαχίνης· ο Αναγνωσταράς, είς των εγκριτωτέρων οπλαρχηγών της Πελοποννήσου, ο και πολλά μοχθήσας και κινδυνεύσας ως απόστολος της Φιλικής Εταιρίας, και ο ιταλός κόμης Σανταρόζας, εξορισθείς μετά την αποτυχίαν των τελευταίων περί πολιτικής μεταβολής της πατρίδος του κινημάτων και μεταβάς εις Ελλάδα, αξιότιμος ανήρ, ούτινος τα υπέρ ελευθερίας δεινά παθήματα εξήψαν έτι μάλλον τον υπέρ αυτής διακαή ζήλον (α)· ηχμαλωτίσθησαν δε ο αρχηγός της σωματοφυλακής του Μαυροκορδάτου Κατσαρός σταλείς εις αναζήτησιν του Τσαμαδού, και ο Κωνσταντίνος Ζαφειρόπουλος παρακολουθήσας τον Μαυροκορδάτον, ίνα διαπραγματευθή δι' αυτού την απελευθέρωσιν του εν τη μάχη του Κρεμμυδίου αιχμαλωτισθέντος αδελφού του. |
| Και τα μεν άλλα ελληνικά πλοία, αφ’ ού παρέλαβαν τους ναύτας των, έκοψαν τας αγκύρας και εξέπλευσαν αβλαβή πριν κλεισθή στενώς ο λιμήν· ο δε Άρης επ' ελπίδι σωτηρίας του Τσαμαδού εβράδυνε, και εν τούτοις τα εχθρικά πλοία έκλεισαν τον λιμένα διά της συμπυκνώσεώς των. Διηρημέναι ήσαν αι γνώμαι των εν τω Άρει ως προς τον τρόπον του διέκπλου· οι μεν εγνωμοδότουν να διεκπλεύσωσι παραπλέοντες το παράλιον προς αποφυγήν του πυρός πολλών εχθρικών πλοίων μη δυναμένων διά τον όγκον να πλησιάσωσιν όπου τα νερά ήσαν ρηχά· οι δε, εν οίς και ο αναλαβών την διοίκησιν του πλοίου Δημήτρης Βώκος και ο δευτερεύων Σαχτούρης, ήθελαν ν' απομακρυνθώσιν από του παραλίου και ιθύνωσι τα πλοίον προς το στόμα μη τύχη και παύση ο πνέων καλός άνεμος, και τότε πεσόντες εις γαλήνην πέσωσιν εις χείρας των επί του παραλίου πολυαρίθμων εχθρών. Σφοδράς δε συζητήσεως γενομένης, ενίκησεν η τελευταία γνώμη, αποδειχθείσα και η μόνη σωτήριος, διότι ο καλός άνεμος μετ' ολίγον εξέπνευσε. |
| Καθ' ήν δε ώραν έκοψαν την άγκυραν οι ναύται του πλοίου και ήνοιξαν τα πανία εις έκπλουν ανάμεσον του εχθρικού στόλου, ανεβίβασαν επί του καταστρώματος ψάλλοντες την εικόνα της Θεοτόκου και την έθεσεν επί του εργάτου· ιερεύς δέ τις εκ των επί της ξηράς, διασωθείς επί του πλοίου, έψαλλε την παράκλησιν επήκοον όλων· οι δε ναύται εκύκλωσαν την εικόνα, την ησπάσθησαν και κατέθεσαν έκαστος ό,τι προηρείτο επί σκοπώ να την χρυσώσωσιν απαλλαττόμενοι του προφανούς κινδύνου. Είς δε των ναυτών, προσφέρων και αυτός τον οβολόν του, προσήλωσε τους οφθαλμούς εις την εικόνα και είπε μεγαλοφώνως «Παναγία μου, αν δε μας σώσης, θα χαθής και συ». Μετά δε την παράκλησιν ο μεν ιερεύς δεν έπαυσε προσευχόμενος καθ' όλον το διάστημα του κινδύνου, οι δε ναύται, ασπασθέντες αλλήλους τον τελευταίον ασπασμόν, «καλή εντάμωσις εις τον άδην» είπαν, και κατέλαβαν τας θέσεις των πλήρεις θάρρους υπό την συνετήν οδηγίαν του Βώκου ισταμένου αφόβως επί της στέγης του πλοίου εις εμψύχωσιν του πληρώματος, και υπό την υφοδηγίαν του γενναίου Σαχτούρη. Αλλ' ό,τι εφοβούντο μη πάθωσιν υπό εχθρού, εκινδύνευσαν να πάθωσιν υπό φίλου. Το παιδίον του πλοίου, απαρηγόρητον διά τον θάνατον του πλοιάρχου, κατέβη όπου ήτο το εικονοστάσιον, ήρπασε την έμπροσθεν των εικόνων κανδυλίθραν και βαστάζον αυτήν αναμμένην και φωνάζον, «τι την θέλομεν την ζωήν, αφ' ού εχάθη ο πλοίαρχός μας», έτρεξε δρομαίον να την ρίψη εις την πυριτοθήκην· αλλ' οι ναύται το συνέλαβαν και το έδεσαν ως παράφρον. Εν τούτοις, προχωρών ο Άρης έφθασεν εις το στόμα του λιμένος, στόμα δι' αυτόν του άδου, και αμέσως εκυκλώθη υπό μιας φρεγάτας, μιας κορβέττας και τριών βρικίων και εκανονοβολείτο έμπροσθεν, όπισθεν, δεξιόθεν και αριστερόθεν· αντεκανονοβόλει και αυτός ακαταπαύστως, υπερασπίζετο, επροχώρει, και πολλά παθών απέφυγε τον εκ των πλοίων τούτων κίνδυνον, αλλ' έπεσε μετ' ολίγον εις το μέσον πολλών άλλων. Τρεις ώρας επάλαισεν εν μέσω σμήνους, και η τρομερά αύτη πάλη του αφήρεσεν ολόκληρον τον επίδρομον, κατετρύπησε τα πανία του κατεσύντριψε το πηδάλιόν του και κατέκοψε τα σχοινία του, οι δε ναύται, περιφερόμενοι επί του καταστρώματος, επάτουν επί των πεπυρωμένων μύδρων και βολίων των αδιακόπως εκ των εχθρικών πλοίων βροχηδόν ριπτομένων και εις όλον το κατάστρωμα του Άρεος διεσπαρμένων. Τοιαύτη ήτον η κατάστασίς των, ότε έν δικάταρτον, έχον ευρωπαίους ναύτας και Αιγυπτίους στρατιώτας, επλησίασε τον Άρην εντός βολής πιστόλας, και οι εν αυτώ ητοιμάζοντο να τον πατήσωσιν. Ιδόντες τον νέον τούτον κίνδυνον οι εν τω Άρει, και αναλογιζόμενοι ότι οι εχθροί, απαυδισμένων αυτών, εύκολον ήτο και να τον πατήσωσι και να τον κυριεύσωσι, διέταξαν δύο γέροντας έχοντας ετοίμους πιστόλας να πυροβολήσωσιν εις την πυριτοθήκην άμα επατείτο το πλοίον. Εμάντευσαν ίσως οι εν τω εχθρικώ την απόφασιν των Ελλήνων, ιδόντες την κίνησίν των, και επειδή, τούτου γινομένου, θα συνεκαίοντο και εκείνοι, απεμακρύνθησαν, και ούτως απηλλάγη ο Άρης. Εν τοσούτω επλησίαζεν η νυξ, και κατά περίστασιν κατεφλέχθη έν εχθρικόν πλοίον. Το συμβάν τούτο έβαλεν εις ταραχήν τα λοιπά εχθρικά, και βοηθούμενος εντεύθεν ο Άρης διεξέπλευσε και υπεξέφυγεν ως εκ θαύματος τον κίνδυνον. Δύο των ναυτών του μόνον εσκοτώθησαν και επτά επληγώθησαν, εν οίς και ο Σαχτούρης. |
| Την άλωσιν της Σφακτηρίας παρηκολούθησεν η πτώσις των παλαιών Ναβαρίνων. Την 29 εφώρμησαν οι εχθροί διά ξηράς και θαλάσσης και συνήψαν μάχην. Οι Έλληνες δεν ήλπιζαν άλλοθεν βοήθειαν, και πολλοί αυτών απεφάσισαν να φύγωσι την επιούσαν νύκτα διά μέσου των εχθρών, διότι άλλος τρόπος φυγής δεν ήτο, και προειδοποίησαν τους εν Λιγουδίστη Έλληνας παραγγείλαντές τοις να τουφεκίζωσιν επ' ελπίδι αντιπερισπασμού. Ελθούσης της νυκτός εξήλθαν, αλλ' εις ουδέν ωφελήθησαν επί της εξόδου των υπό των εν Λιγουδίστη μη τουφεκισάντων, και πεσόντες εν τω μέσω του εχθρικού ιππικού απέτυχαν· και οι μεν ωπισθοδρόμησαν, οι δε εφονεύθησαν, και άλλοι ηχμαλωτίσθησαν, εν οίς και ο επίσκοπος Μοθώνης (β), ο αδελφός του, ο Χατσή-Χρήστος, ο Αναγνώστης Κανελόπουλος, ο Αναστάσης Δαριώτης και ο Βάρβογλης. Την δ' επαύριον παρεδόθησαν υπό συνθήκην και οι διαμείναντες εν τω παλαιοφρουρίω και απελύθησαν όλοι αβλαβείς, αλλ' άοπλοι και αχρήματοι· ήσαν δε 786· μόνοι εκρατήθησαν οι επί της εξόδου αιχμαλωτισθέντες ως μη υπό τους όρους της συνθήκης· οι δε υπό την οδηγίαν του Σωτήρη Χοτσαμάνη, μη καταδεχόμενοι να παραδοθώσιν, έφυγαν ξιφήρεις διά μέσου των εχθρών και οι πλείστοι εσώθησαν. |
| Καθ' ήν δε ημέραν παρεδόθησαν οι παλαιοί Ναβαρίνοι, η περιφερομένη έξωθεν των Μοθωκορώνων υπό τον Μιαούλην μοίρα, μη δυναμένη να βλάψη τον μέγαν εχθρικόν στόλον, εισέπλευσε προς το εσπέρας τον λιμένα της Μοθώνης, όπου διέμενάν τινα των εχθρικών πλοίων πολεμικά και φορτηγά, επέρριψε πέντε πυρπολικά το έν κατόπιν του άλλου, και έκαυσε μίαν μεγάλην φρεγάταν, τρεις κορβέττας, τρία άλλα πολεμικά, και τρία φορτηγά. Εκάη δε και μία τροφαποθήκη. |
| Μετά δε την κυρίευσιν της Σφακτηρίας και των παλαιών Ναβαρίνων, ο Ιβραήμης παρήγγειλε τοις εν Νεοκάστρω διά του επισκόπου Μοθώνης και του Χατσή-Χρήστου να παραδοθώσιν, αλλά δεν εισηκούσθη· έστειλεν επ' ελπίδι συμβιβασμού μετά δύο ημέρας τρεις αξιωματικούς του Τούρκους, αλλ' ουδέ και τότε εισηκούσθη· επί τέλους ήγειρε δύο άλλα τηλεβολοστάσια κατά του φρουρίου, έφερε πλησίον αυτού 11 φρεγάτας και κορβέττας και 5 βρίκια, |
| Μάιος | και την 3 μαΐου επολέμει το φρούριον διά ξηράς και θαλάσσης. Τρεις ημέρας ακαταπαύστως πολεμούμενοι οι Έλληνες εδέχθησαν ό,τι απέρριψαν πρότερον, και την 6 υπέγραψαν υπό την σκηνήν του Ιβραήμη συνθήκην επί παραδόσει των όπλων, εξαιρουμένων της τοιαύτης υποχρεώσεως 30 αξιωματικών, και επί μετακομίσει πάντων ανεξόδως υπό ουδετέραν σημαίαν εις Καλαμάταν· αλλά, και αφ' ού υπέγραψαν την συνθήκην, υποπτεύσαντες επιβουλήν δεν παρεδίδοντο. Εν ώ δε διεπραγματεύετο η παράδοσις του φρουρίου, εύτολμός τις των εν αυτώ Κύπριος, διακολυμβήσας υπό το πυρ των Αιγυπτίων είς τινα αγγλικήν φρεγάταν έξωθεν του λιμένος φανείσαν, επέδωκε τω πλοιάρχω γράμμα των πολιορκουμένων αιτουμένων τον κατάπλουν πολεμικού πλοίου και ξένην παρέμβασιν εις ασφαλή απομάκρυνσίν των· επί τη αιτήσει δε ταύτη, διαβιβασθείση εις Σμύρνην παρά του πλοιάρχου, κατέπλευσαν η γαλλική γολέττα Αμάραντος, και η αυστριακή Αρεθούσα, και υπό την παρέμβασιν αυτών ενηργήθη η συνθήκη, και μετεκομίσθησαν όλοι ασφαλώς εις Καλαμάταν, τον αριθμόν 1180. Δύο μόνους εξ αυτών εκράτησεν ο Ιβραήμης παρά την συνθήκην τον Γεωργάκην Μαυρομιχάλην και τον Γιατράκον επί λόγω ότι παρέβησαν οι Έλληνες την επί της πτώσεως του Ναυπλίου συνθήκην κρατήσαντες αυθαιρέτως τους δύο πασάδας. Αλλ' εκρατήθησαν οι πασάδες ως μη ένσπονδοι, μη θελήσαντες να συνυπογράψωσι την συνθήκην. Δέκα ημερών βρώσις και τεσσάρων πόσις ευρέθη εν τω παραδοθέντι φρουρίω. Η δε κυρίευσις αυτού ωφέλησε τα μέγιστα τον εχθρόν διά την συγκυρίευσιν του ευρυχωροτάτου και ασφαλεστάτου λιμένος, τόσον χρησίμου εις κατάπλουν στόλου και εις μεταφοράν στρατευμάτων και παντός αναγκαίου εξ Αιγύπτου και Κρήτης. Πεσόντος του Νεοκάστρου, ο εχθρικός στόλος επανέπλευσεν αβλαβής και ανενόχλητος εις Σούδαν. |
| Το δε ναυτικόν της Ελλάδος εδοξάσθη μετ' ολίγον παρά τον Καφηρέα, ακρωτήριον της Ευβοίας αντικρύ της Άνδρου. |
| Έμαθεν εν καιρώ η κυβέρνησις ότι ητοιμάζετο εις έκπλουν εκ Κωνσταντινουπόλεως υπό τον καπητάμπασαν η βυζαντινή μοίρα, και εις αντίκρουσιν εξέπλευσεν η δευτέρα ελληνική εξ 20 πολεμικών και 8 πυρπολικών υπό τον Σαχτούρην, τον Κολανδρούτσον και τον Αποστόλη. Αι δύο αύται μοίραι συνηντήθησαν την 16 μεταξύ Τενέδου και Λίμνου και ηκροβολίσθησαν· συνίστατο δε η βυζαντινή εκ 3 φρεγατών, 10 κορβεττών και 38 βρικίων και γολεττών ενόπλων· παρηκολούθουν δε καί τινα φορτηγά. Μετά τον μεταξύ Τενέδου και Λίμνου ακροβολισμόν, αμφότεραι αι μοίραι έπλεαν προς δυσμάς αντιπαρατηρούμεναι· την δε 20 εξημερώθησαν έξωθεν της Άνδρου, και την γ' ώραν μετά την ανατολήν του ηλίου εναυμάχησαν μεταξύ της νήσου ταύτης και του Καφηρέως. Αμφιρρεπής εφαίνετο η μάχη μέχρι πολλού, αλλ' οι Έλληνες έβαλαν επί τέλους εις αταξίαν την εχθρικήν μοίραν, διαρρήξαντες την δεξιάν πτέρυγά της. Επί της αταξίας δε ταύτης, παρατηρήσας ο Σαχτούρης ότι μία φρεγάτα έπλεεν υπήνεμος και μακράν των λοιπών πλοίων, και ότι εφαίνοντο εσπασμένα τα κατάρτιά της, επέπλευσε συνοδευόμενος υπό δύο πυρπολικών, του Ματρόζου και του Μουσιού. Εμπόδια ηύραν τα τρία ταύτα πλοία κατά τον πλουν, απαντήσαντα μίαν φρεγάταν και μίαν κορβέτταν· αλλά τα υπερέβησαν, επλησίασαν την παθούσαν φρεγάταν, επέπεσαν τα δύο πυρπολικά και την εφλόγισαν. Η φρεγάτα αύτη, 66 κανονίων και η ογκωδεστέρα της μοίρας, ήτον η ναυαρχίς, αλλ' επί του παθήματός της ευρέθη ο ναύαρχος εν άλλω πλοίω· έφερε δε σχεδίας εις άλωσιν του Μεσολογγίου, πάμπολλα πολεμεφόδια και το γλωσσόκομον. Μετά 10 λεπτά αφ' ού εφλογίσθη, διεσκορπίσθη, και οι εμπλέοντες 800, εν οίς 150 πυροβολισταί, απωλέσθησαν όλοι· απωλέσθησαν και 3 πυρποληταί και επληγώθησαν 4. Τα ελληνικά πλοία διέρρηξαν μετ' ολίγον και την άλλην πτέρυγα της εχθρικής μοίρας, και ο πυρπολητής Μπούτης, ιθύνας και αυτός ευστόχως το πυρπολικόν του εις μίαν κορβέτταν 34 κανονίων, την έκαυσεν αύτανδρον· τότε και τα της μιας και τα της άλλης πτέρυγος πλοία του εχθρού διεσκορπίσθησαν, καί τινα μεν αυτών, εν οίς και το φέρον τον καπητάμπασαν διεσώθησαν την 27 εις Σούδαν, 20 δε άλλα κατέφυγαν υπό την Κάρυστον, μία δε κορβέττα καταδιωκομένη υπό δυο ελληνικών βρικίων, έπεσαν εις τους βράχους της Σύρας και εκάη παρά των εν αυτή, ο δε πλοίαρχος και το πλήρωμα, ως 200, εν οίς και 25 Ευρωπαίοι, παρεδόθησαν εις τους κατοίκους της Σύρας, οίτινες, φοβούμενοι μάλλον ή φοβούντες τους επ' ελπίδι σωτηρίας καταφυγόντας, εξήλθαν εις προϋπάντησίν των υπό λευκήν σημαίαν. Ο όχλος εκακοποίησε τους Ευρωπαίους και εσκότωσέ τινας των Τούρκων οι δε λοιποί μετεκομίσθησαν εις Ύδραν. Συνελήφθησαν δ' επί της ναυμαχίας ταύτης 5 φορτηγά υπό αυστριακήν σημαίαν φέροντα πυρίτιδα, κανόνια και άλλα πολεμικά είδη εις χρήσιν των πολιορκητών του Μεσολογγίου. Τα ελληνικά πλοία, παρακολουθούντα τα εχθρικά, απήντησαν την 23 κάτωθεν της Μήλου τα υπό τον Μιαούλην, εχαιρετήθησαν, ηνώθησαν όλα, και εισέπλευσαν αυθημερόν τον λιμένα της Μήλου, 70 τον αριθμόν. Η κατά θάλασσαν αύτη νίκη επανηγυρίσθη λαμπρώς την 24 εν Ναυπλίω. |
1825 |
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΔ'. |
Αποτυχία της εκστρατείας Κουντουριώτου. — Αμνηστία ανταρτών. — Μάχη κατά την θέσιν Μανιάκι — Κινήματα Ιβραήμη εις τα ενδότερα της Πελοποννήσου και συγκρούσεις — Ο Χαμιλτών εν Ναυπλίω — Παθήματα Ελλήνων και επάνοδος Ιβραήμη εις Μεσσηνίαν. — Ο Φαβιέρος αρχηγός του τακτικού. — Κατορθώματα Ελλήνων. — Ατυχής απόπειρα εις άλωσιν Τριπολιτσάς. — Ανταλλαγή αιχμαλώτων — Απόπειρα δολοφονίας Ιβραήμη. |
| ΤΑ αλλεπάλληλα κατορθώματα του Ιβραήμη εφόβησαν μεγάλως τους Έλληνας. Τα στρατεύματα της στερεάς Ελλάδος ανεχώρησαν όλα εκ Πελοποννήσου· η Πελοπόννησος δεν εκινείτο· αι επαρχίαι της εζήτουν τους εν Ύδρα φυλακισθέντας αρχηγούς των, και οι σχετικώτεροι αυτών, θεωρούντες την πρόοδον του εχθρού ως συντελούσαν εις την απολύτρωσίν των, δεν εδυσχέραιναν. Ο εχθρός αυτών Κουντουριώτης δεν ευδοκίμησεν επί της εκστρατείας του, και όχι μόνον δεν ήτον, ως άλλοτε, επίφοβος προς τους αντιπάλους του, αλλ' ούτε καν ασφαλής. Καθήμενος εν Σκάλα ανεκάλυψεν ότι συγγενείς των ανταρτών εμελέτων να τον αφαρπάσωσι και να μη τον απολύσωσιν ειμή επί τη απολύσει των συγγενών των· διέφθειραν δε καί τινας της φρουράς του. Τόσον δε εφοβήθη ανακαλύψας τα μελετώμενα, αψευδή μεν αλλ' ευδιασκέδαστα, ώστε μετέβη αίφνης εις Καλαμάταν, και εμβάς εις πλοίον κατέφυγεν εις Ναύπλιον αφήσας τα πάντα εις ταραχήν και εις απελπισίαν. |
| Αλλ' όσον ο λαός της Πελοποννήσου εδυσφόρει διά την απουσίαν και την καταδρομήν των αρχηγών του, τόσον το νομοτελεστικόν κατεγίνετο πώς να τους εξοντώση. Διέφυγαν τας χείρας του οι δύο κινδυνωδέστεροι εχθροί του, οι Ανδρέαι, και περί πολλού έχον την χείρωσίν των πριν τιμωρήση τους άλλους, διέταξε τον Τσόγκαν, να τους στείλη υπό ασφαλή συνοδείαν εις Ναύπλιον. Αλλ' ο διαταχθείς δεν υπήκουσε διά τας προς αυτούς σχέσεις του και τους εφυγάδευσεν εις Κάλαμον προφασισθείς, ότι δεν εδύνατο να τρέφη πλέον αυτούς και τους εκατόν ακολούθους των. Ο λόγος ούτος, και αληθής αν ήτο, δεν απήλλαττε της ευθύνης τον Τσόγκαν, διότι, παραλαβών αυτούς υπό τω όρω να τους φυλάξη και στείλη εις την κυβέρνησιν, αν εζητούντο, ώφειλεν, αν δεν εδύνατο να τους τρέφη, να ειδοποιήση την Αρχήν της Δυτικής Ελλάδος, ή να τους παραδώση· αλλ' αυτός, πεποιθώς επί την μάχαιράν του, έβαλεν εις πράξιν ό,τι η καρδία του τω υπηγόρευσε, παραβάς τα προς την κυβέρνησιν καθήκοντά του. Η κυβέρνησις, μαθούσα το γεγονός, έσπευσε να παρακαλέση την ιόνιον κυβέρνησιν ν' αποπέμψη τους εις την γην αυτής καταφυγόντας· απεπέμφθησαν, αλλά πλήρεις θάρρους ήλθαν αυτοπροαίρετοι εις Πελοπόννησον, και μη δηλώσαντες τον τόπον της διατριβής των έγραψαν τη βουλή ότι έτοιμοι ήσαν να συναγωνισθώσι κατά του δεινού και ευτυχούς εχθρού της πατρίδος· παρεμέρισαν δε προς καιρόν έν τινι χωρίω πλησίον του Λάλα. Εκεί, γενομένου λόγου περί της προ δύο μηνών αποβάσεως του Ιβραήμη και περί του επικειμένου κινδύνου, επανέλαβεν ο Ζαήμης εις δικαιολογίαν του ερχομού του ό,τι εκήρυξεν άλλοτε διά της προς την συνέλευσιν της Δυτικής Ελλάδος επιστολής του, δηλαδή, ότι «ωρκίσθη ν' αποθάνη επί της φίλης πατρίδος μαχόμενος υπέρ αυτής». Κατεταράχθη η κυβέρνησις ακούσασα, ότι οι μέχρι θανάτου καταδιωκόμενοι εχθροί της ετόλμησαν να πατήσωσι το έδαφος της Πελοποννήσου, και διέταξε τους εν ταις επαρχίαις υπαλλήλους της να τους συλλάβωσιν, όπου και αν ευρίσκοντο, και στείλωσιν ασφαλώς εις την κυβέρνησιν· αλλά τα πολεμικά συμβάντα υπερίσχυσαν της διαταγής της, και όχι μόνον οι διαταχθέντες δεν τους συνέλαβαν, αλλ' όλοι επί των αλλεπαλλήλων αποτυχιών των Ελλήνων εμέμφοντο τους κυβερνώντας ως αναξίους, εθεώρουν τους καταδιωγμένους ως σωτήρας, και αυξανομένου του κακού, υψώθη φωνή υπέρ αυτών από άκρου έως άκρου της Πελοποννήσου. Ίσχυσεν η φωνή του λαού παρά τη βουλή τη πάντοτε επιεικώς πολιτευομένη προς τους Ανδρέας, ίσχυσεν επί τέλους η υπέρ αυτών φωνή της βουλής παρά τω νομοτελεστικώ, και την 18 μαΐου υπεγράφη γενική και πλήρης αμνηστία, απελύθηκαν οι εν Ύδρα, και παρόντων αυτών και όλων των μελών της κυβερνήσεως και πλήθους λαού εψάλη την 19 δοξολογία εν Ναυπλίω, εξεφωνήθη λόγος υπέρ ομονοίας, ανεγνώσθη το κήρυγμα της αμνηστίας, ανεδείχθη αυθημερόν ο Κολοκοτρώνης γενικός αρχηγός της Πελοποννήσου, παρέλαβεν όσους ηύρεν εν Ναυπλίω προθύμους να τον ακολουθήσωσι και εξήλθε την επαύριον επί στρατολογία εις τας επαρχίας. Τοιουτοτρόπως οι μεν προ ολίγου αποκηρυχθέντες και μέχρι θανάτου καταδιωχθέντες ως ολετήρες της πατρίδος εθωρήθησαν ως σωτήρες αυτής· οι δε καταδιώκται αυτών νομοτελεσταί, οι διά της σπατάλης του δημοσίου πλούτου υπερισχύσαντες, κατησχύνθησαν. |
| Εν τούτοις, ο Ιβραήμης, πριν προχωρήση εις τα ενδότερα της Πελοποννήσου μετά την πτώσιν του Νεοκάστρου, έκρινεν αναγκαίον να μη αφήση όπισθεν του εχθρούς· και μαθών ότι κατά την μεταξύ Αρκαδίας και Νεοκάστρου προς ανατολάς θέσιν Μανιάκι ήσαν πολλοί Έλληνες, επεστράτευσε. Πολλοί τω όντι εκ διαφόρων μερών της Πελοποννήσου συνήχθησαν εις την θέσιν εκείνην διά προτροπής του Δικαίου· αλλ' εγγίζοντας του κινδύνου εξακόσιοι μόλις απέμειναν υπ' αυτόν, τον Κεφάλαν, τον Καπητανάκην και τον Βοϊδήν. Την 19 τρισχίλιοι Αιγύπτιοι ιππείς και πεζοί υπό τον Ιβραήμην κατέλαβαν την Σκάρμιγκαν, χωρίον πλησίον του Μανιακίου, την δε επαύριον ώρμησαν εις τα οχυρώματα των Ελλήνων. Ως λέοντες επολέμησαν οι ολίγοι Έλληνες, υπερτριακοσίους εχθρούς κατά γης έρριψαν, αλλ' ηφανίσθησαν κατά κράτος και αυτοί, και απέθαναν και οι τέσσαρες αρχηγοί των. Εθαύμασε την ανδρίαν των τεσσάρων αρχηγών και κατ' εξοχήν του Δικαίου ο Ιβραήμης, ειπών ότε έφεραν την κεφαλήν ενώπιόν του, «αμαρτία να χαθή τοιούτος πολέμαρχος». Εν πολλοίς υπενθύμιζεν ο πολέμαρχος ούτος τον ασυνεπή χαρακτήρα του Αλκιβιάδου, άλλοτε εν τρυφαίς και άλλοτε εν κακουχίαις ημερονυκτίζων, και πάντα μεν τα άλλα δεύτερα της φιλαυτίας του ως ο Αλκιβιάδης λογιζόμενος, αλλ' υπέρ εκείνον αγαπών την πατρίδα. |
| Την δε επαύριον της μάχης, άλλο τάγμα Αιγυπτίων επάτησε την Αρκαδίαν και την ελεηλάτησεν, αλλ' ολιγώτατοι των κατοίκων της συνελήφθησαν ή εφονεύθησαν, διότι μαθόντες τον αφανισμόν των εν Μανιακίω έφυγαν όλοι συν γυναιξί και τέκνοις, οι μεν διά ξηράς οι δε διά θαλάσσης. Και ο μεν εχθρικός στρατός επανήλθεν εις τα φρούρια, ιππείς δέ τινες διεσπάρησαν εις Μεσσηνίαν, και κατήντησαν καίοντες και λεηλατούντες και εις Μικρομάνην. Μετ' ολίγας δε ημέρας εξεστράτευσεν ο Ιβραήμης εις Καλαμάταν. Δισχίλιοι οπλοφόροι, οι πλείστοι Μανιάται, ήσαν εν αυτή και όλοι την εγκατέλειπαν και έφυγαν. Κυριεύσας ο Ιβραήμης αμαχητί την πόλιν την 28, την έκαυσεν, εκυρίευσε και έκαυσε και το Νησί, και τας Κυτριάς, και τον Αρμυρόν, και επανήλθεν εις Μοθώνην. |
| Εν τούτοις, καθ' ας ο Κολοκοτρώνης εξέδωκε διαταγάς, συνήχθησαν λήγοντος του μαΐου εις το Μακρυπλάγι τρισχίλιοι οπλοφόροι· συνήχθησαν και χίλιοι εις Τσαμί, θέσιν μίαν ώραν απέχουσαν των στενών του Λεονταρίου· σκοπός δε αυτών ήτο να εμποδίσωσι τους Αιγυπτίους του να προχωρήσωσιν εις Τριπολιτσάν. Αφ' ού δε τοιουτοτρόπως εδυναμώθησαν αι θέσεις αύται, εκινήθη ο Κολοκοτρώνης προς την Πολιανήν εις προκαταλαβήν της δυσβάτου και κρημνώδους οδού της Σορόκας· |
| Ιούνιος | αλλά προλαβόντες οι Αιγύπτιοι διήλθαν την 1 Ιουνίου, και εκυρίευσαν την Πολιανήν. Τούτου δε γενομένου, συνήλθαν επί προσκλήσει του Κολοκοτρώνη τα κατά το Μακρυπλάγι στρατεύματα εις Άκωβον μίαν ώραν από της Πολιανής και κατέλαβαν και την οχυράν θέσιν της Δραμπάλας και το Διρράχι. Την δε 6 εστράτευσαν οι Αιγύπτιοι επί τους εν Δραμπάλα, ήλθαν επιβοηθοί τούτων οι εν Διρραχίω και επολέμησαν όλην την ημέραν, καθ' ην ετράπησαν οι Λακεδαιμόνιοι εις φυγήν, πληγωθέντος εις το πρόσωπον του γενναίου αυτών αρχηγού Γεωργάκη Γιατράκου· δεν έπαυσαν δε πολεμούντες όλην την νύκτα. Την δε επαύριον έστησαν οι εχθροί κανόνια, υπερίσχυσαν, εκυρίευσαν την πηγήν, όθεν υδρεύοντο οι Έλληνες, και τους ηνάγκασαν να υποχωρήσωσι την νύκτα οι μεν εις Τουρκολέκα, οι δε εις Καρύταιναν. Κατά την διήμερον δε ταύτην μάχην 30 Έλληνες εφονεύθησαν και 70 επληγώθησαν· πλειότεροι δε ήσαν οι παθόντες Τούρκοι ως πολεμούντες τους εντός οχυρωμάτων ανώχυροι. Την δ' επιούσαν επροχώρησαν οι Αιγύπτιοι ανεμποδίστως καίοντες καθ' οδόν, και την 10 εισήλθαν εις Τριπολιτσάν, όπου δεν ηύραν ψυχήν. Επρόκειτο να καύσωσιν οι Έλληνες την πόλιν, αλλ' η αιφνίδιος εισβολή δεν τοις έδωκε καιρόν μη δε τα αναγκαιότερα πράγματά των να εξαγάγωσιν. |
| Αφ' ού δε ανεπαύθησαν τα στρατεύματα, εξεστράτευσεν ο Ιβραήμης προς το Ναύπλιον αφήσας ικανήν φρουράν εν Τριπολιτσά. Κατετάραξεν η εκστρατεία αύτη την ελληνικήν κυβέρνησιν. Πρό τινων ημερών εφημίζετο ότι το Ναύπλιον θα παρεδίδετο δι' επιβουλής· συνελήφθη δε καί τις Τούρκος, υποκρινόμενος τον Έλληνα, εν ώ εισήρχετο εις Ναύπλιον, και ευρέθη ανεπίγραφος και ανυπόγραφος επιστολή παρ' αυτώ, δι' ης εζητούντο πληροφορίαι περί της καταστάσεως του φρουρίου· υπελήφθησαν δε ως κατάσκοποι του Μεχμέτ- Αλή τινές των εν Σύρα εμπόρων και κυρίως ο εν Ναυπλίω Γεώργιος Ορφανίδης και εφυλακίσθησαν· αλλά δικασθέντες και αναδικασθέντες ηθωώθησαν. Ένοχος αδίκως υπελήφθη και ο Κωλέττης, μέλος του νομοτελεστικού, διά τας προς τον Ορφανίδην στενάς σχέσεις του. Πλήρης δε υποψιών η βουλή ανεδέχθη τα περί της ασφαλείας του φρουρίου και διηρέθη εις διάφορα τμήματα· και τα μεν των μελών της ετάχθησαν εις προμήθειαν των αναγκαίων του πολέμου και εις επισκευήν των εν κακίστη καταστάσει υποστατών, τα δε εις εύρεσιν τροφών, και άλλα εις φύλαξιν των πυλών της πόλεως και επαγρύπνησιν των κανονοστασίων· διωρίσθησαν δε και τρεις βουλευταί ίνα παρευρίσκωνται παρά τω νομοτελεστικώ εις αυστηράν εφορίαν και διεύθυνσιν κατά το δοκούν των εργασιών του. Ανεξικάκως υπέστη το νομοτελεστικόν το δείγμα τούτο της προς αυτό δυσπιστίας της βουλής, και επί τη προτάσει των επί της κοινής ασφαλείας τριών βουλευτών, προθεμένων προ παντός άλλου την εξασφάλισιν του Παλαμηδίου, ανεβιβάσθησαν αυθημερόν 200 τακτικοί υπό τον Ρόδιον. Ασφαλισθέντων τοιουτοτρόπως οπωσούν των φρουρίων και γενομένης σκέψεως και περί της εξασφαλίσεως των αντικρύ του Ναυπλίου Μύλων, έτρεξαν αυθόρμητοι εις υπεράσπισιν αυτών ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης, ο Μακρυγιάννης, και ο ιδιωτεύων προ πολλού και πρόθυμος πάντοτε εν κινδύνοις Υψηλάντης. Ούτοι, παραλαβόντες εκ του προχείρου 300, ετοποθέτησαν τους μεν εν ταις αποθήκαις, τους δε εν τω τοιχοκλείστω παρακειμένω κήπω. Η θέσις των Μύλων ήτον αναγκαία εις διατήρησιν του Ναυπλίου, διότι και πάμπολλαι ήσαν εκεί τροφαί, και τα εις χρήσιν της πόλεως γεννήματα εκεί ηλέθοντο, και εκείθεν θα μετεκομίζετο το νερόν, αν εκόπτοντο τα υδραγωγεία της. |
| Ελλιμένιζε ταις ημέραις εκείναις έμπροσθεν των Μύλων η γαλλική ναυαρχίς· ο ναύαρχος Δεριγνής καί τινες των αξιωματικών ήλθαν εις λόγους μετά του Υψηλάντου περί των ενεστώτων πραγμάτων. Ειπόντος δέ τινος ότι ο επικείμενος αγών ήτον επικίνδυνος, «ή θα νικήσωμεν σήμερον», απεκρίθη ο γενναίος Υψηλάντης, «ή θ' αποθάνωμεν». Αλλά τόσον επικίνδυνος ο αγών δεν ήτο, διότι οι Μύλοι ήσαν παράλιοι, και παρήσαν ελληνικαί κανονοφόροι, ώστε και βοήθειαν παρ' αυτών ηδύναντο πολεμούντες οι Έλληνες να λάβωσι, και νικώμενοι είχαν πώς και πού να σωθώσιν. Εν τούτοις οι εχθροί καταβαίνοντες από της Τριπολιτσάς, ήλθαν έμπροσθεν των Μύλων την 13 περί την μεσημβρίαν, και οι μεν επροχώρησαν αυθημερόν προς το Άργος, οι δε απέμειναν εις άλωσιν αυτών· και πρώτον μεν ιππείς, κατόπιν δε πεζοί ώρμησαν εις τους φυλάσσοντας αυτούς, προκινδυνεύοντος του Ιβραήμη, αλλ' απεκρούσθησαν· ήσαν δε ολίγοι οι εφορμήσαντες, διότι τα παρακείμενα άβατα έλη εμπόδιζαν την εφόρμησιν πολλών. Διαρκούσης δε της μάχης, έρριψαν οι εχθροί μέρος του τοίχου του κήπου και εισήλθαν καί τινες εις αυτόν· αλλ', εν ώ ητοιμάζοντο να εισέλθωσι διά του ρήγματος και άλλοι, δεκαπέντε Έλληνες και φιλέλληνες υπό τον Μακρυγιάννην, ρίψαντες κατά γης τα τουφέκια και γυμνώσαντες τα ξίφη, ώρμησαν ιαχούντες επί τους προεισελθόντας, τους απεδίωξαν, και διετήρησαν την θέσιν εκείνην. Διαρκούσης δε της μάχης, ήλθαν εκ Ναυπλίου επιβοηθοί ο λόχος των ευζώνων υπό τον Κάρπον και άλλοι μη τακτικοί, και ούτως έγεινεν η κρίσις του μέχρι της ώρας εκείνης αμφιρρεπούς αγώνος· περί δε την δύσιν του ηλίου έπαυσεν η μάχη, και οι εχθροί ώδευσαν προς το Άργος κατησχυμένοι, 50 ελογίσθησαν οι φονευθέντες και πληγωθέντες· εφονεύθησαν δε και εκ των Ελλήνων 4, εξ ών ο είς φιλέλλην, και 4 ή 5 επληγώθησαν, εν οίς και ο Μακρυγιάννης εις την δεξιάν χείρα, όστις μετακομισθείς εις την γαλλικήν ναυαρχίδα ηύρε πάσαν περιποίησιν. Οι εχθροί διενυκτέρευσαν εν Άργει, το έκαυσαν την επαύριον, έκαυσαν και τα πλησίον χωρία, και την επιούσαν τινές του ιππικού επροχώρησαν εντός βολής κανονίου προς το Ναύπλιον. Απερίγραπτος ήτον η ταραχή και η αμηχανία των εν αυτώ. Τόσα πλήθη προσφύγων ήσαν συσσωρευμένα και τόση σπάνις τροφής και ποτού επεκράτει, ώστε θα εκυριεύετο η πόλις, αν οι εχθροί την επολιόρκουν ολίγας ημέρας διά ξηράς και θαλάσσης. Φανέντος του εχθρού έξωθεν των τειχών, εξήλθαν εις συνάντησίν του 70 ιππείς αναβάντες τους εντός του Ναυπλίου ιδιωτικούς ίππους. Συνεξήλθαν καί τινες Κρήτες πεζοί, και συναντήσαντες τους εχθρούς εις Τύρινθα ηκροβολίσθησαν· αλλ' οι Αιγύπτιοι, μη όντες προετοιμασμένοι εις πολιορκίαν, και καταβάντες ίσως επ' ελπίδι, ως ελέγετο και επιστεύετο, επιβουλής και αποτυχόντες επανήλθαν εις Άργος αυθεσπερί. |
| Καθ' ήν δε ημέραν κατέβαινεν ο Ιβραήμης εις την Αργολίδα, εδόθη γράμμα τω γενικώ γραμματεί του νομοτελεστικού Μαυροκορδάτω ανεπίγραφον, φέρον την υπογραφήν του Χαμιλτώνος, και λέγον «je viens (έρχομαι)»· ο δε εγχειρίσας το γράμμα Αντώνης Μήλιος, ποδότης του υπό τον Χαμιλτώνα πλοίου, είπεν, ότι πλέων ο μοίραρχος Άγγλος έμπροσθεν των Σπετσών έμαθε τα κατά την Αργολίδα, και επειδή δια την επικρατούσαν νηνεμίαν δεν ημπόρει να φθάση ταχέως η φρεγάτα, έστειλε το γράμμα ως πρόδρομόν του. Τω όντι μετ' ολίγας ώρας έφθασε και αυτός επί της Καμβρίας έχων εν τη συνοδία του μίαν άλλην φρεγάταν και μίαν κορβέτταν. |
| Ο ανήρ ούτος εκέρδισεν εξ αρχής του αγώνος τας καρδίας των Ελλήνων διά της φιλελληνικής διαγωγής του· ολίγοι αλλ' εμβριθείς ήσαν οι λόγοι του· βαρύ αλλά καλοκάγαθον το ήθος του· πλήρης ανοχής η προς τους Έλληνας διαγωγή του, και σωτήριοι αι συμβουλαί του. Τοιούτον φίλον ιδόντες οι Έλληνες εν μέσω αυτών την κρίσιμον εκείνην ώραν εχάρησαν. Επεκράτει δε και ιδέα, σφαλερά μεν, αλλ' ωφέλιμος, ότι είχε παραγγελίαν να υψώση επί του Παλαμηδίου την αγγλικήν σημαίαν εν ώρα κινδύνου. Ο Χαμιλτών έφερε τα πλοία του εις τον ενδότερον λιμένα του Ναυπλίου προς υπεράσπισιν δήθεν της πόλεως, εξήλθεν εν συνοδία πολλών αξιωματικών, είπε λόγους θαρρυντικούς και μυστηριώδεις, και εβεβαίωσε την κυβέρνησιν ότι δεν ανεχώρει εν όσω εκινδύνευεν η πόλις· μετά ταύτα υπήγεν εις έντευξιν του έξωθεν του Ναυπλίου Ιβραήμη και επανήλθεν εις τον λιμένα. Η διαγωγή του αύτη παρηγόρησε μεγάλως τους Έλληνας. |
| Διανυκτερεύσας δε ο Ιβραήμης εν Άργει, ανεχώρησε την επαύριον πανστρατιά εις Τριπολιτσάν. Προκατέλαβαν οι περί τον Κολοκοτρώνην το Παρθένι και τον Γύρον εις αντίστασιν, αλλ' ιδόντες πλησιάζοντα τον εχθρόν, ανεχώρησαν, οι δε Αιγύπτιοι εισήλθαν την 17 αυγούστου εις Τριπολιτσάν ατουφέκιστοι. |
| Διαρκούσης δε της εχθρικής ταύτης επιδρομής, παρατηρήσαντες οι εν Πάτραις Τούρκοι ότι η εις Βοστίτσαν άγουσα αφέθη αφύλακτος, απέστειλαν 250 ιππείς προς την πόλιν ταύτην· εφάνησαν ταυτοχρόνως προς τα παράλια εκείνα καί τινα πλοία τουρκικά. Καταθορυβηθέντες οι κάτοικοι της και οι εν αυτή ολίγοι στρατιώται, ως μη προειδοποιηθέντες υπό των παρά τη οδώ σκοπών, ετράπησαν όσοι επρόφθασαν εις φυγήν. Οι Τούρκοι εισήλθαν αμαχητί, εφόνευσάν τινας, έκαυσαν οικίας, και κλίναντος του ηλίου ανεχώρησαν απάγοντες αιχμαλώτους και λάφυρα. |
| Εν τοσούτω, αφ' ού οι Αιγύπτιοι επανήλθαν εις Τριπολιτσάν, οι Έλληνες συνήλθαν πανταχόθεν της Πελοποννήσου εις τα πέριξ της πόλεως εκείνης προς αποκλεισμόν. Οι Καρυτινοί κατέλαβαν το Χρυσοβίτσι και την Πιάναν, οι Αργείοι και οι Τριπολιτσιώται τα Τσιπιανά, δι Καλαβρυτινοί, οι Βοστιτσάνοι, οι Κορίνθιοι και οι περί τον Νικήταν το Λεβίδι, οι Ανδρουσανοί τα Μακρυπλάγι, οι δε Αγιοπετρίται, οι Μονεμβασίται και οι Λάκωνες διέμειναν εν Βερβένοις, όπου και ο Υψηλάντης· ήσαν δε όλοι περίπου δεκακισχίλιοι. Εν ώ δε κατείχαν τας θέσεις ταύτας εις πολιορκίαν της Τριπολιτσάς, έμαθαν ότι νέα εχθρική δύναμις ήτοιμάζετο ν' αναβή εκ των μεσσηνιακών φρουρίων εις την πόλιν ταύτην, και απεφάσισαν επί τη προτάσει του Κολοκοτρώνη να προσβάλωσι την ενεστώσαν πριν φθάση εκείνη· και οι μεν περί τον Ζαήμην, τον Λόντον, τον Νικήταν, και τον Νοταράν παρηγγέλθησαν να τοποθετηθώσι προς την επάνω Χρέπαν, όπου και ο Κολοκοτρώνης, οι δε περί τον Γενναίον, Δηληγιάννην και Παπατσώνην όπου τα παλαιά οχυρώματα των Τρικόρφων, οι δε περί τον Πλαπούταν και τον Κρίτσαλην εν Βαλτετσίω· ειδοποιήθησαν και οι εν Βερβένοις περί του σχεδίου· την δε νύκτα της 23 εκινήθησαν όλοι προς τας θέσεις των. Ο Ιβραήμης, ιδών την αυτήν νύκτα πολλά πυρ προς την επάνω Χρέπαν, υπώπτευσε και έσπευσε να στείλη έν τάγμα, πρωίας γενομένης, ίνα καταλάβη τα οχυρώματα των Τρικόρφων, αλλ' έν και μόνον κατέλαβε, διότι οι περί τον Γενναίον και Παπατσώνην επρόφθασαν και κατέλαβαν τα δύο στήσαντες και άλλα επί τινων υψωμάτων εκ του προχείρου· και αριστερά μεν κατετάχθησαν οι περί τον Νοταράν, όπισθεν δε αυτών οι περί τους Πετμεζάδας, τον Λεχουρίτην και τον Σολιώτην. |
| Αρξαμένης δε της μάχης επί των Τρικόρφων, εξεστράτευσε πανστρατιά ο Ιβραήμης προς εκείνο το μέρος, έστησε μίαν βομβοβόλον και δύο κανόνια, και προσέβαλλεν αδιακόπως τα δύο μεγάλα οχυρώματα. Γενναίως αντείχαν οι εν αυτοίς Έλληνες αναμένοντες βοήθειαν. Ήλθαν αντιλήπτορες αυτών οι εν Βαλτετσίω, αλλ' αντεκρούσθησαν υπό του ιππικού και ετράπησαν. Εν τοσούτω, οι εντός των δύο οχυρωμάτων, αν και αβοήθητοι, επέμεναν πολεμούντες και ευτυχώς απέκρουαν τους εφορμώντας εχθρούς φονεύοντες πολλούς αυτών. Ιδών δε ο Ιβραήμης, ότι αδύνατον να κυριεύση τα οχυρώματα εξ εφόδου, παρέλαβε το πλείστον μέρος του στρατού, ανέβη όπισθεν αυτών, και εξετέθη αφόβως εν μέσω του πυρός των περί ων ο λόγος οχυρωμάτων κάτωθεν, και των άλλων των Καλαβρυτινών άνωθεν. Το τολμηρόν τούτο κίνημα των εχθρών επέτυχεν. Οπλαρχηγός τις των Ρογών της επαρχίας Καλαβρύτων, Γιάννης Ροΐδης, ετράπη πρώτος φοβηθείς. Ετράπησαν μετ' αυτόν και οι λοιποί Καλαβρυτινοί. Τους Καλαβρυτινούς εμιμήθησαν οι υπό τον Νοταράν και οι λοιποί οι κατέχοντες τα υψηλότερα οχυρώματα, άτινα εκυρίευσαν οι εχθροί. Βλέποντες τότε οι υπό τον Γενναίον και Παπατσώνην ότι, κυριευθέντων των επάνωθεν αυτών οχυρωμάτων, εκινδύνευαν όλοι απεφάσισαν να φύγωσιν· αλλ' η φυγή δεν ήτον ασφαλής, διότι εκυκλώθησαν υπό των εχθρών. Πρώτος ώρμησεν εις φυγήν ο Παπασταθόπουλος Λαγκαδινός, αλλ' εφονεύθη· κατόπιν αυτού έφυγαν οι λοιποί όλοι. Οι Αιγύπτιοι τους κατεδίωξαν φεύγοντας· 200 Έλληνας εφόνευσαν κατά την μάχην ταύτην, εν οίς και τον Παπατσώνην, τον και προ της φυγής πληγωθέντα εντός του οχυρώματος, τον Γεώργιον Δημητρακόπουλον, τον Νικολόν Ταμβακόπουλον καί τινας άλλους υποπλαρχηγούς. Μόλις δε διεσώθη ο Κολοκοτρώνης καθήσας επί τινος αχθοφόρου ημιόνου ευρεθέντος καθ' οδόν επί της φυγής του. |
| Μετά δε την φθοροποιάν ταύτην τροπήν οι μεν Αιγύπτιοι διεχύθησαν εις τα πέριξ της πόλεως, ωχύρωσαν τους μύλους Δαβιάς, Πιάνας και Ζαράκοβας, και ετοποθέτησαν στρατεύματα όπου αλλού έπρεπε προς διατήρησιν των μύλων και της ελευθέρας κοινωνίας αυτών και της πόλεως. Οι δε εχθροί των συνήλθαν εις Αλωνίσταιναν, και αφήσαντες εκεί 500 ως προφυλακήν, διέβησαν εις Διμιτσάναν, και εκείθεν εις Μαγούλιανα όπου και ωχυρώθησαν. |
| Ιούλιος | Εν τω μεταξύ δε τούτω, οι περί τον Υψηλάντην, παρατηρήσαντες, ότι οι εχθροί περιήρχοντο την πεδιάδα αφόβως, κατέλαβαν την νύκτα της 7 Ιουλίου τας Ρίζας και την Πιαλήν και παρεφύλατταν. Εξήλθαν οι εχθροί κατά την συνήθειάν των την επιούσαν και πεσόντες απροφύλαχτοι εις τους ενεδρεύοντας έπαθαν. 30 εζωγρήθησαν και ισάριθμοι σχεδόν εφονεύθησαν· εφονεύθησαν δε και εκ των Ελλήνων οι οπλαρχηγοί Γκέγκας και Πολυχρόνης. Μετά δύο δε ημέρας 200 Αιγύπτιοι, περιφερόμενοι επί λεηλασία, επροχώρησαν εις Αλωνίσταιναν αγνοούντες ότι εκεί ήσαν Έλληνες, έπεσαν αιφνιδίως εις το μέσον αυτών, εφονεύθησάν τινες και εζωγρήθησαν τέσσαρες. Την δε 15 εξεστράτευσεν ο Ιβραήμης επί τους κατέχοντας την Αλωνίσταιναν και τα Μαγούλιανα Έλληνας, και τους έτρεψεν όλους μόνον ακουσθείς· εκινδύνευσε δε να συλληφθεί και ο Γενναίος. Ο Ιβραήμης έβαλε πυρ εις τα χωρία εκείνα και είς τινα άλλα, εν οίς και τα Λαγκάδια, διήρπασεν αγέλας, ηχμαλώτευσε χιλίας ψυχάς, επανήλθεν εις Τριπολιτσάν, και απέστειλε πολυάριθμον άλλο σώμα εις συγκομιδήν των γεννημάτων της επαρχίας Καρυταίνης και εις αιχμαλωσίαν. Το σώμα τούτο επροχώρησεν εις τα ορεινά χωρία Δραγομάνου, Καρυών και Κρομποβού, αλλ' απεκρούσθη και έπαθεν· επάτησε και το Ίσαρι· εκατόν των εν αυτώ, κλεισθέντες εν τη εκκλησία, επολέμησαν όλην την ημέραν, και εξορμήσαντες ξιφήρεις μεσούσης της νυκτός διεσώθησαν, εκτός ενός φονευθέντος και ενός πληγωθέντος. Οι εχθροί έκαυσαν το χωρίον την επαύριον, και επανήλθαν εις την πεδιάδα της Καρυταίνης, αρπάζοντες και φθείροντες. |
| Την δε 27 εξεστράτευσεν ο Ιβραήμης επί τους εν Βερβένοις, διέλυσε και αυτούς διά του ήχου μόνου των σαλπίγγων, επανήλθεν αυθημερόν εις Τριπολιτσάν, και αφήσας εκεί ικανήν φρουράν υπό τον Χουσεήμπεην, τον από Κρήτης προ ολίγου μετακομίσαντα εις τα μεσσηνιακά φρούρια και εκείθεν εις Τριπολιτσάν νέα στρατεύματα, ανεχώρησε την 1 αυγούστου εις Μεσσηνίαν λεηλατών καθ' οδόν και καταστρέφων διερχόμενος δε την επαρχίαν του Λεονταρίου, άφησε τρισχιλίους ως σκοπιάν κατά το Ίσαρι. |
| Μετ' ολίγας δε ημέρας της εις Μεσσηνίαν καταβάσεώς του, επιστάντας του τρύγου των σύκων, υπερτρισχίλιοι Έλληνες, φύρδην μίγδην συναχθέντες, έπεσαν εις Νησί, όπου εστάθμευαν τρεις λόχοι εχθρών, εφόνευσαν όλους σχεδόν, φονευθέντων και 50 εξ αυτών, και συγκομίσαντες τα σύκα επανήλθαν εις τα ίδια. |
| Αι επανειλημμέναι αποτυχίαι των ατάκτων στρατιωτών αντιπαραταττομένων προς τακτικούς απέδειξαν πασιφανώς, ότι αδύνατον να ευδοκιμήσωσιν οι Έλληνες όχι μόνον διά την υπεροχήν των λογχοφορούντων, αλλά και διά την ευπείθειαν, την ευταξίαν και την οικονομίαν των. Τόσον δε η απείθεια, η αταξία και η κατάχρησις του ελληνικού στρατιωτικού εκορυφώθησαν εκείναις ταις ημέραις εξ αιτίας των εμφυλίων πολέμων παρασυρόντων τους ενεχομένους εις παν είδος ακολασίας, ώστε το νομοτελεστικόν το απεκάλει λυμεώνα της πατρίδος (α). |
| Τοιαύτης ούσης της καταστάσεως του στρατιωτικού της Ελλάδος, έστρεψε σπουδαίως η κυβέρνησις την προσοχήν της εις εισαγωγήν ξένου υπομισθίου τακτικού και έδωκε τη εν Λονδίνω επιτροπή διαταγάς προς εύρεσιν ειδικού δανείου πεντακοσίων χιλιάδων λιρών εις ταχείαν αποστολήν τετρακισχιλίων αλλοδαπών τακτικών, εις προμήθειαν των αναγκαίων, και εις μίσθωσιν και διατήρησίν των. Αλλ' ο κίνδυνος ήτον επί θύρας, η δε βοήθεια αύτη και βραδεία και αβέβαιος· διό επεμελήθη υπεράλλοτε ν' αυξήση το εν Ελλάδι τακτικόν της, μήτε προοδεύον διά τας αντενεργείας τινών των ατάκτων μήτε διατηρούμενον ως έπρεπεν· αλλά τα παθήματα έγειναν μαθήματα, και οι αποστρεφόμενοι άλλοτε αυτό εφάνησαν ήδη υπερασπισταί του. |
| Διέτριβε προ πολλού εν Ελλάδι ο Γάλλος συνταγματάρχης Κάρολος Φαβιέρος, επί Ναπολέοντος υπό τον στρατηγόν Μαρμόντην εντίμως υπηρετήσας. Άγνωστος και υπό άλλο όνομα επεσκέπτετο κατ' αρχάς τα ελληνικά στρατόπεδα, αναμιγνυόμενος ως ιδιώτης και εθελοντής προς γνώσιν των ηθών και του χαρακτήρος των ανθρώπων, μεθ' ων διενοείτο να ταλαιπωρηθή και κινδυνεύση αφιλοκερδώς μέχρι τέλους· επεχείρησε δε, πολιορκουμένης της Κορώνης, αλλ' ανεπιτυχώς, να βλάψη το τείχος εν ελλείψει πυροβολικού διά πυροτεχνημάτων της επινοίας του. Τον άνδρα τούτον ανέδειξεν η ελληνική κυβέρνησις, λήγοντος του Ιουνίου, αρχηγόν του τακτικού, και εκανόνισε τα της υπηρεσίας κατά την πρότασιν αυτού, αναδείξασα ίππαρχον μεν τον Regnault de St Jean d' Angely, διαπρέποντα διά τας στρατιωτικάς αρετάς του, γενικόν δε επιμελητήν τον εκ Μεδιολάνων κόμητα Πόρρον, αξιότιμον διά τας γνώσεις και τα υπέρ της ελευθερίας της ξενοκρατουμένης πατρίδος του παθήματά του· έδωκε δε τω αρχηγώ και εξουσίαν να προβιβάζη τους αξίους, να μεταρρυθμίση το σώμα κατά την ιδίαν αυτού κρίσιν, και να το μεταφέρη εις εξάσκησιν όπου εβούλετο· εξέδωκε δε την 11 σεπτεμβρίου και περί απογραφής νόμον· έκτοτε το τακτικόν επρόκοψεν. |
| Αναχωρήσαντος δε του Ιβραήμη εκ Τριπολιτσάς, οι Πελοπόννησιοι βουλήν έβαλαν να περιορίσωσι τους εναπολειφθέντας Αιγυπτίους εντός της πόλεως. Επ' αυτώ συνήλθαν εκ νέου οι μεν εις Βέρβενα, όπου έστειλεν η κυβέρνησις τριμελή επιτροπήν επί προμηθεία των αναγκαίων, και πληρωμή των μισθωτών στρατιωτών, οι δε εις Αλωνίσταιναν, και άλλοι εις την επάνω Χρέπαν. |
| Αύγουστος | Την εσπέραν της 12 αυγούστου, εκ συνθήματος του εν Αλωνισταίνη Κολοκοτρώνη, εκίνησαν οι μεν εν Βερβένοις, εν οίς και 30 ιππείς υπό τον Χατσή-Μιχάλην Ταλιάνον, προς τα Τρίκορφα, κατεχόμενα και αυτά υπό των Τούρκων, αφ' ού απεδίωξαν τους Έλληνας, οι δε εν Αλωνισταίνη προς την Πιάναν. Ούτοι πεσόντες αίφνης εις τα οχυρώματα των εχθρών εφόνευσάν τινας, έκαυσαν ένα μύλον και επανήλθαν εις Αλωνίσταιναν. Οι δε άλλοι, προπορευομένου του ολιγαρίθμου ιππικού του Χατσή-Μιχάλη εκληφθέντος ως τουρκικού, προοιμίασαν μάχην συλλαβόντες και φονεύσαντες 5 εχθρούς· έστησαν δε εκ του προχείρου τρία οχυρώματα πλησίον αλλήλων εν μέσω των εχθρικών και τους επολέμουν· Αρξαμένης δε της μάχης, ήλθαν εις βοήθειαν των πολεμούντων Αιγυπτίων τινές των εν Τριπολιτσά, κατέβησαν και οι κατέχοντες την επάνω Χρέπαν έλληνες εις βοήθειαν των συστρατιωτών, και την β' ώραν μετά μεσημβρίαν άναψεν ο πόλεμος πανταχόθεν. Οι Έλληνες υπερίσχυσαν, έτρεψαν τους εχθρούς, εσκότωσαν και εζώγρησαν ικανούς, και, εσπέρας γενομένης, οι μεν υπήγαν εις Βαλτέτσι, οι δε επανήλθαν εις Βέρβενα. Την δ' επαύριον υπήγαν εις Ζαράχωβαν και έκαυσαν τους εκεί μύλους. Άνωθεν των μύλων σώζεται παλαιόν τείχος· εν αυτώ εκλείσθησαν οι Αιγύπτιοι μετά την καταστροφήν των μύλων και αντεμάχοντο. Έτρεξεν εις βοήθειαν αυτών το ιππικόν διά της Πιάνας, και βλέπον ότι οι Έλληνες απεμακρύνθησαν της πεδιάδος, ώρμησε θαρραλεώτερον, αλλ' επιπεσόντων των περί τον Χατσή- Μιχάλην, ηγουμένου αυτού ξιφήρους, ετράπησαν· εκινδύνευσε δε να συλληφθή και αυτός ο Χατσή-Μιχάλης, πεσόντος του ίππου του, εν ώ εμάχετο. Τραπέντος δε του εχθρικού ιππικού, απεδίωξαν οι Έλληνες τους κατέχοντας το παλαιόν τείχος, εφόνευσαν ικανούς, επήραν 8 τύμπανα, και κυριεύσαντες το τείχος ηύραν εν αυτώ πολλά ζώα και διάφορα πράγματα, εγκαταλειφθέντα υπό των Αιγυπτίων. Εν ώ δε εμάχοντο προς εκείνο το μέρος, εμάχοντο και κατά την Πιάναν και Δαβιάν, όπου ηρίστευσαν επίσης οι Έλληνες, καύσαντες όλους τους μύλους της Δαδιάς και τους απολειφθέντας της Πιάνας. Οι δε φυλάσσοντες αυτούς εκλείσθησαν εντός άλλου παλαιού φρουρίου απέναντι των μύλων της Δαβιάς και δεν έπαθαν ως οι άλλοι, διότι, κλίναντος του ηλίου, ήλθεν είδησις ότι ο Ιβραήμης επανερχόμενος εις Τριπολιτσάν έφθασεν εις Σινάνου 5 ώρας μακράν της Δαβιάς, και επί τη ειδήσει ταύτη έπαυσαν οι Έλληνες πολεμούντες, εξημερώθησαν εις Βέρβενα, και μετέβησαν εις Άγιον Πέτρον ως εις θέσιν οχυρωτέραν, δύο ώρας απέχουσαν των Βερβένων. Την ημέραν δ' εκείνην, καθ' ην εφονεύθησαν ικανοί εχθροί, εφονεύθησαν και επληγώθησαν 15 Έλληνες πεζοί και 4 ιππείς. Μεγάλως δε ηρίστευσε το μικρόν ελληνικόν ιππικόν, και θαυμασμού άξιος εδείχθη ο Χατσή-Μιχάλης διά την ευτολμίαν του. |
| Επανερχόμενος δε ο Ιβραήμης εις Τριπολιτσάν απέκλεισεν εντός τινος πύργου των Τρινάσων 70 υπό τον Κώσταν Σουλιώτην, εκυρίευσε τον πύργον διά συνθήκης και απέλυσε τους εν αυτώ αφοπλίσας και λαφυραγωγήσας αυτούς παρά την συνθήκην. Συγχρόνως απέκλεισε και τους εις το σπήλαιον του χωρίου Βρονταμά καταφυγόντας· μη θέλοντας δε να παραδοθώσιν, ανοίξας επί της κορυφής του σπηλαίου οπήν, και ενρίψας πυρίτιδα και άλλας καυστικάς ύλας έκαυσε σχεδόν όλους. |
| Την δε 15 εισήλθεν εις Τριπολιτσάν, και μετ' ολίγας ημέρας εξεστράτευσεν εις την επαρχίαν του Μιστρά, επάτησε την του Έλους καίων καθ' οδόν, λεηλατών και αιχμαλωτίζων, και επροχώρησε προς το Μαραθονήσι· εγένοντο δε καθ' οδόν καί τινες μικροί ακροβολισμοί. Την δε 23 εισέβαλεν εις την επαρχίαν της Μονεμβασίας, ηχμαλώτευσεν εν Κυπαρισίω 800 ψυχάς εντός σπηλαίου, και εφόνευσέ τινας των ανδρών. Οι δε κατά τον άγιον Πέτρον Έλληνες, μη τολμώντες να πολεμήσωσι τους εχθρούς κατά πρόσωπον, και διαιρεθέντες εις διάφορα αποσπάσματα τους παρηκολούθουν και τους έβλαπταν κλεπτοπολεμούντες. |
| Καθ' ας δε ημέρας περιώδευεν ο Ιβραήμης, επειδή η εν Τριπολιτσά απολειφθείσα φρουρά ήτον ολίγη, έκριναν οι επί των Τρικόρφων στρατοπεδεύοντες τότε περί τον Λόντον αρμοδίαν την περίστασιν εις άλωσιν της πόλεως δι' εφόδου, και εζήτησαν επ' αυτώ την συνδρομήν του εν Ναυπλίω διημερεύοντος τακτικού. Την 5 σεπτεμβρίου παραλαβών ο Φαβιέρος 400 λογχοφόρους και δύο ορεινά κανόνια έφθασε την νύκτα εις Τρίκορφα, συνενοήθη μετά των εκεί περί του μελετωμένου κινήματος, και την ακόλουθον νύκτα υπήγεν αφανώς υπό τα τείχη της πόλεως προς το αρκτικόν μέρος αναμένων την ορισθείσαν ώραν, καθ' ην προέθεντο οι περί τον Λόντον να προσποιηθώσιν έφοδον προς το μεσημβρινόν επί σκοπώ να εφελκύσωσι την προσοχήν των εχθρών, ώστε να εύρωσιν ευκαιρίαν οι τακτικοί και ριφθώσιν έσω. Αλλ' ελθούσης και παρελθούσης της ωρισμένης ώρας, ούτ' εφάνησαν ούτε ηκούσθησαν, απειθήσαντες εις τας διαταγάς του αρχηγού, ώστε οι τακτικοί ηναγκάσθησαν ν' αναχωρήσωσιν άπρακτοι. Την δε 10 επανήλθεν ο Ιβραήμης εις Τριπολιτσάν από της καταστρεπτικής περιοδείας του και μετά δύο ημέρας εξεστράτευσεν εκ νέου προς την Μεσσηνίαν, και βλάπτων καθ' οδόν και μη βλαπτόμενος εισήλθε την 14 εις την πόλιν της Αρκαδίας, έκαυσε την εκκλησίαν καί τινας οικίας, ηχμαλώτευσε τον Αναστάσην Κατσαρόν, έβαλε πυρ εις τα Φιλιατρά, τους Γαργαλιάνους και την Λυγουδίστην, και επανήλθεν εις τα μεσσηνιακά φρούρια. Αρχομένου δε του οκτωβρίου, απέστειλεν εις Τριπολιτσάν υπό πολυάριθμον φρουράν 800 φορτώματα πολεμεφοδίων και τροφών· ίλαι δέ τινες επάτησαν την επαρχίαν του Πύργου καί τινα χωρία της Γαστούνης, εφόνευσαν και ηνδραπόδισάν τινας και επανήλθαν απρόσβλητοι εις το γενικόν στρατόπεδον. Έκτοτε έπαυσαν αι περαιτέρω επιδρομαί και εκστρατείαι των περί τον Ιβραήμην. |
| Λήγοντος δε του αυτού μηνός, αντηλλάχθησαν μεσιτεία του Χαμιλτώνος οι δύο εν Ναυπλίω αιχμαλωτισθέντες πασάδες, και ο Μαυρομιχάλης και ο Γιατράκος οι επί της παραδόσεως του Νεοκάστρου κρατηθέντες· αντηλλάχθησαν και άλλοι αιχμάλωτοι· απέλυσε και ο Κολοκοτρώνης τους παρ' αυτώ δύο υιούς του Σιέχ-Νεντσήπη και άλλους τινάς συγγενείς του επί τιμή πενήντα χιλιάδων γροσίων. |
| Μεγάλας ελπίδας υποταγής της Μάνης και όλης της Πελοποννήσου έδωκεν ο Μαυρομιχάλης τω Ιβραήμη επί της αιχμαλωσίας του εξαγοραζόμενος τον καιρόν και επιστεύθη. Επί δε της απολυτρώσεώς του, ανακαλύψας προς την ελληνικήν κυβέρνησιν τας εντεύθεν προς τον Ιβραήμην σχέσεις του, και λαβών την άδειαν να μη τας διακόψη επ' ωφελεία της κινδυνευούσης πατρίδος, εμελέτησε τον εξ επιβουλής φόνον του και ιδιολογήθη προς εκτέλεσίν του μετά του Παναγιώτη Χρυσανθοπούλου του και Κακλαμάνου· ευρών δε αυτόν πρόθυμον επί μόνη διατροφή της οικογενείας του μετά τον θάνατόν του εκ του δημοσίου, τον εφωδίασε διά γράμματος προς τον Ιβραήμην αναγγέλλων την υποταγήν της Μάνης και την όσον ούπω όλης της Πελοποννήσου, και τον απέστειλεν εις Μοθώνην. Διενοείτο δε ο Κακλαμάνος να φονεύση τον Ιβραήμην εγχειρίζων το γράμμα· αλλά, μη λαβών άδειαν να φέρη όπλα ενώπιόν του, τω ενεχείρισεν απλώς το γράμμα και επανήλθεν άπρακτος. Αυτό τούτο εμελέτησαν και άλλοι, πλην και αυτών τα σχέδια εματαιώθησαν. Αλλ' επιτρέπεται η δολοφονία του εχθρού της πατρίδος; Παρά τοις παλαιοίς επετρέπετο και η του εχθρού της πατρίδος και η του παρά τους κειμένους νόμους κυβερνώντος την πατρίδα, ήτοι του τυράννου. Αλλά δικαίως θεωρείται σήμερον οιαδήποτε τοιαύτη πράξις ανοσιουργία. |