WeRead Powered by ReaderPub
Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Γ cover

Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Γ

Chapter 48: Δευτέρα πολιορκία του Μεσολογγίου. — Περίοδος πρώτη.
Open in WeRead

About This Book

A chronological political and military account of the revolutionary struggle, recounting campaigns, land and naval engagements, sieges, massacres and the intervention of external forces. It describes factional and civil conflicts among insurgent leaders, efforts to organize and reform regular and irregular forces, the arrival of foreign volunteers and loans, and the diplomacy of European courts toward the belligerents. Individual chapters detail operations across peninsula and islands, an Egyptian-backed expedition with associated naval actions, the prolonged investment of a principal stronghold, and concurrent debates over governance, constitutions and the international position of the nascent polity.

1825

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΖ'.

Δευτέρα πολιορκία του Μεσολογγίου. — Περίοδος πρώτη.

ΑΠΟΔΙΔΟΥΣΑ η Πύλη τας μέχρι τούδε επανειλημμένας αποτυχίας της εις την ανικανότητα των πολεμάρχων της ανέδειξε το έτος τούτο Ρούμελη-βαλεσήν τον Ρεσήτ- Μεχμέτπασαν, τον και Κιουταχήν. Διεκρίθη, ως είδαμεν, ο ανήρ ούτος ως δραστήριος και φιλοκίνδυνος και επί της μάχης του Πέτα, και επί της πρώτης πολιορκίας του Μεσολογγίου, καθ' ην, αν εισηκούετο, η πόλις έπιπτεν. Η Πύλη τω έδωκεν επί της εκστρατείας ταύτης πάσαν εξουσίαν και αφθόνους πόρους, μετέθεσε τον αντίζηλόν του Βρυώνην από της σατραπείας του Μπερατίου εις την της Θεσσαλονίκης, και τω είπεν επί τω διορισμώ του, «ή - τ ο - Μ ε σ ο λ ό γ γ ι - ή - τ η ν - κ ε φ α λ ή ν - σ ο υ». Ο νέος δε ούτος αρχιστράτηγος κατέβη εις Λάρισσαν τον ιανουάριον και εκείθεν μετέβη εις Ιωάννινα, όπου κατεγίνετο να παύση τας ταραχάς της Αλβανίας και στρατολογήση επί αδρώ και τακτώ μισθώ.
Διηγούμενοι τα της πρώτης πολιορκίας του Μεσολογγίου περιεγράψαμεν το τείχος του (α). Έκτοτε εδυναμώθη και έλαβε νέαν μορφήν υπό την ακάματον φροντίδα του Κοκκίνη· εκαθαρίσθη δε, επλατύνθη, και εβαθύνθη και η τάφρος. Επαιρόμενος ο τειχοποιός ούτος ειδοποίει επισήμως τον διευθυντήν της Δυτικής Ελλάδος, Μαυροκορδάτον, ότι «ικανόν ήτο το έργον του ν' ανθέξη εις πάσαν εχθρικήν προσβολήν, και ότι επισκεφθέντες αυτό Άγγλοι το εθαύμασαν και εξεπλάγησαν». Ουδέν είχε βεβαίως το έργον τούτο ικανόν να κινήση εις θαυμασμόν ή να φέρη εις έκπληξιν τον επισκεπτόμενον ειδήμονα· ουδ' αυτό το τείχος ήτον εύκτιστον και αν μεθ' όλης της ατελείας του η πόλις δεν ηλώθη υπό των πολεμίων ειμή καθ' ήν ημέραν εγκατελείφθη υπό των υπερμάχων, συνέβη τούτο, διότι «άνδρες η πόλις, ου τείχη».
Το τείχος είχεν επί της ενάρξεως της πολιορκίας ταύτης σχήμα επτάγωνον. Προς το κέντρον, το προς άρκτον, έκειτο το προτείχισμα του Μπότσαρη· προς δυσμάς δε του κέντρου κατά σειράν το πύργωμα του Κοραή, το προτείχισμα του Φραγκλίνου, το κανονοστάσιον του Βύρωνος, τα πυργώματα του Γουλιέλμου Τέλλου και του Κοτσιούκου και το κανονοστάσιον του Κυριακούλη. Έκειτο επί της αυτής σειράς αλλ' επί του παρακειμένου νησιδίου της Μαρμαρούς και το κανονοστάσιον του Σαχτούρη· προς ανατολάς δε του κέντρου έκειντο το προτείχισμα του Μακρή, το μηνοειδές πρόφραγμα του Γουλιέλμου της Οραγγίας (β), τα κανονοστάσια του Ρήγα και του Αντωνίου Κοκκίνη, τα καρκινοειδές πρόφραγμα του Μονταλεμβέρτου και τα κανονοστάσια του Σιεφέλδου, του Κανάρη και του Σκενδέρμπεη. Εφ' όλου δε του τείχους έκειντο 48 κανόνια σιδηρά, διαφόρου ολκής μέχρι 48 λιτρών, και 4 βομβοβόλοι, εξ ών αι δύο είχαν διάμετρον 10 δακτύλων, αι δε άλλαι η μεν 5 η δε 4 2/5.
Ακουσθείσης της εχθρικής ταύτης εκστρατείας, έσπευσεν η κυβέρνησις να στείλη εις διοίκησιν της Δυτικής Ελλάδος τριμελή επιτροπήν εκ των βουλευτών, Ιωάννου Παπαδιαμαντοπούλου, Γεωργίου Καναβού και Δημητρίου Θέμελη. Η επιτροπή αύτη αφίχθη εις Μεσσολόγγι την 12 απριλίου και ησχολήθη σπουδαίως εις τακτοποίησιν της υπηρεσίας.
Είχεν ήδη διατάξει η τοπική διοίκησις εν καιρώ στρατεύματα υπό τον Νότην Μπότσαρην, τον Τσόγκαν και άλλους προς φρούρησιν του Καρβασαρά, της Βονίτσης και των στενών του Μακρυνόρους, και τα στρατεύματα ταύτα υπήκουσαν. Αλλά, στρατευσάντων των εχθρών προς το Μακρυνόρος, ελειποτάκτησαν οι φυλάσσοντες τας θέσεις εκείνας, εγκατέλειψαν και οι άλλοι τας επί της δεξιάς όχθης του Αχελώου, ώστε οι εχθροί διέβησαν την 23 μαρτίου ανεμπόδιστοι το Μακρυνόρος, και έπεσαν, μηδενός εναντιουμένου, εις Γάλτον και Ξηρόμερον· οι δε τρισάθλιοι κάτοικοι διεσκορπίσθησαν ως και άλλοτε· αλλ' ηύραν ήδη καταφύγιον έτοιμον και ασφαλές, το υπό την Επτάννησον πολιτείαν νησίον του Καλάμου. Οι εχθροί ούτε επί της ποταμοπορείας του Αχελώου ούτε πέραν αυτού ηύραν αντίστασιν, διότι όσον ούτοι επροχώρουν, τόσον οι Έλληνες υπεχώρουν προς τας πόλεις Μεσολογγίου και Ανατολικού,
Απρίλιος και τοιουτοτρόπως έφθασε την 11 απριλίου ατουφέκιστος πολυάριθμος προφυλακή απέναντι του Ανατολικού· την δε 15, εφάνη μέρος αυτής και έξωθεν του Μεσολογγίου· επί δε τη εμφανίσει εξήλθαν τινες των εντός, ηκροβολίσθησαν και επανήλθαν εις την πόλιν· εξήλθαν και την επιούσαν και ηκροβολίσθησαν ως και την προτεραίαν. Εφονεύθησαν δε τας δύο ταύτας ημέρας δύο σημαιοφόροι, ο μεν Έλλην, ο δε Τούρκος· επληγώθησαν και οκτώ Έλληνες και άλλοι τόσοι εχθροί. Ενεδρεύσαντες οι Έλληνες κατά το Κεφαλόβρυσον εσκότωσαν την ακόλουθον ημέραν έξ εκ των διαπορευομένων εχθρών.
Διηγούμενοι τα της πολιορκίας του Ανατολικού επί του 1823, είπαμεν ότι το νησίον εκείνο δεν είχε γλυκύ νερόν, και ότι οι κάτοικοι ηρύοντο το εις χρήσιν των από τινος πηγής επί της ξηράς. Η πηγή αύτη εφρουρείτο επί της εισβολής των εχθρών υπό των Ελλήνων· αλλά την 17 εγκατελείφθη και εκυριεύθη υπό των εχθρών, και έκτοτε η έλλειψις του νερού εγένετο λίαν επαισθητή εν τη πόλει. Την δε 15 είς των στρατιωτών, κατοικών παράλιον οικίαν, έπεσεν εις την έμπροσθεν αυτής θάλασσαν, ίνα κολυμβήση· κατά τύχην έπιεν ολίγον νερόν και το ηύρε παρά πάσαν προσδοκίαν γλυκύ· ανήγγειλε τούτο τοις εν τη πόλει, έτρεξαν τα πλήθη εις τον αιγιαλόν, το εγεύθησαν, και ευρόντες το και αυτοί γλυκύ, εγέμισαν όλα τα αγγεία των· γλυκύ διέμεινε και τας δύο ακολούθους ημέρας· και οι μεν εξηγούντες το πράγμα φυσικώς είπαν ότι κατέρρευσεν εκ των πλησίον υψωμάτων και εφέρετο επί του αλμυρού ως ελαφρότερον, οι δε ευλαβέστεροι επίστευσαν ότι ήτον αλλοίωσις της δεξιάς του Υψίστου, του μεταποιήσαντος επί Μωυσέως το πικρόν ύδωρ εις γλυκύ και κορέσαντος τον λαόν αυτού διψώντα.
Την δε 23 απεκλείσθη στενώς η πόλις του Μεσολογγίου. Άδηλος ο ακριβής αριθμός των εισβαλόντων εχθρών αλλά διανεμομένων 50,000 σιτηρεσίων εις υπομισθίους, υπελογίζοντο 35,000 οι οπλοφόροι· παρηκολούθουν δε και 3000 σκάπται και εργάται Χριστιανοί. Εκ των οπλοφόρων δε τούτων 2000 κατέλαβαν το Μακρυνόρος· 3000 την Λάσπην, τον Μαχαλάν και τον Καρβασαράν· 3500 την Γουριάν, όπου αι αποθήκαι· 4000 τα κατ' ανατολάς και κατά δυσμάς του Ανατολικού· 2500 τα Σάλωνα και το Πετροχώρι, και 20,000 επολιόρκουν την πόλιν του Μεσολογγίου, όπου διέμενε και ο αρχιστράτηγος· μετεφέροντο δε εν καιρώ ανάγκης και άλλοι άλλοθεν πολεμισταί εις ενίσχυσιν της πολιορκίας και συχνάκις μετεκινούντο εκ των διαφόρων θέσεων. Οι συγκροτούντες δε τον στρατόν τούτον ήσαν Ασιανοί, Ρουμελιώται, Αλβανοί και Γκέγκαι. Τοσαύτη και τοιαύτη ήτον η δύναμις των εχθρών.
Η δε των Ελλήνων εντός των δύο πόλεων, αρξαμένης της πολιορκίας, ήτο περίπου τρισχίλιοι οπλοφόροι υπό τους αρχηγούς Στουρνάρην, Μακρήν, Νότην Μπότσαρην, Τσόγκαν, Δηληγεωργόπουλον, Γιαννάκην Ραζοκότσικαν, Ίσκον, Λιακατάν, Σούκαν και άλλους. Ευρέθη επί της ενάρξεως της πολιορκίας του Μεσολογγίου και διέμεινεν εν αυτώ μέχρι τέλους ιουλίου και ο Νικήτας. Η πόλις ήτον υπερασπίσιμος, και τρόφιμα και πολεμεφόδια ικανά είχε, και τα στρατεύματα ήσαν και εμπειροπόλεμα και πλήρη ζήλου· είχε και την θάλασσαν ανοικτήν και δι' αυτής ελάμβανεν έξωθεν ό,τι εχρειάζετο· ανοικτήν είχε την κοινωνίαν και ο Κιουταχής μετά της Ναυπάκτου και Πατρών και ελάμβανε και αυτός εκείθεν ό,τι εχρειάζετο.
Άμα δε στρατοπεδεύσαντες οι εχθροί ήρχισαν να εργάζωνται έμπροσθεν του προτειχίσματος του Μπότσαρη· επί σκοπώ δε να προφυλάττωνται από των προσβολών των εντός του τείχους ήνοιξαν τάφρον αρχομένην από του καρκινοειδούς προφράγματος, τελευτώσαν εις το κανονοστάσιον του Κυριακούλη και απέχουσαν του τείχους 300 οργυιάς, και την 25 εμβήκαν εις αυτήν και έστησαν άνωθεν σημαίας. Αλλ' η τάφρος δεν εσκάφη όσον έπρεπε βαθεία, διά τούτο τινές αυτών εφονεύθησαν, κανονοβολησάντων των εντός, και πολλοί απεμακρύνθησαν. Την εσπέραν δε της αυτής ημέρας 36 των εν τω Ανατολικώ Σουλιωτών υπό τον Κίτσον Πάσχον και Γιάννην Μπέκαν εξήλθαν προς το μέρος του προφήτου Ηλίου έχοντες βοηθόν και μίαν κανονοφόρον, και ενεδρεύσαντες εφόνευσαν και επλήγωσαν έξ, και απέστειλαν εις Μεσολόγγι μίαν κεφαλήν. Την δε 20 κατασκεύασαν οι Τούρκοι διά νυκτός δύο τετραγωνικάς τάφρους 250 οργυιάς μακράν του τείχους προς το μέρος της κατηδαφισμένης εκκλησίας του αγίου Δημητρίου, επί σκοπώ να προσβάλωσιν εκείθεν το προτείχισμα του Φραγκλίνου, τα πυργώματα του Γουλιέλμου Τέλλου και του Κοτσιούκου και το κανονοστάσιον του Κυριακούλη. Την αυτήν νύκτα κατεσκεύασαν και κανονοστάσιον πολλά πλατείας έχον κανονοθυρίδας επί του εδάφους της άλλης κατηδαφισμένης εκκλησίας του αγίου Αθανασίου, και έν αντιχαράκωμα κατά μέτωπον του καρκινοειδούς προφράγματος. Την ακόλουθον νύκτα ήγειραν καταντικρύ του κανονοστασίου του Ρήγα πρόχωμα όπισθεν της τάφρου. Την 28 μετά μεσημβρίαν έστησαν αντικρύ του μηνοειδούς προφράγματος βομβοβόλον, και έρριψαν κατά πρώτην φοράν πέντε βόμβας, αλλ' ουδεμίαν επροξένησαν ζημίαν. Την νύκτα ήρχισεν εσωτερικός και εξωτερικός κανονοβολισμός διαρκέσας από της β' ώρας μέχρι της η', αλλά και τότε ουδεμίαν βλάβην έπαθαν οι εν τη πόλει. Ο κανονοπόλεμος επανελήφθη και την επιούσαν νύκτα από της β' ώρας μέχρι της στ', αλλ' επίσης και τότε αβλαβής· επανελήφθη και την 30 προ της ανατολής του ηλίου, καθ' ην εχύθη κατά πρώτην φοράν αίμα εντός της πόλεως, σκοτωθέντος ενός και πληγωθέντων πέντε· το εσπέρας ερρίφθησαν έσωθεν και έξωθεν πέντε βόμβαι· εκείνην δε την ημέραν ηυτομόλησεν ο παρά τω εχθρικώ στρατώ Μήτρος Βάγιας και οκτώ στρατιώται.
Μάιος Κανονοβολούντες οι εχθροί την 1 μαΐου έβλαψαν τα πυργώματα του Γουλιέλμου Τέλλου και του Κοτσιούκου. Την αυτήν ημέραν κατεσκεύασαν μεταξύ του προτειχίσματος του Μακρή και του κανονοστασίου του Ρήγα άλλην τετραγωνικήν τάφρον έχουσαν και αυτήν κανονοθυρίδας, την δε νύκτα έρριψαν τέσσαρας βόμβας εις την πόλιν, αντέρριψαν και οι εν τη πόλει πλειοτέρας· μέχρι δε της ημέρας εκείνης οι εχθροί είχαν εις χρήσιν τρία μόνον κανόνια και μίαν 6 δακτύλων βομβοβόλον, ώστε η πυρομαχία ήτον ελαφρά· δεν έπαυαν δε εργαζόμενοι πάσαν νύκτα, και εξημερόνοντο έμπροσθεν του τείχους ποτέ μεν τάφροι, ποτέ δε αντιχαρακώματα, ή προμαχώνες. Εντεύθεν εφαίνετο ότι οι εχθροί ητοιμάζοντο εις στενήν πολιορκίαν, οι δε μετά πολλής φειδούς βομβοβολισμοί και κανονοβολισμοί των εδείκνυαν έλλειψιν εισέτι των εις πυροβολήν αναγκαίων. Την 3 ήρχισαν οι Έλληνες να κατασκευάζωσι μεσότειχα εις προφύλαξιν από των επιρριπτομένων βομβίδων (γρεναδών). Οι δε σημαντικώτεροι των εχθρών μετέφεραν τας σκηνάς των πέραν των ελαιών προς τους πρόποδας των βουνών εις αποφυγήν του ελληνικού πυρός. Εργαζόμενοι οι εχθροί αδιακόπως επροχώρησαν την επαύριον 40 οργυιάς πλησίον του μηνοειδούς προφράγματος διά μέσου τριγώνου τάφρου την νύκτα κατασκευασθείσης· μετά δε την μεσημβρίαν ήρχισε πάλιν ο κανονοβολισμός, καθ' όν εφονεύθη μία γυνή.
Ανοικτός ήτον ο λιμήν του Μεσολογγίου, αλλά συχνάκις εξέπλεαν των Πατρών δύο βρίκια, έν σαμπέκον και έν μίστικoν υπό τον Μαχμούτην και ηνόχλουν τα πλοιάρια των Μεσολογγιτών. Τα πλοία ταύτα εξέπλευσαν και προ ολίγου, υπήγαν μέχρι του Καλάμου εις καταδίωξιν των υπό ελληνικήν σημαίαν πλοιαρίων και επανελθόντα ελλιμένισαν την 4 έμπροσθεν του Μεσολογγίου· αλλά μετ' ολίγας ώρας απεμακρύνθησαν. Την 5 έφερεν ο εχθρός άλλην βομβοβόλον μικροτέραν της πρώτης και άλλο μεγάλον κανόνι· κατεσκεύασε δε και άλλας τριγώνους τάφρους και ήλθε πλησιέστερον του τείχους· κανονοβολών δε την νύκτα της 7 ευστοχώτερον διέρρηξε μέρος του μεγάλου προτειχίσματος· ανήγειρε την αυτήν νύκτα και άλλους προμαχώνας και προχώματα. Την αυτήν νύκτα εξήλθαν ολίγοι Έλληνες εις κατασκόπευσιν του εχθρικού στρατοπέδου, εν οίς και ο Μεσολογγίτης Ρούτσος, όστις εζωγρήθη. Την ακόλουθον ημέραν έβαλαν οι Έλληνες εις χρήσιν άλλο κανονοστάσιον κατασκευασθέν μεταξύ του προτειχίσματος του Φραγκλίνου και του πυργώματος του Γουλιέλμου Τέλλου, ονομάσαντές το Τοκέλ. Την 11 εξημερώθησαν νέα περιταφρεύματα και προμαχώνες πλησιέστερον του τείχους, και οι εχθροί, κανονοβολούντες επιδεξίως το προτείχισμα του Φραγκλίνου, έρριψαν μέρος της κανονοθυρίδος και επλησίασαν εις το τείχος κατ' εκείνο το μέρος εντός 80 οργυιών· κατεσκεύασαν εν τούτοις και οι Έλληνες άλλο κανονοστάσιον επ' ονόματι Νορμάνου μεταξύ του προτειχίσματος του Φραγκλίνου και του πυργώματος του Κοραή. Την νύκτα της 16 οι εχθροί επάτησαν την Πλώσταιναν, νησίδιον μεταξύ Μεσολογγίου και Ανατολικού, και επήραν ίππους. Την αυτήν νύκτα κατεσκευάσθη άλλο περιτάφρευμα εχθρικόν αντικρύ του προτειχίσματος του Φραγκλίνου, όπου διενοείτο ο εχθρός να τοποθετήση τους σκοπούς του. Την 19 προσωρμίσθη εν τω λιμένι του Μεσολογγίου το ελληνικόν πλοίον, ο Λεωνίδας, φέρον τροφάς και πολεμεφόδια. Την επιούσαν νύκτα επάτησαν οι εχθροί ερημονήσιόν τι, και επήραν τα εκεί βόσκοντα πρόβατα φονεύσαντες τους φυλάσσοντας αυτά δύο ποιμένας, επροχώρησαν δ' εκείθεν και προς την Κλείσοβαν· άλλα δύο ελληνικά πλοιάρια παρευρεθέντα τους απεδίωξαν. Την δε 21 κανονοβολούντες έρριψαν κάτω μέρος του προτειχίσματος του Μπότσαρη· αλλ' οι Έλληνες κατεσκεύασαν διά νυκτός έσωθεν άλλο περίφραγμα και παρεγέμισαν και το πεσόν μέρος. Κατ' εκείνην την περίστασιν εχθρική σφαίρα κατέθραυσε την κεφαλήν του αρχιπυροβολιστού του προτειχίσματος και χρηστού πολίτου Δημήτρη Σιδερή. Την αυτήν ημέραν εξέπλευσαν πάλιν των Πατρών τα τέσσαρα εχθρικά πλοία και εφάνησαν προς τα παράλια του Μεσολογγίου. Ανήχθη και ο Λεωνίδας, αλλά δεν εναυμάχησαν επικρατούσης γαλήνης. Την 23 κατεσκεύασεν ο εχθρός αντικρύ του προτειχίσματος του Φραγκλίνου έτερον περιτάφρευμα 15 οργυιάς μόλις απέχον του τείχους. Την αυτήν ημέραν εξημερώθησαν πάλιν πλησίον του λιμένος τα εχθρικά πλοία. Επέπλευσεν ο Λεωνίδας, και τα ηνάγκασε να μεταπλεύσωσι προς την αντικρύ πελοποννησιακήν παραλίαν· εναυμάχησαν και την επαύριον, και τόσον εβλάφθησαν τα εχθρικά, ώστε ηναγκάσθησαν να επαναπλεύσωσιν εις Πάτρας και να μη εκπλεύσωσι πλέον. Την δε 25 τα κανόνια των εχθρών επετροβόλουν δι' έλλειψιν σφαιρών· μέχρι δε της ημέρας εκείνης οι εχθροί είχαν εν χρήσει οκτώ κανόνια και πέντε βομβοβόλους. Την δε 28 κατεσκευάσθη νέον εχθρικόν κανονοστάσιον αντικρύ του κανονοστασίου του Νορμάννου απέχον 80 οργυιάς. Την αυτήν ημέραν ελλιμένισεν έξωθεν του Μεσολογγίου η αγγλική κορβέττα, Ρόδον. Την δε επαύριον εχάρησαν χαράν μεγάλην οι εν τη πόλει ιδόντες επτά ελληνικά πλοία υπό τον Γεώργην Νέγκαν εντολήν έχοντα να επαναλάβη την πολιορκίαν του κορινθιακού κόλπου. Την αυτήν ημέραν επεσκέφθη ο πλοίαρχος της αγγλικής κορβέττας Άββοτος το τείχος και υπεδέχθη φιλικώς και εντίμως. Την 31 εξήλθαν 20 έλληνες εις σύλληψιν ταύρων πλησίον του ανατολικού μέρους του τείχους, αλλ' επανήλθαν άπρακτοι.
Ιούνιος Την δε 3 Ιουνίου εώρτασαν την ναυμαχίαν του Καφηρέως, και την επαύριον απετελείωσαν νέον κανονοστάσιον επί της δυτικής πλευράς του τείχους επ' ονόματι του Μιαούλη· την αυτήν ημέραν απετελείωσαν και οι εχθροί άλλο, 200 οργυιάς απέχον του κανονοστασίου του Ρήγα.
Την νύκτα δε της 6 ανεκάλυψαν το υδραγωγείον και το έκοψαν· αλλ' οι εν τη πόλει ανεπλήρωσαν την έλλειψιν του ρέοντος νερού ανοίξαντες πολλά πηγάδια ολιγοβαθή αναβλύζοντα πόσιμον νερόν. Την δε 7 περί την δύσιν του ηλίου έπεσεν εχθρική βομβίς εις το κανονοστάσιον του Νορμάννου, διήλθε την κανονοθυρίδα, εξήψε το επικείμενον κανόνι, και έπεσαν τα πέριξ της κανονοθυρίδος. Την 8 δύο ώρας μετά το μεσονύκτιον ηκούσθησαν πατήματα επί του ρηχού παραθαλασσίου προς το δυτικόν μέρος του τείχους, και οι φυλάσσοντες τα κανονοστάσια του Κυριακούλη και του Σαχτούρη έδραξαν τα όπλα· 300 Τούρκοι πεζοί, πεσόντες εις την θάλασσαν, ήρχοντο προς τα ρηθέντα κανονοστάσια, αλλά φθάσαντες εντός βολής τουφεκίου ανενόχλητοι, τόσον επιδεξίως προσεβλήθησαν και υπό των κανονοστασίων και υπό της επί του νησιδίου της Μαρμαρούς φρουράς, ώστε έστρεψαν τα νώτα κακώς έχοντες. Πρωίας δε γενομένης, εξήλθαν τινες των επί των κανονοστασίων του Κυριακούλη και του Σαχτούρη εις την αντικρύ του νησιδίου ξηράν, και ηύραν όπλα και άλλα είδη ριφθέντα κατά γης υπό των εχθρών επί της φυγής των. Την ημέραν εκείνην ήλθαν εις την πόλιν ο αρχιπυροβολιστής Στιλτσιμβέργης καί τινες άλλοι φιλέλληνες· ήλθαν συγχρόνως μετά τινων οπαδών και ο Αλεξάκης Βλαχόπουλος, ο Μήτσος Κοντογιάννης και ο Γιαννάκης Ράγκος· ήλθε την επαύριον και ο Λάμπρος Βέικος. Οι δε εχθροί, σκοπεύοντες να εμποδίσωσιν εις το εξής πάσαν εκδρομήν των φυλασσόντων την Μαρμαρούν και το κανονοστάσιον του Κυριακούλη, ανήγειραν την 17 αντικρύ αυτών κανονοστάσιον.
Ενισχυθέντες δε οι της φρουράς υπό των έξωθεν εισελθόντων μαχητών, απεφάσισαν να πέσωσιν εις το εχθρικόν στρατόπεδον· και ανάψαντες υπόνομον, πρό τινων ημερών υποσκαφείσαν μέχρι των εμπροσθινών του εχθρού οχυρωμάτων, εξώρμησαν την 20 και εκ του κέντρου και εκ των δύο πλευρών ταυτοχρόνως, μυδροβολούντων αδιακόπως των κανονίων· εκατόν εκ των φυλασσόντων τα χαρακώματα εκείνα εχθρών εφονεύθησαν, πέντε εζωγρήθησαν, οι λοιποί διεσκορπίσθησαν, επτά σημαίαι ηρπάγησαν και πολλά όπλα και σκεύη ελαφυραγωγήθησαν· εφονεύθησαν και τρεις Έλληνες και επληγώθησαν ακινδύνως τέσσαρες.
Και μέχρι μεν της ώρας εκείνης το ελικοειδές και λαβυρινθώδες σχήμα των εργασιών απέκρυπτε προς ποίον μέρος του τείχους εμελέτων να ορμήσωσιν οι εχθροί εν καιρώ· αλλ' έκτοτε εφάνησαν διευθύνοντες κυρίως τας εργασίας των προς το μέτωπον, το μεταξύ του κανονοστασίου του Ρήγα και του προτειχίσματος του Φραγκλίνου· διά τούτο ησχολούντο και οι Έλληνες εις ενδυνάμωσιν αυτού. Οι εχθροί συσσωρεύσαντες εν διαστήματι πολλών ημερών προς εκείνο το μέρος χώματα, τα εκύλισαν τόσον πλησίον του χείλους της τάφρου, ώστε και εντεύθεν έτι μάλλον εφάνη, και έκ τινων αυτομόλων εβεβαιώθη, ότι ο εχθρός εμελέτα να χώση δι' αυτών το μέρος εκείνο της τάφρου επί σκοπώ εφόδου. Την ακόλουθον ημέραν ήλθαν εις ενδυνάμωσιν της φρουράς εκ Πελοποννήσου ο Κίτσος και ο Γεώργης Βάγιας· συνεπληρώθη δε ο αριθμός των εντός της πόλεως οπλοφόρων, λήγοντος του ιουνίου, εις 4500. Ο δε Κιουταχής εκανονοβόλει και εβομβοβόλει καθ' ημέραν εκ διάλειμμάτων, αλλ' ουδέν άξιον λόγου εδύνατο να επιχειρήση διά την σπάνιν των εις πολιορκίαν και έφοδον αναγκαίων· θα ευπόρει δε τούτων μετά την άφιξιν του βυζαντινού στόλου. Ολίγην βλάβην επροξένησαν αι εξ αρχής της πολιορκίας μέχρι τέλους του Ιουνίου ριφθείσαι εις την πόλιν σφαίραι και βόμβαι· 40 μόλις ήσαν οι φονευθέντες και άλλοι τόσοι σχεδόν οι πληγωθέντες· έπαθαν δε τόσον ολίγοι, διότι αι βόμβαι, πίπτουσαι επί της απαλής γης της πόλεως, σπανίως έσπων· βαρυτέραν ζημίαν υπέφεραν οι Τούρκοι, και μόνη η ελληνική εφόρμησις της 20 έφθειρε και έβλαψεν υπερδιπλασίους. Αλλ' οι παθόντες υπέρ τους άλλους ήσαν οι δυστυχείς ταφρωρύχοι Χριστιανοί ως μάλλον των άλλων εκτεθειμένοι, αν και οι πολιοφύλακες επροσπάθουν όσον εδύναντο διά το ομογενές και ομόθρησκον να μη τούς βλάπτωσιν.
Ο δε βυζαντινός στόλος κατέπλευσεν, ως προείπαμεν, εις Σούδαν, όπου προκατέπλευσε και ο αιγύπτιος. Μαθόντες δε οι αρχηγοί των εν τω λιμένι της Μήλου ελληνικών μοιρών παρά του εις κατασκοπήν σταλέντος Ζάκα, ότι όλα τα εχθρικά πλοία έκειντο συσσωρευμένα όπισθεν του φρουρίου της Σούδας ατάκτως και απροφυλάκτως, βουλήν έβαλαν να τα καύσωσιν εντός του λιμένος, και επί τω σκοπώ τούτω απέπλευσαν την 29 μαΐου αι δύο ελληνικαί μοίραι. Συνέπλεε δε και ο συναγωνιστής των Ελλήνων Άγγλος, Ιάκωβος Εμερσών. Την εσπέραν της 31 έφθασαν αι δύο μοίραι έξωθεν της Σούδας, όπου απήντησαν, δεκαπέντε εχθρικάς προφυλακίδας, τας προσέβαλαν και τας ηνάγκασαν να καταφύγωσιν εις τον λιμένα· αλλ' ηύραν τα εχθρικά πλοία εν τάξει εις τεσσάρας μοίρας διηρημένα, εξ ών η μία εσάλευεν επί της άκρας του λιμένος του έσωθεν του φρουρίου, αι δύο επί της άκρας και της άλλης εισόδου του νησιδίου δεξιόθεν και αριστερόθεν, η δε τετάρτη εν τω έξωθεν του νησιδίου λιμένι. Ηπόρησαν οι Έλληνες ιδόντες απροσδοκήτως την τάξιν και μετατόπισιν των εχθρικών πλοίων, και την απέδωκαν εις την εξής μυστηριώδη αιτίαν.
Καθ' όν καιρόν κατέπλευσεν ο ελληνικός στόλος εις Μήλον ευρέθη εκεί η γαλλική γολέττα, Αμάραντος. Ο πλοίαρχος αυτής, επισκεφθείς τον ναύαρχον Μιαούλην, τω είπεν ότι ηγκυροβόλησεν εις ύδρευσιν και ότι εσκόπευε να πλεύση εις Ύδραν ή Ναύπλιον. Ανήχθη, τω όντι, η γολέττα καθ' ήν ημέραν ανήχθη και ο ελληνικός στόλος, αλλ' ευρέθη παρά πάσαν προσδοκίαν, εντός του λιμένος της Σούδας ότε έφθασαν εκεί οι Έλληνες. Εντεύθεν εδόθη αφορμή σφοδράς υποψίας, ότι ο πλοίαρχός της, ανακαλύψας τα σχέδια του ελληνικού στόλου, έσπευσε να τα κοινώση τω καπητάμπασα. Έγεινε δε περί τούτου πολύς λόγος εν Ελλάδι· ένοχον εθεώρησε τον πλοίαρχον και η κυβέρνησις, ήτις, ομολογούσα πάντοτε την προς το γαλλικόν έθνος ευγνωμοσύνην της, παρεκάλεσε την ουδετέραν κυβέρνησιν του να εμποδίση εις το εξής τας τοιαύτας παρεκτροπάς (γ).
Οι δ' Έλληνες, αν και ηύραν τον εχθρόν παρεσκευασμένον, εισήλθαν, την 2 Ιουνίου εις τον έξω λιμένα της Σούδας, όπου ήσαν 40 πλοία και, εναυμάχησαν· διαρκούσης δε, της ναυμαχίας, έρριψαν τρία πυρπολικά το έν κατόπιν του άλλου, εις μίαν και την αυτήν κορβέτταν, και το μεν πρώτον απέτυχε, τα δε άλλα δύο εκόλλησαν και την έκχυσαν· έρριψε μετ' ολίγον και ο Πολίτης το πυρπολικόν του, εις άλλην υπό το φρούριον κειμένην και απέτυχεν. Εν ώ δε οι εις το εφόλκιον εμβάντες πυρποληταί ηγωνίζοντο να εκπλεύσωσι, 30 εχθρικαί λέμβοι επέπεσαν και το εκύκλωσαν. Αλλά χάρις εις την ανδρίαν και εμπειρίαν του Πολίτη μία αυτών εβυθίσθη, αι άλλαι απεμακρύνθησαν, και όλοι οι συν αυτώ απέφυγαν τον κίνδυνον και εσώθησαν υπό των εν τω πλοίω του Σαχίνη, εκτεθέντων χάριν αυτών υπό το άσβεστον πυρ του φρουρίου. Μετά δε το συμβάν τούτο τα μεν εχθρικά πλοία έπλευσαν εις τον ενδότερον λιμένα, τα δε ελληνικά προς το ακρωτήριον Μελάχι, όπου διέμειναν όλην την νύκτα. Η δε καείσα κορβέττα είχεν 24 κανόνια και 200 ναύτας, εξ ών τρεις μόνοι εσώθησαν, οι δε λοιποί, οι μεν επνίγησαν ή εκάησαν, οι δε επί των κυμάτων εφονεύθησαν. Εφονεύθησαν και Έλληνες, και άλλοι τόσοι σχεδόν επληγώθησαν. Την επαύριον επανήλθαν τα εχθρικά εις τον έξω της Σούδας λιμένα· αλλ' ιδόντα τα ελληνικά πάλιν εφορμούντα εισέπλευσαν μετά μικρόν κανονοβολισμόν, καθ' όν έπεσεν εις την ξηράν έν εχθρικόν βρίκι. Την ακόλουθον ημέραν και την εφεξής έπνευσεν άνεμος τόσω σφοδρός, ώστε τα ελληνικά διεσκορπίσθησαν, και μόλις την 9 συνήλθαν, 18 εις Βάτικα υπό τον Μιαούλην. Την δε 12 άναψεν αίφνης η πυριτοθήκη του υπό τον Θανάσην Κριεζήν Υδραίον πλοίου, εκάη το πλοίον, και απωλέσθησαν ο πλοίαρχος, ο αδελφός του και 62 ναύται, ό εστιν όλοι οι εν αυτώ παρά δύο πεσόντας εις την θάλασσαν. Είς δε των διασωθέντων τούτων ανέφερεν, ότι ο πλοίαρχος είχεν ως υπηρέτην του νεανίαν τινα Τούρκον, όστις, αγανακτήσας διότι ερραπίσθη την ημέραν εκείνην ως παρήκοος, έρριψε πυρ εις την πυριτοθήκην. Η είδησις του συμβάντος τούτου έφθασεν εις Ύδραν την 13. Εξεμάνη το πλήθος, διότι πολλοί απώλεσαν συγγενείς και φίλους, ήνοιξαν τας εν τω μοναστηρίω φυλακάς όπου εφυλάττοντο οι νεωστί εν Σύρα συλληφθέντες Τούρκοι, και ως αν ήσαν εκείνοι ένοχοι, εσφάγησαν όλοι, μη δυνηθέντων των προκρίτων και των φρονίμων να εμποδίσωσι την απάνθρωπον και ανόσιον ταύτην πράξιν. Ανεπαρκούς δε φανέντος του αριθμού των εν φυλακαίς, συνήθροισεν ο λαός εις τον τόπον της σφαγής όσους άλλους αιχμαλώτους ηύρεν εις υπηρεσίαν οικιών ή πλοίων· διακοσίους δυστυχείς έσφαξεν εν αυτή τη περιπτώσει, δηλαδή όλους όσους είχεν υποχειρίους του· έκρυψε δε ολίγους η φιλανθρωπία τινών και τους παρέδωκε μετ' ολίγον εις αγγλικόν πλοίον σταλέν επί σωτηρία αυτών υπό του Χαμιλτώνος. Φοβηθέντες και οι πρόκριτοι των Σπετσών μη συμβή τοιούτον τι και εν τη νήσω των, παρέδωκαν και ούτοι αυθόρμητοι εις το αυτό πλοίον όλους τους εν αυτή αιχμαλώτους. Κατακρίνοντες, εν δικαία αγανακτήσει τας οχλικάς αθεμιτουργίας, οφείλομεν να σημειώσωμεν, ότι επαλγούσα η ελληνική κυβέρνησις επροσπάθει πάντοτε να διαθέση το κοινόν επί φιλανθρωπώτερον προς τους αιχμαλώτους όχι μόνον διά διαταγών και νουθεσιών, αλλά και δι' αξιοζήλων παραδειγμάτων, διότι τους μεν των αιχμαλώτων Αράβων έδιδεν ως υπηρέτας, τους δε ησχόλει εις εργασίας ανέτους, επιτρέπουσα να καταγίνωνται και εις στρατιωτικάς εξασκήσεις προς διάχυσιν του κοινού· αλλ' οι εν τοις μεσσηνιακοίς φρουρίοις Αιγύπτιοι, επιδοκιμάζοντας του Ιβραήμη, άλλως πως επολιτεύοντο προς τους αιχμαλώτους, και τους μεν ωνητούς νέους και νέας εδημοπράτουν πληθούσης αγοράς ως κτήνη, τους δε λοιπούς, εξαιρουμένων των επί ανταλλαγή ή εξαγορά κρατουμένων, κατείχαν σιδηροδεσμίους, καθ' ημέραν υπό μάστιγα εργοδιωκτών κοπιώντας και εν σκοτεινοίς και καθύγροις υπογείοις νυκτικήν άνεσιν ζητούντας, έως ου, αποκομιζόμενοι εις Αίγυπτον, ερρίπτοντο επί ζωής εις τα κάτεργα.
Ο δε εν Κρήτη εχθρικός στόλος παρέλαβε τετρακισχιλίους πεζούς, εξακοσίους ιππείς και χιλίους διακόσιους σκάπτας και εργάτας, και ανήχθη την 13 προς αποβίβασιν αυτών εις Νεόκαστρον· συνίστατο δε εις 80 πλοία διαφόρου μεγέθους βυζαντινά, αιγύπτια και αλγερινά. Ανήχθησαν την αυτήν ημέραν και τα 18 ελληνικά και εξημερώθησαν την επιούσαν έξωθεν του Μαλέα· ιδόντα δε τον εχθρόν προχωρούντα ητοιμάσθησαν εις πόλεμον, αν και τόσον ολίγα, προς τόσον πολλά, εναυμάχησαν το δειλινόν, και εβλάφθησαν. Ώρμησεν ο πυρπολητής Μπουντούρης εις μίαν εχθρικήν κορβέτταν, αλλ' άναψεν αίφνης η εν τω εφολκίω του πυρίτις, και εκάησαν όλοι οι ναύται· έφερε και ο Ματρόζος το πυρπολικόν του πλησίον άλλου εχθρικού πλοίου· αλλ', εν ώ εβάστα το φυτίλιον παραφυλάττων την αρμοδίαν ώραν να το ανάψη, ετουφεκίσθη επί του μετώπου και έπεσεν επί του καταστρώματος νεκρός, έπεσε και το φυτίλιον από των νεκρωθεισών χειρών του εις την επί του καταστρώματος πυρίτιδα, και εκάη εις μάτην το πυρπολικόν. Εβλάφθησαν και πολεμικά πλοία των Ελλήνων, και υπέρ παν άλλο το του Σαχίνη, και ολίγον έλειψε να πέση και το μεσαίον κατάρτιόν του. Το εσπέρας έπαυσεν η ναυμαχία, και τα μεν ελληνικά, μη έχοντα άλλα πυρπολικά, κυρίαν δύναμιν του ελληνικού στόλου, έπλευσαν εις Κύθηρα, ο δε εχθρικός στόλος κατευωδώθη αβλαβής εις Νεόκαστρον και απεβίβασε τα στρατεύματα. Μετά δε την απόβασιν, 55 πλοία, εν οίς και 8 φρεγάται, ανήχθησαν, και την 28 εφάνησαν έξωθεν του Μεσολογγίου και ηνάγκασαν τα αποκλείοντα τον κόλπον των Πατρών ελληνικά να πλεύσωσιν εις τα ίδια. Ο εχθρικός στόλος ενίσχυσε την πολιορκίαν, αποβιβάσας εις το τουρκικόν στρατόπεδον αφθόνους τροφάς, παντός είδους πολεμεφόδια και τριακοσίους άξιους ναυμάχους μαυροθαλασσίτας. Οι πολιορκούμενοι δεν απεθαρρύνθησαν, αλλά, καθ' ήν ημέραν εφάνη ο στόλος έξωθεν του Μεσολογγίου, έβαλαν πυρ εις μικράν υπόνομον, και παραφυλάττοντες την στιγμήν καθ' ήν οι Τούρκοι, ακούσαντες την έκρηξιν, ετινάσσοντο εκτός των οχυρωμάτων, τους ετουφέκισαν, τους εμυδροβόλησαν και εσκότωσαν ικανούς. Ο δε Κιουταχής, λυσσών διά το πάθημα τούτο, εκανονοβόλησε και αυτός και εβομβοβόλησε την πόλιν υπέρ το σύνηθες αφ' εσπέρας μέχρι του μεσονυκτίου.
Μετά δε τον κατάπλουν του εχθρικού στόλου, η πολιορκία έλαβε σοβαρώτερον χαρακτήρα. Πολιορκηταί και πολιορκούμενοι εδιπλασίασαν τας συνήθεις εργασίας των, οι μεν εις έφοδον οι δε εις ματαίωσιν αυτής. Ύψωσεν ο εχθρός απέναντι της ανατολικής πλευράς του τείχους κανονοστάσιον, το ώπλισε διά κανονίων 80 λιτρών, και μετ' ολίγας ημέρας επροχώρησε πλησιέστερον του τείχους όπου έκειτο τα προτείχισμα του Φραγκλίνου· ο δε ανυψούμενος όχθος των χωμάτων εκυλίσθη εντός δέκα οργυιών, και ήρχισεν ο εχθρός να ρίπτη χώμα και κλάδους ελαιών εις την πρόταφρον αριστερόθεν του όχθου· δεν ειργάσθησαν δε ολιγώτερον και οι εντός του τείχους εις υπεράσπισιν, εγείραντες νέον κανονοστάσιον, όθεν ρίπτοντες εις το παραπέτασμα των πλησιεστέρων εχθρικών χαρακωμάτων της εμπροσθινής γραμμής πεπυρωμένας σφαίρας και μύδρους κατέστρεψαν αυτό, διεσκόρπισαν και έκαυσαν τους φρακτήρας, και ηνάγκασαν τον εχθρόν να οπισθοδρομήση εις την δευτέραν των χαρακωμάτων του παράλληλον. Το κανονοστάσιον τούτο δι' α κατωρθώθησαν δι' αυτού επωνομάσθη «ο - Κ ε ρ α υ ν ο φ ό ρ ο ς».
Ιούλιος Οι δε εχθροί, ετοιμαζόμενοι εις την έφοδον και προθέμενοι να χώσωσι προς τοις άλλοις και την έμπροσθεν του προτειχίσματος του Μπότσαρη τάφρον, ανέτρεψαν το δειλινόν της 2 ιουλίου δι' υπονόμου το αντικρύ του προτειχίσματος έδαφος, και έπεσεν εις την τάφρον εξ αιτίας της ανατροπής ταύτης πολλή ύλη. Την έκρηξιν ταύτην παρηκολούθησαν πολεμικαί κραυγαί και βαρύς πυροβολισμός έσωθεν και έξωθεν ως αν επρόκειτο έφοδος, και μετά τον πυροβολισμόν ήρχισε πετροπόλεμος, πετροβολούντων και αυτών των εν τη πόλει παιδίων.
Πολεμούντες οι Τούρκοι την πόλιν διά ξηράς, επεχείρησαν, ελθόντος του στόλου, να την πολεμήσωσι και διά θαλάσσης. Εκτός του εις την λίμνην του Μεσολογγίου συνήθους είσπλου διά του Βασιλαδίου, υπάρχει ρηχότερός τις και ασυνήθης κατά τον Προσπάνιστον, νησίδιον δυτικώτερον κείμενον του Βασιλαδίου. Οι Τούρκοι, αφ' ού δις και τρις επειράθησαν να κυριεύσωσι το Βασιλάδι και απέτυχαν, αφ' ού απεκρούσθησαν επίσης κινηθέντες εις κυρίευσιν του Προκοπανίστου, όπου εστάθμευεν ελληνική φρουρά, απεβίβασαν εργάτας και ύλας χρησίμους εις κατασκευήν κανονοστασίου επί του νησιδίου Αϊ-σώστη (αγίου Σώζοντος) μεταξύ Βασιλαδίου και Προκοπανίστου, και δύο ώρας και τέταρτον απέχοντος της πόλεως· άραντες δ' επί των ώμων την 8 ελαφρά πλοιάρια και θαλασσοβατούντες, τα μετέφεραν διά του κ ό μ μ α τ ο ς του Βασιλαδίου εις την λίμνην. Ανόχυροι και απρομήθευτοι οι επί του Προκοπανίστου και φοβηθέντες μη διά της εισκομιδής των εχθρικών τούτων πλοιαρίων διακοπή η κοινωνία αυτών και των εν τη πόλει, όθεν ελάμβαναν τα προς το ζην, έφυγαν αυθημερόν, και οι εχθροί κυριεύσαντες την θέσιν εισεβίβασαν διά του κατ' εκείνο το μέρος είσπλου άλλα ογκωδέστερα πλοιάρια, εν οίς και σαλούπας και μίστικα. Ηριθμούντο δε όλα τα εντός της λίμνης εχθρικά πλοιάρια 36 ένοπλα, εν οίς καί τινα φέροντα βομβοβόλους· ήσαν δε υπό την οδηγίαν του Μαχμούτη. Ιδόντες οι εν τη πόλει, ότι η λίμνη επατήθη, κατεσκεύασαν εν τάχει επί διαφόρων μερών της πόλεως προς την θάλασσαν 7 κανονοστάσια, και έβαλαν εις κίνησιν και 6 κανονοφόρα πλοιάρια, άτινα δις και τρις εναυμάχησαν, αν και δυσανάλογος ο αριθμός των. Αφ' ού δε έζωσαν οι Τούρκοι την πόλιν διά ξηράς και θαλάσσης, έστειλαν προς τους πολιορκουμένους πρεσβευτάς, εν οίς και τον Ταχήρ-Αμπάζην, λέγοντας, ότι επειδή τα πάντα ήσαν έτοιμα εις έφοδον, και η άλωσις της πόλεως και η καταστροφή των εν αυτή βεβαία, ωρμήθησαν υπό της παλαιάς προς αυτούς φιλίας και έπεισαν τον αρχιστράτηγον να κλίνη εις συμβιβασμόν, ελπίζοντες ότι και ούτοι, λυπούμενοι τουλάχιστον τα εν τη πόλει, αδύνατα μέλη, δεν θα εκώφευαν· τοις επρόβαλαν, δε αισχρούς όρους· αλλ' οι πολιουρκούμενοι απορρίψαντές τους εξ ενός στόματος άνευ ουδεμιάς συζητήσεως αντεπρόβαλαν «πόλεμον». Μετά δύο ημέρας επανέλαβεν ο αρχηγός του εχθρικού στολίσκου την περί συμβιβασμού πρότασιν· «Ο μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων συμβιβασμός», απεκρίθη και τότε η φρουρά, «είναι τα όπλα».
Οι Τούρκοι, αφ' ού δις απέτυχαν, απεφάσισαν να εφορμήσωσιν. Είχαν ήδη χώσει την έμπροσθεν του προτειχίσματος του Μπότσαρη τάφρον, υφ' ήν προετοιμάσαντες υπόνομον την άναψαν την 16 μετά μεσημβρίαν. Εσείσθη το έδαφος, εξήλθε καταχθόνιος βοή, και διερράγη το προτείχισμα του Μπότσαρη. Τούτου γενομένου, ώρμησαν οι Τούρκοι πολλαχόθεν εις το τείχος αλαλάζοντες, εισεπήδησαν διά της διαρραγής και έστησαν επί του τείχους σημαίας. Ακλόνητοι οι φυλάσσοντες την θέσιν εκείνην Έλληνες αντεστάθησαν γενναίως, τους αντέκρουσαν, έρριψαν τας σημαίας των, εσυσσώρευσαν πολλούς εξ αυτών νεκρούς, και έκλεισαν εκ του προχείρου την διαρραγήν διά στρωμάτων και προσκεφαλαίων. Διακόσιοι εχθροί εφονεύθησαν επί της εφόδου ταύτης, και όχι ολιγώτεροι επληγώθησαν. Εφονεύθησαν και 5 Έλληνες, εξ ών οι 3 ήσαν εργάται σκάπτοντες εις εύρεσιν της εχθρικής υπονόμου και πλακωθέντες επί της ανατροπής. Επληγώθησαν δε και ο Γιώτης Γκιώνης και ο Δήμος Ρινιάσας, όστις και απέθανε μετ' ολίγας ημέρας. Οι Τούρκοι, μη δειλιάσαντες διά την αποτυχίαν και φθοράν των, εφώρμησαν την επιούσαν επί το αυτό μέρος, και έστησαν ως και την προτεραίαν σημαίας, αλλά και τότε αντεκρούσθησαν και έπαθαν· έβαλαν πυρ εις τα στρώματα και προσκεφάλαια θέλοντες να ανοίξωσι την δι' αυτών εκ του προχείρου κλεισθείσαν διαρραγήν, αλλ' ουδέ και κατά τούτο ευδοκίμησαν, διότι οι Έλληνες έσβεσαν αμέσως την φλόγα ρίψαντες χώμα και νερόν. Εφονεύθη δε την ημέραν εκείνην ο στρατηγός Γιάννης Σούκας. Ηττηθείς ο Κιουταχής, δις επρόβαλε την 18 εκ νέου συνθήκην υπό μετριωτέρους όρους. Επανάλαβε την πρότασίν του και την εφεξής περιορίσας τας απαιτήσεις του εις μόνην την παράδοσιν της πόλεως· και επειδή οι Έλληνες ανέβαλαν την απάντησιν εις την αύριον, υπέλαβεν ότι συγκατετίθεντο, και τοις έγραψε περί το μεσονύκτιον να τω παραδώσωσιν επί του παρόντος δύο κανονοστάσια και μίαν των πυλών, έως ου υπογραφώσιν αι συνθήκαι· αλλ' εις απάντησιν ήκουσεν ότι ούτε το Μεσολόγγι διά συνθήκης απεκτάτο, ούτε κανονοστάσια και πύλαι αναιμωτί εκυριεύοντο· τη συγκαταθέσει δε της φρουράς απέστειλε και ο Λάμπρος Βέικος προς τον Ταχήρ-Αμπάζην, συμβουλεύοντα φιλικώς την παράδοσίν των, επιστολήν λέγουσαν, ότι και ο Θεός θα τους ωργίζετο, και ο κόσμος όλος θα τους κατέκρινε, και αυτός ως φίλος των θα τους εμέμφετο, αν παρέδιδαν φρούριον εφωδιασμένον παντός αναγκαίου· τον παρεκίνει δε να είπη προς τον αρχιστράτηγόν του, ότι το Μεσολόγγι δεν εκυριεύετο ειμή διά ξίφους, και τω έστειλε και ποτά εις χρήσιν των σημαιοφόρων επί της εφορμής. Ωργίσθησαν οι Τούρκοι λαβόντες την απάντησιν της φρουράς και την επιστολήν του Λάμπρου· αλλ' αφ’ ού είδαν και τα εις έφοδον ποτά, εξεμάνησαν ως χλευαζόμενοι, και επυροβόλησαν διά ξηράς και διά θαλάσσης όσον ουδέποτε. Περί δε το δειλινόν ήρχισαν να φέρωσι πολλάς κλίμακας εις τας προφυλακάς των και εφαίνοντο προετοιμαζόμενοι εις έφοδον. Εγρηγόρησεν εύθυμος όλην την νύκτα η φρουρά· καθ' ήν δε ώραν ήρχισε να φέγγη, οι επί των προτειχισμάτων του Φραγκλίνου, του Μπότσαρη και του Μακρή, και οι επί του καρκινοειδούς προφράγματος είδαν τους εχθρούς κινουμένους και εις έφοδον προπαρασκευαζομένους, και ητοιμάσθησαν, ηχούσης της σάλπιγγος το πολεμιστήριον. Αφ' ού δε εξημέρωσεν, οι υπό το προτείχισμα του Φραγκλίνου εχθροί έβαλαν πυρ εις προετοιμασθείσαν υπόνομον, και μετά την εκπυρσοκρότησιν ανέβησαν αλαλάζοντες οι σημαιοφόροι, οι μεν επί του προτειχίσματος εκείνου, οι δε επί των του Μπότσαρη και του Μακρή και του καρκινοειδούς προφράγματος και έστησαν τας σημαίας των. Η θέα τόσων εχθρικών σημαιών επί του τείχους εδείκνυεν ότι η πόλις εκυριεύθη, και δεν ηκούετο καθ' όλην την γραμμήν του περιτειχίσματος έσωθεν και έξωθεν ειμή βαρύς κανονοβολισμός, βομβοβολισμός και τουφεκισμός.
Μετά δε την ανύψωσιν των σημαιών ηγωνίζοντο οι εχθροί να κρατήσωσι τας θέσεις εφ' ών τας ανύψωσαν. Αλλ' οι Έλληνες, οι υποπτεύοντες το γεγονός και ανεγείραντες έσωθεν άλλους αντιπρομαχώνας, επολέμησαν καρτερικώτατα όπισθεν αυτών και άνωθεν του τείχους εκ των πλαγίων των κινδυνευόντων μερών· δύο ήμισυ ώρας η μάχη εφαίνετο αμφιρρεπής, αλλ' επί τέλους οι εχθροί ενέδωκαν, και αι επί του τείχους υψωθείσαι σημαίαι ηφανίσθησαν. Πεντακόσια εχθρικά πτώματα ερρίφθησαν εις την τάφρον και αλλού, γόοι των πληγωθέντων και αποθνησκόντων εν τω εχθρικώ στρατοπέδω ηκούοντο, και άφωνα έμειναν δι' όλης εκείνης της ημέρας όλα τα κανονοστάσια του εχθρού και ακίνητα όλα τα στρατεύματά του. Ο δε Κιουταχής, γενόμενος έξω φρενών διά την αποτυχίαν του, απεκεφάλισε την αυτήν ημέραν τον Ρούτσον καί τινας άλλους αιχμαλώτους μηδέν πταίσαντας.
Εν ώ δε διήρκει η κατά ξηράν μάχη, ώρμησεν ο εχθρικός στολίσκος κατά της πόλεως· προπορεύετο δε αυτού πλοιάριον καιόμενον και καπνίζον ίνα προχωρή ο στολίσκος προς την πόλιν υπό τον καπνόν αόρατος. Αλλ' ο καπνός ήτον ολίγος, τα δε πλοιάρια πολλά, ώστε δεν απεκρύβησαν και ηναγκάσθησαν υπό του πυροβολισμού των παραθαλασσίων κανονοστασίων ν' απομακρυνθώσι της πόλεως, αφ' ού επλησίασαν εντός δέκα οργυιών. Είκοσιν εφονεύθησαν και επληγώθησαν εκ της φρουράς την ημέραν εκείνην.
Και κατ' αυτήν και κατ' άλλας προτέρας περιστάσεις απέδειξεν η φρουρά ότι ούτε τον αριθμόν ούτε την ανδρίαν των εχθρών εφοβείτο· εφοβείτο μόνον την έλλειψιν των αναγκαίων· η έλλειψις δε υπήρχε και δεν εθεραπεύετο ειμή διά θαλάσσης. Καλή τύχη την τρίτην ημέραν της περί ης ο λόγος νίκης 40 πλοία υπό τον Μιαούλην, τον Σαχτούρην, τον Κόλανδρούτσον και τον Αποστόλη εφάνησαν έξωθεν του Μεσολογγίου· τέσσαρα δε μικρά τουρκικά εν τω λιμένι, άμα ιδόντα την ελληνικήν προφυλακήν, ανήχθησαν και έτρεξαν προς τον Κορινθιακόν κόλπον· έτρεξε κατόπιν των και η ελληνική προφυλακή· δύο εκ των τεσσάρων επρόφθασαν και εφυλάχθησαν υπό την Ναύπακτον, το τρίτον απέφυγε και αυτό τον κίνδυνον, αλλά το τέταρτον, εγγύς να πέση εις χείρας των εχθρών του, ερρίφθη επί της ξηράς· οι δε εν αυτώ, εμβάντες εις τας λέμβους των, κατέφυγαν εις το μη κινδυνεύον τρίτον πλοίον. Ένδεκα μόνοι έμειναν επί του ριφθέντος εις την ξηράν, διότι αι λέμβοι δεν εχώρησαν όλους. Ούτοι, αφ' ού επλησίασαν οι Έλληνες, κατεβίβασαν την οθωμανικήν σημαίαν, παρεδόθησαν και δεν έπαθαν. Κυριεύσαντες δε οι Έλληνες το πλοίον, το εγύμνωσαν ως μη δυνάμενοι να το ανελκύσωσι, το έκαυσαν και επανήλθαν εις τα νερά του Μεσολογγίου, όπου ηύραν και τα άλλα ελληνικά πλοία. Την ημέραν δ' εκείνην έπλεεν όλος ο εχθρικός στόλος έξωθεν της Κεφαλληνίας, την δε επιούσαν εκινήθη κατά του ελληνικού, και ηλίου μεσουρανούντος επλησίασε προετοιμασμένος εις μάχην. Δώδεκα κορβέτται υπό τον Ριαλέμπεην συνίστων την δεξιάν πτέρυγά του, τα δικάταρτα την αριστεράν, εννέα δε φρεγάται καί τινες γολέτται το κέντρον, όπου ήτο και ο καπητάμπασας. Οι Έλληνες, βλέποντες τους εχθρούς επερχομένους, εφώρμησαν πλήρεις τόλμης, εναυμάχησαν μεταξύ Μεσολογγίου και Πάπα και έρριψαν κατά της τουρκικής ναυαρχίδας τρία πυρπολικά. Εδειλίασεν ο Τοπάλης, εστράφη προς νότον και ετράπη όλος ο στόλος εις αισχράν φυγήν θεωρών τον αρχηγόν του φεύγοντα. Μία κορβέττα, τέσσαρα βρίκια, τέσσαρες γολέτται και πέντε φορτηγά κατέφυγαν εις τον κόλπον· όλα δε τα άλλα ακλούθησαν τον φυγόμαχον καπητάμπασαν, καταδιωκόμενα αισχρώς μέχρι της Κεφαλληνίας. Ουδέποτε, κατά την μαρτυρίαν των Ελλήνων, οι διά παντός δειλοί και ανίκανοι κατά θάλασσαν Τούρκοι εφάνησαν ενώπιον των εχθρών των τόσον ανίκανοι και τόσον δειλοί.
Διαρκούσης δε της καταδιώξεως, πέντε πλοία σπετσιωτικά υπό τον Κυριακόν απεκόπησαν του λοιπού στόλου, ηγκυροβόλησαν προς το εσπέρας έμπροσθεν της πολιορκουμένης πόλεως και απεβίβασαν όσα έφεραν εις χρήσιν της φρουράς τρόφιμα και πολεμεφόδια· την δε επαύριον επανήλθεν όλος ο στόλος εις τον λιμένα, και εισήγαγεν 20 πλοιάρια ένοπλα εις την λίμνην διά του Βασιλαδίου προς καταστροφήν του εχθρικού στολίσκου συνεργεία και των εντοπίων πλοιαρίων. Ο στολίσκος ούτος, αφ' ης ημέρας εφάνη ο ελληνικός στόλος, επλησίασεν εις την ξηράν κατά το μέρος όπου ήσαν οι εχθροί εστρατοπεδευμένοι· την ημέραν δε του κινδύνου ήλθαν επί του παραλίου εκείνου χίλιοι ιππείς και πεζοί προς υπεράσπισίν του· αλλά τα ελληνικά πλοιάρια, επέπεσαν τόσον ορμητικώς, ώστε εντός ενός τετάρτου ώρας εκυρίευσαν επτά, τα δε λοιπά απέφυγαν τον κίνδυνον, καταφυγόντα υπό την σκέπην του επί της αντικρύ ξηράς εχθρικού κανοναστασίου. Κατά την πλοιαριομαχίαν ταύτην εφονεύθησαν επτά Έλληνες και επληγώθησαν τέσσαρες. Επληγώθη θανατηφόρως, θλασθέντος του ποδός υπό κανονοβολής και απέθανε την επαύριον και ο δεκαοκτωετής Μάνθος Τρικούπης, συναγωνιστήν έχων επί του αυτού πλοιαρίου τον έτι νεώτερον αυτού αδελφόν Θεμιστοκλή. Μετά δύο ημέρας επεσκέφθη ο Μιαούλης την φρουράν, και την επαύριον απέπλευσεν, αφήσας 8 πλοία εις διατήρησιν της πολιορκίας του κορινθιακού κόλπου, του αμβρακικού, και της θεσπρωτικής παραλίας μέχρι των Συβώτων.
Η επανειλημμένη αποτυχία των εφορμών του εχθρού εθάρρυνε τους πολιορκουμένους να αντεφορμήσωσι. Πρό τινων ημερών περιεφέροντο έξωθεν του Μεσολογγίου εις ενόχλησιν του εχθρού οι μετά την εν Διστόμω μάχην κατά την 9 Ιουνίου αποσπασθέντες του στρατοπέδου της Ανατολικής Ελλάδος, και μεταβάντες εις την Δυτικήν οπλαρχηγοί, Καραϊσκάκης, Τσαβέλλας και άλλοι. Μετ' αυτών συνενοήθησαν οι εν τη πόλει πότε να πέσωσιν οι μεν έσωθεν οι δε έξωθεν επί τους πολιορκητάς, και καθ' ήν ημέραν κατεστράφη ο εχθρικός στολίσκος, περί την γ' ώραν της νυκτός, δοθέντος του σημείου, έπεσαν 500 επί τους εν ταις υπωρείαις του Ζυγού εσκηνωμένους εχθρούς, εξώρμησαν μετ' ολίγον και 1000 εκλεκτοί της φρουράς οι μεν εκ της ανατολικής πλευράς οι δε εκ του κέντρου, και η προφυλακή αυτών, μη έχουσα άλλο όπλον ειμή το ξίφος, έπεσεν αιφνιδίως εις τα εχθρικά χαρακώματα· οι δε όπισθεν της προφυλακής ερχόμενοι, δις κενώσαντες τα τουφέκια, ώρμησαν και εκείνοι ξιφήρεις, εκυρίευσαν τέσσαρα κανονοστάσια καί τινα των επί της αυτής γραμμής χαρακωμάτων. Πτοηθέντες οι εχθροί εγκατέλειψαν τους προμαχώνας της ανατολικής πλευράς και συνεσωματώθησαν προς την δυτικήν και την βόρειον· οι δε Έλληνες περιφερόμενοι εν μέσω του εχθρικού στρατοπέδου εξιφοκτόνουν, επήραν πολλάς σημαίας και πολλά όπλα και επανήλθαν εις την πόλιν απάγοντες καί τινας των εργαζομένων παρά τοις Τούρκοις Χριστιανών. Υπερτριακόσιοι ελογίσθησαν οι φονευθέντες και πληγωθέντες εχθροί· εφονεύθησαν και εκ των ημετέρων 17 και επληγώθησαν 13. Μετά την μάχην ταύτην μετέφεραν οι Τούρκοι τας εν ταις υπωρείαις σκηνάς των επί της πεδιάδος πλησιέστερον του τείχους και τας έστησαν γύρωθεν της σκηνής του Κιουταχή, ήτις διεκρίνετο των άλλων ως η μόνη πρασινόχρους.
Αι αλλεπάλληλοι ήτται και ζημίαι δεν κατεδάμασαν το καρτερόψυχον τούτον άνδρα, αν και ο αριθμός του στρατού του και κατ' εξοχήν των εργατών ωλιγόστευσε μεγάλως. Αποτυχών καθ' όλα τα επιχειρήματά του προσήλωσεν όλην την προσοχήν του και περιώρισε σχεδόν όλας τας πολεμικάς του εργασίας εις ανύψωσιν του όχθου υπεράνω του προτειχίσματος του Φραγκλίνου. Εις μάτην ηγωνίσθησαν οι Έλληνες, σφαιροβολούντες και μυδροβολούντες τους εργαζομένους, να καταστρέψωσι το καινοφανές τούτο και χειροποίητον όρος, το εν είδει προχώματος μηκυνόμενον, πλατυνόμενον και δι' επιθέσεως χωματοφόρων σακκίων και καλαθίων αδιακόπως ανυψούμενον· εις μάτην ώρμησαν την 27 επ' ελπίδι να τρέψωσιν αυτούς εις φυγήν οι φυλάσσοντες το προτείχισμα του Φραγκλίνου, εξ ών εφονεύθησαν 7 και επληγώθησαν 9· η επιμονή του Κιουταχή υπερίσχυσεν όλων των προσκομμάτων, και την 29 υπερυψώθη του προτειχίσματος το τεχνητόν τούτο όρος αναμιμνήσκον το του Αρχιδάμου επί της πολιορκίας των Πλαταιών, και το εις άλωσιν της Τύρου επί Αλεξάνδρου.
Αύγουστος Υψώθησαν δ' επί του μετώπου και επί των πλευρών αυτού παραπετάσματα, δι' ων κυριεύσας ο εχθρός την 11 αυγούστου το προτείχισμα του Φραγκλίνου, ήλπιζε να πατήση την πόλιν, αλλ' εψεύσθη των ελπίδων του. Οι Έλληνες, αφ' ης ώρας υπώπτευσαν ότι προς τοιούτον σκοπόν ανηγείρετο το όρος τούτο, όπερ καλούμεν και ημείς εις το εξής κατά τον τειχοποιόν Ύ ψ ω μ α - τ η ς - ε ν ώ σ ε ω ς, απέκοψαν το κινδύνευον εκείνο μέρος εξορύξαντες άλλην τάφρον υπέρ τα 200 βήματα ενδότερον, αρχομένην από της θαλάσσης, εκτεινομένην παραλλήλως προς την παλαιάν τάφρον και συνενουμένην πλησίον του μηνοειδούς προφράγματος. Όπισθεν δε της νέας ταύτης τάφρου κατεσκεύασαν αντιτείχισμα, και έστησαν επ' αυτού άλλα κανονοστάσια, ώστε ο εχθρός, αντί να ευρεθή μετά την άλωσιν του περί ου ο λόγος προτειχίσματος εντός της πόλεως, ως ήλπιζεν, ευρέθη εκτός αυτής, ως και πρότερον, και πολιορκούμενος μάλλον ή παλιορκών, ως τεθείς εν μέσω του πυρός των επί του αντιτειχίσματος και των άλλων των εκ πλαγίου του προτειχίσματος του Φραγκλίνου κανονίων. Όσον δε ανυψούτο υπό των εχθρών το επί της κορυφής του υψώματος της ενώσεως παραπέτασμα, τόσον αντανυψούτο και υπό των Ελλήνων το του αντιτειχίσματος. Αλλ' ο επίμονος και ακάματος Κιουταχής, ιδών ότι δεν κατώρθωσεν ό,τι ήλπιζεν, επεχείρησε ν' ανεγείρη και έσωθεν του προτειχίσματος του Φραγκλίνου άλλο ύψωμα ενώσεως όμοιόν του έξω εις κυρίευσιν του αντιτειχίσματος, και ήνοιξεν υπό το προτείχισμα τρεις λάκκους και τρεις θυρίδας, και δι' αυτών εισεκόμιζε χώματα· εκύλιε δε τα χώματα προς την δεξιάν πλευράν του εσωτερικού περιταφρεύματος, διότι ταύτην εσκόπευε να χώση· καταγινόμενος δε εις τας εργασίας ταύτας κατεσκεύασε και επί της αριστεράς πλευράς του υψώματος της ενώσεως κανονοστάσιον, επιθέσας δύο κανόνια εις προσβολήν του πυργώματος του Κοραή του εις άκρον ενοχλούντος και βλάπτοντος τους εις μετακομιδήν χωμάτων εργαζομένους· αλλ' αι εσωτερικαί του εργασίαι δεν προώδευαν ως άλλοτε αι εξωτερικαί, διότι οι εις ανύψωσιν του νέου προχώματος εργαζόμενοι έκειντο υπό το πυρ των εκ πλαγίου ελληνικών κανονοστασίων. Εις καταστροφήν δε των εργασιών του ώρμησαν 30 της φρουράς του αντιτειχίσματος επί τους προμαχώνας του υψώματος της ενώσεως, ανέτρεψαν μέρος αυτών, εσκόρπισαν τον σωρόν των εισκομιζομένων χωμάτων, και καταπλήξαντες τους φύλακας διά της τόλμης των τους ηνάγκασαν να οπισθοδρομήσωσιν· αλλά δεν εδυνήθησαν να κρατήσωσι την εγκαταλειφθείσαν θέσιν, και μετά ημίωρον πετροπόλεμον επανήλθαν εις τας θέσεις των, οι δε Τούρκοι ανέκτησαν τους προμαχώνας των, και ήρχισαν πάλιν να κυλίωσι χώματα. Κατά την μάχην ταύτην εφονεύθησαν 4 εκ των εξορμησάντων, εν οίς και ο Σπύρος Κοντογιάννης και ο φιλέλλην Ροσνέρος· επληγώθησαν δε 6.
Ουδέν ήττον των Τούρκων ειργάζοντο και οι Έλληνες εις τελειοποίησιν των εσωτερικών χαρακωμάτων, και έστησαν κανονοστάσιον αφανές προς τα Κουτσονέικα, επιθέσαντες τρία κανόνια και μίαν βομβοβόλον· ειργάζοντο δε και οι έσωθεν και οι έξωθεν υπό αδιάκοπον πυροβολισμόν, καθ' όν εφονεύθη ο Παντολέων Πλατύκας. Ιδόντες δε οι Έλληνες, ότι κυλίοντες οι εχθροί χώματα έφθασαν εις το χείλος της τάφρου, εφεύραν τρόπον εις υφελκυσμόν αυτών, ώστε οι εχθροί, όσον και αν ειργάζοντο, ήντλουν εις τετριμμένον πίθον· υφέλκοντες οι Έλληνες το χώμα ητοίμασαν εν ταυτώ και υπόνομον υπό την οδηγίαν του περί τα τοιαύτα επιτηδειοτάτου Παναγιώτη Σωτηροπούλου και ενέθεσαν τρεις ογκώδεις βόμβας· άναψαν δε την υπόνομον περί την μεσημβρίαν της 19, και εν ροπή οφθαλμού κατεστράφησαν αι πολυήμεροι εκείναι εργασίαι, απεμακρύνθησαν οι εχθροί έντρομοι, και καταφυγόντες εις τα απωτέρω χαρακώματά των έρριπταν εκείθεν ως χάλαζαν επί τους Έλληνας εξορμήσαντας μετά την εκραγήν της υπονόμου σιδηράς και υαλίνους βομβίδας. Οι Έλληνες εν τοσούτω εγένοντο κύριοι όλων των έσω του προτειχίσματος του Φραγκλίνου εχθρικών χαρακωμάτων και ηγωνίζοντο να κυριεύσωσι και αυτό το προτείχισμα. Τούτο ιδών ο Κιουταχής και φοβηθείς μήπως ευδοκιμήσαντες ματαιώσωσι διά μιας όλα τα πολύμοχθα έργα του, έτρεξεν επί του υψώματος της ενώσεως εις εμψύχωσιν των μαχητών του, και εις ένδειξιν της παρουσίας του έστησεν επ' αυτού την στατραπικήν του σημαίαν, αλλ' υπό κακούς οιωνούς· διότι μόλις υψώθη, και ελληνική τουφεκοβολή έρριψε την επί του σφαιριδίου εξέχουσαν του σημαιοφόρου ξύλου ακωκήν. Τόσον δε εγγύς αλλήλων ήσαν Έλληνες και Τούρκοι, ώστε εμάχοντο και διά πετρών και ξύλων, οι δε Τούρκοι εχειροβόλουν και υαλίνους βομβίδας ας ήρπαζαν οι Έλληνες και έσπων κατά γης προ της εκραγής των. Εν τοσούτω απώθησαν οι Έλληνες τους εχθρούς και από του προτειχίσματος του Φραγκλίνου, και καταστρέψαντες τας επ' αυτού εργασίας των και επιπεδώσαντές το, ώρμησαν και επάτησαν το άκρον και αυτού του υψώματος της ενώσεως. Οι Τούρκοι εκλείσθησαν τότε εντός των επ' αυτού απωτέρω προμαχώνων, και κρύπτοντες τας κεφαλάς των εκίνουν υπεράνω αυτών γυμνάς τας μαχαίρας των απειλούντες αλλά μη βλάπτοντες. Οι δε Έλληνες, μη βλέποντές τους, επέρριπταν πέτρας και ξύλα· τους επετροβόλουν δε και αυτά τα παιδία. Διήρκεσεν η μάχη μέχρι του μεσονυκτίου, καθ' ήν ώραν οι μεν Τούρκοι ηναγκάσθησαν να καταφύγωσιν όπισθεν του υψώματος της ενώσεως, οι δε Έλληνες έμειναν κύριοι αδιαφιλονείκητοι του προτειχίσματος και της άκρας του υψώματος της ενώσεως της συνδεούσης αυτό μετά του προτειχίσματος· 20 Έλληνες εφονεύθησαν, και 45 επληγώθησαν, εν οίς και ο Γεώργης Τσαβέλλας, ο Ντάγκας, και ο Γιαννάκης Ραζοκότσικας, 8 δ' εκ των φονευθέντων και 14 εκ των πληγωθέντων ήσαν Μεσολογγίται· 100 δε ζώα εφόρτωσαν οι Τούρκοι πτωμάτων και μετεκόμισαν και άλλα πτώματα επί των ώμων.
Πληγήν θανάσιμον εθεώρησεν ο Κιουταχής την στέρησιν του προτειχίσματος, υπέρ ου τόσον εμόχθησεν. Η κατήφεια εκάλυψε το πρόσωπόν του, και ο θυμός εξηγρίωσε την καρδίαν του· εφοβείτο δε και την αγανάκτησιν του σουλτάνου, προς ον υπεσχέθη να υποτάξει το Μεσολόγγι προ του μπαϊραμίου, τουτέστι προ του καιρού εκείνου. Έναυλος ήτον εν ταις άκραις του και ο λόγος του σουλτάνου επί τω διορισμώ του· «το Μεσολόγγι ή την κεφαλήν σου»· εσυλλογίζετο προς τοις άλλοις ότι και τα πολεμεφόδιά του ωλιγόστευσαν, και ο χειμών επλησίαζεν· ανησύχει δε μανθάνων ότι αποσπάσματα Ελλήνων, περιφερόμενα εις Αιτωλίαν και Ακαρνανίαν, ήρπαζαν συχνάκις τας στελλομένας εις χρήσιν του στρατού του τροφάς, και εφοβείτο μη απεκλείετο διά ξηράς και θαλάσσης· δεν έπαυαν δε και οι στρατιώται του καθ' ημέραν λειποτακτούντες και γογγύζοντες, ότι και μισθούς δεν ελάμβαναν, και κρίθινον ψωμίον αντί σιτίνου έτρωγαν· εν ενί λόγω τα πάντα προεμήνυαν ότι και το στρατόπεδον ήτον εν τω διαλύεσθαι, και η κεφαλή του αρχηγού εκινδύνευεν. Εν ώ δε τα τοιαύτα ετάρατταν και τον νουν και την καρδίαν του Κιουταχή, έπεσαν δύο βόμβαι πλησίον της σκηνής του· και η μεν, εκραγείσα, έρριψε το ακροσκήνιον και έσχισε και τον επενδύτην ενός των περί αυτόν· η δε δεν εξερράγη, και ιδών ο Κιουταχής ότι ήτον εκ του χυτείου της Κωνσταντινουπόλεως «χάρις», εκραύγασεν, «εις τον Τοπάλην, με πολεμούν οι άπιστοι διά των σταλέντων μοι πυροβόλων παρά της υψηλής Πύλης ίνα πολεμήσω εγώ αυτούς». Η βόμβα ήτον εξ όσων επήραν οι Έλληνες επί της ναυμαχίας του Καφηρέως, εξ ών πολλαί εστάλησαν εις τους πολιορκούντας την πόλιν.
Μετά δε την μάχην ταύτην ο μεν Κιουταχής ηγωνίζετο να οχυρωθή πάλιν εν τω μέσω του υψώματος της ενώσεως 40 οργυιάς μακράν του υπό των Ελλήνων κρατουμένου μέρους, και να εγείρη και κανονοστάσιον 150 οργυιάς απέχον του αντιτειχίσματος κατέμπροσθεν του φράγματος του μεταξύ του προτειχίσματος του Φραγκλίνου και του πυργώματος του Κοραή, οι δε Έλληνες, πολεμούντες και εργαζόμενοι οι αυτοί, ητοίμασαν υπό το ύψωμα της ενώσεως άλλην υπόνομον, την άναψαν την νύκτα της 22, κατέστρεψαν τα εμπροσθινά χαρακώματα των εχθρών και τους ηνάγκασαν εκτεθέντας υπό το πυρ αυτών να οχυρωθώσιν απώτερον· διακόσιοι ελογίσθησαν οι φονευθέντες και πληγωθέντες επί της εκρήξεως της υπονόμου· ήσαν δε ούτοι εξ ών ο Κιουταχής εξέλεξεν εις ανάκτησιν του προτειχίσματος.
Μεγάλην βλάβην επροξένει το υπό τον εύστοχον πυροβολιστήν, τον και πολλάς άλλας υπηρεσίας προσενεγκόντα, Κωνσταντίνον Τσιριγώτην, κατά τα Κουτσονέικα αφανές κανονοστάσιον διά των επ' αυτώ τριών κανονίων και της βομβοβόλου. Το παν έβαλεν ο Κιουταχής εις χρήσιν ίνα το κατασιγάση, και αφ' ού είδεν ότι εις μάτην εκοπίαζε, και ότι αι εκείθεν ριπτόμεναι βόμβαι έπιπταν πολλάκις και εις αυτό το στρατόπεδον, μετέφερε πάλιν τας πλείστας των σκηνών του εις τας υπωρείας.
Οι δε περιφερόμενοι οπλαρχηγοί της Δυτικής Ελλάδος, αφ' ού ηνάγκασαν τους εν Πετροχωρίω υπό τον Άγον Βασιάρην εχθρούς, μόνον φανέντες, να καταφύγωσιν εις το γενικόν των στρατόπεδον, μετέβησαν εις Ακαρνανίαν.
Σεπτέμβριος Την δε 2 σεπτεμβρίου έλαβεν η διευθύνουσα τα της Δυτικής Ελλάδος επιτροπή επιστολήν αυτών λέγουσαν, ότι την 28 αυγούστου έφθασαν εις Μαχαλάν, προσέβαλαν τους εκεί εχθρούς, εφόνευσαν και εζώγρησαν πολλούς, επήραν πολλά λάφυρα, και ότι οι εναπομείναντες επί της εχθρικής εισβολής κάτοικοι της Ακαρνανίας και του Βάλτου συνηνώθησαν. Λαβούσα την χαροποιάν ταύτην είδησιν η επιτροπή, και προθεμένη να ενισχύση και αυξήση το αρτιγενές τούτο στρατόπεδον, έστειλεν εις Δραγαμέστον τροφάς, πολεμεφόδια και θαλάσσιον δύναμιν, και εξέδωκεν εγκύκλιον προς όλους τους Δυτικοελλαδίτας τους εις ξένην γην καταφυγόντας, προτρέπουσα αυτούς να επανέλθωσιν εις την πατρίδα και συναγωνισθώσι κατά του κοινού εχθρού, ως και πρότερον.
Εκείναις ταις ημέραις διώρισεν η κυβέρνησις αρχηγόν των κατά την Δυτικήν Ελλάδα δυνάμεων τον Καραϊσκάκην· τούτο μαθούσα η εν Μεσολογγίω επιτροπή έσπευσε να το αναγγείλη τοις Δυτικοελλαδίταις, αναμιμνήσκουσα τα προς την πατρίδα καθήκοντά των, καλούσα εις τον εθνικόν αγώνα τους απόντας, θαρρύνουσα τους περί τον Καραϊσκάκην εις νέους κινδύνους, και αποδίδουσα τον οφειλόμενον έπαινον εις την φρουράν της πόλεως.
Ο δε Κιουταχής, αισθανόμενος ότι των μεν Ελλήνων η κατάστασις καθ' ημέραν εβελτιούτο, των δε Τούρκων εχειροτέρευεν, έβαλε κατά νουν να δοκιμάση νέαν έφοδον. Αλλά τόσον απρόθυμος ήτον ο στρατός, ώστε μόλις ευρέθησαν ευδιάθετοι δισχίλιοι. Ειδοποιήθησαν εν καιρώ οι Έλληνες περί των μελετωμένων, και πλήρεις χαράς ανέμεναν την πραγματοποίησιν βλέποντες δε ότι παρήρχοντο αι ημέραι, και πάντοτε μεν ητοιμάζοντο οι εχθροί εις έφοδον, αλλά δεν εκινούντο, τοις είπαν χλευαστική τη φωνή άνωθεν των επάλξεων να παύσωσιν εργαζόμενοι ανωφελώς και να εφορμήσωσιν όσον τάχιον· κωφευόντων δε των Τούρκων, απεφάσισαν οι Έλληνες να επισπεύσωσιν άλλως πως την μελετωμένην έφοδον.
Πρό τινων ημερών είχαν σκάψει μεγάλην υπόνομον υπό το πρόχωμα του προτειχίσματος του Φραγκλίνου παρατεινομένην υπό το ύψωμα της ενώσεως· έσκαψαν προ ολίγου και άλλην μικροτέραν, δι' ης εσκόπευαν να προοιμιάσωσι την μάχην αναγκάζοντες τους Τούρκους να συσσωρευθώσιν επί του προχώματος. Τα δειλινόν της 9 εξερράγη η μικρά υπόνομος· βαρύς κανονοβολισμός και τουφεκισμός ήρχισεν εν τω άμα καθ' όλην την μεταξύ του πυργώματος του Κοτσιούκου και του προτειχίσματος του Μπότσαρη γραμμήν του τείχους· ανταπεκρίθησαν μανιωδώς δι Τούρκοι έξωθεν σμήνη Αλβανών και Ασιανών εξήλθαν διά μιας εκ των εν ταις υπωρείαις σκηνωμάτων, και ωθούντο προς τα κάτω υπό την μάστιγα των ιππέων· και αυτός ο Κιουταχής, αφήσας την σκηνήν του, και παρακολουθούμενος υπό της φρουράς του, κατέβη είς τι των πλησιεστέρων του τείχους κανονοστασίων. Εξήφθη η μάχη υπό τους ιδίους οφθαλμούς του, και εν τη ακμή της μάχης εφώρμησαν οι εκλεχθέντες Αλβανοί και Γκέγκαι επί το τείχος, αλλά πολλά παθόντες απεκρούσθησαν. Μετά την απόκρουσιν έπαυσεν έσωθεν ο πυροβολισμός επί του μετώπου του τείχους, πλην του επί του προτειχίσματος του Φραγκλίνου, και ουδείς εφαίνετο ουδ' ηκούετο κατ' εκείνο το μέρος. Ο Κιουταχής, υποθέσας ότι όλη η φρουρά συνέρρευσεν εις το προτείχισμα εκείνο και άφησε τας άλλας θέσεις κενάς, διέταξε τους έμπροσθεν του προτειχίσματος του Μακρή, του κανονοστασίου του Ρήγα και του καρκινοειδούς προφράγματος ν' αναβώσι τα τείχη. Υπήκουσαν. Αλλ' οι Έλληνες, οι εξ επίτηδες καθήμενοι αφανείς και σιωπηλοί όπισθεν του τείχους εκείνου του μέρους, αφ' ού τους άφησαν και επλησίασαν, ανηγέρθησαν διά μιας όλοι, τους κατεπληξαν φανέντες αιφνιδίως, τους αντέκρουσαν τολμηρώς, και τους ηνάγκασαν να οπισθοδρομήσωσι και καταφύγωσιν εις τα χαρακώματά των. Εν τω μεταξύ δε τούτω ακατάπαυστος διετηρείτο ο πυροβολισμός έσωθεν και έξωθεν του προτειχίσματος του Φραγκλίνου, και πάμπολλοι Τούρκοι, ιστάμενοι επί του υψώματος της ενώσεως, υφ' ο παρετείνετο η μεγάλη υπόνομος, εμάχοντο. Ανάπτει εν τούτοις η μεγάλη αυτή υπόνομος, σείεται αίφνης το έδαφος, διαρρήγνυται η γη, εκθρώσκει ζοφώδες νέφος εκ των κόλπων αυτής κατασκοτίζον την ατμοσφαίραν, πίπτουν μετ' ολίγον άνωθεν πέτραι, χώματα, κεφαλαί, σκέλη, χείρες, πόδες, καταβαίνει το ζοφώδες εκείνο νέφος, σκεπάζει και πνίγει όσους η υπόνομος επί της εκρήξεως δεν διεμέλισεν, οι μύδροι, αι κανονόσφαιραι και αι τουφεκόσφαιραι διαχέονται τήδε κακείσε, διασκορπίζονται οι Τούρκοι κακήν κακώς, το ξίφος των Ελλήνων τους καταδιώκει και εις αυτά τα ανατετραμμένα χαρακώματά των, και μόνα όσα χάσματα ήνοιξεν η εκπυρσοκρότησις, και μόνα όσα χώματα αύτη συνεσώρευσεν αναχαιτίζουν την επί τα πρόσω ορμήν των Ελλήνων. Οι Τούρκοι, πολλά παθόντες, επανήλθαν εις τα ερείπια του υψώματος της ενώσεως εγκαταλειφθέντα υπό των Ελλήνων, και εκίνουν γυμνά τα ξίφη, κομπορρημονούντες και απειλούντες τους μακράν ισταμένους νικητάς. Εγέλων ούτοι επί τη κομπορρημοσύνη και τη απειλή των, και μη θέλοντες να τους τουφεκίζωσιν ελεούντες δήθεν αυτούς ως δειλούς και απειροπολέμους, επέρριπταν μόνον ξύλα, πέτρας, βώλους, και κατεγίνοντο λαφυραγωγούντες. Αφ' ού δε έπαυσεν η λαφυραγωγία, κατέβησαν οι εργάται εις την υπόνομον και κυλίοντες χώματα προς επιπέδωσιν χασμάτων και υψωμάτων, εξώρυξαν μεταξύ πολλών νεκρών δύο ζώντας Χριστιανούς εργάτας. Πεντακόσιοι και επέκεινα εθανατώθησαν την ημέραν εκείνην, εν οίς και πολλοί αξιωματικοί ως εικάζετο εκ των λαφυραγωγηθέντων όπλων και φορεμάτων· άδηλος δε ο αριθμός των πληγωθέντων, εν οίς και ο Σέβρανης και ο Ασλάμπεης· εθανατώθησαν και 15 εκ της φρουράς και επληγώθησαν 35, εν οίς και ο Κωσταντής Τσαβέλλας, ο Θανάσης Ζέρβας και ο δεκαεξαετής ανδρόπαις Αντώνης Μπάκας, αριστεύσας και κατά την έφοδον της 21 ιουλίου, καθ' ήν αφήρπασε δύο τουφέκια εκ των χειρών των εχθρών.
Τα μεγάλα παθήματα των Τούρκων κατ' εκείνην την ημέραν εθεωρήθησαν ως η καταστροφή όλης της εκστρατείας, διά τούτο έπαυσαν οι συνήθεις αλαλαγμοί, υπερεπερίσσευσεν η λειποταξία και η αθυμία του στρατοπέδου, οι πλείστοι των κατά το Ανατολικόν και τας όχθας του Αχελώου καί τινες των εκτός του Μεσολογγίου έκαυσαν τας καλύβας των καί ανεχώρησαν, οι δε εναπομείναντες ούτε προχώματα εφρόντιζαν να υψώσωσιν, ούτε κανονοστάσια να εγείρωσιν· αποστρεφόμενοι δε παντός είδους κίνημα κατά του τείχους κατέπαυσαν διά μιας όλας τας προς βλάβην αυτού εργασίας, και καταγινόμενοι μόνον εις τας προς ιδίαν υπεράσπισιν, επεχείρησαν να μετασχηματίσωσιν εις μικρόν φρούριον το επί της εκκλησίας του αγίου Αθανασίου κανονοστάσιον· ήσαν δε και αι τροφαί και τα πολεμοφόδια αυτών εν τω τελειούσθαι· αι Πάτραι και η Ναύπακτος, όθεν άλλοτε επρομηθεύοντο, έπασχαν έλλειψιν αυτών διά την επικρατούσαν θαλάσσιον πολιορκίαν· αι επί της ξηράς δίοδοι, δι' ων τοις εστέλλοντο εκ Πρεβέζης και άλλοθεν, ουδ' αυταί ήσαν ασφαλείς· εστήριζαν δε οι πολιορκηταί όλας τας ελπίδας των επί τη συνδρομή του στόλου, αλλ' ο στόλος δεν εφαίνετο· την δε εκ των επανειλημμένων αποτυχιών και της ολίγης και κακής τροφής αθυμίαν του στρατοπέδου ηύξανεν έτι μάλλον η επικρατούσα νόσος και η ταλαιπωρία.
Εν ώ δε τα των Τούρκων ήσαν τοιαύτα, τα της ελληνικής φρουράς είχαν κάλλιστα. Την 7 αυγούστου είχαν μεταβιβασθή εκ Κρυονερίου διά θαλάσσης εις την πολιορκουμένην πόλιν ο Κίτσος Τσαβέλλας, ο Γεωργάκης Βαλτινός και ο Κώστας Φωτομάρας μετά των περί αυτούς προς ενδυνάμωσιν της φρουράς· ήλθαν την 13 σεπτεμβρίου και οι περί τον Σαδήμαν, Πάτσην, Χατσή Πέτρον και Γιαννάκην Στράτον, ώστε η εξ αιτίας των φόνων, των ασθενειών, των ταλαιπωριών και των φυσικών θανάτων εντός της πόλεως λειψανδρία ανεπληρώθη. Η δε θάλασσα ηνεωγμένη επρομήθευε την φρουράν παντός αναγκαίου. Την 21 αυγούστου είχε φθάσει εις τον λιμένα του Μεσολογγίου το πλοίον του Μπρούσκου· την 25 σεπτεμβρίου έφθασε το του Λαλεχού, και μετ' ολίγας ημέρας το του Μισεγιάννη, φέροντα και τα τρία τρόφιμα και πολεμεφόδια· η δε ενώπιον της φρουράς τροπή του οθωμανικού στόλου επί τω εμφανισμώ του ελληνικού ελπιδοποίει ότι, και αν εφαίνετο εκ δευτέρου ο εχθρικός στόλος, και εκ δευτέρου θ' απεπέμπετο άπρακτος.
Αλλ' όσον κακή και αν ήτον η θέσις τον τουρκικού στρατοπέδου, ο αρχηγός αυτού, ο μηδαμώς τον προκάτοχόν του Βρυώνην, τον άλλοτε πολιορκήσαντα το Μεσολόγγι ομοιάζων, ηγωνίζετο πολυειδώς και πολυτρόπως να εμποδίση την διάλυσίν του, και επειδή όχι μόνον ανωφελή αλλά και επικίνδυνον εθεώρει την διατήρησιν των πλησίον του τείχους θέσεών του, διενοήθη να αναστρατοπεδεύση προς τας υπωρείας και επαναλάβη τους εις βλάβην της φρουράς αγώνας του, φανέντος του στόλου.
Σεπτέμβριος Οι Έλληνες έμαθαν ό,τι εμελέτα ο εχθρός, και την 10 Σεπτεμβρίου συνήλθαν πολιτικοί και πολεμικοί εις την εκκλησίαν του αγίου Παντελεήμονος προς σύσκεψιν περί του πρακτέου, αν επέμενεν ο Κιουταχής εις την πολιορκίαν, διαρκούντος του χειμώνος· όλοι δε ομοθυμαδόν απεφάσισαν να επιμείνωσι μέχρι τέλους. Τα πράγματα απέδειξαν ότι δεν είχαν να φοβηθώσιν ειμή την πείναν· αλλ' ο επίφοβος ούτος εχθρός ηπείλει την ώραν εκείνην τους εχθρούς μάλλον ή αυτούς.
Την δε 21 ερρίφθη έξωθεν επιστολή εις το καρκινοειδές πρόφραγμα, δι' ης εζήτουν οι Τούρκοι συνομιλίαν. Η επιστολή αύτη αντερρίφθη εις τα εχθρικά χαρακώματα και ερρέθη εις απάντησιν ότι «οι Έλληνες δεν είχαν άλλην συνομιλίαν μετά των Τούρκων, ειμή την διά των όπλων». Την τρίτην δε ημέραν μετά την απάντησιν ταύτην άναψαν οι Έλληνες υπόνομον υπό του Σωτηροπούλου παρασκευασθείσαν, αρχομένην από της διαρρωγής του προτειχίσματος του Μπότσαρη και παρατεινομένην μέχρι των εχθρικών χαρακωμάτων, και κατέστρεψαν δι' αυτής τα εφιστάμενα χαρακώματα και πολλούς των φυλαττόντων αυτά· εφόνευσαν δε καί τινας των εντός των παρά την υπόνομον χαρακωμάτων μετά την έκρηξιν αυτής μυδροβολούντες και τουφεκίζοντες. Οι δε Τούρκοι, έχοντες υπ' όψιν το επί της προτέρας μάχης τέχνασμα των Ελλήνων και φοβούμενοι μη πάθωσιν ό,τι τότε έπαθαν, ωπισθοδρόμησαν φονεύσαντες δύο Έλληνας και πληγώσαντες τρεις.
Τα κατορθώματα της φρουράς του Μεσολογγίου εφιλοτιμήθη να μιμηθή εν μέρει το νεοσύστατον και ημέρα τη ημέρα αυξάνον στρατόπεδον εν Ακαρνανία. Εκτός μικρών τινων άλλων ευτυχών επιδρομών, έπεσαν οι συγκροτούντες αυτό την 28 αίφνης επί τους εν Καρβασαρά εστρατοπεδευμένους Τούρκους. Τριακόσιοι εχθροί, κατά την προς την φρουράν του Μεσολογγίου επιστολήν των, εφονεύθησαν, οι δε διασωθέντες ερρίφθησαν εις την θάλασσαν, εξ ών καί τινες επνίγησαν· 200 κάμηλοι ήσαν εν τω εχθρικώ εκείνω στρατοπέδω εις μεταβίβασιν των εκ Πρεβέζης και Άρτης στελλομένων τροφών· εξ αυτών 70 εσκοτώθησαν, αι δε λοιπαί και 80 σκευοφόροι ημίονοι και ίπποι και 30 κέλητες έπεσαν εις χείρας των νικητών.
Η δε ακάματος φρουρά ητοίμασεν άλλην υπόνομον υπό το εναπομείναν μέρος του περιφήμου υψώματος της ενώσεως διά των εντέχνων εργασιών του γνωστού υπονομοποιού Κώστα ελθόντος πρό τινων ημερών εις την πόλιν.
Οκτώβριος Επιφωσκούσης της 1 οκτωβρίου, ήρχισεν η φρουρά να τουφεκίζη και κανονοβολή καθ' όλην την δεξιάν πτέρυγα του τείχους· απέβλεπε δε ο πυροβολισμός εις το να επαναφέρη τους εχθρούς εις τας θέσεις των. Μετ' ολίγον έπαυσεν ο πυροβολισμός και, ανατείλαντος του ηλίου, άναψαν οι Έλληνες την υπόνομον· μικρόν κρότον επροξένησεν η έκρηξίς της όντων των επικειμένων χωμάτων φερτών· αλλ' επέφερε μεγάλην βλάβην, διότι το σχήμα της ήτον επίμηκες, και παρετείνετο μέχρι τουρκικού τινος καφφενείου, όπου ήσαν πολλοί εχθροί. Ανετράπη δε και το ήμισυ της εξ αριστερών πλευράς του υψώματος, της μόνης ήτις εσώζετο, διεμελίσθησαν οι επ' αυτής, και πολλοί εκαλύφθησαν υπό την ανυψωθείσαν και καταπεσούσαν του πηλού νεφέλην. Μετά δε την έκρηξιν οι Έλληνες ήρχισαν να κανονοβολώσι, να βομβοβολώσι, και να τουφεκίζωσιν· ιδόντες δε ότι οι Τούρκοι εγκατέλιπαν τα χαρακώματά των και έτρεχαν εις τα άνω, εξεπήδησαν του τείχους, τους κατεδίωξαν μέχρι 300 οργυιών και επανήλθαν φέροντες κεφαλάς, όπλα, φορέματα και σημαίας· 3 Έλληνες εφονεύθησαν και 16 επληγώθησαν· εφονεύθησαν και 4 γυναίκες εν τη πόλει, εμπεσούσης σφαίρας 60 λιτρών. Την δε νύκτα της 5, καθ' ήν ραγδαία βροχή έπιπτε και βαθεία σιωπή επεκράτει καθ' όλον το εχθρικόν στρατόπεδον, ερρίφθησαν έσωθεν επί τους εχθρικούς προμαχώνας βομβίδες· και κατά μεν την έκρηξιν της πρώτης ηκούσθησαν κραυγαί, αλλά κατά την της δευτέρας και της τρίτης ουδεμία. Απορούντες οι Έλληνες διά την ασυνήθη σιγήν επήδησαν έξω, ηύραν τα εχθρικά οχυρώματα παρά πάσαν προσδοκίαν κενά, έκαυσαν τα ξύλινα παραπετάσματα, κατέστρεψαν τους προμαχώνας και εισέφεραν την ευρεθείσαν ξύλινον ύλην.
Φαίνεται ότι εξ αιτίας των κατά την 1 συμβάντων απηλπίσθησαν οι εχθροί, και κατέλιπαν τους προμαχώνας, τα χαρακώματα, τα απέναντι των δύο άκρων του προτειχίσματος δύο κανονοστάσια και ανεστρατοπέδευσαν εις τας υπωρείας· ολίγοι δε, προφυλακή του στρατοπέδου, έμειναν φρουροί των αφισταμένων 300 έως 400 οργυιάς του τείχους κανονοστασίων. Τοιουτοτρόπως ήρθη η στενή εξάμηνος πολιορκία, και οι Έλληνες, περιφερόμενοι έκτοτε ελευθέρως έξω του τείχους, έβοσκαν τα κτήνη των υπό τους οφθαλμούς του αλαζόνος Κιουταχή, κατηδάφιζαν τα έργα του, ανώρυτταν την τάφρον και επεσκεύαζαν το τείχος. Αθλία ήτον η κατάστασις του τείχους επί της απομακρύνσεως του εχθρού. Ιδού τι ανέφερεν ο τειχοποιός Κοκκίνης περί αυτού προς την διευθύνουσαν τα της Δυτικής Ελλάδος επιτροπήν την ακόλουθον ημέραν της αναστρατοπεδείας.
«Εξήλθον σήμερον κατά το απαραίτητον χρέος μου διά να εξετάσω την κατάστασιν του προτειχίσματος και να δώσω ορθήν και ακριβή ιδέαν των μηχανημάτων, διά των οποίων ο εχθρός καταφρονών πάσαν αντίστασιν έκαμε τοσάκις απόπειραν του να κυριεύση δι εφόδου το τείχος μας. Εις το περιτείχισμα λοιπόν του Μπότσαρη επροξένησεν ο εχθρός χαλάστραν βατήν (brèche practicable). Εις την αυτήν ευρίσκονται κατηγορίαν και τα περιενδεδυμένα κανονοστάσια του Κοραή, του Ιγνατίου, του Κοκκίνη και του Μακρή· το μεταξύ των κανονοστασίων φράγμα (courtine) υπέφερεν ωσαύτως άκραν φθοράν, εξ ου εναργώς φαίνεται ότι το μέτωπον του περιτειχίσματος έπαθε την μεγαλειτέραν βλάβην· από δε της δυτικής πλευράς όλα των εχθρών τα κινήματα διευθύνθησαν κατά του κανονοστασίου του Φραγκλίνου, επονομαζομένου κεραυνοβόλος, διά του κολοσσαίου εκείνου έργου του υψώματος της ενώσεως. Ομοίως και από της ανατολικής πλευράς η δίοδος της γενικής εφόδου (la descente) κατεσκευάσθη διά του πληρώματος των τάφρων έμπροσθεν των κανονοστασίων του Μακρή, Ρήγα και Μονταλεμπέρτου».
Ιδού και όσα ο ίδιος οχυροποιός ανέφερε περί των έργων των Τούρκων, αφ’ ού τα επεσκέφθη.
«Καθ' όσον ημπορεί κάθε ειδήμων να παρατηρήση, τα χαρακώματα των Τούρκων δεν έχουν ουδεμίαν κανονικήν τάξιν (εννοώ πάντοτε την τάξιν του προσβάλλειν τα τείχη κατά τας νεωτέρας εφευρέσεις των μηχανικών). Είναι αληθές ότι ο εχθρός μετεχειρίσθη τας ελικοειδείς γραμμάς, τας παραλλήλους, τας πλευρικάς των κανονοστασίων, αλλά τα πάντα ήσαν σχεδιασμένα χωρίς την παραμικράν αναλογίαν· δεν είναι άλλο τι το σύμπαν των γιγαντιαίων έργων ειμή ένας λαβύρινθος τουρκικός, εργασίαι πολυχρόνιοι, προσθήκαι, παραπροσθήκαι, προχαρακώματα, αντιχαρακώματα, πράξεις χωρίς αρμονίαν, κατασκευαί χωρίς λόγον, και εν συντόμω τα πάντα είναι μία σύγχυσις και ένας κυκεών καθ' όλους τους λόγους.
« Όσον περί του υψώματος του οχυρώματος (la digue d' union) βλέπει τις εκ του έσωθεν αφ' ενός μέρους τριών οργυιών πλάτος και αφ' ετέρου τεσσάρων και πέντε ήμισυ. Εις ογδοήκοντα οργυιών απόστασιν διακόπτεται εν τω μέσω από μίαν γωνίαν 120 περίπου βαθμών και προς το πρόχωμα (saillant) του κανονοστασίου είναι οχυρωμένη η δεξιά γραμμή και από μεσότειχα (traverses). Τούτο δε μόνον το έργον είναι άξιον προσοχής τινος, καθότι διά την κατασκευήν του άλλο δεν έκαμαν παρά έσκαψαν τρεις περίπου πόδας, και όλα τα αναγκαία χώματα διά την κατασκευήν του τοιούτου είδους υπογείων παραπετασμένων μετεφέρθησαν αλλαχόθεν. Είναι τωόντι παράδοξον το έργον τούτο, είναι όμως Τούρκων».
Τοιαύτη ήτον η κατάστασις των οχυρωμάτων και των πολιορκητών και των πολιορκουμένων καθ' όν καιρόν ετελείωσεν η πρώτη περίοδος της πολιορκίας.