1825-26 |
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΗ'. |
Δευτέρα πολιορκία του Μεσολογγίου. — Περίοδος δευτέρα. |
| Ο δε οθωμανικός στόλος, αφ' ού έγεινεν άφαντος τον ιούλιον απέμπροσθεν του Μεσολογγίου, έπλευσε κατ' ευθείαν εις Αλεξάνδρειαν, όπου ο Μεχμέτ-Αλής ητοίμαζε νέαν εκστρατείαν κατά της Ελλάδος και ωργάνιζε πρό τινος καιρού και άλλα τακτικά στρατεύματα υπό την οδηγίαν των Γάλλων στρατηγών Βογέρου και Λιβρόνου. Λόγος δε διεδόθη ότι η νέα αύτη εκστρατεία ητοιμάζετο κατά Σπετσών και Ύδρας· διά τούτο οι πρόκριτοι των δύο νήσων κατέβαλαν πάσαν φροντίδα προς εξασφάλισιν αυτών μεταφέροντες έξωθεν στρατεύματα. |
| Αφ' ού δε τα πάντα παρεσκευάσθησαν εν Αλεξανδρεία, απέπλευσαν την 5, 6 και 7 οκτωβρίου 145 πλοία υπό τον καπητάμπασαν. Εξ αυτών τα 79 ήσαν πολεμικά· βυζαντινά μεν εννέα φρεγάται, εννέα κορβέτται, δέκα βρίκια, και τρεις γολέτται· αλγερινά δε δύο φρεγάται, δύο κορβέτται και μία γολέττα· μία δε κορβέττα, έν βρίκι, και δυο γολέτται τριπολινά· ήσαν και αιγύπτια δύο φρεγάται, μία κορβέττα, δεκαέξ βρίκια, εννέα γολέτται, έν ατμόπλουν φέρον τρία κανόνια, και δέκα πυρπολικά· τα δε λοιπά ήσαν φορτηγά, 36 αιγύπτια και 30 υπό σημαίας χριστιανικάς. Τα πλοία ταύτα παρέλαβαν δεκακισχιλίους στρατιώτας, εξ ών οκτακισχίλιοι ήσαν νεοσύλλεκτοι τακτικοί Άραβες, οκτακόσιοι άτακτοι Τούρκοι και χίλιοι διακόσιοι ιππείς. Έφεραν δε πολλάς τροφάς και πολλά πολεμεφόδια. Η εκστρατεία αύτη κατευωδώθη ανενόχλητος την 24 οκτωβρίου εις τον λιμένα του Νεοκάστρου. |
| Η έλευσις της νέας ταύτης εχθρικής δυνάμεως εθάρρυνε το φιλόδοξον, τον πολεμομανή, και τον επί τη ευτυχεί εκβάσει των κατά την Πελοπόννησον επιχειρημάτων του επαιρόμενον Ιβραήμην εις το να επιχειρήση εν τη ακμή του χειμώνος ό,τι δεν εδυνήθη να κατορθώση επί του καλοκαιρίου ο αξιώτερος αρχιστράτηγος του σουλτάνου, την άλωσιν του Μεσολογγίου· αφήσας δε φρουράν ικανήν εν Τριπολιτσά και εν τοις μεσσηνιακοίς φρουρίοις έβαλεν εις κίνησιν τα λοιπά στρατεύματα προς τον σκοπόν τούτον, και άλλα μεν αυτών καθώς και το πυροβολικόν έστειλε διά θαλάσσης υπό την συνοδίαν του στόλου, άλλα δε συμπαρέλαβεν αυτός διά ξηράς· |
| Νοέμβριος | και ο μεν στόλος απάρας την 3 και 4 νοεμβρίου εκ Νεοκάστρου εφάνη την 6 έξωθεν του Μεσολογγίου· αυτός δε διέβη ανενόχλητος το Κλειδί, και την 8 έφθασεν εις Αγουλινίτσαν, όπου μαθών ότι κατέφυγαν εις τα εν τη λίμνη αυτής νησίδια πάμπολλοι κάτοικοι των πλησιοχώρων μερών, διέταξε την κυρίευσιν αυτών· και πρώτος αυτός έφιππος και παρακολουθούμενος υπό του ιππικού εισήλασεν εις την λίμνην εξ ενός μέρους, το δε πεζικόν του εξ άλλου, βλέποντες δε οι επί των νησιδίων τα γινόμενα, εμβάντες εις πολλά μονόξυλα, αντέκρουσαν και τους ιππείς και τους πεζούς γενναίως, και πολλούς αυτών εθανάτωσαν· διήρκεσεν η μάχη σχεδόν πανήμερος· οι ιππείς υπέφεραν υπέρ τους λοιπούς, διότι εκόλλησαν οι ίπποι των εις την βορβορώδη λίμνην και εβιάσθησαν να καταβώσιν· εξετραχηλίσθη και ο Ιβραήμης και διεσώθη διά της συνδρομής των δορυφόρων του· 127 εχθρικά πτώματα και 80 ίπποι ευρέθησαν μετά την μάχην εν τη λίμνη· έλειψαν δε και 140 Έλληνες, εξ ών οι μεν εφονεύθησαν πολεμούντες, οι δε ηχμαλωτίσθησαν, και πολλαί γυναίκες και παιδία έπεσαν εις την λίμνην αυθόρμητοι και επνίγησαν εις αποφυγήν ατιμίας και αλλαξοπιστίας. Την δε υστεραίαν επέρασαν οι εχθροί τον Αλφειόν και έκαυσαν τον Πύργον. Εξεστράτευσαν συγχρόνως και οι περί τον εν Πάτραις Ισούφην, έπεσαν αυθημερόν οι μεν εντεύθεν οι δε εκείθεν εις την πόλιν της Γαστούνης, την ηύραν έρημον, την έκαυσαν και διεσπάρησαν εις την λοιπήν επαρχίαν καίοντες, λεηλατούντες, φονεύοντες και αιχμαλωτίζοντες· ηύραν όμως κάπου αντίστασιν, προ πάντων δε εν Βαρθολομιώ, όπου επιπεσόντες ολίγοι απεκρούσθησαν υπό των εγχωρίων. Ούτοι, δράξαντες επί της αποκρούσεως την ευκαιρίαν, μετεκόμισαν τας γυναίκας και τα τέκνα των εις Χλουμούτσι, καί τινες μεν αυτών ενδιέμειναν, άλλοι δε, πλήρεις θάρρους διά την επιτυχίαν των, επέστρεψαν αυθεσπερί εις προφύλαξιν του χωρίου, αν επανήρχοντο οι εχθροί. Την επαύριον επανήλθαν οι εχθροί πολυπληθέστεροι, εναπέκλεισαν τους επανελθόντας και τους επολέμουν. Μαθόντες οι εν Χλουμουτσίω τα γινόμενα έστειλαν αμέσως 150 εκλεκτούς εις αντίληψιν των κινδυνευόντων· αλλ' ούτοι φθάσαντες εις τους αμπελώνας του χωρίου εκυκλώθησαν υπό των εχθρών, και πολεμούντες γενναίως όλοι σχεδόν απωλέσθησαν, συναπωλέσθησαν και 56 εκ των εντός του χωρίου δι' όλης της ημέρας πολεμησάντων· έπαθαν και οι εχθροί βαρείαν ζημίαν. |
| Προχωρούντες δε οι περί τον Ιβραήμην έφθασαν την 17 παρά το μεταξύ Ρίου και Αντιρρίου στόμιον του κορινθιακού κόλπου, όπου και εσκήνωσαν· και ούτος μεν επέρασεν εις Ναύπακτον προς έντευξιν του καπητάμπασα και του Κιουταχή, περιμενόντων αυτόν εκεί, και διέταξε τον Χουσεήμπεην να επανέλθη εις την επαρχίαν της Γαστούνης, να καλέση τους κατοίκους εις υποταγήν και να κυριεύση διά της πειθούς ή της βίας τας επί της παραλίας κρατουμένας υπ' αυτών εισέτι θέσεις. Ο δε εν Πάτραις Ισούφης, ο δι' όλης τετραετίας ευτυχώς αγωνισθείς, απεχαιρέτησε ταις ημέραις εκείναις την Πελοπόννησον κληθείς εις την σατραπείαν της Μαγνησίας· τον διεδέχθη δε ο Δελή Αχμέτπασας. |
| Μεθ' ημέρας δ' επτά της εμφανίσεως του εχθρικού στόλου έξωθεν του Μεσολογγίου, εφάνη και ο ελληνικός υπό τον Μιαούλην πλέοντα επί του Θεμιστοκλέους, διότι το πλοίον του, συγκρουσθέν μετά τινος άλλου και βλαφθέν, εστάλη εις Ύδραν προς επισκευήν. Αλλ', εν ώ τα οθωμανικά πολεμικά πλοία ήσαν 90, εν οίς πολλαί φρεγάται και κορβέτται, τα ελληνικά ήσαν 2 τρικάταρτα και 25 βρίκια και γολέτται· ήσαν δε όλα υδραϊκά, και ανεμένοντο ημέρα τη ημέρα και τα των άλλων νήσων. Αλλ', αν και τόσον δυσανάλογος ο αριθμός, τα ελληνικά ώρμησαν την 13 επί τα οθωμανικά πλέοντα υπό το ακρωτήριον του Πάπα και εναυμάχησαν. Κατά την ναυμαχίαν ταύτην έσπασεν έν των κανονίων του Θεμιστοκλέους και εσκότωσε και επλήγωσεν 11 ναύτας. Την δε εφεξής νύκτα εκάθησε προς τας Σκρόφας το πλοίον του Ζάκα, αλλά διά της αντιλήψεως των λέμβων του στόλου ανέπλευσε. Επανελήφθη η ναυμαχία και την επαύριον, καθ' ήν ο Μπούτης ίθυνε το πυρπολικόν του είς τινα κορβέτταν, αλλά πριν το ανάψη, οι εχθροί κανονοβολούντες του έρριψαν κάτω τα κατάρτια. Την δε 15 μαθών ο Μιαούλης ότι οι καταφυγόντες εις Χλουμούτσι επί της διαβάσεως του Ιβραήμη κατεστενοχωρούντο, έστειλε πλοίον προς μετακόμισιν αυτών εις Κάλαμον. Έμαθε δε την αυτήν ημέραν ότι η φρουρά του Μεσολογγίου εστερείτο τροφών· και αγοράσας διά συνεισφοράς ιδίας και των πλοιάρχων ηγωνίζετο να τας αποστείλη εις την πόλιν· αλλ' ηγωνίζοντο και οι εχθροί εις ματαίωσιν του σκοπού του κατέχοντες τους είσπλους της λίμνης· ώρμησαν δε την 17 επί τους Έλληνας πλέοντας υπό τας Σκρόφας, εναυμάχησαν υπό καλόν άνεμον, αλλ' απεμακρύνθησαν άπρακτοι· εναυμάχησαν και την επιούσαν προς το αυτό μέρος, και μετά την δύσιν του ηλίου απεμακρύνθησαν επίσης άπρακτοι· εκάη δε κατά λάθος ανωφελώς την αυτήν νύκτα το πυρπολικόν του Δημαμά. |
| Την δε 20 εισεβιβάσθησαν αι αγορασθείσαι τροφαί εις Μεσολόγγι επί των λέμβων των διαφόρων πλοίων διά του Πεταλά. Το πρωί της 21 έπλεαν τα ελληνικά πλοία παρά τα νησίδια του Δραγαμέστου. Ευρών ο εχθρικός στόλος καλόν άνεμον επέπλευσε μετά μεσημβρίαν, προπορευομένων των πυρπολικών του· ήρχισεν η ναυμαχία· η θέσις ήτο στενή και διάφορα πλοία ελληνικά ηναγκάσθησαν να διαπλεύσωσι τα νησίδια εις αντιπαράταξιν. Έν δε των εχθρικών πυρπολικών έπλεεν επί το πλοίον του Λαλεχού· έτρεξαν αι λέμβοι των ελληνικών πλοίων εις άλωσιν ή φθοράν του πυρπολικού, δε δειλοί και ανεπιτήδειοι ναύται του ιδόντες τον κίνδυνον, το εγκατέλειψαν άκαυστον και έφυγαν εμβάντες εις την λέμβον, αυτό δε έπεσεν είς τι νησίδιον, όπου οι Έλληνες το έκαυσαν· ο δε εχθρός μετά την αποτυχίαν του πυρπολικού του απεμακρύνθη. Εν τη ναυμαχία ταύτη εσκοτώθησαν δύο πλοίαρχοι του εχθρικού στόλου, επληγώθησαν και διάφοροι Έλληνες ναύται και ο πλοίαρχος Λάζαρος Πινότσης εις τον μηρόν. Την 23 εισεβιβάσθησαν πάλιν ολίγαι τροφαί εις Μεσολόγγι διά του Πεταλά. Την δε 25 ηκούσθησαν πολλοί τουφεκισμοί κατά Γλαρέντσαν. Επλησίασεν ο Μιαούλης, και μαθών ότι πολλοί των επί της παραλίας κατοίκων της επαρχίας Γαστούνης, θέλοντες να περάσωσι χάριν ασφαλείας εις Ζάκυνθον, εκινδύνευαν να αιχμαλωτισθώσιν, έστειλε τας λέμβους και έσωσε πολλούς αυτών. Εν ώ δε οι ναύται ητοιμάζοντο ν' αποβώσι προς καταδίωξιν των καταδιωκόντων, εφάνη ο εχθρικός στόλος· ανεκλήθησαν τότε οι ναύται και ήρχισε περί την εσπέραν ναυμαχία καθ' ήν είς των πυρπολητών, ο Θεοδωράκης Βώκου, βαστών την πυρφόρον εσχάραν εντός του εφολκίου του υπό την πρύμνην του πυρπολικού του πλησίον εχθρικής φρεγάτας, έπεσεν εις την θάλασσαν και επνίγη, αποκοπεισών των δύο χειρών του υπό κανονοβολής· έπεσε δε εις χείρας των εχθρών συγχρόνως και το πυρπολικόν του, κοπέντος δι' άλλης κανονοβολής του σχοινίου δι' ου ερρυμουλκείτο, αλλ' οι ναύται όλοι εσώθησαν. Την νύκτα διεχωρίσθησαν οι στόλοι επελθούσης τρικυμίας. Όσον δε μικρός και αν ήτον ο αριθμός των ελληνικών πλοίων, όσον ολίγη και αν ήτον η δύναμίς των, η ευτολμία των εν αυτοίς κατά την εκστρατείαν ταύτην εφάνη αξιοθαύμαστος. Όχι μόνον τα πλοία αλλά και αυτά τα πλοιάρια τόσον κατεφρόνουν τον επί τω πλήθει και τω μεγέθει των πλοίων του αλαζονευόμενον εχθρόν, ώστε επί της κατά των 22 ναυμαχίας το παρευρεθέν πλοιάριον του μοιράρχου Κωνσταντίνου Τρικούπη (α) πλησιάσαν την εχθρικήν ναυαρχίδα ήρχισε και εκείνο να κανονοβολή την πρύμνην αυτής. Εν τούτοις, ούτε τροφάς ούτε πολεμεφόδια η υδραϊκή αύτη μοίρα διά τας επικρατούσας κακοκαιρίας ελάμβανεν, αν και εν καιρώ εξ Ύδρας εστάλησαν, ουδέ τα των Σπετσών πλοία διά τον αυτόν λόγον εφαίνοντο, αν και εξέπλευσαν· ώστε ο Μιαούλης ηναγκάσθη, να επαναπλεύση εις τα ίδια και ν' αφήση την πόλιν του Μεσολογγίου υπό στενότατον αποκλεισμόν. Μετ' ολίγας δε ημέρας απέπλευσεν εις τα ίδια και η εν Πάτραις υπό τον καπητάμπασαν αλγερινή μοίρα και παρ' ολίγον κατεποντίσθησαν έμπροσθεν του Πάπα δύο κορβέτται, επελθούσης δεινής τρικυμίας. |
| Εν τούτοις, ο Χουσεήμπεης βαστών, καθ' ας έλαβε διαταγάς παρά του Ιβραήμη, διά της μιας χειρός το ξίφος και διά της άλλης τα αμνηστήρια, περιέτρεχε την επαρχίαν της Γαστούνης· αλλά τα αμνηστήρια δεν ίσχυαν, και το ξίφος του εφαίνετο η μόνη ισχύς του. Εκτός των επί της διαβάσεως του Ιβραήμη καταφυγόντων εις Χλουμούτσι, τινές κατέλαβαν και την Σκαφιδιάν υπό τον Γεώργην Μίτσου. Οι εχθροί επολέμησαν την 3 δεκεμβρίου, αλλ' εστράφησαν εις τα οπίσω βλαφθέντες μάλλον ή βλάψαντες. Άλλοι δέ τινες εστράτευσαν, οι μεν εις το Φραγκοπήδημα και έτρεψαν τους εκεί Έλληνας εις φυγήν, οι δε εις το Πυργί, όπου έκαυσαν έν ζακύνθιον πλοιάριον και εφόνευσαν και τους ναύτας ως συμπολεμιστάς των Ελλήνων. |
| Ο δε Ιβραήμης, συλλαλήσας μετά του καπητάμπασα και του Κιουταχή εν Ναυπάκτω, εισέπλευσε τον κορινθιακόν κόλπον μέχρι Γαλαξειδίου και Σαλώνων συνοδευόμενος υπό μιας μοίρας του στόλου, κατέστρεψε 30 πλοιάρια, απέβη εις την ξηράν, δεν επροχώρησεν εις τα ενδότερα, επανήλθεν εις Πάτρας την 27 νοεμβρίου και έστειλε το πλείστον του πεζικού εις Κρυονέρι· τα δε πλείστον του ιππικού εξεχείμαζεν εν Πάτραις και Γαστούνη, υπό τας διαταγάς του Δελή Αχμέτη, αφανίσαντος επί του χειμώνος τας επαρχίας Γαστούνης και Πύργου και πατήσαντος και την Καρύταιναν. |
| Δεκέμβριος | Την δε 12 δεκεμβρίου διεβιβάσθη ο Ιβραήμης εις Κρυονέρι, όπου έστησε το στρατοπεδαρχείον του· και την επιούσαν προς το εσπέρας εφάνησαν οι Άραβες κατά πρώτον έξωθεν του Μεσολογγίου υπό τον ήχον της μουσικής και των τυμπάνων, προπορευομένου του πυροβολικού, ακολουθούντος του πεζικού, και ουραγούντος του ιππικού· εσκήνωσαν δε χωριστά των άλλων, και κατεγίνοντο δύο εβδομάδας εις οπλασκίας. |
| Ουδέν άξιον ιστορικού λόγου συνέβη καθ' όλον το μεταξύ της μεταστρατοπεδείας του Κιουταχή και της αφίξεως των Αράβων. Κρότοι κανονίων ηκούοντο συχνάκις, και ακροβολισμός τις εγένετο κατά τον άγιον Αθανάσιον, εξορμησάντων τινών των εν τη πόλει υπό τον Βέικον· αλλ' εφωράθη εν τω διαστήματι, τούτω υπεράλλοτε η ωμότης του θηριώδους Κιουταχή. Συλλαβών ούτος Χριστιανούς τινας αόπλους κατά το Βενέτικον εσούβλισε την 8 και ανεστήλωσεν έμπροσθεν των κανονοστασίων του εις το θεαθήναι ένα ιερέα και δύο γυναίκας, εσούβλισε και ανήλικά τινα παιδία προς τιμωρίαν των πατέρων. |
| Την δε 20 αφίχθη ο Ιβραήμης έξωθεν του Μεσολογγίου και έστησε την σκηνήν του πλησίον της του Κιουταχή, αφήσας μέρος του στρατού κατά το Κρυονέρι υπό τον γενικόν φροντιστήν Βιλάλαγαν εις φύλαξιν των τροφών. Δυσηρέστησεν εις άκρον η έλευσις της νέας ταύτης δυνάμεως τον Κιουταχήν και δικαίως, διότι όλη η δόξα θ' απεδίδετο εις τον Ιβραήμην, αν ευδοκίμει η πολιορκία· αυτός δε θα κατεκρίνετο ως ανάξιος. Τον δυσηρέστει δε και ο προς αυτόν αγέρωχος εκείνου τρόπος, διότι γαυριών διά τα κατά την Πελοπόννησον πρόσφατα κατορθώματά του, τω είπεν επί της πρώτης συνεντεύξεως, ότι ηπόρει πώς διά τόσων στρατευμάτων, και εν οκταμήνω διαστήματι δεν εδυνήθη να κυριεύση την φ ρ ά κ τ η ν - ε κ ε ί ν η ν, δεικνύων το Μεσολόγγι, εν ώ ούτος εκυρίευσε φρούριον οχυρόν, το του Νεοκάστρου, εν ολίγαις ημέραις. Λογοτριβής δε μεταξύ αυτών σφοδράς γενομένης, τω επρόβαλεν ο Ιβραήμης να εκλέξη έν των δύο, ή ν' αναδεχθή την άλωσιν της πόλεως άνευ της συνδρομής του εντός ενός μηνός, ή να παραιτηθή, και την ανεδέχετο αυτός εντός 15 ημερών. Εξεμάνη ο φιλότιμος Κιουταχής επί τη θρασυστομία του αντιζήλου του, εζήτησε καιρόν να σκεφθή, και συγκαλέσας τους γνωστοτέρους των οπλαρχηγών του εις συμβούλιον, τοις εκοινοποίησε βαρυθυμών όσα ήκουσε, και τους εξώρκισε να μη καταισχυνθώσι και καταισχύνωσι, και αυτόν επιτρέποντες ν' αφαρπάση άλλος την δόξαν των. «Ο αρχηγός των Αράβων», απεκρίθη ο Ταχήρ-Αμπάζης εκ στόματος όλων, «φρονεί ότι πολεμούμεν ανθρώπους ομοίους εκείνων ους επολέμησεν εν Πελοποννήσω. Ημείς εδοκιμάσαμεν τους εν Μεσολογγίω, εγνωρίσαμεν την αξίαν των, και δεν επιθυμούμεν να τους δοκιμάσωμεν εκ νέου· ας τους δοκιμάση αν αγαπά, η Υψηλότης του, και τότε θα κρίνει περί αυτών ορθότερον». Την γνώμην ταύτην ακούσας ο Ιβραήμης, ανεδέχθη προθύμως αυτός μόνος τον αγώνα, αλλ' απήτησε ν' απομακρυνθώσι και τα υπό τον Κιουταχήν στρατεύματα και αυτός ο Κιουταχής. Συγκατετέθη ούτος υπό τον όρον να απαλλαγή πάσης προς τον σουλτάνον ευθύνης· έστερξεν ο Ιβραήμης, και απέστειλε τας περί τούτου αναγκαίας αναφοράς εις Κωνσταντινούπολιν. |
| Μετά δε την αποχώρησιν του Κιουταχή, κατεβίβασεν ο Ιβραήμης δύο λόχους όπου ήσαν τα κανονοστάσια και έλαβεν υπό την εξουσίαν του αυθημερόν τα της ανατολικής πλευράς· αλλ' εδοκίμασεν ευθύς την τόλμην των φρουρούντων την φ ρ ά κ τ η ν, διότι, εν ώ εξεφόρτοναν οι Άραβες τα σκεύη των, εξελθόντες της πόλεως τινες ήρπάσαν 8 καμήλους υπό τους οφθαλμούς και υπό τον τουφεκισμόν αυτών. Την 29 παρέλαβαν οι Άραβες όλα τα άλλα κανονοστάσια. |
| Προ της ενάρξεως δε των εχθροπραξιών, ήτοι την 1 ιανουαρίου, επρότεινεν ο Ιβραήμης τη φρουρά να στείλη τινάς προς αυτόν επί συμβιβασμώ λαλούντας και άλλας γλώσσας παρά την ελληνικήν· υπέσχετο δε ανταποστολήν οικείων του προς ασφάλειαν των ζητουμένων «Ημείς», απήντησεν η φρουρά, «είμεθα αγράμματοι, γλώσσας δεν εμάθαμεν, εμάθαμεν μόνον να πολεμώμεν». Μετά την απάντησιν ταύτην ήρχισεν ο πρώτος κανονοβολισμός. |
| Ο δε καπητάμπασας, ο και τον παρελθόντα ιούλιον προτείνας συμβιβασμόν τη φρουρά του Μεσολογγίου διά του διοικητού της αυστριακής φρεγάτας Ήβης, ηθέλησε να επαναλάβη τα αυτά και μετά τον εμφανισμόν των Αράβων. Επί τω σκοπώ τούτω ο διοικητής της βρεττανικής κορβέττας, Ρόδου, έστειλε την 15 προς την φρουράν επιστολήν λέγουσαν, ότι ο καπητάμπασας τω επρόβαλε να ειδοποιήση τας εν Μεσολογγίω Αρχάς, ότι όλαι αι προπαρασκευαί εις έφοδον ετελείοναν εν διαστήματι 8 ημερών· αλλ' ότι επεθύμει εις αποφυγήν αιματοχυσίας να μάθη αν η φρουρά συγκατετίθετο να συνθηκολογήση και υπό ποίους όρους· προσειδοποίει δε ο πλοίαρχος, ότι γνώμην αυτός περί τούτου δεν έδιδεν, ουδ' εγγυητής της προβαλλομένης συνθήκης εγίνετο. Λαβούσα η φρουρά την επιστολήν απήντησεν, ότι οι Έλληνες ακαταλογίστους ζημίας υπέφεραν, αίμα αφειδώς έχυσαν, οι τόποι των ερημώθησαν, και ουδέν άλλο τους ικανοποιεί παρά την ελευθερίαν και ανεξαρτησίαν των· είχαν δε κυβέρνησιν, εις ην και μόνην απέκειτο να διαπραγματευθή ειρήνην ή πόλεμον, και εις ην υπακούοντες χρέος είχαν να πολεμήσωσι και αποθάνωσιν. |
| Εν ώ δε η υδραϊκή μοίρα επανέπλεεν εις τα ίδια, η των Σπετσών έπλεε προς το Μεσολόγγι, και φθάσασα κατά τας Σκρόφας περιέπλεε περιμένουσα τας άλλας, ηναγκασμένη εξ αιτίας της ολίγης δυνάμεώς της ν' αφήση τους διάπλους της λίμνης του Μεσολογγίου εις την διάκρισιν του εχθρικού στόλου. Ανυπόμονος ήτον ο Μιαούλης να επανέλθη εις τον αγώνα· οι ναύται δεν εζήτουν μισθούς, αλλά τοις έλειπαν τροφαί και πολεμεφόδια· το δε ταμείον ήτο κενόν, και μόνη ελπίς εφαίνετο η προαιρετική συνεισφορά· η ελπίς αύτη επληρώθη. Πρώτοι οι βουλευταί, οι νομοτελεσταί και οι υπουργοί έδωκαν το αξιέπαινον παράδειγμα συνεισφέροντες γρόσια 144,000. Το παράδειγμα τούτων εμιμήθησαν και οι εν Σύρα έμποροι συνεισφέροντες και αυτοί 30,000, συνεισέφεραν και άλλοι πολίται, και τοιουτοτρόπως η υδραϊκή μοίρα εξ 20 πλοίων εξέπλευσεν υπό τον Μιαούλην την 19 δεκεμβρίου. Συνεξέπλευσαν και 4 ψαριανά· ηλπίζετο δε να ευρεθώσι παρά την πολιορκουμένη πόλιν και τα σπετσιωτικά, αλλά ταύτα είχαν αναχωρήσει. |
| Τρία μόνον εξ αυτών απαντήσαντα τα υπό τον Μιαούλην επέστρεψαν προθύμως. |
| Ιανουάριος | Μεγάλη τρικυμία επήλθε την νύκτα της 5 Ιανουαρίου, πλέοντος του ελληνικού στόλου έξωθεν της Ζακύνθου, και εβυθίσθη το πυρπολικόν του Πιπίνου, αλλ' όλοι οι εν αυτώ διεσώθησαν. Εχάρη χαράν μεγάλην η φρουρά του Μεσολογγίου λαβούσα γράμμα του Μιαούλη λέγον, ότι ο ελληνικός στόλος έφθασεν εις Σκρόφας, και ότι έφερε τροφάς και πολεμεφόδια προς χρήσιν αυτής. Έπασχαν δε οι της φρουράς κατ' εκείνας τας ημέρας τόσην έλλειψιν τροφών, ώστε, αφ' ού έφαγαν όλα τα εντός της πόλεως ζώα, εμοίραζαν το καθημερινόν ψωμίον προς 50· και μετά ταύτα προς 30 δράμια τον άνθρωπον. Την 9 ηγκυροβόλησεν ο ελληνικός στόλος εν τω λιμένι του Μεσολογγίου· αλλ', εν ώ κατεγίνετο εις αποβίβασιν των τροφών και των πολεμεφοδίων, και τα πλοία εσάλευαν επί δύο αγκυρών εξ αιτίας της διαρκούσης δεινής τρικυμίας, εφάνησαν εξερχόμεναι του κόλπου και ιστιοδρομούσαι επί τα εν τω λιμένι του Μεσολογγίου πλοία υπό ούριον άνεμον 14 φρεγάται και κορβέτται και 2 βρίκια. |
| Ο Μιαούλης, συλλογισθείς ότι ο εχθρός επροσπάθει ν' απομακρύνη τα ελληνικά πλοία και εμποδίση την εισαγωγήν των τροφών, απεφάσισε να ναυμαχήση επ' αγκύρας. Δύο εχθρικαί φρεγάται επλησίασαν περί την μεσημβρίαν της 10 την μικράν ελληνικήν ναυαρχίδα μέχρι βολής πιστόλας, επέρριψαν τους κεραυνούς των, και οι ναύται της φοβηθέντες έκοψαν εν αγνοία του ναυάρχου τας δύο αγκύρας· κατά το παράδειγμα τούτο έκοψαν και των άλλων πλοίων τας αγκύρας οι ναύται αυτών, και ούτως ο ελληνικός στόλος ανήχθη όλος, διέρρηξε την εχθρικήν γραμμήν υπό τον σφοδρόν αυτής κανονοβολισμόν και έπλευσε προς τας Σκρόφας φεύγων· διάφορα ελληνικά πλοία εβλάφθησαν, ενός δε έσπασε και το κατάρτιον. Αφ' ού δε απεμακρύνθησαν, έμαθεν ο Μιαούλης ότι εκάθησεν εις τα ρηχά του Προκοπανίστου μία βυζαντινή κορβέττα 26 κανονίων, έπλευσε προς εκείνα τα νερά, και την νύκτα της 15 ο πυρπολητής Πολίτης την έκαυσεν, οι δε εν αυτή 300 Τούρκοι, και 30 ναυτολογηθέντες κατά το σύνηθες διά της βίας Χριστιανοί, οι μεν εκάησαν οι δε επνίγησαν, τινές δε εμβάντες εις τας λέμβους των διεπέρασαν ως απηλπισμένοι ανάμεσον του ελληνικού στόλου, και εξ αυτών ολίγοι διεσώθησαν. Η θέα εν τοσούτω της πυρκαϊάς και η βροντή της εκραγής τόσον εφόβησαν τον εχθρόν, ώστε 20 πλοία, υπό το ακρωτήριον του Πάπα πλέοντα, αντί να δράμωσι κατά των Ελλήνων, ετράπησαν εις αισχράν φυγήν εντός του κόλπου. Την δε 16 το πρωί 60 εχθρικά πλοία απέπλευσαν εκ νέου εκ Πατρών και Κρυονερίου. Ο ελληνικός στόλος, πλέων έξωθεν του Μεσολογγίου επ' ελπίδι να εύρη ευκαιρίαν εις εισαγωγήν των τροφών, έδραμεν εις συνάντησίν των, και μεσουρανούντος του ηλίου ήρχισεν ο κανονοβολισμός· δυο εχθρικά πυρπολικά επλησίασαν τον ελληνικόν στόλον· απέδραμαν οι Έλληνες εμβάντες εις τας λέμβους· έντρομοι οι ναύται του ενός το παρήτησαν εις χείρας των Ελλήνων σώον και έφυγαν, το δε άλλο ελυτρώθη φεύγον. Το δειλινόν διεχωρίσθησαν οι στόλοι, και ο μεν τουρκικός επανέπλευσεν εις τον λιμένα των Πατρών, ο δε ελληνικός εις τον του Μεσολογγίου, ανείλκυσε τας αγκύρας του και έστειλεν εις την πόλιν όσα έφερεν εις χρήσιν της φρουράς τρόφιμα και πολεμεφόδια και επτακισχίλια κοιλά αραβοσίτου, άτινα παρέλαβεν εν τω νησιδίω του Πεταλά. Τοιουτοτρόπως προμηθεύθη η φρουρά μόλις διμήνου τροφής. Καθ' ήν δε ημέραν έτοιμος ήτον ο ελληνικός στόλος να επαναπλεύση, εις τα ίδια ως αποπερατώσας ευτυχώς το έργον της αποστολής του, ό εστι την 23, εξέπλευσεν ο εχθρικός. Ανήχθη και ο ελληνικός και αντιπαρετάχθη. Ολίγον διήρκεσεν η ναυμαχία, οι στόλοι διεχωρίσθησαν, και ο ελληνικός επανέπλευσεν εις Ύδραν, ως εσκόπευε, φέρων τους οπλαρχηγούς Ίσκον, Βέικον, Ζέρβαν, Μήλιον και Κουσουρήν, αποστελλομένους προς την κυβέρνησιν παρά της φρουράς του Μεσολογγίου διά τας χρείας αυτής και του τόπου. Πέντε Έλληνες εφονεύθησαν και δεκατέσσαρες επληγώθησαν εν ταις επί της ναυτικής ταύτης εκστρατείας μάχαις. Οι τέσσαρες δε εκ των φονευθέντων και οι εννέα εκ των πληγωθέντων ήσαν εκ του πληρώματος της κορβέττας Θεμιστοκλέους παθόντες εκ της εκ δευτέρου εκραγής ενός των κανονίων της, διαρκούσης της μάχης. Την δε 30 ανεχώρησαν εκ Πατρών 45 εχθρικά πλοία εις Μοθώνην και απεβίβασαν ασθενείς και πληγωμένους. |
| Ο δε Ιβραήμης ησχολείτο εις ανέγερσιν πυροβολοστασίων εις επισκευήν και κατασκευήν πλοιαρίων και εις μετακόμισιν πολεμεφοδίων· εν ελλείψει δε αμαξών και αμαξιτών οδών, οι Άραβες μετεκόμιζαν εκ Κρυονερίου επί των χειρών τας σφαίρας· και επειδή διεπέρων τον Φίδαρην και ώδευαν οδόν αλλού μεν πετρώδη άλλου δε βαλτώδη, ήτο δε και ο καιρός βροχερός και η απόστασις 12 μιλίων, οι δυστυχείς μετακομισταί κοπιώντες και κακοπαθούντες ηρρώστουν καί τινες απέθνησκαν· εγίνοντο δε και αίτιοι ακουσίως συχνών πυρκαϊών εν τω στρατοπέδω ανάπτοντες εις θέρμανσιν πολλά και μεγάλα πυρά. |
| Φεβρουάριος | Εν τούτοις, εργαζόμενοι οι περί τον Ιβραήμην αδιακόπως ύψωσαν την 6 φεβρουαρίου εντός 400 βημάτων από του τείχους τρία κανονοστάσια αντικρύ το μεν της δεξιάς πλευράς, το δε της αριστεράς, το δε έμπροσθεν του μετώπου του τείχους. Επτά κανονοθυρίδας είχεν έκαστον κανονοστάσιον· μεταξύ δε αυτών ανηγέρθησαν προμαχώνες. Τούτων δε τελειωθέντων, κατεσκευάσθη κυκλοειδές οχύρωμα εκ χωμάτων όπισθεν του κανονοστασίου του επί του μετώπου 600 οργυιάς μακράν του προτειχίσματος του Μπότσαρη εις επίθεσιν βομβοβόλων· και επειδή διά των νέων τούτων πυροβολοστασίων και προμαχώνων οι εχθροί ήλθαν πολλά πλησίον του τείχους, συνέβαιναν συχνοί αλλά μικρού λόγου ακροβολισμοί. Οι εχθροί κατεσκεύασαν μετά ταύτα και άλλο κανονοστάσιον προς τα παράλια της Άσπρης Αλικής αντικρύ του νησιδίου της Σκύλας· κατεσκεύασαν δε τα κανονοστάσια ταύτα ογκώδη, ώστε να μη τα διαπερώσιν αι μικραί σφαίραι των Ελλήνων. Αφ' ού δε τα ώπλισαν, ήρχισεν, ανατείλαντος του ηλίου της 13, βαρύς πυροβολισμός κατά του τείχους και της πόλεως, και διήρκεσε μέχρι της 15 ακατάπαυστος και σφοδρότατος ημέραν και νύκτα. 40 κανόνια και βομβοβόλοι ήσαν εν χρήσει την 14 και 8000 σφαίραι, βόμβαι, και βομβίδες ερρίφθησαν· 60 λιτρών ήσαν αι σφαίραι και υπερμεγέθεις αι βόμβαι και αι βομβίδες· προσεβάλλετο δε συγχρόνως και το επί του νησιδίου της Μαρμαρούς κανονοστάσιον. Απτόητοι και καρτερικοί οι της φρουράς απέδειξαν, κανονοβολούντες και τουφεκίζοντες αδιακόπως, ότι δεν εφοβούντο τους νέους πολιορκητάς, αν και οι κανονοβολισταί των ήσαν επιδεξιώτεροι των άλλων και επροξένουν μεγάλην φθοράν, όχι όμως και μεγάλην αιματοχυσίαν, διότι οι έγκλειστοι έμαθαν εξ ών έπαθαν πώς να προφυλάττωνται. Την δε 15 εμετρίασαν οι εχθροί τον πυροβολισμόν και ησχολήθησαν εις ανέγερσιν προμαχώνων πλησιέστερον του τείχους μεταξύ του προτειχίσματος του Φραγκλίνου και του μηνοειδούς προφράγματος. Τόσον δε επλησίασαν, ώστε πρός τινα μέρη έστησάν τινας 20 μόνον βήματα μακράν του τείχους· αφ' ού δε τοιουτοτρόπως ητοιμάσθησαν, επεχείρησαν ην εμελέτων έφοδον. |
| Δευτέραν ώραν μετά το μεσονύκτιον της 16, διαρκούντος σφοδρού κανονοβολισμού και τουφεκισμού, και ασελήνου ούσης της νυκτός, οι πλησιέστεροι εχθροί ώρμησαν επί το προτείχισμα του Μπότσαρη, ρίπτοντες βομβίδας διά χειρός έσω του τείχους· κατέλαβαν και το ως προφυλακτήριον αυτού υψωθέν πρόχωμα, και ήρχισαν εκείθεν μανιωδώς να τουφεκίζωσιν· ήτο δε και το πυρ των πυροβολοστασίων ακοίμητον. Ήρχισε τότε έσωθεν επίσης σφοδρός κανονοβολισμός και τουφεκισμός, και υπό το σκότος της νυκτός και το μέγα και παχύ νέφος του καπνού της πυρίτιδος δεν διεκρίνετο ειμή λάμψις ασβέστου πυροβολής και εκρηγνυομένων βομβών και βομβίδων· συνεστώσης δε της μάχης, οκτώ λόχοι Αράβων ήλθαν εις βοήθειαν των επί του προχώματος μαχομένων, και ο πόλεμος διήρκεσεν όλην την νύκτα· ανατείλαντος δε του ηλίου, ήλλαξεν η θέσις των μαχομένων. Ενθουσιώσα η φρουρά εξήλθε του φρουρίου, έπεσε ξιφίρης επί τους εχθρικούς προμαχώνας και τους όπισθεν του προχώματος συσσωρευμένους εχθρούς, εσκέπασε το μέρος εκείνο εχθρικών πτωμάτων, εζώγρησέ τινας, επήρε σημαίας, άπειρα οχυρωτικά εργαλεία, πάμπολλα όπλα και άλλα είδη, απεμάκρυνεν όλους τους εχθρούς, εκυρίευσε το πρόχωμα και επέστρεψε τροπαιούχος και λαφυροφόρος. Ο δε Ιβραήμης, ιδών τα γινόμενα, άφησε την προς τας υπωρείας σκηνήν του και κατέβη εις το πεδίον της μάχης θαρρύνων τα δειλιάσαντα στρατεύματά του να εφορμήσωσι και εκ δευτέρου· εφώρμησαν και κατέλαβαν το πρόχωμα· αλλ' οι Έλληνες άναψαν μικράν υπόνομον προπαρασκευασμένην, και έφθειραν πολλούς, οι δε διασωθέντες επτοήθησαν και ετράπησαν. Αλλ' η φρουρά του σατράπου, όχι μόνον τους φεύγοντας ηνάγκασε διά της μάστιγος να επιστρέψωσιν αλλά και άλλους άλλοθεν εις το πεδίον της μάχης έφερε. Τοιουτοτρόπως επεσωρεύθησαν και εκ τρίτου οι εχθροί επί το πρόχωμα· αλλά, δύσαντος του ηλίου, εξώρμησαν πάλιν οι Έλληνες και έπεσαν εις τον σωρόν θύοντες, διασκορπίζοντες και καταδιώκοντες τους εχθρούς μέχρι των χαρακωμάτων αυτών· και άλλοι μεν υπό το σκότος της νυκτός συνήλθαν επί της δευτέρας παραλλήλου τουφεκίζοντες, άλλοι δε ανέτρεπαν τα πλησιέστερα του φρουρίου έργα των εχθρών συνάξαντες δε πάλιν πολλά λογχοφόρα όπλα και πολεμεφόδια και άλλα πολυειδή λάφυρα επανήλθαν εις την πόλιν. Έντρομος ο εχθρός δι' όσα έπαθεν, έπαυσε κανονοβολών, εν ώ απ' εναντίας τα ελληνικά πυροβολοστάσια εκανονοβόλουν παννύχια. Οι Άραβες, ως δούλοι και ως τακτικοί, έδειξαν άκραν υπακοήν εις τους αρχηγούς των, αλλά πολεμούντες εφάνησαν ανανδρότατοι· πολλάκις πτοούμενοι εκ μόνων των κραυγών των Ελλήνων επιπιπτόντων παρέδιδαν τα λογχοφόρα όπλα των φωνάζοντες Α μ ά ν - κ α π η τ ά ν. Άδηλος αλλά πολύς ο αριθμός των παθόντων εχθρών. Εκ δε των Ελλήνων 17 εφονεύθησαν και 11 επληγώθησαν, εν οίς και ο οπλαρχηγός Σουλτάνης. |
| Τελειωθείσης δε της μάχης, ο Κιουταχής, όστις μακρόθεν ιστάμενος εθεώρει εν αγαλλιάσει τα γενόμενα, επεσκέφθη τον Ιβραήμην· «φρονείς», τω είπε, «και σήμερον ό,τι χθες εφρόνεις περί της φράκτης;» «Σήμερον έμαθα», απεκρίθη ο Ιβραήμης, «ότι όσα είπες ήσαν αληθή, και εύχομαι να δυνηθώμεν ηνωμένοι να κατορθώσωμεν ό,τι ούτε συ χωρίς εμού, ούτ' εγώ χωρίς σου δυνάμεθα». «Έτοιμος είμαι να συμπράξω», επανέλαβεν ο Κιουταχής, «αν γράψης εις Κωνσταντινούπολιν ότι ανάγκην έχεις της συμπράξεώς μου». Υπήκουσε προθύμως ο Ιβραήμης, και έκτοτε τα δύο στρατόπεδα συνέπραξαν εις άλωσιν της πόλεως. Συνέτρεξαν δε εις την συνδιαλλαγήν και δύο επίσημοι άνδρες, σταλέντες επί τούτω εκ Κωνσταντινουπόλεως, γνωσθείσης της διαφωνίας. |
| Εν τοσούτω, η αποτυχία των κατά ξηράν πολεμικών κινημάτων ηνάγκασε τον Ιβραήμην να στρέψη την προσοχήν του όλην εις την λίμνην, και επί τω σκοπώ τούτω ερρίφθησαν την 17 εν αύτη 32 πολύκωπα και ανίστια πλοιάρια ελαφράς όλα κατασκευής ένεκα των αβαθών νερών της λίμνης, και ο στολίσκος ούτος ωρμίσθη παρά το νησίδιον Σκύλαν προστατευόμενος υπό του επί της αντικρύ ξηράς κανονοστασίου. Την αυτήν δε ημέραν τα εις Μοθώνην αποπλεύσαντα προ ολίγων ημερών πλοία επανέπλευσαν εις Πάτρας φέροντα στρατεύματα και τροφάς. Την δε 19 έπλευσεν ο εν τη λίμνη στολίσκος κατά τον Προκοπάνιστον και επανήλθεν αυθημερόν εις Σκύλαν. Την δ' επαύριον τα μεν των πλοιαρίων εκανονοβόλησαν το Βασιλάδι, τα δε εβόλισαν τα νερά της Κλείσοβας. Την δε 22 εξέπλευσε του κόλπου των Πατρών το ατμόπλουν του εχθρού, σύρον σχεδίας και λανσόνια, και την εσπέραν της αυτής ημέρας εμβήκαν διά του Κ ό μ μ α τ ο ς του Προκοπκνίστου πέντε σχεδίαι και εννέα λανσόνια. Εισέπλευσαν την επιούσαν και άλλαι τρεις σχεδίαι και εννέα λανσόνια και δι' αυτών απεκλείσθησαν στενώς όλα τα περάματα της λίμνης, εν ή διέμενε και ο εχθρικός στολίσκος. |
| Αφ' ού δε ο Ιβραήμης διέθεσε τοιουτοτρόπως τα κατά θαλασσαν διέταξε τον προ ολίγου ελθόντα εις το εκτός του Μεσολογγίου εχθρικόν στρατόπεδον εκ της επαρχίας της Γαστούνης Χουσεήμπεην να κινηθή εις άλωσιν του Βασιλαδίου. Επ' αυτού έκειντο 14 κανόνια, εξ ών τα 2 των 18 λιτρών, τα δε λοιπά των 12· ήσαν δε οι υπερασπισταί του 80, οι μεν 60 τουφεκοφόροι υπό τον Σπύρον Πεταλούδην, οι δε 20 κανονοβολισταί υπό τον Αναστάσην Παπαλουκάν και τον Ιταλόν Γιακουμούτσην. 40 πλοιάρια παρέλαβαν διά νυκτός την 25 κατά την Άσπρην Αλικήν στρατεύματα και εξημερώθησαν έμπροσθεν του Βασιλαδίου συνοδευόμενα υπό δύο σχεδιών· και έκαστον μεν των πλοιαρίων έφερεν έν κανόνι ελαφρόν και 30 μαχητάς Άραβας, εκάστη δε των σχεδιών μίαν βομβοβόλον· συγχρόνως έπλευσαν προς το Βασιλάδι και έξωθεν της λίμνης 18 λέμβοι του στόλου καί τις σαλούπα φέρουσα μίαν βομβοβόλον. Ήρχισεν η μάχη και διήρκεσε μέχρι της εσπέρας, καθ' ήν πεσούσης μιας βόμβας επί του Βασιλαδίου, άναψεν ο σάκκος των κανονοφυσεκίων· κατεταράχθη η φρουρά, και οι Άραβες ευρόντες καιρόν, και ωθούμενοι υπό των αξιωματικών, επάτησαν σωρηδόν το νησίδιον, και οι φρουρούντες αυτό οι μεν εφονεύθησαν εν οίς και ο Πεταλούδης, ο Σπύρος Ραζής και ο Ασημάκης Ζορπάς, οι δε ερρίφθησαν εις την θάλασσαν, τέσσαρες δε ηχμαλωτίσθησαν· εφονεύθησαν και πολλοί Τούρκοι. |
| Μετά την κυρίευσιν του Βασιλαδίου ο εχθρός έστρεψε την προσοχήν του εις το Ανατολικόν. |
| Η πόλις αύτη επολεμείτο συχνάκις, διαρκούσης της πολιορκίας του Μεσολογγίου. Αφ' ού δε απεφάσισεν ο εχθρός να κυριεύση την λίμνην, ο πόλεμος κατά του Ανατολικού εγένετο σφοδρότερος, και στρατεύματα εχθρικά κατέλαβαν διαφόρους θέσεις παρ' αυτό. Την δε 28 εκίνησεν ο εχθρός διά ξηράς και θαλάσσης εις κυρίευσιν του μίαν ώραν απέχοντος του Ανατολικού και ημιώριον της Φοινικιάς νησιδίου Ντολμά, περιφερείας ενός μιλίου. Αντικρύ αυτού κατ' ανατολάς προς την θέσιν της Φοινικιάς ύψωσαν οι εχθροί τρία κανονοστάσια και επέθεσαν 18 κανόνια και βομβοβόλους, δι' ων εκανονοβολείτο και εβομβοβολείτο ο Ντολμάς. Συνήλθαν επί της θέσεως εκείνης δισχίλιοι εις απόβασιν επί του νησιδίου, διότι και η απόστασις είναι μόλις είκοσι βημάτων, και τα νερά ρηχά. Επί δε του Ντολμά ήτο μόνον έν κανονοστάσιον και 200 μαχηταί υπό τον Λιακατάν, Εν ώ δ' επολεμείτο το νησίδιον υπό των εν Φοινικιά, εκανονοβολείτο και υπό των εχθρικών πλοιαρίων. Μεγάλην καρτερίαν και γενναιότητα έδειξαν οι υπερασπισταί πολεμούντες πανήμεροι, και αποκρούοντες τας κατά θάλασσαν και ξηράν προσβολάς των εχθρών· τριακόσιοι ελογίσθησαν οι φονευθέντες και πληγωθέντες εχθροί· εφονεύθη και ο γνωστός Σέβρανης. Αλλ' οι Έλληνες όλοι σχεδόν εφονεύθησαν πολεμούντες, και οι εχθροί εκυρίευσαν το νησίδιον την νύκτα. Καθ' ήν δε ημέραν επολεμείτο ο Ντολμάς, εξώρμησαν εις αντιπερισπασμόν 500 της φρουράς του Μεσολογγίου, υπό τον Τσαβέλλαν, αλλ' απεκρούσθησαν και επανήλθαν εις την πόλιν φέροντες τας κεφαλάς ενός Ευρωπαίου αρχιπυροβολιστού και ενός χιλιάρχου Τούρκου. |
| Πεσόντος του Ντολμά, δεν απελείπετο ελπίς σωτηρίας του Ανατολικού. Καλή τύχη, οι εχθροί ενόμιζαν ότι η πόλις αύτη είχεν ως άλλοτε ικανήν φρουράν, εν ώ είχεν ολίγην. Εμβάντων δε των πλοιαρίων έσωθεν του Ντολμά, οι εχθροί εκινήθησαν την επαύριον προς το Ανατολικόν, οι μεν διά ξηράς οι δε διά θαλάσσης. Εν ώ δε επλησίαζαν, είδαν πλέοντάς τινας εκ της πόλεως και φέροντας λευκήν σημαίαν· μαθόντες δε ότι ήρχοντο επί συμβιβασμώ τους ωδήγησαν εις τον Ιβραήμην και δεν επροχώρησαν. Ο Ιβραήμης κατ' αρχάς υπεσχέθη μόνον ασφάλειαν ζωής και τιμής εκάστου εκτός ενός, χωρίς να τον ονομάση, αλλ' επί τέλους συγκατετέθη να διατηρήση έκαστος εκ της περιουσίας του 100 γρόσια και την πολυτιμοτέραν ενδυμασίαν του. Επεκύρωσε και ο Κιουταχής τους όρους τούτους συναινέσας να μεταβώσιν οι εν τω Ανατολικώ εις Άρταν, και υποσχεθείς να τους θρέψη ένα μήνα. Υπό τους όρους τούτους τους και διατηρηθέντας, παρεδόθη το Ανατολικόν. Επί δε της εξόδου των υποσπόνδων, οι εχθροί, κατέχοντες την αποβάθραν, εψηλάφουν τους διαβιβαζομένους και τους αφήρουν ό,τι επέκεινα των συμφωνηθέντων έφεραν. Εν ώ δε εξήρχοντο άνδρες και γυναίκες ανεπηρέαστοι, όλοι τρισχίλιοι, περιεκαλύφθη αίφνης ωραία τις νεάνις, καθ' ήν στιγμήν έμελλε να εξέλθη, και μετεκομίσθη εις την σκηνήν του Ιβραήμη. Η νεάνις αύτη ήτον ο εξαιρεθείς του συμβιβασμού άνθρωπος. Εκράτησε δε παρ' αυτώ και ο Κιουταχής τινας των προεστώτων των μερών εκείνων περιποιούμενος αυτούς. |
| Η πτώσις του Βασιλαδίου, του δι' όλης της επαναστάσεως ευτυχώς ανθέξαντος, προεμήνυε το θλιβερόν μέλλον του Μεσολογγίου. Ο καπητάμπασας εζήτησεν άλλοτε, ως είδαμεν, την μεσιτείαν πλοιάρχου Άγγλου προς την φρουράν του Μεσολογγίου επί συμβιβασμώ. Υποθέτων ο μέγας αρμοστής των Ιονίων νήσων Αδάμ, ότι ο καπητάμπασας είχε και τότε την αυτήν διάθεσιν, και βέβαιος ότι πάσα ελπίς ευτυχούς αντιφάσεως της φρουράς ήτον εις το εξής ματαία, και ότι έντιμός τις συμβιβασμός ήτον ο μόνος τρόπος της σωτηρίας της, κατέπλευσεν αυθόρμητος εις Κρυονέρι μετά την πτώσιν του Ανατολικού, αλλά δεν ηύρε τον καπητάμπασαν ως άλλοτε ευδιάθετον, βλέποντα ότι, διακοπείσης πάσης κοινωνίας της λίμνης και της θαλάσσης, η πτώσις της πόλεως ήτον εγγύς. Αναχωρήσαντος δε απράκτου του μεγάλου αρμοστού, ο Κιουταχής και ο Ιβραήμης, οι πάσαν συνέντευξιν μετ' αυτού αποφυγόντες, έστειλαν άνθρωπον προς τους πολιορκουμένους προτρέπονντες αυτούς διά λόγου να προσκυνήσωσιν. «Αποθνήσκομεν, αλλά δεν προσκυνούμεν», απήντησαν ούτοι. |
| Μάρτιος | Λαβόντες οι πασάδες προφορικήν την απάντησιν ταύτην, τοις επρότειναν εκ νέου εγγράφως την 21 μαρτίου να παραδώσωσι το φρούριον, και ή ν' αναχωρήσωσιν όλοι άοπλοι, ή να μείνωσιν οι εντόπιοι, αν ήθελαν, κατέχοντες και την περιουσίαν των. «Οκτακισχίλια αιματωμένα όπλα δεν παραδίδονται» απεκρίθησαν και τότε εγγράφως οι πολιορκούμενοι (β). |
| Πεσόντος του Ανατολικού, έστρεψαν οι εχθροί τας δυνάμεις των κατά της Κλείσοβας. |
| Το νησίδιον τούτο, 300 βημάτων περιφερείας, απέχει ημιώριον του Μεσολογγίου μεσημβρινώς· έχει εκκλησίαν επ' ονόματι της Αγίας Τριάδος, γύρωθεν δε της οροφής αυτής ανήγειραν οι Έλληνες προμαχώνας, ύψωσαν επί του νησιδίου πρόχωμα και επέθηκαν τέσσαρα κανόνια. Εκατόν τουφεκοβολισταί και είκοσι κανονοβολισταί ήσαν οι υπερασπισταί του και καθήκοντα φρουράρχου ετέλει ο Παναγιώτης Σωτηρόπουλος· υπεράσπιζε δε το νησίδιον καί τις πάσαρα υπό τον Κωνσταντίνον Τρικούπην. Αφ' ού δε συνωμίλησαν οι δύο πασάδες περί του μελετωμένου κινήματος κατά της Κλείσοβας, ανεδέχθη τον αγώνα ο Κιουταχής, και την 25 μαρτίου πρωί έφερεν αυτοπροσώπως επί λέμβων έμπροσθεν του νησιδίου δισχιλίους Οσμανλίδας και Αλβανούς. Πριν δε φθάσωσιν ούτοι επρόφθασεν ο Κίτσος Τσαβέλλας μετά 11 στρατιωτών· ώστε όλοι οι επί της ξηράς υπερασπισταί της Κλείσοβας ήσαν 131, οι δε διά θαλάσσης το πλήρωμα της πάσαρας του Τρικούπη. Μετά την άφιξιν του Τσαβέλλα εκόπη πάσα κοινωνία της πόλεως και του νησιδίου· αλλ' η τόλμη των ολίγων υπερασπιστών αυτού ανεπλήρονε την ολιγότητα του αριθμού. Οι εχθροί, αφ' ού επλησίασαν όπου τα ρηχά δεν ήσαν πλωτά, έπεσαν εις την θάλασσαν, και προφυλαττόμενοι όπισθεν των πλοιαρίων τα ώθουν εις τα έμπροσθεν κανονοβολούμενοι και τουφεκιζόμενοι. Τοιουτοτρόπως επάτησαν το νησίδιον και μαχόμενοι ηνάγκασαν τους επί του προχώματος να το εγκαταλείψωσι και συγκεντρωθώσι και ούτοι εντός και επί της οροφής της εκκλησίας· αλλ' ο τουφεκισμός εκείθεν κατά του εχθρού ήτο τόσον φθοροποιός, ώστε εβιάσθησαν οι αποβάντες και το υπό το πυρ της οροφής της εκκλησίας πρόχωμα να εγκαταλείψωσι, και εις την θάλασσαν να πέσωσιν. Εις μάτην επροσπάθουν οι αξιωματικοί να πειθαναγκάσωσι τους στρατιώτας εις εγκαρτέρησιν και επάνοδον επί του νησιδίου· ριψοκινδυνεύων και ο φιλότιμος Κιουταχής προς εμψύχωσιν αυτών επληγώθη εις τον πόδα· αλλ' οι στρατιώται του, κωφοί εις την φωνήν και τυφλοί εις το παράδειγμά του, εμβήκαν εις τα πλοιάριά των, απεμακρύνθησαν και επανήλθαν εις το στρατόπεδον. |
| Πλήρης χαράς ο Ιβραήμης διά την αποτυχίαν του αντιζήλου του, ανέλαβεν αυτός τον αγώνα, διέταξε και επέβησαν αμέσως εις πλοιάρια τρισχίλιοι Άραβες, και καλέσας τον αλωτήν του Βασιλαδίου Χουσεήμπεην, «ιδού», τω είπεν, «η ώρα να δείξωμεν πόσον ημείς υπερέχομεν των άλλων», και ταύτα ειπών, τον ενηγκαλίσθη και τον επροβόδησεν. Ο Χουσεήμπεης εκύκλωσε μετά των υπ' αυτόν όλον το νησίδιον, οι δε υπερασπισταί αυτού ηναγκάσθησαν ν' αφήσωσι πάλιν το πρόχωμα και συνασπισθώσιν όλοι εντός της εκκλησίας και επί της οροφής της. Εκινδύνευαν δε να γένωσιν όλοι ανάρπαστοι διά την ολιγότητά των· αλλά εύστοχος τουφεκοβολή του Σωτηροπούλου τους έσωσεν. Ούτος παρατηρήσας ότι οι εχθροί υπήκουαν και εφοβούντο κατ' εξοχήν ένα των αξιωματικών, ετουφέκισεν αυτόν δις και τον εφόνευσεν· ο δε φονευθείς ήτον ο Χουσεήμπεης, και τούτου πεσόντος, οι εχθροί κατεταράχθησαν, και οι μεν κατέφευγαν εις τα πλοιάρια, οι δε τα ώθουν εις τα έξω και τα εξεκάθιζαν στρέφοντες τα νώτα προς την Κλείσοβαν· εξώρμησαν τότε οι εν τη εκκλησία και οι επί της οροφής, και προπορευομένου του Τσαβέλλα, ούτινος την σπάθην έκοψεν εις δύο μετ' ολίγον εχθρική βολή (γ), κατέλαβαν το κανονοστάσιον· και οι μεν κανονοβολούντες, οι δε τουφεκίζοντες εις τον σωρόν κατέστρεφαν τους εχθρούς. Χίλια περίπου πτώματα εφέροντο επί των κυμάτων. |
| Ήρως αυτόχρημα ανεδείχθη πας πολεμιστής της Κλείσοβας· η δε πάσαρα του Τρικούπη, φέρουσα έν και μόνον κανόνι τριών λιτρών και πολεμούσα εν μέσω τόσων εχθρικών κανονοφόρων, εβυθίσθη κανονοβολουμένη, αλλ' οι εν αυτή πεσόντες εις την θάλασσαν υπό την χάλαζαν των εχθρικών βολίων, διεκολύμβησαν εις το νησίδιον. Διαρκούσης δε της δεινής ταύτης πάλης, πολλοί των εν Μεσολογγίω εφιλοτιμήθησαν να δράμωσιν εις αντίληψιν της ολίγης φρουράς της Κλείσοβας, αλλ' εξ αιτίας του κυκλούντος το νησίδιον εχθρικού στολίσκου, δύο μόνον μονόξυλα, το του Ράπεση και το του Πέτρου Γαλιώτου, φέροντα τροφάς και πολεμεφόδια, εδυνήθησαν να διαπλεύσωσι· και το μεν του Τάπεση κατευωδώθη, το δε του Γαλιώτου εδιχοκόπη πλησίον του νησιδίου υπό κανονοβολής, αλλ' οι εν αυτώ, εν οις και ο Κώστας Δροσίνης και ο Γεώργης Κωνσταντίου Βαλτινός, πεσόντες εις την θάλασσαν διεσώθησαν· μόνος ο Γαλιώτος εφονεύθη επί του διάπλου. |
| Και επί της περί ης ο λόγος μάχης και επί πολλών, ως είδαμεν, άλλων, ακαταδάμαστος εδείχθη η ανδρία και η καρτερία της φρουράς του Μεσολογγίου, αλλ' η πείνα, η δαμάζουσα την ανδρίαν και την καρτερίαν, ήρχισε να δεικνύη όλα τα φόβητρά της. Ενατενίζοντες οι έγκλειστοι εις την θάλασσαν, δι' ης ανέμεναν, ως και άλλοτε, την θεραπείαν του κακού, δεν έβλεπαν ειμή εχθρικάς σημαίας και διά μόνης της προσδοκίας της ταχείας ελεύσεως του ελληνικού στόλου εζωογονούντο· αλλά τα εις κίνησιν του στόλου και εις αγοράν και αποστολήν τροφών και πολεμεφοδίων χρήματα έλειπαν· διά την κατεπείγουσαν δε ταύτην ανάγκην και επί τη αιτήσει των παρά της φρουράς του Μεσολογγίου αποσταλέντων οπλαρχηγών εξεδόθη νόμος την 10 φεβρουαρίου εις εκποίησιν εθνικών κτημάτων, δηλαδή γης καλλιεργησίμου και μη, σταφιδώνων, αμπελώνων, ελαιώνων, κήπων και παντός είδους δένδρων, αξίας ισπανικών ταλλήρων 800,000· αλλ' εχρειάζετο καιρός εις πραγματοποίησιν του νόμου τούτου, εν ώ ο κίνδυνος επέκειτο· δεν ευρίσκοντο δε πρόθυμοι αγορασταί διά τον γενικόν κίνδυνον της πατρίδος και το μη νόμιμον της πωλήσεως· δι' όλα ταύτα ολίγοι οι εντεύθεν πόροι, και εις προαιρετικήν συνεισφοράν κυβερνώντες και κυβερνώμενοι εκλήθησαν· εισηκούσθη η φωνή του κινδύνου, έδωκε και το εθνικόν ταμείον όσα είχε, και ούτως εξέπλευσαν την 10 μαρτίου υδραϊκά τινα πλοία υπό τον Μιαούλην και κατόπιν αυτών καί τινα σπετσιωτικά και ψαριανά. Η μοίρα αύτη εκ 30 πλοίων έφερε και τους απεσταλμένους της φρουράς, προς ους εδόθησαν διά τας ανάγκας αυτής γρόσια 230,000. Αλλ' ουδέποτε ελληνική μοίρα εξέπλευσε τόσον απαρασκεύαστος· πολλά πλοία δεν είχαν πλειοτέρους των 20 ναυτών. Εν τούτοις, ο εχθρικός στόλος, ειδοποιηθείς παρά των κατά την Ζάκυνθον προφυλακίδων του, ότι η ελληνική μοίρα εφάνη την 31 μαρτίου προς εκείνα τα μέρη, εξέπλευσε του κόλπου· και έπλεε μεταξύ των Εχινάδων και του Πάπα· η δε ελληνική έπλευσε την εφεξής ημέραν προς τον Πεταλάν. |
| Αν και οι εχθροί κατείχαν όλους τους γνωστούς διάπλους της λίμνης επαγρυπνούντες ημέραν και νύκτα, υπήρχε καί τις αφύλακτος, στενός και αφανής, δι' ου εισέπλεαν ενίοτε εκ του Πεταλά μικρά πλοιάρια· |
| Απρίλιος | δι' αυτού διεβιβάσθη την 1 απριλίου εκ της πόλεως εις την ναυαρχίδα ο πρώην φρούραρχος του Βασιλαδίου Παπαλουκάς, έφερε προς τον Μιαούλην γράμματα, δι' ων εξιστόρει η διοικητική επιτροπή την δεινήν θέσιν των πολιορκουμένων διά την έλλειψιν των τροφών, και τω επρόβαλε να στείλη όσας έφερε διά του διάπλου τούτου υπό την οδηγίαν του Παπαλουκά. Εφορτώθησαν ευθύς αι τροφαί, και αι τροχοφόροι λέμβοι εκίνησαν την εξής νύκτα· εκίνησαν και τα εν Πεταλά πλοία, τα μεν προς τον Πάπαν τα δε προς το Μεσολόγγι· αλλά, κακή τύχη, αι λέμβοι σενήντησαν επί του διάπλου απροσδοκήτως εχθρικήν φυλακήν, επολέμησαν, απέτυχαν, και επανήλθαν εις τα πλοία των επαναφέρουσαι τας τροφάς. Την δε 3, 20 των ελληνικών πλοίων υπό τον Μιαούλην, και 65 εχθρικά, εξ ών 15 φρεγάται και κορβέτται, εναυμάχησαν· εφονεύθησαν και επληγώθησαν 30 Έλληνες, και εκάη και έν πυρπολικόν· αλλά και η ναυμαχία και οι φονευθέντες Έλληνες και το πυρπολικόν εις μάτην. Ο Μιαούλης, έχων προ οφθαλμών την κρίσιμον περίστασιν της φρουράς, ούτ' εδειλίασε διά την ολιγότητα, την αδυναμίαν και την αποτυχίαν του στολίσκου του, ούτ' εμακρύνθη από του πεδίου της μάχης· αλλ' αι προσπάθειαί του δεν ετελεσφόρησαν· αν δε ήνοιγε και τον λιμένα, χρείαν είχε πολλών πλοιαρίων κανονοφόρων προς διασκορπισμόν των εν τη λίμνη περιφερομένων και παραφυλαττόντων 70 εχθρικών, εν ώ δεν είχεν ειμή τας λέμβους του στολίσκου του· ώστε στενά πανταχόθεν. Αλλά πώς να μη ελεεινολογήση ο ιστορικός την αξιοκατάκριτον απρονοησίαν των κυβερνώντων την Ελλάδα τον καιρόν εκείνον; δεν ήτον έλλειψις πόρων, ήτις έφερε την φρουράν του Μεσολογγίου εις την εσχάτην ταύτην απελπισίαν, αλλ' έλλειψις κυβερνητικής προνοίας. Διαρκούσης της πολιορκίας του Μεσολογγίου, τρεις θαλάσσιοι εκστρατείαι εγένοντο εις βοήθειαν αυτού, εν ώ μία ήρκει, και αύτη μόνον προς εισκομιδήν των αναγκαίων. Είδαμεν, ότι και ηνοίχθη και ανοικτός διέμεινε μέχρι πολλού ο λιμήν του Μεσολογγίου, ώστε όσα επί ματαίω εξωδεύθησαν επί της δευτέρας και της τρίτης ναυτικής εκστρατείας θα εξήρκουν ταύτα μόνα εις πολυχρόνιον προμήθειαν των αναγκαίων, αν εστέλλοντο επί της πρώτης, και όλη η κατά της Ελλάδος δύναμις θα εσυντρίβετο προ των πυλών της πόλεως, διότι η φρουρά της, χάρις εις την ακαταμάχητον καρτερίαν της, μόνην την πείναν εφοβείτο, και θα εγίνετο επί μόνου του αγώνος της πόλεως εκείνης η κρίσις όλου του εθνικού αγώνος, και θα κατεστρέφετο και αυτός ο καταστρέψας την Πελοπόννησον Ιβραήμης. Ηξεύρομεν ότι ο μεγαλότολμος ούτος σατράπης είπεν επί της μετά την πτώσιν του Μοσολογγίου επανόδου του εις Νεόκαστρον τω Δεριγνή ελθόντι εις επίσκεψιν του και ερωτήσαντι αυτόν περί της εκστρατείας του· «βλέπεις πώς λύεται η χιών εκείνη;» δακτυλοδεικτών χιονοσκεπή τινά ακρώρειαν, «κατά τον αυτόν τρόπον θα ελυόμεθα και ημείς όλοι, αν είχεν η φρουρά του Μεσολογγίου τροφάς τρεις έτι εβδομάδας». Τόσον κακόν έπαθαν οι εχθροί εν τη μάχη της Κλείσοβας, και τόσον απηλπίσθησαν του να κυριεύσωσιν άλλως ειμή διά της πείνας την πόλιν. |
| Ας ίδωμεν τώρα και την τελευταίαν σκηνήν του μεγάλου τούτου δράματος. |
| Η συνήθης τροφή προ ημερών έξέλειψε, και ευτυχείς ελογίζοντο όσοι των εν τη πόλει εύρισκαν κρέατα ακαθάρτων ζώων. Οι καρκίνοι και αι φυόμεναι εν τη λίμνη αλμύραι ηγοράζοντο πολλάκις δι' αίματος εξ αιτίας των περιφερομένων παρά την πόλιν εχθρικών πλοιαρίων. Οι πολιορκούμενοι, ρακοφορούντες, τετραχηλισμένοι, αυχμηροί και υπό της πείνας και κακουχίας κατεσκελετευμένοι, ήσαν δυσδιάγνωστοι και πολλοί φασματώδεις· συχνάκις διά την ακαθαρσίαν της τροφής ή την παντελή στέρησιν αυτής έπιπτάν τινες λειποθυμούντες κατά γης· ασθενείς και τραυματίαι εστερούντο πάσης θεραπείας· πτώματα έκειντο εν ταις οδοίς, και οι ζώντες ανέπνεαν την αποφοράν των. Αλλά και τοιαύτα πάσχοντες ανεκαρτέρουν, ελπίζοντες εις την αντίληψιν του ελληνικού στόλου ανοίξαντος και άλλοτε τον και ήδη κεκλεισμένον της πόλεως λιμένα. Αλλ', αφ' ού εβεβαιώθησαν, ότι όλοι οι αγώνες του εματαιώθησαν, και ότι και ο αφανής διάπλους της λίμνης, καταληφθείς και αυτός παρά των εχθρών, δεν ηνοίχθη, απηλπίσθησαν, και αποφασίσαντες να διεξέλθωσι ξιφήρεις έστειλαν δύο στρατιώτας αλβανοφορούντας και αλβανολαλούντας διά νυκτός προς τους έξω οπλαρχηγούς, τους διατρίβοντας τότε εν Πλατάνω των Κραββάρων, ειδοποιούντες αυτούς, ότι εμελέτων να διεξέλθωσι την νύκτα της 10, και τους εκάλουν εις αντίληψιν επί της διεξόδου. Πρόθυμοι οι εν Πλατάνω οπλαρχηγοί εις την αίτησιν των συναδέλφων των απεκρίθησαν, ότι εις ευόδωσιν του σκοπού αυτών πεντακόσιοι ήσαν έτοιμοι να πέσωσι την ορισθείσαν νύκτα εις το στρατόπεδον του Κιουταχή το προς τους Μύλους, πεντακόσιοι εις το του Ιβραήμη το προς τα Τριλάγκαδα, και πεντακόσιοι να ευρεθώσι κατά τα Χίλια σπήτια φέροντες πολλά ζώα εις χρήσιν των ασθενών, των τραυματιών, και των αδυνάτων· παρήγγειλαν δε να μη εξέλθη η φρουρά ειμή αφ' ού προσβάλωσιν εκείνοι πρώτοι τα δύο εχθρικά στρατόπεδα. Λαβούσα η φρουρά την απάντησιν ταύτην προητοιμάζετο εις την διέξοδον, και κατασκευάσασα τρεις ξυλίνους και πλατείας γεφύρας ετρύπησε το τείχος και τας έθεσεν επί της τάφρου έμπροσθεν του καρκινοειδούς προφράγματος και των προτειχισμάτων του Μπότσαρη και του Μακρή· δεν τας έβλεπε δε ο εχθρός, διότι τας εκάλυπτεν η πρόταφρος. Υπερεννεακισχίλιαι ψυχαί ήσαν ταις ημέραις εκείναις εν τη πόλει, διότι μετά την απομάκρυνσιν του Κιουταχή εθεωρήθη η πολιορκία ως λελυμένη, και πολλαί καταφυγούσαι, αρξαμένης της πολιορκίας, εις Κάλαμον οικογένειαι επανήλθαν εις την πόλιν, και εκ της αιτίας ταύτης εφθάρησαν ταχύτερον αι εν αυτή τροφαί. Εξ όσων δε ευρίσκοντο εν τη πόλει, δισχίλιοι πεντακόσιοι ήσαν οι οπλοφόροι, εν οις και πολλοί πάσχοντες· οι δε λοιποί εργάται, γυναίκες, παιδία, γέροντες και ασθενείς· όλοι δε, οπλοφόροι και μη, έχοντες προ οφθαλμών τον θάνατον εξεπλήρωσαν όσα η θρησκεία προ της τελευτής κελεύει, και έκαυσαν και πολλά πράγματα εξ όσων δεν εδύναντο να μεταφέρωσιν. |
| Εν τούτοις ήλθεν η δεκάτη απριλίου· πάμπολλοι ήσαν οι κατάκοιτοι· εξ αυτών, οι μεν μη δυνάμενοι να κινηθώσιν ηναγκάζοντο να περιμείνωσι τον διά σφαγής θάνατον επί κλίνης, οι δε οπωσούν ευρωστότεροι μετετέθησαν εντός τινων των δυνατοτέρων οικιών, όπου ήσαν πολεμεφόδια, επί σκοπώ να πολεμήσωσι μέχρι τελευταίας πνοής και έπειτα να καώσιν· έμειναν δε παρ' αυτοίς και πολλοί στενοί συγγενείς των μη υποφέροντες ν' αποχωρισθώσι και προτιμήσαντες να συναποθάνωσι πολεμούντες· ήσαν δε καί τινες των εναπομεινάντων οίτινες, θαρρυνόμενοι υπό των επί της πολιορκίας συνήθων νικών, ήλπιζαν, ότι εξορμώσα όλη διά μιας η ατρόμητος εκείνη φρουρά θα διεσκόρπιζε τους πολιορκούντας και θ' απήλλαττε την πόλιν των επικειμένων δεινών. |
| Δύοντος του ηλίου, ηκούσθη τουφεκισμός προς την κορυφήν του Ζυγού κατά το μέρος του αγίου Συμεώνος. Ο τουφεκισμός ούτος, όστις εσήμαινεν ότι ήλθεν εκεί η έξωθεν βοήθεια, έβαλε μεν εις κίνησιν την φρουράν ως προς την έξοδον, αλλ' έβαλεν εν ταυτώ εις υποψίαν και τον εχθρόν μαθόντα συγχρόνως διά τινος λειποτάκτου αλλοδαπού όσα εμελετώντο. Περί δε την β' ώραν της νυκτός συνήχθησαν η φρουρά και το πλήθος, όσον ήτο δυνατόν αταράχως, δοθέντος του σημείου, όπου ετέθησαν αι γέφυραι προ ολίγου· αι πλείσται των γυναικών ενεδύθησαν και ωπλίσθησαν ως άνδρες· ωπλίσθησαν και όσα παιδία εδύναντο να οπλοφορώσι· λαμπρώς δ' εφώτιζε την νύκτα εκείνην η σελήνη τον ορίζοντα. Οι δε συναχθέντες διηρέθησαν εις τρία σώματα υπό την οδηγίαν το μεν του Νότη Μπότσαρη, το δε του Κίτσου Τσαβέλλα, το δε του Μακρή· εν τοσούτω εγίνετο και η υπηρεσία του φρουρίου ως σύνηθες προς απάτην του εχθρού. Και εν πρώτοις εξήλθαν χίλιοι της φρουράς και εκάθησαν σιωπηλοί υπό την πρόταφρον· εξήλθαν κατόπιν και τα αδύνατα μέλη, αλλά τόσον ατάκτως ωθούντα και ωθούμενα επί των γεφυρών, ώστε πολλά έπεσαν εντός της τάφρου· εξήλθαν επί τέλους και οι λοιποί οπλοφόροι· αλλά πολλοί των Μεσολογγιτών εξ αιτίας των διά τας βαρείας ασθενείας εναπομεινάντων συγγενών των εβράδυναν να εξέλθωσιν, αποχαιρετούντες οι πολυπαθείς του θανάτου τον αποχαιρετισμόν και αποχαιρετούμενοι· τινές δε αυτών ουδ' επρόφθασαν να εξέλθωσιν· ησύχαζαν δε οι εκτός του τείχους συνενωθέντες, και ανέμεναν την έναρξιν της έξωθεν προσβολής, ως προεσχεδιάσθη. Μετά τον επί της δύσεως του ηλίου τουφεκισμόν ουδεμία άλλη τουφεκία έπεσεν έξωθεν, και οι Τούρκοι υποπτεύοντες, ότι οι Έλληνες εξήλθαν ήδη και ησύχαζαν όπισθεν της προτάφρου, ήρχισαν να κανονοβολώσι και τουφεκίζωσι. Πρηνείς έκειντο οι πυροβολούμενοι εις αποφυγήν του επιρριπτομένου πυρός· αλλ' αφ' ού, αναμείναντες ικανήν ώραν, είδαν ότι δεν επραγματοποίουντο όσα επροσδόκουν έξωθεν, και ότι επυροβολούντο θανατηφόρως, ανεγερθέντες όλοι, ε μ π ρ ό ς, ανέκραξαν, ε μ π ρ ό ς, και αλαλάζοντες, και θαρρύνοντες αλλήλους επροχώρουν· και το μεν υπό τον Μπότσαρην σώμα κατέλαβε την οδόν του Μποχωρίου, το δε υπό τον Μακρήν την του Ανατολικού, το δε υπό τον Τσαβέλλαν την μέσην· σκοπόν δε είχαν να ενωθώσι τα τρία ταύτα σώματα προς τους πρόποδας του Ζυγού κατά την άμπελον του Ραζοκότσικα την επί της οδού της επί του όρους μονής του αγίου Συμεώνος δύο ώρας μακράν του Μεσολογγίου. |
| Αλλά μόλις επροχώρησαν, και αίφνης ηκούσθη φωνή λέγουσα «ο π ί σ ω, ο π ί σ ω», και επί τη φωνή ταύτη οι όπισθεν ερχόμενοι Μεσολογγίται, άνδρες, γυναίκες, παιδία καί τινες μη εντόπιοι, εν οις και ο Γεώργος Τσαβέλλας, ανεστράφησαν· αλλ' οι λοιποί επροχώρουν ως και προτέρον, και ούτε τα διπλά και τριπλά χαρακώματα και ταφρεύματα των εχθρών, ούτε το ακοίμητον κατ' αυτών πυρ ίσχυσαν ν' αναστείλωσι την ορμήν των. Ηναγκάζοντο δε οι Τούρκοι να υποχωρώσιν επί τη ορμή και ωρυγή των. Ημιώριον δε απομακρυνθέντες του φρουρίου, έπεσαν εν μέσω του ιππικού του εχθρού, οι μεν υπό τον Μακρήν και τον Τσαβέλλαν του υπό τον Κιουταχήν όπισθεν ισταμένου του στρατοπέδου αυτού, οι δε υπό τον Μπότσαρην του υπό τον Ιβραήμην ελθόντος επίτηδες από του Μποχωρίου· και οι μεν υπό τον Μπότσαρην και Τσαβέλλαν ολίγην βλάβην έπαθαν, οι δε υπό τον Μακρήν μεγίστην. Αφ' ού δε διεπορεύθησαν, έφθασαν, οι μεν εντεύθεν οι δε εκείθεν εις τους πρόποδας του Ζυγού, ό εστιν εις ην εθεώρουν ως το τέρμα των κινδύνων των θέσιν και υπό το πυρ των έξωθεν εις αντίληψιν αναμενομένων Ελλήνων· αλλ' αντί φίλων ηύραν πολυαρίθμους Αλβανούς υπό τον Μουστάμπεην και έπαθαν τα πάνδεινα καταδιωχθέντες και επ' αυτού του όρους. Πεντακόσιοι απωλέσθησαν εκ της φρουράς επί της διεξόδου· όλαι δε αι συνακολουθούσαι γυναίκες, εκτός επτά, και όλοι οι παίδες, εκτός τριών ή τεσσάρων, εφονεύθησαν ή ηχμαλωτίσθησαν, τινές μεν επί της διά των εχθρικών χαρακωμάτων και της ανάμεσον του ιππικού πορείας των, οι δε πλειότεροι εν ταις υπωρείαις· διαρκούντος δε του κινδύνου ουδεμίαν ηύραν έξωθεν βοήθειαν· 50 μόνον στρατιώται υπό τον Δράκον και τον Πανομάραν τοις έφεραν το μεσονύκτιον ολίγην τροφήν. Νυκτοπορούντες οι περί τον Μπότσαρην, τον Τσαβέλλαν και τον Μακρήν εξημερώθησαν επί της κορυφής του όρους κακήν κακώς εξ αιτίας της ταλαιπωρίας, της πείνας και του κόπου. Την δε επαύριον έφθασαν οι πλείστοι εις Δερβέκισταν, χωρίον του Αποκούρου, όπου ουδένα ηύραν των κατοίκων, προς μικράν περίθαλψιν, αλλά μόνον ολιγάριθμά τινα σώματα του Κώστα Μπότσαρη και άλλων οπλαρχηγών δικαιολογουμένων, ότι διά την ολιγότητα των περί αυτούς και την μη εμφάνισιν των πολλών δεν εδυνήθησαν να τρέξωσιν εις βοήθειάν των. Έμειναν δε οι διασωθέντες εν τω χωρίω όλην την ημέραν· την δε επαύριον μετέβησαν εις Πλάτανον των Κραββάρων, όπου διέμειναν 8 ημέρας αναμένοντες τους τήδε κακείσε διασπαρέντας· εκείθεν υπήγαν εις Σάλωνα. Κακώς έχοντες προ της εξόδου τόσον εταλαιπωρήθησαν μετά την έξοδον, και τόσοι απέθαναν καθ' οδόν πεινώντες και κακουχούμενοι, ώστε απαριθμηθέντες, αφ' ού έφθασαν ει τα Σάλωνα, ευρέθησαν όλοι οι διασωθέντες 1300, εν ώ οι της φρουράς μόνοι ήσαν επί της εξόδου των 2500. |
| Δεινότερα δε και ολεθριώτερα ήσαν τα παθήματα των εν τη πόλει απομεινάντων και των επανελθόντων. Εν ώ η φρουρά και οι παρακολουθούντες εξήρχοντο της πόλεως, οι εχθροί εισήρχοντο· εισερχόμενοι δε απήντησαν τους συγχρόνως επανερχομένους επί τη ακουσθείση φωνή «ο π ί σ ω, ο π ί σ ω» και τους μεν άνδρας εθανάτωσαν, τας δε γυναίκας και τα παιδία ηχμαλώτισαν· μόνοι οι υπό τον Γεώργον Τσαβέλλαν επρόλαβαν και εξήλθαν εκ δευτέρου διά της παραλίας οδού, και πεσόντες εν μέσω του εχθρικού ιππικού επιστρέφοντος εις Μποχώρι, οι μεν απωλέσθησαν, οι δε διεσώθησαν. Αλλ' η θανατηφόρος εκείνη προς τους στραφέντας εις τα οπίσω φωνή δεν ήτο φωνή επιβούλων χειλέων. Τινές των προπορευομένων επί της διεξόδου εθεώρησαν ως ανυπέρβλητα εμπόδια της προόδου τα ελικοειδή χαρακώματα και ταφρεύματα των εχθρών και ως τόσους τάφους ανεωγμένους· διά τούτο προτιμώντες τον επί των πυροβολοστασίων του τείχους θάνατον ως ενδοξότερον, έκραξαν «ο π ί σ ω, ο π ί σ ω», και εστράφησαν και αυτοί οπίσω. |
| Πατήσαντες δε οι εχθροί την πόλιν έστρεψαν εν πρώτοις το πυρ του τείχους κατά των οικιών, και έπειτα διεσπάρησαν εις λεηλασίαν, εις σφαγήν, και εις αιχμαλωσίαν. Πυροβολισμοί, κραυγαί, ολολυγμοί, μαχαιροκτυπήματα και εκπυρσοκροτήσεις ηκούοντο όλην την νύκτα. Η υπό το προτείχισμα του Μπότσαρη μεγάλη πυριτοθήκη, εξαφθείσα πρώτη διά χειρός Ελλήνων, διέρρηξε το προτείχισμα και κατέστρεψε πολλούς εχθρούς· εξήφθη ωσαύτως και η προς το δυτικόν παράλιον και ανέτρεψεν εκ βάθρων την παρακειμένην οικίαν, όπου εξέπνευσεν ο Βύρων· διερράγησαν υπό πυρός επίσης Ελλήνων και αι οικίαι, εν αις συνεσωρεύθησαν οι πάσχοντες· επί δε τη διαρραγή εξετινάσσοντο συμμίγδην εις τον αέρα οι εν αυταίς Έλληνες και οι πατούντες αυτάς εχθροί. Όλη η πόλις εκυριεύθη την νύκτα εκείνην πλην ο εν τω παρακειμένω νησιδίω Ανεμόμυλος, όπου εφυλάττετο πολλή πυρίτις· διέμεινε δε σώος ο Ανεμόμυλος μέχρι της 12, καθ' ήν διερράγη και αυτός υπό πυρός Ελλήνων. Παθόντες οι περί τον Κιουταχήν και τον Ιβραήμην υπό των Ελλήνων, αν και ψυχορραγούντων, έπαθαν και αφ' εαυτών αλληλοφονευόμενοι χάριν των λαφύρων, έως ου υπερισχύσαντες οι περί τον Ιβραήμην εκράτησαν αυτοί μόνοι την πόλιν και απεδίωξαν τους περί τον Κιουταχήν. Οι γνωστότεροι δε των επί της εξόδου θανατωθέντων ήσαν εκ μεν των εντοπίων ο Αναστάσιος Παλαμάς, ο Πάνος Παπαλουκάς, ο Πέτρος Γουλημής, ο Γεώργιος Ψαράντος, ο Κωνσταντίνος Καρπούνης, ο Κωνσταντίνος Τρικούπης, και ο Αθανάσιος Ραζοκίτσικας, γενικός αρχηγός των συμπολιτών του, και τα μέγιστα διαπρέψας διά την πολλήν ικανότητά του, την ακλόνητον καρτερίαν του και τον ακάματον ζήλον του· εκ δε των λοιπών οι οπλαρχηγοί Στουρνάρης και Σαδήμας, ο τειχοποιός Κοκκίνης, ο συντάκτης των ελληνικών χρονικών Ελβετός Μέγερος, οι φιλέλληνες Γερμανοί, Στιτσεμβέργης, Διττμάρης, Δελωνέης, Λουτσόφφης, Κλέμπης, Σίπανος, Πολωνός τις, και ο επίσκοπος Ρογών Ιωσήφ. Ο αρχιερεύς ούτος, ο καθ' όλην την πολιορκίαν διακριθείς διά τον ένθερμον πατριωτισμόν του, δεν επρόφθασε να εξέλθη, και φθάσας επί του τείχους καθ' ήν ώραν εισήρχοντο οι εχθροί έρριψε δαυλόν είς τινα παρακείμενον φυσεκοφόρον πίθον, ερρίφθη εις αυτόν καιόμενον, ημιεκάη, και ημίκαυστος απεκεφαλίσθη. Εφονεύθη επί της εξόδου και ο Παπαδιαμαντόπουλος (δ). Καθ' όν καιρόν εκινδύνευεν η πόλις, διεβιβάσθη ούτος εις Ζάκυνθον επί προμηθεία τροφών· ο κίνδυνος εκορυφώθη μετ' ολίγον και οι φίλοι του τον εσυμβούλευσαν να μη επανέλθη· αλλ' ούτος επανήλθεν εν μέσω των συναγωνιστών του, ειπών προς τους αποτρέποντας αυτόν, «ή θα σωθώ ή θ' αποθάνω μετ' αυτών». Αξιοθαύμαστος είναι και η επί της εξόδου διαγωγή και τελευτή του Χρήστου Καψάλη, ενός των προκρίτων της πόλεως. Είδε το πρωί της ημέρας εκείνης την προ πολλού πάσχουσαν σύμβιόν του εκπνεύσασαν, την ησπάσθη ακλαυστεί, και στραφείς προς τον υιόν του Αποστόλην παρόντα και κλαίοντα, «Μη κλαίε, υιέ μου», είπε· «μάλλον χαίρε, διότι απέθανεν η μήτηρ σου και δεν έπαθε τα δεινά της τουρκικής αιχμαλωσίας· άκουσε τώρα τους τελευταίους λόγους του πατρός σου· διέξελθε μετά των λοιπών την εσπέραν ταύτην, προσπάθησε να σωθής, και μη φροντίσης περί εμού· εγώ είμαι ασθενής και προβεβηκώς, ουδεμίαν ελπίδα έχω συνδιεξερχόμενος να σωθώ, και προτιμώ ν' αποθάνω εντός της πόλεως ή να αιχμαλωτισθώ επί της διεξόδου». Ταύτα είπε, τον ενηγκαλίσθη και τον απεχαιρέτησε. Και ο μεν υιός απεχωρίσθη του πατρός κλαίων, και διεξελθών εσώθη· ο δε πατήρ, στηριζόμενος επί της βακτηρίας του, περιήλθε τας οδούς καλών ασθενείς και γέροντας να τον συνακολουθήσωσι· πολλοί υπήκουσαν, και συνελθόντες εις το φυσεκοδετείον εκλείσθησαν, και ψάλλοντες οι μεν εξοδίους, οι δε πατριωτικούς ύμνους, προσήνεγκαν εαυτούς ολοκαυτώματα επί τη εισβολή των εχθρών. |
| Αλλ' η πόλις του Μεσολογγίου, η δοξάσασα την Ελλάδα ζώσα, έμελλε να την αναστήση και πεσούσα· διότι αποδείξασα πασιφανώς, ότι Έλληνες και Τούρκοι ήσαν εις το εξής ασυμβίωτοι και αδιάλλακτοι, επετάχυνε διά της σωτηριώδους παρεμβάσεως των τριών Δυνάμεων το ευτυχές τέρμα της επαναστάσεως. |
| Χίλιοι εννεακόσιοι ηριθμήθησαν οι κατά διαφόρους τρόπους αποθανόντες επί της πολιορκίας Έλληνες· άδηλον πόσοι οι αποθανόντες εκ των υπό τον Κιουταχήν, διότι ως και άλλοτε είπαμεν, δεν διατηρούνται παρά τοις ατάκτοις στρατολογία, και άλλοι μεν αυτογνωμόνως έρχονται, άλλοι δε άνευ αδείας απέρχονται· αλλ' οι υπό τον Ιβραήμην οπλοφορούντες τακτικοί, απαριθμηθέντες μετά την άλωσιν της πόλεως, ευρέθησαν 3500, εν ώ οι υπ' αυτόν ελθόντες εις πολιορκίαν ήσαν κατά μέν τινας 8000, κατ' άλλους δε 10,000. Εντεύθεν καταφαίνεται επί ποία τιμή ηγοράσθησαν τα ερείπια της πόλεως και οποίοι εφάνησαν οι υπέρμαχοί της. |
| Ερχόμεθα τώρα να συγκεφαλαιώσωμεν τα γεγονότα. |
| Εισβαλόντος του Κιουταχή εις την Δυτικήν Ελλάδα, το παν έκλινε γόνυ ενώπιόν του· μόνοι οι εν Μεσολογγίω ήραν ακλινή την κεφαλήν των υπεράνω ασθενούς τείχους, προκαλούντες μάλλον ή φοβούμενοι τον εχθρόν. Παμπληθή και εμπειροπόλεμα στρατεύματα συνέρρευσαν πανταχόθεν έξω της πόλεως· πολυειδείς και πολυμόχθους επιχειρήσεις εις άλωσίν της επεχείρησαν· όρος υψηλόν προς τον σκοπόν τούτον εχειροποίησαν· απτόητοι το τείχος πολλάκις πανορμεί προσέβαλαν, και εις αυτήν την κορυφήν του ξιφοφορούντες ανέβησαν· αλλ' ευρίσκοντες πάντοτε ακαταμάχητον την φρουράν ουδέν κατώρθωσαν, και μετά μακρούς και δεινούς αγώνας και αφειδείς αιματοχυσίας κατησχυμένοι ανεστρατοπέδευσαν. Απελπισθείσα η Πύλη να εκτελέση διά μόνων των υπό τον Κιουταχήν δυνάμεών της το σκοπούμενον, εκάλεσε τον Ιβραήμην εις αντίληψιν. Επαιρόμενος ούτος εφ' οις εν Πελοποννήσου διά του τακτικού στρατού του διεπράξατο και επί τη οχυρωτική επιστήμη των περί αυτόν ερειδόμενος, έτρεξε πρόθυμος μετά πολλής δυνάμεως όπου εκλήθη, και ολιγωρών εν τη υπεροψία του και πολιορκούντας και πολιορκουμένους και φράκτην χλευαστικώς επονομάζων το τείχος, το ευτυχώς εις τας επανειλημμένας προσβολάς του αντιζήλου του Κιουταχή ανθέξαν, ανεδέχθη να το κυριεύση μόνος δεκαπενθήμερος· αλλά και αυτός, πολλά πειραθείς, πολλά τολμήσας και πολλά παθών, ηύρε την υπό τοιούτους φρουρούς φράκτην απόρθητον. Συνηνώθησαν τότε οι δύο στρατάρχαι, και συνήνωσαν και τους στρατούς των, αφήσαντες ενώπιον του κοινού εχθρού τας αντιζηλίας των· απελπισθέντες δε του να κατισχύσωσι των φρουρούντων το τείχος και συνηνωμένοι, έστρεψαν όλην την προσοχήν των εις κυρίευσιν της λίμνης και εν πολλοίς ευδοκίμησαν, στόλον πολυάρμενον έχοντες και στολίσκον αυτάρκη εξ ελαφρών πλοιαρίων κατασκευάσαντες. Αλλά 140 άνδρες, κατέχοντες νησίδιόν τι εν τη λίμνη, ατείχιστον, ανώχυρον και ανεφοδίαστον, κατήσχυναν όλας τας επιπεσούσας δυνάμεις, και τα παράλιά του πτωμάτων εσκέπασαν. Υπεραίρεται ο Έλλην διανοούμενος, ότι οσάκις η δεινοπαθούσα φρουρά εκλήθη να παραδώση τα όπλα απήντησεν, «αποθνήσκω, αλλά δεν παραδίδω τα αιματωμένα όπλα μου», και απέδειξε, δι' ων επί τέλους έπραξεν, ότι ήσθάνετο ό,τι έλεγεν. Επήλθεν, εν τούτοις, άλλος δεινότατος εχθρός, η πανδαμάτειρα πείνα· αλλ ουδ' αυτή ίσχυσε να ταπεινώση το φρόνημά των και να τους φέρη εις υποταγήν. Προς αποφυγήν δε του προφανούς εντεύθεν ολέθρου και αμόλυντον διατήρησιν της τιμής των, επεχείρησαν επιχείρημα κινδυνωδέστατον και ενδοξότατον· άνδρες, γυναίκες, παιδία διήλθαν ξιφήρεις υπό το πανσέληνον φως και εν μέσω ακοιμήτου πυρός ταφρεύματα, χαρακώματα, πυροβολοστάσια, τακτικά και άτακτα στρατεύματα ειδότα την έξοδόν των και γρηγορούντα εις καταστροφήν των. |
| Η καθ' όλην την δωδεκάμηνον πολιορκίαν ακλόνητος εν τοις δεινοίς καρτερία των ανδρών τούτων, η ακάθεκτος εν ταις εκδρομαίς ορμή, η εν ταις μάχαις ανυπέρβλητος ανδρία, και η απόφασις του ν' αποθάνωσι μάλλον ή να παραδοθώσιν, εξεθάμβησαν και εφόβησαν και αυτούς τους εχθρούς των ομολογήσαντας, ότι θα διελύοντο κακώς έχοντες οι στρατοί των, αν παρετείνετο τρεις έτι εβδομάδας η πολιορκία. Τοιούτοι ήσαν οι άνδρες, ων τους άθλους, τους καθ' όλον τον ελληνικόν αγώνα παντός άθλου λαμπροτέρους, και ουδενός των εν ταις αρχαίαις και μεταγενεστέραις πολιορκίαις φημιζομένων υποδεεστέρους (ε), ετίμησαν επαξίως η ωδή των ποιητών, η ευγλωττία των ρητόρων, και η ευφημία των λαών. |