WeRead Powered by ReaderPub
Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Γ cover

Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Γ

Chapter 52: 1825-26
Open in WeRead

About This Book

A chronological political and military account of the revolutionary struggle, recounting campaigns, land and naval engagements, sieges, massacres and the intervention of external forces. It describes factional and civil conflicts among insurgent leaders, efforts to organize and reform regular and irregular forces, the arrival of foreign volunteers and loans, and the diplomacy of European courts toward the belligerents. Individual chapters detail operations across peninsula and islands, an Egyptian-backed expedition with associated naval actions, the prolonged investment of a principal stronghold, and concurrent debates over governance, constitutions and the international position of the nascent polity.

1825-26

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΘ'

Αποτυχία των εις άλωσιν της Τριπολιτσάς και της Καρύστου και λεηλασίαν της Βηρυτού κινημάτων Ελλήνων. — Εκστρατεία των υπό τον Φαβιέρον τακτικών εις Εύβοιαν και αποτυχία αυτής. Καταστροφή των γενιτσάρων και πράξις της ευρωπαϊκής τακτικής εις την στρατιωτικήν υπηρεσίαν του οθωμανικού κράτους.

ΕΝ ώ ο Ιβραήμης ηγωνίζετο εις άλωσιν του Μεσολογγίου, ηγωνίζετο και ο Κολοκοτρώνης εις την της Τριπολιτσάς, όπου απέμεινεν ολίγη φρουρά. Εις κατασκοπήν δε της αληθούς καταστάσεως της πόλεως ταύτης εισήλθε, ριψοκινδύνως, λήγοντος του νοεμβρίου του 1825, ο Ιωάννης Φιλήμων υπό πρόσχημα υποταγής, εφιλοφρονήθη, ενδιέμεινε δύο ημέρας, και επί λόγω προτροπής και άλλων εις υποταγήν εξήλθεν αβλαβής και ανέφερεν ό,τι παρετήρησε. Μεγάλη δε στρατιωτική κίνησις κατέλαβεν όλην την Πελοπόννησον προς ευόδωσιν του σκοπού τούτου, και λήγοντος του έτους συνήχθησαν έξωθεν της Τριπολιτσάς πεντακισχίλιοι Πελοποννήσιοι, και διαιρεθέντες εις τρία σώματα ώδευσαν περί το μεσονύκτιον της 27 δεκεμβρίου προς την πόλιν, φέροντες κλίμακας εις ανάβασιν· ήλπιζαν δε να επιπέσωσιν απροσδόκητοι, αλλ' ηπατήθησαν, διότι οι Τούρκοι προειδοποιηθέντες ευρέθησαν πέριξ των επάλξεων άγρυπνοι, εν ώ προσηγγίζετο υπό τον Πλαπούταν και τον Νικήταν πρώτον σώμα, και κραυγάσαντες, «σας είδαμεν, Ρωμαίοι», τους απεμάκρυναν απράκτους αυτοβοεί. Μόνοι οι Τριπολιτσιώται, ως 250 επέμειναν και εξημερώθησαν πλησίον της πόλεως· αλλ' επεξήλθαν 300 ιππείς και πεζοί και τους έτρεψαν φονεύσαντες 28 και ζωγρήσαντες 3. Οι ευτυχείς καταδιώκται επροχώρησαν μέχρι του χωρίου Μαντσαρά, όπου ήσαν τινες του δευτέρου σώματος υπό τον Γενναίον και τον Τσόκρην, και έτρεψαν και αυτούς· παρ' ολίγον δε συνέλαβαν ζώντα και τον συν αυτοίς Αγαλόπουλον πεσόντα εκ του ίππου του. Μετά την αποτυχίαν ταύτην δισχίλιοι Πελοποννήσιοι, υπό τον Νικήταν και άλλους, κατέλαβαν το Μακρυπλάγι εις παρεμπόδισιν των μετακομιζομένων εκ των μεσσηνιακών φρουρίων εις Τριπολιτσάν τροφών.
Πρό τινος καιρού ήλθε τις απεσταλμένος εις την ελληνικήν κυβέρνησιν παρά του κατά το Λιβάνιον όρος Εμήρ-Μπεσίρη εις σύνδεσιν σχέσεων μετά της Ελλάδος, αλλά δεν είχε πώς ν' αποδείξη την αποστολήν του, διότι πολλά παθών καθ' οδόν απώλεσεν, ως έλεγε, τα εφοδιαστικά του. Λαβούσα εντεύθεν αφορμήν η κυβέρνησις απέστειλε προς τον εμήρην τον αρχιερέα Ευδοκιάδος Γρηγόριον, ίνα πληροφορηθή περί της αποστολής ταύτης, και τον θαρρύνη εις αποστασίαν κατά του κυριάρχου του. Ο εμήρης εδέχθη φιλικώς τον πρέσβυν και υπεσχέθη να εκστρατεύση, αν έστελλεν η ελληνική κυβέρνησις ναυτικήν δύναμιν προς τα παράλια της Συρίας· αλλ', εξ αιτίας των δεινών περιστάσεων της Ελλάδος, δύναμις δεν εστάλη, και το σχέδιον δεν ενηργήθη.
Αρχομένου δε του μαρτίου του 1820, εναύλωσεν ο Χατσή- Μιχάλης πλοία τινα εξ ιδίων, συμπαρέλαβεν ως συναγωνιστάς τον Βάσσον και τον Κριεζώτην, και συναποπλεύσαντες οι τρεις μετά 800 προς τα παράλια της Συρίας, όχι επί συμμαχία αλλ' επί λεηλασία, επάτησαν απροσδοκήτως την Βηρυτόν· αλλ' απεκρούσθησαν και ηναγκάσθησαν να εξέλθωσιν άπρακτοι και κακώς έχοντες. Εν ώ δε ήσαν εκτός της πόλεως εστρατοπεδευμένοι και εσχεδίαζαν να δοκιμάσωσιν αλλού την τύχην των, κατέβη αίφνης πολλή δύναμις του εμήρη επί σκοπώ ή να τους απομακρύνη, αν ήλθαν ως άρπαγες, ή να τους δεξιωθή, αν ήλθαν ως σύμμαχοι κατά το άλλοτε σχέδιον. Οι περί τον Χατσή-Μιχάλην υπεκρίθησαν ότι ήλθαν ως σύμμαχοι, αλλ', εξ όσων έπραξαν, δεν επιστεύθησαν, και ηναγκάσθησαν να αποπλεύσωσιν ως κακά μελετώντες· κατήραν δε εις Κύπρον, και βλάψαντες τον τόπον εκείνον επανήλθαν εις Σύραν.
Εν τούτοις, το τακτικόν της Ελλάδος ηύξανε και εβελτιούτο χάρις εις την συνδρομήν της κυβερνήσεως και εις τον ακάματον ζήλον του νέου αρχηγού Φαβιέρου. Ο φιλέλλην ούτος και δι' άλλους λόγους και διά την επικρατούσαν εν Ναυπλίω ασθένειαν μετέφερε το σώμα τούτο εις Αθήνας την 5 οκτωβρίου του 1825 προς εξάσκησιν, αφήσας έν τάγμα εν Ναυπλίω ως φρουράν της κυβερνήσεως.
Καλλίστην υποδοχήν ηύρεν ο Φαβιέρος και παρά τοις Αθηναίοις και παρά τω αρχηγώ Γκούρα, και πολλοί των εντοπίων κατετάχθησαν ως νεοσύλλεκτοι· και αυτός ο Γκούρας έλαβε προγυμναστήν, και ενεδύθη ένδυμα απλού τακτικού. Το παράδειγμα αυτού εμιμήθησαν και άλλοι ευρισκόμενοι εκεί οπλαρχηγοί, ως ο Μακρυγιάννης, ο Μαμούρης και ο Ρούκης· καθ' ημέραν δε συνέρρεαν και άλλοθεν νεοσύλλεκτοι και κυρίως εκ των νήσων του Αιγαίου, ους επροτίμα ο Φαβιέρος των φερόντων ήδη όπλα λέγων, ότι επιθυμητότερον να γράφη τις επί καθαρού ή μελανωμένου χάρτου· αλλά δεν παρήλθαν τρεις εβδομάδες μετά την μετάβασίν του εις Αθήνας, και κατ' έντονον διαταγήν της κυβερνήσεως μετέβη εις Σπέτσας, όπου ελέγετο ότι ο Ιβραήμης εμελέτα απόβασιν. Εκεί 40 ημέρας διέτριψεν και αφ' ού εξέλειψε πάσα υποψία αποβάσεως, επανήλθεν εις Αθήνας. Τόσον δε ηυξήθη ο στρατός του, ώστε, λήγοντος του 1825, συνίστατο εις 3700. Εκτός του τακτικού σώματος, ωργάνισεν ο Φαβιέρος υπό την οδηγίαν του Μαμούρη, του Δημήτρη Λέκκα και του Στέφου Σέρβου ελαφρά τινα σώματα, λεγόμενα σταυροφορικά, διότι έφεραν οι στρατιώται επί του στήθους πάνινον σταυρόν· ώφειλαν δε να παρευρίσκωνται μόνον εις την γενικήν επιθεώρησιν του τακτικού. Εν όσω εσώζοντο λείψανα του αγγλικού δανείου, η κυβέρνησις εχορήγει προθύμως τα εις ύπαρξιν και διατήρησίν των υπό τον Φαβιέρον· αλλ', αφ' ού εξηντλήθησαν, ο στρατός ούτος εκινδύνευε να διαλυθή, ή ν' ατακτήση. Εις αποφυγήν του κακού και εις ωφέλειαν της πατρίδος απεφάσισεν ο αρχηγός του να εκστρατεύση ποριζόμενος άλλοθεν τα προς το ζην·
Φεβρουάριος και μετά μακράν σκέψιν περί του καταλληλοτέρου μέρους εξεστράτευσε την 12 Φεβρουαρίου εις Εύβοιαν, διατεινομένων πολλών ότι και τα προς διατροφήν ήσαν εκεί ευπόριστα, και η νήσος ευάλωτος· συνεκροτείτο δε η ακολουθούσα αυτόν δύναμις εκ του πρώτου τάγματος, δύο ιλών του ιππικού, 80 ιππέων ανίππων, μιας κανονοστοιχίας εχούσης τέσσαρα ορεινά κανόνια και 120 κανονοβολιστάς, και 700 σταυροφόρων, ώστε όλοι οι συνεκστρατεύοντες ήσαν 2750. Το στράτευμα τούτο ηυλίσθη την 14 εις Ανηφορίτην· ο δε αρχηγός του υπήγε το εσπέρας εις κατασκοπήν του Καραμπαμπά επ' ελπίδι να τον κυριεύση εξ απροόπτου· αλλά πεισθείς ότι δεν επραγματοποιείτο ό,τι ήλπιζε, παρητήθη του σχεδίου του, μετέφερε την επαύριον το στράτευμά του εις Ωρωπόν, την μεθαύριον εις Καπανδρίτι, και την εφεξής εις Μαραθώνα και Βρανάν, όπου διέμεινε 15 ημέρας αναμένων τα εις μεταβίβασιν του στρατεύματος του πλοία. Εκεί διατριβών, εξέδωκε την 20 κήρυγμα εις αποκλεισμόν των παραλίων Ευβοίας και Βώλου, και έστειλε προς ενίσχυσιν αυτού την εν υπηρεσία του τακτικού γολέτταν, ήτις έφερε μετ' ολίγον πλουσίαν λείαν. Διαρκούσης δε της δεκαπενθημέρου ταύτης διατριβής του, το στράτευμα έπαθε και φυσικώς και ηθικώς δι' έλλειψιν καταλυμάτων και άλλων αναγκαίων εν καιρώ χειμώνος και διά το νοσώδες του μέρους εκείνου· πολλοί ηρρώστησαν, τινές απέθαναν και ικανοί ελειποτάκτησαν. Ο δε Φαβιέρος μετέφερεν άλλους προς αναπλήρωσιν εξ Αθηνών· και επειδή τα αναμενόμενα πλοία δεν εφαίνοντο, και πάσα περαιτέρω χρονοτριβή έβλαπτεν, επεβίβασε το στράτευμά του εις όσα ηύρε παραπλέοντα τα παράλια της Αττικής πλοιάρια,
Μάρτιος και τα απεβίβασε την 2 μαρτίου εις Στούρα, όπου και διενυκτέρευσεν, αλλά δεν ηύρεν ην ήλπιζεν υποδοχήν. Πολλά παθόντες οι χωρικοί εκείνων των μερών επί των μέχρι τούδε εκστρατειών, και φοβούμενοι μη πάθωσι τα αυτά, διεσκορπίσθησαν. Την δε επαύριον, αφήσας εκεί δύο λόχους, εξεστράτευσεν εις Κάρυστον φρουρουμένην υπό 600 Τούρκων, και κατέλαβε τους κήπους έν τέταρτον της ώρας απέχοντας του φρουρίου· και το μεν πρώτον τάγμα ετοποθετήθη προς το μεσημβρινόν μέρος του φρουρίου, το δε υπόλοιπον στράτευμα προς το δυτικόν του προαστείου· Την 5 τέσσαρες λόχοι του πεζικού και τα ελαφρά σώματα επλησίασαν την πύλην του φρουρίου και την εκανονοβόλουν· αλλ' έσπασαν μετ' ολίγον οι άξονες των υποστατών, και ο αρχηγός διέταξε την υποχώρησιν. Εκ τούτου θαρρυνθέντες οι εχθροί ώρμησαν εις κυρίευσιν των κανονίων και έβαλαν εις αταξίαν τους στρατιώτας· αλλά χάρις εις την ετοιμότητα του λοχαγού Βερεντιέρου απέτυχαν και έπαθαν. Εν τοσούτω, ο Φαβιέρος, παρατηρήσας ότι το φρούριον δεν ήτον, ως ήλπιζεν, ευάλωτον, και ότι χρεία ήτο τακτικής πολιορκίας, ανήγειρεν αντικρύ του επί τινος ακρολοφίας προς το μεσημβρινόν μέρος κανονοστάσιον, και μη έχων κανόνια πολιορκίας, έστησε δύο ανήκοντα είς τι πλοίον ανεπιτήδεια προς τον σκοπόν του· και το μεν πρώτον τάγμα έμεινεν όπου ήτο, το δε λοιπόν του στράτευμα ωχυρώθη πλησιέστερον του προαστείου· δύο δε λόχοι ετοποθετήθησαν προς το αρκτικόν μέρος του φρουρίου, ώστε το φρούριον επολιορκείτο πανταχόθεν· εκόπη και το εισρέον νερόν· εις στενοτέραν δε πολιορκίαν, ο Φαβιέρος διέταξε την εξ εφόδου κυρίευσιν του προαστείου, και την 12, όρθρου βαθέως, ο δ' λόχος υπό τον Ανδριέτην, ο ς' υπό τον Βερεντιέρον, και ο των ευζώνων υπό τον Κάρπον, προσβαλόντες το προάστειον, εκυρίευσαν τας εν αυτώ οικίας εκτός των πλησίον του φρουρίου· ημέρας δε γενομένης, έστειλεν ο Φαβιέρος και τα λοιπά σώματα εις κυρίευσιν όλου του προαστείου· αλλά δίωροι αλλεπάλληλοι προσβολαί κατά των υπό των εχθρών κρατουμένων οικιών και υπό την προστασίαν του πυρός του φρουρίου κειμένων όχι μόνον απέβησαν εις μάτην, αλλ' επέφεραν και βαρείαν βλάβην. Οι δύο πρώτοι λόχοι απώλεσαν το ήμισυ της δυνάμεώς των και σχεδόν όλους τους αξιωματικούς και υπαξιωματικούς των· επληγώθησαν οι λοχαγοί Ανδριέτης, Βερεντιέρος και ο ανθυπολοχαγός Καρατσάς, και εσκοτώθη ο λοχαγός Πίσσας· βαρείαν βλάβην υπέφεραν και τα σώματα των σταυροφόρων και επληγώθη ο αρχηγός αυτών Στέφος· πολλά υπέφεραν και οι ως επίκουροι ελθόντες λόχοι. Μετά τα παθήματα ταύτα οι μεν ασθενείς και τραυματίαι εστάλησαν εις τας νήσους προς ίασιν, οι δε λοιποί μετέβησαν εις Λυκόρρεμα, παραλίαν θέσιν αντικρύ των νησιδίων Πεταλιών, όπου ήσαν παλαιά χαρακώματα, κοινώς λεγόμενα ταμπούρια του Κριεζώτη, χρησιμεύσαντα πολλάκις ως καταφύγιον.
Αλλ' η επίπονος πορεία εν μέσω δυσβάτων τόπων και η στέρησις των αναγκαίων ηύξησαν τα κατά την 12 παραλύσαντα τον στρατόν δεινά ασυνείθιστον εις τα τοιαύτα διά την νεοσυλλεξίαν του. Φθάσαν δε περί το μεσονύκτιον το στράτευμα εις Λυκόρρεμα ήρχισε να επισκευάζη τα παλαιά εκείνα χαρακώματα· ο δε ακάματος αρχηγός του, τοποθετήσας διαφόρους φυλακάς, περιήρχετο φαιδρός εν μέσω των σκυθρωπαζώντων στρατιωτών θαρρύνων αυτούς και συνεργαζόμενος· αλλά μόλις ανέτειλεν ο ήλιος της 13, εφάνη αίφνης το εχθρικό ιππικόν, και προσβαλόν την προφυλακήν κοιμωμένην κατέκοψεν επτά λογχίτας και τον υπαξιωματικόν, και επροχώρησε προς το ελληνικόν στρατόπεδον βοηθόν έχον και ολίγον πεζικόν. Ο Φαβιέρος, παρατηρήσας την ολιγότητα του εχθρικού τούτου σώματος, διέταξε τρεις λόχους και τα ελαφρά σώματα να εφορμήσωσι και να προσποιηθώσι μετά μικρόν πυροβολισμόν ότι υπεχώρουν· διέταξε δε και το ιππικόν να ενεδρεύη όπισθεν λοφίσκου τινός και να μη επιπέση προτού φθάσωσιν οι εχθροί είς τινα μικράν κοιλάδα διώκοντες τους υποχωρούντας. Και το μεν πεζικόν ενήργησεν ακριβώς τα διαταχθέντα, αλλά τινες του ιππικού επέπεσαν, πριν καταβώσιν οι εχθροί εις την κοιλάδα. Το παράκαιρον τούτο κίνημα ανεκάλυψε το στρατήγημα, και οι εχθροί δεν επροχώρησαν, αλλά, μείναντες επί υψώματός τινος λόφου εγκαταλειφθέντος υπό των Ελλήνων, ωχυρώθησαν· μετ' ολίγον έφθασε και ο Ομέρπασας πανστρατιά. Δισχίλιοι ήσαν οι πεζοί και τετρακόσιοι οι ιππείς. Οι πεζοί εστρατοπέδευσαν αντικρύ των ελληνικών χαρακωμάτων και μετ' ολίγον εφώρμησαν, αλλ' εβλάφθησαν και απεκρούσθησαν υπό των πεζικών σωμάτων εξελθόντων, κατά διαταγήν του αρχηγού, των χαρακωμάτων, και προσβαλόντων γενναίως και ευτυχώς τον εχθρόν· το δε ιππικόν, ως μη αξιόμαχον διά την ολιγότητά του, διετάχθη να μη κινηθή· αλλ' αυτό, ιδόν ότι οι εχθροί απεκρούσθησαν και υπεχώρουν, επέπεσεν ατάκτως, και οδηγούμενον υπό του αξιωματικού Ιμπροχώρη, απόντος την ώραν εκείνην του ιππάρχου, δεν έπαυε καταδιώκον αυτούς. Οι Τούρκοι, παρατηρήσαντες ότι οι καταδιώκοντες ιππείς ήσαν μόλις 100, εστράφησαν και τους εκύκλωσαν. Τότε συνήφθη κρατερά ιππομαχία. Επανελθών δ' εν τούτοις ο ίππαρχος, και ιδών ότι οι υπ' αυτόν εκινδύνευαν, διέσχισεν ορμήσας το εχθρικόν ιππικόν και ήλθεν όπου η μάχη προς εμψύχωσιν των ολίγων ιππέων του· και επειδή το εχθρικόν ιππικόν ήτο κατά πάντα ανώτερον, διέταξε την υποχώρησίν των, και διά της στρατηγικής επιδεξιότητος και αφοβίας του την έφερεν εις ευτυχές πέρας εν μέσω του επιλειμένου κινδύνου. Είκοσιν ιππείς Έλληνες έπεσαν, και έπεσεν εις χείρας των εχθρών και λαμπρά τις σημαία, ην κεντήσασαι Παρίσιαι νεανίδες επρόσφεραν εις χρήσιν του ιππικού της Ελλάδος. Εν τούτοις, το εχθρικόν πεζικόν, το μη συμμεθέξαν της ιππομαχίας ειμή δι' ακροβολισμών, κατεγίνετο να κυκλώση διά χαρακωμάτων το ελληνικόν στρατόπεδον· τούτο ιδών ο Φαβιέρος διέταξε να επανέλθωσιν όλα τα σώματα εις τα οχυρώματά των προς ενδυνάμωσιν.
Εν όσω η διά θαλάσσης κοινωνία ήτον ελευθέρα, ο στρατός, αν και πολιορκούμενος διά ξηράς, δεν εστερείτο τροφών· αλλά την 20 εφάνησαν έμπροσθεν του Λυκορρέματος 11 ένοπλα πλοία τουρκικά εκ Χαλκίδος και ηνάγκασαν ελληνικά τινα πλοιάρια ελλιμενίζοντα εκεί και έχοντα τροφάς ν' αναχωρήσωσι πριν τας αποβιβάσωσι· προσορμήσαντα δε τα εχθρικά απεβίβασαν κανόνια, άτινα ετέθησαν επί διαφόρων υψηλών και καταλλήλων θέσεων. Τοιουτοτρόπως το τακτικόν, στερούμενον τροφών, πολιορκούμενον και κανονοβολούμενον διά ξηράς και θαλάσσης, έπεσεν εις άκραν αθυμίαν και απελπισίαν· οι στρατιώται δεν υπήκουαν τους αξιωματικούς, και οι αξιωματικοί εξετέλουν τα κοινά έργα των στρατιωτών· μόνη η παρουσία του αρχηγού τους εθάρρυνεν οπωσούν εν μέσω των περιστοιχιζόντων αυτούς δεινών· αλλ' η έλλειψις της τροφής εγίνετο ημέρα τη ημέρα μάλλον επαισθητή· αι σάρκες των ίππων και τα λάχανα ήσαν η τροφή των, και ελάμβαναν και αυτό το νερόν πολλάκις ώνιον αίματος. Καλή τύχη, γενομένου γνωστού του επικειμένου κινδύνου, έσπευσεν η εν Αιγίνη επιτροπή των Ψαριανών να στείλη τέσσαρα πλοία εις σωτηρίαν των κινδυνευόντων· ήλθαν κατόπιν και δύο υδραϊκά, επροθυμήθησαν και έστειλαν οι εν Σύρα έμποροι τροφάς, και ούτως απεμακρύνθησαν τα εχθρικά πλοία, και εδόθησαν αι τροφαί. Έφθασαν μετ' ολίγον και άλλα τρία πλοία φέροντα 500 στρατιώτας υπό τον Κριεζώτην και τον Βάσσον μαθόντας εν Σύρα επί τη επανόδω των εκ Βηρυτού την δεινήν θέσιν των τακτικών, και τότε απεμακρύνθησαν ολοτελώς του παραθαλασσίου οι εχθροί, ήνοιξεν η του ελληνικού στρατού και των πλοίων κοινωνία, και την νύκτα της 21 εμβήκαν οι περί τον Φαβιέρον εις τα πλοία, και τα μεν ελαφρά σώματα απεβιβάσθησαν εις Αττικήν, τα δε τακτικά εις Κέαν, Άνδρον και Τήνον δεινώς πάσχοντα. Οι δε εν Ναυπλίω απομείναντες τακτικοί, πληροφορηθέντες τα δεινά των συστρατιωτών και του αρχηγού των, έτρεξαν αυθόρμητοι εις τον στρατώνα, και δράξαντες τα όπλα παρετάχθησαν εν τη έξωθεν αυτού πλατεία αξιούντες μεγάλη τη φωνή να τους οδηγήσωσιν οι αξιωματικοί εις Πεταλίους προς λύτρωσιν των συναδέλφων των· και επειδή δεν εισηκούσθησαν, εξήλθαν του Ναυπλίου υπό την διοίκησιν δεκανέως· αλλά, μαθόντες αυθημερόν την διάσωσιν των κινδυνευόντων συστρατιωτών, επανήλθαν εις τον εν Ναυπλίω στρατώνα.
Το έτος τούτο (1826) ηλλοιώθη η στρατιωτική κατάστασις της οθωμανικής αυτοκρατορίας.
Προ πολλού υπερεπεθύμει ο σουλτάν Μαχμούτης, ως άλλοτε διελάβαμεν, να μεταρρυθμίση τα της επικρατείας του επί το ευρωπαϊκώτερον, και προ πάντων να εισάξη την τακτικήν εις την στρατιωτικήν υπηρεσίαν του, θεήλατον μάστιγα θεωρών εκ νεότητός του τον γενιτσαρισμόν, και έχων έκτοτε κατά νουν την καταστροφήν του· αλλά τα παθήματα του προκατόχου του Σελήμη, και αι προλήψεις του έθνους του, τον ηνάγκαζαν να κρύπτη μέχρι πολλού τα φρονήματά του και να προσποιήται τον φιλογενίτσαρην. Αποφασίσας δε να βάλη εις πράξιν το κινδυνώδες σχέδιόν του το έτος τούτο εκέρδισεν εν πρώτοις το τάγμα των πυροβολιστών, και μετά ταύτα έφερεν έξωθεν και ετοποθέτησεν επί της μιας και της άλλης όχθης του Βοσπόρου πάμπολλα επαρχιακά στρατεύματα, τα μεν υπό τον Χουσεήμπασαν τα δε υπό τον Μεχμέτπασαν, προς ασφάλειαν δήθεν της βασιλευούσης και αποστολήν αυτών κατά των αποστατών· και ταύτα πράξας εκάλεσε παρά τω Σεχουλησλάμη τους μεγιστάνας εις συμβούλιον (α), όπου εθεωρήθη αναγκαία η εισαγωγή της εν χρήσει παρά τοις Ευρωπαίοις στρατιωτικής τάξεως, ως της μόνης ικανής εις υπεράσπισιν της κινδυνευούσης αυτοκρατορίας. Τούτου δε γενομένου, ανεγνώσθη βασιλικόν διάταγμα νομιμοποιούν την στρατιωτικήν μεταρρύθμισιν, και μακρά διάταξις εξηγούσα τας εκ της ευρωπαϊκής τάξεως ωφελείας, κανονίζουσα τα περαιτέρω, οικονομούσα ευμενώς τα συμφέροντα των γενιτσάρων, και διατάττουσα να εγγραφώσιν ως τακτικοί 7500 γενίτσαροι, ανά 150 εξ εκάστου των εν Κωνσταντινουπόλει λόχων· εις δικαιολογίαν δε και ενίσχυσιν της εισαγωγής της τακτικής και θρησκευτικώς, ανέγνωσεν ο μουφτής φετφάν λέγοντα, ότι η μελέτη της στρατιωτικής επιστήμης ήτο χρέος ιερόν παρά τοις πιστοίς. Επευφημησάντων δε των παρεστώτων, καθυπεβλήθησαν εις βαρείας ποινάς οι απειθείς και φιλοτάραχοι και εδημοσιεύθησαν τα ορισθέντα. Αγογγύστως ενηργήθη η εγγραφή· αλλά μέγας γογγυσμός ηγέρθη καθ' ήν ώραν ήρχισεν η άσκησις του τακτικού βήματος και η χρήσις του λογχοφόρου όπλου.
Ιούνιος Την εσπέραν της 2 ιουνίου συνήλθαν πολλοί γενίτσαροι εις τους στρατώνας καταβοώντες παρρησία, και καλούντες την στρατιωτικήν μεταρρύθμισιν παράβασιν των θείων εντολών· κατηγόρουν δε ως πρωταιτίους αυτής τον αρχιβεζίρην, τον γενιτσάραγαν, τον Νεσδτσίτ-φέντην, επίτροπον του Μεχμέτ-Αλή, καί τινας άλλους· περί δε το μεσονύκτιον ώρμησαν εις τας κατοικίας των, και μηδένα ευρόντες τας διήρπασαν· και ο μεν αρχιβεζίρης, ο γενιτσάραγας και ο Νεσδτσίπης κατέφυγαν εις το Γιαλί- κιόσκι, όπου συνήλθαν, πρωίας γενομένης, και άλλοι μεγιστάνες του κράτους, και εκείθεν μετέβησαν όλοι εις Αρσλάν-Χανέν. Οι δε γενίτσαροι, αφέντες τους στρατώνας, συνέρρευσαν, ως είκοσι χιλιάδες, εις το ιπποδρόμιον, μετέφεραν εκεί κατά την επί των στάσεων συνήθειαν τα κακκάβιά των, και εξηρεύγοντο στασιώδεις λόγους και κατ' αυτού του σουλτάνου, όστις μαθών τα συμβάντα επανήλθεν εκ Μπεσίκ-τασίου εις τα ανάκτορα. Εν ώ δε οι γενίτσαροι κατεβόων, η Πύλη έφερεν εκ του κανονοστάθμου τους πιστούς κανονοβολιστάς, απεβίβασε και τους ναυμάχους, έφερεν εις την πόλιν και τα επί του Βοσπόρου στρατεύματα, μετεκόμισε και την ιεράν σημαίαν εις το ζαμίον του σουλτάν-Αχμέτη, και εκάλεσε περί αυτήν όλους τους πιστούς, ως αν εκινδύνευεν η αυτοκρατορία· παρηκολούθησαν δε την ιεράν σημαίαν εις το ρηθέν ζαμίον ο αρχιβεζίρης και οι λοιποί μεγιστάνες, όπου και διέμειναν. Τρις εκλήθησαν οι στασιασταί κατά διαταγήν του σουλτάνου υπό την ιεράν σημαίαν και τον αρχηγόν των, και τρις παρήκουσαν απαιτούντες μεγάλη φωνή την κατάργησιν του τακτικού συστήματος και τας κεφαλάς του γενιτσάραγα, του αρχιβεζίρη, του Καπητάμπασα, του Νεσδτσίπη, και άλλων. Πλήρης τότε αγανακτήσεως ο σουλτάνος ως περιφρονούμενος ανέκραξεν «ε ξ ο λ ο θ ρ ε ύ σ α τ ε - τ ο υ ς - α σ ε β ε ί ς», και ευθύς ώρμησαν επί τους εν τω ιπποδρομίω ασεβείς οι μεν κανονοβολισταί και ναυμάχοι από τον καπητάμπασαν, τα δε λοιπά στρατεύματα υπό τους αρχηγούς των Χουσεήμπασαν και Μεχμέτπασαν· συνέρρευσεν επί τη θέα της ιεράς σημαίας και μέγα πλήθος κατά των γενιτσάρων, και το αίμα επλημμύρησε, και οι γενίτσαροι ηττηθέντες εγκατέλειψαν το ιπποδρόμιον και κατέφυγαν εις τους στρατώνας· αλλά και εκεί κατεδιώχθησαν, πάμπολλοι εφονεύθησαν, και οι στρατώνες εκάησαν.
Την δε επαύριον, ημέραν παρασκευήν, ο αρχιβεζίρης, ο μουφτής και άλλοι μεγιστάνες, καθήμενοι εν τη μεγάλη αιθούση της αριστεράς πτέρυγος του ρηθέντος ζαμίου, εξέδιδαν εντάλματα συλλήψεως δικάζοντες και καταδικάζοντες. Την αυτήν ημέραν υπήγεν ο σουλτάνος εις το ζαμίον συνοδευόμενος όχι, ως πάντοτε, υπό γενιτσάρων, αλλ' υπό των κανυνοβολιστών, και φορών κατά πρώτην φοράν ευρωπαΐζοντα ιματισμόν. Εξέδωκε δε την επιούσαν και διάταγμα καταργούν το σώμα, το όνομα, και την στολήν των γενιτσάρων, ασφαλίζον όμως τον μισθόν όσων η διαγωγή και εντός και εκτός της βασιλευούσης δεν ήτον επιλήψιμος· διέταξε δε συγχρόνως και την εκ βάθρων ανατροπήν των στρατώνων και την συντριβήν των κακκαβίων. Τούτων γενομένων, μετέβησαν ο αρχιβεζίρης και οι λοιποί το δειλινόν της αυτής ημέρας εις τα ανάκτορα, και εσκήνωσαν εν τη μεταξύ του Μπάμπι-χουμαγιούν και του Ορτά-καπού αυλή, αμείλικτοι πάντοτε προς τους καταδιωκομένους γενιτσάρους· ανεστήλωσαν δ' εκεί την ιεράν σημαίαν και διέταξαν τον έντρομον και επί τρεις ημέρας αφανή της Κωνσταντινουπόλεως λαόν να επαναλάβη άφοβος τα έργα του.
Αύγουστος Αλλ', εν ώ εφαίνετο ότι επανήλθεν η ησυχία, αίφνης ανεφάνη την 19 αυγούστου πυρκαϊά κατά το Μπαγτσέ- καπουσού, διήρκεσε 36 ώρας, και τόσον διεδόθη εξ αιτίας του πνέοντος σφοδρού βορέου, ώστε κατεφλέχθησαν, ως ελέγετο, εξακισχίλιαι οικίαι. Η πυρκαϊά αύτη, ήτις κατά πρώτον ανεφάνη έν τινι ψωμοπωλείω, αποδοθείσα εις τους γενιτσάρους και εκληφθείσα ως σημείον ταραχών, εκίνησεν εκ νέου την φονικήν οργήν του σουλτάνου, και αι καταδιώξεις και αι εξορίαι και οι πνιγμοί και αι σφαγαί διήρκεσαν μέχρι της 20, καθ' ήν, μη υπάρχοντος κινδύνου, απετέθη η ιερά σημαία εν τω σκευοφυλακίω και το εν τη αυλή των ανακτόρων στρατοπεδαρχείον διελύθη. Ο σουλτάνος υπώπτευσε και τον οκτώβριον ότι εμηχανουργείτο αποστασία εις κατάργησιν του νέου συστήματός του, και ότι πάμπολλοι γενίτσαροι εισέφρησαν άγνωστοι εις τα σώματα των συντεχνιών υποκινούμενοι υπό των ουλεμάδων και σοφτάδων μετανοησάντων διά την εις κατάργησιν του γενιτσαρισμού συνέργειάν των. Η υποψία αύτη, αληθής ή ψευδής, έγεινεν αφορμή νέας και αφειδούς αιματοχυσίας· συνεμίγη δε την φοράν ταύτην και το αίμα των υπηρετών του νόμου.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΑ'.

(α.)

Στυγερόν κακούργημα επράχθη την 16 του αυτού μηνός εν Πελοποννήσω. Ο Κραββατάς, προεστώς του Μιστρά, απερχόμενος εις Καστρί, εδολοφονήθη κατά την Κακήν Σκάλαν της επαρχίας του. Δύο κοινοί άνθρωποι, εξ ών ο είς υπηρέτης του, εφωράθησαν φονείς και υπελήφθησαν ως άλλοθεν υποκινηθέντες. Αλλ' ουδέν τοιούτον ανακριθέντες ωμολόγησαν· είς δε αυτών κατεδικάσθη εις θάνατον.

(β.)

Ο Οδυσσεύς ήλθεν εις λόγους ιδιαιτέρως μετά των εχθρών αδεία των συνοδιτών του και κατηγορήθη ως υπενεργήσας επί της συνεντεύξεώς του διά ζηλοτυπίαν προς τους Πελοποννησίους την μη παράδοσιν αυτών· παρέλαβε δε διά νυκτός δύο εξ αυτών και τους μετέφερεν αυτεξουσίως εις Λεβαδίαν· και τον μεν απέλυσεν επί εξαγορά, τον δε εφόνευσεν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΔ'.

(α.)

Κατά την κρίσιμον εκείνην περίστασιν εχαρίσθη τω Μάρκω το λεγόμενον σαράι του Μεσολογγίου, όπου κατέλυαν προς της επαναστάσεως οι κατά καιρούς διοικηταί.

(β.)

Ό εστιν έβαλαν κατά την συνήθη φράσιν κ α π ά κ ι· τούτο εγίνετο συχνάκις επί της επαναστάσεως.

(γ.)

Περί της λίμνης όρα κεφάλαιον Μ'.

Μετωνόμασέ τις των ημάς το Ανατολικόν Αιτωλικόν και οι πλείστοι ασκέπτως παρηκολούθησαν. Αγνοείται πόθεν ωρμήθη εις την μετωνυμίαν ταύτην· πάντη ανίσχυρος φαίνεται ο υποτιθέμενος λόγος ότι κείται εν τη Αιτωλία, διότι και τα λοιπά μέρη της επαρχίας ταύτης κείνται υπό την αυτήν κατηγορίαν· ούτε πόλις ούτε κώμη υπήρξε το πάλαι υπ' αυτήν την ονομασίαν, αλλ' ούτε γίνεται πούποτε μνεία του νησιδίου τούτου. Ο Μελέτιος εν τη κατά το 1728 έτος εν Βενετία εκδοθείση Γεωγραφία του καλεί το νησίδιον Αιτωλικόν ή κοινότερον Ανατολικόν. Αδικαιολόγητος και αδέσποτος η κλήσις αύτη· ο αυτός θέλει και το Μεσολόγγι Μεσολόγιον· οι συγγράψαντες προ αυτού Βενιαμίν ο εκ Τολέδης και ο Πέτρος Γαρζώνης, εκείνος μεν το 1153 ούτος δε το 1684, ως ανεφέραμεν εν τη περιγραφή του Μεσολογγίου, καλούν Νατολικόν εν τη ιδία αυτών διαλέκτω το νησίδιον τούτο· πασίγνωστον δε ότι και επί Τουρκοκρατίας και επί του αγώνος Ανατολικόν αείποτε εκαλείτο· χυδαϊστί δε και τότε και νυν Ανατολικόν. Ίσως ωνομάσθη Ανατολικόν ως κείμενον ανατολικώς ως προς τον Αχελώον, τον διαχωρίζοντα την Αιτωλίαν και την Ακαρνανίαν. Ο Μελέτιος λέγει παράδοξόν τι δηλ. ότι προ ολίγου χρόνου εξήρχετο εκ της γης ανακοχλάζον αίμα, και εγειρόμενον πολλή βία πλείον ενός πήχεως.

Τις σεβόμενος τον μέγαν και ιερόν αγώνα και την ιστορικήν ακρίβειαν να μη γογγύση βλέπων ιστορικά ονόματα μεταποιούμενα οίον το Καρπενήσι εις Ναλληδόμην, το Βραχώρι εις Αγρίνιον, τα Σάλωνα εις Άμφισσαν· το Πατρατσίκι εις Υπάτην· το Ζητούνι εις Λαμίαν· την Βοστίτσαν εις Αίγιον· την Τριπολιτσάν εις Τρίπολιν· την Καλαμάταν εις Καλάμας· την Τσίμοβαν εις Αρεόπολιν, το Μαραθωνήσι εις Γύθειον και άλλα παρόμοια; Ως και την Σύραν, εν τη μετονομασία των, μετωνόμασαν Σύρον ως αν δεν ήσαν αμφότερα τα ονόματα επίσης αρχαία· και μήπως αν δεν αντέλεγαν οι φιλότιμοι Σπετσιώται δεν εγίνετο θύμα και το λαμπρόν όνομα της πατρίδος των; καλόν αν η κυβέρνησις ή η Βουλή επί τη προτάσει ενός των μελών της έδιδε την προσοχήν της εις το μέγα τούτο ατόπημα και εφιλοτιμείτο να ικανοποιήση τον εξυβρισθέντα αγώνα επαναφέρουσα εις την κοινήν χρήσιν τα ονόματα της ιστορίας του, άλλως αυτοί οι παθόντες τόποι ας τα αναζωοποιήσωσιν αυθόρμητοι. Μετονομασία τόπων διακριθέντων επί του αγώνος είναι ασέβεια. Παιδαριώδης δε και ο νους των μετονομαστών και λιθίνη η καρδία των.

(δ.)

Ιδού η συνθήκη αυτολεξεί.

«Οι Τούρκοι, όσοι ευρέθησαν εις το κάστρον της Κόρθος, βιασμένοι από την έλλειψιν της ζωοτροφίας και από την πείνα, και απελπισμένοι από ιμιντάτι καταναγκάζονται να παραδώσουν το άνωθεν κάστρο εις την εξουσίαν της ελληνικής διοικήσεως· διά τούτο οι άνωθεν και οι πληρεξούσιοι της ελληνικής διοικήσεως ομού εσυμφώνησαν ως ακολούθως.

«Αον. Η ελληνική διοίκησις υπόσχεται εις αυτούς να φυλάξη την ζωήν και τιμήν όλων των Τούρκων, και να τους στείλη σίγουρα με καράβι εις την Θεσσαλονίκην.

«Βον. Οι Τούρκοι υπόσχονται να αφήσουν το κάστρο με όλα τα άρματα και με όλους τους τζιπχανέδες του, να αφήσουν και όλα τους τα πράγματα και τους παράδες τους, έξω από τα φορέματά τους, και να εύγουν με τα άρματά τους να δώσουν ρεέμια και να πάρουν ρεέμια διά την σιγουριά τους, και ευγαίνοντες να ψαχθούν, και όποιος πιασθή ότι έκρυψε τίποτε να παιδεύεται χωρίς να διαυθεντεύεται από τους άλλους,

«Γον. Τα ρεέμια να αλλαχθούν, όταν οι Τούρκοι εμβαρκαρισθούν εις το καράβι.

«Δον. Ο ναύλος του καραβιού και ο ζαερές του δρόμου να είναι εις βάρος της ελληνικής διοικήσεως.

«Εον. Όσοι χριστιανοί ευρεθούν εις το κάστρον, είτε άνδρες, είτε γυναίκες, να είναι ελεύθεροι και να εμποδισθούν.

«ΣΤον. Υπόσχονται οι Τούρκοι να δώσουν εις τον καπιτάνον του καραβίου ένα αποδεικτικόν (ιλάμι) από την τοπικήν εξουσίαν και κρίσιν της Θεσσαλονίκης διά το κατευόδιόν τους διά να το φέρη εις απόδειξιν.

«Και διά βέβαιον της συμφωνίας αυτής έγειναν δύο όμοια, και υπογράφονται και από τα δύο συμφωνούντα μέρη διά να λάβη κάθε μέρος από έν, και διά να έχουν το κύρος και την ισχύν εν παντί κριτηρίω δικαιοσύνης».

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΕ'.

(α.)

Ο Θεόδωρος Ζαχαρόπουλος, πολιτάρχης του Άργους και γυναικάδελφος του Νικήτα, αφήρπασεν επιτηδείως των χειρών αυτού τα αρχεία και τα απέδωκεν εις την βουλήν, ήτις ευγνωμονούσα τω προσήνεγκε μίαν σπάθην.

(β.)

«Συνεργούς θέλετε έχει» (έγραφαν προς τους βουλευτάς οι πρόκριτοι της Ύδρας) «εις το επιχείρημά σας τούτο πρώτον τον Θεόν, δεύτερον τον λαόν της Ελλάδος, και τρίτον ημάς αυτούς, οίτινες θυσιάσαντες την κατάστασίν μας υπέρ της φίλης πατρίδος κατά του εχθρού θέλομεν υπερασπίσει διά της χύσεως και αυτής της τελευταίας ρανίδος του αίματός μας το απαραβίαστον της βουλής, εις την οποίαν ενεπιστεύθη η πατρίς τα ιερά δικαιώματά της. Αλλ' ανάγκη να κινήσωμεν κατά του εχθρού δυνάμεις κατά ξηράν και κατά θάλασσαν, και δυνάμεις δεν κινούνται εν όσω αι πρόσοδοι της πατρίδος είναι εις χείρας αχορτάστων πλεονεκτών, εν όσω οι άρπαγες ούτοι κατέχουσι τα εθνικά φρούρια, και εν όσοι δεν έχομεν νόμιμον εκτελεστικόν».

«Ανδρίζου ω μήτερ» (έγραφαν προς την βουλήν οι πρόκριτοι των Σπετσών), «μη προκαταλαβέτω σε δισταγμός και δειλία, διότι θέλεις ίδει περί σε συνηγμένα τ' αγαπητά σου τέκνα εν αποφάσει αμεταθέτω να ζήσωσιν ή ν' αποθάνωσιν. Εν τη ολιγομελεία σου είσαι το καθ' αυτό έθνος· αι χείρες ημών είναι χείρες σου».

(γ.)

Προ της καταπατήσεως του βουλευτηρίου εγίνετο απόπειρα συμβιβασμού, συνελθόντων των αντιφερρομένων εις Μέρπακα, αλλ' ανωφελής.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΣΤ'.

(α.)

Άλλως πως διηγείται ο κύριος Κρητοβουλίδης εν τοις υπομνήμασί του το συμβάν τούτο, και καθάπτεται καί τινων άλλων, εξ ών αναφέρω εν τη ιστορία περί Κρήτης. Εις φωτισμόν δε των αναγνωστών μου και τράνωσιν της αληθείας, δέον έκρινα να προσαρτήσω ενταύθα ην εξέδωκεν η Πανδώρα εν τω αριθμώ 218 προς τον εκδότην αυτής επιστολήν μου, και να προσθέσω επί τέλους καί τινας άλλας διασαφήσεις.

«Μ' ερωτάτε αν ανέγνωσα τα νεωστί εκδοθέντα υπομνήματα του κ. Κρητοβουλίδου, και πώς τα θεωρώ καθ' όσον καθάπτονταί τινων των εν τη Ιστορία μου περί Κρήτης.

«Αποκρίνομαι, ότι ανέγνωσα αυτά εν μέρει, και ιδού πώς θεωρώ όσα των εν αυτοίς μ' εφάνησαν λόγου τινός άξια.

«Περιπαθώς διηγηθείς εν τω ΙΒ' της Ιστορίας μου κεφαλαίω, εις ο σας παραπέμπω· όσα υπέφεραν προ της επαναστάσεως δεινά οι Κρήτες χριστιανοί ως πολύ δεινότερα όσων υπέφεραν οι αλλαχού της Ελλάδος, και περιπαθέστερον ιστορήσας τα, αρχομένης της επαναστάσεως, μεγάλα παθήματά των, απορώ πώς ο κ. Κρητοβουλίδης παρενόησε τας προς τους δεινοπαθούντας τούτους ομογενείς θερμάς και προφανείς συμπαθείας μου, και αλλ' αντ' άλλων παραναγνώσας έγραψεν αγωνιζόμενος, αγνοώ διατί, να μετατρέψη επί κακού όσα είπα επί καλού, καθώς εναργώς αποδεικνύεται εξ ών αναφέρω εν τω ρηθέντι κεφαλαίω και εκ των εξής.

«Άδικος, λέγει ο κ. Κρητοβουλίδης, η προς τους Κρήτας μομφή μου λέγοντος, ότι «αν και εξηκολούθει η επανάστασις καθ' όλην την Πελοπόννησον, και διεδόθη και εις το Αιγαίον, αν και πλοία υπό σημαίαν ελληνικήν εφαίνοντο κατά τα παράλια της Κρήτης, οι κάτοικοι αυτής χριστιανοί δεν εσείσθησαν παντάπασι». Δεν αρνείται ο κ. Κρητοβουλίδης την ακινησίαν των Κρητών, αλλά την δικαιόνει λέγων, ότι «η Κρήτη περιείλεν ανδρείους Τούρκους και αρειτόλμους πολεμιστάς». Αλλά μήπως και εγώ δεν δικαιόνω την ακινησίαν ταύτην, λέγων εν τω ΙΒ' της ιστορίας μου κεφαλαίω, ότι οι αρχιερείς κατέβαλαν πάσαν φροντίδα εις διατήρησιν της ησυχίας καθ' όλην την νήσον εκδόσαντες εγκυκλίους, διότι έβλεπαν ό τ ι - π α ν - κ ί ν η μ α - ε π α ν α σ τ ά σ ε ω ς - έ τ ε ι ν ε ν - ε ι ς - ε ξ ο λ ό θ ρ ε υ σ ι ν - τ ω ν - χ ρ ι σ τ ι α ν ώ ν; *

«Διηγούμενος όσα κακά υπέστη η Κρήτη υπό την μακράν Σαρακηνήν εξουσίαν, λέγω την ιστορικήν αλήθειαν, ότι «πάμπολλοι των εγκατοίκων ηλλαξοπίστησαν, αλλ' επανήλθαν εις την θρησκείαν των πατέρων των, αφ' ού επανήλθεν η πατρίς των εις την βυζαντινήν αυτοκρατορίαν». Ο κ. Κρητοβουλίδης ομολογεί ότι ηλλαξοπίστησάν τινες, «αλλ' άδικον», προσθέτει, «να κατακρίνεται διά τους ολίγους το όλον». Αλλ' εγώ δεν είπα όλοι, είπα πάμπολλοι· επρόσθεσα μάλιστα, ότι πολλοί επίστευαν εις Χριστόν εν τω κρυπτώ, αποδεικνύων, ότι ερριζωμένη εν ταις καρδίαις των ήτον η πατρώα πίστις των.

«Παραλληλίζων την διαγωγήν των κατά τας βορείους Σποράδας Ολυμπίων και την των εν Γραμβούση επί της εξαλείψεως της πειρατείας εν έτει 1838, λέγει, ότι διέστρεψα την αλήθειαν ειπών ότι· «ο κατά τας βορείους νήσους αποσταλείς Μιαούλης εις εξάλειψιν της εκεί πειρατείας δεν εδοκίμασεν όσα οι κατά την Γραμβούσαν πειρατοδιώκται, διότι οι παρεπιδημούντες κατά τας νήσους εκείνας Ολύμπιοι, οι κύριοι όλων σχεδόν των επί πειρατεία πλοίων, τα παρέδωκεν οικειοθελώς, 80 τον αριθμόν». Ποίαν δε εναντιότητα, ερωτά, επέφεραν οι Κρήτες; Ουδεμίαν, αποκρίνομαι. Λέγω μάλιστα εν τω ΟΒ' κεφαλαίω, ότι οι εν Γραμβούση υπεσχέθησαν να παραδώσωσιν εις τον Άγγλον μοίραρχον και το φρούριον και τα πλοία των, αλλ' απεποιούντο την παράδοσιν των δώδεκα, ους εζήτει ο μοίραρχος ως ενόχους, επί λόγω ότι ουδείς αυτών ευρίσκετο εν τω φρουρίω. Δεν αρκούμαι εις τούτο, αλλά μέμφομαι και τον Άγγλον μοίραρχον, ως μη δεχθέντα την πρότασιν ταύτην, ούσαν κατά το πνεύμα των οδηγιών της Συμμαχίας, και αποκαλώ αυτόν, διά την κατ' εμέ σφαλεράν ταύτην ερμηνείαν, άνθρωπον του γράμματος μάλλον ή του πνεύματος των οδηγιών του.

«Ο κ. Κρητοβουλίδης λέγει ότι, κατ' εμέ, οι εν Γραμβούση Αγγλογάλλοι εκινδύνευαν να εξολοθρευθώσιν εν ρητή νυκτί δι' υπονομής. Εγώ λέγω εν τω αυτώ κεφαλαίω, ότι ο - μ ο ί ρ α ρ χ ο ς - Ά γ γ λ ο ς - ε ι δ ο π ο ι ή θ η ότι οι επί της ξηράς Αγγλογάλλοι εκινδύνευαν να εξολοθρευθώσιν εν ρητή νυκτί δι' υπονομής, και ότι ε π ί - τ η - ε ι δ ο π ο ι ή σ ε ι - τ α ύ τ η έτρεξεν ο αρχηγός αυτών Στραγκουαίης εις τον υποδειχθέντα τόπον της υπονόμου. Αυτά ταύτα λέγει ως έγγιστα και ο κ. Κρητοβουλίδης εν τοις εξής· «ο δε φρούραρχος Στραγκουαίης διέδωκεν από δυσμένειαν, ότι οι Έλληνες εμελέτων να βάλωσι πυρ διά να καύσωσι τους αξιωματικούς Γάλλους τους ενοικούντας εις το οίκημα».

«Διηγούμαι εν τω ΜΣΤ' κεφαλαίω ότι οι περί το Κάνδακον, παραβάντες τας σπονδάς εδολοφόνησαν τους Σεληνιώτας Τούρκους, προκαταλαβόντες τα στενά επί της εις Χανιά διαβάσεώς των· αλλ' ο κ. Κρητοβουλίδης αρνείται, ότι οι Τούρκοι παρεδόθησαν συμβιβασθέντες, ως εγώ διηγούμαι, και λέγει ότι «μόνος εγώ αναφέρω τούτο, και ουδείς των Κρητών το γνωρίζει».

(*) Διατί ο κατήγορος απέκρυψε την περίοδον ταύτην της Ιστορίας;

«Αν ανοίξετε την Ιστορίαν του Γόρδωνος, θα εύρετε ότι αναφέρει αυτός το γεγονός λεπτομερέστερον, λέγων προς τοις άλλοις, ότι οι παρά τω αρμοστή Τομπάζη φιλέλληνες, Χάστιγξ και Χαν, κατεταράχθησαν επί τη απιστία ταύτη, και δεν συνηκολούθησαν· συνενοχοποιεί δε και αυτόν τον Τομπάζην ως ενδόσαντα, εν ώ εγώ επί τη μαρτυρία του παρ' αυτώ Σπανιωλάκη, τον αθωόνω ως μη ενδόσαντα. Ιδού ότι δεν αναφέρω μόνος εγώ τούτο. Λανθάνεται επίσης ο κ. Κρητοβουλίδης λέγων ότι ουδείς των Κρητών γνωρίζει ότι οι εν Κανδάκω Τούρκοι παρεδόθησαν συμβιβασθέντες. Έχω προ πολλού εις χείρας μου υπόμνημα του κυρίου Αναγνώστη Παναγιώτου, ενός των πρωτίστων της Κρήτης οπλαρχηγών, ον πολλάκις και ο κ. Κρητοβουλίδης αναφέρει εν ευφημίαις· λέγει δε ο διακεκριμένος ούτος ανήρ εν τω υπομνήματί του τα εξής αυτολεξεί.»

«Ο δε αρμοστής, διορίσας επιστάτην του Καστελίου (της Κισάμου), μετέβη εις Κάνδακον, όπου και αυτού ευρίσκοντο συγκεντρωμένοι Τούρκοι. Π α ρ ε δ ό θ η σ α ν - δ ε - κ α ι - ο ύ τ ο ι - ω ς - κ α ι - ο ι - τ η ς - Κ ι σ ά μ ο υ, και επέρασαν διά ξηράς και ήλθαν εις το φρούριον των Χανιών». «Ιδού και αξιoπίστου Κρητός μαρτυρία ότι παρεδόθησαν οι του Κανδάκου, ως και οι της Κισάμου. Ότι δε οι της Κισάμου παρεδόθησαν συμβιβασθέντες, και απήλθαν αβλαβείς εις Χανιά, δεν το αρνείται ο κ. Κρητοβουλίδης. Και εσχάτως ερωτηθείς παρ' υμών, επί τη αιτήσει μου, ο παρά τω Τομπάζη τον καιρόν εκείνον κ. Νικόλαος Καλλέργης περί της κατά τον Γόρδωνα διαγωγής αυτού επί της παραδόσεως των εν Κανδάκω, απήντησε διά της προς υμάς εκ Σύρας γαλλιστί επιστολής του της 18 ιανουαρίου 1859, ην μοι διεβιβάσατε, τα εξής.

«Ω ς - π ρ ο ς - τ η ν - π α ρ ά δ ο σ ι ν δε (reddition) του Κανδάκου, ήτις παρηκολούθησε την της Κισάμου, εγένετο τω όντι λόγος περί τινος παρεννοήσεως, καθ' ήν το όνομα του Τομπάζη παρεισήχθη υπό των εχθρών του, αλλ' οφείλω εν συνειδήσει να σας βεβαιώσω ότι ούτ' εγώ, ούτ' άλλοι πολλοί, επίσης αμερόληπτοι, δυνάμεθα ν' αποδώσωμεν τω Τομπάζη την παραμικράν ενοχήν εις τ ο ι α ύ τ η ν - σ κ α ν δ α λ ώ δ η πράξιν».

«Θεωρήσας την εν Κρήτη δόξαν του αγώνος ελληνικήν δόξαν, αποδίδω πολλάκις εν τη Ιστορία μου τον οφειλόμενον έπαινον εις τον πατριωτισμόν, την ανδρίαν, και την εν τοις δεινοίς καρτερίαν των εν Κρήτη Χριστιανών, τόσον ανίσως προς τους εχθρούς αγωνιζομένων, και συχνάκις αναφέρω εν ευφημίαις τους οπλαρχηγούς Τσελέπην, Αναγνώστην, Σήφακαν, Μελιδώνην, Πρωτοπαπαδάκην και άλλους· αλλ' επαινών τα αξιέπαινα, κατέκρινα και τα αξιοκατάκριτα, όπως και όπου της Ελλάδος τα απήντησα.

«Ικανά νομίζω ταύτα εις φανέρωσιν της αληθείας, ην απαιτεί προ παντός άλλου η ιστορία, και εις απόδειξιν της αξίας των περί ων ο λόγος υπομνημάτων. Συνάγεται δε εκ τούτων, ότι ο κ. Κρητοβουλίδης, προθέμενος την αναίρεσιν όσων ανωτέρω μνείαν ποιώ, τα επικυροί δι' ων διηγείται, εκτός ενός και μόνου περιστατικού, της εκ Κανδάκου εις Χανιά μεταβάσεως των Σεληνιωτών· αλλ' επεθύμουν να είχε κατά τούτο αυτός μάλλον δίκαιον ή εγώ.