WeRead Powered by ReaderPub
Η Μάγισσα cover

Η Μάγισσα

Chapter 9: ΤΕΛΟΣ
Open in WeRead

About This Book

A small Italian detachment occupies an isolated mountain fort on the Abyssinian frontier; two junior officers, one recently wounded, share evenings of music and camaraderie while organizing defenses and training native recruits. Encounters with local traders and a lively native girl who unexpectedly speaks Italian introduce intimacy, humor and cultural friction as soldiers alternate between tenderness and roughness. As hardship, rumors and suspicion increase, daily routine gives way to mounting psychological strain, jealousy and impulsive violence, culminating in episodes that test loyalties and reveal the fragility of authority amid colonial tensions.

Επλησίασεν ηρέμα την καλύβην του Λούντο, ακολουθούμενος από τον σιωπηλόν σκύλον. Σιγή απόλυτος. Ήνοιξε την θύραν. H λάμπα ευρίσκετο επί του δέματος, που εχρησίμευεν αντί τραπέζης και παραπλεύρως το φλάουτο. Η καλύβη ήτο κενή. Η κλίνη εν αταξία.

Ο Ναβόνη ησθάνθη την τρέλλαν καταλαμβάνουσαν τον εγκέφαλόν του υπό μορφήν συμφορήσεως. Ησθάνθη την ανάγκην να διαπράξη κάποιαν βιαιότητα. Κατέφερε λάκτισμα κατά της κλίνης, ήτις ανετράπη. Πάραυτα δε ο σκύλος ήρχισε να υλακτή δυνατά προς την θύραν.

Ο Ναβόνη εστράφη και ευρέθη αντιμέτωπος του Λούντο, ωχρού και μόλις συγκρατούντος την οργήν του. Υπεχώρησε πρασινόχρους, με γουρλωμένα μάτια, με την όψιν πραγματικού τρελλού.

 — Συ εδώ! . . έκαμεν ο Λούντο.

Ο Ναβόνη δε απεκρίθη. Αλλ' η συνεσπασμένη μορφή του, ανέμνησεν εις τον Λούντο την παλαιάν του επωνυμίαν: Παπαγάλλος! Και του προσέθηκε σαρκαστικώς:

 — Από πότε ευρίσκεσαι εδώ;

Το στόμα του Ναβόνη εκινήθη επωδύνως· κατέπιε τον σύελόν του, αλλά δεν επρόφερε λέξιν.

 — Επί τέλους, τι θέλεις από εμέ; επανέλαβεν ο Λούντο αδημονών. Είσαι βωβός ή μεθυσμένος;

Τον επλησίασεν έτι μάλλον.

 — Αλλά βέβαια! είσαι τύφλα! Δηλητηριάζεσαι με ρακή!

Ο Ναβόνη κατώρθωσε να συναρθρώση ένα:

 — Όχι! . . .

 — Είσαι τύφλα! επανέλαβεν ο Λούντο. . . Εμπρός, πήγαινε 'ςτή σκηνή σου. . .

 — Όχι! έκαμεν εκ νέου ο Ναβόνη.

 — Θέλεις να σε συνοδεύσω εγώ, ή να σου δώσω τον Μαλιάτο;

Τον ενόμιζε πράγματι μεθυσμένον, ελησμόνει δε σχεδόν την έριδά των και εθλίβετο βλέπων τον φίλον του εις τοιαύτην κατάστασιν. Ήνοιξε την θύραν. Ο σκύλος επήδησε διά του ανοίγματος και εξηφανίσθη. Ο Λούντο εδοκίμασε να στηρίξη από του βραχίονος τον Ναβόνη, αλλ' ούτος οπισθοχώρισε μέχρι του βάθους της καλύβης:

 — Μη μ' εγγίζεις . . . εψιθύρισε. Μη μ' εγγίζεις, Γκιουζέππε!

Εις την χαμηλήν και αλλόκοτον φωνήν του ενυπήρχεν ομού παράκλησις, τρόμος και απειλή.

Ο Λούντο επρότεινε την χείρα και εθώπευσε τον ώμον του Γενουησίου. Αλλ' αυθωρεί εδέχθη κατάμουτρα κτύπημα τόσον βίαιον, ώστε παρ' ολίγον να πέση προς τα οπίσω συμπαρασύρων την τράπεζαν. . . Αλλά δεν έλαβε καιρόν να συνέλθη και ησθάνθη να του εναγκαλίζωνται τους πόδας. . . Ο Ναβόνη συρόμενος κατά γης, έλεγε:

 — Συγγνώμην! Γκιουζέππε . . . συγγνώμην! . . .

Ο Λούντο απηλλάγει της περιπτύξεως του φίλου του, όστις παρέμενε κατά γης, γελοίος και παράλυτος, — κλονιζόμενος δε, εκαθέσθη επί της κλίνης.

Παχέα δάκρυα, τα οποία δεν ηδύνατο να συγκρατήση, εκυλίοντο επί των παρειών του και τον εφλόγιζον. Ο Ναβόνη τον εκύταξε κατάπληκτος: ποτέ δεν είχεν ιδεί τον Γκιουζέππε κλαίοντα. Αμφότεροι έμειναν επί τινα χρόνον σιωπηλοί. Είτα δε, ο Λούντο, σφογγίσας τα δάκρυά του διά του αντιστρόφου της χειρός.

 — Μ' εχτύπησες, είπεν.

Ο Ναβόνη, χωρίς να τολμά να πλησιάση, εψιθύρισεν.

 — Σου εζήτησα συγγνώμην. Συγχώρησόν με. Είχα πιει. Δεν ήξευρα τι έκαμνα.

Αλλ' ο Λούντο δεν εδάκρυε πλέον. Ήτο κάτωχρος· η μορφή του είχε συσπασθή και η οργή τον κατελάμβανε τόρα, διαδεχθείσα την πρώτην συγκίνησιν.

 — Μ' εχτύπησες επανέλαβεν.

Ο Ναβόνη εσύρθη προς τους πόδας του, και παρά την αντίστασίν του, εδράξατο της δεξιάς του χειρός:

 — Όχι, Γκιουζέππε! Μην το λες αυτό, δεν είν' αλήθεια . . . Δεν το ήθελα... Σου είπα ότι είχα πιή . . . Και έπειτα, μεταξύ μας, αυτό δεν έχει σημασίαν. Κύταξε . . .

Ήνοιξε τα δάκτυλα της χειρός του Λούντο και τα εκόλλησεν επί της ιδίας του μορφής.

 — Νά! . . . με χτυπάς και συ. . . και δεν θυμώνω, εγώ, γελώ.

Εγέλα δε πράγματι, με κάποιον γέλωτα φρικώδη, που ωμοίαζε προς ρόγχον! Αλλ' ο Λούντο επανέλαβε:

 — Μ' εχτύπησες. Τούτο πλύνεται με αίμα . . .

 — Η λέξις αυτή έλαμψε μεταξύ των ως ερυθρά αστραπή. Ο Ναβόνη ηγέρθη και εστηρίχθη επί της τραπέζης.

 — Θα κτυπηθούμε, είπεν ο Λούντο.

 — Ω! όχι, ικέτευσεν ο Ναβόνη, χωρίς να τολμά να πλησιάση και να τον εγγύση, τόσον τον έβλεπεν αποφασιστικόν. . . Όχι μονομαχία μεταξύ μας, Γκιουζέππε. . . Θα έχανα τα λογικά μου κατά την πάλιν, και θα σ' εσκότωνα, κάρο! . . . Μα, έπειτα, τι θ' απεγινόμην εγώ;

Ο Λούντο συνεκινήθη εκ της ειλικρινείας αυτής.

 — Δος μου ένα ράπισμα 'ςτό ίδιο μάγουλο, και 'ςτά δυο μάγουλά μου . . . επανέλαβεν ο Γενοβαίζος. Ιδού. . .

Επρότεινε την παρειάν του. Ο Λούντο ύψωσε την δεξιάν του χείρα, αλλά την αφήκε να καταπέση και πάλιν.

 — Δεν ειμπορώ! . . . έκαμε.

Η ίδια φιλική συγκίνησις, 'πού είχε παραλύσει προ μικρού τον Ναβόνη, παρέλυεν ήδη και αυτόν. Τα δάκρυα επλημμύρησαν και πάλιν τα μάτια του και κατελήφθη υπό λυγμών . . ,

 — Α! έκαμεν αίφνης, εξοργισθείς κατά της αληθούς αιτίας της έριδός των . . . Τι έχει λοιπόν μέσα 'ςτά μάτια της και μέσα 'ςτό αίμα της, αυτή η φαύλη, την οποίαν θ' απέκρουον και αυτοί οι χαμάληδες της Φλωρεντίας;

 — Κατά διαόλου! η μάγισσα! υπέλαβεν ο Ναβόνη. Εγώ, σου την χαρίζω . . . Μη τυχόν νομίζεις ότι την αγαπώ; . . . Όχι . . . Κάτι άλλο με βασανίζει . . .

Διεκόπη, μη τολμών να δηλώση ότι εζηλοτύπει και αυτήν και την Γκιουζέππε.

 — Ναι, κάτι άλλο, εψέλλισεν ο Λούντο, αγνοών και αυτός τι συνέβαινεν εντός της συνειδήσεώς του.

Είχον λησμονηθή ήδη και η ύβρις και η μονομαχία.

Ωμίλουν δε καθήμενοι παραπλεύρως αλλήλων, ως δύο συνένοχοι μελετώντες κοινόν εγχείρημα.

 — Σου ορκίζομαι, έλεγεν ο Ναβόνη, ότι ουδέποτε πλέον θα την ίδω . . . Αχ! γιατί να μη την τουφεκίσουμε, όταν πρωτοπαρουσιάσθη να πουλήση βιτριόλι 'ςτούς Ασκαρί;

Ητένισαν αλλήλους επί μακρόν και αμιλητεί συνεφώνησαν να μη ομιλήσουν πλέον περί Νίμπας. Έχαιρον δε τόρα απείρως διότι είχον επανακτήσει την φιλίαν των . . . Και ωμίλουν φαιδρώς τόρα δι' όσα είχον συμβή μεταξύ των.

Η νυξ, εν τω μεταξύ προυχώρει. Η σελήνη είχεν εξαφανισθή, ολόκληρον το στρατόπεδον είχε βυθισθή εις το σκότος και οι δύο αξιωματικοί ηγρύπνουν ακόμη. Είχον τόσον καιρόν να συνομιλήσουν ειλικρινώς! Ενεθυμούντο τα παληά τους, και συνεκινούντο, και εφαιδρύνοντο. Τέλος δε τους συνίσχεν το σοβαρώτατον σύγχρονον ζήτημα: η εκστρατεία. Γενναίοι αμφότεροι, ποθούντες αμφότεροι περιπετείας και μεταλλαγάς εντυπώσεων, ηύχοντο να εβάδιζον προς τα εμπρός, επεζήτουν την μάχην 'πού θα τους απήλλαττεν από την ατελεύτητον εκείνην στασιμότητα, από την υπηρεσίαν εκείνην της τελωνοφυλακής, όπου παρ' ολίγον να χάσουν, εν τη αποκτεινώσει της απραξίας των, εκείνο, 'πού είχον ως πολυτιμότερον εν τω κόσμω: την φιλίαν των.

Όταν απεφάσισαν να κοιμηθούν, δεν ηδυνήθησαν να χωρισθώσιν. Εχώρησαν εις δύο την στρωμνήν του Λούντο και εξηπλώθησαν παραπλεύρως αλλήλων, κρατούμενοι από το χέρι.

V


Ήτο περίπου εννάτη πρωινή όταν ο Μαλιάτο τους εξύπνησεν.

 — Υπολοχαγέ μου. Κάποιος απεσταλμένος . . . από το Αντάγγα-Χαμούς . . . με επείγοντα έγγραφα . . . ένας Ασκαρί.

Οι δύο αξιωματικοί ανεπήδησαν.

 — Πού είνε; ηρώτησεν ο Ναβόνη.

 — Στην πόρτα, υπολοχαγέ μου.

Ο αγγελιαφόρος εκυκλούτο από τους εκτός υπηρεσίας οπλίτας του στρατοπέδου, πνίγοντας αυτόν με τας ερωτήσεις των. Επί τη εμφανίσει των αξιωματικών, απεμακρύνθησαν πάντες.

 — Έρχεσαι από το στρατόπεδον; ηρώτησεν ο Ναβόνη.

 — Μάλιστα, υπολοχαγέ μου. Ανήκω εις το έκτον. Ασκαρί, Γκαμέρρα.

 — Έχεις επείγοντα έγγραφα;

 — Όχι. Σας πληροφορούν μόνον ότι ο στρατός συμπτύσεται προς το Μάι- Γκιμπέτα.

 — Ολόκληρος ο στρατός;

 — Το τάγμα Γκαμέρρα μένει μόνον εις τας προφυλακάς.

 — Γνωρίζεις διατί συμπτύσσονται;

 — Η θέσις ήτο πολύ ισχυρά, αλλά φαίνεται ότι αι δυνάμεις δεν ήσαν αρκεταί.

 — Πού ευρίσκεται ο εχθρός;

 — Προ της Αντάγγα-Χαμούς. Οι κατάσκοποι λέγουν ότι στερείται τροφίμων και πρόκειται να υποχωρήση προς την Άντουα.

 — Και ημείς, τι οφείλομεν να κάμωμεν;

 — Ο ταγματάρχης διατάσσει να επιβλέπετε την χώραν. Την διατρέχουν λιποτάκται. Συνιστά επίσης να δυσπιστήτε προς τους εντοπίους καταδότας. Ετουφέκισαν δύο χθες εις το στρατόπεδον της Αντάγγας. Ευρίσκονται πανταχού και η ελαχίστη μας κίνησις φαίνεται ότι γίνεται αμέσως γνωστή εις τον εχθρόν.

 — Δεν σε προσέβαλον εν τούτοις καθ' οδόν, εσένα;

 — Ω! όχι, υπολοχαγέ. Μόνον άπαξ, μια συμμορία μ' επυροβόλησε. Αλλ' ήμουν πολύ μακράν και εβάδιζα πολύ γρήγορα.

 — Να σου δώσουν να φάγης, είπε τέλος ο Ναβόνη. Επιστρέφεις σήμερον;

 — Τοιαύτην διαταγήν έχω. Μου χρειάζεται όμως άλλο άλογο, διότι το δικό μου πάει να σκάση.

 — Θα σου δοθή. Πότε θα είσαι εις Μάι-Γκεμπέτα;

 — Αύριον, αυτήν την ώραν.

 — Θα είπης εις τον ταγματάρχην, ότι όλα πηγαίνουν καλά εις το Αντή-Γκάρο ότι θα ενεργήσωμεν σήμερον αναγνώρησιν προς Νότον και ότι θα φανώμεν αμείλικτοι προς τους κατασκόπους.

 — Ελησμόνησα να πληροφορήσω τον υπολοχαγόν μου, ότι υπάρχει μία συνοδεία εντοπίων τραυματιών προχωρούσα προς το Σεραέ . . . Τραυματίαι μαζί με γυναικόπαιδα· είνε του Άμπα-Αλάγγη, προσέθηκε χαμηλώσας την φωνήν, ως να εντρέπετο.

 — Πού πρόκειται να τους τοποθετήσω; Μήπως εδώ; ηρώτησεν ο Λούντο.

 — Όχι, ανθυπολοχαγέ μου. Αλλ' επειδή ο δρόμος δεν είνε ασφαλής, θα σταθμεύσουν ίσως εδώ, υπό την προστασίαν του οχυρού. Φθάνουν πιθανώτατα απόψε.

 — Ανιαρόν πράγμα, έλεγεν ο Λούντο, όταν επανεισήλθον εις την σκηνήν, του Μαλιάτο επιστρώνοντος την τράπεζάν των, να συμπτυχθή ο εχθρός και να καταληφθή η Γόα χωρίς μια τουφεκιά! . . .

 — Οπωσδήποτε, είπεν, ο Ναβόνη, ημείς φεύγομεν αμέσως μετά του Χασσάν και μερικών ανδρών. Ελπίζω ότι θα τους συναντήσωμεν, αυτούς τους λιποτάκτας του διαβόλου και θα . . . ξεκουραστούμε 'λιγάκι.

Επρογευμάτισαν ευθύμως, χαίροντες διά την επανακτηθείσαν οικειότητά των . . . Αίφνης ο Ναβόνη εκάλεσε τον συνάδελφόν του.

 — Κύταξε! είπεν.

Ήτο ωχρός και τα μάτια του έλαμπον.

Από τον φεγγίτην της σκηνής διεκρίνετο όμιλος οπλιτών, εν μέσω των οποίων προχώρει η Νίμπα καβάλλα επί του τραχήλου ενός Ασκαρί, και όλοι εγελούσαν 'ξεκαρδιστά και εκυνηγούσαν το αυτοσχέδιον υποζύγιον.

Ο Λούντο είχεν ερυθριάσει. Ο Ναβόνη το παρετήρησε και είπε:

 — Βλέπεις ότι σ' ενδιαφέρει· ζηλοτυπείς!

 — Ζηλοτυπώ αυτή τη σκύλα; απήντησε μετ' αηδίας ο Λούντο, και έπτυσε κατά γης . . . ορκίζομαι ότι δεν θα την επανίδης ποτέ πλέον! . . . Και, συ;

 — Εγώ; Θα 'δής τι θα κάμω . . . Μαλιάτο, προσέθηκε. Φώναξέ μου τον ανθυπασπιτήν Γκάμπα.

Ο Γκάμπα παρουσιάσθη ευθυτενής.

 — Θα ειπήτε εις τους φρουρούς ότι αν, από της σήμερον, αφήσουν να πλησιάσουν εις το στρατόπεδον ιθαγενείς, — και τους μέχρι τούδε ανεκτούς ακόμη ενταύθα, — θα φυλακισθούν . . . Είνε όλοι κατάσκοποι! Ανακοινώσατε προς πάντας την διαταγήν.

 — Και τους ιθαγενείς 'πού θα ευρεθούν εντός του στρατοπέδου; ηρώτησε ο Γκάμπα.

Ο Ναβόνη αποφυγών το βλέμμα του Λούντο, προσέθηκε:

 — Θα τους τουφεκίζουν αδιακρίτως! . . . Ημείς φεύγομεν προς αναγνώρισιν. Έχετε την διοίκησιν του οχυρού μέχρι της επιστροφής μας. Πηγαίνετε!

Ο ανθυπασπιστής εχαιρέτησεν και απεσύρθη.

 — Λοιπόν! είπεν ο Ναβόνη προς τον Λούντον, καιρός να πηγαίνωμεν.

Οι ίπποι των αξιωματικών ανέμενον έξω, πλήττοντες το τραχύ έδαφος διά των πετάλων των. Ο Χασσάν και πέντε ιππείς Ασκαρί εκράτουν από του χαληνού τους ημιόνους των εις μικράν εκείθεν απόστασιν. Ο Λούντο και ο Ναβόνη ίππευσαν, απήλθον βάδην, και, συνοδευόμενοι από το μικρόν απόσπασμα, διηυθύνθησαν προς την οδόν του Κοατίτ.

Δεν συνωμίλουν διόλου, λίαν προσεκτικοί, κατ' επίφασιν, να διορθώνουν τα λάθη των ζώων των. Ο Ναβόνη ίππευε την Κιούγγα· ο Λούντο ένα υπόπυρρον πενταετή, νευρώδη και ευκίνητον, με τας άκρας των κνημών καταλεύκους. Ενώ δε διήρχοντο προ των προκεχωρημένων φυλακείων, μία φωνή εφώναξεν από μέσα από κάποιον θάμνον:

— Μπονόνα πασσεγγιάτα, σινιόρι τενέντι!

Ήτο η Νίμπα, επιστρέφουσα γυμνόπους εις Γκουλλάμπαν! Ο Ναβόνη εκράτησεν αποτόμως την φορβάδα του.

 — Πλησίασε! εφώναξεν.

Η Νίμπα προυχώρησε προς τον δρόμον, καλυφθείσα υπερηφάνως με την πάννα της.

 — Άκουσέ με μετά προοοχής, είπεν ο Ναβόνη. Σου απαγορεύω να ξαναπατήσης εις το στρατόπεδον. Αν εισέλθης, θα τουφεκισθής, αμέσως και χωρίς εξηγήσεις, εννοείς;

Η μιγάς εγέλασε και εχάιδευσε το στήθος της φορβάδος, προσβλέψασα ειρωνικώς τους δυο αξιωματικούς.

 — Ομιλώ σοβαρώς! προσέθηκεν ο Ναβόνη.

Εκέντρισε δε τον ίππον του, όστις έκαμεν ημίσειαν στροφήν και ηνάγκασε την ηθαγενή να παραμερίση. Η Νίμπα εστάθη προς στιγμήν σκεπτική. Είτα δε πάλιν εξερράγη εις γέλωτας, και ενώ εκείνοι απήρχοντο τροχάδην, την ήκουσαν να κραυγάζη.

— Α ριβεντέρτσι, τενέντε. Γκιουζέππε!

Ο μικρός όμιλος εβάδισεν επί πολύ επί της οδού του Κοατίτ, χωρίς ούτε να χαιρετηθή καν από τους συναντωμένους ιθαγενείς. Οι δύο φίλοι ήσαν σκυθρωποί, αμφότεροι ποθούντες να συναντηθώσι με κανέν σώμα των λιποτακτών εκείνων, οίτινες, ως ελέγετο, είχον αναφανή κατά συμμορίας εις την πεδιάδα. — Αλλά μάτιν παρεξέκλιναν του δρόμου των και ηρεύνησαν πανταχού. Μετά τέσσαρας ώρας επέστρεφον σκυθρωπότεροι, και ο Λούντο επρότεινε να καλπάσουν τροχάδην διά να ξεζαλισθούν. Αλλ' ο Ναβόνη επρόβαλε την αντίρρησιν ότι αι ημίονοι των συνοδών των δεν θα ηδύναντο να τους ακολουθήσουν.

 — Θα φθάσουν μόνοι των εις το στρατόπεδον, παρετήρησεν ο Λούντο. Νά ο δρόμος!

Υπό το φέγγος της σελήνης εξώρμησαν ταχείς.

 — Αλτ! εφώναξεν αίφνης ο Ναβόνη.

 — Τι τρέχει; ηρώτησεν ο Λούντο.

 — Κύταξε!

Μάζα σκιερά στρατού εν πορεία απέφραττεν ολίγον περεταίρω τον δρόμον, βαδύζουσα βραδύτατα.

 — Αντάρται; είπεν ο Λούντο χαμηλοφώνως.

 — Όχι. . . Διακρίνω κάρρα . . . αποσκευάς. . . Αλλά, είνε οι τραυματίαι! . . . Εμπρός!

Αλλά δεν διήνυσαν εκατό μέτρα και ο ίππος του Λούντο ανεπήδησεν αποτόμως: μια σφαίρα εσύριξεν εις τα ώτα των.

 — Αλβέρτε!

Ο Ναβόνη επλησίασεν, εν ώ δυο ακόμη πυροβολισμοί αντήχησαν.

 — Παληανθρώποι! έκαμεν ο Ναβόνη, φοβούνται και τον ίσκιο τους τόρα . . .

Προσέδεσε το μανδύλι του εις την αιχμήν του ξίφους του και το εκίνησεν εις τον αέρα, εν ώ προυχώρει συνάμα βάδην . . . Ο Λούντο ήνωσε τας παλάμας και εφώναξε:

— Αμίτσι! . . . Σαβόγια! . . .

Η αυτή κραυγή ανταπήντησεν, είς δε ιππεύς έσπευσε προς αυτούς. Ήτο ο αξιωματικός του πυροβολικού ο διευθύνων την συνοδείαν.

 — Αυτοί οι δυστυχείς είνε φοβισμένοι, είπε. Το πρωί, μία συμμορία προσέβαλε την οπισθοφυλακήν μας· δύο γυναίκες εσκοτόθησαν και είς τραυματίας ανηρπάγη. Δι' αυτό και εβραδύναμεν τόσον . . . Εκόψαμεν διά μέσου της πεδιάδος και τας απεφύγαμεν. . ,

Υπό το απαστράπτον σεληνόφως, όπερ προσέδιδεν εις την συνοδείαν την αλλόκοτον όψιν θεατρικής παρελάσεως, οι δύο φίλοι, με σφιγμένη την καρδιά, είδον παρερχομένην ενώπιον των ολόκληρον την στήλην. Ήσαν κυρίως ιθαγενείς πυροβοληταί, τραυματισθέντες εις το σφαγείον της Άμπα-Αλάγγη, όπου το τάγμα των είχε δεκατισθή . . . Άλλοι σκυφτοί, άλλοι πλαγιασμένοι, με φρικώδη τραύματα, οιμόζοντες, γογγίζοντες, αναπέμποντες κραυγάς πόνου . . . Και γυναίκες των τραυματιών συνοδεύουσαι τους συζύγους των, και χήραι ανδρών φονευθέντων, φέρουσαι το κόκκινο ή κίτρινο φέσι του νεκρού των και αφίνουσαι κραυγάς, διατόρως πενθίμους.

 — Πού τους οδηγείται;

 — Εις το Σεραέ. Είνε όλοι από την αποικίαν του Γκοδοφελάσσι . . . Θα σταθμεύσωμεν εις Αδή-Γκάρο, αλλά θα φύγωμεν πρωί . , . ω ρεβουάρ!

Και ο αξιωματικός του πυροβολικού εκάλπασε ταχύς προς την συνοδείαν, ήτις έβαινε προς Δυσμάς, φυτεύουσα νεκρούς καθ' οδόν . . . Οργή συνέσχε τα στήθη των δύο φίλων.

 — Γουρούρια! εψέλλισεν ο Λούντο.

 — Είδες τι πετσοκομμένοι πού είνε οι δυστυχείς Ασκαρί! Γίνεται έτσι πόλεμος;

Ετράπησαν προς την στενωπόν την άγουσαν από Γκουλλάμπας εις το στρατόπεδον . . . Μετά μικρόν ευρέθησαν εντός της αγρίας ερημίας, ην και πρότερον είχε διατρέξει ο Ναβόνη:

 — Γκιουζέππε! είπεν αίφνης ούτος, δεν θα χωρισθώμεν ποτέ πλέον και ούτε θα ξαναμαλλώσουμε ποτέ, δεν είν' έτσι;

Ο Λούντο εμειδίασε χωρίς ν' αποκριθή και ο Ναβόνη εφαντάσθη ότι εσκέπτετο και πάλιν την μικράν ιθαγενή, η ζηλοτυπία δε τον εδάγκασε και αύθις . . . Ήτο βέβαιον, ότι, εφ' όσον εκείνη έζη, δυνατή συμφιλίωσις μεταξύ των δεν υπήρχεν . . . Τη μάγισσα! γιατί να μη την έχη εκεί, αυτή τη στιγμή, να της σπάση το κεφάλι, όπως θα έσπαζε κεφάλι φειδιού; . . .

Αίφνης αντήχησε μακρόθεν, εκ της διευθύνσεως του στρατοπέδου των ηχηρόν σάλπισμα. Τα άλογα ανύψωσαν τας κεφαλάς· η Κιούγγα εχρεμέτισεν υποκώφως.

 — Τι συμβαίνει; είπεν ο Λούντο.

 — Σημαίνουν συνάθροισιν, εψέλισε σκεπτικός ο Ναβόνη . . .

 — Κατά τοιαύτην ώραν τι να σημαίνη η συνάθροισις; είπεν ο Λούντο. Τι φρονείς;

Ο Ναβόνη του έρριψεν έν βλέμμα.

Αντελήφθησαν αλλήλους,

 — Αν αυτό συμβαίνει, έκαμεν ο Λούντο, είνε αίσχος — Διατί έδωκες τοιαύτην διαταγήν;

 — Δεν είνε ιδική μου, υπέλαβεν ο Γενουήνσιος, είνε διαταγή του Ταγματάρχου!

 — Έστω! εγώ, θα εμποδίσω να εκτελεσθή . . . Δεν είμαι χασάπης εγώ! δεν είμαι χασάπης του ταγματάρχου!

Και έστρεψεν αποτόμως τον ίππον του διά να ορμήση. Αλλ' ο Ναβόνη τον εκράτησεν από τον χαληνόν.

 — Είσαι τρελλός! του είπε . . . . Τόρα, δεν υπάρχει πλέον καιρός . . .

Αφίππευσαν. Ανήλθον επί της κορυφής του εγγύς υψώματος και παρηκολούθησαν εκείθεν τας κινήσεις του στρατοπέδου. Ο τυμπανισμός έφθανε μέχρις αυτών ως κρούσις δακτύλων επί υέλου.

 — Είμαι βέβαιος, εψιθύρισεν ο Λούντο. Αυτός είνε.

Ο Ναβόνη επήρε το χέρι του και το έθλιψε.

 — Συλλογίσου όσα υποφέραμεν . . . Συλλογίσου την Άμπα-Αλάγγη . . . εκείνους που είδες, προ μικρού, με χέρια και πόδια κομμένα. Πολεμούμεν εν χώρα αγρίων.

Και αμφότεροι εφαντάζοντο την μικράν εκείνην μυστηριώδη μιγάδα, — την κοινήν των ερωμένην, — πίπτουσαν αιμόφυρτον υπό τας βολάς των Ιταλών φαντάρων.

 — Το ήξιζε, Γκιουζέππε, είπεν ο Ναβόνη. Ασφαλώς, ήτο κατάσκοπος.

Τυμπανισμός ηκούσθη και πάλιν ο ίππος του Λούντο ανύψωσε την κεφαλήν. Η Κιούγγα εχρεμέτισε.

Σιωπή και πάλιν. Το στρατόπεδον εφαίνετο νεκρόν, τίποτε πλέον δεν εκινείτο εν αυτώ.

 — Ασφαλώς, ετελείωσαν όλα! . . εψέλλισεν ο Ναβόνη. Ηγέρθησαν. Και ήκουσαν, μακράν, την κούφον αντήχησιν πέντε ή έξ εκπυρσοκροτήσεων, ην επηκολούθησεν αόριστος βόμβος φωνών ανθρωπίνων.

Ητένισαν αλλήλους ωχροί. Ήσαν συντετριμμένοι, αλλ' από κάτι είχον ελευθερωθή. Ενόμισαν ότι είχον διαφύγει κάποιον μέγαν και κοινόν κίνδυνον.

 — Α! εψιθύρισεν ο Ναβόνη, ελπίζω ότι αι σφαίραι την εκτύπησαν 'ςτά μάτια τη μάγισσα, και εσκότωσαν τη μοίρα που μας έρριχνε.

Ίππευσαν. Τα ζώα, μυρισθέντα σταύλον, ηθέλησαν να ταχύνουν το βήμα· αλλά τα συνεκράτησαν και προυχώρησαν βάδην. Θα επεθύμουν να εστρέφοντο προς Νότον μάλλον και ποτέ, ποτέ πλέον, να μη επανέλθουν εις το στρατόπεδον εκείνο.

ΤΕΛΟΣ

ΜΙΚΡΑ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΚΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ
ΙΩΑΝΝΟΥ Δ. ΦΕΞΗ

ΕΞΕΔΟΘΗΣΑΝ

Αρίθ.
1.Λέοντος ΤολστόηΟΙ ΑΣΩΤΟΙ
2.Αλεξάνδρου Δουμά (υιού)Η ΘΗΡΕΣΙΑ
3.Γκυ-ντε-ΜωπασσάνΗ ΧΑΡΙΤΩΜΕΝΗ
4.Πωλ Μπουρζέ (Ακαδημαϊκού)ΤΟ ΠΡΟΦΙΛ ΤΗΣ ΧΗΡΑΣ
5.Μαρσέλ Πρεβό (Ακαδημαϊκού)Ο ΦΟΒΟΣ ΤΟΥ ΑΔΟΥ
6.Ανδρέου Τεριέ (Ακαδημαϊκού)Ο ΣΥΖΥΓΟΣ ΤΗΣ ΖΑΚΕΛΙΝΑΣ
7.Όσκαρ ΟυάιλδΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΟΥ ΚΑΝΤΕΡΒ1Λ
8.Αλφόνσου Δωδέ (Ακαδημαϊκού)ΟΙ ΑΙΜΟΒΟΡΟΙ
9.Μαρσέλ Πρεβό (Ακαδημαϊκού)Η ΜΑΓΙΣΣΑ
10.Ζαν Ρισπέν (Ακαδημαϊκού).ΣΤΟΝ ΑΛΛΟΝ ΚΟΣΜΟΝ
11.Φ. ΔοστογιέβσκηΗ ΗΜΕΡΗ ΓΥΝΑΙΚΑ
12.Μαξίμου ΓόρκυΟ ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΟΣ

Ολόκληρος η σειρά εις χωριστά τεύχη Δρ.

Τα άνω Δώδεκα αυτοτελή έργα πωλούνται και όλα ομού σε ΕΝΑ τόμον με πολυτελές εξώφυλλον εκ σελίδων 384 αντί Δρ.

ΤΥΠΩΝΟΝΤΑΙ

Τα Αριστουργήματα των διασημοτέρων Ρώσσων Φιλολόγων Θ. Δοστογιέβσκη, Ιβάν Τουργκένιεφ, Μαξίμου Γόρκυ, Λέοντος Τολστόη, Α. Τσεχώφ, Α. Πούσκιν, Π. Ιβάνωφ κλπ.


Τύποις Α. Βιτσικουνάκη — Μάιος