WeRead Powered by ReaderPub
Άννα Καρένιν cover

Άννα Καρένιν

Chapter 3: ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

The novel traces the consequences of a married woman's passionate liaison with a younger man, focusing on how adultery, shame, and gossip fracture family bonds and reshape social standing. Alongside that central plot, a parallel narrative follows a reflective landowner confronting questions of work, faith, and the meaning of a good marriage. Detailed scenes of domestic life, rural labor, and urban society create a panoramic depiction of manners and moral judgment. Recurring themes include the tensions between personal desire and social expectation, the hypocrisies of propriety, and the search for ethical and spiritual fulfillment.

The Project Gutenberg eBook of Άννα Καρένιν

This ebook is for the use of anyone anywhere in the United States and most other parts of the world at no cost and with almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included with this ebook or online at www.gutenberg.org. If you are not located in the United States, you will have to check the laws of the country where you are located before using this eBook.

Title: Άννα Καρένιν

Author: graf Leo Tolstoy

Translator: Elias Economopoulos

Release date: February 18, 2012 [eBook #38915]
Most recently updated: January 8, 2021

Language: Greek

Credits: Produced by Sophia Canoni

*** START OF THE PROJECT GUTENBERG EBOOK ΆΝΝΑ ΚΑΡΈΝΙΝ ***

Note: The tonic system has been changed from polytonic to
monotonic, the spelling of the book has not been
changed otherwise. Bold Words have been included in &.

Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε
μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του
βιβλίου. Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &.

ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

ΛΕΟΝΤΟΣ ΤΟΛΣΤΟΗ

ANNA KAΡENIN

                                        Επιφυλάσσομαι διά την εκδίκησιν
                                        λέγει ο Κύριος.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ

ΗΛΙΑ I. ΟΙΚΟΝΟΜΟΠΟΥΛΟΥ

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΕΚΔΟΤΗΣ ΧΡΗΣΤΟΣ Δ. ΦΕΞΗΣ
1922

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ


Όλαι αι ευτυχίαι ομοιάζουν, κάθε όμως δυστυχία έχει την ιδιαιτέραν της μορφήν.

Σύγχυσις άκρα επεκράτει εις την οικογένειαν Ομπλόνσκυ. Η κυρία είχε πληροφορηθή ότι ο σύζυγός της ευρίσκετο εις σχέσεις μετά της Γαλλίδος διδασκαλίσσης και είχε διακηρύξει ότι δεν ηδύνατο πλέον να ζήση υπό την ιδίαν με αυτόν στέγην. Η κατάστασις αύτη διήρκει από τριών ήδη ημερών και επίεζεν επαχθώς ου μόνον τους συζύγους, αλλά και όλα τα μέλη της οικογενείας· οι δυο σύζυγοι ησθάνοντο ότι η συνοίκησίς των δεν είχε πλέον λόγον υπάρξεως και ότι, τελεσιδίκως, ήσαν πλειότερον ξένοι προς αλλήλους παρ' όσον είνε οι ταξειδιώται οι συναντώμενοι εντός πανδοχείου.

Η κυρία δεν εξήρχετο πλέον από το ιδιαίτερόν της διαμέρισμα· ο δε πρίγκηψ Ομπλόνσκυ, από τριών ήδη ημερών δεν είχεν εμφανισθή εις την οικίαν του· και τα παιδία, εγκαταλειφθέντα εις εαυτά, περιεφέροντο ανά πάσαν την οικίαν.

Κατά την τρίτην ημέραν της έριδος ο πρίγκηψ Στέφανος Αρκαδίεβιτς Ομπλόνσκυ, ο Στίβα, όπως τον ωνόμαζον κοινώς, εξύπνησε κατά την συνήθειάν του κατά την ογδόην πρωινήν ώραν. Μόλις αφυπνισθείς συνέσπασε τας οφρύς. Εντός της φαντασίας του ανεπόλησε τότε όλας τας λεπτομερείας της ρήξεώς του προς την πριγκήπισσαν και ησθάνθη εαυτόν εντός αδιεξόδου, υποφέρων κυρίως εκ του ότι είχε την συναίσθησιν ότι αυτός ήτο η αιτία όλης εκείνης της αναστατώσεως.

 — Ναι! Δεν θα με συγχωρήση, δεν δύναται να με συγχωρήση, και, το τρομερώτερον, ότι είνε ιδικόν μου το σφάλμα.

Η μάλλον δυσάρεστος στιγμή υπήρξεν εκείνη, καθ’ ήν επιστρέψας εκ του θεάτρου, ευρήκε την πριγκήπισσαν εν τω θαλάμω της κρατούσαν την μοιραίαν επιστολήν, η οποία της είχεν αποκαλύψει τα πάντα.

Η σύζυγός του, η Δόλλυ του, την οποίαν είχε γνωρίσει διαρκώς απερροφημένην από τας οικιακάς ασχολίας, εκάθητο ακίνητος, με το σημείωμα εις το χέρι και τον παρετήρει μετ' απελπισίας και οργής.

 — Τι σημαίνει τούτο; Τι σημαίνει τούτο; επανέλαβεν επιδείξασα εις αυτόν την επιστολήν.

Επί τη αναμνήσει ταύτη, όπως συχνάκις συμβαίνει, ολιγώτερον εστενοχώρει τον πρίγκηπα η ενδόμυχος εναντίον εαυτού μομφή από του τρόπου κατά τον οποίον είχεν αποκριθή εις την ερώτησιν εκείνην.

Ο Ομπλόνσκυ δεν είχε λάβει καιρόν να προπαρασκευάση συμπεριφοράν ανάλογον προς την δημιουργηθείσαν κατάστασιν. Αντί να διαμαρτυρηθή, ν' αρνηθή, να δικαιολογηθή, να ζητήση συγγνώμην, ή να φανή αδιάφορος, διότι όλα αυτά ήσαν προτιμότερα από εκείνο που είχε κάμει — η μορφή του διεστάλη χωρίς να το θέλη, υπό το σύνηθες μειδίαμά του. Προ του μειδιάματος εκείνου, η Δόλλυ ώρμησεν έξω του δωματίου. Από δε της στιγμής εκείνης η πριγκήπισσα απέφυγε να τον ίδη.

«Όλα αυτά προέρχονται από το ηλίθιον εκείνο μειδίαμα!» εσκέφθη ο Ομπλόνσκυ.

 — Αλλά τι να γείνη τόρα, τι να κάμω; διηρώτα εαυτόν εν απελπισία χωρίς να κατορθώση να εύρη απάντησιν.

Εις την ερώτησιν αυτήν δεν υπήρχεν άλλη απάντησις πλέον εκείνης, την οποίαν δίδει η ζωή εις τα δυσκολώτερα των προβλημάτων: πρέπει να επαφιέμεθα εις τον χρόνον, δηλαδή να λησμονώμεν.

 — Κατόπιν θα ίδωμεν! εσκέφθη ο πρίγκηψ Ομπλόνσκυ.

Ηγέρθη, εφόρεσε τον κοιτωνίτην του και εκωδώνισε δυνατά.

Αμέσως ο γηραιός του έμπιστος, ο θαλαμηπόλος Μάτβεϊ, εισήλθε φέρων τα ενδύματα του κυρίου του, της μπόττες του και έν τηλεγράφημα.

 — Πρόκειται περί εγγράφων του υπουργείου; ηρώτησεν ο πρίγκηψ λαμβάνων το τηλεγράφημα.

Το απεσφράγισε και η μορφή του εφωτίσθη.

 — Μάτβεϊ, είπεν, η αδελφή μου Άννα Καρένιν θα έλθη αύριον.

 — Ευλογητός ο Θεός! είπεν ο Μάτβεϊ.

Ήθελε διά τούτου να υποδείξη ότι κατενόει όσον και ο κύριός του την σημαντικότητα της επισκέψεως εκείνης: δηλαδή ότι η Άννα Καρένιν, η ευνοουμένη αδελφή του πρίγκηπος, θα κατώρθωνε να συμφιλιώση τους συζύγους.

 — Η κυρία έρχεται μόνη ή μετά του κυρίου; ηρώτησεν ο Μάτβεϊ.

 — Μόνη . . . Πήγαινε ν' ανακοινώσης την είδησιν αυτήν εις την πριγκήπισσαν.

 — Εις την πριγκήπισσαν Δάρια Αλεξανδρόβνα; ηρώτησεν ο Μάτβεϊ με κάποιον δισταγμόν.

 — Ναι, εις την σύζυγόν μου και δος της το τηλεγράφημα. Κατόπιν έλα να μου φέρης την απάντησιν.

 — Υπακούω.

Ο Ομπλόνσκυ είχε σχεδόν ενδυθή οπόταν ο Μάτβεϊ επανήλθε με το τηλεγράφημα εις το χέρι, βαδίζων δε βραδέως και αναγκάζων της μπόττες του να τρίζουν.

 — Η κυρία πριγκήπισσα μ' επεφόρτισε να σας είπω ότι αναχωρεί. «Ας κάμουν όπως θέλουν!» μου είπε.

Ο Ομπλόνσκυ εχαμήλωσε την κεφαλήν και η μορφή του προσέλαβεν έκφρασιν αγωνίας.

 — Εν τούτοις δεν πρέπει να παραταθή αυτή η κατάστασις, είπε προσπαθών να ενθαρρύνη εαυτόν.

Ηγέρθη δε, διήλθε το σαλόνι με ταχέα βήματα και ήνοιξε την θύραν, την φέρουσαν προς το διαμέρισμα της πριγκηπίσσης.

***

Η Δάρια Αλεξανδρόβνα ίστατο εν μέσω παντός είδους αντικειμένων διεσκορπισμένων εντός του δωματίου, έμπροσθεν μιας ιματιοθήκης εντός της οποίας κάτι ανεζήτει.

Όταν ήκουσε τα βήματα του συζύγου της, έστρεψε το βλέμμα προς την θύραν, προσπαθούσα να προσλάβη έκφρασιν αυστηράν και περιφρονητικήν.

Διά δεκάτην φοράν κατά το διάστημα των τριών εκείνων ημερών, είχε δοκιμάσει ανεπιτυχώς να αμπαλλάρη τας αποσκευάς της και τας των τέκνων της, ίνα τας μεταφέρη εις της μητρός της, αλλά δεν ηδύνατο να καταλήξη εις οριστικόν τι. Έλεγε διαρκώς ότι θα έφευγεν, αν και κατενόει ότι δεν ήτο δυνατόν το τοιούτον.

 — Δόλλυ, είπεν εκείνος δειλώς.

Εκράτει δε ημιβυθισμένην την κεφαλήν εντός των ώμων ίνα προσλάβη ύφος συντετριμμένου και μετανοούντος αμαρτωλού, αλλά και παρά τούτο, ηκτινοβόλει από νεότητα και υγείαν.

Εκείνη, διά γοργού βλέμματος, τον ητένισεν από κεφαλής μέχρι ποδών και εφάνη σκεπτομένη.

 — Τι επιθυμείτε; ηρώτησε διά φωνής τραχείας και οργίλης.

 — Δόλλυ! επανέλαβεν εκείνος με κάποιον τρόμον εν τη φωνή, η Άννα έρχεται σήμερον.

 — Τι μ' ενδιαφέρει τούτο; Μου είναι αδύνατον να την δεχθώ! εφώνησεν εκείνη.

 — Και όμως πρέπει, Δόλλυ . . .

 — Πηγαίνετε, πηγαίνετε, πηγαίνετ' απ' εδώ! αντείπε χωρίς να τον κυττάξη, και διά φωνής, ήτις εφαίνετο εκφράζουσα κάποιον φυσικόν πόνον.

Ο Ομπλόνσκυ ηδύνατο να μείνη ήρεμος ενώπιον της συζύγου του, ηδύνατο να ελπίση ότι τα πράγματα θα διεκανονίζοντο και να αναγνώση ησύχως την εφημερίδα του παίρνων τον καφέν του, αλλ' όταν είδε την συνεσπασμένην φυσιογνωμίαν της και ήκουσε την φωνήν εκείνην της απογνώσεως υπό την πίεσιν του πεπρωμένου, του απέλειψεν η πνοή, ο λάρυγξ του συνεσφίγχθη και δάκρυα ανήλθον εις τα όμματά του.

 — Θεέ μου, τι έκαμα! Δόλλυ, έλεος!

Δεν ηδυνήθη να εξακολουθήση, λυγμοί απέπνιγον τον λάρυγγά του.

Εκείνη έκλεισε την ιματιοθήκην της και τον ητένισε.

 — Τούτο μόνον θα είπω, Δόλλυ, συγχώρησόν με . . . Μη λησμόνει! μήπως εννέα ετών συμβίωσις δεν δύναται να εξαγοράση μίαν στιγμήν!

Εκείνη εχαμήλωσε τους οφθαλμούς, προσπαθούσα να σκεφθή τι να είπη ως να ήθελε να τον ικετεύση να την πείση.

 — Μίαν στιγμήν παραφοράς . . . είπεν ο πρίγκηψ.

Ηθέλησε να εξακολουθήση, αλλά προ των λόγων αυτών τα χείλη της συζύγου του συνεσφίγχθησαν.

 — Φύγετε, φύγετε απ' εδώ, επανέλαβεν εκείνη διά φωνής πλειότερον διαπεραστικής, και μη ομιλείτε διά τας παραφοράς σας και τας ατιμίας σας.

Ηθέλησε δε να εξέλθη του δωματίου, αλλ' εκλονίσθη και εστηρίχθη εις το ερεισίνωτον μιας καθέδρας διά να μη πέση.

 — Δόλλυ, είπεν εκείνος ολολύζων, έλεος χάριν των τέκνων μας, τα παιδιά μας δεν πταίουν τίποτε. Εγώ είμαι ο ένοχος, συγχώρησέ με, ειπέ μου πώς δύναμαι να εξαγοράσω το σφάλμα μου. Είμαι ένοχος, δεν υπάρχουν λέξεις προς έκφρασιν του ύψους της ενοχής μου! Αλλά, Δόλλυ, συγχώρησόν με!

 — Τα σκέπτομαι τα παιδιά μας, διότι τα πάντα θα έκαμνα διά να τα σώσω· αλλά δεν γνωρίζω πώς θα τα σώσω, αν δεν τα αποσπάσω από τον πατέρα των ή εάν τα αφήσω με ένα πατέρα κακοήθη, ναι, κακοήθη πατέρα... Ειπέτε, μεθ' όσα συνέβησαν, δυνάμεθα να ζήσωμεν ομού; είναι δυνατόν τούτο; πέτε μου είναι δυνατόν! επανέλαβεν υψώσασα την φωνήν^ αφού ο σύζυγός μου, ο πατέρας των τέκνων μου, συνεδέθη με την διδασκάλισσαν των παιδιών του . . .

Την ητένισεν εκείνος και η οργή, την οποίαν εξέφραζεν η μορφή της συζύγου του, τον κατέπληξε και τον ετρόμαξε.

Δεν ηδύνατο να κατανοήση ότι η ευσπλαγχνία ακριβώς την οποίαν της εξεδήλου, την παρώργιζε περισσότερον. Διέβλεπεν εν αυτώ ευσπλαγχνίαν και όχι έρωτα.

 — Όχι, με αποστρέφεται, δεν θα με συγχωρήση, εσκέφθη.

 — Είνε τρομερόν, τρομερόν, είπεν.

Εις το γειτονικόν δωμάτιον κάποιο παιδί έπεσε και ήρχισε να κλαίη.

Η Δάρια Αλεξανδρόβνα ηκροάτο, και έξαφνα, η μορφή της εξέφρασε πόνον.

Επί τινας στιγμάς εσκέφθη ως να μη εγνώριζε πού ευρίσκετο, και τι έπρεπε να κάμη, είτα δε, ανεγερθείσα αποτόμως έτρεξε προς την θύραν.

 — Αγαπά εν τούτοις το παιδί μου, εσκέφθη εκείνος, πώς θα ηδύνατο να με αποστραφή; Δόλλυ, μίαν λέξιν ακόμη! προσέθηκεν ακολουθήσας αυτήν.

 — Αν με ακολουθήσετε, θα φωνάξω τους υπηρέτας, θα φωνάξω τα παιδιά, διά να μάθη όλος ο κόσμος ότι είσθε ένας άθλιος! αναχωρώ και ειμπορείτε να μείνετε εδώ μαζί με την ερωμένην σας.

Και εξήλθε κτυπώσα δυνατά τας θύρας.

Ο Ομπλόνσκυ εσπόγγισε το πρόσωπον και εξήλθε του δωματίου με βραδέα βήματα.

 — Θ' αλλάξη άρα γε γνώμην, εσκέφθη και εκάλεσε τον Μάτβεϊ.

 — Να ετοιμάσης δωμάτιον διά την Άνναν Καρένιν.

Ο Ομπλόνσκυ εφόρεσε την γούναν του και εξήλθεν εις το πρόστοον.

Αφού καθησύχασε το παιδίον η Δάρια Αλεξανδρόβνα, ακούσασα την άμαξαν απερχομένην, επέστρεψεν εις τα δωμάτιά της, και εκάθισεν εις την θέσιν, όπου είχε συνομιλήσει μετά του συζύγου της. Συνέσφιξε τας κατίσχνους χείρας της, τα δακτυλίδια της διολίσθησαν από τ' άσαρκα δάκτυλά της και ανεπόλησεν ολόκληρον την προηγηθείσαν συνομιλίαν.

 — Έφυγε! πού θα ζήση μαζύ της; Την βλέπει ακόμη; διατί να μην ερωτήσω περί τούτου; . . . Όχι, όχι, δεν είνε δυνατόν να συμφιλιωθώμεν και αν ακόμη ζήσωμεν υπό την αυτήν στέγην, θα είμεθα διά παντός ξένοι . . Διά παντός ξένοι! ετόνισεν επαναλαμβάνουσα με ιδιαιτέραν πικρίαν την λέξιν αυτήν την τόσον τρομεράν εις τα ώτα της.

 — Αχ! πόσον τον ηγάπησα Θεέ μου! πόσον τον ηγάπησα . . . Και τώρα άρα γε δεν τον αγαπώ πλέον; Και τώρα άρα γε μήπως τον αγαπώ περισσότερον;

***

Παρά την ζωήν των διασκεδάσεων, την οποίαν διήγε, παρά τα μικρά του προσόντα και την νεότητά του, ο Στέφανος Αρκαδίεβιτς Ομπλόνσκυ κατείχε την τιμητικήν θέσιν τμηματάρχου έν τινι υπουργείω της Μόσχας μετά μεγάλων απολαυών. Είχε δε επιτύχει την θέσιν ταύτην διά της προστασίας του συζύγου της αδελφής του Άννης, Αλεξίου Καρένιν, όστις κατείχε μίαν των ανωτάτων θέσεων του αυτού υπουργείου. Το ήμισυ ολοκλήρου της Μόσχας και ολοκλήρου της Πέτρου πόλεως συνεδέετο διά φιλίας ή διά συγγενείας μετά του πρίγκηπος Ομπλόνσκυ. Είχε γεννηθή ούτος εις το περιβάλλον των προνομιούχων εκείνων, οίτινες υπήρξαν πάντοτε και είναι ακόμη οι ισχυροί εν τω κόσμω τούτω.

Ο Ομπλόνσκυ ηγαπάτο όχι μόνον διά τον αξιαγάπητον και φαιδρόν χαρακτήρα του και διά την ανεπίδεκτον πάσης υπονοίας εντιμότητά του, αλλ' είχε και εις την εξωτερικήν του εμφάνισιν κάτι, το οποίον διέθετε φύσει ευνοϊκώς υπέρ αυτού τους ανθρώπους.

Όταν, κατόπιν της τελευταίας του εξηγήσεως μετά της συζύγου του, ο Ομπλόνσκυ μετέβη εις τα γραφεία του υπουργείου του, οι υπάλληλοι ηγέρθησαν και τον εχαιρέτισαν μετά σεβασμού. Όπως δε πάντοτε, ο Ομπλόνσκυ προυχώρησε κατ' ευθείαν προς το κάθισμά του, έθλιψε την χείρα των άλλων συμβούλων και εκήρυξε έναρξιν του συμβουλίου.

Ουδείς εγνώριζε κάλλιον αυτού να κρατήται εντός των ορίων της ελευθερίας, της απλότητος και της επισήμου αξιοπρεπείας, όπερ απαραίτητον ίνα αι συζητήσεις αποβαίνωσιν ενδιαφέρουσαι. «Αν εγνώριζαν εν τούτοις», εσκέπτετο κύπτων την κεφαλήν καθ’ όν χρόνον ο γραμματεύς ανεγίνωσκε μίαν έκθεσιν, «τι φάτσα άτακτου παιδιού είχε ο πρόεδρός των προ μισής ώρας!»

Δεν ήτο ακόμη δύο η ώρα, στιγμή δηλαδή καθ' ήν οι σύμβουλοι λύουν την συνεδρίασιν διά να μεταβούν εις το γεύμα, οπότε αι μεγάλαι υαλωταί θύραι της αιθούσης ηνοίχθησαν και εισήλθε κάποιος, εις τον οποίον όμως ο υπηρέτης του γραφείου υπέδειξαν ότι έπρεπε να εξέλθη αμέσως. Ο Ομπλόνσκυ, μετά την συνεδρίασιν, εξήτασε τον υπηρέτην του γραφείου διά να μάθη το όνομα του προσώπου, το οποίον είχεν εισέλθει απρόσκλητον.

 — Δεν τον γνωρίζω, εξοχώτατε.

 — Πού είναι τώρα; ηρώτησεν ο Ομπλόνσκυ.

Ο υπηρέτης του γραφείου υπέδειξεν άνθρωπόν τινα με ώμους ευρείς, με την γενειάδα ούλην, όστις κατήρχετο ταχέως και ελαφρώς τας σαθράς βαθμίδας της λιθίνης κλίμακος.

 — Ήμην βέβαιος! είναι ο Λεβίν! Επί τέλους, είπε με φιλικόν και είρον συνάμα μειδίαμα παρατηρών τον άγνωστον όστις προυχώρει προς αυτόν. Δεν εφοβήθης να έλθης να με ξετρυπώσης μέσα εις αυτό το σπήλαιον;

Και όχι μόνον έθλιψε την χείρα του φίλου του, αλλά και τον εφίλησεν.

 — Ευρίσκεσαι προ πολλού εις την Μόσχαν;

 — Μόλις έφθασα και έσπευσα να σε ίδω, απήντησεν ο Λεβίν παρατηρών κύκλω του μετά δισταγμού.

 — Καλά, καλά. Πάμε στο γραφείο μου, είπεν ο Ομπλόνσκυ, όστις εγνώριζε την αγρίαν δειλίαν του φίλου του.

Ο Λεβίν ήτο σχεδόν της αυτής με τον Ομπλόνσκυ ηλικίας. Υπήρξε παιδιόθεν σύντροφός του και φίλος του. Ηγαπώντο δε παρά την μεγάλην μεταξύ των αντίθεσιν χαρακτήρων και κλίσεων.

 — Σας επεριμέναμεν από πολλού.

Ο Λεβίν παρατηρήσας δύο συμβούλους εντός του γραφείου του φίλου του είπε συγκεχυμένος:

 — Αλλά πού θα ιδωθούμε; Έχω να σου ομιλήσω.

Ο Ομπλόνσκυ εσκέφθη επί στιγμήν.

 — Θα φάμε μαζύ.

 — Να φάμε; αλλά μόνον δυο λόγια έχω να σου πω, μιαν ερώτησιν θα σου κάμω· κατόπιν θα τα πούμε.

 — Πάει καλά! πες μου αμέσως τα δυο σου λόγια και τα λέμε κατά το φαγητόν.

 — Τα δυο λόγια που έχω να σου πω . . . τίποτε το έκτακτον . . .

Η μορφή του προσέλαβεν αίφνης έκφρασιν άσχημον, εξ αιτίας του αγώνος τον οποίον κατέβαλε διά να νικήση την δυστακτικότητά του.

 — Πώς έχουν οι Τσερμπάτσκυ; Δεν υπάρχει καμμία μεταβολή! Είπε τέλος. Ο Ομπλόνσκυ, γνωρίζων από πολλού ότι ο Λεβίν ήτο ερωτευμένος με την γυναικαδέλφην του Κίττυ, εμειδίασεν αδιοράτως και τα μάτια του επεταλούδησαν από ειρωνικήν φαιδρότητα.

 — Είπες «δυο λόγια», αλλ' εγώ δεν ημπορώ να σου αποκριθώ με δυο λόγια. Μεταβολή καμμία· αλλά λυπούμαι διότι απουσίασες επί τόσον.

 — Διατί; Μήπως συνέβη τίποτε;

 — Όχι, τίποτε, απήντησεν ο Ομπλόνσκυ, θα τα ξαναπούμε . . . Αλλ' εν συντόμω, ποίος είναι ο σκοπός του ταξειδίου σου;

 — Θα ομιλήσωμεν περί τούτου βραδύτερον, επανέλαβεν ο Λεβίν ερυθριάσας.

 — Καλά, καλά, εννοώ, απήντησεν ο Ομπλόνσκυ . . . Θα σε προσεκάλουν εις το σπίτι μου, αλλ' η γυναίκα μου δεν είναι εντελώς καλά . . . Αλλ' επί τέλους, αν θέλης να ιδής της κυρίες, θα είνε ασφαλώς σήμερον εις τον Ζωολογικόν κήπον, τέσσερες έως πέντε, η Κίττυ θα πατινάρη. Πήγαινε και συ, θα σε συναντήσω βραδύτερον και τρώμε όπου τύχει.

 — Πάει καλά, ωρεβουάρ . . . Αλλά πρόσεξε μη λησμονήσης! Είσαι ικανός να φύγης για τα κτήματά σου.

 — Όχι, μη φοβήσαι!

Κατά τας τέσσαρας ο Λεβίν απεβιβάζετο αμάξης προ του Ζωολογικού κήπου και διηυνθύνθη προς την δεξαμενήν, όπου επαγοδρόμουν, γνωρίζων εκ των προτέρων ότι εκείνη ευρίσκετο εκεί, διότι είχεν ίδει προ της θύρας το όχημα των Τσερμπάτσκυ.

Επλησίασε τα εκ τεχνητού πάγου βουνά επί των οποίων έτριζον αι αλύσεις των ελκύθρων ανερχομένων και κατερχομένων και εδονούντο φαιδραί ανταλλαγαί συνομιλιών. Έκαμεν ολίγα βήματα ακόμα και η παγωμένη λίμνη εξετάθη ενώπιόν του, πάραυτα δε εν τω μέσω όλων των παγοδρομούντων, την ανεγνώρισεν. Ενόησε την παρουσίαν της εκ της χαράς συνάμα και του τρόμου από τον οποίον συνεσχέθη η καρδία του.

Συνωμίλει μετά τινος κυρίας εις την αντίθετον άκραν της λίμνης. Δεν διεκρίνετο ούτε από την ενδυμασίαν της ούτε από το παράστημα· αλλ' ήτο τόσον εύκολον εις τον Λεβίν να την διακρίνη εντός του πλήθους, όπως θα διέκρινεν ένα ρόδον μέσα εις φυτείαν από τσουκνίδες. Η Κίττυ εφώτιζε τα πάντα· ήτο το μειδίαμα που ηκτινοβόλει επί των πάντων.

 — Θα δυνηθώ άραγε να την πλησιάσω επί του πάγου; εσκέφθη.

Το μέρος όπου ευρίσκετο εκείνη του εφάνη ως χώρος ιερός, απρόσιτος εις τους κοινούς των θνητών. Επήλθε δε στιγμή καθ’ ήν κατελήφθη από τοιούτον φόβον, ώστε παρ' ολίγον να τραπή εις φυγήν.

Του εχρειάσθη κόπος διά να σκεφθή ότι πέριξ αυτής ετριγύριζον πολλοί και ότι ηδύνατο να υποτεθή ότι είχεν έλθει απλώς διά να παγοδρομήση.

Κατήλθε μέχρι του πάγου, αποφεύγων επί πολύ να ατενίση την Κίττυ, ως να ήτο ο ήλιος· αλλ' όπως τον ήλιον, την έβλεπε χωρίς να την παρατηρή. Ήτο ημέρα εξαιρετική και όλοι σχεδόν οι παγοδρόμοι εγνωρίζοντο μεταξύ των. Εις τα μάτια του Λεβίν εφαίνοντο όλοι ως πλάσματα προνομιούχα, διότι ήσαν πλησίον εκείνης. Πάντες εν τούτοις εφαίνοντο ότι την παρετήρουν αδιαφόρως, διήρχοντο απ' εμπρός της, απεμακρύνοντο, την επλησίαζον, συνωμίλουν μετ' αυτής και εφαίνοντο απολαμβάνοντες μάλλον την καλλονήν του πάγου και του ωραίου καιρού παρά την χάριν του ατόμου της.

Ο Νικόλαος Τσερμπάτσκυ, ο εξάδελφος της Κίττυ, φέρων κοντήν ζακέταν και στενό πανταλόνι, διακρίνας τον Λεβίν, τον προσεφώνησε·

 — Ε! πρώτε παγοδρόμε της Ρωσσίας, είσθε πολλήν ώραν εδώ; Ο πάγος είναι τέλειος, βάλετε λοιπόν γλήγορα τα πέδιλά σας.

 — Και μήπως έχω πέδιλα; είπεν ο Λεβίν, εκπλαγείς και ο ίδιος, διότι έσχε το θάρρος να ομιλήση ενώπιον εκείνης.

Δεν την έχανεν όμως ούτε στιγμήν από τας όψεις του, αν και δεν την παρετήρει.

 — Έφθασα χθες, δηλαδή σήμερον, απήντησεν ο Λεβίν τον οποίον η συγκίνησις ημπόδιζε ν' αντιληφθή αμέσως την έννοιαν των λόγων της νεαράς κόρης. Ηγνόουν δε ότι πατινάρετε και προ πάντων ότι πατινάρετε καλά.

Εκείνη τον ητένισε προσεκτικώς, ως να επεζήτει να εισδύση εις τον λόγον της ταραχής του.

 — Το εγκώμιόν σας είναι πολύτιμον, είπε, διότι δεν λησμονούμεν εδώ ότι είσθε ο άριστος των παγοδρόμων.

Απετίναξε με το μικρό της χέρι το φέρον γάντι μαύρο τα επί του μανσόν της πεσόντα μικρά χιονοκρύσταλλα.

 — Μάλιστα, άλλοτε, ήμην εμπαθής παγοδρόμος, και επεθύμουν να φθάσω εις την τελειότητα.

 — Σεις, νομίζω, όλα μετά πάθους τα κάμνετε, είπεν εκείνη μειδιώσα . . . . Έχω μια τρελλή επιθυμία να σας ίδω εκτελούντα ελιγμούς εδώ . . . Περάστε λοιπόν γρήγορα τα πέδιλά σας και ελάτε να πατινάρωμεν μαζί.

 — Να πατινάρωμεν μαζί; Είνε δυνατόν; εσκέπτετο ο Λεβίν παρατηρών την νεαράν κόρην.

 — Περνώ αμέσως τα πέδιλά μου, προσέθηκε.

Και μετέβη να του προσαρμοσθούν τα παγοπέδιλα υπό τινος των επί τούτο επιφορτισμένων προσώπων.

 — Ναι, εσκέφθη, αυτή είνε η ζωή, αυτή είνε η ευτυχία! Μ α ζ ί! Ε λ ά τ ε - ν α - π α τ ι ν ά ρ ω μ ε ν - μ α ζ ί! . . . . . Το είπε: Να της εξομολογηθώ αμέσως; Αλλά φοβούμαι να της ομιλήσω, διότι, προς το παρόν, η ελπίς με καθιστά ευτυχή . . . και έπειτα; Πρέπει εν τούτοις, πρέπει! , . . Αρκετά εδίστασα έως τώρα.

Ο Λεβίν κατήλθεν εις το παγοδρόμιον και επλησίασε την Κίττυ δειλώς ακόμη, αλλά το μειδίαμα της νεάνιδος τον καθησύχασε.

Του έδωκεν εκείνη την χείρα και ωλίσθησαν παραπλεύρως αλλήλων επισπεύδοντες το βήμα· καθ' όσον δε εταχύνοντο οι ελιγμοί των, κατά τόσο μάλλον έθλιβε την χείρα του συνοδού της.

 — Μαζί σας θα μάθω να παγοδρομώ πολύ γρήγορα· έχω εμπιστοσύνην σε σας.

 — Και εγώ, έχω πεποίθησιν εις εμαυτόν, όταν στηρίζεσθε επί του βραχίονός μου.

Εφοβήθη αμέσως την ενδεχομένην εντύπωσιν εκ των λόγων του τούτων και ηρυθρίασε.

Μετά τινας διολισθήσεις η Κίττυ μετέβη εις συνάντησιν της μητρός της, διά ν' αποχωρήσωσιν ομού.

 — Γνωρίζω ότι δεν είν' αυτός ο αγαπημένος μου, διελογίζετο η Κίττυ, αλλ' ευχαριστούμαι να είμαι μαζί του, είνε τόσον χαριτωμένος! . . . Αλλά, διατί άρα γε μου ωμίλησε κατ' αυτόν τον τρόπον σήμερον;

Ο Λεβίν απέβαλε τα παγοπέδιλά του και έσπευσε πλησίον της πριγκηπίσσης Τσερμπάτσκυ, την οποίαν κατέφθασεν εις την έξοδον του κήπου.

 — Λογίζομαι ευτυχής που σας βλέπω, τω είπεν η μήτηρ της Κίττυ . . . Μη λησμονείτε ότι δέχομαι κάθε Πέμπτην.

 — Δηλαδή, σήμερον;

 — Θα γοητευθώμεν να σας ίδωμεν, απήντησεν η πριγκήπισσα ξηρώς.

Η ψυχρότης όμως αύτη ελύπησε την Κίττυ, και, παρεμβάσα, προσεπάθησε να γλυκάνη την εξ αυτής εντύπωσιν. Έστρεψε την κεφαλήν προς το μέρος του νέου και του είπε μειδιώσα:

 — Ω ρεβουάρ!

Η πριγκήπισσα Κίττυ ήτο δεκαοκτώ ετών. Και ήτο η πρώτη αυτή περίοδος καθ' ήν ανεμιγνύετο με τον κόσμον. Όχι δε μόνον όλοι οι χορευταί της Μόσχας ήσαν ερωτευμένοι μαζί της, αλλά και μόλις ήρχισεν ο χειμών, δύο σοβαροί μνηστήρες είχον παρουσιασθή: ο Λεβίν, και, αμέσως μετά την αναχώρησιν τούτου, ο κόμης Βρόνσκυ.

Αι συχναί επισκέψεις του Λεβίν και ο προς την Κίττυ καταφανής του έρως, είχον γείνει αφορμή συζητήσεως μεταξύ του πατρός και της μητρός της νεάνιδος, εν σχέσει προς το μέλλον αυτής. Ο πρίγκηψ ηυνόει τον Λεβίν και διεκήρυττεν ότι δεν ωνειροπόλει καλλίτερον αυτού γαμβρόν.

Η πριγκήπισσα, σύμφωνα προς την τακτικήν των γυναικών να στρέφουν αλλού τα ζητήματα, εβεβαίωνεν ότι η Κίττυ ήτο υπερβολικά νέα, ότι ο Λεβίν δεν είχεν αποδείξει ότι αι προθέσεις του ήσαν σοβαραί, ότι η Κίττυ δεν ησθάνετο καμμίαν συμπάθειαν προς αυτόν και προέβαινεν εις μυρίας άλλας αντιρρήσεις. Αλλά το αληθές ήτο, ότι ωνειροπόλει τύχην πολύ λαμπροτέραν διά την κόρην της και ο Λεβίν δεν της ήρεσκε καθόλου.

Η Κίττυ από της ώρας του δείπνου μέχρι της αφίξεως των επισκεπτών, εδοκίμασεν αίσθημα ανάλογον προς εκείνο που αισθάνεται νεαρός στρατιώτης προ της μάχης.

Η καρδία της έπαλλε δυνατά, και δεν ηδύνατο να προσηλώση την προσοχήν της επ' ουδενός.

Ησθάνετο ότι η βραδειά εκείνη, καθ' ήν ο Λεβίν και ο Βρόνσκυ θα συνηντώντο διά πρώτην φοράν, θ' απέβαινε κρίσιμος διά την τύχην της, και ακαταπαύστως τους ανεπόλει εις την μνήμην της είτε χωριστά έκαστον, είτε ομού.

Κατά τας επτάμιση, μόλις είχε κατέλθει εις το σαλόνι, οπότε ο θαλαμηπόλος ανήγγειλε: «Κωνσταντίνος Δμήτριτς Λεβίν».

Η πριγκήπισσα ευρίσκετο εις τον θαλαμόν της, ο δε πρίγκηψ δεν είχε προσέλθει ακόμη.

«Τελειωμένα πράγματα!» διελογίσθη η Κίττυ και το αίμα επλημμύρησε την καρδίαν της. Έρριψε βλέμμα επί του καθρέπτου και ετρόμαξε διά την ωχρότητά της.

Ουδ' επί στιγμήν αμφέβαλεν ότι είχε προσέλθει τόσον ενωρίς ακριβώς διά να την εύρη μόνην και να της απευθύνη την αίτησίν του. Διά πρώτην φοράν η κατάστασις παρουσιάσθη δι' αυτήν υπό φωτισμόν εντελώς καινοφανή. Κατενόησεν ότι δεν επρόκειτο περί μόνης αυτής, ότι δεν επρόκειτο να διαγνώση μετά τίνος θα ήτο ευτυχής και ποίον ηγάπα, αλλ' ότι θα έβλεπεν εαυτήν υποχρεωμένην να προσβάλη άνδρα που της ήτο αγαπητός, και να τον προσβάλη σκληρά . . . Διατί; Διότι την ηγάπα! Και όμως δεν ηδύνατο να πράξη διαφορετικά· αυτό και μόνον υπεχρεούτο να κάμη.

«Θεέ μου», διελογίσθη, «εγώ λοιπόν οφείλω να του τα είπω αυτά τα πράγματα; . . . Πρέπει να τον βεβαιώσω ότι δεν τον αγαπώ. Δεν θα ήτο αληθές τούτο . . . Αλλά, τι θα του είπω λοιπόν; Ότι αγαπώ άλλον; Όχι, αυτό δεν είνε δυνατόν . . . Προτιμώ να φύγω . . . φεύγω . . .»

Ευρίσκετο ήδη πλησίον της θύρας, οπότε ήκουσε τα βήματα του Λεβίν.

 — Όχι, δεν είνε ευπρεπές αυτό. Από τι φοβούμαι; Ας γείνη ό,τι θέλει! Θα είπω την αλήθειαν. Μαζί του δεν θα στενοχωρηθώ, νά τον!

Διέκρινε την σκιαγραφίαν του Λεβίν και το βλέμμα του στηριζόμενον επ' αυτής. Η Κίττυ τον ητένισε κατάματα ως να του εζήτει να την λυπηθή, και του έτεινε την χείρα.

 — Φθάνω εις ακατάλληλον στιγμήν, νομίζω ότι προηγήθην της ώρας; είπεν, ιδών ότι το σαλόνι ήτο κενόν.

Αλλ' όταν αντελήφθη ότι οι πόθοι του είχον πραγματοποιηθή και ότι τίποτε δεν τον ημπόδιζε να ομιλήση, εσκυθρώπασεν.

 — Ω! όχι, είπεν η Κίττυ.

Και εκάθησεν ενώπιον μιας τραπέζης.

 — Να σας εύρω μόνην ήτο ο γλυκύτερος πόθος μου, είπεν ο Λεβίν. Σας είπον ήδη ότι δεν γνωρίζω επί πόσον χρόνον θα μείνω εδώ, και ότι από υμάς εξαρτάται . . .

Η Κίττυ εχαμήλωσεν έτι μάλλον την κεφαλήν, αγνοούσα τι θα απήντα εις την τελικήν πρότασιν.

 — Από υμάς εξαρτάται, εξηκολούθησεν εκείνος . . . Ήλθα . . . ήλθα διά να σας ζητήσω να καταστήτε σύζυγος μου!

Εσιώπησε και ητένισε την νεάνιδα.

Εκείνη ανέπνευσεν επωδύνως, χωρίς να υψώση τα βλέμματα προς αυτόν. Δεν επερίμενε να παραγάγη επ' αυτής τοιαύτην εντύπωσιν η εκ μέρους του Λεβίν ερωτική εξωμολόγησις. Αλλά το συναίσθημα εκείνο επί μίαν μόνον στιγμήν διήρκεσεν. Ανελογίσθη τον Βρόνσκυ.

Ύψωσε προς τον Λεβίν τα διαυγή και ειλικρινή της μάτια, παρατηρήσασα την απελπιστικήν έκφρασιν της μορφής του, απήντησεν εν σπουδή:

 — Αυτό δεν δύναται να γείνη, δεν γίνεται . . . Συγχωρήσατέ με!

Προ μιας στιγμής της εφαίνετο τόσον πλησίον και απαραίτητος διά την ζωήν της! Και ιδού έξαφνα ότι καθίστατο δι' αυτόν εντελώς ξένη.

 — Δεν ηδύνατο να γείνη διαφορετικά; είπεν εκείνος χωρίς να υψώση επ' αυτής τα βλέμματα.

Εχαιρέτησε δε και ηθέλησε ν' αποσυρθή.

Αλλά, την ιδίαν στιγμήν, εισήλθεν η πριγκήπισσα. Όταν δε τους είδε μόνους και διέκρινε τας συνεσπασμένας των μορφάς, εταράχθη. Ο Λεβίν την εχαιρέτησε χωρίς να ομιλήση. Η Κίττυ έμεινε σιωπηλή και δεν ύψωσε τα μάτια. Εκείνος ηθέλησε να εγερθή, αλλ' η πριγκήπισσα του απεύθυνε τον λόγον, και, ταυτοχρόνως, ετέρα κυρία παρουσιάσθη, ακολουθουμένη υπό τινος στρατιωτικού.

 — Θα είνε ο Βρόνσκυ, εσκέφθη ο Λεβίν.

Διά να πεισθή, ητένισε την Κίττυ, ήτις είχεν αναγνωρίσει ήδη τον αξιωματικόν.

Ο Λεβίν παρετήρησεν ότι οι οφθαλμοί της νεαράς κόρης απήστραψαν ακουσίως και κατενόησεν ότι ηγάπα τον άνθρωπον εκείνον.

 — Επιτρέψατέ μου να σας παρουσιάσω προς αλλήλους, είπεν η πριγκήπισσα: Κωνσταντίνος Δμήτριτς Λεβίν, κόμης Αλέξιος Κυρίλλοβιτς Βρόνσκυ.

Ούτος ηγέρθη και έθλιψε την χείρα του Λεβίν παρατηρών αυτόν συμπαθώς εις τα μάτια.

 — Έχομεν συμφάγει κατά τον χειμώνα τούτον, αν δεν με απατά η μνήμη, αλλά σεις ανεχωρήσατε αιφνιδίως διά την εξοχήν, είπε με το αφελές και ειλικρινές του μειδίαμα.

 — Και μένετε πάντοτε εις τα κτήματά σας; ηρώτησεν ο Βρόνσκυ. Νομίζω ότι δεν θα είνε ευχάριστον κατά τον χειμώνα.

 — Όταν κανείς είνε απησχολημένος, δεν στενοχωρείται, έστω και αν είνε μόνος, απήντησε ξηρώς ο Λεβίν.

Αν και ο Βρόνσκυ αντελήφθη τον τόνον με τον οποίον προεφέρθησαν οι λόγοι ούτοι, προσεποιήθη ότι δεν αντελήφθη.

 — Αγαπώ την εξοχήν, είπεν.

Ο Λεβίν επωφελήθη της στιγμής καθ' ήν τον αφήκεν ο πρίγκηψ, διά να εξέλθη χωρίς να γείνη αντιληπτός. Η τελευταία εντύπωσις, την οποίαν απεκόμισεν εκ της εσπερίδος εκείνης, υπήρξεν η ευτυχής έκφρασις της φυσιογνωμίας της Κίττυ απαντώσης εις τον Βρόνσκυ, όστις την ηρώτα αν θα προσήρχετο εις τον χορόν.

* * *

Ο Βρόνσκυ ουδέποτε είχε γνωρίσει τι εστί οικογενειακή ζωή. Η μήτηρ του, κατά την νεότητά της, είχεν υπάρξει γυνή πολύ κοσμική, λίαν θαυμαζομένη, και, κατά τε το διάστημα της συζυγικής της ζωής, κυρίως δε μετά τον θάνατον του συζύγου της, εγένετο ηρωίς πολλών μυθιστορημάτων γνωστών εις όλον τον κόσμον. Τον πατέρα του σχεδόν δεν τον ενεθυμείτο και είχεν ανατραφή εις την Σχολήν των Αυλικών ακολούθων. Νεώτατος δε εξελθών της σχολής και επιδεικτικώτατος αξιωματικός ήδη, απετέλεσε μέλος της στρατιωτικής αριστοκρατίας της Πετρουπόλεως . . . Εν Μόσχα εγεύθη διά πρώτην φοράν του θελγήτρου να πλησιάση μίαν ωραίαν και αθώαν κόρην του κόσμου, ήτις ηράσθη αυτού. Δεν τω επήλθε δε η σκέψις ότι εν τη γνωριμία ταύτη, ηδύνατο να υπάρχη τι το μεμπτόν ως προς τας μετά της Κίττυ σχέσεις του. Εχόρευε κατά προτίμησιν μετ' αυτής, της ωμίλει περί κοινών πραγμάτων περί ων συνήθως συζητούν ασκόπως εν τω κόσμω, αλλ' ακουσίως, προσέδιδεν εις τας κοινοτυπίας αυτάς τόνον και ενδιαφέρον τοιούτον, ώστε ν' απευθύνεται προς αυτήν και μόνην.

Αν και ουδέποτε της είχεν είπει και μίαν έστω λέξιν που να μη δύναται να προφέρη ενώπιον όλου του κόσμου, παρετήρει εν τούτοις ότι κατά πάσαν παρερχομένην ημέραν υφίστατο εκείνη πλειότερον την επίδρασιν αυτού, τούθ' όπερ του ήτο το μάλλον ευχάριστον των πραγμάτων. Ησθάνετο εαυτόν ακατανικήτως ελκυόμενον προς αυτήν.

Ουδαμώς ηπατάτο ότι η προς την Κίττυ συμπεριφορά του ήτο αφελέστατα εκείνο που ονομάζεται δελεασμός μιας νεαράς κόρης άνευ προθέσεως γάμου, πράξις πολύ συχνή εις την χρυσήν νεότητα εις την οποίαν ανήκεν. Ενόμιζεν ότι αυτός πρώτος είχεν ανακαλύψει την θελξίθυμον ταύτην ηδονήν, και την απελάμβανε.

Περί γάμου ουδέποτε είχε σκεφθή, γάμου άλλως τε του οποίου δεν διέβλεπε το δυνατόν της τελέσεως. Όχι μόνον δεν ηγάπα την οικογενειακήν ζωήν, αλλά και διέβλεπεν εν τω γάμω και ιδίως εις τον ρόλον του συζύγου, σύμφωνα προς τας ιδέας του κόσμου των αγάμων εν τω οποίω έζη, κάτι το αντίθετον, κάτι το εχθρικόν προς την ευτυχίαν του και κάτι μάλιστα το γελοίον.

Το βράδυ εκείνο, εν τούτοις, εξερχόμενος του μεγάρου Τσερμπάτσκυ, ησθάνθη ότι οι πνευματικοί δεσμοί οι συνδέοντες αυτόν μετά της Κίττυ είχον συσφιγχθή μέχρι σημείου ώστε να έπρεπε να λάβη μίαν απόφασιν, αλλ' υπό ποίον πνεύμα, δεν διέβλεπεν ακόμη.

«Η γοητεία έγκειται ακριβώς εις το ότι ούτε μία λέξις δεν έχει προφερθή ούτε παρ' εμού ούτε παρ' αυτής· και εις ότι το αντιλαμβανόμεθα αλλήλους τόσον καλά διά της αποκρύφου αυτής συνδιαλέξεως των βλεμμάτων και των τόνων της φωνής· σήμερον μ' έκαμε να εννοήσω παρά ποτε σαφέστερον ότι με αγαπά. Και πόσον είνε γοητευτικόν αυτό, πόσον αφελές, πόσον πλήρες πεποιθήσεως! Αισθάνομαι ότι έχω καρδίαν και ότι κάτι το αγαθόν υπάρχει εντός μου».

Την επιούσαν, κατά την ενδεκάτην προμεσημβρινήν, ο Βρόνσκυ μετέβη εις τον σιδηροδρομικόν σταθμόν διά ν' αναμείνη την μητέρα του· το πρώτον δε πρόσωπον, το οποίον παρετήρησεν επί των βαθμίδων της μεγάλης κλίμακος υπήρξεν ο Ομπλόνσκυ προχωρών προς υποδοχήν της αδελφής του Άννας Καρένιν.

 — Α! Η Εξοχότης σας! τω εφώναξεν ο Ομπλόνσκυ, ποίον ζητείς;

 — Περιμένω την μητέρα μου, απήντησεν ο Βρόνσκυ. Έρχεται από την Πετρούπολιν.

Έθλιψαν αμοιβαίως την χείρα και ανήλθον ομού την κλίμακα.

 — Πού επήγες χθες εξερχόμενος των Τσερμπάτσκυ, εγώ σε επερίμενα έως τας δύο το πρωί;

 — Επέστρεψα εις το σπίτι μου . . . Επέρασα νύκτα τόσον ευχάριστον, ώστε δεν ηθέλησα να υπάγω πλέον πουθενά.

 — Γνωρίζω τα ορμητικά άλογα από τα χαρακτηριστικά των και τους νεαρούς ερωτευμένους από τα μάτια! επανέλαβεν ο Ομπλόνσκυ, όπως είχε κάμει την προτεραίαν προς τον Λεβίν.

Ο Βρόνσκυ εμειδίασε με τρόπον που δεν απετέλει άρνησιν, αλλ' έσπευσε να στρέψη αλλαχού τον λόγον.

 — Και συ, ποίον ήλθες ν' αναμείνης εδώ;

 — Εγώ, μια ωραία κυρία! είπεν ο Ομπλόνσκυ.

 — Α! Α!

 — «Κατηραμένος ο κακά βουλευόμενος», αναμένω την αδελφήν μου Άνναν.

 — Α! α! την πριγκήπισσαν Καρένιν, είπεν ο Βρόνσκυ.

 — Πρέπει να γνωρίζης τον Αλέξιον Αλεξάνδροβιτς Καρένιν, τον διάσημον γαμβρόν μου· όλος ο κόσμος τον γνωρίζει.

 — Ναι, τον γνωρίζω εκ φήμης και διότι κάποτε τον είδα . . . Γνωρίζω ότι είνε άνθρωπος πνευματωδέστατος, ένας σοφός ούτως ειπείν υπέργειος. Αλλά, ξεύρεις, δεν είνε του κόσμου μου.

 — Ναι, είνε άνθρωπος διακεκριμένος, ολίγον τι συντηρητικός, αλλά θαυμάσιος άνθρωπος.

 — Θα έλθη γρήγορα το τραίνον; ηρώτησεν ο Βρόσκυ κάποιον υπάλληλον.

 — Εφάνη ήδη.

Πράγματι, επί της αποβάθρας προσέτρεξαν οι υπάλληλοι, και ο αριθμός των προσώπων άτινα προσήρχοντο να υποδεχθώσι τους φίλους των επληθύνθη επαισθητώς.

Διά μέσου της κρυσταλλωμένης ομίχλης διεκρίνοντο άνθρωποι εν στολή με κοντές γούνες και μπόττες από πίλημα, οίτινες διήρχοντο τας σιδηράς ράβδους. Μακράν δε, διηκούετο ο συριγμός της ατμομηχανής και διεκρίνετο το τροχοκύλισμα του τραίνου.

Πράγματι, εξ αποστάσεως, η ατμομηχανή εσφύριζε. Μετά τινας δε στιγμάς, το λιθόστρωτον του σταθμού συνεκλονίσθη και η μηχανή ασθμαίνουσα και αναπέμπουσα τον ατμόν ον το ψύχος επανέρριπτεν επί του εδάφους διήλθε με τον μοχλόν του μεσαίου τροχού ταλαντευόμενον διά κινήσεως ρυθμικής και βραδείας, καθ’ όν χρόνον ο μηχανικός, σκεπασμένος από παγοκρύσταλλα και με την κεφαλήν και τον λαιμόν σφικτοτυλιγμένα, εχαιρέτα τον σταθμάρχην.

 — Η κόμησσα Βρόνσκυ ευρίσκεται εις αυτό το βαγόνι, τω είπεν αίφνης ο οδηγός πλησιάσας αυτόν.

Εις το βάθος της ψυχής του, δεν ησθάνετο σεβασμόν προς την μητέρα του, και, χωρίς αμφιβολίαν, ούτε την ηγάπα, αλλ' η ανατροφή ης είχε τύχει και αι τρέχουσαι ιδέαι του ιδιαιτέρου του κόσμου, δεν τω επέτρεπον να σκεφθή να της προσφέρεται διαφορετικά παρά με τας φαινομενικότητας βαθυτάτου σεβασμού και πληρεστάτης υποταγής. Η δε εξωτερική εκδήλωσις των αισθημάτων τούτων ήτο ισχυροτέρα από τον ενδόμυχον αποτροπιασμόν, ον ησθάνετο προς αυτά.

Ο Βρόνσκυ ηκολούθησε τον οδηγόν, ανήλθεν εις το τραίνον, και, καθ’ ήν στιγμήν επρόκειτο να εισέλθη εις το διαμέρισμα όπου ευρίσκετο η μήτηρ του, παρεμέρησε διά να διέλθη μία κυρία.

Με το τακτ του ανθρώπου του κόσμου ο Βρόνσκυ ανεγνώρισε με το πρώτον βλέμμα ότι η κυρία εκείνη ανήκεν εις τας ανωτάτας κοινωνικάς τάξεις. Εζήτησε συγγνώμην και ητοιμάζετο να εξακολουθήση τον δρόμον του, οπότε ησθάνθη ακαταμάχητον πόθον να στραφή διά να την ίδη άπαξ ακόμη, ουχί μόνον διότι η κυρία την οποίαν είχε συναντήσει ήτο ωραιοτάτη, ούτε και διότι είχεν ελκυσθή από την ευπρεπή κομψότητα και την χάριν την σεμνήν ην απέπνεεν ολόκληρος, αλλά διότι η έκφρασις της χαριτωμένης μορφής της, όταν επέρασεν απ' εμπρός του, είχε κάτι το ιδιαιτέρως θωπευτικόν και τρυφερόν.

Όταν υπεστράφη, και η κυρία έστρεψεν επίσης την κεφαλήν προς αυτόν και τα μάτια της προσηλώθησαν φιλίως επ' αυτού, ως να τον ανεγνώριζε, πάραυτα δε εστράφησαν προς το πλήθος κάποιον αναζητούντες εν αυτώ.

Ο Βρόνσκυ εισήλθεν εις το υποδειχθέν αυτώ βαγόνι. Η μήτηρ του, μία γηραιά γυνή ισχνή, με μάτια μαύρα, εμειδία ελαφρώς με τα λεπτά της χείλη.

Ανηγέρθη από το κάθισμά της, παρέδωκε μικρόν δερμάτινον σάκκον εις την θαλαμηπόλον της, έτεινε την μικράν και άσαρκον χείρα της προς τον νέον, είτα δε, ανυψώσασα την κεφαλήν, τον ησπάσθη επί των παρειών.

 — Έλαβες το τηλεγράφημά μου; Είσαι καλά; . . . Δόξα σοι ο Θεός! . . .

 — Εκάματε καλό ταξείδι; είπεν ο νέος καθεσθείς παραπλεύρως αυτής.

Η κυρία ενώπιον της οποίας ο Βρόνσκυ είχεν παραμερίσει εισήλθεν και αύθις εις το διαμέρισμα.

 — Λοιπόν! ευρήκατε τον αδελφόν σας; ηρώτησεν η κόμησσα Βρόνσκυ αποταθείσα προς την ωραίαν ταξειδιώτιδα.

Ο Βρόνσκυ ενεθυμήθη τότε ότι ήτο η Άννα Καρένιν.

 — Ο αδελφός σας σάς περιμένει εδώ, είπεν εγερθείς. Με συγχωρείτε διότι δεν σας ανεγνώρισα, προσέθηκε χαιρετήσας . . . Έχομεν, άλλως τε, τόσον σπανίας συναντήσεις, ώστε ασφαλώς δεν θα μ' ενθυμείσθε.

 — Ω, όχι! είπεν εκείνη· εντούτοις, σας ανεγνώρισα, διότι νομίζω ότι, καθ' όλον το διάστημα του ταξειδίου, η μήτηρ σας και εγώ μόνον περί υμών ωμιλούσαμεν.

Και επέτρεψε να φωτισθή από έν μειδίαμα η συγκρατουμένη ορμητικότης της.

 — Και ο αδελφός μου δεν έρχεται λοιπόν; εξηκολούθησεν.

Ο Βρόνσκυ κατήλθεν επί του λιθοστρότου και εφώναξεν:

 — Ομπλόνσκυ, εδώ! . . .

Αλλ' η Άννα Καρένιν δεν ανέμεινε, και, διακρίνασα τον πρίγκηπα, εξήλθε του οχήματρς με βήμα σταθερόν και ελαφρόν.
 
Μόλις δε ο πρίγκηψ την επλησίασεν η νεαρά γυνή επέρασε τον αριστερόν της βραχίονα περί τον τράχηλόν του, τον προσείλκυσε ζωηρώς προς εαυτήν και τον εφίλησεν ηχηρώς. Η χάρις και η ορμητικότης της χειρονομίας εκείνης συνεκίνησαν τον Βρόνσκυ· δεν την άφινε πλέον από τα μάτια του και εμειδία χωρίς να γνωρίζη διατί.

Αναλογισθείς όμως ότι η μήτηρ του τον ανέμενεν ανήλθε και πάλιν εις το τραίνον.

Είνε ωραιωτάτη, δεν είν' έτσι; ηρώτησεν η κόμησσα. Ο σύζυγός της μου την ενεπιστεύθη και ευχαριστήθην πολύ από την συντροφιάν της. Ωμιλούσαμεν καθ' όλον το διάστημα . . . Λοιπόν! και συ; Λέγουν ότι οι έρωτές σου πηγαίνουν θαυμάσια, ε;

 — Δεν γνωρίζω, μαμά, τι θέλετε να υπαινιχθήτε, είπεν ο υιός ψυχρώς.

 — Η Άννα Καρένιν ανήλθεν αύθις εις το βαγόνι διά ν' αποχαιρετήση την κόμησσαν.

 — Λοιπόν! κόμησσα, ευρήκατε τον υιόν σας και εγώ τον αδελφόν μου, είπε φαιδρώς. Εξήντλησα, άλλως τε, ολόκληρον το απόθεμα των διηγήσεών μου και δεν μου μένει πλέον καμμία.

 — Θα ειμπορούσα να κάμω μαζί σας τον γύρον του κόσμου χωρίς να στενοχωρηθώ, είπεν η κόμησσα λαβούσα την χείρα της Άννας Καρένιν. Είσθε από τας χαριτωμένος εκείνας γυναίκας που γοητεύεται κανείς τόσον να βλέπη όσον και ν' ακούη.

 — Καλήν αντάμωσιν, κόμησσα, σας ευχαριστώ διά την καλήν σας συντροφιά, η ημέρα παρήλθε γρηγορώτατα.

 — Χαίρετε, αγαπητή φίλη . . . Επιτρέψατε μου να φιλήσω την χαριτωμένην μορφήν σας.

Έκυψεν ελαφρώς και έτεινεν την παρειάν της εις τα χείλη της κομήσσης, είτα δε ηνωρθώθη και έτεινε την χείρα προς τον Βρόνσκυ.

Έθλιψεν ούτος την μικράν χείρα και εμαγεύθη διότι η Άννα Καρένιν απεκρίθη διά μικράς και αφελούς αντιθλίψεως.

 — Είνε αληθινά χαριτωμένη, είπεν η κόμησσα.

Ο Βρόνσκυ την παρηκολούθησε διά των οφθαλμών έως ού η γόησσα σιλουέττα της εξηφανίσθη. Την είδε, διά της θυρίδος, να πλησιάζη τον Ομπλόνσκυ, να περνά το χέρι της από τον βραχίονά του και ν' αρχίζη μαζί του συνομιλίαν, εν τη οποία, προφανώς, δεν εγένετο λόγος περί των νέων της γνωριμιών.

Ο Βρόνσκυ διέκρινε κάποιο πείσμα.

 — Ειμπορούμε να εξέλθωμεν, μαμά, το πλήθος διελύθη.

Εξελθόντες του βαγονίου, συνήντησαν πολλά πρόσωπα, τα οποία διήρχοντο τρέχοντα και με τας μορφάς τεταραγμένας.

Και ο σταθμάρχης επίσης ευρίσκετο εις κίνησιν με την όψιν συνεσπασμένην.

Πού; . . . Προς ποίον μέρος; . . . Κατεπλακώθη; . . , . ηρώτων οι διαβάται.

Ο Ομπλόνσκυ, με την αδελφήν του στηριζομένην εις τον βραχίονά του, επέστρεψε και αυτός εις το τραίνον λίαν συγκεκινημένος.

Αι δύο κυρίαι ανήλθον και πάλιν εις το βαγόνι, εν ώ οι δύο άνδρες ανεμιγνύοντο με το πλήθος διά να μάθουν τας λεπτομερείας του δυστυχήματος.

Κάποιος οδοφύλαξ, είτε διότι ήτο μεθυσμένος, είτε υπερβολικά διπλωμένος εντός των ενδυμάτων του λόγω του παγετού, δεν είχεν ακούσει ερχόμενον το τραίνον.

Ο Ομπλόνσκυ και ο Βρόνσκυ είδον το πτώμα παραμορφωμένον. Ο πρώτος συνεκινήθη καταφώρως εκ του θεάματος αυτού και εφαίνετο έτοιμος ν' αναλυθή εις δάκρυα. Αλλά προ της επιστροφής των, αι δύο κυρίαι είχον πληροφορηθή τα διατρέξαντα.

 — Α! είναι τρομερόν, αν εγνώριζες, Άννα, τι είδα! είπεν ο Ομπλόνσκυ.

 — Ο Βρόνσκυ εσιώπα· η ωραία του μορφή ήτο σοβαρά, αλλ' ήρεμος.

 — Αχ! κόμησσα, έξηκολούθησεν ο Ομπλόνσκυ, αν τον εβλέπατε! . . . Η γυναίκα του ήτο εκεί . . . Ερρίφθη επί του σώματός του . . . Λέγουν δε ότι ήτο ο μόνος προστάτης της οικογενείας . . .

 — Δεν θα ειμπορούσεν άρα γε να γείνη τίποτε δι' αυτήν; ηρώτησεν εν συγκινήσει η Άννα Καρένιν.

Ο Βρόνσκυ την ητένισε και κατήλθεν αμέσως του βαγονίου.

 — Επιστρέφω αμέσως, μαμά, είπεν από του αντιθέτου μέρους της θυρίδος.

Όταν δ' επανεφάνη, μετά πάροδον ολίγων στιγμών, ανεχώρησαν.

Κατά την έξοδον εκ του σταθμού, ενώ ο Βρόνσκυ εβάδιζεν εμπρός μετά της μητρός του, της Άννας Καρένιν και του Ομπλόνσκυ ερχομένων όπισθεν, ο σταθμάρχης προσέδραμε.

Παρεδώκατε εις τον υποδιευθυντήν, είπε, διακόσια ρούβλια· ευαρεστήσθε να μου ειπήτε διά ποίον ακριβώς τα προορίζετε;

 — Διά την χήραν, είπεν, ο Βρόνσκυ υψώσας τους ώμους, δεν την εννοώ αυτήν την ερώτησιν!

 — Εδώκατε χρήματα διά την χήραν; εφώνησεν ο Ομπλόνσκυ.