WeRead Powered by ReaderPub
Άννα Καρένιν cover

Άννα Καρένιν

Chapter 6: ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΝ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

The novel traces the consequences of a married woman's passionate liaison with a younger man, focusing on how adultery, shame, and gossip fracture family bonds and reshape social standing. Alongside that central plot, a parallel narrative follows a reflective landowner confronting questions of work, faith, and the meaning of a good marriage. Detailed scenes of domestic life, rural labor, and urban society create a panoramic depiction of manners and moral judgment. Recurring themes include the tensions between personal desire and social expectation, the hypocrisies of propriety, and the search for ethical and spiritual fulfillment.

Έκαμε τότε επανειλημμένως τον γύρον της αιθούσης, είτα δε, διά βήματος αποφασιστικού, διηυθύνθη προς το γραφείον του Καρένιν.

Όταν εισήλθεν, ο σύζυγός της έφερεν ήδη την στολήν του, έτοιμος να αναχωρήση, εκάθητο δε παρά τινα μακράν τράπεζαν, με την κεφαλήν στηριζομένην επί της χειρός και ατενίζων θλιβερώς ενώπιόν του.

Εκείνη τον αντίκρυσε, προτού δυνηθή να την ίδη, και εννόησεν ότι εσκέπτετο περί αυτής.

Όταν την αντελήφθη, ηθέλησε να εγερθή, αλλ' είτα μετήλλαξε γνώμην. Αίφνης η μορφή του εφλογίσθη, τούθ' όπερ ουδέποτε του συνέβαινεν, ηγέρθη δε αποτόμως, εβάδισεν εις συνάντησιν της συζύγου του, ατενίζων αυτήν ουχί εις τους οφθαλμούς, αλλ' υπεράνω αυτών, ωσεί διερευνών το μέτωπον αυτής και την κόμμωσιν. Όταν δ' ευρέθη πλησίον της, έλαβε την χείρα αυτής και την παρεκάλεσε να καθήση.

 — Λογίζομαι λίαν ευτυχής που σας βλέπω ενταύθα, είπεν.

Εκάθησε παραπλεύρως αυτής και ηθέλησε να ομιλήση, αλλ' υπετραύλισε κάτι χωρίς τίποτε να συναρθρώση.

Η Άννα, προετοιμασθείσα διά την συνέντευξιν ταύτην, είχε παρασυρθή εις την περιφρόνησιν και ενοχοποίησιν αυτού· δεν ευρήκεν εν τούτοις τίποτε να είπη, και της εγέννησε τον οίκτον μάλλον.

Η σιγή παρετάθη επ' αρκετόν.

 — Ο Σεριόγια είνε καλά; είπε τέλος ο Καρένιν.

Είτα δε, χωρίς να αναμείνη απάντησιν, προσέθηκε:

 — Δεν θα γευματίσω εις το σπίτι σήμερον, και πρέπει μάλιστα να απέλθω τώρα.

 — Εγώ επροτιθέμην να αναχωρήσω διά Μόσχαν, είπεν η Άννα.

 — Όχι, όχι, εκάματε άριστα να έλθητε εδώ.

Εσιώπησε.

Βλέπουσα ότι δεν είχε την δύναμιν να εξηγηθή η Άννα επρόλαβεν αυτόν:

 — Αλέξιε Αλεξάνδροβιτς, είπε χωρίς να ταπεινώση τους οφθαλμούς προ του ερευνώντος την κόμην της βλέμματός του. Είμαι γυναίκα ένοχος, κακή γυναίκα, αλλ' είμαι οποία ήμην, όπως σας το απεκάλυψα ήδη . . . Ήλθα δε να σας είπω ότι δεν δύναμαι να μεταβάλω απολύτως τίποτε.

 — Δεν σας ηρώτησα περί τούτου, είπεν εκείνος με τόνον άκρως αποφασιστικόν και προσβλέπων αυτήν μετά μίσους κατάματα.

Υπό το κράτος της οργής, είχεν ανακτήσει την εφ' εαυτού θέλησιν.

Όπως σας είπον ήδη, και όπως σας έγραψα, επανέλαβε διά φωνής λεπτής και οξείας, σας επαναλαμβάνω δε και τώρα, ούτε επιθυμώ καν να το μάθω. Το αγνοώ εντελώς. Όλαι αι γυναίκες δεν είνε όσον σεις αγαθαί, και δεν σπεύδουν να ανακοινώνουν εις τους συζύγους των ειδήσεις τόσον ε υ χ α ρ ί σ τ ο υ ς . . .

Και ετόνισε την λέξιν «ευχαρίστους».

 — Θα το αγνοώ εφ' όσον δεν θα το γνωρίζη ο κόσμος, εφ' όσον το όνομά μου δεν θα υποστή ατίμωσιν. Διά τούτο σας προειδοποιώ ότι αι σχέσεις μας οφείλουν να είνε οποίαι πάντοτε υπήρξαν, και θα διαρκέση τούτο έως ου εκτεθείτε, οπότε θα ευρεθώ εις την ανάγκην να λάβω μέτρα προς υπεράσπισιν της τιμής μου.

 — Αλλ' αι μεταξύ μας σχέσεις δεν δύνανται να ώσιν οποίαι ήσαν άλλοτε, είπεν η Άννα αιδημόνως και ατενίζουσα αυτόν μετά φρίκης.

Όταν αντίκρυσε και πάλιν τας ηρέμους κινήσεις του, όταν ήκουσε την διαπεραστικήν και είρωνα φωνήν του, η αποστροφή ην ησθάνετο προς αυτόν της διέλυσε τον οίκτον ον είχε συναισθανθή· της υπελείπετο μόνος ο φόβος, αλλ' οπωσδήποτε, ηθέλησε να καθορίση τας μελλούσας σχέσεις των.

 — Δεν δύναμαι να είμαι σύζυγός σας, οπόταν . . .

Παγερός χλευαστικός γέλως διέφυγεν εκείνον:

 — Πρέπει να πιστεύσω ότι το νέον είδος της ζωής το οποίον υιοθετήσατε επέδρασεν επί των ιδεών σας. Σέβομαι και περιφρονώ τόσον τούτο και εκείνο όσον, . . σέβομαι το παρελθόν σας και περιφρονώ το παρόν σας . . . τόσον απείχον από του να σκεφθώ ότι θα ηδύνασθε να δώσητε τοιαύτην ερμηνείαν εις τους λόγους μου. Δεν είχετε δισταγμούς όταν επρόκειτο να μοι αποκαλύψητε τα σφάλματά σας, διατί θα είχετε τοιούτους εν τη εκπληρώσει των καθηκόντων σας ως συζύγου; . . .

 — Τι αξιοίτε παρ' εμού;

 — Αξιώ να παραιτηθήτε του ανθρώπου εκείνου· αξιώ να παύσητε να τον βλέπετε. Νομίζω ότι δεν ζητώ πάρα πολλά!

Διηυθύνθη προς την θύραν, αλλ' αντιληφθείς ότι είχεν εγερθή και η Άννα, υπεκλίθη ενώπιον της και την αφήκε να περάση πρώτη.

Ημέραν τινά καθ' ήν η Δόλλυ επέστρεφεν από την μικράν λίμνην όπου είχε λούσει τα παιδιά της, ενώ τα τελευταία ταύτα είχον τα μαλλιά υγρά ακόμη και η ιδία είχε διπλώσει τα δικά της δι' ενός μανδυλίου, ο αμαξάς της τής είπε:

 — Νά μια μ π α ρ ί ν α που έρχεται, θαρρώ πώς είναι η μπαρίνα του Ποκροβσκόιε.

Η Δόλλυ παρετήρησε μακράν και αντελήφθη μετά χαράς την γνωστήν σιλουέτταν του Λεβίν, όστις ήρχετο προς συνάντησίν της.

Ηυχαριστείτο πάντοτε να τον βλέπη, αλλά την φοράν αυτήν ήτο κατενθουσιασμένη διά την παρουσίαν του, διότι ηδύνατο να την αντικρύση εν όλη της τη δόξη. Ουδείς ήτο ικανώτερος του Λεβίν να εκτιμήση την μητρικήν της μεγαλοπρέπειαν.

Πράγματι, όταν την διέκρινεν, ανεκάλυψε μίαν εικόνα οικογενειακής ευτυχίας τοιαύτην, οποίαν την ωνειροπόλει δι' εαυτόν εις το μέλλον.

 — Φαίνεσθε ευτυχής εν μέσω των παιδιών σας, της είπε.

 — Α! πόσον είμαι ευχαριστημένη που σας βλέπω, απήντησεν εκείνη τείνασα αυτώ την χείρα.

Υπέρ παν άλλο επεθύμει να ομιλήση περί της Κίττυ.

 — Η αδελφή μου μού γράφει, είπεν η Δόλλυ μετά στιγμιαίαν σιγήν, ότι αρέσκεται κυρίως εις την μόνωσιν και την ηρεμίαν.

 — Και πώς πηγαίνει η υγεία της; Είνε καλλίτερα; ηρώτησεν ο Λεβίν κατασυγκεκινημένος.

 — Χάρις τω Θεώ, πηγαίνει θαυμάσια, ανέρρωσεν εντελώς!. . . .

Εγώ, άλλως τε, ουδέποτε επίστευσα ότι υπέφερεν από τους πνεύμονας. . .

 — Α! αυτό μ' ευχαριστεί υπερμέτρως! υπέλαβεν ο Λεβίν.

Καθ' όσον επρόφερε τας λέξεις ταύτας και την παρετήρει, η Δόλλυ διέκρινεν επί της μορφής του έκφρασιν συγκινούσαν και θλιβεράν.

 — Ακούσατε, Λεβίν, είπε με το κάπως είρον χαρωπόν της μειδίαμα. Διατί είσθε θυμωμένος εναντίον της Κίττυ;

 — Εγώ;. . . Δεν έχω τίποτε εναντίον της.

 — Ναι . . . της έχετε θυμώσει! . , . Δεν ήλθατε να μας ιδήτε όταν διεμένατε εις Μόσχαν, και ούτε εκ της Κίττυ επήγατε.

 — Δάρια Αλεξανδρόβνα, απήντησεν εκείνος ερυθριάσας, σεις που είσθε τόσον καλή, ειμπορείτε να μου 'μιλήτε κατ' αυτόν τον τρόπον; . . . Πώς δεν με λυπείσθε, αφού γνωρίζετε;

 — Τι γνωρίζω;

 — Φυσικά, γνωρίζετε ότι εζήτησα την χείρα της Κίττυ και ότι. . . .

Όλη η αγάπη ην ησθάνετο προ μιας στιγμής διά την Κίττυ, μήπως παρεχώρησε την θέσιν της εις την μνησικακίαν, την οποίαν εδημιούργει η πληγή εκείνη;

 — Τι σας κάμνει να υποθέτετε ότι είμαι εις θέσιν να γνωρίζω;

 — Όλος ο κόσμος το γνωρίζει! . . .

 — Λοιπόν! απατάσθε, εγώ δεν το εγνώριζα, αν και το είχον υποπτεύσει . . . .

 — Τόρα όμως το γνωρίζετε.

 — Εγώ εγνώριζα μόνον ότι κάτι είχε συμβή, το οποίον έκαμνε την Κίττυ να υποφέρη φοβερά. Και επειδή δεν μου το ενεπιστεύθη, επίστευσα ότι δεν θα είχε κάμει λόγον προς ουδένα . . .

Τι συνέβη λοιπόν μεταξύ σας; Είπατέ μου το . . .

 — Σας το είπον ήδη.

 — Πότε εκάματε την πρότασίν σας;

 — Την τελευταίαν φοράν που σας επεσκέφθην.

 — Ε λοιπόν! οικτείρω τρομερά την Κίττυ. . . . Σεις, σεις επλήγητε εις την φιλαυτίαν σας . . ,

 — Λέτε; έκαμεν ο Λεβίν.

Η Δόλλυ τον διέκοψε.

 — Αλλά εκείνην, την καϋμένη, την λυπούμαι . . . με όλη μου την καρδιά . . . Τώρα, εννοώ τα πάντα!

 — Ευαρεστήθητε να με συγχωρήσητε, Δάρια Αλεξανδρόβνα, είπεν ο Λεβίν εγερθείς, ω ρεβουάρ.

 — Όχι, μείνατε, αντείπεν εκείνη κρατούσα αυτόν από του βραχίονος . . . Μείνατε, καθήσατε . . .

 — Σας παρακαλώ, ας μη ομιλώμεν περί του ζητήματος αυτού.

Επανεκάθησε και ησθάνθη ότι η ελπίς, η οποία του εφάνη ότι είχε πτερυγίσει διά παντός, ανεπτερούτο εντός της καρδίας του.

Το αίσθημα, όπερ είχε νομίσει νεκρωθέν, ανεγεννάτο και ηνδρούτο επί μάλλον και μάλλον, καταλαμβάνον ολόκληρον τη καρδίαν του.

 — Ναι, τα εννοώ όλα τώρα, επανέλαβεν η Δόλλυ . . . Οι άνδρες δεν ημπορούν να τα εννοήσουν αυτά . . . Σεις που είσθε ελεύθεροι, σεις που κάμνετε την εκλογήν σας, γνωρίζετε πάντοτε ποίαν αγαπάτε. Αλλά μία νεαρά κόρη, εις την ηλικίαν της αναμονής, με την παρθενικήν της επιφυλακτικότητα, η νεαρά κόρη που σας βλέπει μακρόθεν, που πιστεύει τα πάντα επί λόγω τιμής, δυνατόν να κυριαρχήται από αίσθημα, το οποίον δεν ειμπορεί να διαγνώση, και να μη γνωρίζη τι να αποκριθή.

 — Ναι, αν δεν ομιλεί η καρδία.

 — Όχι, η καρδία ομιλεί. Αλλά σκεφθήτε· οι άνδρες έχουν βλέψεις επί μιας νέας· πηγαίνουν εις ένα σπίτι, το σπουδάζουν, αναμένουν έως ότου εύρωσι το πρόσωπον που δύνανται να αγαπήσουν και, όταν πεισθώσιν εντελώς ότι αγαπούν, προβαίνουν εις την αίτησίν των.

 — Ε λοιπόν! όχι, δεν πρόκειται εδώ περί εντελώς όμοιας περιπτώσεως.

 — Ναι, ναι, οι άνδρες προβαίνουν εις την αίτησίν των όταν ο έρως των ωριμάση, ή όταν ζυγίσωσι καλά την εκλογήν των. Κανείς όμως δεν ζητεί από μίαν νέαν την γνώμην της, και όμως επιθυμούν να κάμνη μόνη της την εκλογήν της· αλλ' αυτή δεν δύναται να το πράξη . . .

«. . . Ναι, την εκλογήν μεταξύ εμού και του Βρόσκυ», εσκέφθη ο Λεβίν.

Και, εντός της ψυχής του, το πτώμα, το οποίον ενόμισεν αναστηθέν ανέλαβεν αύθις την νεκρικήν του παγερότητα και συνεπίεσεν οδυνηρώς την καρδίαν του.

 — Τοιουτοτρόπως εκλέγεται ένα φόρεμα, ένα κομψοτέχνημα, αλλ' ουχί ο έρως, είπεν ο Λεβίν. . . Όταν δε η επιλογή γείνη, τόσον το καλλίτερον . . . δεν ξαναρχίζουν . . .

 — Ω! τι υπερηφάνεια! τι εγωισμός! υπέλαβεν η Δόλλυ, ως να τον περιεφρόνει διά το τόσον ποταπόν αυτό αίσθημα εν συγκρίσει προς εκείνο, όπερ μόναι αι γυναίκες εγνώριζον — Όταν εκάματε την δήλωσίν σας προς την Κίττυ, ευρίσκετο ακριβώς εις την κατάστασιν εκείνην καθ' ήν μία νέα δεν δύναται ν' αποφασίση. Εδίσταζε . . . διηρώτα εαυτήν, σας ή τον Βρόσκυ; Εκείνον, τον έβλεπε καθ' εκάστην, εν ώ σας, είχε να σας ιδή προπολλού. Αναμφιβόλως, αν συνέπιπτε να είναι μεγαλειτέρα την ηλικίαν . . . Εγώ, εν παραδείγματι, εις την θέσιν της, δεν θα εδίσταζον. Μου απήρεσε πάντοτε απολύτως αυτός ο άνθρωπος.

Ο Λεβίν ενεθυμήθη την απάντησιν της Κίττυ: — «Όχι! αυτό δεν δύναται να γείνη!»

 — Εκτιμώ την προς με εμπιστοσύνην σας, είπε, αλλά νομίζω ότι απατάσθε. Πιθανόν να έχω άδικον ή δίκαιον την στιγμήν αυτήν, αλλ' η υπερηφάνεια την οποίαν τόσον περιφρονείτε εν εμοί μου απαγορεύει να σκέπτωμαι ακόμη την Κατερίνα Αλεξανδρόβνα . . . Αυτό μου είνε απολύτως αδύνατον!

 — Επιτρέψατέ μου να σας είπω κάτι τι ακόμη, πρόκειται περί της αδελφής μου, την οποίαν αγαπώ ως να ήτο παιδί μου . . . δεν βεβαιώνω ότι σας αγαπά, αλλ' ηθέλησα να είπω ότι η τότε άρνησίς της δεν απεδείκνυε τίποτε.

Ο Λεβίν ανετινάχθη:

 — Δεν γνωρίζω, ανεφώνησεν. . . . Α! τι κακό που μου κάμνετε. . . Είνε ως να είχετε χάσει ένα παιδί και ήρχοντο να σας είπουν: «Α! τι ώμορφο που ήταν, τι έξυπνο, τι χαρά που σας έφερνε . . . και το παιδάκι επέθανεν, επέθανεν, επέθανεν!»

 — Τι αλλόκοτος που είσθε, είπεν η Δόλλυ μετ' επωδύνου μειδιάματος αντιληφθείσα την συγκίνησιν του Λεβίν. . . Ναι, εννοώ τόρα πολύ καλλίτερον όσα συνέβησαν . . . Ώστε δεν θα έλθητε να μας ιδήτε όταν η Κίττυ θα είνε μαζύ μας;

 — Όχι, δεν θα έλθω. . . Δεν θ' αποφεύγω την δεσποινίδα Κίττυ, αλλ' εφ' όσον θα δύναμαι, θα την απαλλάττω της δυσαρεσκείας να με βλέπη.

 — Είσθε αλλόκοτος! αντείπεν εκείνη παρατηρούσα αυτόν τρυφερώς . . . Έστω . . . Ας μείνουν τα πράγματα ως να μη είχομεν είπει τίποτε . . .

Εν τούτοις, από της στιγμής εκείνης, ο Λεβίν ευρήκε τα πάντα δυσάρεστα εν τη οικία· ούτε η Δόλλυ, ούτε τα παιδιά της τω εφαίνοντο τόσον αξιαγάπητα όσον προτήτερα. Έμεινε διά να πάρη το τσάι, αλλ' η φαιδρότης του είχεν εξαφανισθή.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Περί τα μέσα του μηνός Ιουλίου, ο Λεβίν ευρέθη ηναγκασμένος να μεταβή εις τα κτήματα της αδελφής του διά να εξελέγξη την διαχείρισιν του επιμελητού.

Ενώπιόν του, πλήθος γυναικών με πολυχρώμους περιβολάς εκινούντο λογοκοπούσαι φαιδρώς με τας ηχηράς των φωνάς, και επί του ανοικτοπρασίνου λειμώνος εστιβάζοντο αι ξανθαί σωρείαι του ξηρού χόρτου. Όπισθεν αυτών ήρχοντο οι χωρικοί με τα δίκρανά των, και αι στίβαι του χόρτου μετεβάλλοντο εις υψηλάς, ευρείας και μαλακάς θημωνίας.

Εξαίφνης μία νεαρά γυνή, με την τραχείαν και αγροίκον φωνήν της, ετόνισεν ένα τραγούδι, και, όταν αυτή ετελείωσεν οι δύο πρώτοι όμιλοι, πενήντα άλλαι φωναί, αι μεν δροσεραί, αι δε τραχείαι, επανέλαβον εν χορώ το τραγούδι.

Ο Λεβίν εζήλευσε την εκχειλίζουσαν εκείνην υγείαν και φαιδρότητα, και ηθέλησε να σημμερισθή την εκδήλωσιν εκείνην της χαράς της ζωής. Αλλά δεν ηδύνατο ν' αναμιχθή ενεργώς, και παρέμεινε κατακεκλιμένος, ακροώμενος και παρατηρών.

Όταν δε οι χωρικοί και αι χωρικαί εξηφανίσθησαν από τας όψεις του, και ο βόμβος των φωνών των απεσβέσθη, ο Λεβίν κατελήφθη από ακατανίκητον συναίσθημα λύπης εξ αιτίας της μονώσεώς του.

Ο Λεβίν, εις τον οποίον ουδείς πλέον προσείχεν, εξηκολούθει να μένη εξηπλωμένος επί της θημονιάς, να παρατηρή, να ακροάται, να ονειροπωλή.

Οι χωρικοί που παρέμειναν εις τον λειμώνα δεν εκοιμήθησαν διόλου σχεδόν κατά το διάστημα της βραχείας εκείνης θερινής νυκτός.

Εν αρχή ο Λεβίν ήκουσε φαιδράς συνομιλίας και γέλωτας κατά το διάστημα του δείπνου, έπειτα δε νέα τραγούδια και νέους γέλωτας. Η μακρά ημέρα της δουλειάς εις αυτούς τους ανθρώπους άφινε μόνον φαιδρότητα. Περί την χαραυγήν, όλα εσιώπησαν. Όταν ο Λεβίν αφυπνίσθη, ητένισε τους αστέρας και ενόησεν ότι η νυξ είχε παρέλθει.

 — Λοιπόν! τι θα κάμω; Πώς θα το κάμω; διελογίσθη προσπαθών να αναπαραστήση εις εαυτόν παν ό,τι είχεν αισθανθή και σκεφθή κατά την βραχείαν εκείνην νύκτα . . .

«. . . Να νυμφευθώ; . . . Να εργασθώ; Ν' αναγνωρίσω την ανάγκην της εργασίας; Να καταστώ απλούς χωρικός; Να νυμφευθώ μίαν χωρικήν;» ηρώτα εαυτόν.

Κατέλιπε δε τον λειμώνα και διηυθύνθη προς την μεγάλην οδόν διά μέσου του χωρίου.

Έπνευσεν ελαφρά αύρα και ο αήρ κατέστη φαιόχρους και σκιερός: ήτο η αμφίρροπος στιγμή ήτις προηγείται της αυγής, της πλήρους νίκης του φωτός κατά του σκότους.

Ο Λεβίν εβάδισε γοργώς ατενίζων το έδαφος. Εξαίφνης ήκουσε κροταλισμούς και ανύψωσε την κεφαλήν.

 — Ένα αμάξι! Τι να είνε;

Εις απόστασιν τεσσαράκοντα βημάτων απ' αυτού ήρχετο εις συνάντησίν του έν όχημα συρόμενον υπό τεσσάρων ίππων.

Εις μίαν γωνίαν εκοιμάτο γηραιά κυρία, αλλά, παρά την θυρίδα, εκάθητο μία νεαρά κόρη κρατούσα δι' αμφοτέρων της των χειρών τας ταινίας του λευκού της κεκρυφάλου, μόλις αφυπνισθείσα.

Λαμποκοπούσα και σκεπτική, γεμάτη από ζωήν εκλεκτήν, πολύπλοκον και ξένην προς τον Λεβίν, η νεαρά κόρη παρετήρει ύπερθεν της κεφαλής της την ανατολήν του ηλίου.

Καθ' ήν δ' ακριβώς στιγμήν η οπτασία εκείνη επρόκειτο να εξαφανισθή, ο Λεβίν αντίκρυσε τα άδολα μάτια της ταξειδιώτιδος. Την ανεγνώρισε και χαρά μεστή εκπλήξεως εφώτισε την μορφήν του.

Ήτο εκείνη! Ήτο η Κίττυ.

Ο Λεβίν αντελήφθη ότι ήρχετο εκ του σιδηροδρομικού σταθμού και μετέβαινεν εις της αδελφής της.

Πάνθ' όσα είχον βασανίσει τον Λεβίν κατά το διάστημα της φωτεινής εκείνης νυκτός, και όλαι αι αποφάσεις τας οποίας είχε λάβει διεσκεδάσθησαν διά μιας. Και ανεμνήσθη μετ' αηδίας τα όνειρά του τού μετά χωρικής γάμου.

Η λύσις του αινίγματος της ζωής, ήτις τόσον τον είχε βασανίσει από τινος χρόνου, ευρίσκετο εκεί, εντός της αμάξης εκείνης, ήτις απεμακρύνετο ταχέως και είχεν ήδη περάσει εις την αντίθετον πλευράν του αγρού.

Η Κίττυ δεν παρετήρει πλέον από της θυρίδος. Δεν ηκούετο πλέον άλλο τι πλην του κρότου των ελατήρων και μόλις διεκρίνετο ο κρότος των κροτάλων.

Αι υλακαί των κυνών ενεδείκνυον ότι η άμαξα διέσχιζε το χωρίον, και, πέριξ του Λεβίν, ανεπτύσσοντο μόνον αγροί κενοί. Ήτο μόνος, μεμονωμένος, ξένος προς όλον τον κόσμον, βαδίζων μονήρης επί της μεγάλης ερήμου λεωφόρου.

 — Όχι, διελογίσθη, η απλή και εργατική ζωή είνε πολύ ωραία, αλλά δεν δύναμαι να ταχθώ μετ' αυτής! . . . Αγαπώ την Κίττυ!

* * *

Η νυξ, την οποίαν ο Λεβίν διήλθεν εις τον λειμώνα προώριστο να έχη επίδρασιν οριστικήν επί της ζωής του: η αγροτική ζωή, την οποίαν διήγε του εφάνη βαρεία και έχασε πάσαν κλήσιν προς αυτήν.

Εις την δυσφορίαν αυτήν προσετίθετο ήδη η άμεσος γειτνίασις της Κίττυ, ην ηύχετο να ίδη χωρίς να τολμά να ικανοποιή τον πόθον τούτον.

Η Δόλλυ, από της τελευταίας του επισκέψεως, τον είχε καλέσει να επανέλθη, ίνα τω παράσχη την ευκαιρίαν ν' απευθύνη νέαν πρότασιν προς την αδελφήν της, ήτις, αναμφιβόλως, θα απεδέχετο την φοράν ταύτην.

Αυτός ο Λεβίν, αντικρύσας την Κίττυ, είχε κατανοήσει ότι δεν είχε παύσει να την αγαπά, αλλά δεν ηδύνατο να μεταβή παρά τη κομήσση Ομπλόνσκυ γνωρίζων ότι ευρίσκετο εκεί. Το γεγονός ότι εκείνη είχεν απορρίψει την πρότασίν του, ήγειρε μεταξύ των φραγμόν ανυπέρβλητον.

 — Δεν δύναμαι να της ζητήσω να καταστή σύζυγος μου μόνον και μόνον διότι δεν δύναται να γείνη σύζυγος εκείνου τον οποίον επόθει, διελογίζετο καθ' εαυτόν.

Και η σκέψις αύτη τον καθίστα εχθροπαθή και ψυχρόν προς την Κίττυ.

 — Δεν θα δυνηθώ να ομιλήσω μαζί της χωρίς ν' αφήσω να μου διαφύγη έκφρασις μομφής, ούτε να την ατενίσω χωρίς οργήν, και θα με αποστραφή περισσότερον.

«. . . Έπειτα, πώς δύναμαι, τώρα μεθ' όσα μοι είπεν η Δόλλυ, να μεταβώ εις το σπίτι των; . . . Ειμπορώ να αποκρύψω ότι ενθυμούμαι όσα μοι είπε; Και, θα την πλησιάσω, με την συγγνώμην εις τα χείλη μετά μεγαλοψυχίας; . . . Διατί η Δόλλυ μου τα είπεν αυτά; . . . Θα ηδυνάμην μάλλον να συναντήσω την Κίττυ τυχαίως και όλα θα διεκανονίζοντο· τώρα όμως, δεν είνε πλέον δυνατόν τούτο.»

Ολίγας ημέρας βραδύτερον, η Δόλλυ του έγγραψε διά να του ζητήση μίαν γυναικείαν σέλλαν διά την Κίττυ.

«. . . Μοι είπον ότι έχετε μίαν σέλλαν», του έγραφε, «και ελπίζω ότι θα μας την φέρετε αυτοπροσώπως».

Τούτο ήτο υπερβολικόν δι' αυτόν· δεν ηδύνατο να υποφέρη τας προλειάνσεις ταύτας. Πώς μία γυνή πνευματώδης ηδύνατο τοιουτρόπως να προσβάλη την αξιοπρέπειαν της αδελφής της;

Έκαμε δέκα σχέδια σημειώσεων, τα εξέσχισε δε όλα και απέστειλε το εφίππιον άνευ εξηγήσεων. Δεν ήθελε να γράψη ότι δεν ηδύνατο να υπάγη διότι κάτι τον εμπόδιζεν ή διότι θ' ανεχώρει.

Απέστειλε το εφίππιον, και, έχων την συναίσθησιν ότι είχε διαπράξει πράξιν πρόστυχον, ενεπιστεύθη την επιούσαν την διεύθυνσιν των κτημάτων του εις τον επιμελητήν του, και μετέβη είς τινα απόστασιν παρά τω φίλω του Σβιάσκη.

Την φοράν αυτήν ήτο ευτυχής φεύγων μακράν της Κίττυ, μακράν της αγροτικής του ζωής, και προ πάντων διότι ηδύνατο να θηρεύση, τούθ' όπερ, μέσα εις όλας του τας ασχολίας, ήτο δι' αυτόν η αρίστη ανακούφισις . . .

ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΝ


Η Άννα Καρένιν και ο σύζυγός της εξηκολούθουν να ζουν υπό την αυτήν στέγην συνηντώντο πολλάκις της ημέρας, αλλά παρέμενον εξ ολοκλήρου ξένοι προς αλλήλους.

Ο Καρένιν είχεν επιβάλει εαυτώ τον κανόνα να βλέπη την σύζυγόν του καθ' εκάστην, ίνα προλαμβάνη τας κακολογίας των υπηρετών, αλλ' απεύφευγε να δειπνή κατ' οίκον.

Ο Βρόνσκυ δεν επεσκέπτετο ποτέ την οικίαν Καρένιν. Η Άννα εν τούτοις τον έβλεπεν έξω της οικίας της, και ο σύζυγός της το εγνώριζε. Και διά τους τρεις η κατάστασις αύτη ήτο οδυνηρά και κανείς εκ των τριών δεν θα εδέχετο να την υποστή ουδ' επί μίαν καν ημέραν, αν ο καθείς των δεν εσκέπτετο ότι επρόκειτο περί καταστάσεως προσωρινής, περί οδυνηρού περισπασμού, όστις θα εξηφανίζετο τάχιστα.

Ο Καρένιν ήλπιζεν ότι ο έρως της Άννας θ' απεσβέννυτο, διότι τα πάντα παρέρχονται, ότι όλος ο κόσμος θα ελησμόνει το παραπάτημα αυτό και ότι το όνομά του θα εξήρχετο άθικτον εκ της δοκιμασίας εκείνης.

Η Άννα, η αιτία της καταστάσεως ταύτης, υπέφερεν εξ αυτής πλειότερον των άλλων, αλλά την υφίστατο, διότι ήτο βεβαία ότι θα διεκανονίζοντο. Δεν εγνώριζεν επακριβώς τι θα ήτο το μέλλον να διευκρινίση την κατάστασιν, αλλ' είχε την στερράν πεποίθησιν ότι η λύσις θα επήρχετο και αρκετά γρήγορα μάλιστα.

Ο Βρόνσκυ, ακουσίως εαυτού υπήκων εις τας αντιλήψεις της Άννας, ανέμενεν επίσης κάτι, το οποίον έμελλε να επέλθη ανεξαρτήτως αυτού και να εξομαλύνη όλας τας δυσχερείας.

Επιστρέφων εις την οικίαν του ο Βρόνσκυ, ευρήκεν έν σημείωμα της Άννας.

Του έγραφεν:

«Είμαι ασθενής και δυστυχής. Δεν ειμπορώ ν' αφήσω το δωμάτιόν μου δεν ειμπορώ να μένω χωρίς να σε βλέπω. Ελάτε απόψε. Κατά τας επτά ο Αλέξιος Αλεξάνδροβιτς πηγαίνει εις το Συμβούλιον και θα μείνη εκεί μέχρι της δεκάτης.»

Ο Βρόνσκυ ευρήκε παράδοξον εν αρχή το ότι η Άννα τον εκάλει εις την οικίαν της, παρά την απαγόρευσιν του συζύγου της να τον δέχεται· αλλά, κατόπιν σκέψεως, απεφάσισε να υπάγη οπωσδήποτε.

Όταν επλησίασεν εις την οικίαν του Καρένιν, παρετήρησεν ότι ήτο ήδη εννάτη η ώρα.

Μία υψηλή και στενή άμαξα, με δύο φαιούς ίππους, εστάθμευεν ενώπιον του πυλώνος.

Ανεγνώρισε την άμαξαν της Άννας.

 — Πηγαίνει εις το σπίτι μου! εσκέφθη. Αυτό βεβαίως θα ήτο προτιμότερον. Δεν θέλω εν τούτοις να κρυφθώ αν και μου είνε πολύ δυσάρεστος η είσοδος εις αυτήν την οικίαν.

Και με το απαθές ύφος άνθρωπου συνηθεισμένου παιδιόθεν να μη αισθάνεται αίσχος διά τίποτε, εξήλθε του ελκύθρου του και διηυθύνθη προς την θύραν.

Η θύρα ηνοίχθη, και ο θυρωρός, με δέσμην εγγράφων υπό μάλης, έκαμε νεύμα εις τον αμαξάν να πλησιάση.

Ο Βρόνσκυ αντελήφθη το εκπεπληγμένον βλέμμα, το οποίον του έρριψεν ο υπηρέτης.

Επί του κατωφλίου προσέκρουσε σχεδόν επί του Καρένιν. Το μπεκ του αεριόφωτος εφώτιζε πλήρως την άχρουν και κουρασμένην μορφήν του συζύγου της Άννας, μεταξύ του μαύρου του πίλου και της λευκής του γραβάτας, ήτις επεδείκνυε την λευκότητά της υπό την ανοικτόχρουν γούναν του περιλαιμίου του παλτού του.

Τα εταστικά και αλαμπή μάτια του Καρένιν, προσηλώθησαν επί του Βρόνσκυ. Ούτος εχαιρέτησε, και ο Καρένιν, ανακινήσας τα χείλη, έφερε την χείρα εις τον πίλον του και αντιπαρήλθεν.

Ο Βρόνσκυ τον είδεν επιβαίνοντα της αμάξης του χωρίς να υποστραφή, αναλαμβάνοντα δε τα έγγραφά του και δίδοντα διαταγήν προς εκκίνησιν.

Ο Βρόνσκυ εισήλθεν εις τον αντιθάλαμον. Αι οφρύς του ήσαν συνεσπασμέναι και οι οφθαλμοί του απήστραπτον ακτινοβολίαν κακεντρεχή και υπερήφανον.

 — Τι κατάστασις! διελογίσθη. Αν επάλαιεν, αν υπερησπίζετο την τιμήν του, θα ηδυνάμην να ενεργήσω, να εκδηλώσω τα αισθήματά μου, αλλ' η αδυναμία αύτη, αυτή η ποταπότης! . . . Με θέτει εις την θέσιν ενός απαταιώνος, τούθ' όπερ δεν θέλω να είμαι.

Από της εξηγήσεως, ην έσχε μετά της Άννας εις τον κήπον Βρέδε, ο Βρόνσκυ έβλεπεν υπό όλως διάφορον πρήσμα την θέσιν του. Η Άννα αφωσιούτο εξ ολοκλήρου εις αυτόν και ανέμενε παρ' αυτού ν' αποφασίση περί της τύχης της, και, ο Βρόνσκυ; υποτασσόμενος ακουσίως εις την αδυναμίαν της Άννας, δεν εσκέπτετο πλέον ότι ο σύνδεσμος εκείνος ηδύνατο να έχη την λύσιν, ην προέβλεπε κατά την στιγμήν εκείνην. Τα φιλόδοξα σχέδιά του είχον και πάλιν τεθή κατά μέρος, και συναισθανόμενος ότι είχεν εξέλθει του κύκλου εκείνου της δράσεως, εν τω οποίω τα πάντα είνε καθωρισμένα, εγκατελείφθη εις το αίσθημά του, το οποίον διαρκώς ηνδρούτο και τον προσήλωνεν επί μάλλον και μάλλον εις την ερωμένην του.

Εντός της ιματιοθήκης ήκουσε τα βήματα της Άννας απομακρυνομένης. Εννόησεν ότι είχεν έλθει να ίδη αν ήρχετο και ηκροάτο κρυφίως προτού εισέλθη εις το σαλόνι.

 — Όχι! ανεφώνησεν ιδούσα αυτόν, όχι, αν το πράγμα πρόκειται να εξακολουθήση έτσι, θα καταλήξη ταχέως, πολύ προ . . . .

Και εις τας πρώτας λέξεις που επρόφερε, δάκρυα επλημμύρησαν τους οφθαλμούς της.

 — Τι έχεις φίλη μου;

 — Τι έχω; Αναμένω, πάσχω, μια ώρα, δύο ώρες. . . . Όχι! δεν θέλω, δεν θέλω να θυμώσω μαζί σου . . . Αναμφιβόλως, δεν ηδυνήθης να έλθης γρηγορώτερα. . . Όχι, δεν θα σου κάμω παρατηρήσεις.

Έθεσεν αμφοτέρους τους βραχίονάς της επί των ώμων του και τον ητένισεν επί πολύ με βλέμμα βαθύ, εκστατικόν και ερευνητικόν συγχρόνως.

Εμελέτα την μορφήν του ίνα διαγνώση παν ό,τι είχε συμβή αφ' ης τον είχεν ίδει την τελευταίαν φοράν.

Όπως εις κάθε συνέντευξιν, παρέβαλλε προς αυτόν τον ίδιον την εικόνα ην διεμόρφωνεν εξ αυτού, ασυγκρίτως ανωτέραν της πραγματικότητος και . . . απραγματοποίητον.

 — Τον συνήντησες; ηρώτησεν η Άννα, όταν έλαβεν θέσιν παρά την τράπεζαν, υπό το φως της λυχνίας . . . Τόσον το χειρότερον διά σε, είνε η τιμωρία της βραδύτητός σου.

 — Ναι, αλλά πώς γίνεται αυτό; Έπρεπε να είνε εις το Συμβούλιον . . .

 — Εκεί ήτο και επέστρεψε, κατόπιν δε ανεχώρησε και πάλιν διά να μεταβή αγνοώ πού . . . Αδιάφορον, ας ομιλήσωμεν περί άλλων. Πού ήσο συ;

Ο Βρόνσκυ ήθελε να της ομολογήση ότι, μη κοιμηθείς καθ' όλην την νύκτα, είχεν αφεθή να καταληφθή υπό του ύπνου, αλλά προ της συγκεκινημένης μορφής της Άννας ησθάνθη αίσχος, και εξήγησεν ότι ευρέθη εις την ανάγκην να συντάξη κάποιαν έκθεσιν.

Η Άννα επήρε το κέντημά της από της τραπέζης και εδοκίμασε να βγάλη το βελονάκι.

Εκράτει η Άννα ανά χείρας το κέντημα της αλλά δεν ειργάζετο· παρετήρει τον Βρόνσκυ με βλέμμα παράδοξον, γεμάτο φωτιά και θυμόν.

 — Το πρωί ήλθε να με ίδη η Λίζα, είπεν· αι κυρίαι αυταί δεν αισθάνονται ακόμη φόβον να με επισκέπτωνται παρά τας υποδείξεις της κομήσσης Λυδίας. Μου διηγήθη δε την αθηναϊκήν σας νύκτα. Τι προστυχιά!

 — Ήθελα να είπω ότι . . .

Εκείνη τον διέκοψε.

 — Και εκείνη η Τερέζα, που εγνώρισες, ήτο εκεί;

 — Ήθελα να είπω . . .

 — Πόσον είσθε όλοι χυδαίοι, όλοι οι άνδρες . . . Δεν κατορθώνετε να σκεφθήτε ότι μία γυναίκα δεν ειμπορεί να τα λησμονήση αυτά τα πράγματα . . . Προπάντων μάλιστα γυναίκα που δεν δύναται να μάθη την ζωήν σου. Τι γνωρίζω εγώ; . . . Όσα μου είπες . . . και πώς δύναμαι να ξεύρω ότι μου είπες την αλήθεια;

 — Άννα, με προσβάλλεις . . . Δεν με πιστεύεις; Δεν σου είπον ότι δεν έχω καμμίαν σκέψιν την οποίαν να μη σου εμπιστεύωμαι;

 — Ναι, ναι, υπέλαβεν εκείνη, προσπαθούσα να καταπνίξη τα ζηλότυπα αισθήματά της. Αλλ' αν εγνώριζες, αν εγνώριζες πόσον πάσχω! Σε πιστεύω, σε πιστεύω! . . . Διηγήσου μου λοιπόν ό,τι ήθελες να μου πης.

Αλλά δεν ηδυνήθη να ενθυμηθή ό,τι ηθέλησε να της είπη.

Οι παροξυσμοί εκείνοι της ζηλοτυπίας, οίτινες κατά τους τελευταίους χρόνους, κατελάμβανον συχνάκις την Άνναν, ετρόμαζον τον Βρόνσκυ αν και γνωρίζοντα ότι αφορμή της ζηλοτυπίας αυτής ήτο ο προς αυτόν διάπυρος έρως της Άννας.

Ποσάκις δεν είχε διαλογισθή ότι ο έρως εκείνος προώριστο να αποτελέση αυτήν ταύτην την ευδαιμονίαν. . . Τον αγαπά τόσον ισχυρώς όσον μία γυναίκα, εις την οποίαν ο έρως εδέσποσε παντός άλλου ενδιαφέροντος, δύναται να αγαπήση, και όμως απέχει πολύ περισσότερον της ευτυχίας τώρα, παρά την ημέραν καθ’ ήν την είχε συνοδεύσει από Μόσχας εις Πετρούπολιν.

Τότε, επίστευεν εαυτόν δυστυχή, διότι η ευτυχία απέκειτο εις το μέλλον· τώρα ησθάνετο ότι η πραγματική μορφή της ευτυχίας ευρίσκετο εις το παρελθόν . . .

Δεν ήτο τοιαύτη, οποίαν την είχεν αντικρύσει κατά τους πρώτους χρόνους της γνωριμίας των και ηθικώς και φυσικώς είχε μεταβληθή μειονεκτικώς δι' αυτήν.

Την παρετήρει όπως παρατηρούμεν έν άνθος κοπέν και μαρανθέν και μετά δυσκολίας κατώρθωνε να εύρη τον λόγον διά τον οποίον το δρέπωμεν και το θανατώνομεν . . . Και όμως παρά τούτο συνησθάνετο ότι, όταν σφοδρότερον την ηγάπα, θα ηδύνατο, αν εκείνη το επεθύμει, να εκριζώση τον έρωτα αυτόν από της καρδίας του, και ενώ τώρα, όταν δεν ησθάνετο πλέον τον προς αυτήν έρωτα τόσον ισχυρόν, κατενόει ότι ο δεσμός των δεν ήτο πλέον δυνατόν να θραυσθή . . .

Ο Βρόνσκυ έλαβε την χείρα της Άννας, την στηριζομένην επί της τραπέζης, και την εφίλησε . . .

 — Ναι, δεν ημπορώ να συνέλθω . . . Δεν γνωρίζεις μέχρι ποίου σημείου εμαρτύρησα περιμένουσά σε . . . Φρονώ ότι δεν είμαι ζηλότυπος . . . δεν είμαι ζηλότυπος. Πιστεύω εις σε οσάκις ευρίσκεσαι πλησίον μου, αλλ' όταν είσαι μακράν μου, μόνος, και διάγεις την ζωήν που εγώ δεν γνωρίζω . . .

Απέστρεψε την μορφήν, απέσπασε δε τέλος το βελονάκι από το κέντημά της και παρευθύς βροχίδες λευκού μαλλίου λάμπουσαι υπό το φως της λυχνίας διεδέχθησαν γοργώς αλλήλας επί του δείκτου της αριστεράς της χειρός, και ο λεπτός της καρπός συνεστράφη νευρικώς και γοργά εντός της ολοκεντήτου ακροχειρίδος της.

 — Πολύ καλά! . . . Λοιπόν, πού συνήντησες τον σύζυγόν μου; . . . και η φωνή της ήτο ψευδόηχος.

 — Διεσταυρώθημεν εις το κατώφλι της θύρας. Δεν τον εννοώ, είπεν ο Βρόνσκυ· αν, μετά την εξήγησιν, ην έσχες μαζί του, ήρχετο εις ρήξιν μαζί μου! . . . αν με προεκάλει! . . . αλλ' η σημερινή του διαγωγή είνε ακατανόητος. Πώς κατορθώνει να υποφέρη αυτήν την κατάστασιν; . . . Πάσχει, είνε καταφανές αυτό.

 — Αυτός να πάσχη; είπεν η Άννα με περιφρονητικόν μειδίαμα· αυτός είνε τελείως ικανοποιημένος.

 — Αλλά διατί πάσχομεν όλοι, αφού τα πάντα θα ηδύναντο τόσον καλά να διακανονισθώσιν;

 — Όλοι γνωρίζουν να πάσχουν, εκτός αυτού· μήπως δεν τον γνωρίζω κατά βάθος; Μη δεν γνωρίζω, άλλως τε, το ψεύδος που τον κατέχει εξ ολοκλήρου, εις το οποίον είνε εμποτισμένος; . . Αν κάτι ησθάνετο, θα ηδύνατο να ζη όπως ζη μαζί μου; Δεν εννοεί τίποτε, δεν αισθάνεται τίποτε αυτός . . . Υπάρχει ανήρ, με ελαχίστην έστω φιλοτιμίαν, που να ημπορή να ζη υπό την αυτήν στέγην μετά της ενόχου συζύγου του; Θα ημπορούσε κανείς άλλος να μιλή μαζί της, να την προσφωνή εις ενικόν; . . , Δεν είνε άνθρωπος αυτός, δεν είνε πλάσμα ανθρώπινον . . .

 — Δεν είσαι δικαία, φίλη μου, είπεν ο Βρόνσκυ, προσπαθών να την πραΰνη. Αλλ' ας αφήσωμεν αυτόν, ας μη κάμνωμεν πλέον λόγον περί αυτού. Ειπέ μου, πώς επέρασες της ώρες σου. Τι σου συνέβη; Τι είνε αυτή η αρρώστια και τι είπεν ο ιατρός;

 — Αλλά, Βρόνσκυ . . .

 — Μαντεύω ότι δεν πρόκειται περί νόσου, αλλ' ότι πάσχεις λόγω της καταστάσεώς σου; Πότε το τέλος;

 — Γρήγορα, γρήγορα, απήντησεν εκείνη μετά γαληνίου θλίψεως. Είπες ότι η θέσις μας είνε θλιβερά, ότι πρέπει να εξέλθωμεν αυτή; . . . Αν εγνώριζες πόσον υποφέρω, και τι δεν θα έδιδα διά να μείνω ελευθέρα, διά να δύναμαι να σε αγαπώ ελευθέρως! Τότε δεν θα εβασανιζόμην και δεν θα σ' εβασάνιζα με την ζηλοτυπίαν μου . . . Θα φθάσωμεν γρήγορα εις το τέρμα, αλλ' όχι καθ' όν τρόπον εφαντάσθημεν . . .

Επί τη σκέψει ταύτη, τοιούτον ησθάνθη άλγος δι' εαυτήν, ώστε δάκρυα επλημμύρησαν τους οφθαλμούς της και δεν ηδυνήθη να εξακολουθήση. Έθηκεν επί της χειρίδος του Βρόνσκυ την χείρα της, της οποίας οι δακτύλιοι και η λευκότης ηκτινοβόλουν υπό το φως της λυχνίας.

 — Όχι καθ' όν τρόπον εφαντάσθημεν. Δεν ήθελα να σου το είπω, αλλά με εξαναγκάζεις εις τούτο. Γρήγορα, γρήγορα όλα θα λυθώσι και ημείς όλοι θα ησυχάσωμεν, δεν θα υποφέρωμεν πλέον.

«— Δεν σε εννοώ, είπεν ο Βρόνσκυ, αν και εννόησεν άριστα.

 — Με ηρώτησες, πότε; Εντός ολίγου . . . Αλλά δεν θα επιζήσω. Μη με διακόπτεις.

Και προσέθηκε μετά σπουδής:

 — Ω! το γνωρίζω . . . το γνωρίζω μετά βεβαιότητος . . . Θα αποθάνω . . . και είμαι ευτυχής διότι θ' αποθάνω, θα σας απαλλάξω απ' εμού και θα ελευθερωθώ και εγώ . . ,

Δάκρυα κατέρρευσαν εκ των οφθαλμών της.

Ο Βρόνσκυ έκυψεν επί της χειρός της και την εκάλυψε με φιλήματα, προσπαθών να δαμάση την συγκίνησίν του, την οποίαν δεν ηδύνατο να αποκρύψη, καίτοι εγνώριζεν ότι οι φόβοι της δεν ήσαν βάσιμοι.

 — Αυτό θα είνε το καλλίτερον, είπεν εκείνη θλίβουσα ισχυρώς την χείρα του. Είνε η μόνη διέξοδος που μας υπολείπεται.

Ο Βρόνσκυ συνήλθε και ανύψωσε την κεφαλήν.

 — Τι παιδιαρισμός! Τι παραλογισμούς που κατορθώνεις να λέγης!

 — Όχι, είνε η καθαρά αλήθεια.

 — Πώς; . . . Και πού λοιπόν έγκειται η αλήθεια;

 — Οφείλω ν' αποθάνω. Είδα όνειρον.

 — Όνειρον! επανέλαβεν ο Βρόνσκυ.

 — Ναι, είδα όνειρον, είπεν η Άννα. Προ πολλού. Ωνειρεύθην ότι εισήλθα τρέχουσα εις τον θάλαμόν μου διά να πάρω κάτι τι και ότι παρετήρησα εις μίαν γωνίαν αντικείμενον αορίστου μορφής . . .

Ωμίλει τρομαγμένη και με ολάνοικτα τα μάτια.

 — Πώς κατορθώνουν να πιστεύουν τα όνειρα; . . .

Αλλ' εκείνη δεν του επέτρεψε να την διακόψη . . . Ό,τι επρόκειτο να του διηγηθή ήτο άκρως ενδιαφέρον.

 — Το άμορφον εκείνο αντικείμενον ανεστράφη και είδα ότι ήτο ένας μουζίκος με δασείαν την γενειάδα, μικρού αναστήματος και τρομακτικός την όψιν . . . Εδοκίμασα να φύγω, αλλ' εκείνος έκυψεν επί τινος σάκκου, τον οποίον έψαχνε με τα χέρια του . . .

Και αναπαρέστησε τον μουζίκον και την χειρονομίαν του.

Η μορφή της Άννας εξεδήλου τρόμον.

 — Ο μουζίκος, εξηκολούθησεν, έψαξε μέσα εις τον σάκκον του και ωμίλησεν ούτω: «Πρέπει να κτυπηθή, να συντριβή, να ζημιωθή . . .» Πλήρης τρόμου προσεπάθησα να εξυπνήσω και νόμισα πράγματι ότι εξυπνούσα, αλλά το όνειρον εξηκολούθησε. Και ο μουζίκος μου είπε: «Θα πεθάνης κατά τον τοκετόν . . .» Τότε τέλος εξύπνησα . . .

 — Τι ηλίθιον όνειρον! είπεν ο Βρόνσκυ· αλλά συνησθάνθη ότι ο τόνος της φωνής του δεν ήτο τόνος πεποιθήσεως.

 — Ας μη ομιλώμεν πλέον περί τούτου, είπεν η Άννα . . . Κωδώνισε, θα παραγγείλω να μας φέρουν τσάι . . . Άλλως τε το πράγμα δεν πρόκειται πλέον να παραταθή επί πολύ . . .

Αλλ' αίφνης εσταμάτησε και η έκφρασις της μορφής της μετεβλήθη αυθωρεί. Ο τρόμος και η συγκίνησις υπεχώρησαν εις μίαν προσοχήν ήρεμον, σοβαράν και πλήρη ευφροσύνου εκστάσεως. Ο Βρόνσκυ δεν ηδυνήθη να εννοήση την σημασίαν της μεταμορφώσεως εκείνης.

Είχεν αισθανθή εντός της κοιλίας της τας αναπάλσεις νεογενούς ζωής.

* * *

Αφού συνηντήθη επί του προστόου με τον Βρόνσκυ, ο Καρένιν μετέβη εις το Ιταλικόν Μελόδραμα, όπου και προυτίθετο να μεταβή.

Παρέστη δε εις δύο πράξεις και συνήντησε τα πρόσωπα, τα οποία επεθύμει να ίδη.

Επιστρέψας εις την οικίαν του, δεν κατεκλίθη όπως συνήθως αλλά περιεπάτει εντός του γραφείου του μέχρι της τρίτης πρωινής ώρας.

Η μνησικακία του εναντίον της συζύγου, ήτις απέφευγε να τηρή τους τύπους ευπρεπείας και να σέβεται τον μόνον όρον, τον οποίον της είχεν επιβάλει, τον έδακνεν αδιακόπως. Δεν είχεν εκτελέσει τους τεθέντας όρους· απεφάσισε λοιπόν να την τιμωρήση· θα εκτελέση την απειλήν του, θα ζητήση διαζύγιον και θα της αφαιρέση τον υιόν της.

Εγνώριζεν όλας τας δυσκολίας, τας οποίας συναντά τις εν Ρωσσία προς επιτυχίαν διαζυγίου, αλλ' είχε δηλώσει ότι θα επετύγχανε και ώφειλε ν' αποδείξη ότι η απειλή του δεν ήτο ματαία.

Η κόμησσα Λυδία μάλιστα του είχεν υποβάλει ότι αυτή θα ήτο η καλλιτέρα διέξοδος διά την θέσιν εις ην ευρίσκετο.

Ένα δυστύχημα, άλλως τε, δεν έρχεται ποτέ μόνον του· αι μεταρρυθμίσεις δε τας οποίας είχεν εκθειάσει τω είχον παράσχει τόσας δυσαρεσκείας ώστε ευρίσκετο διαρκώς εις υπερέντασιν οργής . . .

Δεν εκοιμήθη καθ' όλην την νύκτα και η οργή του, εμμόνως επιτεινομένη, έφθασε, το πρωί, εις αληθή παροξυσμόν. Ενεδύθη τότε εν τάχει και, μόλις έμαθεν ότι η Άννα είχεν εγερθή, εισήλθεν εις τα δωμάτια της, ως να έφερε μαζί του δοχείον πλήρες οργής, ον εφοβείτο μη εκχύση καθ' οδόν και χάση ούτω την δραστικότητα, ης είχεν ανάγκην κατά την στιγμήν εκείνην.

Η Άννα, ήτις ενόμιζεν ότι εγνώριζε τόσον καλά τον σύζυγόν της, κατεπλάγη μόλις τον αντίκρυσεν. Είχε το μέτωπον συνεσπασμένον, τα σκυθρωπά του μάτια επλανώντο εις το κενόν, αποφεύγοντα το βλέμμα της συζύγου τον, το στόμα του ήτο κλειστόν σταθερώς και εξέφραζε περιφρόνησιν. Εις την στάσιν του, εις τας κινήσεις του, εις την φωνήν του ενυπήρχε σταθερότης και αποφασιστικότης ομοίαν της οποίας δεν είχε ποτέ άλλοτε εκδηλώσει ενώπιόν της.

Εισήλθεν εις τον θάλαμον της συζύγου του, και χωρίς να χαιρετήση την Άνναν, διηυθύνθη προς το γραφείον της, επήρε τα κλειδιά και ήνοιξε τους σύρτας.

 — Τι ζητείτε; του εφώναξεν εκείνη.

 — Ζητώ τας επιστολάς του εραστού σας.

 — Δεν τας έχω εδώ, απήντησεν εκείνη κλείουσα τον σύρτην. Ιδών το κίνημά της κατενόησεν ότι είχε καλώς μαντεύσει, εδράξατο αγροίκως της χειρός της Άννας και ήρπασεν αποτόμως, το χαρτοφυλάκιον εντός του οποίου η σύζυγός του, εν γνώσει του έκρυπτε τα πολυτιμότερα έγγραφα.

Η Άννα ηθέλησε να του αποσπάση το χαρτοφυλάκιον, αλλά την απώθησε.

 — Καθήσατε, έχω να σας ομιλήσω είπε, και έθλιψεν ισχυρώς το χαρτοφυλάκιον υπό τον βραχίονά του.

Η Άννα τον ητένισε μετά καταπλήξεως και φόβου.

 — Σας είπον ότι δεν σας επιτρέπω να δέχεσθε εδώ τον εραστήν σας.

 — Είχον ανάγκην να τον ίδω διά . . .

Διεκόπη μη δυναμένη να εύρη πρόσχημα προς δικαιολογίαν της επισκέψεως εκείνης.

 — Δεν εισέρχομαι εις τας λεπτομερείας των λόγων διά τους οποίους μία γυναίκα έχει ανάγκην να ίδη τον εραστήν της . . .

 — Ήθελον . . . εσκεπτόμην . . .

Η χυδαιότης της συμπεριφοράς του συζύγου της την εξώργισε και της απέδωκε την ευτολμίαν της:

 — Δεν αισθάνεσθε λοιπόν πόσον σας είνε εύκολον να με υβρίζετε;

 — Επιδεκτικοί ύβρεων είνε μόνον οι τίμιοι άνθρωποι· το λέγειν όμως προς ένα κλέπτην ότι είνε κλέπτης, αποτελεί απλήν επιβεβαίωσιν ενός γεγονότος.

 — Δεν σας εγνώριζα εις τοιούτον βαθμόν σκληρόν.

 — Ονομάζετε σκληρότατα το ότι ένας σύζυγος δίδει εις την γυναίκα του την ελευθερίαν και της αφίνει την χρήσιν μιας στέγης εντίμου υπό τον μόνον όρον να σεβασθή αύτη τα προσχήματα της ευπρεπείας. Το ευρίσκετε σεις σκληρόν αυτό;

 — Είνε χειρότερον από σκληρόν, είνε ποταπότης, αν θέλετε να τα μάθετε όλα!

Επρόφερε τας λέξεις ταύτας εν εκρήξει οργής, ηγέρθη δε και ηθέλησε να εξέλθη του δωματίου.

 — Μείνατε! κραύγασαν εκείνος διά της διαπεραστικής του φωνής.

Εδράξατο διά των μακρών του δακτύλων από του καρπού την σύζυγόν του τόσον βιαίως ώστε το βραχιόλι που επίεσεν αφήκεν ίχνη ερυθρά επί της σαρκός της, είτα δε την ηνάγκασε να καθήση εις την αυτήν θέσιν.

 — Ποταπότης; . . . Α! αν επιθυμείτε να προφερθή η λέξις αύτη, ποταπότης είνε το να εγκαταλείπη μία γυναίκα τον σύζυγον και τον υιόν της χάριν ενός εραστού και να τρώγη συνάμα τον άρτον του συζύγου!

Η Άννα εταπείνωσε την κεφαλήν.

Δεν είπε δε εκείνο που είχεν είπει την προτεραίαν προς τον εραστήν της, ότι ε κ ε ί ν ο ς ήτο σύζυγός της ο δ' έτερος «ως εκ περισσού»· ούτε το εσκέφθη καν. Συνησθάνετο όλην την ορθότητα των λόγων του Καρένιν και τω είπε χαμηλή τη φωνή:

 — Δεν δύνασθε να ορίσετε την θέσιν μου σκληρότερον αφ' όσον το πράττω μόνη μου· αλλά προς τι να μου το λέγετε;

 — Προς τι να σας το λέγω; Προς τι; εξηκολούθησεν εκείνος, οργίλως πάντοτε, — διά να μάθητε ότι πρόκειται να λάβω μέτρα ίνα τεθή τέρμα εις την κατάστασιν αυτήν, διότι δεν εξετελέσατε την θέλησίν μου, εις ό,τι αφορά τα καθήκοντα της ευπρεπείας.

 — Εντός ολίγου, εντός ολίγου θα τελειώσουν όλα, είπεν εκείνη.

Και εκ νέου δάκρυα επλήρωσαν τους οφθαλμούς της επί τω αναλογισμώ του προσεχούς θανάτου, τον οποίον τόσον διαπύρως επηύχετο.

 — Θα τελειώσουν όλα πολύ ταχύτερον αφ' όσον σεις και ο εραστής σας θα εποθείτε. Σεις επιζητείτε την ικανοποίησιν του κτηνώδους έρωτος . . .

 — Λέγω ότι δεν είνε μεγαλοψυχία το κτυπάν έν πλάσμα ανυπεράσπιστον.

 — Ναι, μόνον τον εαυτόν σας σκέπτεσθε σεις . . . Αι βάσανοι του ανθρώπου, όστις υπήρξε σύζυγός σας δεν σας ενδιαφέρουν ποσώς . . . Ελάχιστα σας ενδιαφέρει αν η ζωή του συνετρίβη, αν . . . αν . . .

Ωμίλει τόσον ταχέως, ώστε ετραύλιζε. Διά πρώτην δε φοράν η Άννα συνησθάνθη τον πόνον του, και ελυπήθη τον Καρένιν.

Αλλά, τι ηδύνατο να είπη και τι ηδύνατο να πράξη;

Εταπείνωσε την κεφαλήν και εσιώπησε.

Και ο Καρένιν ετήρησε προς στιγμήν σιγήν, μεθ' ό επανέλαβε, τονίζων αυθαιρέτως λέξεις άνευ σημαντικότητος:

 — Ήλθα διά να σας είπω, . . . . ήρχισε λέγων.

Η Άννα τον ητένισε.

 — Δεν δύναμαι να μεταβάλω τίποτε, είπεν.

 — Ήλθα να σας είπω ότι αναχωρώ αύριον διά Μόσχαν και ότι δεν θα επανέλθω πλέον εις αυτό το σπίτι. . . . Την είδησιν της αποφάσεώς μου θα λάβετε διά μέσου του δικηγόρου εις τον οποίον θα αναθέσω την περί διαζυγίου δίκην. Τον υιόν μου θα εμπιστευθώ εις την αδελφήν μου.

 — Έχετε ανάγκην να μου πάρετε τον Σεριόγια διά να με συντρίψετε! είπεν εκείνη παρατηρούσα αυτόν με χαμηλωμένα τα μάτια . . . Αφήσατέ μου το παιδί μου, σεις δεν το αγαπάτε.

 — Ναι, απώλεσα την προς τον υιόν αγάπην, διότι μου υπενθυμίζει την αηδίαν που μ' εμπνέετε σεις. . . . Αλλά και πάλιν σας τον αφαιρώ. Χαίρετε!

Ηθέλησε ν' απέλθη, αλλά τον εκράτησεν.

 — Αφήσατέ μου το παιδί μου, εψιθύρισεν εκ νέου είνε το μόνον που έχω να σας είπω: αφήσατε μου τον Σεριόγια έως ου . . . . Εντός ολίγου αποκτώ τέκνον . . . . αφήσατέ τον μου!

Ο Καρένιν αποσπασθείς βιαίως των χειρών που τον συνεκράτουν, εξήλθε του δωματίου χωρίς να προσθέση λέξιν.

* * *

Η αίθουσα της υποδοχής του διασήμου δικηγόρου προς ον μετέβη ο Καρένιν ήτο πλήρης κόσμου όταν ούτος εισήλθεν. Είς γραμματεύς έλαβε την κάρταν του και διηυθύνθη προς την θύραν του γραφείου του δικηγόρου.

 — Ο κύριος θα σας δεχθή αμέσως, είπεν ο γραμματεύς αναλαβών την θέσιν του.

Ήτο μικρόσωμος ανήρ, κοντόχοντρος, φαλακρός, με γενειάδα ερυθρόμαυρον, μακράς ανοικτόχρους βλεφαρίδας και προεξέχον μέτωπον. Ήτο ενδεδυμένος ως νεόνυμφος από της λευκής του γραβάτας μέχρι του άκρου των βερνικωμένων του υποδημάτων, χωρίς να λησμονηθή και η διπλή άλυσις του ωρολογίου του.