Είχον τεθή τέσσαρα πινάκια επί της τραπέζης και οι συμπόται ητοιμάζοντο ήδη να μεταβώσιν εις την αίθουσαν του φαγητού, οπότε ο Τούσκεβιτς προσήλθεν εκ μέρους της πριγκηπίσσης να ζητήση συγγνώμην εκ μέρους της Άννας διότι δεν είχε κατορθώσει να την επισκεφθή προ της αναχωρήσεώς της. Η πριγκήπισσα ήτο αδιάθετος και παρεκάλει την Άνναν να περάση από το σπίτι της μεταξύ της έκτης και ημισείας και της εννάτης ώρας . . . . Ο Βρόνσκυ ητένισε την Άνναν διότι η ώρα αύτη ενεδείκνυεν ότι η Μπέτσυ είχε λάβει τα μέτρα της όπως η επισκέπτρια μη συναντήση κανένα.
Η Άννα Καρένιν δεν έδωκε την παραμικράν προσοχήν εις τούτο.
— Λυπούμαι πολύ να σκλαβωθώ σήμερον κατά τοιαύτην ώραν, είπε μειδιώσα.
— Θα πάτε βεβαίως ν' ακούσετε την Πάττη! είπεν ο Τούσκεβιτς.
— Την Πάττη; Καλή ιδέα! . . . Θα υπάγω αν ευρεθή θεωρείον.
— Αναλαμβάνω να σας εύρω εγώ ένα, εφώνησεν ο Τούσκεβιτς.
— Θα με υποχρεώνατε πολύ, είπεν η Άννα. Θα μας κάμετε την ευχαρίστησιν να συμφάγωμεν;
Ο Βρόνσκυ ύψωσεν αδιοράτως τους ώμους.
Δεν κατενόει τίποτε από την συμπεριφοράν της Άννας. Διατί είχε πάρει μαζί της την γηραιάν πριγκήπισσαν, διατί εκράτει εις το δείπνον τον Τούσκεβιτς, και, προ πάντων, διατί τον επεφόρτιζε να της εύρη θεωρείον; Ηδύνατο, υφ' άς συνθήκας ευρίσκετο, να μεταβή εις την Όπεραν, ενώ λόγω του εκτάκτου της παραστάσεως, ήτο βεβαία ότι θα συνήντα εκεί όλας τας γνωρίμους της!
Την ητένισε σοβαρώς, αλλ' εκείνη του απεκρίθη διά βλέμματος προκλητικού, φαιδρού και απηλπισμένου συγχρόνως, του οποίου δεν ηδύνατο να εννοήση την σημασίαν.
— Έχετε αληθώς την πρόθεσιν να πάτε εις το Μελόδραμα; την ηρώτησε μετά το δείπνον και όταν ευρέθησαν μόνοι.
— Διατί μ' ερωτάτε με τόσην σοβαρότητα; Διατί δεν θα επήγαινα;
Ησθάνθη εαυτήν προσβληθείσαν διότι δεν την παρετήρει και εφαίνετο μη εννοούσα την σημασίαν των λόγων του.
— Πράγματι, τίποτε δεν μας εμποδίζει να πηγαίνωμεν εις το θέατρον, είπεν εκείνος συσπάσας τας οφρύς.
— Αυτό σκέπτομαι κι' εγώ, απήντησεν η Άννα.
Δεν ηθέλησε να φανή ότι είχεν αντιληφθή την ειρωνείαν της παρατηρήσεώς του και εξηκολούθησε να συστρέφη ησύχως το μυροβόλον της γάντι.
— Άννα, σε παρακαλώ, τι έχεις; την ηρώτησεν εκείνος όπως την επαναφέρη εις εαυτήν, με τον αυτόν τόνον μετεχειρίζετο άλλοτε ο σύζυγός της.
— Δεν εννοώ την ερώτησίν σας, απήντησεν εκείνη.
— Γνωρίζετε ότι δεν ειμπορήτε να μεταβήτε εις την Όπερα.
— Διατί όχι; Δεν θα πάω μόνη. Με συνοδεύει η πριγκήπισσα Βαρβάρα, επήγε να ενδυθή.
Εκείνος ύψωσε τους ώμους με έκφρασιν εκπλήξεως και απελπισίας.
— Μα, επί τέλους, αληθινά δεν εννοείτε;
— Δεν θέλω να εννοήσω, απήντησεν η Άννα υψώσασα την φωνήν. Δεν θέλω. Νομίζετε ότι εγώ μετανοώ δι' όσα πράττω; Όχι, όχι! Αν ήτο ανάγκη να ξαναρχίσω, θα εξανάρχιζα. Ημάς τους δύο ένα μόνον ενδιαφέρει· αγαπώμεθα; Άλλο τίποτε δεν υπάρχει! Διατί δεν θα επήγαινα εις την Όπερα; Σε αγαπώ, όλα τα άλλα μου είνε εντελώς αδιάφορα, αν συ δεν μετεβλήθης. Διατί δεν με κυτάζεις κατά πρόσωπον;
Τα μάτια της Άννας εξέπεμψαν φλόγα η οποία κατέπληξε τον Βρόνσκυ. Ύψωσε δε τους οφθαλμούς προς αυτήν και αντελήφθη την καλλονήν της και την λεπτήν ευγένειαν του καλλωπισμού της.
— Το προς σας αίσθημά μου δεν δύναται να μεταβληθή, το γνωρίζετε κάλλιστα, αλλά σας παρακαλώ να μη μεταβήτε εις το Μελόδραμα, σας ικετεύω να μη το κάμετε.
Επρόφερε τους λόγους τούτους με φωνήν ικετευτικήν και γλυκείαν, αλλά το βλέμμα του παρέμεινε παγερόν. . . Η Άννα δεν ήκουσε τα λόγια του, διέκρινε όμως την εχθρότητα του βλέμματος και απεκρίθη μετ' οργής:
— Και εγώ, σας ικετεύω να μου πήτε τον λόγον διά τον οποίον δεν πρέπει να υπάγω.
— Τον λόγον; Αλλά, διότι είνε πιθανόν να . . . εταράχθη.
— Δεν εννοώ τίποτε απ' αυτά, είπεν η Άννα.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Διά πρώτην φοράν ο Βρόνσκυ ησθάνθη κατά της Άννας κάποιον αίσθημα πεισμονής και σχεδόν οργής, ήτις καθίστατο τόσω μάλλον σφοδρόν καθ' όσον δεν ηδύνατο να της εξηγήση τους λόγους της δυσαρεσκείας του.
Αν ηδύνατο να της ομιλήση με ανοικτή καρδιά, θα της έλεγε τα εξής: «. . . Μεταβαίνουσα εις την Όπεραν με αυτήν την περιβολήν και μετά της πριγκηπίσσης Βαρβάρας, ήτις γνωστή εις όλην την Πετρούπολιν, δεν διασαλπίζετε μόνον την θέσιν σας ως γυναικός εκπεσούσης, αλλ' είνε και ως να προκαλήτε τον κόσμον και να εξαφανίζετε πάσαν ελπίδα ηθικής αποκαταστάσεως».
Αλλ' επειδή δεν ηδύνατο να της ομιλήση ούτω, δυσηρεστείτο εκ μέρους της διότι δεν τον εννοούσε με μισά λόγια . . . Ησθάνετο ότι ο προς αυτήν σεβασμός του ηλαττούτο και ταυτοχρόνως ηύξανεν η επ' αυτού έλξις της καλλονής της.
Επέστρεψεν εις το διαμέρισμά του και ήνοιξε μετά του Γιαχβίν συζήτησιν περί ίππων, αλλά δεν ελησμόνει την Άνναν, διαρκώς ηκροάτο λάθρα και συνεβουλεύετο το επί της εστίας εκκρεμές.
— Η κυρία με επεφόρτισε να είπω εις τον κύριον, ότι πηγαίνει εις το θέατρον, ήλθε ν' αναγγείλη η θαλαμηπόλος.
— Έστω! ας πάμε κ' ημείς, είπεν ο Γιαχβίν υπομειδιάσας υπό τον μύστακά του, τούθ' όπερ εσήμαινεν ότι κατενόει την δυσαρέσκειαν του Βρόνσκυ, αλλ' έπαιρνε το ζήτημα ελαφρώς.
— Εγώ μένω, απήντησε σκυθρωπός ο Βρόνσκυ.
— Αλλ' εγώ υπεσχέθην να υπάγω εις την Όπερα, ω ρεβουάρ! . . . Έλα εις τα φωτέγι της ορχήστρας, ειμπορείς να πάρης το κάθισμα του Κρασίνσκυ.
— Όχι, έχω κάτι να κάμω.
«Δεν συνεννοείται κανείς πάντοτε με την γυναίκα του, και πολύ δυσκολώτερα με την γυναίκα ενός άλλου!» διελογίσθη ο Γιαχβίν εξερχόμενος του ξενοδοχείου.
Μείνας μόνος ο Βρόνσκυ ήρχισε να διασκελίζη το δωμάτιον.
— Είνε η τετάρτη παράστασις σήμερον δι' εισιτηρίων αμποννέ, . . . ο αδελφός μου μετά της συζύγου του και η μητέρα μου θα παρίστανται αφεύκτως. Όλη η Πετρούπολις θα είνε παρούσα! Εκείνη εισήλθεν ήδη, έβγαλε την γούνα της και επεδείχθη εις όλον τον κόσμον. Τούσκεβιτς, Γιαχβίν, πριγκήπισσα Βαρβάρα . . . Αλλ' επί τέλους τι κάμνω εδώ εγώ, από τι φοβούμαι; Μήπως θα την αφήσω υπό την προστασίαν του Τούσκεβιτς; . . . Αλλά διατί με θέτει εις την γελοίαν αυτήν θέσιν; διελογίσθη μετ' ενεργητικής χειρονομίας.
Διέσεισε την τράπεζαν εφ' ής ευρίσκετο το ύδωρ του Σελτς και το κονιάκ και την ανέτρεψεν· έπειτα ηθέλησε να την συγκρατήση, αλλ' εξ οργής την ελάκτισε διά του ποδός και έκρουσε τον κώδωνα.
— Ετοίμασε το φράκο μου, είπε προς τον εισελθόντα θαλαμηπόλον του.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Ο Βρόνσκυ εισήλθεν εις την Όπεραν την ογδόην και ημίσειαν . . . την στιγμήν εκείνην αντήχει η υπόκωφος συνωδία της ορχήστρας και μία φωνή γυναικός ήτις έψαλλεν ευδιακρίτως το τέλος μιας μουσικής διατονίσεως. Όταν ο Βρόνσκυ εισήλθεν εις την αίθουσαν, ήρχιζον αι επευφημίαι. Επί της σκηνής η αοιδός, με τους ώμους γυμνούς και κατακόσμους από αδάμαντας, εμειδία και, κύπτουσα δεξιά και αριστερά τη βοηθεία του τενόρου, όστις την εκράτει από της χειρός, τας ανθοθέσμας που κατέπιπτον εις τους πόδας της . . . Το κοινόν συνεταράσσετο, εκραύγαζε και επευφήμει.
Ο Βρόνσκυ προυχώρησεν εις το μέσον του παρτέρ και ηρεύνησε γύρω του διά του βλέμματος. Ήσαν, όπως πάντοτε, αι αυταί κυρίαι εις τα θεωρεία, μετ' αξιωματικών όπισθέν των, αι αυταί γυναίκες με τας πολυχρώμους αμφιέσεις παραπλεύρως εις στρατιωτικάς στολάς και ρεδιγκότας.
Η πράξις είχε τελειώσει. Ο Βρόνσκυ προυχώρησε μέχρι της πρώτης σειράς των καθισμάτων και εσταμάτησε προ των προσκηνίων, παραπλεύρως του Σερπουχόβσκη. Ο στρατηγός, με κεκαμμένον το γόνυ εκτύπα το σανιδωτόν διά της πτέρνας του, και, διακρίνας τον Βρόνσκυ μακρόθεν, του εμειδίασε προσκαλών αυτόν να πλησιάση.
Ο Βρόνσκυ δεν είχεν ίδει ακόμη την Άνναν και δεν ετόλμα να κυτάξη προς το μέρος της· αλλ' εκ της κατευθύνσεως των βλεμμάτων του κοινού, εμάντευσε πού εκείνη ευρίσκετο . . . Περιέφερε τα μάτια του εν ημικυκλίω γύρω του αδιοράτως· ανεζήτει τον Καρένιν. Ευτυχώς όμως δι' αυτόν, ο σύζυγός της Άννας δεν ευρίσκετο εις την αίθουσαν.
— Δεν έχεις τίποτε πλέον το στρατιωτικόν, του είπεν ο στρατηγός θα σ' έπαιρνε κανείς διά διπλωμάτην ή καλλιτέχνην . . .
— Ναι απήντησεν ο Βρόνσκυ μειδιάσας και περιφέρων αδιαφόρως δήθεν τας διόπτρας του. Αφ' ότου επέστρεψα εις Ρωσσίαν, φορώ πολιτικά.
— Ομολογώ ότι σε ζηλεύω, προσέθηκεν ο φίλος του. Εγώ, οσάκις φορώ την στολήν μου, νοσταλγώ την ελευθερίαν μου.
Ο Βρόνσκυ, ακούων συνάμα αυτόν, περιέφερε τας διόπτρας του ανά τα θεωρεία, και, εξαίφνης, διέκρινε την κεφαλήν της Άννας παραπλεύρως μιας γηραιάς κυρίας με τουρμπάνι και ενός φαλακρού γέροντος. Ήτο εις το πέμπτον θεωρείον, είκοσι βήματα μακράν του, υπέροχος εξόχως ωραία και μειδιώσα εντός του εκ δαντελλών πλαισίου της. Εκάθητο εις το πρόσθιον μέρος του θεωρείου, και, με την κεφαλήν κεκλιμένην ελαφρώς προς τα οπίσω συνωμίλει με τον Γιαχβίν.
Η κλίσις της κεφαλής της επί των ευρέων και ωραίων της ώμων και η διαρκής λάμψις των οφθαλφών της και ολοκλήρου της μορφής της, του την επέδειξεν οποίαν ακριβώς του είχε παρουσιασθή κατά τον χορόν, εν Μόσχα. Τόρα όμως απεθαύμαζεν όλως διαφορετικά την καλλονήν της. Δεν υπήρχε πλέον μυστήριον εις το προς αυτήν αίσθημά του, και αν η καλλονή της τον προσείλκυε σφοδρότερον ή άλλοτε, τον προσέβαλλεν όμως συνάμα.
Η Άννα δεν εκύταζε προς το μέρος αυτού, αλλά κατενόει ότι τον είχε ήδη διακρίνει.
Όταν ο Βρόνσκυ έστρεψε διά δευτέραν φοράν, τα λορνιόν του προς το μέρος της Άννας, παρετήρησεν ότι η πριγκήπισσα Βαρβάρα είχε γείνει κατακόκκινη, εγέλα δε με τρόπον ελάχιστα φυσικόν και παρετήρει επιμόνως το γειτονικόν θεωρείον.
Η Άννα είχεν επανακλείσει την βετάλια της και εκτύπα ελαφρώς το κόκκινο βελούδο του θεωρείου, αποφασισμένη, ως εφαίνετο, να μη βλέπη τα συμβαίνοντα παραπλεύρως της. Ο Γιαχβίν είχε την έκφρασιν που ελάμβανεν οσάκις έχανε πολλά εις τα χαρτιά. Ήτο σκυθρωπός, ηρεθισμένος και τα βλέμματά του διηυθύνοντο προς το γειτονικόν θεωρείον. Το θεωρείον τούτο κατείχετο από τους Καρτάσωφ, ους εγνώριζον ο Βρόνσκυ και η Άννα. Η κυρία Καρτασόβα, μία μικρόσωμος ισχνή, με την ράχιν εστραμμένην προς το μέρος της Άννας ήτο ορθία και εφορούσε το επώμιόν της, το οποίον της παρέδιδεν ο σύζυγός της. Ήτο ωχρά, θυμωμένη και ωμίλει μετά σφοδρότητος.
Ο σύζυγός της, ένας χονδρός φαλακρός κύριος, έστρεφεν επιμόνως τα βλέμματα προς το μέρος της Άννας και προσεπάθει να καταπραΰνη την γυναίκα του. Όταν δε αύτη εξήλθε του θεωρείου, ο Καρτάσωφ έμεινε προς στιγμήν όπισθεν, αναζητών διά των οφθαλμών του την Άνναν, με την πρόθεσιν προφανώς να την χαιρετήση. Αλλ' η Άννα Καρένιν απέφευγεν επιμόνως να τον προσέξη και εξηκολούθει ομιλούσα μετά του Γιαχβίν . . . Ο Καρτάσωφ απήλθε χωρίς να την χαιρετήση και το θεωρείον έμεινε κενόν.
Ο Βρόνσκυ δεν εννόησε τι είχε συμβή, αλλ' εμάντευσεν ότι θα ήτο κάτι το προσβλητικόν διά την Άνναν. Το ανέγνωσεν επί της μορφής της νεαράς γυναικός και είδεν ότι αύτη συνεκέντρωνε τας τελευταίας της δυνάμεις όπως συγκρατήση την απάθειάν της, ην, άλλως τε, υπεδύετο θαυμάσια. Πάντες απεθαύμαζον την γαλήνην και την καλλονήν της γυναικός ταύτης και δεν υπώπτευον ότι ησθάνετο τας βασάνους αληθινής μάρτυρος. Ο Βρόνσκυ, βασανιζόμενος από την αβεβαιότητα εις ην ευρίσκετο, διηυθύνθη προς το θεωρείον του αδελφού του επί τη ελπίδι να μάθη απ' αυτόν την αιτίαν της συγκινήσεως εκείνης . . . Εις την πάροδον συνήντησε την νύμφην του, η οποία εφαίνετο φοβερά τεταραγμένη. Εδράξατο δε του βραχίονός του και του είπε:
— Κρίνω ότι ήτο προστυχιά και ότι η κυρία Καρτασόβα δεν είχε το δικαίωμα να φερθή τοιουτοτρόπως. Η κυρία Καρένιν. . .
— Μα, τι συνέβη;
— Πώς! Δεν γνωρίζεις;
— Θα το μάθω, φυσικά, τελευταίος.
— Και υπάρχει πλάσμα πλέον ανυπόφορον απ' αυτήν την Καρτεσόβα;
— Αλλά, τι έκαμε;
— Όπως μου τα είπεν ο σύζυγός μου . . . Ύβρισε την κυρίαν Καρένιν. Ο Καρτάσωφ είχεν απευθύνει τον λόγον προς την πριγκήπισσαν Καρένιν και η γυναίκα του τού έκαμε σκηνάς . . . Επρόφερε λόγια που πληγώνουν, κατόπιν δε έφυγε βιαστικά.
Εις το θεωρείον της αδελφής του, ο Βρόνσκυ ευρήκε την μητέρα του με τους ψαρούς της πλοκάμους.
— Κ' εγώ σε περιμένω, του είπεν αύτη ειρωνικώς, δεν φαίνεσαι πουθενά πλέον.
Διέκρινε ότι δεν ηδύνατο να συγκαλύψη την χαράν της.
— Καλημέρα, μαμά, ήλθα να σας υποβάλω τα σέβη μου, είπεν ο Βρόνσκυ ψυχρώς.
— Και διατί δεν πηγαίνεις να ερωτοτροπήσης με την Άννα Καρένιν; Είνε κατακτήτρια! Ελησμονήθη και η Πάττη εμπρός της. . ,
— Μαμά, σας παρεκάλεσα να μη κάμνετε υπαινιγμούς, είπεν εκείνος σκυθρωπάσας.
— Επαναλαμβάνω όσα λέγει όλος ο κόσμος.
Ο Βρόνσκυ δεν απεκρίθη, έμεινε δ' ακόμη επί τινας στιγμάς, μεθ' ό απεσύρθη. Επί του κατωφλίου της θύρας διεσταυρώθη με τον αδελφόν του.
— Πώς, είσαι συ Αλέξιε; Τι ανανδρία, αυτός είνε βλαξ!
Ο Βρόνσκυ δεν τον ήκουε, κατήλθε με βήματα ταχέα, συναισθανόμενος ότι κάτι έπρεπε να κάμη, αλλ' αγνοών τι. Ήτο ωργισμένος κατά της Άννας, διότι του εδημιούργει τοιαύτας δυσχερείας, αλλά και την ελυπείτο διά το πάθημά της.
Κατά την δευτέραν πράξιν αντελήφθη ότι το θεωρείον της Άννας ήτο κενόν . . . Ηγέρθη τότε προκαλέσας ηχηρά «σουτ» της αιθούσης και εξήλθε του θεάτρου ίνα επιστρέψη εις το ξενοδοχείον του.
Η Άννα είχεν ήδη επανέλθει. Την ευρήκε με την εσπερινήν της περιβολήν, καθημένην εις το πρώτον κάθισμα που είχε συναντήσει εις τον δρόμον της, και με τα μάτια απλανή.
— Άννα! είπεν.
Εκείνη ηγέρθη.
— 'Δικό σου το σφάλμα, εφώναξεν με δάκρυα οργής και απελπισίας εις την φωνήν της.
— Σε παρεκάλεσα, σε ικέτευα να μη υπάγης, εγνώριζα ότι θα είχες φασαρίες.
— Φασαρίες; επανέλαβεν εκείνη, είνε φοβερόν αυτό . . . Ποτέ στη ζωή μου δεν θα ξεχάσω αυτή τη βραδειά . . . Είπεν ότι είνε αίσχος να ευρίσκεται παραπλεύρως μου! . . .
— Λόγια ηλιθίας! είπεν ο Βρόνσκυ. Αλλά προς τι να εκτιθέμεθα εις τοιαύτας εκδηλώσεις, προς τι να τας προκαλώμεν; . . .
— Αηδιάζω την απάθειάν σου . . . Δεν έπρεπε να μ' εξωθής εις τα πάντα . . . Αν με ηγάπας! . . .
— Άννα, διατί υποπτεύεις τον έρωτά μου;
— Ναι, αν με ηγάπας όπως σ' αγαπώ, αν έπασχες όπως εγώ, προσέθηκεν ατενίζουσα αυτόν με έκφρασιν τρόμου.
Την ελυπείτο· αλλά, συγχρόνως, ήτο δυσαρεστημένος. Την εβεβαίωσεν, εν τούτοις, περί του έρωτός του, δεν κατενόει ότι αυτό ήτο το μοναδικόν μέσον προς κατευνασμόν της· εκ του βάθους όμως της καρδίας του της απηύθυνε μομφάς.
Τα ερωτικά εκείνα λόγια, τα οποία επρόφερε χωρίς καρδιά, θεωρεί αυτά τόσον ανούσια ώστε να εντρέπεται να τα λέγη, η Άννα τα ερρόφα απλήστως και, ολίγον κατ' ολίγον κατεπραΰνθη.
Την επιούσαν, τελείως συμφιλιωμένοι, ανεχώρησαν διά τα κτήματα του Βρόνσκυ.
ΜΕΡΟΣ ΕΚΤΟΝ
Η Δόλλυ είχεν έλθει να περάση μερικάς ημέρας παρά τω Λεβίν, συζύγω ήδη της Κίττυ· έθηκε δε εις εφαρμογήν το σχέδιόν της να επισκεφθή την Άνναν. Το τοιούτο την ελύπει, διότι θα επείραζε την αδελφήν της και θα απήρεσκεν εις τον Λεβίν· κατενόει τους λόγους, ους είχεν ο γαμβρός της να μη συνάψη σχέσεις μετά του Βρόνσκυ, αλλ' εθεώρει καθήκον της, αφ' ετέρου, να μεταβή εις της Άννας και να της αποδείξη ότι τα προς αυτήν αισθήματα της δεν είχον μεταβληθή.
Την ωρισμένην διά την αναχώρησιν ημέραν, ο Λεβίν έθεσεν εις την διάθεσίν της όχημα τέθριππον μετά πέμπτου ίππου προς αλλαγήν, αλλά με ζώα εκτάκτως ρωμαλαία, τα οποία θα μετέφερον την Δόλλυ εις τον προς ον όρον εντός μιας ημέρας.
Εις το σπίτι της, διαρκώς απασχολημένη με τους μπεμπέδες της, η Δόλλυ ουδέποτε ελάμβανε καιρόν να σκεφθή· συνεπώς κατά το διάστημα του πολυώρου αυτού και μονήρους ταξειδίου, όλοι της οι εκκρεμείς διαλογισμοί επήραν ελεύθερον δρόμον και ανεπόλησεν ολόκληρον την ζωήν της και την ηρεύνησε πανταχόθεν. Ανελογίσθη δ' εν πρώτοις τα παιδιά της, τα οποία η πριγκήπισσα και η Κίττυ της είχον υποσχεθή να επιβλέπουν, χωρίς εκ τούτου να παύση ανησυχούσα.
Εσυλλογίσθη κατόπιν την Άνναν . . . «Είμαι καλλιτέρα της; Εγώ, έχω ένα σύζυγον, τον οποίον αγαπώ . . . όχι όπως θα επεθύμουν, αλλά τον αγαπώ, ενώ η Άννα ουδέποτε ηγάπησε το σύζυγόν της. Πού έγκειται το σφάλμα της; Αγαπά την ζωήν; Ο Θεός ενεστάλαξεν εις την ψυχήν όλων μας την αγάπην αυτήν. Θα ήμην άρα γε και εγώ ικανή να ενεργήσω όπως αυτή; Και σήμερον ακόμη δεν γνωρίζω αν έπραξα καλώς ν' ακολουθήσω την συμβουλήν της, όταν ήλθε να μ' εύρη εις την Μόσχαν! . . Θα έπρεπεν ίσως να εγκαταλείψω τον σύζυγόν μου και ν' αρχίσω νέαν ζωήν . . . Θα ηδυνάμην ίσως ν' αγαπήσω και ν' αγαπηθώ . . Το παρόν μου είνε καλλίτερον; . . . Δεν εκτιμώ πλέον τον σύζυγόν μου, τον υποφέρω μόνον. Τότε θα ήτο δυνατόν ν' αρέσω, διετήρουν ακόμη την καλλονήν μου . . . .
«. . .Η Άννα έκαμε καλά, και, βέβαια, δεν θα την μεμφθώ εγώ διά τούτο. Είνε ευτυχής, απαρτίζει την ευτυχίαν δι' εκείνον, τον οποίον αγαπά και δεν εξηντλήθη όπως εγώ, εξ εναντίας, αυτή θα είνε δροσερά, πνευματώδης, με το κεφάλι της ελεύθερον . .»
Μειδίαμα πονηρόν συνέστειλε τα χείλη της, διότι αναμιμνησκομένη το μυθιστόρημα της Άννας η Δόλλυ διεμόρφωσε το ίδιόν της μυθιστόρημα με τον φανταστικόν άνδρα, τον ένα — κάποιον, όστις ήτο ερωτευμένος μαζί της. Απαράλλακτα όπως η Άννα, θα ωμολόγει το σφάλμα της εις τον σύζυγόν της και ανελογίζετο την ταραχήν του Στίβα και την έκπληξίν του, — τούτο δε την έκαμνε να μειδιά. . . . Λικνιζομένη λοιπόν από τους ρεμβασμούς τούτους, επλησίασεν εις τας ιδιοκτησίας του κόμητος Βρόνσκυ. Έξαφνα δε διέκρινε μίαν αμαζόνα και τρεις ιππείς ακολουθούντας ένα άρμα με καθίσματα. Ήτο ο Βρόνσκυ με το τζόκκεϋ, κατόπιν δε ο Βεσλόβσκη και η Άννα, και, εντός του άρματος, η πριγκήπισσα Βαρβάρα και ο Σβιάσκη.
Η Άννα ίππευεν αγγλικόν κέλητα με ουράν βραχείαν και χαίτην ψαλλιδισμένην. Η ωραία της κεφαλή, τα μαύρα της μαλλιά, διεκφεύγοντα κάτωθεν του πίλου της, οι ευτραφείς της ώμοι, το λεπτόν της σώμα, σφυγμένον εντός της μαύρης, αμαζώνος, το σύνολόν της, σοβαρόν και χαριτωμένον άμα, έκαμεν εντύπωσιν εις την Δόλλυ.
Εκ πρώτης όψεως, η θέα της Άννας εφίππου της εφάνη απρεπής: το να ιππεύη μία κυρία, εις την αντίληψιν της Δόλλυ, απήτει δόσιν φιλαρεσκείας όλως αναρμόστου εις την θέσιν της Άννας. Αλλ' όταν την είδεν εκ του σύνεγγυς, δεν ευρήκε τίποτε το μεμπτόν εν αυτή.
Παρά την επιβλητικότητά των, ολόκληρος η Άννα, αι στάσεις της, αι κινήσεις της, η περιβολή της, όλα απέπνεον την αφέλειαν, την απλότητα, την γαλήνην και την αξιοπρέπειαν, και τίποτε δεν θα ήτο φυσικώτερον του συνδυασμού τούτου.
Καθ' ήν στιγμήν η Άννα μακρόθεν ανεγνώρισε την Δόλλυ, συνεσπειρωμένην εις μίαν γωνίαν της παλαιάς της αμάξης, η μορφή της εφωτίσθη από χαρμόσυνον μειδίαμα.
Ανέπεμψε κραυγήν, υπεγέρθη επί του εφιππίου της και εξώθησε τον ίππον της εις καλπασμόν. Όταν δε κατέφθασε την άμαξαν, επήδησε κατά γης, άνευ βοηθού, και έδραμεν εις συνάντησιν της Δόλλυ.
— Το ήλπιζα και δεν ετολμούσα να το ελπίσω. . . . Τι χαρά! Δεν ημπορείς να φαντασθής την χαράν μου! είπεν, οτέ μεν προσθίγουσα την μορφήν της προς τον της Δόλλυ διά να την φιλή, οτέ δε μακρυνομένη κατά τι διά να την προσβλέπη μειδιώσα.
— Τι χαρά, Αλέξιε! προσέθηκε παρατηρούσα τον Βρόνσκυ όστις είχεν αφιππεύσει και επλησίαζε προς τας δύο γυναίκας αφαιρών άμα τον υψηλόν του φαιόχρουν πίλον.
— Δεν ειμπορείτε να φαντασθήτε πόσον ευτυχείς λογιζόμεθα διά την επίσκεψίν σας, είπε μετά τόνου.
Η Δόλλυ εξεπλάγη κυρίως από την μεταμόρφωσιν, ην παρετήρει εις την Άνναν, την οποίαν τόσον τρυφερώς ηγάπα . . . Μία άλλη γυνή, ολιγώτερον παρατηρητική, ήτις να μη είχε γνωρίσει πρότερον την Άνναν Καρένιν και η οποία κυρίως να μη είχε κάμει τας σκέψεις, θα εβασάνισαν την Δόλλυ καθ' όλον το διάστημα του ταξειδίου της, δεν θα διέβλεπε τίποτε το έκτακτον παρά τη Άννα, αλλά την φοράν αυτήν η Δόλλυ ανεγνώρισεν επί της ωραίας μορφής της φίλης την πρόσκαιρον εκείνην καλλονήν, ην αι γυναίκες αποκτώσι μόνον οσάκις αγαπώνται . . . Το σύνολόν της ήτο πλήρες γοητείας· και εφαίνετο ότι είχε συναίσθησιν τούτο και ότι ήτο ευτυχής δι' αυτό.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Η Άννα, αφ' ετέρου, παρετήρει την ισχνήν, εξηντλημένην και ερριτιδωμένην μορφήν της Δόλλυ, και ήτο ετοίμη να της φανερώση τας εντυπώσεις της, αλλ' αναλογισθείσα ότι αυτή η ιδία είχεν ευμορφύνει και ότι το βλέμμα της φίλης της τής το έλεγε, αφήκεν στεναγμόν και ωμίλησε περί εαυτής.
— Με κυττάζεις, είπε, και συλλογίζεσαι αν ημπορώ να είμαι ευτυχής υπό τας συνθήκας που ζω; Λοιπόν! Εντρέπομαι να το ομολογήσω, αλλ' είμαι εις υπέρτατον βαθμόν ευτυχής . . . Μου συνέβη κάτι το φανταστικόν, όνειρον, κατά το διάστημα του οποίου οι άνθρωποι φοβούνται, έπειτα δε, εξαίφνης, αφυπνίζονται και αντιλαμβάνονται ότι όλοι των οι φόβοι διεσκεδάσθησαν . . . Εγώ εξύπνησα, υπέφερα φοβερά, αλλά τόρα, αφ' ότου ιδίως ευρισκόμεθα εδώ, αισθάνομαι εμαυτήν τόσον ευτυχή! . .
Και η Άννα ητένισε την Δόλλυ με δειλόν μειδίαμα.
— Πόσον είμαι ευχαριστημένη, είπεν η Δόλλυ. Συμμερίζομαι βαθύτατα την ευτυχίαν σου . . . Διατί δεν μου τα έγραψες;
— Διατί; . . . Διότι . . . δεν ετόλμησα . . . λησμονείς την θέσιν μου . . .
— Δεν ετόλμησες να γράψης 'ς εμένα; Αν ήξευρες τι σκέπτομαι!
— Ειπέ μου τι σκέπτεσαι περί της θέσεως μου, ομίλει 'ξάστερα . . .
— Δεν σκέπτομαι τίποτε, σε ηγάπησα πάντοτε, και, όταν κανείς αγαπά κάποιον, τον αγαπά όπως είνε και όχι όπως θα ηύχετο να είνε.
Η Άννα απέστρεψε την κεφαλήν και συνέπτυξε τας οφρείς διά να σκεφθή.
— Αν έχης κάμει αμαρτίες, της είπε τέλος, θα σου συγχωρηθούν όλαι λόγω της επισκέψεώς σου και των λόγων σου αυτών . . .
Η Δόλλυ αντελήφθη ότι δάκρυα ανήρχοντο εις τα μάτια της Άννας και της έθλιψε σιωπηλώς την χείρα.
— Αλλά δεν μου είπες τι είνε όλαι αύται αι οικοδομαί; εξηκολούθησεν.
— Είνε αι κατοικίαι των υπαλλήλων, το ιπποτροφείον, οι σταύλοι. . . και, νά, μπαίνομεν εις το πάρκο. Όλα ήσαν εγκαταλελειμμένα, αλλ' ο Αλέξιος έβαλε το κάθε τι εις την θέσιν του. Αγαπά πολύ αυτό το κτήμα, και, εκείνο που δεν επερίμενα εκ μέρους του, έχει επιδοθή μετά πάθους εις την γεωργίαν . . . Βλέπεις εκείνο το μεγάλο οικοδόμημα; Είνε νέον νοσοκομείον. Υπολογίζω ότι θα στοιχίση πλέον των εκατό χιλιάδων ρουβλίων. Ξεύρεις ποιος του έδωσε την ιδέαν; οι χωρικοί του εζήτησαν να τοις εκχωρήση τα λειβάδια εις τιμήν πάρα πολύ χαμηλήν και ηρνήθη. Τον κατηγόρησαν επί φιλαργυρία και διά ν' αποδείξη ότι ηπατώντο, ωκοδόμησεν αυτό το νοσοκομείον.
Η άμαξα εισήλθεν εις την λιθόστρωτον αυλήν. Η Άννα ωδήγησε την Δόλλυ εις το με πρωτοφανή διά την Δόλλυ πολυτέλειαν επιπλωμένον δωμάτιόν της, το οποίον της υπενθύμιζε τα πλουσιώτερα δωμάτια των ξενοδοχείων, τα οποία είχεν ίδει, εις το εξωτερικόν.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Η Δόλλυ ήτο κάπως ταραγμένη και στενοχωρημένη που είχεν ευρεθή εις το περιβάλλον εκείνο, το εντελώς νέον δι' αυτήν . . . Από περιωπής εδικαίωνε και επεκρότει μάλιστα την πράξιν της Άννας. Όπως συμβαίνει συχνά εις γυναίκας αναμαρτήτου ηθικής, κουρασμένη από την μονοτονίαν της εναρέτου ζωής, η Δόλλυ μακρόθεν, ου μόνον συνεχώρει τον ένοχον έρωτα, αλλά μάλιστα και τον ηύχετο ενδιαθέτως. Πλην όμως τούτου, ηγάπα ειλικρινώς την Άνναν. Αλλά, επικροτούσα συνάμα την πράξιν της, η Δόλλυ ησθάνετο κάποιαν δυσφορίαν βλέπουσα τον άνδρα, χάριν του οποίου είχε συντρίψει την ζωήν της.
Ο Βρόνσκυ ουδέποτε είχεν ελκύσει την συμπάθειαν της Δόλλυ. Τον εύρισκε ματαιόδοξον, και τίποτε δεν έβλεπεν εν αυτώ διά το οποίον να δικαιολογήται η υπεροψία του, αν τούτο δεν ήτο ο πλούτος του, και, χωρίς να το θέλη, τώρα τον εύρισκεν ακόμη ελαττωματικώτερον, και δεν ησθάνετο ευχαρίστησιν ευρισκομένη μαζί του . . . Την επιούσαν συμπεριπατούσα μετ' αυτού, κατενόησεν εκ της εκφράσεως του Βρόνσκυ, ό,τι είχε κάτι να της ζητήση.
Δεν είχεν απατηθή. Μόλις εισήλθον εις τον κήπον, εκύταξε προς το μέρος όπου κατηυθύνετο η Άννα, και, πεισθείς ότι δεν ηδύνατο ούτε να τους ίδη ούτε να τους αντιληφθή, είπεν:
— Εμαντεύσατε ότι έχω να σας ομιλήσω.
Και την ητένισε με οφθαλμούς μειδιώντας.
— Δεν απατώμαι βεβαίως, είσθε αληθώς φίλη της Άννας;. . . Και ασκείται μάλιστα επ' αυτής μεγάλην επιρροήν, σας αγαπά δε τόσον! . . . Βοηθήσατέ με.
Η Δόλλυ ητένισε δειλώς και δι' ύφους ερωτηματικού την πλήρη ενεργητικότητος μορφήν του, φωτισμένην από τον ήλιον ή πνιγμένην εντός της σκιάς των φιλυρών. Ανέμενε την συνέχειαν του προλόγου εκείνου αλλ' ο Βρόνσκυ, ανασκαλίζων τους χάλικας του κήπου διά της ράβδου του, εβάδιζε παραπλεύρως αυτής σιωπηλός.
— Αφού ήλθετε εις το σπίτι μας, είπε τέλος, σεις μόνη μεταξύ των παλαιών φίλων της Άννας, κατανοώ ότι απεφασίσατε τούτο, όχι διότι ευρίσκετε την θέσιν μας κανονικήν, αλλά διότι, καίτοι κατανοείτε τας δυσχερείας που περικλείει, εξακολουθείτε ν' αγαπάτε την Άνναν και επιθυμείτε να έλθετε εις βοήθειάν της . . . Σας εννόησα καλώς; προσέθηκε παρατηρών αυτήν.
— Ω! τελείως, απήντησεν η Δόλλυ . . . Αλλά . . .
Την διέκοψεν εκείνος, και, λησμονών ότι έφερε την συνομιλήτριάν του εις θέσιν εκτάκτως δυσχερή, έκαμε μίαν διακοπήν και την υπεχρέωσε να κάμη κ' εκείνη το αυτό.
— Επιτρέψατε . . . Ουδείς πλειότερον εμού αντιλαμβάνεται τας δυσχερείας της θέσεως της Άννας. Και οφείλεται να το κατανοήτε, αν μου κάμνετε την τιμήν να με θεωρήτε άνθρωπον με καρδιά! Είμ' εγώ η αιτία της καταστάσεως ταύτης, και διά τον λόγον τούτον υποφέρω . . .
Η ειλικρίνεια και η σταθερότης μετά των οποίων επρόφερε τας λέξεις ταύτας προυκάλεσαν τον θαυμασμόν της Δόλλυ.
— Σας εννοώ, είπεν αύτη, και επειδή θεωρείτε εαυτόν αφορμήν της καταστάσεως ταύτης, μεγαλοποιείτε τας παρατυπίας της. Η θέσις της παρά τη κοινωνία είνε δύσκολος, συμφωνώ . . .
— Είνε κόλασις! είπεν εκείνος γοργά και διά φωνής υποκώφου. . . Δεν δύναται κανείς να φαντασθή ηθικάς βασάνους τρομερωτέρας από όσας η Άννα υπέστη εν Πετρουπόλει εν διαστήματι δύο εβδομάδων . . .
— Αλλ' εδώ, ούτε σεις ούτε η Άννα έχετε ανάγκην του κόσμου . . .
— Του κόσμου; απήντησεν εκείνος μετά περιφρονήσεως, προς τίνα λόγον!
— Λοιπόν! αφού αδιαφορείτε προς τον κόσμον δύνασθε φρονώ να ζήσετε ευτυχείς. Βλέπω ότι η Άννα είνε ευτυχής, τελείως ευτυχής! Ευρήκεν ήδη ευκαιρίαν να μου το ομολογήση.
Χωρίς εν τούτοις να το θέλη, η Δόλλυ αμφέβαλλε περί της αληθούς ευτυχίας της Άννας, αλλ' ο Βρόνσκυ ήτο απολύτως περί τούτου πεπεισμένος.
— Ναι, ναι, είπε, γνωρίζω, ότι, μεθ' όσα και αν υποφέρη, είνε ευτυχής! . . . Απολαμβάνει το παρόν . . . . Αλλ' εγώ . . . Φοβούμαι το μέλλον . . . Θα προτιμάτε να περιπατώμεν ίσως; προσέθηκεν.
— Όχι, μου είνε αδιάφορον.
— Εν τοιαύτη περιπτώσει, ας καθήσωμεν εις αυτό το εδώλιον.
Η Δόλλυ εκαθέσθη εις την γωνίαν της δενδροστοιχίας και εκείνος εστάθη όρθιος ενώπιόν της.
— Βλέπω ότι είνε ευτυχής! επανέλαβεν, αλλά τούτο δύναται να διαρκέση; Το ζήτημα δεν είνε να μάθη κανείς αν επράξαμεν καλώς ή κακώς . . . ο κύβος ερρίφθη ήδη . . . Συνδεόμεθα διά των ιερωτάτων δι' ημάς ερωτικών δεσμών. Έχομεν ένα παιδί και πιθανόν ν' αποκτήσωμεν και άλλο . . . αλλ' ο νόμος και πάσαι αι συνθήκαι της ζωής μας είνε τοιαύται, ώστε η Άννα με όλας της τας βασάνους και τας δοκιμασίας, δεν διακρίνει και δεν δύναται να διακρίνη τας απείρους περιπλοκάς που προέρχονται εντεύθεν. Και, την εννοώ. Αλλά εγώ δεν δύναμαι να μη τας προβλέπω. Η κόρη μου, δεν είνε κόρη μου, είνε κόρη του Καρένιν. Και δεν δύναμαι ν' αποδεχθώ αυτό το ψεύδος.
Επρόφερε τας λέξεις ταύτας με ενεργητικήν χειρονομίαν αρνήσεως και ητένισε σκυθρωπώς την Δόλλυ, οιονεί προκαλών την γνώμην της.
Εκείνη όμως δεν απεκρίθη τίποτε· εξηκολούθησε μόνον να τον κυτάζη.
Ο Βρόνσκυ επανέλαβεν:
— Αύριον θ' αποκτήσω υιόν, υιόν μου! Αλλ' ο νόμος αξιοί ν’ ανήκει εις τον Καρένιν· δεν θα είνε συνεπώς, ούτε του ονόματός μου ούτε της περιουσίας μου κληρονόμος. Και, δυνατόν βέβαια ν' απολαύωμεν οικογενειακής ευτυχίας, δυνάμεθα να έχωμεν πολλά τέκνα, ουδέποτε όμως θα υπάρξη δεσμός μεταξύ αυτών και ημών, θα ανήκουν εις τον Καρένιν! Κατανοείτε το φρικώδες της καταστάσεως ταύτης; Εδοκίμασα να κάμω λόγον περί τούτου εις την Άνναν, αλλά τούτο την εξοργίζει . . . Δεν εννοεί, και δεν ημπορώ να της τα είπω όλα . . . Εν τούτοις, από την Άνναν εξαρτάται ο διακανονισμός όλων . . . Και αν ακόμη δυνηθώ να επιτύχω παρά του Αυτοκράτορος την άδειαν να υιοθετήσω τα παιδιά μου, ανάγκη να προηγηθή διάζευξις. Το παν εξαρτάται από την Άνναν. Ο σύζυγός της συγκατετέθη όταν παρενέβη ο Ομπλόνσκυ. Δεν θα ηρνείτο δε και σήμερον να παραχωρήση το διαζύγιον, το γνωρίζω. Αρκεί προς τούτο να του γράψη η Άννα. Έχει δηλώσει ότι, αν αυτή του το ζητήση δεν θα φέρη αντιρρήσεις . . . Αναμφιβόλως, είνε μία, τούτο από τας φαρισαϊκάς εκείνας σκληρότητας, διά τας οποίας είνε ικανοί άνθρωποι μόνον χωρίς καρδιά. Γνωρίζει εκείνος πόσον πάσχει οσάκις αναλογίζεται το παρελθόν, και ζητεί να του γράψη. Εγώ, εννοώ τας βασάνους της Άννας. Αλλά πρόκειται περί της ευτυχίας και της ζωής και της Άννας και των τέκνων της. Δεν ομιλώ περί εμού, αν και εγώ υποφέρω, υποφέρω φρικτά!
Επρόφερε τας λέξεις ταύτας ως κάποιον να ηπείλει ότι θα εξεδικείτο διά τας βασάνους, ας υφίστατο.
— Βοηθήσατέ με να πείσωμεν την Άνναν ότι οφείλει να του γράψη διά να ζητήση το διαζύγιον.
— Ναι, βεβαίως, είπεν η Δόλλυ σκεπτική, αναλογισθείσα την τελευταίαν της μετά του Καρένιν συνάντησιν.
«Ναι, βεβαίως», επανέλαβεν μετά σταθερότητος, αναμνησθείσα την Άνναν.
— Χρησιμοποιήσατε όλην την επιρροήν, ην ασκείτε επ' αυτής ίνα επιτύχετε να γράψη. Εγώ δεν θέλω, ή μάλλον δεν δύναμαι να συζητήσω αυτό το θέμα μαζί της.
— Καλά, θα της μιλήσω . . . και προς ιδικήν μου ικανοποίησιν και προς ιδικήν της.
Ηγέρθησαν και διηυθύνθησαν προς την οικίαν.
* * *
Η Δόλλυ ητοιμάζετο να κατακλιθή, όταν η Άννα φέρουσα τον νυκτερινόν της κοιτωνίτην, εισήλθεν εις το δωμάτιόν της.
— Πώς είνε η Κίττυ; είπεν η Άννα αφήσασα βαθύν στεναγμόν και παρατηρούσα την φίλην με ύφος συντετριμμένον . . . Πες μου την αλήθειαν . . . Δεν μου κρατή θυμόν;
— Να σου κρατή θυμόν, όχι είπεν η Δόλλυ μειδιάσασα.
— Αλλά με αποστρέφεται βέβαια με περιφρονεί;
— Ω, όχι! Γνωρίζεις όμως ότι αυτά είνε πράγματα που δεν συγχωρούνται.
Η Άννα υπεστράφη και εκύταξεν από του παραθύρου.
— Ναι, το γνωρίζω, το γνωρίζω! είπεν . . . Αλλά δεν είμαι ένοχος. Και, ποίος είνε ένοχος; Και εις τι έγκειται η ενοχή; Ηδύνατο να γείνη διαφορετικά; Ποίαν έχεις γνώμην επί τούτου; Ειπέ μου, Δόλλυ, ήτο δυνατόν να μη καταστής συ σύζυγός του Στίβα;
— Αληθινά, δε γνωρίζω τίποτε . . . Αλλά, εξηγήσου μου, Άννα.
— Είνε ευτυχής; Λέγουν ότι ο σύζυγός της είνε εξαίρετος άνθρωπος.
— Είνε ολίγον αυτό, εγώ δεν εγνώρισα καλλίτερόν του.
— Α! πόσον μ' ευχαριστεί τούτο . . . Αληθινά, είμαι λίαν ευχαριστημένη.
— Η Δόλλυ εμειδίασεν.
— Ας ομιλήσωμεν περί σου, Άννα. Έχω πολλάς ερωτήσεις να σου υποβάλω. Συνωμίλησα μετά του . . . .
— Του Αλεξίου; είπεν η Άννα. Γνωρίζω ότι είχετε μίαν συνέντευξιν. Αλλ' επιθυμώ να μου πης ειλικρινώς τι σκέπτεται περί εμού και περί της ζωής μου.
— Πώς, έτσι, μια κι' όξω; Μά την αλήθεια, δεν ξεύρω τι να 'πώ . . .
— Περί τίνος σου ωμίλησε;
— Περί ζητήματος, το οποίον απησχόλει και εμέ και μου είνε εύκολον να υποκαταστήσω τον δικηγόρον του . . . Δεν υπάρχει μέσον κανέν . . . Δεν θα ήτο άρα γε δυνατόν . . .
Η Δόλλυ εσυγχίσθη, είτα δ' επανέλαβε:
— Δεν θα ηδυνάμεθα άρα γε να τροποποιήσωμεν, να βελτιώσωμεν την κατάστασιν; . . . Γνωρίζεις συ πώς συνειθίζω να βλέπω τα πράγματα εγώ . . . Αλλ' επί τέλους, θα έπρεπεν, αν ήτο δυνατόν, να νυμφευθής . . .
— Δηλαδή να διαζευχθώ; είπεν η Άννα . . . . Ε, λοιπόν! Τι σου είπεν ο Αλέξιος;
— Μου είπεν ότι πάσχει διά σε και δι' εαυτόν. Θα είπης ίσως ότι αυτό είνε εγωισμός; Αλλ' είνε εγωισμός ευγενής και τελείως λελογικευμένος. Επιθυμεί εν πρώτοις να νομιμοποιήση την κόρην του και να καταστή σύζυγός σου . . . να έχη δηλαδή δικαιώματα επί σου. Επιθυμεί εκείνο που είνε τελείως φυσικόν, τα τέκνα σας δηλαδή να έχουν ένα όνομα.
— Ποία τέκνα είπεν η Άννα, χωρίς ν' ατενίση την Δόλλυ.
— Η Αννίτσα, και τα παιδιά που είνε πιθανόν να γενηθούν . . .
— Πώς ειμπορώ να επιθυμώ εγώ την απόκτησιν παιδιών; Δεν ομιλώ περί των φυσικών αλγηδόνων, αυτάς δεν τας φοβούμαι . . . Σκέπτεσαι τι θα γίνουν τα παιδιά μου; . . Δυστυχώς που θα φέρουν ξένον όνομα. Ως εξ αυτής των της γεννήσεως θα ευρεθώσιν εις την υποχρέωσιν να αισχύνωνται διά τον πατέρα των, διά την μητέρα των, διά την ύπαρξίν των . . .
— Διά τούτο ακριβώς, εφώνησεν η Δόλλυ, χρειάζεται το διαζύγιον.
— Μου συμβουλεύετε σεις το διαζύγιον, αλλ' ε κ ε ί ν ο ς δεν θα μου το δώση. Ευρίσκεται τώρα υπό την επίδρασιν της κομήσσης Λυδίας Ιβανόβνας.
Η Δόλλυ εκάθητο επί τινος εδωλίου και ηκροάτο με ύψος οδυνηράς συμπαθείας, στρέφουσα την κεφαλήν ίνα παρακολουθή τας κινήσεις της Άννας.
— Θα έπρεπε να δοκιμάσης, είπε διά φωνής βραδείας.
— Να δοκιμάσω! Τι σημαίνει αυτό το να δοκιμάσω.
Η Άννα έθεσε το ερώτημα τούτο ως σκέψιν οιονεί την οποίαν είχεν ήδη εξετάσει από πάσης απόψεως.
— Να δοκιμάσω σημαίνει, είπεν ότι εγώ που τον αποστρέφομαι, αλλά που αναγνωρίζω συνάμα εμαυτήν ένοχον, που τον ευρίσκω μεγαλόψυχον, ότι οφείλω να ταπεινωθώ γράφουσα προς αυτόν . . . Επί τέλους, ας υποθέσωμεν ότι το επιχειρώ και αυτό ότι κάμνω και αυτήν την θυσίαν . . . Δυνατόν να λάβω μίαν άρνησιν προσβλητικήν, ή την συγκατάθεσίν του . . .
— Αν συγκατετίθετο . . .
— Αν συγκατετίθετο; . . . Και ο υιός μου; . . . Δεν θα μου τον αποδώσουν! Θα μεγαλώση εις το σπίτι του πατέρα του, τον οποίον εγκατέλειψα, και θα με περιφρονήση. Εννόησον λοιπόν· αγαπώ δύο πλάσματα διά της ιδίας εντάσεως, αλλά πλειότερον εμαυτός, τον Σεριόγια και τον Αλέξιον. Αυτά μόνον τα δύο όντα αγαπώ είπεν η Άννα, και το ένα διώκει το άλλο. Δεν δύναμαι να τα ενώσω, και όμως αυτό είνε το μόνον που θα ηδύνατο να με κάμη να ζήσω· αν δεν ημπορώ να τα έχω και τα δύο μαζί, τότε δεν μ' ενδιαφέρει τίποτε . . . Η λύσις θα επέλθη αφ' εαυτής . . . Διά τούτο δεν αγαπώ και δεν δύναμαι να ομιλώ περί τοιαύτης λύσεως. Διά τούτο ούτε να με δικαιώνης, ούτε να με καταδικάζης . . . Εν τη αγνότητι της ψυχής σου, δεν δύνασαι να εννοήσης παν ό,τι υποφέρω.
Επλησίασε την Δόλλυ, εκάθησε παραπλεύρως αυτής και έλαβε την χείρα της παρατηρώσα αυτήν εις τα μάτια με έκφρασιν ενόχου συντριβής.
— Τι σκέπτεσαι περί εμού; Πώς με κρίνεις; Μη με περιφρονείς! Δεν είμαι αξία περιφρονήσεως. Είμαι αληθινά δυστυχής. Αν μία υπάρχη επί γης δυστυχής γυναίκα, είμαι εγώ αυτή:
Υπεστράφη και έκλαυσεν . . .
Όταν η Δόλλυ ευρέθη μόνη, έκαμε την προσευχήν της και κατεκλίθη. Εφ' όσον ωμίλει μετά της Άννας, την ώκτειρε και την συνεπόνει, αλλά τώρα πλέον δεν ηδύνατο να συγκεντρώση τας σκέψεις της επί της φίλης της. Η ανάμνησις της οικίας της και των παιδιών της κατελάμβανε την φαντασίαν της μετά γοητείας όλως καινοφανούς δι' αυτήν και μετ' ακτινοβολίας ασυνήθους.
Ο ιδικός της κόσμος της παρουσιάζετο τόσον πολύτιμος και τόσον πλήρης θελγήτρων, ώστε δεν ήθελε να μείνη μεμακρυσμένη απ' αυτού ούτε μίαν ημέραν επί πλέον, και απεφάσισε να αναχωρήση την επιούσαν.
Η Άννα είχε αφ' ετέρου επιστρέψει εις το διαμέρισμά της, επήρε δ' αμέσως ένα ποτηράκι και έχυσεν εντός αυτού μερικάς σταγόνας ποτού, ου κυρία βάσις ήτο η μορφίνη· το ερρόφησεν, έμεινεν επί τινας στιγμάς ακίνητος, είτα δε εισήλθεν εις τον θαλαμόν της κατηυνασμένη κάπως.
Ο Βρόνσκυ την ητένισε προσεκτικώς. Ανεζήτει επί των χαρακτηριστικών της ίχνη της συνομιλίας, ην είχε κάμει μετά της Δόλλυ. Αλλ' εις την επιφυλακτικήν και σχεδόν απόκρυφον έκφρασιν της μορφής της δεν ευρήκε τίποτε άλλο πλην της καλλονής της, εις την οποίαν ήτο ήδη συνειθισμένος, αλλ' ήτις πάντοτε τον εγοήτευε. Δεν ήθελε δε να την ερωτήση με την ελπίδα ότι θα τω διηγείτο αυτοβούλως τα κατά την συνέντευξίν της. Αλλά η Άννα μόνας τας λέξεις ταύτας επρόφερε:
— Πόσον είμαι ευχαριστημένη που σου ήρεσεν η Δόλλυ.
— Την γνωρίζω προ πολλού. Είνε πολύ καλή, ως μου φαίνεται, αλλ' εκτάκτως επιφυλακτική. Εν τούτοις, ηυχαριστήθην πολύ που την επανείδα.
Έλαβε την χείρα της Άννας και την ητένισεν ερωτηματικώς εις τα μάτια . . , Η Άννα διερμήνευσεν όλως διαφορετικά το βλέμμα εκείνο και εμειδίασεν . . .
Όταν η Δόλλυ έφθασε την επιούσαν παρά τω Λεβίν, διηγήθη με πολλήν ζωηρότητα το ταξείδι της και την καλήν υποδοχήν ης είχε τύχει· εξήρε δε την πολυτέλειαν και την καλαισθησίαν των Βρόνσκυ και δεν επέτρεψεν εις κανένα να προσφέρη λέξιν εναντίον των.
— Πρέπει να γνωρίση κανείς την Άνναν και τον Βρόνσκυ, κ' εγώ έμαθα να τους γνωρίζω, αυτήν την φοράν, διά να εννοήσω πόσον είνε εντυπωτικοί.
Η Δόλλυ ωμίλει ειλικρινώς. Είχε δ' εξ ολοκλήρου λησμονήσει το αόριστον συναίσθημα της στενοχωρίας και της δυσφορίας, όπερ είχεν αισθανθή.
* * *
Ο Βρόνσκυ και η Άννα επέρασαν ολόκληρον το θέρος και μέρος του φθινοπώρου εις την εξοχήν, υπό τας αυτάς συνθήκας, χωρίς να κάμουν το παραμικρόν διάβημα προς επιτυχίαν διαζυγίου.
Εφαίνετο εν τούτοις, ότι η ζωή των ήτο τοιαύτη, που δεν ηδύνατο κανείς να την ευχηθή καλλιτέραν. Δεν τους έλειπε τίποτε, είχον υγείαν, ένα παιδάκι, και αμφότεροι ασχολίας.
Η Άννα, οσάκις δεν είχεν επισκέψεις, ησχολείτο περί του εαυτού της και ανεγίνωσκε πολύ, μυθιστορήματα, βιβλία σοβαρά, και νεωτεριστικά . . . Και τ' ανεγίνωσκε με την προσοχήν εκείνην που δίδομεν εις την ανάγνωσιν εν τη μονώσει.
Εκτός δε τούτου, εσπούδαζεν εις βιβλία και εις ειδικά περιοδικά, παν ό,τι απησχόλει τον Βρόνσκυ· συνέβαινε δε πολλάκις εις αυτόν προς αυτήν ν' απευθύνεται προς διαλεύκανσιν ζητημάτων αγρονομικών, αρχιτεκτονικών και ζητημάτων ακόμη αθλητισμού και ιπποκομίας. Απεθαύμαζε δε τας γνώσεις της και την μνήμην της, αν και κατ' αρχάς έθετεν εν αμφιβόλω όσα του έλεγε και επεζήτει την επιβεβαίωσιν των λεγομένων της· αλλ' εκείνη εύρισκε την ακρίβειάν των εις τα βιβλία και του επεδείκνυε τας σχετικάς περικοπάς.
Κατά Οκτώβριον, διεξήχθησαν εκλογαί του γενικού συμβουλίου της επαρχίας όπου κατώκει, και ο Βρόνσκυ ηθέλησε να παραστή εις αυτάς. Ήτο η μάλλον δυσάρεστος και οχληρά περίοδος της εν εξοχή διαμονής. Ο Βρόνσκυ ανήγγειλεν εις την Άνναν την αναχώρησίν του με τόνον ψυχρόν και αυστηρόν, τον οποίον ουδέποτε είχε μεταχειρισθή ομιλών προς αυτήν. Την ητένισε δε προσεκτικώς, εκπλαγείς διά την απάθειάν της. Εκείνη του εμειδίασεν. . .
— Ελπίζω ότι δεν θα στενοχωρηθής υπερβολικά; της είπε.
— Το ελπίζω! απήντησεν η Άννα. Έλαβα χθες ολόκληρον κιβώτιον βιβλίων . . . Όχι, δεν θα στενοχωρηθώ.
Όταν ευρέθη μόνη, ανελογίσθη το βλέμμα εκείνο, όπερ εξέφρασε το δικαίωμα του εραστού της επί της ελευθερίας, και εξ αυτού εξήγαγεν έν μόνον συμπέρασμα: την συναίσθησιν του εξευτελισμού της.
«. . . Έχει το δικαίωμα να φύγη οπόταν του αρέσει και να υπάγη όπου επιθυμεί. Έχει μάλιστα το δικαίωμα και να μ' εγκαταλείψη ακόμη . . . Έχει όλα τα δικαιώματα αυτός. Εγώ δεν έχω κανένα. Το γνωρίζει, αλλά δεν πρέπει να με κάμνη να το αισθάνωμαι . . . Άλλοτε δεν εφέρετο τοιουτοτρόπως.»
Και, αν και ήτο πεπεισμένη ότι η απομάκρυνσις ήρχιζε, κατ' ουδέν ηδύνατο να μεταβάλη τας μετ' αυτού σχέσεις της. . . Δεν ηδύνατο να τον συγκρατήση παρά όπως και πρότερον, διά του έρωτος και των θελγήτρων της.
Υπό τας συνθήκας ταύτας το κοριτσάκι της κατέπιπτε τότε ασθενές. Το επεριποιήθη, αλλά χωρίς να ευρίσκη εις τούτο καμμίαν ψυχικήν ευφροσύνην, τοσούτο δε μάλλον καθ' όσον η αδιαθεσία του μικρού δεν παρουσίαζε καμμίαν σοβαρότητα. Δεν ηδύνατο δε να συνειθίση ν' αγαπά την Αννίτσα παρά την προς τούτο επιθυμίαν της και δεν κατώρθωνεν ουχ' ήττον να υποκρίνεται ότι την ηγάπα.
Όταν ευρέθη μόνη κατά το βράδυ της έκτης εκείνης ημέρας, κατελήφθη από σφοδράν ανησυχίαν διά τον Βρόνσκυ· απεφάσισε δε να μεταβή αυτοπροσώπως εις την πόλιν, αλλά κατόπιν μετέβαλε γνώμην και του απέστειλεν επιστολήν.
Την επιούσαν ανέμενε κατά πάσαν στιγμήν την άφιξιν της αμάξης. Πολλάκις ενόμισεν ότι διέκρινε τον κρότον των τροχών, αλλ' ήτο αυταπάτη. Τέλος αντήχησεν η φωνή του ηνιόχου και κάποιος υπόκωφος κρότος υπό το εξωτερικόν υπόστεγον. Ήκουσε την φωνήν του, ελησμόνησε τα πάντα και εξώρμησε φαιδρά εις υπάντησίν του.
— Πώς πηγαίνει η μικρούλα; ηρώτησεν εκείνος ηπίως παρατηρών αυτήν, καθώς κατήρχετο τρέχουσα την κλίμακα.
— Καλλίτερα.
— Και συ;
Εδράξατο του βραχίονός του δι' αμφοτέρων της των χειρών και τον είλκυσε προς εαυτήν, χωρίς να αποσπάση τα μάτια της απ' αυτού.
— Είμαι πολύ ευχαριστημένος! είπεν εκείνος ρίψας επ' αυτής βλέμμα ψυχρόν.
Της ήρεσκε τούτο· αλλά τόρα το βλέμμα του εξέφραζε σκληρότητα την οποίαν εφοβείτο.
— Είμαι πολύ ευχαριστημένος διότι η μικρούλα ανέρρωσε, και συ, είσαι καλά; είπε σπογγίζων την γενειάδα προτού ασπασθή την χείρα της Άννας.
«. . . . Μου είνε αδιάφορον», διελογίσθη η Άννα. «αφού τον έχω πλησίον μου, ώστε να μη δύναται, να τολμά, να μη μ' αγαπά πλέον».
Η βραδειά την επέρασε φαιδρώς. Της ωμίλησε περί των εκλογών και η Άννα διά των ερωτήσεών της, τον έκαμε να διηγηθή, ό,τι κυρίως τον ηυχαρίστει, δηλαδή περί των ιδίων του επιτυχιών . . . . Εις αντιστάθμισμα δε του παρέσχε και αύτη πληροφορίας λίαν ευχαρίστους περί των ζητημάτων που τον ενδιέφερον ως προς το σπίτι του.
Βραδύτερον όμως, η Άννα, ήτις ησθάνετο ότι ανέκτα το επ' αυτού κράτος της, ηθέλησε ν' αποδιώξη την οδυνηράν εντύπωσιν του βλέμματος, το οποίον της είχε ρίψει ένεκα της επιστολής της.
— Ομολόγησον ότι δυσηρεστήθης λαβών την επιστολήν μου και ότι δεν μ' επίστευσες; έτσι δεν είνε;
Μόλις είχε προφέρει τας λέξεις ταύτας και αντελήφθη ότι, παρ' όλην την αγάπην ην έτρεφε προς αυτήν την στιγμήν εκείνην, δεν της το είχεν ακόμη συγχωρήσει.
— Μάλιστα, είπεν ούτος, η επιστολή ήτο παράδοξος: η Αννίτσα ήτο άρρωστη και συ ήθελες ν' αναχωρήσης!