WeRead Powered by ReaderPub
Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Δ cover

Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Δ

Chapter 65: ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
Open in WeRead

About This Book

A detailed chronological account of the later phases of the revolution, documenting military campaigns across mainland and islands, naval operations and sieges, disease outbreaks, and the shifting fortunes of contested towns. It examines internal political struggles, the creation and reorganization of provisional authorities, administrative and financial reforms, and debates over national assemblies. The narrative follows diplomatic negotiations and foreign interventions that influenced military and political outcomes, including the actions of allied naval contingents. Combining battlefield reportage, institutional measures, and social consequences, the work portrays the complex process of wartime state‑building and the practical challenges of transforming armed revolt into an organized government.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Χαρακτηριστικά της ελληνικής επαναστάσεως.

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ επανάστασις διακρίνεται των λοιπών διά τινα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά πολλού λόγου άξια. Η επανάστασις αύτη μήτε τον απολυτισμόν ή τον δεσποτισμόν επεχείρησε να χαλινώση, μήτε το κυβερνητικόν είδος του τόπου ν' αλλάξη, μήτε τους μητροπολικούς δεσμούς να διαρρήξη. Επεχείρησεν επιχείρημα δεινότερον και ενδοξότερον· να εξώση διά των όπλων εκ της Ελλάδος ξένην και αλλόθρησκον φυλήν, ήτις διά των όπλων ηχμαλώτευσεν αυτήν προ αιώνων, και μέχρι τέλους την εθεώρει αιχμάλωτον και υπό την μάχαιράν της.

Πολλά και μεγάλα έθνη των νεωτέρων χρόνων, είτε καταθλιβόμενα υπό τον απολυτισμόν, είτε τυραννούμενα υπό ξένην εξουσίαν, ανέτρεψαν, ως και η Ελλάς, εκ θεμελίων τα καθεστώτα ή διά της μεταβολής της μοναρχίας εις δημοκρατίαν, ή διά του παντελούς συντριμμού του ξένου ζυγού· αλλά τα έθνη ταύτα κατήντησαν εις τας εξαισίους ταύτας μεταβολάς χωρίς τινος προμελέτης. Ο Γουλλιέλμος Τέλλος και οι εν τω λειμώνι του Γρυτλίου ορκισθέντες υπέρ της πασχούσης πατρίδος συμπατριώται του δεν προέθεντο την κατάργησιν της καταθλιβούσης αυτήν ξένης εξουσίας, αν και την κατήργησαν, αλλά μόνον την ανακούφισιν των δεινών της υπό την αυτήν ξένην εξουσίαν. Το αυτό προέθεντο και αι Κάτω-Χώραι καθ' όν χρόνον ωπλίσθησαν κατά της τυραννίας Φιλίππου του Β', αν και επί τέλους ηυτονομήθησαν. Και οι αντιπρόσωποι της Αγγλίας επί Καρόλου του Α' ούτε κατά της βασιλικής Αρχής εκινήθησαν, αν και την κατέλυσαν, ούτε κατά του βασιλέως, αν και τον απεκεφάλισαν, ούτε προς εγκατάστασιν δημοκρατίας, ην εγκατέστησαν. Εκινήθησαν μόνον προς υπεράσπισιν των πολυμόχθως άλλοτε αποκτηθέντων και ασυστόλως τότε καταπατουμένων πολιτικών δικαίων, και προς εξασφάλισιν του νέου δόγματος επί λόγω ότι ο βασιλεύς το επεβουλεύετο. Άλλως ήρχισε και άλλως ετελείωσε και η μηδόλως έτι Λουδοβίκου του ΙΣΤ' προθεμένη την καταστροφήν της βασιλείας γαλλική επανάστασις, αν και την κατέστρεψε και την αιματοκύλισε. Δι' άλλους λόγους ωπλίσθη κατ' αρχάς η Αρκτώα Αμερική κατά της μητροπόλεώς της και όχι ποτέ προς απόρριψιν της κυριαρχίας της, ην απέρριψεν. Αλλ' η Ελλάς και προέθετο και εκήρυξεν ενώπιον θεού και ανθρώπων εξ αρχής του αγώνος, ότι ωπλίσθη προς συντριβήν του ξένου ζυγού και προς ανέγερσιν του εθνισμού και της ανεξαρτησίας της. Η εκ προθέσεως αύτη διαφορά της ελληνικής επαναστάσεως και των άλλων συναδέλφων της είναι σημειώσεως αξία.

Σημειώσεως αξία είναι και η διαφορά αυτής και των άλλων και ως προς την αποπεράτωσίν της. Η ελληνική επανάστασις απεπερατώθη ευτυχώς διά της γενναίας και ομοψύχου συνδρομής όλων των χριστιανικών λαών, διά της ενόπλου και ευεργετικής παρεμβάσεως, περί τα τέλη της, τριών μεγάλων Δυνάμεων, και διά της πλήρους συγκαταθέσεως όλων των άλλων. Τα παντοδύναμα ταύτα βοηθήματα απέδειξαν οφθαλμοφανώς πόσω δίκαιος και ιερός ήτον ο ελληνικός αγών· διότι προς υποστήριξιν αυτού η πάντοτε αλληλομαχούσα ευρωπαϊκή πολιτική ωμονόησε κατά πρώτην φοράν, και ήκουσε τας σωτηρίους εντολάς της ηθικής και την ιεράν φωνήν της πασχούσης ανθρωπότητος.

Η επανάστασις αύτη παριστάνει και άλλο ιδιαίτερον χαρακτηριστικόν. Εξερράγη μεταξύ δύο εθνών, ζώντων μεν εν τη Ευρώπη, αλλά και των δύο αγνοούντων και την πολεμικήν τέχνην και την πολιτικήν επιστήμην, δι' άς διέπρεπε και διαπρέπει η λοιπή Ευρώπη· και δύναται να θεωρηθή ως πολιτική τις και πολεμική ανωμαλία εν μέσω των πολιτικών και πολεμικών γνώσεων των σημερινών καιρών, αναμιμνήσκουσα συχνάκις διά πολλών συμβάντων και περιπετειών τους ηρωικούς χρόνους της αρχαίας Ελλάδος.

Μοναδικόν εν τη ιστορία των εθνών φαινόμενον παριστάνει κατά θάλασσαν η Ελλάς επί της επαναστάσεώς της. Πολλαχού της οικουμένης λαοί εξανιστάμενοι ενίκησαν στρατούς, αλλ' ουδείς ουδέποτε κατέβαλε στόλους· η δόξα αύτη απέκειτο εις μόνους τους θαλασσόπαιδας της Ελλάδος, τους διά της τόλμης και της περί τον πλουν εμπειρίας των μετασχηματίσαντας παραδόξως εις φοβερά δίκροτα τα ιδιωτικά και ασθενή σκάφη των, και ως ασθενή σκάφη προσβαλόντας διά της καταναλισκούσης φλογός των τα φοβερά των εχθρών δίκροτα.

Όχι μικράς παρατηρήσεως αξία είναι και η άκρα δυσαναλογία της πολεμικής καταστάσεως των εις μάχην ελθόντων μερών, του μεν προς διατήρησιν του δε προς συντριβήν του ζυγού. Το μέρος, το πολλά έτη προς συντριβήν του ζυγού πολεμήσαν αβοήθητον άλλοθεν, ήτο το εικοστημόριον του άλλου μέρους, και οι πόροι του ήσαν μηδαμινοί, διότι ήσαν πόθοι ιδιωτών απέναντι πόρων μεγάλης και παλαιάς αυτοκρατορίας. Το ευτυχές της δυσαναλογίας ταύτης και απροσδόκητον αποτέλεσμα, δακτυλοδεικτούμενον, είναι ικανόν να εμπνέη πάντοτε μέγα θάρρος προς τους πάσχοντας και αδικουμένους λαούς, όταν άποροι και ανίσχυροι αναδέχωνται μετά σταθεράς αποφάσεως τον ιερόν αγώνα της πίστεως και της πατρίδος, της ελευθερίας και της δικαιοσύνης, της εθνικής τιμής και της ευδαιμονίας εναντίον της πνευματικής καταθλίψεως και της αρπαγής της πατρώας γης, της δουλείας και της αδικίας, του εθνικού εξουδενισμού και της κοινωνικής αθλιότητος.

Τα αποτελέσματα της ελληνικής επαναστάσεως εδείχθησαν γιγαντιαία και κατ' άλλον τρόπον· διότι ανέτρεψαν τας πολυθρυλλήτους αρχάς της ιεράς συμμαχίας καταδικαζούσης οιανδήποτε πολιτικήν μεταβολήν ενεργουμένην δι' αποστασιών και δι' όπλων, διετάραξαν το αείποτε περί πολλού παρά τη ευρωπαϊκή πολιτική σύστημα της ισορροπίας, και ανακαλέσαντα εις την δόξαν και την πολιτικήν ζωήν έθνος ριφθέν προ αιώνων εις τον τάφον της αδοξίας και της δουλείας, συνέτρεξαν και εις το να διαλύσωσι μεγάλην και παλαιάν αυτοκρατορίαν γεννηθείσαν, ανδρωθείσαν, γηράσασαν και αποθνήσκουσαν ανεπιστήμονα, αντικοινωνικήν και βάρβαρον. Εν ενί λόγω η ελληνική επανάστασις ετίμησεν υπέρ πάσαν άλλην την ανθρωπίνην φύσιν· διότι το λαμπρότερον, το διδακτικώτερον και το κατανυκτικώτερον όλων των θεαμάτων, όσα παριστάνει επί της σκηνής του κόσμου η ιστορία, είναι η ανέγερσις πεπτωκότος έθνους· το δε σάλπισμα τοιούτου πολέμου είναι χερουβικός ύμνος εις τον Ύψιστον. Αλλά το θέαμα τούτο καθίσταται έτι μεγαλοπρεπεστέρον, αν τύχη το ανεγειρόμενον έθνος να έχη και ένδοξον καταγωγήν· και τοιαύτης φύσεως θέαμα, και θέαμα μοναδικόν εν τη ιστορία του ανθρωπίνου γένους, είναι η εν μέσω αιμάτων, καταστροφών και δεινών αγώνων ανέγερσις του ελληνικού έθνους κοιτομένου προ αιώνων υπό ξένην και αλλόπιστον δουλείαν και καταπιεζομένου, αλλά μη απολέσαντος ολοτελώς τον χαρακτήρα του, την ενέργειάν του, ή τας προγονικάς αναμνήσεις του.

Αξία της βαθείας σκέψεως παντός πολιτευτού είναι και η επί του ελληνικού αγώνος παλίμβουλος διαγωγή των μεγάλων Αυλών. Είδαμεν οποίαι, αρχομένου του αγώνος, ήσαν αι βουλαί και αι πράξεις αυτών κατ' ανδρών επιχειρησάντων επί τιμή του αίματός των ν' αποτινάξωσι τον βαρύν, τον άτιμον, τον τρισβάρβαρον ζυγόν, υφ' όν προ αιώνων εστέναζαν. Αλλ' είδαμεν μετά ταύτα, ότι αι πολιτικαί περιστάσεις εις ας υπόκεινται και αι αυλαί αυταί, ως άλλοτε υπέκειντο οι Θεοί του Ολύμπου εις τας βουλάς της Ειμαρμένης, τας ηνάγκασαν, χάρις εις την ακλόνητον καρτεροψυχίαν των Ελλήνων και εις την μεγάλην συμπάθειαν όλων των χριστιανικών λαών, να εξαλείψωσιν αι ίδιαι ό,τι έγραψαν κατά των Ελλήνων, να χύσωσιν αίμα υπέρ αυτών, ν' ανοίξωσι θησαυρούς εις αντίληψίν των, να κηρύξωσι το καταδεδικασμένον έθνος ελεύθερον, αυτόνομον και ανεξάρτητον, να χαιρετήσωσι την επαναστατικήν του σημαίαν και να εγγυηθώσιν ενώπιον όλου του κόσμου την πολιτικήν και ανεξάρτητον ύπαρξίν του.

Είναι τω όντι αξιοπαρατήρητον, ότι τα σχέδια των αυλών επί του ελληνικού αγώνος όχι μόνον εματαιώθησαν, αλλά και εναντία της θελήσεως και της πολιτικής των όλα απέβησαν. Ήθελαν αύται την ακεραιότητα της οθωμανικής αυτοκρατορίας, και η οθωμανική αυτοκρατορία κατεκολοβώθη· ήθελαν την κατάθλιψιν και αποτυχίαν του επαναστατικού κινήματος της Ελλάδος, και το επαναστατικόν κίνημα της Ελλάδος εν μέσω ορατών και αοράτων δυσκολιών και κινδύνων εθριάμβευσεν· ήθελαν την Τουρκίαν ισχυράν, και κατέστρεψαν αυταί την δύναμίν της εν Νεοκάστρω· ηγωνίζοντο να εμποδίσωσι παντοίοις τρόποις τον Τουρκορρωσσικόν πόλεμον, και ο Τουρκορρωσσικός πόλεμος εξερράγη. Τόσον απρονόητος και τόσον επισφαλής είναι η πολιτική των θνητών, ως και αυτών των επί βαθεία συνέσει και πολιτική πείρα μεγαλαυχούντων.

Τοιαύτα είναι τα άξια πάσης προσοχής χαρακτηριστικά της ελληνικής επαναστάσεως, ης την ιστορίαν επεχείρησα να συγγράψω.

Εις τέσσαρας δε διακεκριμένας περιόδους δύναταί τις ευλόγως να διαιρέση τα γεγονότα· εις την απ' αρχής μέχρι της εις Πελοπόννησον αποβάσεως των Αιγυπτίων· εις την εντεύθεν μέχρι της συνθήκης της 24 Ιουνίου· εις την μετά την συνθήκην μέχρι της αφίξεως του Καποδιστρίου· και εις την μετά την άφιξιν αυτού μέχρις ου ανηγορεύθη η Ελλάς κράτος ανεξάρτητον. Και η μεν πρώτη περίοδος περιλαμβάνει τετραετίαν, η δε δευτέρα διετίαν και τετραμηνίαν, ημιετίαν δε η τρίτη, και διετίαν η τετάρτη. Εκάστη δε αυτών έχει ιδιαίτερα γνωρίσματα.

Μεγάλα τα παθήματα των απανταχού της οθωμανικής αυτοκρατορίας Ελλήνων επί της πρώτης περιόδου, καθ' ήν κατεστράφησαν πόλεις και χώραι, εξωλοθρεύθησαν λαοί, εμιάνθηθησαν τα άγια και μέγιστοι κίνδυνοι περιεστοίχισαν τον αγώνα· αλλ' εν μέσω των παθημάτων, των ασεβημάτων και των κινδύνων ο αγών εκραταιώθη, και η Ελλάς εν πολλοίς εδοξάσθη· η κραταιώσασα όμως τον αγώνα και δοξάσασα την Ελλάδα περίοδος αύτη εμολύνθη δι' εμφυλίων σπαραγμών.

Δεινή και πολύδακρυς απέβη η, διαρκούντων των εμφυλίων τούτων σπαραγμών, αρξαμένη δευτέρα περίοδος· αλλά και κατ' αυτήν γενναίως απεκρούσθησαν οι εχθροί δις επιχειρήσαντες να εισβάλωσιν εις την Μάνην, και ο Έλλην ετερατούργησεν εν Μεσολογγίω, όπου εν μέσω γενικής αθυμίας πρώτοι των άλλων οι εντόπιοι απεφάσισαν μεγαλοφρόνως, ως και επί της πρώτης πολιορκίας, ν' αποθάνωσι μάλλον ή να προσκυνήσωσιν.

Επί δε της τρίτης περιόδου ήλθαν εις αντίληψιν της κινδυνευούσης Ελλάδος αι τρεις πρώτισται αυλαί της Ευρώπης, και μόνην παλαίουσαν μέχρι τούδε προς τας κατά ξηράν και θάλασσαν ηνωμένας δυνάμεις Τουρκίας, Αιγύπτου και Βαρβαρίας την απήλλαξαν των επικειμένων δεινών, καταστρέψασαι τους κατά θάλασσαν εχθρούς της.

Επέστη η τετάρτη περίοδος, καθ' ήν ετακτοποιήθη η υπηρεσία, ενισχύθη η ησυχία, ανεκουφίσθη ο λαός, επήλθεν η προς επάνοδον εις τα ίδια αναγκάσασα τους Αιγυπτίους εκστρατεία των Γάλλων, απεπέμφθηοαν διά των ελληνικών όπλων οι πλείστοι των πέραν του ισθμού πολεμίων, κατέπαυσεν oλοτελώς ο μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων πόλεμος, άφησεν η Πύλη ταπεινωθείσα εις χείρας των συμμάχων την λύσιν του ελληνικού ζητήματος, και η επί τεσσάρων αιώνων υπό σκληράν δουλείαν Ελλάς μετέβη υπερφυώς εκ του θανάτου εις την ζωήν. Καθ' όλας δε τας περιόδους ταύτας εμεγαλύνθη το ναυτικόν της Ελλάδος, και όλοι οι χριστιανικοί λαοί θερμοί φίλοι του ελληνικού αγώνος ανεδείχθησαν. Αξιοσημείωτον ότι κατά το μακρόν τούτο διάστημα ο αγών δεν παρήγαγε τον άνδρα του. Πολλάκις η εξουσία έκειτο κατά γης. Πολλάκις εδόθησαν αφορμαί εις ευχερή κατάληψιν αυτής, αλλ' ουδείς ουδέποτε το επεχειρίσθη, διότι ουδείς και αυτών των υπερυψωθέντων είχε το σύνολον ων η περί τα τοιαύτα μεγαλοπραγμοσύνη απήτει προσόντων, εφόρευε δε τας πράξεις και κατεσκόπευε τα διανοήματα η προς αλλήλους πατροπαράδοτος αντιζηλία.

Μελετών δε, ω αναγνώστα, τα κατά την επανάστασιν, τροφήν και πόσιν των πεινώντων και διψώντων ελευθερίαν λαών, ελπίδα των θλιβομένων, και στηριγμόν των εν πολέμω κλονιζομένων, και εκπληττόμενος δι' όσα κατώρθωσαν οι επέκεινα εξαετίας αβοηθητί τον υπέρμεγαν τούτον και άνισον αγωνισθέντες και κατά γην και κατά θάλασσαν αγώνα, ενθυμού, ότι ο αγών ήτον υπέρ πίστεως και υπέρ ανακτήσεως πατρώας γης και ελευθερίας, τουτέσιν ο ιερώτερος και ο ενδοξότερος όλων των αγώνων^ τοιούτων δε άθλων προκειμένων «ο ύ τ ε-π λ ή θ η-ν ε ώ ν, ο ύ τ ε-κ ό σ μ ο ι-κ α ι-λ α μ π ρ ό τ η τ ε ς-ε π ι σ ή μ ω ν, ο ύ τ ε-κ ρ α υ γ α ί-κ ο μ π ώ δ ε ι ς-ή-β ά ρ β α ρ ο ι-π α ι ά ν ε ς-έ χ ο υ σ ί-τ ι-δ ε ι ν ό ν-α ν δ ρ ά σ ι ν-ε π ι σ τ α μ έ ν ο ι ς-ε ι ς-χ ε ί ρ α ς-ι έ ν α ι-κ α ι-μ ά χ ε σ θ α ι-τ ο λ μ ώ σ ι ν».

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ξ'.

(α.)

Ζήτει τα της Ε' συνεδριάσεως της συνελεύσεως.

(β.)

Ζήτει την επί της λήξως της συνελεύσεως διακήρυξιν εν τη των κατά την αναγέννησιν της Ελλάδος συλλογή Μάμουκα.

(γ.)

Ζήτει την προ της ενάρξεως των εργασιών της διοικητικής Επιτροπής διακήρυξιν εν τη των κατά την αναγέννησιν της Ελλάδος συλλογή Μάμουκα.

(δ.)

Ζήτει το περί ου ο λόγος υπόμνημα εν τω β' τόμω απομνημονευμάτων Σπηλιάδου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΑ'.

(α.)

Ιδού όλη η επιστολή.

«Ιβραχήμης πασάς ελέω Θεού Καλής Κρήτης και Μωρέως, και ναύαρχος του αιγυπτιακού στόλου.

«Προτού ν' αναχωρήσωμεν από ενταύθα διά το Μεσολόγγιον είχομεν λάβει γράμματά σου ζητούντος παρ' ημών να σου δοθή έν ράι μπουγιουρουλδί γενικώς δι' όλην την οικογένειάν σου· όθεν και ευσπλαχνία κινούμενος, έλαβε τον τόπον της η αίτησίς σου και αμέσως εδόθη το ζητούμενόν σου. Αφού δε υπήγον εις Μεσολόγγιον, επληροφορήθην ότι ο πατήρ σου ερωτηθείς από τους σημαντικούς του συστήματός σας διά ποίας αιτίας παρακινήθης να ζητήσης παρ' ημών έν τοιούτον μπουγιουρουλδί, απεκρίθη ότι ο τρόπος εκείνος να ήτον τάχα ένα είδος πολιτικής, ίνα μη αφήση και καταπατηθή παρ' ημών η πατρίς του, καθότι τότε ήτον αδύνατη από στρατεύματα και από άλλα εφόδια πολεμικά.

«Όθεν διατάττεσαι αυστηρώς άμα του λαβείν την παρούσαν μου, χωρίς αναβολής καιρού, εις διορίαν ημερών δέκα, να σκεφθής μετά των σημαντικών της πατρίδος σου, και να έλθετε εκ συμφώνου προς ημάς ίνα βαλθή εις ασφάλειαν η πατρίς σου, χωρίς παντελώς να θελήσης και τώρα να μεταχειρισθής την ψευδοπολιτικήν, καθότι εις το εξής δεν ωφελείσαι με αυτήν παντελώς.

«Ημείς δε προλαβόντως απεράσαμεν από Καλαμάταν· το ότι όμως δεν εισήλθαμεν εις την πατρίδα σας, μην το νομίσετε διαφορετικά, ειμή ευσπλαγχνία κινούμενοι ίνα μη αιχμαλωτισθώσιν αι συμπατριώτισσαί σας καθώς και των άλλων μερών, και διότι σας είχαμεν μπουγιουρουλδί μας δομένον, ίνα μη κηρυχθή ότι σας είχαμεν ράι, και ύστερον εξαίφνης εισήλθομεν εις την πατρίδα σας. Συ δε εγνώρισες καλώς ότι ημείς πνέομεν φιλανθρωπίαν, και ότι πολεμούμεν συστηματικώς με κανόνας και με κανόνας τακτικούς εγνωσμένους εις έθνη πεφωτισμένα. Τάχυνον λοιπόν, ως είπομεν, τον ερχομόν σου μετά των σημαντικών της πατρίδος σου· εξ εναντίας όμως και παρακούσης, ή θελήσης να μεταχειρισθής την προτέραν σου πολιτικήν, ας μην περάση από την ιδέαν σου ότι και την πατρίδα σου δεν θα την κάμωμεν ως και την Πελοπόννησον, και δεν θέλει αφήσωμεν μήτε ίχνος οσπητίου, και όψεσθε εν ημέρα κρίσεως ίνα δώσετε λόγον προς τον Θεόν δι' όσα ήθελε δοκιμάσει ο αθώος λαός. Ταύτα και ούτω ποίησον εξ αποφάσεως, και έρρωσο».

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΓ'.

(α.)

Προσήλωσαν τας χείρας του δυστυχούς Κορομηλά οι συμπατριώται του Αθηναίοι Τούρκοι όπου είναι σήμερον το αναβρυτήριον της πόλεως. Την τρίτην δε ημέραν της προσηλώσεως τον επιστόλισέ τις Αλβανός οικτείρων αυτόν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΣΤ'.

(α.)

Ιδού η προς την κυβέρνησιν επιστολή του Μιαούλη.

«Έβδομον ήδη έτος δεν έπαυσα συναγωνιζόμενος το κατά δύναμιν μετά των λοιπών αδελφών μου κατά των εχθρών της πατρίδος μας. Ούτε η γνώσις της ανικανότητός μου, ούτε το μέγεθος του φορτίου το οποίον η πατρίς επέθεσεν εις εμέ, με έκαμαν να δειλιάσω ή να υποχωρήσω· πρώτον χρέος του πολίτου ενόμιζον το να πράττη ό,τι δύναται υπέρ της σωτηρίας της πατρίδος του· εφρόντισα να το εκπληρώσω· εάν πάντοτε δεν επέτυχα, το σφάλμα δεν είναι της προαιρέσεώς μου· προ πολλού ήδη αι ελπίδες όλου του έθνους επεστηρίχθησαν εις την άφιξιν του μεγαλοφυούς ανδρός, του οποίου τα μέχρι τούδε λαμπρά κατορθώματα προϋπόσχονται εις την πατρίδα μας την ανόρθωσιν του μεγάλου και δεινού αγώνος της. Ο ανήρ ούτος ήλθε και συγχαίρω διά την άφιξίν του και την διοίκησιν και όλον το έθνος· το ελληνικόν ναυτικόν δικαίως πρέπει να ελπίζη το παν υπό την οδηγίαν τοιούτου αρχηγού και πρώτος εγώ είμαι έτοιμος, καθ' όσον δύναμαι, να τρέξω υπ' αυτόν εις νέους αγώνας, δυσκόλους βέβαια εις εμέ και διά την ηλικίαν μου και διά την ολιγοπειρίαν μου, ευχαρίστους όμως εις την καρδίαν μου, η οποία ποτέ άλλο δεν επιθύμησε παρά την ευτυχίαν της πατρίδος. Παρακαλώ την σεβαστήν διοίκησιν να μην αμφιβάλη εις την ειλικρίνειαν της εκθέσεως αυτών μου των αισθημάτων».

(β.)

Εκάκισάν τινα της ιστορίας ταύτης ο αντιστράτηγος κύριος Ανδρέας Μεταξάς και ο υποστράτηγος κύριος Γενναίος Κολοκοτρώνης, και προς τοις άλλοις ηθέλησαν να αποκρούσωσιν ως ψευδές το σκανδαλώδες τούτο επεισόδιον. Εις όσα παρ' αυτών εγράφησαν απήντησαν και άλλοι (όρα Αθηνάν 14 δεκεμβρίου 1857 και Τηλέγραφον των Κυκλάδων 4 φεβρουαρίου 1858), απήντησα και εγώ εν τη Ελπίδι της 8 απριλίου του αυτού έτους, και την απάντησίν μου επισυνάπτω έχουσαν ούτω.

«Κατεχώρισεν ο Αιών εν τω αριθμώ 1850 επιστολήν του αντιστρατήγου κυρίου Ανδρέα Μεταξά προς τον υποστράτηγον κύριον Γενναίον Κολοκοτρώνην, αφορώσαν τινα του ιστορικού μου συγγράμματος. Ιδού η απάντησίς μου.

«Ο αντιστράτηγος κύριος Μεταξάς, πριν εκθέση τα περί ων ο λόγος, και ως αν εκ του χρόνου, καθ' όν επάτησα το πατρώον έδαφος επί του αγώνος, εκρέματο η αξιοπιστία του συγγράμματός μου, δις και τρις αναφέρει, ότι ήλθα εις Ελλάδα το 1824· αλλ' απατάται· και αν, παρατρέχων μυρίους άλλους, θελήση να ερωτήση μόνον τον φίλον του υποστράτηγον, κύριον Γενναίον, θα μάθει ότι με είδεν ούτος κατά το Μακρυνόρος επί της εκεί υπό τον κύριον Μαυροκορδάτον εκστρατείας το 1822, και ότι μνείαν ποιεί της συνεντεύξεώς μας ταύτης έν τινι ανεκδότω υπομνηματίω του, δοθέντι μοι προ πολλών ετών παρ' αυτού εις ανάγνωσιν· ήμην δ' εν Τριπολιτσά επί της δεινής κατά το 1823 ρήξεως περί της προεδρίας της βουλής, καθ' ήν ηναγκάσθη ο κύριος Μαυροκορδάτος να καταφύγη εις Ύδραν, όπου υπήγα και εγώ μετ' ολίγας ημέρας. Μάρτυρες δε των λεγομένων όλη Ύδρα, και οι περί τον κύριον Μαυροκορδάτον, οι εκεί τότε καταφυγόντες. Το δε 1824 εκάθησα κατά πρώτην φοράν εν τη βουλή, ως αντιπρόσωπος της πατρίδος μου.

«Εις αναίρεσιν δε ων ιστορώ εν τω συγγράμματί μου περί διαιρέσεως Πελοποννησίων και στερεοελλαδιτών, και περί τινων δεινών διαπληκτισμών κατά την εν Τροιζήνι συνέλευσιν, λέγει ο αντιστράτηγος κύριος Μεταξάς, ότι, ως πληρεξούσιος εν τη συνελεύσει ταύτη, δύναται να βεβαιώση εν γνώσει, ότι τα ιστορούμενα δεν έλαβαν χώραν· αλλά και εγώ, ως πληρεξούσιος εν τη αυτή συνελεύσει, και ως μέλος μάλιστα της επί της επιθεωρήσεως του συντάγματος επιτροπής, βεβαιώ εν γνώσει, ότι τα ιστορούμενα ιδίαις ήκουσα ακοαίς, και την μεταξύ Κολοκοτρώνη και Κίτσου σκηνήν ιδίοις είδα όμμασιν· αλλ' εις λύσιν πάσης αμφιβολίας, ένεκα της διαφωνίας εμού και του αντιστρατήγου κυρίου Μεταξά, επισυνάπτω ας επορίσθην μαρτυρίας τινών των επιζώντων πληρεξουσίων εν τη αυτή συνελεύσει, αυτηκόων και αυτοπτών ων ιστορώ.

«Μαρτυρία του κυρίου Τάτση Μαγκίνα, νυν γερουσιαστού.

«Πληρεξούσιος ων της εν Τροιζήνι εθνικής συνελεύσεως, ενθυμούμαι κάλλιστα την εν μια των συνεδριάσεων επισυμβάσαν σκανδαλώδη διαίρεσιν . . . η σφοδρά δε και πεισματώδης αύτη διαίρεσις επροχώρησε και μέχρι διαχειρίσεως όπλων, ώστε εσχματίσθησαν δύο πολεμικά στρατόπεδα μεταξύ Πελοποννησίων και Στερεοελλαδιτών· αλλά διά της προσπαθείας πολλών φιλήσυχων διηλύθη η θορυβώδης εκείνη σκηνή μετά παρέλευσιν τριών ωρών, εις το διάστημα των οποίων ερρέθησαν σκληροί και υβριστικοί λόγοι εξ αμφοτέρων των μερών χωρίς να σεβασθή ο κατώτερος τον ανώτερον, και οι μεν έλαβον θέσεις πολεμικάς με τα όπλα εις τας χείρας, οι δε εκλείσθησαν εις τας οικίας, και άλλοι έτρεχαν με πατριωτικάς φωνάς διά να μη γένη έναρξις πυροβολισμού . . . Είναι αληθές, κατά την ιστορίαν σας, ότι η συνέλευσις εκείνη ήρχισε με διαίρεσιν και ετελείωσε με τμηματικόν πνεύμα φιλαυτίας της τε Πελοποννήσου και στερεάς Ελλάδος . . . Ομολογητέον ότι την δυσφημίαν του αποκλεισμού της στερεάς Ελλάδος εκ της συνθήκης την διέδιδαν ολίγοι τυχοδιώκται και φιλοτάραχοι και ουδέποτε οι Πελοποννήσιοι, ή μέρος της συνελεύσεως, όπερ εξάγεται σαφώς και εκ της ιστορίας σας, σελίδι 327 και 348 [247 και 262 της γ' ταύτης εκδόσεως] του δ' τόμου πότε και διά ποίον σκοπόν διεδίδοντο τοιαύται φήμαι».

«Μαρτυρία του κυρίου Γιαννάκη Χατσή Πέτρου, νυν γερουσιαστού.

«. . . . . Τα ενδιαλαμβανόμενα εν τω δ' τόμω σελίδι 131 της παρ' υμών γεγραμμένης ιστορίας έλαβαν χώραν δυστυχώς· η δε φρόνησις των πληρεξουσίων και ο πατριωτισμός όλων τα διεσκέδασαν»,

«Μαρτυρία του κυρίου Αναστασίου Πολυζωίδου, νυν αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου.

«. . . . . Καθ' όσον αφορά τον εν τη συνελεύσει της Τροιζήνος μεταξύ Γ. Κίτσου και Θ. Κολοκοτρώνου διαπληκτισμόν, το γεγονός είναι αληθέστατον· το ενθυμούνται όλοι οι επιζώντες πληρεξούσιοι της Τροιζήνος· το ενθυμούμαι και εγώ κάλλιστα, διό και προς τον ερωτήσαντά με εσχάτως Γενναίον Κολοκοτρώνην δεν εδίστασα να το ομολογήσω».

«Τοιαύται μαρτυρίαι τοιούτων ανδρών δεν λύουν πάσαν περί του προ κειμένου αμφιβολίαν;

«Τρανή δε απόδειξις της διαιρέσεως είναι και το εις παύσιν αυτής και εξάλειψιν πάσης δυσπιστίας εκδοθέν α' ψήφισμα της συνελεύσεως λέγον, ότι η ελληνική επικράτεια σύγκειται εξ όλων των αραμένων όπλα επαρχιών, ότι είναι αδιαίρετος και αδιάσπαστος, και ότι τα δικαιώματα των κατοίκων αυτών και τα επί του Ιερού αγώνος αγαθά είναι κοινά. Τοιούτον σκοπόν έχει και το δ' άρθρον του συντάγματος της Τροιζήνος λέγον, ότι επαρχίαι της Ελλάδος είναι όσαι έλαβαν και θα λάβουσι τα όπλα κατά της οθωμανικής δυναστείας.

«Το μέγα δε τούτο της συμπεριλήψεως ή μη της στερεάς Ελλάδος εις τον συμβιβασμόν ζήτημα εγεννήθη, όχι, ως μη θελόντων των Πελοποννησίων την συμπερίληψιν αυτής, αλλ' ως διατεινομένου του σουλτάνου ότι είχεν υποχείριον όλην την γην εκείνην· εγένετο δε και λόγος μετά ταύτα εν τω συμμαχικώ συμβουλίω περί οροθεσίας επί του Ισθμού. Ιστορώ δε πάντα ταύτα εν τω οικείω τόπω υπό το κύρος επισήμων διακοινώσεων.

«Αλλ' ο αντιστράτηγος κύριος Μεταξάς εν τη επιστολή του, και ο υποστράτηγος κύριος Γενναίος εν τω φυλλαδίω του λέγουν, ότι είπα όσα δεν είπα, ή τα εναντία όσων είπα, δηλαδή, ότι ενοχοποιώ τους Πελοποννησίους ως μη θελήσαντας να συμπεριληφθή η στερεά Ελλάς εις τον προς ειρηνοποίησιν συμβιβασμόν. Ο υποστράτηγος μάλιστα αγωνίζεται διά μακρών λόγων εν τω φυλλαδίω του να αποδείξη ότι αδίκως τους ενοχοποιώ. Αλλά πού η μαρτυρία, πού η φράσις εν τη ιστορία ότι τους ενοχοποιώ; Πολλά και παρά πολλών περί τούτου εφημίζοντο βεβαίως τω καιρώ εκείνω, αλλ' όχι μόνον δεν ησπάσθην εγώ την γνώμην ταύτην, ην ησπάζοντο άλλοι, όχι μόνον ουδαμού της ιστορίας είπα, ότι οι Πελοποννήσιοι δεν ήθελαν την συμπερίληψιν της στερεάς Ελλάδος, αλλά και εστηλίτευσα τον φημισθέντα τούτον λόγον ως συκοφαντίαν· ιδού τι είπα εν σελίδι 327 [246 εκδ. γ'] του δ' τόμου.

«Κατ' εκείνον τον καιρόν οι ευνοούμενοι του κυβερνήτου διέσπειραν, ότι οι εν Αιγίνη πρόκριτοι Πελοποννήσιοι συνελθόντες έγραψαν μυστικώς τω πρέσβει της Αγγλίας, ότι η Πελοπόννησος και αι νήσοι του Αιγαίου Πελάγους εξήρκουν εις σύστασιν ελληνικής επικρατείας. Τούτο μαθόντες οι Στερεοελλαδίται, οι έχοντες πάντοτε φόβους περί της μελλούσης τύχης της γεννησαμένης αυτούς γης, και πιστεύοντες, ότι οι κοινοποιούντες ταύτα δεν εψεύδοντο εξ αιτίας των στενών αυτών σχέσεων προς τον κυβερνήτην, εταράχθησαν ταραχήν μεγάλην. Τοιούτος λόγος εν τοιαύτη κρισίμω ώρα εδύνατο να προξενήση δεινάς αλληλομαχίας. Ακούσαντες οι πρόκριτοι της Πελοποννήσου την σ υ κ ο φ α ν τ ί α ν-τ α ύ τ η ν και μαθόντες πόθεν προήλθε, την απέδωκαν εις τον κυβερνήτην, και τον εθεώρησαν έκτοτε φανερόν καταδιώκτην. Κατά των προκρίτων τούτων ερρίφθη και ά λ λ η-σ υ κ ο φ α ν τ ί α, έ τ ι-μ ά λ λ ο ν-β δ ε λ υ ρ ά· ότι συνώμοσαν να φαρμακεύσωσι τον κυβερνήτην. Ο λόγος ούτος διεφημίσθη και εκτός της Ελλάδος, και εκωδωνίσθη διά τινων εφημερίδων».

«Ερμηνεύων δε το α' ψήφισμα της εν Τροιζήνι συνελεύσεως είπα εν σελίδι 129 [98] του δ' τόμου, ότι, «εν ώ η διοικητική επιτροπή» (ης μέλη ήσαν και οι Πελοποννήσιοι, Ζαήμης, Πετρόμπεης, Δεληγιάννης και Σισίνης) «η γ ω ν ί σ θ η-ε ι λ ι κ ρ ι ν ώ ς-κ α ι-α ρ ι ζ ή λ ω ς-ε π' ω φ ε λ ε ί α-τ η ς-σ τ ε ρ ε ά ς-Ε λ λ ά δ ο ς-κ α ι-κ α τ ώ ρ θ ω σ ε-δ ι' ω ν-ε σ ύ σ τ η σ ε-σ τ ρ α τ ο π έ δ ω ν-τ η ν-α ν ό ρ θ ω σ ί ν-τ η ς· δεν έπαυσάν τινες υποκινούντες ταραχάς εν μέσω και αυτών των στρατοπέδων, επί λόγω ότι ενήργει μυστικώ τω τρόπω διά της επιτροπής της συνελεύσεως επί του προκειμένου συμβιβασμού την αποκοπήν της στερεάς από της λοιπής Ελλάδος εις ανταλλαγήν άλλων αγαθών επ' ωφελεία μόνης της Πελοποννήσου».

«Ενοχοποιώ και μέμφομαι δι' ων είπα τους Πελοποννησίους, ή τους αθωόνω και τους κηρύττω υπερμάχους της στερεάς Ελλάδος; Δεν είπα δ' εν σελίδι 136 [103] του δ' τόμου, ότι ποτέ η φωνή των πασχόντων Στερεοελλαδιτών δεν ηκούσθη τόσον εις τα ώτα των Πελοποννησίων όσον επί της πολιορκίας των Αθηνών, ήτοι καθ' όν καιρόν ειργάζετο η εν Τροιζήνι συνέλευσις, και ότι, εκτός των προ καιρού εκστρατευσάντων Κορινθίων, εξεστράτευσαν ως επιβοηθοί εις λύτρωσιν αυτής έτι 2500 Πελοποννήσιοι; Άπορον τη αληθεία πώς λόγοι τόσον σαφείς παρεξηγήθησαν, και πώς τόσα εις αναίρεσιν λόγων μη λεχθέντων εγράφησαν.

«Καθ' όσον δ' αφορά ιδίως τον Κολοκοτρώνην, ουδαμού της ιστορίας είπα, ότι εξέφρασεν, ή επροστάτευσε την ιδέαν της μη εις τον συμβιβασμόν συμπεριλήψεως της στερεάς Ελλάδος· εξ εναντίας είπα, εν σελίδι 10 του δ' τόμου εις δικαίωσίν του ότι, αν δεν εστράτευσε ποτέ πέραν του Ισθμού, πολλούς όμως πολλάκις απέστειλεν εις αντίληψιν των εκεί αγωνιζομένων. Ανέφερα εν σελίδι 180 [134] του γ' τόμου επιστολήν του προς τους Στερεοελλαδίτας, ην ουδείς δύναται να ψεύση, και ουδείς δύναται να μη μεμφθή, δι' ής τους απεκάλει ξένους της Πελοποννήσου, τους εσυμβούλευε ν' απέχωσι των πραγμάτων της πατρίδος του, και τους ηπείλει ότι θα τους ετιμώρει, αν παρήκουαν. Αλλά και η επιστολή αύτη εγράφη δύο ήμισυ σχεδόν έτη πριν συγκροτηθή η εν Τροιζήνι συνέλευσις.

«Προς τι λοιπόν ο τόσος περί της διαθέσεως των Πελοποννησίων προς τους Στερεοελλαδίτας θόρυβος, εν ώ όλοι τα αυτά λέγομεν περί αυτής, και όλοι ως εξ ενός στόματος ευφημούμεν;

«Ολίγα και περί της αρχιστρατηγίας.

«Ουδαμώς επρόκειτο εν τη κατά την Τροιζήνα συνελεύσει περί της αρχηγίας των όπλων της Πελοποννήσου, ή περί της αρχηγίας των όπλων της στερεάς Ελλάδος. Τας αρχηγίας ταύτας κατείχαν, την μεν ο Κολοκοτρώνης, την δε ο Καραϊσκάκης, και διετήρησαν και μετά την αρχιστρατηγίαν. Επρόκειτο περί της γενικής αρχιστρατηγίας όλης της Ελλάδος. Πιστεύει τις, ότι θα εδέχοντο οι Πελοποννήσιοι αρχηγόν Στερεοελλαδίτην, ή οι Στερεοελλαδίται Πελοποννήσιον; Ο Κολοκοτρώνης διωρίσθη αρχιστράτηγος μόνης της Πελοποννήσου παρά της πελοποννησιακής γερουσίας κατά πρότασιν του πελοποννησιακού στρατού μετά την καταστροφήν του Δράμαλη, αλλ' ετελεσφόρησε; τον ανεγνώρισε ποτέ ως τοιούτον η κυβέρνησις; δεν κατήργησεν η εν Άστρει συνέλευσις και αυτόν τον τίτλον της αρχιστρατηγίας, ον έφερε μεν τότε ο Κολοκοτρώνης παρά γνώμην της κυβερνήσεως, αντεποιείτο δε ο Πετρόμπεης; αλλ' ουδέν ήττον, διηγούμενος τα της εν Τροιζήνι αρχιστρατηγίας όλης της Ελλάδος, επαινώ και τον Καραϊσκάκην και τον Κολοκοτρώνην λέγων, ότι α υ θ ο ρ μ ή τ ω ς επρότειναν τον Τσώρτσην αρχιστράτηγον.

«Το δε του Μιαούλη, παρεισαγόμενον παρά του αντιστράτηγου κυρίου Μεταξά ως όμοιον, πολύ διαφέρει, διότι ο μεν Κολοκοτρώνης και ο Καραϊσκάκης διετήρησαν, ως είρηται, τας αρχηγίας των και μετά την αρχιστρατηγίαν του Τσώρτση, ο δε Μιαούλης, ο πρώτος ναύαρχος όλης της Ελλάδος, διέμεινε, μετά την στολαρχίαν του Κοχράνου, εντός της φρεγάτας, εν ή εναυάρχει, ως απλούς πλοίαρχος.

«Και ταύτα ως προς το πραγματικόν μέρος της επικρίσεως, το μόνον άξιόν τίνος λόγου, εις επανόρθωσιν των απ' αρχής μέχρι τέλους αυτής εσφαλμένων.