The Project Gutenberg eBook of Προμηθεύς Δεσμώτης
Title: Προμηθεύς Δεσμώτης
Author: Aeschylus
Translator: I. Zervos
Release date: March 24, 2012 [eBook #39251]
Language: Greek
Credits: Produced by Sophia Canoni
Note: The tonic system has been changed from polytonic to
monotonic. The spelling of the book has not been changed
otherwise.
Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε
μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου.
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ
ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
ΑΙΣΧΥΛΟΥ
ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ ΔΕΣΜΩΤΗΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ
ΙΩΑΝΝΟΥ ΖΕΡΒΟΥ
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΦΕΞΗ
1912
ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΝ Ν. ΧΙΩΤΗ - ΑΘΗΝΑΙ, ΟΔΟΣ ΓΛΑΔΣΤΩΝΟΣ 4
ΥΠΟΘΕΣΙΣ
Από την θαυμαστήν τριλογίαν του Αισχύλου «Προμηθεύς» μας σώζεται
μόνον το δεύτερον μέρος, ήτοι ο «Προμηθεύς δεσμώτης». - Πρώτον μέρος
ήτο ο «Πυρφόρος Προμηθεύς» και τρίτον ο «Προμηθεύς λυόμενος».
Φαίνεται δε η τριλογία αυτή να είναι από τα τελευταία έργα του μεγίστου τραγικού, διότι εις το σωζόμενον δεύτερον μέρος της υποφαίνεται η εισαγωγή τρίτου υποκριτού, ήτοι ο θεμελιώδης νεωτερισμός, τον οποίον έφερεν εις το θέατρον ο Αισχύλος.
Ο Προμηθεύς δεν έχει θέμα από την ιστορικήν παράδοσιν, αλλ' από την θρησκευτικήν των Ελλήνων μυθολογίαν, παρουσιάζεται δε ο ήρως του έργου μάλλον ως αιώνιον σύμβολον παρά ως εκπροσώπησις ενός πάθους ή καιρικών συνθηκών - όμοιος με τον Προμηθέα της Ησιοδείου Κοσμογονίας, ήτοι βοηθός της ανθρωπίνης σκέψεως και ενεργείας, ανώτερος δε μάλιστα εις τον Αισχύλον παρ' ό,τι ευρίσκεται εις τον Ησίοδον, διότι δυνατώτερα παρουσιάζεται η αιωνία πάλη μεταξύ της φύσεως και του ανθρώπου και τραγικώτατα φαίνεται η κακή μοίρα κάθε υπερτέρας και φιλανθρώπου διανοίας.
Ο Προμηθεύς, ένας από τους Τιτάνας, ισχυρός και μετά την καταστροφήν των άλλων Τιτάνων και την επικράτησιν του Διός, διότι υπήρξε φίλος αυτού και βοηθός εις τον αγώνα, παρουσιάζεται μεγάλος φίλος των ανθρώπων. Τους διδάσκει τας τέχνας και τρόπους διά να καλυτερεύσουν την αθλίαν ζωήν των, αποκρύπτει απ' αυτούς την φροντίδα και την πρόγνωσιν του θανάτου, διά να ζουν ευδαιμονέστεροι και τέλος, υπερβαίνων το μέτρον των αγαθών, τα οποία οι θεοί έταξαν διά τους ανθρώπους, τους χαρίζει το πυρ, κλέψας αυτό από την κάμινον του Ηφαίστου. Διά την πράξιν του όμως αυτήν οι θεοί οργίζονται εναντίον του και ο Ζευς αποφασίζει την καταδίκην του.
Έως εδώ ετελείωνε το πρώτον της τριλογίας δράμα, ο «Πυρφόρος Προμηθεύς».
Κατάδικος ο Προμηθεύς, μισητός από τους θεούς, απάγεται εις τον Καύκασον υπό των εκτελεστών της θεϊκής αποφάσεως, το Κράτος, την Βίαν και τον Ήφαιστον, τον μόνον που συμπονεί διά τα δεινά του. Και απ' εδώ αρχίζει το δεύτερον δράμα, ο «Προμηθεύς δεσμώτης». - Εκεί, επάνω εις απόκρημνον βράχον, ο Ήφαιστος με θλίψιν του καρφώνει ορθόν τον φιλάνθρωπον Τιτάνα, δένοντάς τον με δεσμά ακατάλυτα, δια να έρχεται ο αετός του Διός να του κατατρώγη καθημέραν το ήπαρ. Και εκεί, ενώ θρηνεί ο Προμηθεύς και διαμαρτύρεται, έρχονται αι Ωκεανίδες νύμφαι να τον παρηγορήσουν, ο πατήρ Ωκεανός να τον συμβουλεύση, πρόθυμος να τον βοηθήση, και ο Ερμής διά να τον χλευάση και να τον απειλήση, ώστε να κάμψη την αγερωχίαν αυτού. Αλλά ο Προμηθεύς αταπείνωτος, προλέγει δια το μέλλον τον εκθρονισμόν του Διός και κρατεί κρυφόν το περί τούτο μάντευμα, που το είχεν ακούσει από την Θέμιδα, την μητέρα του. Προτιμά να κατακεραυνωθή και να ριφθή εις τα Τάρταρα, παρά να φανερώση την πρόρρησιν πριν τον ελευθερώση ο Ζευς. Και το μοιραίον τέλος της αγερωχίας προς τους θεούς επέρχεται· η κατακεραύνωσις του Προμηθέως, δια να υποστή κατόπιν αυτός άλλας μεγαλυτέρας βασάνους, είναι το τέλος του δευτέρου μέρους της τριλογίας.
Η απολύτρωσις του Προμηθέως από τον Ηρακλή κατά συγκατάβασιν του Διός και πιθανότατα η κατόπιν της θεϊκής επιεικείας υποταγή του Τιτάνος εις τον Δία, τον εκπρόσωπον της Θείας Βουλής, απετέλουν το τρίτον δράμα, ήτοι την ομαλήν και κατά το ανθρώπινον αίσθημα λύσιν της όλης τριλογίας, σύμφωνα με τους κανόνας της αρχαίας τραγωδίας.
Αυτή περιληπτικώς είναι η υπόθεσις του Προμηθέως, που βέβαια ήτο
εις την αρχαιότητα και μένει έως σήμερον το πλέον γενικόν, το πλέον
συμβολικόν και το πλέον μεγαλήγορον δράμα όλων όσα ποτέ εγράφησαν.
$$I. Ζ.
Τα πρόσωπα της τραγωδίας
ΚΡΑΤΟΣ και ΒΙΑ (προσωποποίησις)
ΗΦΑΙΣΤΟΣ
ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ
ΧΟΡΟΣ ΩΚΕΑΝΙΔΩΝ (ΝΥΜΦΩΝ)
ΩΚΕΑΝΟΣ
ΙΩ η ΙΝΑΧΟΥ
ΕΡΜΗΣ
ΑΙΣΧΥΛΟΥ
ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ ΔΕΣΜΩΤΗΣ
ΚΡΑΤΟΣ
Σε απόμακρο πλέον εφθάσαμε της γης τόπο,
σε Σκυθικήν απάτητη κ' έρημη χώρα.
Και τώρα εσύ Ήφαιστε να γνοιασθής πρέπει
της προσταγές όσες εσέ ο πατέρας έχει δώση,
τον κακούργο αυτόν εδώ επάνω σε βράχους
ψηλόκρημνους μ' άσπαστες να τον καρφώσης
αλυσίδες διαμαντοδεμένες. Γιατί τον δικό σου
τον ανθό, της μυριότεχνης φωτιάς σου
τη λάμψι κλέβοντας, αυτός εδώρησέ την
στους θνητούς· ώστε γι' αυτό του εδώ το κρίμα
στους θεούς χρέος είναι αντίποινα να δώση
για να μάθη του Διός την εξουσία να στρέγη
και τη φιλάνθρωπη γνώμη του να παραιτήση.
ΗΦΑΙΣΤΟΣ
Κράτος και Βία, για σας του Διός φθάνει
η προσταγή και τίποτα δεν σας μποδίζει.
Όμως εμένα δεν μου βαστά η καρδιά μου·
με το ζόρι θεό συγγενικό μας να τον δέσω
σε βράχο κακοφούρτουνο. Αλλ' ανάγκη
είτ' έτσι είτ' αλλοιώς εγώ παίρνοντας θάρρος
σε τούτα να καταπιαστώ. Γιατ' είναι
βαρύ τον λόγο ν' αψηφάμε του πατέρα.
Της ορθόγνωμης Θέτιδος γυιέ υψηλογνώστη,
άθελά μου άθελον εσέ πρέπει να καρφώσω
με αλυσίδες ασύντριφτες πάνω σε τούτο
το έρημο απ' ανθρώπους πετροβούνι,
όπου ποτέ σου ουδέ φωνή ουδ' όψι ανθρώπου
θα ιδής και τ' άνθος της μορφής θ' αλλάξης
απ' του ήλιου τη λαμπρή φλόγα κτυπημένος,
έτσι που ευχάριστη θα σου είναι η νύχτα,
η πλουμιδόστολη, το φως να σου αποκρύβη.
Κι' ο ήλιος το δροσόπαγο θα σκορπάη πάλι.
Κ' έτσι πάντα θα γίνεται. Κ' εσένα ο πόνος
του κακού ολοένα θα σε τρώη, γιατί ακόμη
δεν έχει γεννηθή ο άξιος να στο ελαφρώση.
Τέτοια σ' ευρήκαν για την αγάπη των ανθρώπων.
Γιατί θεός εσύ, για των θεών μη έχοντας φόβο
την όργιτα, παράδωκες εις τους ανθρώπους
περσότερες τιμές απ' ό,τι ωρίσθη.
Γι' αυτό και τον άχαρο θα φυλάς βράχο τούτο
ορθόστητος και αγονάτιστος και δίχως ύπνο·
κι' ανώφελα πολλούς θρήνους και γόους θα φωνάζης.
Γιατί του Δία ο νους δύσκολα αλλάζει γνώμη,
κι' ο νειόφερτος στην εξουσία πάντα σκληρός είναι.
ΚΡΑΤΟΣ
Έτσι ας είναι. Τι χρονίζεις όμως και του κάκου
θλίβεσαι γι' αυτόν; Και τι δεν καταριέσαι
τον μισητότατον απ' τους θεούς θεόν ετούτον,
που το αγαθό σου δόλια επρόδωκεν εις τους ανθρώπους;
ΗΦΑΙΣΤΟΣ
Στη συγγένεια βαρυταίριαχτ' είναι η δικαιοσύνη.
ΚΡΑΤΟΣ
Σύμφωνος είμαι. Αλλά το λόγο του πατέρα
πώς είναι δυνατό να παρακούσης;
Τούτο περσότερο δεν το φοβάσαι;
ΗΦΑΙΣΤΟΣ
Πάντα εσύ άσπλαχνος κι' άγριος είσαι.
ΚΡΑΤΟΣ
Σε τίποτε δεν ωφελεί θρήνος για τούτον.
Και για τ' ανώφελα μάταιος είν' ο κόπος.
ΗΦΑΙΣΤΟΣ
Ω εσύ πολυμίσητη των χεριών μου τέχνη.
ΚΡΑΤΟΣ
Τι οκνεύεις; Των τωρινών ετούτων πόνων
αιτία δεν είν' η τέχνη σου, να στο πω έτσι.
ΗΦΑΙΣΤΟΣ
Όμως αυτή ενός άλλου ας είχε λάχει κλήρος.
ΚΡΑΤΟΣ
Όλα μελλάμενα μας είναι, εξόν μονάχα
τους θεούς να ορίζουμε, κι' άλλος κανένας
ελεύθερος δεν είναι εκτός ο Δίας.
ΗΦΑΙΣΤΟΣ
Γνωρίζω το και δεν μπορώ ν' αντιλογήσω.
ΚΡΑΤΟΣ
Δεν καταπιάνεσαι λοιπόν αυτόν να δέσης
εις τα δεσμά, μη σε νοιώση να οκνεύης ο πατέρας;
ΗΦΑΙΣΤΟΣ
Νά, μπροστά σου ιδές της χειροπέδες.
ΚΡΑΤΟΣ
Στα χέρια του βάνοντάς τες δυνατά και στέρεα
κτύπα με το σφυρί και κάρφωσ' τα στο βράχο.
ΗΦΑΙΣΤΟΣ
Τελειώνει όπου και νάν' και δεν αργεί το έργο τούτο.
ΚΡΑΤΟΣ
Πιότερο χτύπα, σφίγγε και χαλαρωμένα
τα δεσμά πούπετα μην αφήνης. Γιατί άξιος είναι
και στα πλέον αμήχανα γλυτωμό ναύρη.
ΗΦΑΙΣΤΟΣ
Ατράνταχτα είναι αυτός ο ώμος δεμένος.
ΚΡΑΤΟΣ
Και τον άλλο κάρφωσ' τον τώρ' ασφαλισμένα,
να μάθη ο δόλιος πως είν' αδεξιώτερος του Δία.
ΗΦΑΙΣΤΟΣ
Εξόν αυτός άλλος δεν δύναται κανένας
δίκηο παράπονο να έχη μαζί μου.
ΚΡΑΤΟΣ
Τώρα με σφήνας αδαμάντινης μυτερό δόντι
κάρφωσ' του δυνατά τα στήθη πέρα ως πέρα.
ΗΦΑΙΣΤΟΣ
Αχ, για τους πόνους σου, Προμηθέα, στενάζω.
ΚΡΑΤΟΣ
Και πάλι οκνεύεις συ και για του Δία
τους εχθρούς στενάζεις; Κύτταξε μη λάχη
να λυπηθής τον εαυτό σου καμμιά μέρα.
ΗΦΑΙΣΤΟΣ
Δεν βλέπεις θέαμα κακοθώρητο στα μάτια;
ΚΡΑΤΟΣ
Βλέπω να λαμβάνη αυτός όσα του αξίζουν.
Όμως τα δεσμά βάλε του στα πλευρά γύρω.
ΗΦΑΙΣΤΟΣ
Κι' αυτό να πράξω θέλω. Μη πολυπροστάζης.
ΚΡΑΤΟΣ
Να μην προστάζω; Και με κραυγές ακόμα
θα σου φωνάξω εγώ. Προχώρα κάτω
και στα δεσμά τα σκέλη δέσμεψέ του.
ΗΦΑΙΣΤΟΣ
Και τούτο εγίνηκε με λίγο κόπο.
ΚΡΑΤΟΣ
Των ποδιών τώρα τα σίδερα δυνατά χτύπα,
γιατ' άγριος είναι τός που επρόσταξε το έργο.
ΗΦΑΙΣΤΟΣ
Άγρια όμοια είν' η γλώσσα σου με τη μορφή σου.
ΚΡΑΤΟΣ
Ας είσαι μαλακός εσύ, και τη δική μου
την αγριότη και την όργιτά μου
την τραχειά μη μου χτυπάς εμένα.
ΗΦΑΙΣΤΟΣ
Πάμε· έχει πια δίχτυ γύρω στο κορμί του.
ΚΡΑΤΟΣ
Εδώ τώρ' αυθαδίαζε και τα καλά
των θεών κλέβοντας στους θεούς δίνε.
Σε τι τάχα οι θνητοί μπορούν να σ' ελαφρώσουν;
Οι Θεοί ψεύτικα Προμηθέα εσέ ονομάζουν·
χρειάζετ' εσέ του ίδιου κάποιος Προμηθέας
να μηχανευθή απ' αυτά τα δεσμά να σε λυτρώση.
ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ
Ω αιθέρα θείε κι' ω εσείς πνοές
γοργόφτερες κι' ω ποταμιών πηγές
κι' ω αναρίθμητο γέλιο των κυμάτων
του πόντου κι' ω των όλων μητέρα γη·
και τον στέφανο του ήλιου π' όλα θωρεί
κι' αυτόν καλώ διάδικο· ιδέστε όσα εγώ
δεινά, θεός όντας, από θεούς τραβώ·
ιδέστε από τι μαρτύρια σπαραγμένος
τον άμετρο χρόνο θα διαβαίνω.
Τέτοια ο νέος ηγεμόνας των θεών
άπρεπα εσκέφθη δεσμά για μένα.
Γι' αυτό και για το μελλάμενο κακό, ωιμένα,
στενάζω, πότε τάχα θάρθη μια μέρα
να δώση τέλος σ' αυτά τα βάσανά μου.
Όμως τι λέγω σου· όλα όσα μέλλονται γνωρίζω
ένα προς ένα κι αναπάντεχο κακό κανένα
δεν θα με πλήξη. Τα που η μοίρα έχει τάξει
πρέπει να δέχεται ατάραχα όποιος ξέρει
πως της ανάγκης η εξουσία ανίκητ' είναι.
Αλλ' ούτε να σιωπήσω κι' ούτε να μη σιωπήσω
τα δεινά μου αυτά δύναμαι, που για να δώσω
δώρα στους θνητούς ο άτυχος αυτά έχω πάθει.
Σαν κυνηγός μες σε κούφιο ξύλο επήρα
πηγή κλεμμένη της φωτιάς, αυτής που είναι κάθε τέχνης
διδάσκαλος στους θνητούς και ζωής τρόπος.
Τέτοιο της αμαρτίας μου αυτής πληρώνω
αντίποινο, σε τόπο ουρανοσκέπαστο δεμένος
μ' αλυσίδες. Όμως ποιος ήχος, τι οσμή έχει φθάσει
ως εδώ, αφανέρωτη πετώντας· τι να είναι
από θεούς ή από θνητούς ή μαζί κι' απ' τους δυο;
Τάχα κανείς στης γης την άκρη, σ' αυτόν το βράχο
ήρθε να ιδή τα βάσανά μου; ή τίποτε άλλο
ζητώντας ήρθε; Ιδέστε με θεό αλυσοδεμένο
τον άμοιρο που τόσο τον εχθρεύθη
ο Δίας κ' οι θεοί τον μίσησαν όλοι,
αυτοί που συχνά βρίσκονται στα δώματα του Δία,
για τη μεγάλη αγάπη που είχα στους ανθρώπους.
Αλλοί! τι φτερούγισμα πουλιών ακούω πάλι
κοντά μου; κι' ο αιθέρας γλυκά βουίζει
από ελαφρό φτερών αχό· μέσ' στην ψυχή μου
φόβο βάνει καθετί που εδώ ζυγώνει.
ΧΟΡΟΣ
Στροφή α'.
Μη φοβάσαι· φιλικό σου είναι
το πλήθος μας που με άμιλλα φτερών ανέβη
ως τον βράχο αυτό, μόλις έμαθε τη γνώμη
του πατέρα· και γοργόπνοες οι αύρες
μ' εξεπροβόδησαν, γιατί ο αχός του χτύπου
του σιδήρου ως τα έγκατα έφθασε των άντρων
των δικών μου κ' έδιωξε τη δειλή εντροπή μου
που μ' εσυγκρατούσε· κι' αδέσμευτα έτσι
στο φτερωτό μου άρμα χύμιξα για νάρθω.
ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ
Αλλοίμονό μου! κι' αλλοί!
ω βλαστοί εσείς της πολύτεκνης Τηθύος
και κόρες εκείνου που γυροφέρνει όλη
τη γη μ' ένα ανύπνωτο ρέμμα,
κόρες του Ωκεανού πατέρα,
αγναντεύτε με κ' ιδέστε με εδώ πέρα
με τι δεσμά καρφωμένος στου βράχου
τα πιο ακρινά γκρεμά εγώ μένω
φρουρός σε αζήλευτη φρουρά να στέκω.
ΧΟΡΟΣ
Αντιστροφή α'.
Το βλέπω εγώ και καταχνιά στα μάτια
μεστή φόβου, πολυδάκρυτη, ω Προμηθέα,
μου ήρθε, όταν είδα στους βράχους τούτους
το κορμί σου να καρφώνεται σφιγμένο
στα δεσμά τ' αδαμάντινα, γιατί νέοι ηγεμόνες
την εξουσία του Ολύμπου έχουν και με νέους
νόμους ο Δίας παράνομα τώρα
εξουσιάζει, κι' ό,τι σεβαστό και μεγάλο
πριν ήτον, σε αφάνειαν άδοξη το ρίχνει.
ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ
Ω είθε στα έγκατα να μ' είχε πετάξει
της γης και στου Άδη του νεκροδέχτη
τον απέραντο Τάρταρο, με σκληρές αλυσίδες
δεμένον, π' ουδέ θεός ουδ' άλλος κανένας
να χαίρεται γι' αυτά εδώ τα δεινά μου!
Των ανέμων τώρα παιγνίδι έχω γίνει
και των εχθρών μου ο άμοιρος γίνηκα το περιγέλιο.
ΧΟΡΟΣ
Στροφή β'.
Ποιος απ' τους θεούς σκληρός είναι τόσο
που να χαίρεται στη συμφορά σου; Ποιος άλλος,
εξόν ο Δίας, δεν θλίβεται για τα δεινά σου;
Ακούραστα εκείνος θυμωμένος, με γνώμη
αλύγιστη, βασανίζει τ' ουρανού ένα τέκνο
κι' ουδέ θα πάψη πριν η καρδιά του
χορτάση ή πριν με κάποια τόλμη
την αδικόπαρτη εξουσία κανείς του πάρη.
ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ
Θα χρειασθή, των θεών ο βασιληάς εμένα,
κι' ας είν' τα μέλη μου απ' τα σκληρά δεσμά βασανισμένα,
θα χρειασθή τη νέαν απόφασι να δείξω,
την που τιμές και σκήπτρο θα του αρπάξη.
Όμως με λόγια γλυκά και πειστικά αυτός τότε
δεν θα μπορέση να με σαγηνεύση,
ουδ' άγριες ποτέ θα φοβηθώ φοβέρες,
ώστε την νέαν αυτή απόφασι να καταδώσω,
πριχού απ' τα σκληρά δεσμά μου αυτά με λύση
και πριχού του μαρτυρίου μου θελήση
να πληρώση τ' αντίποινα ο ίδιος.
ΧΟΡΟΣ
Αντιστροφή β'
Τολμηρός είσαι και απ' τα πικρά σου πάθη
διόλου δεν λυγίζεις νικημένος,
μόνο τολμηρά το στόμα ανοίγεις.
Μα εμένα την ψυχή μου φόβος
για σε κατέχει, πώς θα δυνηθής
λιμένα λυτρωμού να βρης
και πώς τέρμα θα ιδής των πόνων τούτων,
που αλύγιστ' είναι η γνώμη
του γυιού του Κρόνου κ' έχει
καρδιάν αμάλαχτη.
ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ
Ότι σκληρός ο Δίας είναι κι' ότι τον εαυτό του
έχει για νόμο το γνωρίζω, μα θα γίνη
μαλακός μια μέρα, όταν το χτύπημα θα λάβη
αυτό. Και τότε ταπεινώνοντας το σκληρό πείσμα
θα κλίνη τρέχοντας σ' αγάπη και φιλία
την προθυμία μου πληρώνοντας με προθυμία.
ΧΟΡΟΣ
Με λόγο ξάστερο να μου εξηγήσης όλα^
για ποιαν αιτία σ' έπιασε ο Δίας
κ' έτσι άπρεπα κι' άγρια σε βασανίζει·
'πές μας το, αν ο λόγος βλαβερός δεν σου είναι.
ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ
Πόνος για με να τα ιστορήσω και το ίδιο
πόνος να σιωπήσω· κ' έτσι κι' αλλέως είναι
δυστυχία. Αμέσως όταν οι θεοί την έχθρα
άρχισαν ανάμεσό τους κι' ανεφάνη μεταξύ τους
ο χωρισμός κι' άλλοι ήθελαν να πέση από το θρόνο
ο Κρόνος και νάναι βασιληάς ο Δίας
κι' άλλοι το ενάντιο, εξουσία αυτός ποτέ του
να μη λάβη, δεν δυνήθηκα εγώ τότε
να καταφέρω στη σωστή μου γνώμη τους Τιτάνες,
της Γης και τ' Ουρανού τα τέκνα, γιατί κάθε τρόπον
ήμερο αυτοί καταφρονώντας, ελογάριαζαν με βία
την εξουσία να λάβουν· όμως συχνά η μητέρα Θέμις
και Γαία, που μια με πολλά ονόματα είναι,
τα γραμμένα μου προμάντεψε, πως όχι
με βίαν αλλά με δόλ' ο νικητής θα λάβη
την εξουσία. Μα όσο κι' αν αυτά τους εξηγούσα,
δεν έστεργαν καθόλου να προσέξουν.
Και τότε απ' όλα πιο καλό ελόγιασα να πάρω
τη μητέρα και μαζί της να σταθώ στο πλάι
του Δία πρόθυμα. Κι' ομόγνωμα δικό του
και δικό μου βούλημα ήταν, να σκεπάση
του Ταρτάρου η σκοτεινή σπηλιά τον Κρόνο
τον πανάρχαιο μαζί μ' όλους τους δικούς του.
Κ' ενώ τέτοια καλά είχε από μένα ο ηγεμόνας
των θεών, πώς μ' ανταμείβει τώρα εσείς ιδέστε!
γιατί έτσι των βασιληάδων φυσικό είναι πάθος
στους φίλους τους δικούς των να μην έχουν πίστι.
Και τώρα το που με ρωτάτε, ποία είναι τάχα
η κατηγόρια που γι' αυτή με τιμωρεί, θα σας ξηγήσω.
Μόλις στον πατρικό του θρόνο ανέβη, αμέσως
δώρα στους θεούς έδωκε, άλλα στον καθένα,
κ' εμοίραζε σ' αυτούς το κράτος του κι' ουδένα
πόνον είχε για τους άμοιρους ανθρώπους, μόνο
εβουλήθη ολάκαιρο το γένος των να εξαφανίση
κι άλλο καινούργιο να φυτέψη. Και κανένας
σ' αυτά δεν αντεστάθη, εξόν εγώ, που μόνος
τόλμησα να λυτρώσω, τους θνητούς, μην όλοι
χαθούν και καταβούν στον Άδη· και για τούτο
τα βάσαν' αυτά μ' επλάκωσαν, που πόνο
γεμάτα είναι για με και δίνουν θλίψι εις τους άλλους.
Τους θνητούς γιατί ευσπλαχνίσθηκα δεν ηύρα
εγώ ευσπλαχνία, μόνον άσπλαχνα όπως βλέπεις
με κατάντησαν έτσι οι προσταγές του Δία.
ΧΟΡΟΣ
Καρδιά θάχη από σίδερο
και θάχη πλασθή από πέτρα
όποιος δεν κλαίει τη δική σου
συμφορά, ω Προμηθέα.
Τέτοια δεινά τα μάτια μου
δεν απάντεχαν να ιδούν και τώρα
θωρώντας τα πόνεσεν η καρδιά μου.
ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ
Κ' οι εχθροί μου θωρώντας με αισθάνονται λύπη.
ΧΟΡΟΣ
Μην έκαμες πιότερα κι' απ' όσα μου είπες;
ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ
Έκαμα έγνοιαν οι θνητοί να μη έχουν του θανάτου.
ΧΟΡΟΣ
Του κακού αυτού ποιο φάρμακο γι' αυτούς ευρήκες;
ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ
Μες στης ψυχές τους τυφλές έχω βάλει ελπίδες.
ΧΟΡΟΣ
Μεγάλο καλό εχάρισες σε αυτούς με τούτο.
ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ
Και τη φωτιά εγώ έδωκα σ' αυτούς ακόμα.
ΧΟΡΟΣ
Και το φλογόμορφο σπέρμα οι πρόσκαιροι κατέχουν τώρα;
ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ
Και πλήθος τέχνες απ' αυτό θα μάθουν.
ΧΟΡΟΣ
Αυτή λοιπόν την κατηγόρια δίνοντας σου ο Δίας
με το ανύποπτο αυτό σε τιμωρεί μαρτύριο;
Και τα βάσανά σου τελειωμό δεν έχουν;
ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ
Άλλον όχι παρά αν εκείνος το θελήση.
ΧΟΡΟΣ
Εκείνος να θελήση; Και πώς; Γιατί το ελπίζεις;
Δεν το νοιώθεις και συ πως έσφαλες, αν και για μένα
να λέω αυτό χαρά δεν είναι και για σε είναι πόνος.
Αλλ' ας τ' αφήσωμ' αυτά και συ κάποιο τρόπο
ζήτησε αυτά τα δεσμά να σου λύση.
ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ
Δεν είναι δύσκολο όποιος στης δυστυχίες δεν είναι
με γλυκά να συμβουλεύη λόγια εκείνον
που υποφέρει. Όσα πριχού είπες όλα
εγώ τα γνώριζα, και θεληματικώς μου
έκαμα το σφάλμα, δεν τ' αρνούμαι, και γι' αγάπη
των θνητών ηύρα ο ίδιος πόνους· όμως με τέτοιες
τιμωρίες δεν απάντεχα να ξεραθώ σε τούτους
τους ψηλούς γκρεμούς, στον έρμο αυτό και άξενο βράχο
καταδικασμένος. Και σεις τα σκληρά μου μαρτύρια
μη μου κλαίτε, αλλά πάλι στη γη πατώντας ακούστε
τα δεινά που μ' ηύραν να τα μάθετε ως το τέλος όλα.
Νοιώστε, συμπονέστε το σκληρό μου μαρτύριο,
τι όμοια η συμφορά συχνοκαθίζει πλάγι
στον ένα ή στον άλλο, τριγυρνώντας ολούθε.
ΧΟΡΟΣ
Όχι αθέλητα μας η φωνή σου
μας έσυρεν εδώ, ω Προμηθέα·
και νά που αλαφροπόδες
τον πολυαγάπητό μας θρόνο
και τον αιθέρα παραιτώντας,
που των πουλιών η πάναγνη είναι
στράτα, θα ζυγώσω
στους άγριους βράχους τούτους
και των βασάνων σου όλη
την ιστορία ποθώ ν' ακούσω.
ΩΚΕΑΝΟΣ
Από δρόμο μακρυνό εμπρός σου φθάνω, Προμηθέα,
το γοργόφτερο αυτό πτηνό οδηγώντας
με τη θέλησί μου μόνον, δίχως χαλινάρι,
και στη συμφορά σου μάθε άπονος δεν είμαι.
Σ' αυτό λογιάζω να με σπρώχνη και το δίκηο,
κι' όξω απ' τη γενειά μου άλλος δεν είναι
που τόση θα του είχα αγάπη όσην εσένα.
Θα ιδής πως λέω αλήθεια κι' ανωφέλευτος δεν είναι
ο γλυκός μου λόγος· σε τι χρειάζεται, πες μου
να σε βοηθήσω· τι απ' τον Ωκεανό πιο πιστό φίλο
δεν θα μπορέσης να πης ότι έχεις.
ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ
Τι μου είναι τούτο; Και συ τα βάσανά μου
ήρθες να ιδής, και πώς τ' ομώνυμό σου ρέμμα
και της θεόκτιστες και βραχόσκεπες σπηλιές σου
παραιτώντας, βάσταξε η καρδιά σου νάρθης
στη γην αυτή που του σιδήρου είν' η μητέρα;
Τα δεινά μου ήρθες να ιδής τάχα και στη δυστυχία μου
μαζί μου να πονέσης. Ιδέ κατάντια!
εμέ το φίλο του Δία, που σύμμαχός του
την εξουσία του εστερέωσα, ιδέ αυτός ο ίδιος
με ποια μαρτύρια τώρα με συντρίβει.
ΩΚΕΑΝΟΣ
Το βλέπω, Προμηθέα, κι' όσο πολύτεχνος κι' αν είσαι
θωρώ πως πρέπει εγώ το πιο καλό να σ' ορμηνέψω:
Τον ίδιο εαυτό σου να γνωρίσης κ' ήθη νέα
να λάβης όπως και νέος τ' ουρανού την εξουσία
επήρε. Γιατί, αν έτσι πειρακτικά και τραχιά λόγια
θα ξαπολάς, ίσως τ' ακούση αυτά ο Δίας.
και ψηλότερα ακόμη αν είναι απ' όπου στέκει,
και τότε το μαρτύριο που έχεις τώρα
παιγνίδι θα σου φαίνεται πως ήταν.
Μόνο για τα τωρινά δεινά, δυστυχισμένε,
μη μιλάς και λυτρωμό του κακού ζήτησε ναύρης.
Ίσως παλαιικά σου φαίνονται όσα λέγω,
αλλ' όμως τέτοια η ανταμοιβή είναι πάντα
της γλώσσας που μεγάλα λέει, ω Προμηθέα.
Περήφανος πάντα συ μπρος στα δεινά δεν σκύβεις
και πας γυρεύοντα άλλα να προσθέσης σε όσα
έχεις τώρα· μα τη συμβουλή μου ακολουθώντας,
το πόδι σου σε αγκάθια μην απλώνης.
μια που βλέπεις άγριος ηγεμόνας να ορίζη
κι' ανεξέλεγκτος. Τώρα εγώ πάω, κι' αν μου είναι
δυνατό θα δοκιμάσω απ' το μαρτύριο τούτο
να σε γλυτώσω· αλλά ήσυχος μένε και τη γλώσσα κράτα.
Εσύ που νου περίσσιον έχεις, δεν γνωρίζεις
πως γλώσσα ελεύθερη ατιμώρητη δεν μένει;
ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ
Σε ζηλεύω που κ' εις εσέ δεν ηύραν κατηγόρια
πως τη συμφορά μου τολμάς να συμπονέσης.
Όμως τώρα έγνοια μη λάβης· γιατί ο Δίας να στέρξη
μην ελπίζης· εύκολα δεν συγχωράει εκείνος· μόνο
ιδές μη συ ο ίδιος δώθε γυρνώντας πάθης.
ΩΚΕΑΝΟΣ
Καλύτερα τους άλλους ξέρεις να διδάξης
παρά τον εαυτό σου· όπως τα έργα μου το δείχνουν
κι' όχι τα λόγια· αλλά την προθυμία τη δική μου
μην εμποδίζης· το πίστευω εγώ πως θα μου δώση ο Δίας
χάρι, απ' τα δεινά να σε λυτρώσω ετούτα.
ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ
Πάντα γι' αυτά θα σ' επαινώ κι' ουδέ θα πάψω
τον έπαινο, που τόσο δείχνεις μου καλή γνώμη·
αλλ' όμως τίποτε μην κάμης· γιατί θάναι
άσκοπο κι' ανωφέλευτο για μένα το ό,τι κάμεις.
Μόνο ήσυχος και παράμερα εσύ μένε,
γιατί εγώ δυστυχισμένος αν και είμαι, αλλ' όμως
δεν θα ήθελα γι' αυτό σε άλλους πολλούς να λάχουν
δυστυχίες· όχι, διόλου δεν θα ήθελα γιατί κ' η τύχη
του αδελφού μου του Άτλαντα με θλίβει, που ορθός στέκει
στα εσπερία μέρη και της γης και τ' ουρανού της στήλες
στους ώμους του κρατάει βάρος, που δεν μπορεί να τ' αγκαλιάση.
Και της Γης το τέκνο, τον κάτοικο των Κιλικίων άντρων,
σαν είδα εγώ, πόνεσε η ψυχή μου, εκατοκέφαλο αυτός τέρας
άγριο, πολεμικό, να πέφτη νικημένος,
ο φοβερός Τυφών, που αγνάντια σ' όλους τους θεούς αντάμα
'στάθη και φόνος σφύριζε απ' τα φριχτά του τα λαρύγγια,
και λάμψι γοργόφωτη άστραφτέ του από τα μάτια,
τότε που ήθελε την εξουσία του Δία να γκρεμίση.
Μα του Δία τον βρήκε το άγρυπνο το βέλος,
η θεόρριχτη αστραπή η φλογισμένη, που έρριξέ τον
μακρυά απ' της μεγαλόλογες φοβέρες του. Και χτυπημένος
στης καρδιάς το φράχτη, εγίνηκε όλος
στάχτη και η ορμή του εκόπηκε, ώστε τώρα
ανώφελο και παραπεταμένο το κορμί του
κοίτεται δίπλα στου πελάου το στενό, από κάτω
απ' της ρίζες της Αίτνας πλακωμένο,
και στης κορυφές της καθιστός σφυροκοπάει ολοένα
ο Ήφαιστος, ως που μιαν ημέρα να ξεσπάσουν 'κείθε
ποταμοί φωτιάς και μ' άγριες σαγόνες να ξεσχίσουν
τους πλατείς και καρπερούς της Σικελίας κάμπους.
Με τέτοια θα ξεσπάση όργιτα ο Τυφών γύρω σκορπώντας
βέλη θερμά μιας ζάλης πύρινης κι' αχόρταγης, αν κ' είναι
απ' του Δία τ' αστροπελέκι ασβολωμένος. Πολλά ξέρεις
κ' εμέ χρεία δεν έχεις να σε μάθω· τον εαυτό σου
φύλαγε όπως ξέρεις. Και την κακήν τύχη που μ' ηύρε
θα υπομείνω εγώ ως που η οργή του Δία να ξεθυμάνη.
ΩΚΕΑΝΟΣ
Όμως τούτο, Προμηθέα, δεν το γνωρίζεις,
πως του άρρωστου θυμού είναι γιατρός ο λόγος.
ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ
Αν πρόκειται όχι ολόμεστο θυμό να λιγοστέψης
την ώρα που την καρδιά ζητάς να μαλακώσης.
ΩΚΕΑΝΟΣ
Κι' αν προβλέποντας κανείς το μάταιον, όμως να ενεργήση
τολμά, τι κακό σε αυτό ξεκρίνεις, πες μου.
ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ
Μάταιο έναν κόπο κ' ελαφρόνοη κρίσι.
ΩΚΕΑΝΟΣ
Άφησέ με τέτοια νάχω αρρώστια· κέρδος είναι
μεγάλο νάχης εσύ νου κι' άλλος να μη νοιώθη.
ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ
Αλλά δικό μου το σφάλμα θα λογίσουν τούτο.
ΩΚΕΑΝΟΣ
Ξεκάθαρα τα λόγια σου άπρακτο με στέρνουν.
ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ
Για να μη κάμη ο θρήνος σου κι' εχθρούς σ' εσένα.
ΩΚΕΑΝΟΣ
Μήπως αυτόν που τη μεγάλη αρχή κατέχει τώρα;
ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ
Πρόσεχε μην αυτός κάποτε οργισθή με σένα.
ΩΚΕΑΝΟΣ
Ως προς αυτό τη δική σου συμφορά έχω οδηγήτρα.
ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ
Πήγαινε, φύγε και τη γνώμη που έχεις κράτα.
ΩΚΕΑΝΟΣ
Στο ξεκίνημα μ' ηύρε ο λόγος σου. Του αιθέρα το μέγα
πλάτος σχίζει το τετράσκελο πτηνό με τα πτερά του
και χαρά του θα είχε στον καλό του σταύλο να γονατίση
ΧΟΡΟΣ
Στροφή α'.
Για την κακή σου τύχη
κλαίω εγώ, ω Προμηθέα,
και δακρυστάλακτο ένα ρέμμα
απ' τα καλά μου μάτια βρέχει
με υγρές πηγές τα μάγουλά μου,
τι άσπλαχν' ο Δίας κυβερνώντας
με δικούς του νόμους, σκήπτρο
περήφανο στους θεούς δείχνει.
Αντιστροφή α'.
Και με στόνους φωνάζει όλ' η χώρα
τη μεγάλη σου κλαίγοντα δόξα,
εσένα και των δικών σου, την αρχαιόπρεπη.
Κι' όσοι της Ασίας την άγια χώρα
έχουν, στέρεα εκεί κατοικώντας,
όλοι συμπονούν τα πολυστέναχτα δεινά σου.
Στροφή β'.
Κι' όσες στης Κολχίδος τη χώρα
κατοικούν παρθένες, στη μάχη
ατρόμητες, κι' όλα τα πλήθη
των Σκυθών, που του κόσμου την άκρη
έχουν, κοντά στη Μαιώτιδα λίμνη,
Αντιστροφή β'.
κι' ο πολεμικός της Αραβίας ανθός
κι' όσοι στους ψηλόκρημνους βράχους
του Καυκάσου έχουν κάστρα,
που στρατός είν' μ' αγριόβροντες λόγχες.
Επωδός
Ένα μόνο θεό στο μαρτύριο,
Τιτάνα, με σφιχτές αλυσίδες δεμένον,
τον Άτλαντα, είδα εγώ πιο πρώτα,
που με δύναμι ασύγκρητη πάντα
βαστά τον ουράνιο θόλο στης πλάτες.
Χτυπώντας τον βουίζει του πελάου η ζάλη,
τα βύθη βογγάν κι' απ' της γης τα βάθη
βροντά κούφια ο τρισκόταδος Άδης
και των ποταμών των ωραίων το ρέμμα
με θλίψι συμπονέτρα στενάζει.
ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ
Μη παίρνετε γι' ανάπαυσι μηδέ για θράσος
τη σιωπή μου· μαύρη μια σκέψι σχίζει την καρδιά μου,
που βλέπω έτσι τον εαυτό μου ατιμασμένο. Αλλ' όμως
στους νέους αυτούς θεούς τα δώρα όσα έχουν
ποιος άλλος από εμέ σωστά τάχει ορίσει;
Μα τα σκοπώ αυτά· γιατί θα τάλεγα σε σας, όπου όλα
τα ξέρετε; και μόνον των θνητών τα πάθη ακούστε
πως αυτούς που άγνωροι πριν ήσαν, γνώσι
έκαμα νάχουν και μυαλό να βάλουν.
Να κατηγορήσω αυτούς με τούτο εγώ δεν θέλω,
αλλά μ' όσα έδωκα την καλοσύνη μου να δείξω,
τι πρώτα βλέποντας αυτοί του κάκου εβλέπαν
κι' ακούοντας δεν άκουαν, κι' όμοιοι με των ονείρων
τους ίσκιους, ανακάτευαν όπως ετύχαινε όλα
για πολύν καιρό, κι' ούτε πλιθοκτισμένα σπίτια
λιακωτά εγνώριζαν, ούτε την τέχνη
του ξύλου, μόνο σε σκαφτές σπηλιές αυτοί εζούσαν
σαν τα πολυκίνητα μυρμήγκια, μες στα ανήλια βάθη
των άντρων, και μήτε του χειμώνα βέβαιο είχαν σημάδι
μήτε της ανθοευωδιασμένης άνοιξης και μήτε
του καρπερού καλοκαιριού· κι' όλα ενεργούσαν
άγνωρα, ως που εγώ τους έδειξα των άστρων
της ανατολές και της δυσκολογνώριστες δύσες.
Και την έξοχη τέχνη του αριθμού τους ηύρα
και των γραμμάτων τη σύνθεσι κι' ακόμα
τη μνήμη, που όλων είναι εργατική μουσογεννήτρα.
Κ' εγώ πρώτος στο ζυγόν έζεψα τα κτήνη
στης ζεύγλες να δουλεύουν σκλάβα, κ' έτσι
διάδοχοι των θνητών στους τρανούς κόπους να γίνουν,
και κάτου απ' τ' άρματα έβαλα ημερωμένα
τ' άλογα, δόξα ακριβή του πλούτου. Κι' άλλος
παρά εγώ κανείς τα λινόφτερα δεν ηύρε,
τα θαλασσόδρομα των ναυτικών αμάξια.
Και τέτοιες ο άμοιρος για τους θνητούς έχοντας εύρει
τέχνες, δεν βρίσκω ατός μου τρόπο να γλυτώσω
απ' αυτή τη συμφορά οπού έχω τώρα.
ΧΟΡΟΣ
Σ' ευρήκε άπρεπο κακό και χάνοντας τα φρένα
πλανιέσαι· κι' όπως κακός γιατρός, σε αρρώστια
πεσόντας λιγοψυχάς· κι' ουδέ να βρης γνωρίζεις
με ποια φάρμακα τον εαυτό σου τώρα να γιατρέψης.
ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ
Αν και τ' άλλα ακούσης, πιότερο εσύ θα σαστίσης
τι τέχνες εσοφίσθηκα και δόλους.
Και το μεγαλύτερο είναι, που αν κάνεις έπεφτε σ' αρρώστια,
κανένα γιατρικό γι' αυτόν δεν ήταν
μήτε φαγώσιμο, μήτε πιώσιμο κανένα,
μηδ' αλειφτό, αλλ' απ' την έλλειψι φαρμάκου
αδυνάτιζαν, ως που μαλακά φάρμακα να σμίγουν
εγώ τους έδειξα, που πολεμούν όλες της αρρώστιες.
Και τρόπους μαντικής πολλούς αράδιασα και πρώτος
ξεχώρισα ποια απ' τα ονείρατα είναι οπτασίες
και κλήδονες δυσκολογνώριστους τους έδειξα, κι' ακόμα
να ξεδιαλύνουν τους έδειξα το συναπάντημα του δρόμου.
Και για των γυρτόνυχων πουλιών το πέταγμα είπα
ποια καλοσήμαδα και ποια ανάποδα είναι
και τι λογής τάγισμα καθένα απ' αυτά έχει
και ποιες είν' οι έχθρες κ' οι έρωτες κ' οι σύναξές τους.
Και το καθάρισμα των σπλάχνων και, τι χρώμα αν έχουν
και ποιες καλόμορφες η χολή κι' ο λοβός όψες,
στους θεούς αρέσουν και του κρέατος τα κομμάτια
κνισοσκεπασμένα πυρώνοντας και τη μακρυά ράχη
σε δυσκολομάθητη ωδήγησα τους θνητούς τέχνη·
και τα μάτια τους άνοιξα για τα σημάδια
των φλογών, που κατασκότεινα γι' αυτούς πριν ήσαν.
Αυτά έτσι έγιναν όμως και ποιος θα πη ότι βρήκε
πριχού από με ωφελήματα για τους ανθρώπους
απ' όσα μέσα στης γης τα βάθη είναι κρυμμένα,
το χαλκό, το σίδερο και το χρυσάφι και τ' ασήμι;
Κανείς δεν θα το ειπή - το καλοξέρω -
εξόν μάταια αν θέλη να φλυαρήση.
Κοντολογής όλα μ' ένα λόγο μάθε τα· όλες
οι τέχνες απ' τον Προμηθέα στους θνητούς δοθήκαν.
ΧΟΡΟΣ
Μην ωφελής τώρα τους θνητούς πιότερο παρ' όσο
πρέπει και μη αμελής τον εαυτό σου, πούναι
σε δυστυχία· γιατί εγώ μεγάλη έχω ελπίδα
πως τα δεσμά σου όταν λυθούν αυτά, θα γίνης
πάλι δυνατός όχι λιγώτερ' απ' τον Δία.
ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ
Μοίρα τελειωτική δεν είναι ακόμη πεπρωμένη
τέτοιο να δώση σ' αυτά τέλος· και μονάχα
μύρια βάσανα και συμφορές σαν με λυγίσουν,
απ' τα δεσμά μου τότε θα γλυτώσω· τι είναι η τέχνη
πολύ αδυνατώτερη από την ανάγκη.
ΧΟΡΟΣ
Ποιος της ανάγκης είναι κυβερνήτης;
ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ
Οι τρίμορφες Μοίρες κ' οι ενδυμήτρες Ερινύες.
ΧΟΡΟΣ
Ώστε απ' αυτές αδυνατώτερος κι' ο Δίας είναι;
ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ
Κι' αυτός δεν μπορεί το γραφτό του να ξεφύγη.
ΧΟΡΟΣ
Και τι είν' γραφτό του παρά πάντα να άρχη;
ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ
Αυτό δεν θα το μάθης και μη ερώτα.
ΧΟΡΟΣ
Κάτι φοβερό θάναι αυτό που κρύβεις.
ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ
Άλλα μελέτησέ μου, τι καιρός δεν είναι
να ξεστομίσω αυτό, και να το κρύψω
πρέπει όσο δύναμαι, γιατί φυλάγοντάς το μόνο
απ' τάπρεπα δεσμά και τα μαρτύρια θα γλυτώσω.
ΧΟΡΟΣ
Στροφή α'.
Ποτέ ο Δίας, που όλα κυβερνά, ας μη βάλη
τη δύναμί του αντίπαλο της δικής μου γνώμης·
και μ' ευλαβητική θυσία σφαχτών βωδιών
ας μη χρονίσω τους θεούς να ζυγώσω
κοντά στ' άσβεστο διάβα του πατέρα Ωκεανού.
Κι' ας μην αμαρταίνω με λόγια,
μόν' αυτή μου η γνώμη μέσα μου ας μένη
και ποτέ να μη λυώση.
Αντιστροφή α'.
Γλυκύτατο είναι με θαρρετές ελπίδες
της μακρυάς ζωής να διαβαίνης το δρόμο
τρέφοντας μ' αθώες χαρές την καρδιά σου.
Αλλά τα μύρια δεινά που σε σπαράζουν
θωρώντας φρίττω . . . . .
Γιατί χωρίς να φοβηθής τον Δία
αυτόγνωμα εσύ, Προμηθέα,
πολυγνοιάζεσαι για τους θνητούς.
Στροφή β'.
Ιδές πόσο άχαρη, φίλε, είν' η χάρι·
πες πού είναι δύναμι για σένα τώρα;
ποιαν απ' τους θνητούς έχεις βοήθεια;
Δεν ξέκρινες τάχα την αργοκίνητη ατονία,
που όμοια όπως σ' όνειρο κρατά εμποδισμένο
το γένος το τυφλό των ανθρώπων;
Ποτέ την αρμονία του Δία
δεν περνάν οι βουλές των θνητών.
Αντιστροφή β'.
Γνώρισα τούτα θωρώντας
την κακή σου κατάντια, Προμηθέα.
Κ' ήρθε μου τώρα σκοπός τραγουδιού
αλλοιώτικος, παρ' όταν σου τραγουδούσα
τον Υμένεο σιμά στο λουτρό
και στην κλίνη την ημέρα του γάμου,
όταν την ομόπατρη Ησιώνη πήρες
πείθοντάς την με δώρα
γυναίκα σου ομοκρέββατη να γίνη.
ΙΩ
Ποια γη; ποιο γένος; ποιον να ειπώ ότι βλέπω
μ' αυτά τα χαλινάρια στ' ακροβράχια
να παραδέρνη;
Ποιας αμαρτίας τιμωρία λαμβάνεις;
Πες μου σε ποιο μέρος
της γης πλανέθηκα η καϋμένη.
Ω! ωιμέ, ωιμένα.
Πάλι την άμοιρη κάποιο κεντρί με κεντάει
το φάντασμα του γηγενούς Άργου, ω γη, μάκρυνέ το·
φοβούμαι το μυριόμματο βοσκό θωρώντας.
Κ' έρχετ' αυτός με δολερό το μάτι,
που ουδέ πεθαμμένον η γη τον σκεπάζει,
μονάχα εμέ τη μαύρη
κυνηγά, περνώντας τον Άδη
και νηστικιά με κάνει στου γιαλού να πλανιέμαι την άμμο.
Στροφή
Κι' αχολογάει κερόπλαστη η φλογέρα
τον υπνοδότη αχό της. Αλλοί κι' ωιμέ,
ωιμένα, ως πού με παν πέρα
τα μακρυνά τα ξεπλανέματά μου.
Σε τι, ω τέκνο του Κρόνου, σε τι
μ' ηύρες φταίχτρα και με μπλέκεις
σε τούτα τα δόλια δεινά;
Κι' οιστρήλατη, τη μαύρη από φόβο
έτσι με βασανίζεις, ωιμέ;
Με φωτιά κάψε με ή θάψε με μέσα στη γη,
δος με στα ψάρια του πελάου βορά·
την τέτοια χάρι μη μ' αρνηθής, βασιληά.
Πολύ μ' εκουράσαν οι πολύπλανοι δρόμοι
κι' ουδέ ξέρω το πώς τα δεινά θα ξεφύγω.
Ακούς την ευχή εμέ της βοϊδοκέρατης κόρης;
ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ
Την οιστρόπληκτη πώς να μην ακούσω θυγατέρα
του Ινάχου, αυτήν που μ' έρωτα την καρδιά ζεσταίνει
του Δία και για τούτο από την Ήρα μισημένη
σε μακρυνούς αθέλητά της τρέχει ολοένα δρόμους;
ΙΩ
Πώς με του πατέρα μου τόνομα με κράζεις;
Ω, ποιος, πολυβασανισμένε, πες μου ποιος είσαι,
που εμέ την άμοιρη αλάθευτα ονομάζεις;
και το θεοκυνήγητό μου τούτο
κακό ξέρεις το, που με μαραίνει
μ' ένα κέντρισμα μανίας;
Αφάγωτη, με σκίρτημα τυραγνισμένο
γοργά ήρθα, ωιμένα, νικημένη
απ' την άγρια όργιτα της Ήρας.
Άλλος, αλλοίμονο, πολύπαθος ποιος είναι
τα βάσανά μου νάχη; Όμως συ τώρα
ξεδιάλυνέ μου τι μέλλεται ακόμα
να πάθω και με ποιο τρόπο τα βάσανά μου
μπορεί να γιατρευθούν· δείξε μου, αν ξέρης,
μίλησε, πες το σ' εμέ την παρθένα
την άμοιρη, που παραδέρνω.
ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ
Ξάστερα θα σου φωνάξω ότι ζητάς να ξέρης,
χωρίς να μπλέξω αινίγματα, μόνο μ' αλήθεια,
όπως το στόμα καθείς στο φίλο του πρέπει ν' ανοίγη.
Τον δωρητή της φωτιάς προς τους ανθρώπους,
τον Προμηθέα, βλέπεις μπροστά σου.
ΙΩ
Ω εσύ ωφέλεια των θνητών όλων,
άμοιρε Προμηθέα, πώς παθαίνεις τούτα;
ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ
Μόλις τώρα έπαψα κλαίοντας τα βάσανά μου.
ΙΩ
Κ' εμέ μια χάρι δεν θάστεργες να κάμης;
ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ
Πες τι από με θέλεις· όλα θα τα μάθης.
ΙΩ
Στο βράχο αυτό ποιος σ' έχει καρφώσει πες μου.
ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ
Του Δία το θέλημα και του Ηφαίστου το χέρι.
ΙΩ
Και για ποιο σου αμάρτημα την τιμωρία λαβαίνεις;
ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ
Αρκετό σου είναι ό,τι σου έχω φανερώσει.
ΙΩ
Και των βασάνων εμέ της άμοιρης ακόμα
φανέρωσέ μου ποιο το τέρμα θάναι.
ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ
Καλύτερά σου αυτό να μην το μάθης.
ΙΩ
Μα ό,τι κι αν μέλλεται να πάθω μη μου κρύψης.
ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ
Την τέτοια χάρι που ζητάς δεν τη ζηλεύω.
ΙΩ
Και γιατί τάχα αργείς ξάστερα να μου πης όλα;
ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ
Μόν' από φόβο μην θολώσω τα συλλογικά σου.
ΙΩ
Μη νοιάζεσαι γι' αυτό πιότερο από μένα που το θέλω.
ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ
Μια που το θέλεις, το λέγω κι' άκουσέ με.
ΧΟΡΟΣ
Στάσου ακόμη· κ' εμέ κάμε μια χάρι.
Πρώτ' ας τη ρωτήσουμε τα βάσανά της
να τα ιστορήση πριν, κ' ύστερ' ας μάθη
από σε τα μελλάμενά της πάθη.
ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ
Ιώ, τη χάρι αυτή δεν πρέπει ν' αρνηθής στης κόρες,
γιατί είναι του πατέρα σου αδελφάδες·
και λογιάζω πως ανάξια κανείς δεν χάνει
τον καιρό, σαν δυστυχίες ιστορή με κλάμα πόνου
κι' όσοι ακούνε του αποκρίνονται με δάκρυ.
ΙΩ
Δεν δύναμαι να μη δεχθώ το ρώτημά σας,
κι' όλα, τα που ρωτάτε, ξάστερα θ' ακούστε,
αν και με πιάνει κλάμα στη διήγησί μου,
του πώς ήρθε βαρυχειμονιά σ' εμέ, και της μορφής μου
ο χαλασμός εμέ της άμοιρης πώς ήρθε.
Φαντάσματα ονείρων τη νύχτα συχνοτριγυρνώντας
στα παρθενικά μου δώματα μ' εξεπλανεύαν
μ' απλά λόγια τέτοια: «Μυριοευτυχισμένη κόρη,
γιατί παρθένα μένεις, ενώ στο χέρι σου είναι
πολυδοξασμένος γάμος; Ερωτικό ένα βέλος
καίει το Δία για σε και λαχταράει εκείνος
την αγκαλιά σου. Τέτοια, παιδί μου, κλίνη
μη την καταφρονέσης, μόν' έβγα στο πλατύ λιβάδι
της Λέρνης, όπου βόσκουνε του Ινάχου
τα βώδια και τα πρόβατα, ως που να σβύση
απ' του θεού το μάτι ο ερωτικός του πόθος».
Όνειρα τέτοια κάθε νύχτα ερχόνταν
σ' εμέ την άμοιρη, ως που δεν βάσταξε η καρδιά μου
κ' είπα τα οράματα της νύχτας στον πατέρα.
Κ' εκείνος θεοπρόπους στην Πυθώ και στη Δωδώνη
στέρνει πολλούς για να ρωτήσουν
με ποια λόγια ή έργα θα μπορέση
ν' αρέση στους θεούς. Κι' αυτοί εγυρίσαν
κ' έφεραν χρησμούς που άσχημα εξηγιόνταν
και σκοτεινά και δύσκολα ήσαν ειπωμένοι.
Και τέλος ξάστερο μήνυμα στον Ίναχο ήρθε
καθαρά προστάζοντάς τον να ξαπολύση εμένα
κι' απ' το σπίτι κι' απ' τη χώρα να με διώξη,
στ' άκρα πέρατα του κόσμου να πλανώμαι.
Κι' αν δεν στέρξη, φλογερός θάρθη απ' τον Δία
κεραυνός π' όλη τη γενειά θα ξεπαστρέψη.
Στα μαντεύματα αυτά υπακούοντας του Λοξίου
μ' έδιωξε και μ' επέταξε απ' το σπίτι
άθελην άθελος, γιατί τούτο να κάμη
τον ανάγκαζε ο χαλινός του Δία.
Κ' ευθύς η όψι μου και τα φρένα αναποδιάσαν
κ έχοντας κέρατα, ως θωρείτε, κεντημένη
απ' του οίστρου το κεντρί, μανιακά σκιρτώντας
ωρμούσα στο καλόπιοτο ρέμμα της Κερχνείας
και στα υψώματα της Λέρνης· κ' ένας ντόπιος βοηδολάτης
άσπλαχνος στην καρδιάν, ο Άργος, τα πατήματά μου
ακολουθούσε, κυττώντας με μ' άγρια μάτια.
Μ' αναπάντεχος θάνατος αιφνήδιος έκοψέ του
τη ζωή. Κ' οιστρόπληκτη εγώ με θεϊκό καμτσίκι
διώχνομαι από γη σε γη. Άκουσες τα γενομένα,
κι' αν μπορής να ειπής ποιες μέλλονται μου θλίψες
φανέρωσ' τα· κι' όχι από ευσπλαχνία με λόγια
ψεύτικα να με ζεσταίνης· γιατ' η πιο άσχημη αρρώστια
λέω πως είναι τα φτιασμένα λόγια.
ΧΟΡΟΣ
Ωιμέ, ωιμέ, στάσου, αλλοίμονο.
ποτέ μου, ποτέ μου
δεν απάντεχα τέτοια απόκοτα
λόγια να φθάσουν
στην ακοή μου·
ουδέ τόσο κακοθώρητα κι' αβάσταχτα
δεινά, συμφορές, φόβοι, περνώντας
πέρα ως πέρα τη ψυχή μου να παγώσουν.
Αλλοίμονο, αλλοί, ω μοίρα κι' ω μοίρα,
έφριξα βλέποντας της Ιούς τα δεινά.
ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ
Πρόωρα στενάζεις κ' είσαι φόβο γεμάτη·
στάσου ως που και τα λοιπά να μάθης.
ΧΟΡΟΣ
Λέγε, ιστόρησε· γλυκό στους παθιασμένους είναι
να μάθουν από πρωτήτερα τον επίλοιπο πόνο.
ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ
Ό,τι πριχού ποθούσατε, εύκολα ελάβατε από μένα,
γιατί ζητούσατε πρώτα ν' ακούστε η ίδια
να ιστορήση το μαρτύριο της· κι' ακούσετε τώρα
τάλλα πάθη όσα μέλλεται να λάβη
απ' την Ήρα η κόρη ετούτη. Και συ του Ινάχου
σπέρμα, τα λόγια μου βάλε στο νου σου
να μάθης έτσι του δρόμου σου το τέρμα.
Στρέψε απ' εδώ πρώτα, απ' όπου βγαίνει ο ήλιος,
και προς τους ανόργωτους τράβα τους κάμπους.
Στους Σκύθες θα φθάσης τους πλανήτες που σε πλεκτές στέγες
μετέωροι κατοικούν σε καλότροχα πάνω αμάξια
και μακροβόλα τόξα πάνω στον ώμο φέρνουν.
Σ' αυτούς μη πλησιάσης, αλλά σιμώνοντας στης ράχες
όπου βογγά το κύμα, διάβα παραπέρα.
Κι' αριστερόθε του σιδέρου οι εργάτες
οι Χάλυβες οικούν, κι' απ' αυτούς φυλάξου,
γιατί ανήμεροι είναι κι' απλησίαστοι στους ξένους.
Και σε ποταμό υβριστή - όνομα και πράμμα -
θα φθάσης και μη τον διαβής, τι καλοπέραστος δεν είναι,
προτού φθάσης να ιδής τον Καύκασο τον ίδιο
τον υπερύψηλο, που απ' τα μηνίγγια του ο ποταμός ξεσπάει
την ορμή του. Κ' εκεί πρέπει εσύ περνώντας
της αστρογείτονες κορφές του να μπης στο δρόμο
της μεσημβρίας εκεί όπου θα βρης της Αμαζόνες
της μίσανδρες. Αυτές μιαν ημέρα θε να χτίσουν
τη Θεμίσκυρα κοντά στον Θερμόδοντα, όπου κ' η τραχειά είναι
της Σαλμυδησού η σαγόνα, εχθρόξενη στους ναύτες,
μητρυιά των καραβιών. Αυτές θα σ' οδηγήσουν
πολύ πρόθυμες· και στο στενό των Κιμμερίων
θα φθάσης, μέσ' στης στενές της λίμνης πύλες,
που αφήνοντάς το πρέπει τολμηρά να ξεπεράσης
τη μάνδρα τη Μαιωτική· και μεγάλη φήμη
του ταξειδιού σου πάντα στους θνητούς θα απομείνη.
Και Βόσπορος το πέρασμα θα ονομασθή από σένα.
Θ' αφήσης τότε της Ευρώπης της χώρες
και στης στεριές θα φθάσης της Ασίας.
Δεν σας φαίνεται λοιπόν των θεών ο βασιλέας
πως το ίδιο ως προς όλα βίαιος είναι,
που θεός αυτός με μια θνητή να σμίξη
ποθώντας, την επαράδειρε έτσι;
Πικρός, ω κόρη, σου έλαχε μνηστήρας
γάμου. Τι τα λόγια που τώρα έχεις ακούσει
λόγιαζε πως δεν είναι ούτε η αρχή για σένα.