WeRead Powered by ReaderPub
Ορέστης cover

Ορέστης

Chapter 2: ΟΡΕΣΤΗΣ
Open in WeRead

About This Book

The drama follows a young man who, after killing his mother to avenge his father's murder, lies afflicted by guilt while his sister cares for him and awaits outside help. A returning relative fails to protect them and a local court condemns the son to death, prompting him to plan further killings against the woman blamed for the family's ruin and then to threaten her daughter. A god appears and, by promising marriage and legal forgiveness, halts the violence and resolves the legal peril. The piece centers on psychological torment, familial vengeance, fragile justice, and abrupt divine intervention.

The Project Gutenberg eBook of Ορέστης

This ebook is for the use of anyone anywhere in the United States and most other parts of the world at no cost and with almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included with this ebook or online at www.gutenberg.org. If you are not located in the United States, you will have to check the laws of the country where you are located before using this eBook.

Title: Ορέστης

Author: Euripides

Translator: El. P.‏ Voutierides

Release date: March 31, 2012 [eBook #39319]

Language: Greek

Credits: Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinides

*** START OF THE PROJECT GUTENBERG EBOOK ΟΡΈΣΤΗΣ ***

Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. The spelling of the book has not been changed otherwise.

Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως έχει.



ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ

ΟΡΕΣΤΗΣ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Η. ΒΟΥΤΙΕΡΙΔΗ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΕΞΗ

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ
ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ

ΟΡΕΣΤΗΣ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ
Η. ΒΟΥΤΙΕΡΙΔΗ (1)

ΕΝ ΑθΗΝΑIΣ
ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΦΕΞΗ


ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΔΡΑΜΑΤΟΣ


ΗΛΕΚΤΡΑ
ΕΛΕΝΗ
ΧΟΡΟΣ
ΟΡΕΣΤΗΣ
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
ΤΥΝΔΑΡΕΩΣ
ΠΥΛΑΔΗΣ
ΑΓΓΕΛΟΣ
ΕΡΜΙΟΝΗ
ΦΡΥΞ
ΑΠΟΛΛΩΝ

ΥΠΟΘΕΣΙΣ


Ο υιός του Αγαμέμνονος Ορέστης, φονεύσας την μητέρα του Κλειταιμήστραν διά να εκδικηθή την υπό ταύτης και του εραστού της δολοφονίαν του πατρός του Αγαμέμνονος, μένει κατάκοιτος εις την πατρικήν του οικίαν, έρμαιον των τύψεων της συνειδήσεώς του διά την μητροκτονίαν και θύμα των Εριννύων. Μετ' αυτού μένει και τον περιθάλπει η αδελφή του Ηλέκτρα, ήτις αρχομένου του δράματος απολοφύρεται διά τας συμφοράς της και διά την τραγικήν καθόλου τύχην του οίκου των Ατρειδών. Αλλά και αγωνία διά την προβλεπομένην εις θάνατον καταδίκην αυτής και του αδελφού της την κατέχει. Μόνη ελπίς σωτηρίας από των δεινών απομένει η προαγγελλομένη άφιξις εκ Τροίας του θείου των Μενελάου. Η άφιξις αύτη συντελείται πράγματι, προφαινομένης της πολυφήμου Ελένης, υπό ταύτης δε και της Ηλέκτρας συνάπτεται διάλογος, αποτελών την τεχνικωτέραν ίσως σκηνήν του όλου έργου. — Αλλ' η ελπιζομένη προστασία του Μενελάου υπέρ των τέκνων του αδελφού του δεν παρέχεται. Δικαστήριον Αργείων πολιτών καταδικάζει τον Ορέστην εις θάνατον διά το έγκλημα της μητροκτονίας. Και ο Μενέλαος από δειλίαν και ιδιοτέλειαν εγκαταλείπει τον ανεψιόν αβοήθητον. Εκμανείς διά τούτο και θέλων να τον εκδικηθή ο Ορέστης έρχεται να θανατώση την Ελένην, αιτίαν όλων των κακών. Αλλά της Ελένης αφανισθείσης εις τον αιθέρα κατά θαυμαστόν τρόπον, απειλεί δεύτερον ο Ορέστης να θανατώση την θυγατέρα ταύτης και του Μενελάου Ερμιόνην. Τότε από μηχανής θεός εμφανιζόμενος ο Απόλλων πείθει τον Ορέστην να λάβη σύζυγον την Ερμιόνην, υποσχεθείς εις αυτόν σωτηρίαν από της καταδίκης και συγγνώμην διά την μητροκτονίαν.

Το δράμα κακίζεται υπό των παλαιών γραμματικών, διότι πλην του Πυλάδου πάντες οι εν αυτώ χαρακτήρες είναι φαύλοι και διότι η λύσις αυτού δεν άγει εις την επιβαλλομένην, κατά την αρχαίαν αισθητικήν, ηθικήν κάθαρσιν. Ουχ' ήττον εκ των παλαιών τούτων γραμματικών έφθασε μέχρις ημών η πληροφορία, ότι χάρις εις την εν τω δράματι τούτω σύγκρουσιν και ταραχήν αγώνων και παθών — τούτο δ' ίσως ήτο ο κύριος αισθητικός σκοπός του Ευριπίδου — είχε κατά τους κλασσικούς χρόνους ο «Ορέστης» μεγάλην θεατρικήν επιτυχίαν.

Ζ.

ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ

ΟΡΕΣΤΗΣ


ΗΛΕΚΤΡΑ

Κακό δεν υπάρχει απ' όσα λέει ο λόγος,
ούτε πάθος, ούτε συφορά θεοσταρμένη,
που το βάρος της να μη βαστά η ψυχή τ' ανθρώπου.
Έτσι κι' ο μακάριος — και δεν περγελώ την δυστυχίαν του —
ο Τάνταλος, απ' το Δία γεννημένος, όπως λένε,
φοβάμενος μια πέτρα ανάερη πάνωθέ του
βρίσκετ' αλαφιασμένος και ποινή πληρώνει τέτοια,
γιατί, όπως λεν, άνθρωπος όντας κ' ισοτιμημένα
με τους θεούς καθήμενος στο ίδιο τραπέζι
είχε γλώσσ' αχαλίνωτη, κάκιστη αρρώστεια.
Τούτος γεννά τον Πέλοπα κι' απ' αυτόν ο Ατρεύς γεννήθη,
που γνέθοντάς του τη ζωή έκλωτέ του η Μοίρα
σ' έχθρα και πόλεμο με τον αδελφό του τον Θυέστη
να βρεθή· μα τ' ανείπωτα να ιστορήσω ποια μου ανάγκη;
που σκοτώνοντάς του τα παιδιά μ' αυτά έγεψέ τον
ο Ατρεύς. Και του Ατρέως — τ' αναμεταξύ σωπαίνω —
γυιός ήτον ο Αγαμέμνων ο τρανός, αν προσταιριάζη
τρανό να τον ειπώ, κι' ο Μενέλαος από μάννα
την Κρητικιά Αερόπη. Κι' ο Μενέλαος παντρεύτη
τη θεομίσητην Ελένη. Και την Κλυταιμήστρα
με γάμο ξακουστό στους Έλληνες πήρε ο Αγαμέμνων^
αυτουνού τρεις κόρες είμαστ' απ' την ίδια μάννα,
η Χρυσόθεμις, η Ιφιγένεια κ' εγώ η Ηλέκτρα·
κι αγόρι ο Ορέστης απ' την ανοσιώτατη μάννα,
που με πελύδιπλο πανί τυλίγοντας τον άνδρα
τον δικό της εσκότωσε για αιτία που δεν ταιριάζει
σε κόρη να την πη κι αφήνω να την λογιάσουν άλλοι.
Και την αδικία του Φοίβου γιατί να ψέξω; πείθει
τον Ορέστη να σκοτώση την ίδια του τη μάννα
πράξι που τιμημένη δεν είναι στους ανθρώπους.
Μα τη σκότωσε του θεού τη γνώμη ακολουθώντας,
κ' εγώ σύμπραξα στο φόνον όσο δύναται γυναίκα
να συμπράξη κι' ο Πυλάδης, βοήθεια δίνοντάς μας.
Απ' τότες άγρια αρρώστεια λυώνει το κορμί του
κι' ο άμοιρος τούτος Ορέστης κείτεται κλινάρι
και της μάννας το αίμα σε μανίες τον παρασέρνει,
γιατί φοβάμαι να τες πω της θεές με τ' όνομά τους,
της Ευμενίδες, που με φόβο τον συνταράζουν. Κ' είναι
η έκτη μέρα τούτη, αφ' όταν της σφαγμένης
της μάννας το κορμί στη φωτιά εξαγνίσθη,
που από τότε ουδέ τροφή άγγιξ' αυτός στο στόμα
ουδ' έλουσε καν το κορμί, μόνο στα ρούχα τυλιγμένος,
όταν το κουφάρι κάπως απ' την αρρώστεια ξαλαφρώση,
στα συγκαλά του ερχάμενος 'δύρεται ή από το στρώμα
ορμητικός πηδά σαν απ' το ζυγό πουλάρι.

Κ' έκαμ' απόφασι τ' Άργος ουδέ κάτω από στέγη
ουδέ σ' εστία κοντά να μας δεχθή κανένας κι ούτε
να καλημερήση εμάς τους μητροκτόνους· κ' είναι τούτη
εδώ η μέρα που θα δώση ψήφο η πόλη των Αργείων
αν πρέπει εμάς τους δυο να σκοτώσουν με της πέτρες
[ή με σπαθί κοφτερό ν' αποκεφαλιστούμε].
Μα να γλυτώσουμε το σκότωμα έχουμ' ελπίδα,
γιατί ο Μενέλαος έρχεται πέραθ' απ' την Τροία
και την πλατωσιά διαβαίνοντας του Ναυπλιακού λιμένα
στ' ακρογιάλι αράζει, περιπλανημένος όντας
πολύν καιρό απ' την Τροία· και τη βαρειομοίρα Ελένη
νύχτα προφυλάγοντας, να μη την 'δη κανένας
νάρχεται 'μέρα, απόστειλε στο σπίτι το δικό μας·
κ' είναι την μέσα κλαίοντας της αδελφής και του σπιτιού της
της συφορές· μα κάποια παρηγοριά στης θλίψες έχει,
γιατί την κόρη που άφηκε σπίτι σαν έφυγε στην Τροία
και που ο Μενέλαος απ' τη Σπάρτη εδώ φέρνοντάς την
στη μάννα μου έδωκέ την ν' αναθρέψη, την Ερμιόνη,
με χαρά της ξανάβρηκε κι' αλησμονά της θλίψες.
Μα προς το δρόμο όλο θωρώ, το Μενέλαο καρτερώντας
πότε θα ιδώ νάρχεται· γιατί λίγη από τάλλα
έχουμ' ελπίδα, αν απ' αυτόν δεν ήθελε σωθούμε.
Άπορο είναι πράμμα του δύστυχου το σπίτι.

ΕΛΕΝΗ

Ω εσύ της Κλυταιμήστρας και τ' Αγαμέμνονος κόρη,
που παρθέν' απομένεις καιρό πολύν, Ηλέκτρα,
πως άμοιρη είσαι συ κι' ο αδελφός σου Ορέστης,
τούτος ο άμοιρος φονηάς της μάννας. Τι αμαρτία
δεν θάχω μιλώντας σου, μια που λογιάζω αιτία
του κακού τον Φοίβο. Αν και βαρειά λυπάμαι
για της Κλυταιμήστρας το χαμό, της αδελφής μου,
που αφ' όταν με πόθο απ' τους θεούς δοσμένο πήγα
στην Ίλιο δεν την είδα κι ορφανεμένη κλαίω.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Τι να σου ειπώ, Ελένη· που βλέπεις τα εμπρός σου
τα παιδιά του Αγαμέμνονος στης συφορές πνιγμένα;
Ανύπνωτη έναν άθλιο νεκρό εγώ παραστέκω,
γιατί νεκρός είναι τούτος με την πνοή τη λίγη
που τ' απομένει· και δεν βρίζω την κακομοιριά του·
μα συ καλότυχ' είσαι και καλότυχός σου ο άνδρας
που ήρθετε σε μας τους βαρειά ευφοριασμένους.

ΕΛΕΝΗ

Κι από πόσον καιρό κοίτετ' εδώ στο στρώμα;

ΗΛΕΚΤΡΑ

Αφ' όταν έχυσε της μάννας του το αίμα.

ΕΛΕΝΗ
Τον άμοιρο· Κ' η μάννα του πώς πήγε έτσι χαμένη!

ΗΛΕΚΤΡΑ

Τέτοια είν' αυτά όσα τον έχουν απαυδήσει.

ΕΛΕΝΗ

Για το θεό, μια χάρι θα μούκανες, παρθένα.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Όσο απ' τ' αδελφόν μου το κύταγμα αδειάζω.

ΕΛΕΝΗ

Θες για με να πας στης αδελφής μου τον τάφο;

ΗΛΕΚΤΡΑ

Στης μάννας μου τον τάφο λες. Για ποιαν αιτία;

ΕΛΕΝΗ

Των μαλλιών μου πλεξούδα και χοές φέρνοντάς της.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Και δε βολεί να πας συ στων δικών σου τον τάφο;

ΕΛΕΝΗ

Τι στους Αργείους ντρέπομαι το κορμί μου να δείξω.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Άργα φρονιμεύεις, πριχού αδιάντροπα φύγωντας.

ΕΛΕΝΗ

Σωστά τώπες, μα όχι φιλικά μου κρένεις.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Μα ποια ντροπή κρατεί σε μπρος στους Μυκηναίους;

ΕΛΕΝΗ

Φοβάμαι τους γονειούς όσων στην Ίλιο επέσαν.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Κι αλήθεια είναι, τ' Άργος δεινά σε κατακρίνει.

ΕΛΕΝΗ

Μα συ γλυτώνοντάς με απ' το φόβο πήαινε δος τα.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Μα τον τάφο της μάννας μου δε θα μπόρεια ν' αντικρύσω

ΕΛΕΝΗ

Κι' όμως θάταν άπρεπο να φέρουν δούλοι ετούτα.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Την Ερμιόνη, την κόρη σου γιατί δεν τη στέρνεις;

ΕΛΕΝΗ

Στον κόσμον ν' ακατεύωντας παρθένες δεν ταιριάζει.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Μα ευγνωμοσύνη θάδειχνεν έτσι στην πεθαμμένη.

ΕΛΕΝΗ

Σωστά μίλησες και πείθομαι στο λόγο σου, παρθένα·
[κ' έτσι τη θυγατέρα μου θα στείλω όπως είπες].
Παιδί μου, Ερμιόνη, πρόβαλε απ' το σπίτι και πάρε
στα χέρι' αυτά τα κόλλυβα και τα μαλλιά μου τούτα
κ' εις τον τάφο πγαίνοντας της Κλυταιμήστρας χύσε
το μελομένο γάλα αυτό και το κρασί τ' αφράτο
και στην κορφή του μνημουριού στεκάμενη πες τούτα:
Η αδελφή σου Ελένη της χοές ετούτες σου χαρίζει,
μη δυνάμενη στο μνήμα σου μονάχη νάρθη η ίδια,
γιατί έχει φόβο το λαό των Αργείων. Και ζήτησέ της
νάναι καλόγνωμη για με, για σε, για τον δικό μου
τον άνδρα και γι' αυτούς τους δυο δυστυχισμένους που ένας
θεός τους εξολόθρεψε. Και τάξε της όλες
της νυκτερινές προσφορές πούναι σωστό να κάμω
στην αδελφή μου. Πήγαινε, γοργά τώρα ξεκίνα,
κόρη μου, κι' ως της προσφορές στον τάφο αυτές πιθώσης
έχε το νου σου ευθύς εδώ να μου ξαναγυρίσης.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Τι δυστυχία είσαι, ω Φύσι, στους ανθρώπους
και πόσο είσαι καλόπραγη σ' όσους καλοκυτάζεις!
Ιδέτε σεις πώς έκοψε της άκρες των μαλλιών της
την ομορφιά φυλάγοντας. Είναι πάντα η γυναίκα
πούταν και πριν. Είθε οι θεοί να σε μισήσουν που έτσι
εμέν' αφάνισες κι' αυτόν και την Ελλάδα. Ω πόσο
είμαι δύστυχη. Μα εδώ νά πούρχονται οι καλές μου
συντρόφισσες στους θρήνους μου να σμίξουν τους δικούς των.
Ίσως κι' αυτόν τον άμοιρο ξυπνήσουν απ' τον ύπνο
που βυθισμένος βρίσκεται και με τα δάκρυά μου
βρέξουν τα μάτια μου όταν 'δώ την τρέλλα τ' αδελφού μου.
Αγαπημένες μου γυναίκες, με βουβό πόδι προχωράτε:
χωρίς φωνή ούτε θόρυβο. Είναι γλυκειά σ' εμένα
η αγάπη σας, μα θάταν καϋμός αν εξυπνούσε τούτος.

Στροφή Ι

Σιγαλά ερχόστε, σιγαλά,
με βήματ' απαλά, απαλά,
αθόρυβα κι' άφωνα να ερθήτε
και μακρυά εκεί να σταθήτε,
μακρυά απ' την κλίνη κι' από εμέ.

ΧΟΡΟΣ

Νά που σου υπακούμε.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Ωιμέ,
κι' αλλοίμονο, καλή μου εσύ,
μίλειε απαλά σαν τη βουή,
που η σύριγγα βγάνει
ανάλαφρου ενός καλαμιού.

ΧΟΡΟΣ

Νά που η φωνή μου φτάνει
σε σέ απαλή και χαμπηλή
σαν νάμουν μέσ' στο σπίτι.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Έτσι μίλα μου σιγά,
ζύγωσε αλαφρά, αλαφρά
και πες μου γιατί ήρθες εδώ.
Απάνω στο κλινάρι αυτό
κυλώντας ώρες τούτος
αποκοιμήθηκεν αργά

ΧΟΡΟΣ

Αντιστροφή Ι

Πώς είναι τώρα, καλή μου, αποκρίσου.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Τι να πω για τη μοίρα ή τη δυστυχιά του;
Ακόμα πνοή έχει, μα μόλι ανασαίνει.

ΧΟΡΟΣ

Τι λες; Ω τον άμοιρο!

ΗΛΕΚΤΡΑ

Θα τον σκοτώσης
αν απ' τα βλέφαρα τη γλύκα του διώξης
που τον κατέχει

ΧΟΡΟΣ

Ω τον δύστυχο, για έργα
μιαρά που ήσαν απ' τους θεούς πρόσταγμα!
Ω τον άθλιο, αλλοί, τι δεινά υποφέρει!

ΗΛΕΚΤΡΑ

Άδικος ήταν κι' ώρισε άδικες πράξεις
ο Λοξίας όταν στης Θέμιδος πάνω
τον τρίποδα πρόσταξ' της μάννας το φόνο.

ΧΟΡΟΣ

Στροφή II

Θωρείς; Το κορμί του στα ρούχα αργοσιέται

ΗΛΕΚΤΡΑ

Φωνάζοντας τούκοψες, άθλια, τον ύπνο.

ΧΟΡΟΣ

Λόγιαζα νάταν βυθισμένος στον ύπνο.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Μακρυά 'πό τ' εμάς κι' από το σπίτι. Ξεκίνα
μη θορυβώντας με το πόδι σου διόλου.

ΧΟΡΟΣ

Κοιμάται.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Καλά λες.

ΧΟΡΟΣ

Σεβάσμια, σεβάσμια
Νύχτα, ω θεά συ, που χαρίζεις τον ύπνο
στους κουρασμένους, απ' το Έρεβος έλα,
έλα, πρόβαλε, ω φτερωτή, στο σπίτι
τ' Αγαμέμνονος, γιατί απ' αυτές της θλίψες
χανόμαστε, σβύνουμε.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Μη θορυβάτε.
Να πάψτε δεν θέτε της φωνής τον ήχο,
στην κλίνη κοντά παραστέκοντας κ' έτσι
να τ' αφήστε καλές μου, του ύπνου τη γλύκα.

ΧΟΡΟΣ

Αντιστροφή II

Πες μου τι τέλος τα δεινά τούτα λάχουν;

ΗΛΕΚΤΡΑ

Το χάρο, το χάρο! ποιο άλλο θενάχουν;
Τροφή δεν ορέγεται τούτος καθόλου.

ΧΟΡΟΣ

Ώστε βέβαιος είναι κι ο θάνατος του.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Μας έσφαξε ο Φοίβος προστάζοντας φόνο
άθλιο κι' άνομο πατροκτόνας μητέρας.

ΧΟΡΟΣ

Αλήθεια δίκαια, μα κακή τούτ' η πράξι.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Πέθανες, πέθανες, ω μάννα, που εμένα
μ' εγέννησες. Σκότωσες τον πατέρα κι' αντάμα
τα παιδιά που βγήκαν απ' το ίδιο σου αίμα.
Χανόμαστε, νεκροί είμεθα, έχουμε σβύσει.
Συ βρίσκεσαι τώρα με τους πεθαμμένους
κι' η πλιότερη ζωή μου περνάει σε θρήνους
οδυρμούς και νύχτια δάκρυα, τι μόνη
χωρίς παιδιά κι' άνδρα άθλια σέρνω τη ζήση.

ΧΟΡΟΣ

Για δες, κόρη μου Ηλέκτρα! Σίμωσε, τι είναι
φόβος ν' αποθάνη τ' αδέλφι σου δίχως
να το νιώσης. Η λίγη μ' ανησυχάει πνοή του.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Γλυκό του ύπνου κάρωμα, βάλσαμο στα δεινά μας,
πόσο στην ώρα πρόβαλες μαλακά σ' εμένα!
Ω συ σεβάσμια λησμονιά του πόνου κι' ω θεότης
βοηθήτρα στους βαρειόμοιρους. Μα πούθε τώρα μου ήρθα;
Πώς ήρθα; Τι όλα τάχασα το νου μου έχοντας χάσει.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Τρισγάπητέ μου, ο ύπνος σου πόσο αναγάλλιασέ με!
Να σου στηρίξω το κορμί θες και να σε σηκώσω;

ΟΡΕΣΤΗΣ

Πιάσε με βέβαια. Σκούπισε στο άθλιο μου το στόμα
κι' από τα μάτια μου του αφρού τούτο τ' απομεινάρι.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Γλυκειά για με είναι δουλειά και δεν οκνώ τα μέλη
του αδελφού μ' αδελφικά να τα γνοιασθώ εγώ χέρια.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Βάλε πάνω το στήθος σου στο στήθος το δικό μου,
μέριασε από την όψι τ' αξάγγλιγα μαλλιά μου,
γιατί έτσι με τα μάτια μου μόλις θωρώ εγώ τώρα.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Ω εσύ κεφάλι δύστυχο με τα μαλλιά αγριεμμένα
που βρίσκεσαι αναξάγγλιγο, άλουστο καιρό τόσο!

ΟΡΕΣΤΗΣ

Ξανά σε τούτη ξάπλωσ' με την κλίνη. Της μανίας
το κακό σαν παύη είν' άτονα κι' αδύναμα τα μέλη.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Ναι. Η κλίνη είναι αγαπητή στον άρρωστο· κ' η ξάπλα
αλήθεια δίνει κούρασι· μα χρειαστή όμως είναι.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Σήκω με πάλι, το κορμί στρέψε μου. Οι αρρωστημένοι
είναι πάντα ανυπόμονοι απ' του νου τη στενοχώρια.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Δεν θέλεις και τα πόδια σου λίγο να βάλης χάμω,
να περπατήσης; Η αλλαγή ευχάριστ' είναι πάντα.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Κ' έτσι καλά. Έχει της 'γυιάς την όψι τούτο κι' όταν
το πράμμα λείπει, βολετή κ' η όψι του είν' ακόμα.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Άκου, αδελφέ μου, όσο το νου σ' αφήνουν οι Εριννύες.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Τι νέο θα 'πής; Αν είναι το κάτι καλό τ' ακούω
ευχάριστα· μ' αν είν' κακό έχω αρκετές μου θλίψες

ΗΛΕΚΤΡΑ

Φθάνει του πατέρα ο αδελφός, ο Μενέλαος, και τα πλοία
τα δικά του στο Ναυπλιακό λιμάνι έχουν αράξει.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Τι λες; Σαν κάποιο έρχεται φως αυτός εις τα δεινά μου
και στα δικά σου, τι είναι ‘τός απ' τη γενειά μας κ' έχει
απ' τον πατέρα μας 'δή περίσσιες καλωσύνες.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Έρχεται και γι' απόδειξι του λόγου μου, νά πώχει
φέρει μαζί απ' της Ιλίου τα κάστρα την Ελένη.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Αν μοναχός του γλύτωνε πιο καλό θάταν όμως
με τη γυναίκα του αν μαζί, μεγάλο κακό φέρνει.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Γέννησεν ο Τυνδάρεως γενειά από θυγατέρες
άτιμες κι' αδιάντροπες εις όλη την Ελλάδα.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Όμως εσύ όμοια μ' αυτές μην είσαι της γυναίκες
ως σου βολεί, στα λόγια σου και στα φερσίματά σου.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Αλλοί! αδελφέ, ταράχθηκε το μάτι σου· τώρα ήσουν
στα συγκαλά σου και με μιας σ' έπιασεν η μανία.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Ω μάννα! Σ' ικετεύω μη πάνω μου ξαναστέρνης
της κόρες πώχουν πρόσωπα αιματωμένα κ' έχουν
μαλλιά από φίδια. Νά, έρχονται, πάνω σ' εμένα πέφτουν.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Μείνε, άμοιρε, στην κλίνη σου. Τίποτ' εδώ δεν βλέπεις.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Ω Φοίβε, οι φοβερές θεές θα με σκοτώσουν τούτες
οι σκυλλομούτρες, πούναι τες γοργοβλεπούσες κ' είναι
των νεκρών φόνισσες.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Εγώ δεν θα σε παραιτήσω
και μέσα στην αγκάλη μου κρατώντας δεν θ' αφήσω
να κάνης τα πηδήματα, τα μανικά.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Άφησέ με,
γιατί Ερινύα είσαι και συ κι' απ' του κορμιού τη μέση
μ' άρπαξες μέσ' στα Τάρταρα ζητώντας να με ρίξης.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Ω κακομοίρα πούμ' εγώ! Και τίνος τη βοήθεια
ν' αποζητήσω, σαν θεός κάποιος εχθρός μας είναι;

ΟΡΕΣΤΗΣ

Δος μου αυτό το κεράτινο το τόξο, πούναι δώρο
του Λοξία και που μ' αυτό με πρόσταξ' ο Απόλλων
να κυνηγήσω της θεές σαν αγριωπά με σκιάζουν.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Μπορεί να λαβωθή θεός από το χέρι ανθρώπου;

ΟΡΕΣΤΗΣ

Αν δε φύγη απ' τα μάτια μου. Συ δεν ακούς ολοένα,
ουδέ θωρείς τα φτερωτά τα βέλη που πετούνε
απ' τη σαΐτα που σωστά κτυπά. Τι καρτερείτε;
Πετάξτε, σεις με τα φτερά, ως την κορφή του Αιθέρα
κι' άδικο δόστε στους χρησμούς του Φοίβου. Ωιμένα!
Γιατ' είμ' έτσι αδύναμος; Γιατί η ανάσα τούτη
απ' τα πνεμόνια μου η γοργή; Πού να ριχθώ απ' την κλίνη;
Νά! έφυγε το τρικύμισμα, ξαναθωρώ γαλήνη.
Γιατί, αδελφή μου, κλαις εσύ κρύβοντας το κεφάλι
μέσα στον πέπλο; Ντρέπομαι και συ μερτικό νάχης
απ' τα δεινά μου και σε μια παρθένα έτσι να δίνω
το βάσανο που εγώ τραβώ. Είθε μη μαραζώσης
απ' τα δεινά μου. Συ έστρεξες, μα ο μητρικός ο φόνος
μόνο από μένα γίνηκε. Μα κατηγόρια κάνω
εις τον Λοξία που μ' έσπρωξε στη μυσαρή αυτή πράξη
με λόγια εμέ ησυχάζοντας κι' όχι στ' αλήθεια. Λέω
πως ο πατέρας μου, αν εγώ τον ίδιο αυτόν ρωτούσα,
για να γνωρίσω αν έπρεπε τη μάννα μου να σφάξω,
θερμά θα μ' ώρκιζε να μη βυθίσω το σπαθί μου
στο λαιμό αυτής που μ' εγέννησε, τι στη ζωή με τούτο
αυτός δεν θα ξανάρχετο κ' εγώ δυστυχισμένος
θα βαρυνόμουν άδικα με τόσα δεινά. Αλλ' όμως
ξεσκέπασ' το κεφάλι σου και μην κλαις, αδελφή μου,
αν κ' έχουμε θλίψη βαρειά. Σαν βλέπεις με να σβύνω,
κράτα και παρηγόρα μου τον ταραγμένο νου μου
κ’ απελπισμένο· κι' όταν κλαις, εγώ μ' αγάπη πάλι
θα σε ησυχάζω. Μεταξύ φίλων τέτοιες φροντίδες
ταιριάζουν. Μα τώρ' άμοιρη στο σπίτι έμπα και δόσε
ύπνο λίγο στα βλέφαρα πούναι τα αγρυπνισμένα·
πάρε τροφή και το κορμί λούσε, γιατί αν μ' αφήσης
κι' αν αρρωστήσης μένοντας ολημερίς κοντά μου,
χαθήκαμε. Κι αλήθεια εγώ κανέν' άλλο δεν έχω
για στήριγμα κι' ως βλέπεις το μ' απαρατήσαν όλοι.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Αυτό δεν γίνεται· με σε θα ζήσω ή θα πεθάνω,
γιατί την ίδια έχουμ' οι δυο τύχη. Κι' αν συ πεθάνης,
γυναίκα εγώ τι θα γενώ; Πώς θα γλυτώσω μόνη,
χωρίς πατέρα κι' αδελφό και φίλους; Μ' αν λογιάζης
έτσι, δεν θα υπακούσω εγώ. Πέσε λοιπόν στην κλίνη
κι' απόδιωξε τους τρόμους σου που εκείθε σε σηκώνουν.
Στην κλίνη ξάπλωσε γιατί, αν κι' άρρωστος δεν είσαι,
μ' απ' την ιδέα το ίδιο αισθάνονται κόπο οι θνητοί και πάθος.

ΧΟΡΟΣ

Στροφή Α'

Αλλοίμονο, αλλοί! Ω γοργές, φτερωτές
θεές μανιωμένες,
που μέσα στα δάκρυα και τους στεναγμούς
γιορτές μεθυσμένες
ξεφαντώνετε σεις, Ευμενίδες στυγνές,
κ' εις ύψη πετάτε
του πλατύχωρου αιθέρα και που καθαρμούς
του αιμάτου ζητάτε,
εκδικήτρες του φόνου, δέομαί σας εγώ,
δέομαί σας, αφήστε
το γυιό τ' Αγαμέμνονα από τοργικό,
τη μανία του λύστε.
Δύστυχε, πώπαθες δεινά, το χρησμό
εισακούοντας συ
του Φοίβου απ' τον Τρίποδα το μαντικό,
το βγαλμένο απ' τη γη
κι' απ' το βωμό που λένε της γης ομφαλό

Αντιστροφή Α'

Ω Δία, ποιό ν' απαντέχω έλεος εγώ;
Τι είν' αυτός ο αγώνας για το φονικό
που σε ταράζει, δύστυχε, και που
κάποιος Δαίμονας δάκρυα οδυρμού
σου γεννά φέρνοντας το αίμα μπροστά σου
της μάννας σου και τα λογικά σου
σπαράζει; Σ' οδύρομαι εγώ και σε κλαίω
και τη μεγάλη ευτυχιά εγώ λέω
πως δεν την έχουν σταθερά οι θνητοί.
Κι' ως κάποιος Δαίμονας το πανί
σχίζει του γλήγορου καραβιού,
έτσ' ο πανεύτυχος πάει του κακού,
καταπίνεται μέσ' σε βαρειές δυστυχίες
σαν από κύμα σε τρικυμίες
αχόρταγες πάντα τους και μανιωμένες.
Ποιές, αλήθει' άλλες γενειές ξακουσμένες
αξίζει περισσότερη νάχουν τιμή
παρά οι Τανταλίδες, που θεϊκιά
εστάθηκ' η πρώτη τους η γενειά;
Μα να ο άρχοντας τώρα πλησιάζει,
ο βασιληάς Μενέλαος. Απ' αίγλη φαντάζει
που απ' αυτήν αλήθεια η γενειά προβάλλει
του Ταντάλου η κοσμοφήμητη και μεγάλη.
Ω συ, που ωδήγησες μια εκστρατεία τρανή
με χίλια καράβια στης Ασίας τη γη,
χαίρε. Συ απόλαψες τώρα κάθε ευτυχία,
γιατί με τη βοήθεια των θεών καθεμία
επραγματώθηκεν επιθυμιά σου.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Ω σπίτι! με χαρά σε ξαναβρίσκω γυρνώντας απ' την Τροία,
κι απ' τάλλο όμως θρηνώ αγναντεύοντάς σε, τι δεν είδα
πούπετα στον κόσμο σπίτι δυστυχιές τόσο φορτωμένο.
Έμαθα του Αγαμέμνονος τη μοίρα και το θάνατό του
που τώδωκ' η γυναίκα του, σαν στο Μαλέα ζύγωσα μόλις.
Ο πελαγίσιος μαντευτής όλα μ' ανάγγειλε στο κύμα·
ο Γλαύκος, ο προφήτης, ο αληθολόγος, ερχάμενος μπρος μου
τούτο μούπε: Μενέλαε, ο αδελφός σου κοίτεται πεθαμένος
έπεσε νεκρός στο ύστερο λουτρό που τούχεν ετοιμάσει
η γυναίκα του. Κ' έκαμε να χύσουμ' άφθονα δάκρυα
εγώ κ’ οι ναύτες μου. Ζυγώνοντας του Ναυπλίου τη χώρα
και μια που ξαναγυρίζ' η γυναίκα μου, ελπίδα ως είχα
ν' αγκαλιάσω τον Ορέστη του Αγαμέμνονος κι ακόμα
τη μάννα του ευτυχισμένους, από ένα ψαρρά μαθαίνω
τον άσεβο σκοτωμό της Τυνδαρίδος. Κι', ω κόρες, πούναι
ο γυιός τώρα τ' Αγαμέμνονος που τόλμησε μια τέτοια
πράξη φοβερή; Μικρό παιδί ήταν ακόμη στην αγκάλη
της Κλυταιμνήστρας όταν αφήκα το σπίτι για την Τροία.
Δεν θα τον ξαναγνώριζα, αν τον έβλεπα εγώ τώρα.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Είμ' ο Ορέστης που ζητάς και θα σου ιστορήσω
της δυστυχιές μου. Μα πριχού στα γόνατά σου μπρος θα πέσω
ικετεύοντας και δίχως κλαδιά ικεσίας θα σου κάμω
στοματικά τα παρακάλια μου. Τώρα γλύτωσέ με!
Γιατί φθάνεις ενώ είμ' έρμαιο στα πιο βαρειά δεινά μου.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Ω θεοί! Τι αγναντεύω; Νεκρός είν' αυτός που βλέπω;

ΟΡΕΣΤΗΣ

Αλήθεια λες. Γιατί εγώ πραγματικώς στη ζωή δεν είμαι,
εξ αιτίας στης συφορές μου, αν και το φως βλέπω.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Πώς αξάγγλιγα κι' άγρια, δύστυχε, είναι τα μαλλιά σου;

ΟΡΕΣΤΗΣ

Όχι απ' ό,τι φαίνεται, μ' από της πράξεις μου τυραννιούμαι.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Πώς τα άγρια μάτια κάτω από βλέφαρα ξερά κυττάζεις έτσι!

ΟΡΕΣΤΗΣ

Το κορμί μου έσβυσε και τόνομα μ' απόμεινε μονάχα.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Ω! πόσο αναπάντεχα σε βλέπω έτσι αλλαγμένο.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Ο ίδιος εγώ σκότωσα τη δύστυχη μου μάννα.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Τώμαθα εγώ. Απόφυγε το κακό τούτο να ιστορήσης.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Δεν στο ξαναλέω· μα ο Δαίμονας μύρια κακά μου δίνει.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Τι σου συμβαίνει; Ποιο κακό σε βασανίζει τόσο;

ΟΡΕΣΤΗΣ

Η συνείδηση που μου λέει πώς έκαμα φρικτή μια πράξη.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Τι λες; Οι φρόνιμοι μιλούν ξάστερα κι' όχι μπερδεμένα.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Θλίψη παραπολύ βαρειά λυώνει το κορμί μου.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Κάποια θεότη φοβερή σε τιμωρεί, μα έλεος μπορεί να λάβη.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Και οι μανίες του αίματος της μάννας μου εκδικήτρες.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Πότε άρχισε η μανία σου; Από ποιαν ημέρα;

ΟΡΕΣΤΗΣ

Απ' την ημέρα που έβαλα τη μάννα μου στο χώμα.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Σπίτι καθόσουν ή κοντά στο λείψανο βρισκόσουν;

ΟΡΕΣΤΗΣ

Νύκτα ήταν κι' αγρυπνούσα εγώ τα οστά της να μαζέψω,
απ' την πυρά.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Κ' ήταν κανείς βοήθεια να σου δώση;

ΟΡΕΣΤΗΣ

Ο Πυλάδης που μ' αυτόν έκαμα της μάννας μου το φόνο.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Και ποιας λογής φαντάσματα σε συνταράζουν έτσι;

ΟΡΕΣΤΗΣ

Θαρώ πως βλέπω Κόρες τρεις που μοιάζουν σαν τη Νύκτα.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Ξέρω ποιες λες, μα για να πω δεν θέλω τόνομά τους.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Ανείπωτες είναι και καλά κάνεις μη λέγοντάς τες.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Και για της μάννας σου το σκοτωμό έτσι σε κατατρέχουν;

ΟΡΕΣΤΗΣ

Αυτός είν' ο κατατρεγμός που όλο και τυραννεί με.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Όχι άδικα φρικτές ποινές λαβαίνουν όσοι κάνουν
πράξες κακές.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Μα είχα εγώ δίκαιον κάποιο λόγο.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Μη λες για του πατέρα σου το φόνο, τι δεν θάταν
δίκηα αιτία.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Της μάννας μου το φόνο εγώ να κάμω
πρόσταξε ο Φοίβος.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Ώστε που δεν ξέρει αυτός το δίκηο;

ΟΡΕΣΤΗΣ

Εμάς ορίζουν οι θεοί, όποιοι θεοί κι' αν είναι.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Και μετ' αυτό δεν το βοηθά ο Λοξίας στα δεινά του;

ΟΡΕΣΤΗΣ

Στέκει απαντέχοντάς, γιατί έτσ' οι θεοί είναι πάντα.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Πόσος καιρός επέρασε απ' της μάννας σου το φόνο;

ΟΡΕΣΤΗΣ

Έξ ημέρες κ' η εντάφια πυρά ζεστή είν' ακόμα.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Το αίμα της μάννας σου οι θεές γοργά από σε ζητήσαν!

ΟΡΕΣΤΗΣ

Αδέξιος φίλος, μα σωστός για όσους αγάπαγα ήμουν.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Ποιο τόφελος που εκδίκηση για τον πατέρα επήρες;

ΟΡΕΣΤΗΣ

Κανένα· μα είν' ανάξιος όποιος άπρακτος μένει.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Κι' απ' όταν έκαμες αυτό, ποια γνώμη για σένα έχουν
στην πολιτεία;

ΟΡΕΣΤΗΣ

Μισητός τόσο τους είμαι π' ούτε
μιλούν σ' εμέ.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Ουδέ νόμιμα καθάρισες τα χέρια
από το αίμα;

ΟΡΕΣΤΗΣ

Διώχνομαι αφ' όπου κι' αν ζυγώσω.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Ποιοι είν' οι πολίτες που απ' εδώ ζητούνε να σε διώξουν;

ΟΡΕΣΤΗΣ

Ο Αίας, που λέει ένα έγκλημα ο πατέρας μου έχει κάμει
στην Τροία.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Για το σκότωμα του Παλαμήδη λέει.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Μα εγώ δεν εσυνέργησα, κι' όμως χαμένος είμαι.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Ποιος ακόμη άλλος; Μη κανείς απ' του Αίγισθου τους φίλους;

ΟΡΕΣΤΗΣ

Αυτοί με βρίζουν κ' εις αυτούς τώρα υπακούει η πόλη.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Σ' άφησε του Αγαμέμνονος το σκήπτρο η πόλη νάχης;

ΟΡΕΣΤΗΣ

Από πού κι' ως πού; Ουδέ καν να ζω δεν θα μ' αφήσουν.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Τι λοιπόν κάνουν; Δύνασαι κάτι σωστό να μου είπης;

ΟΡΕΣΤΗΣ

Σήμερα μιαν απόφαση ενάντια μου θα βγάλουν.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Θα σ' εξορίσουν από εδώ, θα σε σκοτώσουν, ή όχι;

ΟΡΕΣΤΗΣ

Θενά μου δώσουν θάνατο με πέτρες οι πολίτες.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Γιατί από τα σύνορα της γης αυτής δεν φεύγεις;

ΟΡΕΣΤΗΣ

Μ' έχουν κυκλώσει από παντού άνθρωποι αρματωμένοι.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Είναι από εχθρούς ή Αργείτικος στρατός που σε φυλάγει;

ΟΡΕΣΤΗΣ

Όλ' οι πολίτες. Άφευκτα να σκοτωθώ εγώ πρέπει.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Ω άμοιρε, συ έφθασες στης δυστυχιάς τα βύθη.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Μονάχα εσέ η ελπίδα μου έχει τώρ' αποκούμπι
για τα δεινά. Καλόμοιρος εσύ, της ευτυχιάς σου
κάμε συντρόφους τους δικούς πούναι δυστυχισμένοι.
Μην απολαύης μοναχός όσα καλά κατέχεις,
μόν' τα δικά μας βάσανα μαζί μ' εμάς μοιράσου·
κι' απ' τον πατέρα όσα καλά έλαβες πλήρωσέ τα
σ' εκείνους όπου πρέπεται ν' αποδοθούν. Οι φίλοι,
στη δυστυχία αν δεν δείχνωνται, μονάχα τόνομα έχουν.

ΧΟΡΟΣ

Νά, ο Τυνδάρεως ο Σπαρτιάτης
έρχετ' εδώ με βαρύ βήμα,
με μαύρο πέπλο και κομμένα
για τη θυγατέρα του τα μαλλιά του.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Είμαι, Μενέλαε, χαμένος. Νά που έρχετ' εδώ πέρα
ο Τυνδάρεως και φοβούμαι παραπολύ τον ερχομό του
εξ αιτίας ό,τι έχω κάμει. Μικρός εγώ σαν ήμουν
μ' ανάτρεφε καταφιλώντας με και στην αγκαλιά του
το γυιό του Αγαμέμνονος βαστούσε, όμοια κ' η Λύδα,
κ' οι δυο τους μ' αγαπούσαν σαν τους Διοσκούρους.
Ω δύστυχη καρδιά! ω ψυχή μου, με ποιόν τρόπο
εγώ τους πλήρωσα! Με τι σκοτάδια
να σκεπάσω την όψιν μου. Σε ποια ομίχλη μέσα
να κρυφθώ για να ξεφύγω απ' του γέρου αυτού τα μάτια.

ΤΥΝΔΑΡΕΩΣ

Πού, πού θα ιδώ το Μενέλαο, τον άνδρα
της κόρης μου; Όταν χοές στον τάφο επάνω
της Κλυταιμήστρας έκανα, έμαθα πως είναι
στο Ναύπλιο φθασμένος με τη γυναίκα του, κατόπι
από τόσα χρόνια σώος. Οδηγήστε με κοντά του,
γιατί θέλω να τον χαιρετίσω στέκοντας δεξιά του,
τον φίλο αυτόν που ξαναβλέπω ύστερ' από καιρό τόσο.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Χαίρε, γέροντα, που ο Δίας στη δική σου έπεσε κλίνη.

ΤΥΝΔΑΡΕΩΣ

Χαίρε, ω Μενέλαε, από γάμο συγγενή μου!
Τι συφορά να μη γνωρίζω τα όσα να γενούν εμελότουν.
Ο μητροκτόνος αυτός Δράκος, που τον μισώ, εδώ ακόμη
καταραμένες αστραψιές σκορπά. Πώς είναι δυνατό σου
να μιλάς, Μενέλαε συ, με το κακούργο αυτό κεφάλι;

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Γιατί τάχα όχι; Ο γυιός είναι ενός πατέρα π' αγαπούσα.

ΤΥΝΔΑΡΕΩΣ

Από εκείνον γεννημένος αυτός εδώ είναι τάχα;

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Απ' αυτόν γεννήθη κ' είναι αξιολύπητος στη δυστυχιά του.

ΤΥΝΔΑΡΕΩΣ

Βάρβαρος έγεινες μένοντας καιρό πολύ με τους βαρβάρους.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Στους Έλληνες ταιριάζει να πονούν πάντα τους δικούς των.

ΤΥΝΔΑΡΕΩΣ

Μα και να μη θέλουν παραβάτες νάναι των νόμων.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Κάθε τι που νόμος είναι για τους σοφούς είναι δουλεία.

ΤΥΝΔΑΡΕΩΣ

Μίσησε τέτοια γνώμη· ποτέ μου εγώ δεν θα τη στέρξω.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Γιατί ο θυμός και τα γηρατειά μαζί κάτι σοφό δεν κάνουν.

ΤΥΝΔΑΡΕΩΣ

Γι αυτόν εδώ τι αγώνας χρειάζεται σοφίας;
Αν για όλους είναι φανερές οι καλές κ’ οι κακές πράξες,
ποιος απ' τους ανθρώπους όλους στάθηκε πιότερο από τούτον
άθλιος, που δεν εσεβάσθη ό,τι για όλους είναι δίκηο
και που δεν υποτάχθη στον κοινό νόμο των Ελλήνων;
Σαν ξεψύχησ' ο Αγαμέμνων λαβωμένος στο κεφάλι
απ' την κόρη μου, τούτο έγκλημα που δεν το εγκρίνω διόλου,
αυτός εδώ χρέος είχε με νόμιμη έγκληση το φόνο
να κυνηγήση και να διώξη τη μάννα του απ' το παλάτι.
Έτσι έπαινο θάξιζε στη δυστυχιά του και στο νόμο
θάδειχνε σέβας και θάμενε δίκαιος. Όμως τώρα
τον ίδιο σαν τη μάννα του Δαίμονα άκουσε, τι δίκηα
ένοχο κρίνοντάς την, έγεινε σκοτώνοντάς την
χειρότερος. Και μοναχά τούτο, Μενέλαε, θα ρωτήσω:
Αν η γυναίκα που θα μοιρασθή ένα μ' αυτόν κρεββάτι
τον σκοτώση κ' έτσι ο γυιός του τη μάννα του σκοτώση
κι' ο γυιός του πάλι το φόνο όμοια μ' άλλο φόνο ξεπληρώση,
πότε τάχα θα τελειώσουν όλες αυτές οι κακουργίες;
Γι' αυτό οι πατέρες μας έκριναν σοφά όσο για τούτα.
Έβγαλαν ορισμό να μη μένη στην πολιτεία όποιος
εστάθηκε φονηάς· ούτε και να συντυχαίνη τους πολίτες,
μόν' ώρισαν να εξιλεώνεται μ' εξορία κι' όχι
να σκοτώνεται κι' αυτός. Κι' αλήθεια, αν αλλέως ήταν,
πάντα θ' απόμεν' ένας, ο στερνός φονηάς, ξεχωρισμένος
για θάνατο. Κι' όσο για με, μισώ της άνομες γυναίκες
και την κόρη μου πρώτη, που τον άνδρα έχει σκοτώσει.
Κι' ούτε την Ελένη τη γυναίκα σου θε να επιδοκιμάσω,
κι' ούτε θα της μιλήσω κι' ούτε θα παινέσω εσέ που επήγες
στην Τροία μια κακή γυναίκα αποζητώντας· μα το νόμο
όσο μπορώ θα υπερασπίσω και της βάρβαρες συνήθειες
θα πολεμήσω, που έθνη καταστρέφουνε και πολιτείες.
Τι αισθάνθηκες, κακόμοιρε, σαν έδειξέ σου η μάννα
τα στήθια της παρακαλώντας σε; Εγώ που δεν είδα
το θλιβερό αυτό πράμμα βρέχω τα γεροντικά μου μάτια
με δάκρυα, εγώ ο δύστυχος. Κι' αλλέως τούτα μου τα λόγιο
τα βεβαιώνει τούτο — πως απ' τους θεούς είσαι μισημένος
και για τη μάννα σου παιδεύεσαι με μανίες και τρόμους.
Τι ανάγκη από μάρτυρες για πράμματα που θωρώ ατός μου;
Ξέρε το λοιπόν, Μενέλαε, πώς πρεπούμενο δεν είναι
στη θέληση των θεών ενάντια να βοηθήσης εσύ τούτον.
Άφησέ τον να πετροβοληθή απ' τους πολίτες, είδ' αλλέως
τη γη τη σπαρτιατική δεν θα πατήσης. Δίκηα
σκοτωμένη παιδεύτηκε η κόρη μου. Δεν ήταν όμως
νόμιμο να σκοτωθή απ' αυτόν. Ευτυχισμένος στάθηκα σε μύρια
εξόν από της κόρες μου. Κ' έτσι δεν είμ' ευτυχισμένος.

ΧΟΡΟΣ

Όποιος ευτυχισμένος είναι στα παιδιά του
κι' απ' αυτά συφορές δεν έλαβε μεγάλες,
είν' άξιος αυτός να τον ζηλεύουν.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Γέρω, δειλιάζω εναντίο σου να μιλήσω, γιατί θα πικράνω
την ψυχή σου. Άνομος εγώ είμ' αλήθεια έχοντας σκοτώσει
τη μάννα μου, όμως κ' ευσεβής είμαι γιατί τον πατέρα
εκδικήθηκα. Ώστε για τα γηρατειά σου ας μη μιλήσω
που με συγκινούνε. Κ' εις το δρόμο ας μπω τον ίσιο.
Σέβομαι τάσπρα μαλλιά σου. Τι έπρεπε λοιπόν να κάμω;
Δυο πράμματα λόγιασε. Πως ο πατέρας μου μ' έχει γεννήσει
κ' η κόρη σου στην κοιλιά μ' εβάσταξε, όμοια σαν το χωράφι,
που δέχεται απ' άλλον τη σπορά, γιατί γονή χωρίς πατέρα
δεν γίνεται. Κ' εσκέφθηκα πως χρέος είχα πριν απ' όλα
σ' εκείνον που μ' εγέννησε κι' όχι σ' αυτήν που ανάστησέ με.
Μα η κόρη σου — να την 'πω εγώ δεν τολμώ μάννα —
με σύνδεσμο αυτοκέφαλο και παράνομο πήγε σ' άλλου
το κρεββάτι. Κατηγορώντας την δική μου κατηγόρια κάνω.
Μα θα το πω. Στο σπίτι κρυφός της άνδρας ήτον
ο Αίγισθος. Τον σκότωσα. Κ' ύστερα σκότωσα τη μάννα
κάνοντας άνομο έργο, μα τον πατέρα μου εκδικώντας.
Κι' όσο για της φοβέρες σου, ότι θα βάλης με της πέτρες
να με σκοτώσουν, άκουσε τι έκαμα για όλη την Ελλάδα.
Αληθινά, αν οι γυναίκες έφθαναν σε τόση αυθάδεια ώστε
σκοτώνοντας τους άνδρες των να τρέχουν στα παιδιά τους
για να γλυτώσουν και ζητώντας ευσπλαχνία
τα μητρικά στήθη να δείχνουν, τότε βέβαια του ανδρός της
ο φόνος τιποτένιο πράμμα σε καθεμιά θενά φαινότουν
για οποιαδήποτε αφορμή. Μα εγώ κάνοντας τη φρικτή τούτη
πράξη, ως την λες, αφάνισα τέτοια συνήθεια.
Μεστός από δίκαιο μίσος φόνεψα τη μάννα μου που έτσι
πρόδωκε τον άνδρα της, που έλειπε κ' ήταν ηγεμόνας
του στρατού όλης της Ελλάδος, εκείνην που την κλίνη
τη συζυγική εκηλίδωσε. Γνωρίζοντας το σφάλμα της, μονάχη
δεν τιμωρήθηκε, αλλ' από φόβο μην τιμωρηθή απ' τον άνδρα
σκότωσε τον πατέρα μου. Μα τους θεούς — κι' αμαρτία κάνω
τους θεούς ονομάζοντας σε μια τέτοια πράξη φόνου —
αν σιωπώντας εδεχόμουν της μάννας μου την κακουργία,
τι θα μου έκαν' εκείνος που αδικοσκοτώθηκε; Της Εριννύες
δεν θα ξαπόστελλε το μίσος του να με παιδέψουν; Αν οι θεές
είναι της μάννας μου εκδικήτρες, το ίδιο δεν είν' κ' εκείνου,
που μεγαλύτερο άδικο έπαθε; Συ, γέρω, που μια κόρη τέτοια
εγέννησες, εσύ μ' αφάνισες. Γιατί απ' την αυθάδειά της
τον πατέρα μου εγώ χάνοντας έγεινα μητροκτόνος. Είν' αλήθεια
πως ο Τηλέμαχος δεν σκότωσε του Οδυσσέως τη γυναίκα.
Μα εκείνη άνδρ' άλλον δεν πήρε και τίμια έμεινε στο σπίτι.
Ξέρεις ο Απόλλων, που όντας στον αφαλό της γης μαντείες
βέβαιες δίνει στους θνητούς και τον υπακούωμε εμείς εις όλα,
ξέρεις τι επρόσταξε; Υπακούοντάς τον σκότωσα εγώ τη μάννα
τη δική μου. Κρίνε τον λοιπόν ασεβή και σκότωσέ τον.
Αυτός έσφαλε κι' όχι εγώ. Τι έπρεπ' εγώ να κάμω;
Ένας θεός δεν φθάνει για να με ξεπλύνη απ' την κηλίδα
που εξ αιτίας του έλαβα; Στο εξής ποιος θα μπορέση
να εξιλεωθη ποτέ, αν τώρ' αυτός που τέτοια επρόσταξέ με
δεν με γλυτώση από το σκότωμα; Μη λες πώς τούτ' η πράξη
δεν ήταν δίκαια, μόνο λέγε πως συφοριασμένη
ήταν για μας που την εκάμαμε. Η ζωή καλή είναι σ' όσους
θνητούς γάμο ευτυχισμένο τύχουν. Μα δυστυχισμένοι
στο σπίτι τους κ' έξω είναι όσοι σε κακό ξεπέσουν γάμο.

ΧΟΡΟΣ

Πάντα οι γυναίκες δυστυχία
στων ανθρώπων στάθηκαν τη μοίρα.

ΤΥΝΔΑΡΕΩΣ

Σαν τέτοιαν έχεις αυθάδεια και για σωστά δεν κρίνεις
τα λόγια μου, κ' έτσι μ' απαντάς ώστε με θλίψη να ποτίζης
την ψυχή μου, πιότερο μ' ανάβεις το σκοτωμό σου να ζητήσω.
Τόμορφο αυτό δώρο θα προσθέσω εις όσα φέρνοντας ήρθα
να στολίσω της κόρης μου τον τάφο. Θαύρω τους Αργείους
που εσυνάχθηκαν για τούτο· και την πόλι, που το θέλει κι' όλα,
θα παρακινήσω να θανατώση σας πετροβολώντας
σένα και την αδελφή σου. Εκείνη πιότερο από σέν' αξίζει
να θανατωθή, που σ' έσπρωξ' ενάντια της μάννας λέγοντάς σου
λόγια εχθρικά, όνειρ' από τον Αγαμέμνονα σταλμένα
κι' απ' του Αιγίσθου κλίνη. Είθε να την κυνηγούνε
με το μίσος των οι υποχθόνιοι θεοί, γιατί στη γην επάνω
τόσο τους ήτον μισητή, που για να καταφύγη δεν ευρήκε
παρά τόπο φλογερώτερο απ' τη γη του Ηφαίστου. Ετούτο,
Μενέλαε, σου λέω εγώ και θα το κάμω. Αν σ' υπόληψι έχης
τη φιλία μου και τη συγγένειά μας, μη τον υπερασπίσης
απ' το θάνατο παρά των θεών τη γνώμη, αλλ' άφησέ τον
με της πέτρες να τον σκοτώσουν οι πολίτες, ειδ' αλλέως
στη γη τη Σπαρτιατική δεν θα ξανάρθης. Τούτο σκέψου
που άκουσες· κι' ασεβείς φίλους μην προτιμήσης
αντί δίκαιους. Οδηγήστε με, υπηρέτες, έξω.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Φύγε λοιπόν! για να εξακολουθήσωμε να πούμε
τα πρεπούμενα εμείς δίχως να τ' ακούν τα γηρατειά σου.
Μενέλαε, πού πας εσύ αντιγνωμίες έχοντας στο νου σου;

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Άφησέ με. Κρίνοντας δεν ξέρω από πού να στρέψω.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Μη λοιπόν αποφασίσης. Πριν λάβης απόφαση άκουσέ με.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Μίλησε. Μ' αρκετά είπες. Κάποτε πιότερο η σιωπή αξίζει
κι' άλλοτε καλύτερος ο λόγος παρ' η σιωπή είναι.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Λέω λοιπόν. Οι μακροί λόγοι τους πιο σύντομους νικούνε
και πιο ευκολονόητοι είναι. Από το βιος σου μη μου δώσης
τίποτε, Μενέλαε, μ' απ' τον πατέρα μου ό,τι έλαβες δος μου.
Δεν μιλώ για πλούτια. Μόνο πλούτος έχω να μου σώσης
τη ζωή, πούν' ό,τι αγαπητότερο έχω. Αν έσφαλα, όμως
για το κακό που έκαμα είναι σωστό από σε να λάβω
προστασία, ας είναι κι' άδικη. Ο πατέρας μου ο Αγαμέμνων
άδικα συναθροίζοντας όλη την Ελλάδα στην Ίλιο πήγε
όχι για δική του αιτία, μόνο για να εκδικηθή το σφάλμα
και την αδικία της γυναίκας σου. Γι' ανταπόδοσι ώστε πρέπει
να μου σταθής βοηθός. Κινδύνεψε το κορμί του εκείνος
για σέν' αγωνιζόμενος στης μάχες για να ξαναπάρης
τη γυναίκα σου, όπως φίλος να φερθή σε φίλο του ταιριάζει.
Απόδοσέ μου λοιπόν ό,τι από κείνον έλαβες, αγώνα
όχι δέκα χρονών, μα μιας ημέρας κάνοντας για να με σώσης.
Για τη θυσία της αδελφής μου στην Αυλίδα, δεν τη ζητάω
θυσία και συ την Ερμιόνη σου να κάμης, γιατί δίκηο
έχεις να ζητής πιότερ' από μένα, όπως είμαι τώρα,
και πιότερα χρωστώ εγώ να σου δώσω. Μόνο τη ζωή μου
απόδοσε στον άμοιρο πατέρα μου και τη ζωή της αδελφής μου,
που απόμεινε τόσο καιρόν παρθένα, γιατί αν αποθάνω
άτεκνο θ' αφήσω το πατρικό μου σπίτι. Θα πης ίσως
πως δεν σου είναι δυνατό; Μα οι φίλοι στης ενάντιες ώρες
πρέπει τους φίλους να βοηθούν. Όταν είν' καλ' η Τύχη
τι χρεία οι φίλοι; Κι' όταν ο θεός να μας βοηθήση
βουληθή, δεν έχουμε άλλου ανάγκη. Οι Έλληνες πιστεύουν
πως την γυναίκα σου αγαπάς και δεν στο λέω να σε κολακέψω.
Στ' όνομα της σ' ικετεύω. Ω δύστυχος στης συμφορές μου!
Πού εκατάντησα! Και τι μέλλεταί μου ακόμη να υποφέρω;
Στ' όνομα όλων των δικών σου σε ικετεύω. Του πατέρα
του δικού μου αδελφέ, θείε, βάλε στο νου σου πως ακούει
εκείνος απ' των νεκρών τη γη, πως η ψυχή του φτερουγίζει
εδώ και σου λέει ό,τι σου λέω εγώ. Πνιγμένος στα δάκρυα,
στους στεναγμούς και στην οδύνη σου τα λέγω και ζητώ σου
τη ζωή, που όλοι την ποθούν, όχι εγώ μονάχα.