The Project Gutenberg eBook of Οιδίπους επί Κολωνώ
Title: Οιδίπους επί Κολωνώ
Author: Sophocles
Translator: El. P. Voutierides
Release date: April 5, 2012 [eBook #39382]
Most recently updated: January 28, 2020
Language: Greek
Credits: Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinides
Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. A table of corrections has been taken into account. The spelling of the book has not been changed otherwise. Missing text from the tragedy has been replaced by the translator by metric syllables
Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Ο πίνακας διορθώσεων έχει ληφθεί υπόψη. Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως έχει. Στίχοι που λείπουν έχουν αντικατασταθεί από τον μεταφραστή με μετρικές συλλαβές
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
ΣΟΦΟΚΛΗΣ
ΟΙΔΙΠΟΥΣ ΕΠΙ ΚΟΛΩΝΩ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
ΗΛΙΑ Π. ΒΟΥΤΙΕΡΙΔΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΕΞΗ
ΥΠΟΘΕΣΙΣ
Ο «Οιδίπους επί Κολωνώ» είναι κάπως συνδεδεμένος με τον «Οιδίποδα Τύραννον». Αφού δηλαδή εδιώχθη από την πατρίδα του ο Οιδίπους, γέρων πλέον, φθάνει εις τας Αθήνας, οδηγούμενος από την θυγατέρα του Αντιγόνην· διότι αι θυγατέρες ηγάπων τον πατέρα των περισσότερον από τους υιούς του. Φθάνει δε εις τας Αθήνας, καθώς λέγει ο ίδιος, κατόπιν χρησμού του Πυθικού μαντείου, ότι θ' απέθνησκε πλησίον των σεμνών λεγομένων θεών.
Κατ' αρχάς λοιπόν γέροντες εγχώριοι, από τους οποίους συνίσταται ο Χορός, μαθόντες την άφιξίν του συναθροίζονται και διαλέγονται προς αυτόν. Κατόπιν έρχεται η Ισμήνη και του αναγγέλλει την έριδα των υιών του και την μέλλουσαν άφιξιν προς αυτόν του Κρέοντος, ο οποίος και, ελθών διά να τον φέρη πάλιν εις τας Θήβας, αναχωρεί άπρακτος.
Ο Οιδίπους, αφού κατέστησε γνωστόν εις τον Θησέα τον χρησμόν, αποθνήσκει πλησίον του ναού των σεμνών θεών.
Το δράμα τούτο είναι από τα πλέον αξιοθαύμαστα· το έγραψε δε ο Σοφοκλής, γέρων πλέον, χαριζόμενος όχι μόνον εις την πατρίδα του, αλλά και εις τον ιδιαίτερόν του δήμον, διότι κατήγετο από την Κολωνίδα φυλήν. Διά του δράματος τούτου ηθέλησεν ο Σοφοκλής να εξυμνήση τον δήμον του και να χαροποιήση τους Αθηναίους δι' όσων λέγει ο Οιδίπους, ότι η πόλις των θα είναι απόρθητος και ότι θα νικήσουν τους Θηβαίους προμαντεύων ότι θα πολεμήσουν ποτέ με αυτούς και ότι κατά τους χρησμούς θα τους νικήσουν εξ αιτίας του τάφου του.
Η σκηνή του δράματος υπόκειται εις την Αττικήν κατά τον Ίππειον Κολωνόν, πλησίον του ναού των σεμνών θεών. Ο Χορός αποτελείται από άνδρας Αθηναίους, προλογίζει δε ο Οιδίπους.
ΠΡΟΣΩΠΑ
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
ΞΕΝΟΣ
ΧΟΡΟΣ ΑΤΤΙΚΩΝ ΓΕΡΟΝΤΩΝ
ΙΣΜΗΝΗ
ΘΗΣΕΥΣ
ΚΡΕΩΝ
ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ
ΑΓΓΕΛΟΣ
ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ
ΟΙΔΙΠΟΥΣ ΕΠΙ ΚΟΛΩΝΩ
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Ω Αντιγόνη μου, παιδί γέρου τυφλού, σε τόπους
ποιους έχουμ' έλθει ή σε ποιανών ανθρώπων πολιτεία;
Ποιος τώρα τον Οιδίποδα, που τριγυρνάει στα ξένα,
θα τον δεχτή πονετικά με τόσο λίγα δώρα,
που κι' αν γυρεύη λιγοστά, μα παίρνει κι' απ' το λίγο
ακόμη πιο λιγώτερο, κι' αυτό αρκετό για μένα;
Γιατί τα τόσα βάσανα και τα πολλά μου χρόνια,
και τρίτη η καρδιωσύνη μου μ' έμαθαν να υπομένω.
Όμως, παιδί μου, πουθενά καν' αποκούμπι αν βλέπης
πάνω στο δρόμον ή σιμά σε δάσος, που ταμένο
είναι στους θεούς, σταμάτα με και βάλε με να κάτσω
για να ρωτήσουμε σε ποιο φτάσαμε τάχα μέρος.
Γιατί σαν ξένοι ερχόμαστε να μάθουμε απ' τους ντόπιους
και τα όσα θε ν' ακούσουμε να κάνουμε.
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Πατέρα,
δυστυχισμένε Οιδίποδα, τα κάστρα, που φυλάνε
την πολιτεία, βρίσκουνται μακριά μας, καθώς βλέπω·
κι' ο τόπος τούτος άγιος μου φαίνεται πως είναι,
γιατί γεμάτο τον θωρώ με δάφνη, ελιές κι' αμπέλια·
και μέσ' απαλοφτέρουγα γλυκολαλούν αηδόνια.
Εδώ, στην απελέκητη την πέτρα τούτη κάτσε·
γιατί κι' ο δρόμος πούκαμες είναι πολύς για γέρο.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Λοιπόν να κάτσω βάλε με και τον τυφλόν έχ' έγνοια.
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Το ξέρω πια· να μου το πης αυτό δεν είν' ανάγκη.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Μπορείς, αλήθεια, να μου πης σε ποιο φτάσαμε μέρος;
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Ναι· την Αθήνα ξέρω την· τον τόπον όμως όχι.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Γιατί μας τόλεγεν αυτό καθένας στρατοκόπος.
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Ποιος είναι ο τόπος κάπου εδώ να πάω μήπως και μάθω;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Ναι, ναι, παιδί μου, κι' αν μπορή κανείς εδώ να κάτση.
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Μα κατοικέται· όμως θαρρώ πως πια δεν είναι ανάγκη
να πάω, γιατί έναν άνθρωπο σιμά μας βλέπω.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Αλήθεια,
ερχάμενο ίσα κατά μας, τρέχοντας προς τα δώθε;
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Μα νάτος είναι και παρών κι' ό,τι θαρρείς πως είναι
πρεπούμενο για να του λες, λέγε, γιατί κοντά είναι.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Ω ξένε, ακούγοντας αυτή, που για τους δυο μας βλέπει,
ότι με το καλό έρχεσαι συ, που τον τόπο ξέρεις,
να πης τα όσα δεν ξέρουμε . . . .
ΞΕΝΟΣ
Πριν να ρωτάς περσότερα, φεύγα απ' αυτό το μέρος,
γιατί σε τόπο βρίσκεσαι, που είναι αμαρτία να μπαίνης.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Ποιος είναι ο τόπος; ποιου θεού λογιέται κατοικία;
ΞΕΝΟΣ
Ανέγγιχτος κι' απάτητος. Γιατί τον κατοικούνε
οι τρομερές θεές, της Γης οι κόρες και του Σκότου.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Ποιών το σεβάσμιο τ' όνομα γροικώντας θα μπορούσα
να τους προσπέσω;
ΞΕΝΟΣ
Εδώ ο λαός κράζη τες Ευμενίδες,
που όλα τα βλέπουνε· κι' αλλού μ' άλλο όνομα τις κράζουν.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Όμως τον παρακαλεστή πονετικά ας δεχτούνε,
γιατί πια εγώ απ' το κάθισμα του τόπου αυτού δε θάβγω.
ΞΕΝΟΣ
Τι θες να πης;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Πως είναι αυτό της μοίρας μου σημάδι.
ΞΕΝΟΣ
Μα να σε διώξω μήτ' εγώ τ' αποκοτώ, αν δε θέλη
η πολιτεία και προτού μου πούνε τι να κάμω.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Σ' ορκίζω, ξένε, στους θεούς, μη με καταφρονέσης,
τέτοιο ζητιάνο, να μου πης τα όσα παρακαλώ σε.
ΞΕΝΟΣ
Λέγε· από εμέ τουλάχιστο δε θάβρης καταφρόνια.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Ποιος είναι ο τόπος το λοιπόν αυτός, όπου έχουμ' έμπει;
ΞΕΝΟΣ
Γροικώντας όσα ξέρω εγώ κ' εσύ θα μάθης· όλος
ο τόπος τούτος άγιος είναι· και τον συχνάζει
ο Ποσειδών ο σεβαστός κι' ακόμη κι' ο Τιτάνας
ο φωτοκράτορας θεός ο Προμηθέας· το μέρος,
που εσύ πατείς, της γης αυτής το λεν χαλκό κατώφλι
και της Αθήνας στήριγμα· κ' οι τόποι οι κοντινοί του
καυχιούνται ότι έχουν αρχηγό τον αλογάρη τούτο
τον Κολωνό και φέρνουνε τ' όνομα το δικό του·
κι' όλοι το ίδιο του όνομα τώχουν για παρανόμι.
Τέτοια είναι αυτά, που τα τιμούν, ω ξένε, όχι με λόγια
αλλά πολύ περσότερο με το προσκύνημά τους.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Λοιπόν κάθουνται κι' άνθρωποι σ' αυτούς εδώ τους τόπους;
ΞΕΝΟΣ
Και βέβαια συνονόματοι με το θεόν ετούτον.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Εξουσιάζει τους κανείς ή κυβερνάει το πλήθος;
ΞΕΝΟΣ
Και τούτοι ορίζονται από το βασιλιά της χώρας.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Ποιος είναι αυτός, που σε βουλή και πόλεμο είναι πρώτος;
ΞΕΝΟΣ
Θησέας λέγεται, παιδί του παλαιού του Αιγέα.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Τάχα θα πάη κανένας σας σ' αυτόν μαντατοφόρος;
ΞΕΝΟΣ
Και τι να κάμη ή τι να πη μαντάτορας αν πάη;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Πως, αν βοηθήση λιγοστά, μεγάλα θα κερδίση.
ΞΕΝΟΣ
Και ποια η βοήθεια απ' άνθρωπο, που δε μπορεί να βλέπη;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Αληθινά θε να τα ειπώ όλα όσα θε να λέω.
ΞΕΝΟΣ
Τώρα γνωρίζεις, φίλε μου, πως δε θε ν' αμαρτήσης;
Αφού είσαι γενναιόκαρδος και μέσ' στη δυστυχία,
(1)
καθώς το βλέπω, πρόσμενε αυτού, που πρωτοφάνης,
ως που να πάω να τα ειπώ σ' αυτούς εδώ τους ντόπιους,
όχι στη χώρα· γιατί αυτοί για εσέ θ' αποφασίσουν,
αν πρέπει εσύ να μένης ή δρόμο ν' αρχίσης πάλι.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Αληθινά, παιδάκι μου, μας έφυγεν ο ξένος;
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Έφυγε· κ' έτσι δύνεσαι, πατέρα, μ' ησυχία
να προσεύχεσαι, γιατί εγώ μονάχα είμαι σιμά σου.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Αγριομμάτες δέσποινες, αφού στη χώρα τούτη
κάθισα παρακαλεστής στο κάθισμά σας πρώτα,
μη φανήτε σκληρόκαρδες σ' εμένα και στο Φοίβο,
που σίντας μου προμάντευε τις συφορές εκείνες
προείπε μου αυτόν τον τελειωμόν, αφού καιρός περάση,
όταν ερθώ στον υστερνό τον τόπον, όπου θάβρω
την κατοικία των σεμνών θεών και φιλοξένια,
εκεί και τη βαριόμοιρη ζωή μου θα τελειώσω,
διάφορο, αν κάτσω, φέρνοντας σ' αυτούς που με δεχτούνε,
και χαλασμό στους μ' έστειλαν, σ' αυτούς που μ' αποδιώξαν.
Και μου μηνούσεν ότι αυτών σημάδια θε ναρθούνε
κάποιος σεισμός, κάποια βροντή, κάποια του Δία λάμψη.
Κ' ένοιωσα τώρα, πως αυτός ο δρόμος να με φέρη
στο δάσος τούτο βέβαια σημάδι είναι δικό σας
αληθινό· γιατί ποτέ δε θα συναπαντιόμουν
στο διάβα μου πρώτα μ' εσάς, φρόνιμος μ' Ερινύες,
(2)
και δε θε να καθόμουνα πάνω σ' αυτή την πέτρα
τη σεβαστή κι' αδούλευτη. Μα τώρα πια, θεές μου,
σύμφωνα με του Απόλλωνα τις προφητείες δόστε
σ' εμένα κάποιο θάνατο και τελειωμό της ζήσης,
εξόν, αν με νομίζετε πως λίγο τυραγνιούμαι,
ενώ πάντα τα βάσανα τα πιο τρανά υποφέρνω.
Εμπρός, ω γλυκοπόθητα παιδιά του αρχαίου Σκότου,
εμπρός, ω συνονόματη της δυνατής Παλλάδας
Αθήνα, πιο αξετίμητη από τις χώρες όλες,
τον ίσκιο αυτόν του Οιδίποδα τον άθλιο λυπηθήτε,
γιατί δεν είναι βέβαια τούτο τ' αρχαίο κορμί μου.
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Σώπα, γιατί εδώ έρχουνται κάποιοι πολυχρονίτες
γέροι, για να εξετάσουνε κρυφά το κάθισμά σου.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Και νά, σωπαίνω· μα κ' εσύ βγάλε με από το δρόμο
και μέσ' στο δάσος κρύψε με, ως που ν' ακούσω τούτους
ποια λόγια θε να πουν· γιατί καθένας, άμα ξέρη
τα πράματα, με προσοχή τις πράξες του οργανίζει.
ΧΟΡΟΣ
Στροφή α'.
Κύττα· ποιος ήταν τάχα;
πού στέκεται; πού νάναι
σαν έφυγε από δώθε
ο απόκοτος αυθάδης;
Ξέταζε· ζήταγέ τον,
σ' όλα τα μέρη ψάχνε·
κάποιος πλανητεμένος,
πλανητεμένος είναι
ο γέρος, όχι ντόπιος.
Αλλιώς αυτός ποτέ του
δεν ήθελε σιμώσει
στ' απάτητο το δάσος
των φοβερών παρθένων,
που δεν αποκοτούμε
να πούμε τ' όνομά τους
και που τις προσπερνούμε
χωρίς να τις κυττάμε,
χωρίς να πούμε λέξη,
και σαν βουβοί τα χείλη
κινώντας, με το νου μας
τις βαθυπροσκυνάμε.
Μα τώρα λεν, ότι ήλθε
κάποιος, που δεν τις τρέμει,
που εγώ, κι' αν όλο φέρνω
το δάσος γύρα, ακόμη
δε δύνουμαι να μάθω
πού τάχατε να μου είναι.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Εγώ είμαι εκείνος, που ζητάτε·
(3)
γιατί με τη φωνή σας βλέπω
εσάς, που μου μιλάτε.
ΧΟΡΟΣ
Πω, πω!
Φοβερός και στη θωριά,
φοβερός και στη φωνή.
(4)
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Παρακαλώ σας, γι' άνομο μη με νομίστε.
ΧΟΡΟΣ
Δία προστάτη, ο γέροντας ποιος τάχα νάναι;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Κάποιος, που δεν ταξίζει
να τον καλοτυχίστε,
βλεπάτορες του τόπου
αυτού. Και τ' αποδείχνω·
γιατί δε θα σερνόμουν
εδώ με ξένα μάτια
και δε θα στηριζόμουν
μεγάλος σε μικρή.
ΧΟΡΟΣ
Αντιστροφή α.
Ω! μάτια χαλασμένα!
(5)
τάχα είσαι κακομοίρης
από γεννησιμιό σου;
πολύχρονος, αλήθεια,
μου φαίνεται πως είσαι.
Μα όσο από μένανε είναι,
στις τόσες συφορές σου
δε θα προσθέσης τώρα
και τούτες τις κατάρες.
Γιατί τραβάς εμπρός.
Όμως για να μη πέσης
μέσ' στη βαθειά λαγκάδα,
όπου φωνή καμμία
να γροικηθή δεν πρέπει,
όπου και το κροντήρι
από νερό γεμάτο
σμίγει με το ποτάμι
των ιερών πιστώνε,
(6)
καλά απ' αυτά φυλάξου,
δυστυχισμένε ξένε,
μετατοπίσου, έξω έβγα.
Διάστημα μεγάλο
εσέ κ' εμάς χωρίζει.
Ακούς, βασανισμένε
τριγυριστή; κι' αν ίσως
να μου απαντήσης θέλης
για όσα σου λέω, λέγε,
αφού απ' τ' απάτητα έβγης,
εκείθε όπουθε ο νόμος
σ' όλους να λεν ορίζει.
Μα πριν μιλιά μη βγάλης.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Κόρη μου, σαν τι ν' αποφασίσω;
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Πατέρα, πρέπει προσοχή να δίνουμε στους ντόπιους
υποχωρώντας στα σωστά κ' υπάκουοι να φανούμε.
(7)
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Πιάσε το χέρι μου λοιπόν.
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Και νά που σε κρατάω.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Ω ξένοι, ας μην αδικηθώ με το να σας πιστέψω
κι' από εδώ πέρα βγαίνοντας.
ΧΟΡΟΣ
Στροφή β'.
Ποτέ άθελά σου, γέρο,
από τα καταφύγια σου κανείς δε θα σε βγάλη.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Να προχωρήσω;
ΧΟΡΟΣ
Προχώρα.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Ακόμη;
ΧΟΡΟΣ
Τράβα τον, κόρη,
πιο πέρα ακόμη,
γιατί εσύ βλέπεις.
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Λοιπόν ακλούθα,
πατέρ' ακλούθα
με τυφλού πόδι
όπου σε φέρνω.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
— — — —
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
υυυ — υυ — υ —
υ-υυ-
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
—- — υυ-
ΧΟΡΟΣ
Υπόμενε στα ξένα,
βασανισμένε ξένε,
μίσος να δείχνης σ' ό,τι
εχτρεύεται κ' η χώρα,
και σέβας νάχης σ' ό,τι
της είναι αγαπημένο.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Λοιπόν οδήγα με, παιδί μου,
εκεί, όπου εύλαβα πατώντας,
(8)
θε να μπορέσουμε να πούμε
και να γροικήσουμε συνάμα,
κι' όχι ας μη λέμε στην ανάγκη.
ΧΟΡΟΣ
Αντιστροφή β'.
Αυτού στάσου· μη βγάνης άλλο
το πόδι σου έξω από το μέρος,
που είναι μπροστά σ' αυτή την πέτρα.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Έτσι;
ΧΟΡΟΣ
Αρκετά, καθώς ακούς.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Να κάτσω;
ΧΟΡΟΣ
Αφού στα πλάγια
της πέτρας λίγο γύρης.
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Αυτό πατέρα, είναι δουλειά δική μου·
δίπλωσ' το πόδι σου ήσυχα
(9)
απά στάλλο . . . .
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Ωιμένα, ωιμένα, αλλοίμονό μου!
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
αφού το γέρικο κορμί σου πάνω
στο φιλικό το χέρι μου ακουμπήσης.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Ωιμένα, ωιμένα, μαύρη συφορά μου!
ΧΟΡΟΣ
Βασανισμένε! τώρα,
που βρήκες ησυχία,
για πες τι άνθρωπος είσαι;
Ποιός είσαι ο κακομοίρης,
που σ' οδηγάνε; τάχα
μπορώ από εσέ να μάθω
από πατρίδα ποια είσαι;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Επωδός.
Ω ξένοι! αποδιωγμένος
μα μη . . .
ΧΟΡΟΣ
Γέροντα, τι είναι
αυτό, που απαγορεύεις;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Μη, μη, μη με ρωτήσης
ποιος είμαι, μη ζητήσης
περσότερα να μάθης.
ΧΟΡΟΣ
Γιατί;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Μαύρη η γενιά μου.
ΧΟΡΟΣ
Λέγε.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Παιδί μου, ωιμένα,
σαν τι να φανερώσω;
ΧΟΡΟΣ
Ω ξένε, από πατέρα
ποια είναι η γενιά σου λέγε.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Μαύρος εγώ! τι πρέπει,
παιδάκι μου, να κάμω;
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Λέγε, αφού πια σιμώνεις
σε κίνδυνο μεγάλο.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Θα ειπώ· γιατί δε βλέπω
το πώς θα τ' αποφύγω.
ΧΟΡΟΣ
Αργείς πολύ, μα βιάσου.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Ξέρετε κάποιον πούναι
του Λάιου παιδί;
ΧΟΡΟΣ
Πω, πω!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Και τη γενιά
των Λαβδακίδωνε;
ΧΟΡΟΣ
Θεέ!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Τον κακομοίρη Οιδίπου;
ΧΟΡΟΣ
Λοιπόν εσύ είσ' εκείνος;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Μην τρέμετε καθόλου
για τα όσα λέω.
ΧΟΡΟΣ
Πω! πω!
κακόμοιρε, πω, πω!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Τι θα μας λάχη τάχα,
κόρη μου;
ΧΟΡΟΣ
Από τη χώρα
έξω μακριά φευγάτε.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Και κείνα πούχες τάξει
πώς θε να τα πληρώσης;
ΧΟΡΟΣ
Κανείς από τη μοίρα του την παίδεψη δεν παίρνει,
αν στις παλιές του συφορές την τιμωρία φέρνη·
μα όταν το πρώτο γέλασμα συγκρίνεται με τάλλο,
δε φέρνει τη χαρά αμοιβή παρά καημό μεγάλο.
Κ' εσύ από τα καθίσματα τούτα και πάλι φεύγα,
σαν ξορισμένος πάλι
από τη χώρα μου έβγα,
μήπως στη πολιτεία μου φέρης ζημιά μεγάλη.
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Ω ξένοι μου ψυχόπονοι, αφού δεν υποφέρετε
το γέρο μου πατέρα,
γιατί τις πράξες που έκαμε χωρίς τη θέλησή του
απ' ακουστά τις ξέρετε,
όμως εμέ, παρακαλώ, τη δόλια θυγατέρα
να λυπηθήτε ξένοι.
Μόνο για τον πατέρα μου στα πόδια σας πεσμένη
προσκλαίγουμαι, θωρώντας σας με μάτια όχι βλαμμένα.
Σαν νάμουνα κ' εγώ δική σας γέννα
παρακαλώ, ξένοι, από εσάς λύπηση ο δόλιος νάβρη·
από τ' εσάς κρεμόμαστε σαν από θεόν οι μαύροι.
Έλα, την αναπάντεχην υποσχεθήτε χάρη,
θερμοπαρακαλώ σας
σ' ότι αγαπάτε πιο πολύ, παιδί σας ή ζευγάρι
ή πράματα ή θεό σας.
Γιατί κ' εσείς προσεχτικά κοιτώντας δεν μπορείτε
κανέναν άνθρωπο να ιδήτε,
που να μπορή μακρυά να διώχνη
τη συφορά του, ανίσως θεός πάνω σ' αυτήν τον σπρώχνη.
ΧΟΡΟΣ
Μάθε παιδί του Οιδίποδα, πως για τις συφορές σας
το ίδιο λυπόμαστε κ' εσέ κι' αυτόν μα δε μπορούμε,
γιατί πολύ φοβούμαστε τα όσα οι θεοί προστάζουν,
απ' όσα τώρα σούπαμε περσότερα να πούμε.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Λοιπόν απ' το καλό όνομα ή τη μεγάλη δόξα,
όταν του κάκου χύνεται, τι διάφορο απομένει,
ανίσως θεοφοβούμενη λεν την Αθήνα ότ' είναι
κι' ότι μονάχ' αυτή μπορεί τον κακομοίρη ξένο
να σώζη και μονάχ' αυτή να τόνε διαφεντεύη;
Μα αυτά για μένα που είναι τα; εσείς που με σηκώστε
απ' τα καθίσματά μου αυτά με διώχνετε κατόπι,
γιατί κατατρομάξατε μονάχ' απ' τόνομά μου·
βέβαια μόνο το σώμα μου μήτε και τα έργατά μου
το φόβο δε σας έφερεν· αφού με τα έργατά μου
εγώ έπαθα περσότερο κι' άλλος δεν βλάβη· ή πρέπει
να σου ιστορώ το ριζικό της μάννας και του κύρη
(10)
που είναι αφορμή του φόβου σου; αυτό καλά το ξέρω.
Κι' όμως πως είμαι εγώ κακός, που κι' όταν αδικιόμουν
διαφεντευόμουν τόσο που, ανίσως ενεργούσα
φρόνιμα, δε θα γίνομουν κακός όπως και τώρα;
Μα τώρα δίχως τίποτα να ξέρω ήλθα, όπου ήλθα,
ενώ κακόπαθα απ' αυτούς που ξέραν πως χανόμουν.
Γι' αυτά στους θεούς ορκίζω σας, παρακαλώ σας, ξένοι,
όπως με βγάλτε απ' το κακό έτσι και να με σώστε
(11)
και μη, αφού σέβεστε τους θεούς, τους αψηφάτε διόλου,
μα να θαρρήτε πως αυτοί θρήσκους κι' άθρησκους βλέπουν
και πως ως τώρα δα άθεος δεν έχει τους γλυτώσει.
Με τη βοήθεια των θεών εσύ μη μουτζουρώσης,
σ' έργ' άδικα δουλεύοντας, τη δοξασμένη Αθήνα,
μα, όπως τον παρακαλεστή στην προστασία σου πήρες,
βοήθα με και σώσε με· και μη το πρόσωπό μου
το τόσον άγριο βλέποντας, μη με καταφρονέσης,
γιατί ήρθα θεοφοβούμενος και με τους θεούς προστάτες
κι' όφελος φέρνοντας σ' αυτούς που κατοικούν τη χώρα.
Κι' όταν εδώ φτάση ο άρχοντας, που βασιλιάς σας είναι,
τότε, γροικώντας με καλά, θα μάθη όλα τα πάντα.
Μα εσύ στ' ανάμεσα κακός μη γίνεσαι καθόλου.
ΧΟΡΟΣ
Να σεβαστούμε, γέροντα, τους στοχασμούς σου ανάγκη
μεγάλη είναι, γιατί τάχεις πωμένα
με βαρυά λόγια. Και γι' αυτά ο βασιλιάς της χώρας
ν' αποφασίση είν' αρκετό για μένα.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Και πού είναι τώρα ο βασιλιάς της χώρας τούτης, ξένοι;
ΧΟΡΟΣ
Μένει στην πολιτεία του, που απ' τον πατέρα του έχει,
μα πάει μαντάτορας σ' αυτόν εδώ να τόνε φέρη
εκείνος, που με φώναξε κ' εμέναν' εδώ πέρα.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Αλήθεια, το πιστεύετε πως θάχη καμμιάν έγνοια
ή σεβασμό για τον τυφλόν, ώστε ναρθή σιμά μας;
ΧΟΡΟΣ
Το δίχως άλλο, τη στιγμή που τ' όνομά σου ακούση.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Και ποιος αυτός, που θε να πη σ' εκείνον τ' όνομά μου;
ΧΟΡΟΣ
Μακρύς ο δρόμος· μα οι ομιλιές των στρατοκόπων τόχουν
συνήθειο να διαδίνουνται, που ακούγοντάς τες κείνος,
μην απελπίζεσαι, θαρθή· τι το όνομά σου γέρο,
έφτασεν ως στ' αυτιά ολονών, που κι' αν βαριέται από ύπνο,
(12)
εδώ θε νάρθη γλήγορος, ακούγοντας για σένα.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Ας έρθη καλορρίζικος για με και για τη χώρα,
γιατί ποιος μεγαλόκαρδος δε θέλει το καλό του;
(13)
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Θεέ, τι να πω; πατέρα μου, στο νου μου τι να βάλω;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Τι είν' Αντιγόνη μου;
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Θωρώ, καβάλλα απάς σε μούλα
κάποια γυναίκα νάρχεται σιμά μας· στο κεφάλι
σκιάδι φορεί θεσσαλικό να της κρατάη τον ήλιο.
Σαν τι να πω;
Τάχατες είναι; τάχατες δεν είναι; ή κάνω λάθος;
Και λέω και ξελέω το και τι να πω δεν ξέρω.
Ω την καημένη!
δεν είναι άλλη· χαρούμενη βέβαια με τα μάτια
με χαιρετάει σιμώνοντας, και τούτο φανερώνει
πως είναι δίχως άλλο αυτή η αδελφή μου Ισμήνη.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Τι είπες, παιδί μου;
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Πως θωρώ την κόρη σου κ' εμένα αδερφή μου·
κι' απ' τη φωνήν αμέσως θα το νοιώσης.
ΙΣΜΗΝΗ
Ω δυο μου ονόματα γλυκά, πατέρα κι' αδερφή μου,
με κόπο αφού σας εύρηκα, μόλις τώρα και πάλι
απ' τα πολλά μου δάκρυα σας βλέπω.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Ήλθες, παιδί μου;
ΙΣΜΗΝΗ
Πατέρα μου κακόμοιρε, που δε μπορείς να βλέπης.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Παιδί μου φανερώθηκες;
ΙΣΜΗΝΗ
Όχι με δίχως κόπο.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Αγκάλιασέ με, κόρη μου.
ΙΣΜΗΝΗ
Νά, και τους δυο σας πιάνω.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Ω σπλάχνο μου ιδιοαίματο.
ΙΣΜΗΝΗ
Ω κακοτυχοζώντας.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Εγώ και τούτη δα;
ΙΣΜΗΝΗ
Κ' εγώ η κακομοίρα τρίτη.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Για λόγο ποιο ήλθες, κόρη μου;
ΙΣΜΗΝΗ
Να σε νοιαστώ, πατέρα.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Μόνο απ' αγάπη;
ΙΣΜΗΝΗ
Και να πω κάτι σ' εσένα η ίδια,
μ' ένα μονάχα δούλο μας, που μπιστεμένον είχα.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Και οι δυο λεβέντες αδερφοί που είναι να κοπιάζουν;
ΙΣΜΗΝΗ
Είν' εκεί πούναι· τρομερά τα τωρινά σ' εκείνους.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Ω κείνοι, πώς παρώμοιασαν σ' όλα με τα συνήθεια
της Αίγυπτος, στο φυσικό και στης ζωής τον τρόπο·
γιατί κ' εκεί ταρσενικά μέσα στο σπίτι μένουν
τον αργαλειό δουλεύοντας, ενώ οι γυναίκες πάντα
έξω γυρεύουν τη θροφή. Και από εσάς, παιδιά μου,
εκείνοι, που ήτανε σωστό να τα υποφέρουν τούτα,
μέσα στο σπίτι μένουνε κλεισμένοι σαν κορίτσια.
Κι' αντίς εκείνους σεις οι δυο τα τόσα βάσανά μου
για χάρη μου υποφέρετε του κακομοίρη. Η μία
απ' τον καιρό, που γίνηκε κοπέλλα και στο σώμα
δυνάμωσε, πάντα μαζί μ' εμένα τριγυρνώντας
εδώ κ' εκεί η βαριόμοιρη, το γέροντα οδηγάει,
πολλές φορές πλανούμενη μέσα στα δάση τ' άγρια
ξυπόλυτη και νηστικιά· και μέσ' στο καλοκαίρι
ή μέσ' στ' αγριοχείμωνο, κοπιάζοντας η δόλια,
τη σπιτικιάν ανάπαψη δε συλλογιέται διόλου,
αν έχη ο κύρης της ψωμί. Κ' εσύ, παιδάκι μου, ήλθες
και προτού, στον πατέρα σου κρυφά από τους Θηβαίους
τις προφητείες φέρνοντας, όσες γι' αυτό το σώμα
ειπώθηκαν, και φύλακας πιστός μου εστάθης, όταν
απ' την πατρίδα μ' έδιωχναν. Και τώρα πάλι, Ισμήνη,
ποιο λόγο στον πατέρα σου φέρνοντας ήλθες; ποια είναι
η αφορμή που σ' έκαμε το σπίτι σου ν' αφήσης;
Γιατί δεν ήλθες βέβαια δίχως καμμιάν αιτία,
καλά το ξέρω εγώ, αν κακό κανένα δε μου φέρνης.
ΙΣΜΗΝΗ
Εγώ τα πάθη που έπαθα, πατέρα μου, ζητώντας
να βρω το μέρος που έμενες, στην άκρη θα τ' αφήσω.
γιατί δε θέλω δυο φορές να δοκιμάζω πόνους,
τη μιαν όταν παράδερνα, την άλλη αν τα λέω πάλι.
Μα τα κακά, που βρήκανε τους άτυχους τους γυιούς σου,
αυτά τώρα ήλθα να σου πω. Λοιπόν ανάμεσό τους
συνερισιά είχαν στην αρχή στον Κρέοντα ν' αφήσουν
το θρόνο και να μη γενούν ζημιά στην πολιτεία,
γιατί της οικογένειας μέσα στο νου τους είχαν
τον παλαιόν αφανισμόν, εκείνον πούχε πέσει
στο δύστυχο το σπίτι σου· τώρα όμως από κάποιον
θεό κι' από την αμυαλιά τη βλαβερή τους μπήκε
μέσα στους τρισκακόμοιρους κακή φιλονεικία
να βάλουν χέρι στην αρχή, στη βασιλεία της χώρας.
Κι' ο ένας ο πιο νεώτερος και πιο μικρός στα χρόνια
από το μεγαλείτερο, τον Πολυνείκη, αρπάζει,
το θρόνο και τον έδιωξε κι' απ' την πατρίδα ακόμη.
Κι' αυτός καθώς στη χώρα μας πολύς γίνεται λόγος,
στ' Άργος σαν πήγ' εξόριστος, για βοηθούς του παίρνει
συγγενολόι παράδοξο και πολεμάρχους φίλους,
στο νου του έχοντας γλήγορα ή το Άργος να πατήση
τη Θήβα και να τιμηθή ή να της δώση δόξα
(14)
.
Δεν είν' αυτά, πατέρα μου, λόγια του αγέρα μόνο,
παρά έργατα τρομαχτικά· μα πού τα βάσανά σου
θα τα τελειώσουν οι θεοί δεν ημπορώ να νοιώσω.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Το λες, γιατί τώρα έλπισες, πως οι θεοί για μένα
καμμιά φροντίδα θάχουνε, που πια να ξεγλυτώσω;
ΙΣΜΗΝΗ
Ελπίζω εγώ στις τωρινές, πατέρα, προφητείες.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Ποιες είν' αυτές; παιδάκι μου, τι είναι προφητεμένο;
ΙΣΜΗΝΗ
Απ' τους Θηβαίους μια φορά για τον ευτυχισμό τους
θα ζητηθής, κι' αν ζωντανός ή πεθαμένος είσαι.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Ποιος από τέτοιον άνθρωπο μπορεί να ωφεληθή;
ΙΣΜΗΝΗ
Λένε, ότι η δύναμη εκεινών κρέμεται από τα σένα.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Τάχα, όταν δεν υπάρχω πια, τότε είμαι τέτοιος άντρας;
ΙΣΜΗΝΗ
Γιατί οι θεοί σηκώνουν σε τώρα, ενώ πριν σ' εχάναν.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Μάταιο είναι να σηκώνουνε γέρο, που νιος γκρεμίστη·
ΙΣΜΗΝΗ
Μάθε όμως πως ο Κρέοντας σε λίγη όχι πολλή ώρα θάρθη γι' αυτά.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Να κάμη τι, κόρη μου; ξήγα το μου.
ΙΣΜΗΝΗ
Να σε καθίσουνε σιμά στη Θήβα και να σ' έχουν
δικό τους, μα να μην πατής τα σύνορα της χώρας.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Και ποιο το διάφορο, αν εγώ μένω έξω από τη χώρα;
ΙΣΜΗΝΗ
Δίχως τιμές ο τάφος σου ζημιά για κείνους θάναι.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Μονάχα με την κρίση του και δίχως προφητείες
μπορεί κανείς να νοιώση το.
ΙΣΜΗΝΗ
Λοιπόν για τούτο θέλουν
να σε καθίσουνε σιμά στη χώρα τους, και μήτε
όπου τον εαυτό σου εσύ θα ορίζης να σ' αφήσουν.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Λοιπόν και με Θηβαίικο θα με σκεπάσουν χώμα;
ΙΣΜΗΝΗ
Μα ο φόνος του πατέρα σου, πατέρα, το εμποδίζει.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Λοιπόν σ' εμένα κύριοι ποτέ τους δε θα γίνουν.
ΙΣΜΗΝΗ
Λοιπόν αυτό θάναι ζημιά μεγάλη στους Θηβαίους.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Ποιο περιστατικό αν γενή, θα πάθουνε, παιδί μου;
ΙΣΜΗΝΗ
Απ' το δικό σου το θυμό, στον τάφον σου όταν έλθουν.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Λες όσα λες, αφού από ποιον τα γροίκησες, παιδί μου;
ΙΣΜΗΝΗ
Απ' τους αποκρισάριους του Δελφικού μαντείου.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Κι' αυτά τάχει για μένανε προφητεμένα ο Φοίβος;
ΙΣΜΗΝΗ
Έτσι τα λεν όσοι ήλθανε στην πολιτεία της Θήβας.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Κι' από τους γυιούς μου τάχατε κανείς τάκουσε τούτα;
ΙΣΜΗΝΗ
Κ' οι δυο τακούσανε κ' οι δυο πολύ καλά τα ξέρουν.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Έτσι λοιπόν, κι' αν τάκουσαν οι τιποτένιοι τούτα,
τη βασιλεία προτίμησαν καλλίτερ' από μένα;
ΙΣΜΗΝΗ
Λυπόμουνα που τάκουγα, όμως σου τ' αναγγέλνω.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Όμως οι θεοί ας μην πάψουνε ποτέ το μάλωμά τους,
που ήταν γραφτό τους, κι' άμποτε μόνο σε μένα νάναι
ο τελειωμός της γρήνιας τους αυτής, που τώρ' αρχίζουν
κι' ο ένας απάς στον άλλονε σηκώνει το κοντάρι·
κ' έτσι ούτε αυτός όπου κρατεί το σκήπτρο και το θρόνο
να μείνη, ούτε κ' εκείνος, που διώχτηκε από τη χώρα,
να πάη ποτέ πίσω σ' αυτήν· αφού κ' εμένανε, όταν
απ' την πατρίδα έτσι άτιμα διωχνόμουν, δε βοηθήσαν
μήτε και με διαφέντεψαν, παρά με θέληση τους
διώχτηκα με διαλάλημα κ' έφυγα για τα ξένα.
Μπορείς να πης πως δίκαια, μια και το πεθυμούσα,
η πολιτεία μούκαμε τότες αυτή τη χάρη.
Όχι, δεν είναι αλήθεια, αφού την ίδια εκείνη ημέρα,
τότε που χόχλαζε ο θυμός κ' ήταν τρανή χαρά μου
το νάβρω θάνατο και το να με πετροβολήσουν
κανείς δε φάνηκε βοηθός σ' αυτή την πιθυμιά μου.
Μα ύστερ' από καιρό, όταν πια όλος μου ο πόνος ήταν
μαλακωμένος κ' ένοιωθα πως ο θυμός μου τόσο
φούσκωσε, που βασανιστής έγινε πιο μεγάλος
απ' όσο πριν αμάρτησα, τότε πια από τη μία
η πολιτεία μ' έδιωχνε με βίαν απ' την πατρίδα
ύστερ' από πολύν καιρό, κι' από την άλλη εκείνοι,
οι γυιοί, που τον πατέρα τους μπορούσαν να βοηθήσουν,
δεν το θελήσανε παρά για μια τους λέξη μόνο,
που δεν την είπαν, πάντοτες εγώ σαν ψωμοζήτης
κι' απ' την πατρίδα εξόριστος στα ξένα τριγυρνούσα.
Όμως από τούτες εδώ, αν κ' είναι και κορίτσια
αδύνατα, όσο το μπορούν από το φυσικό τους,
έχω θροφήν όσο να ζω και τόπο για να μένω
και συνδρομή συγγενική· μα εκείνοι απ' το γονιό τους
προτίμησαν καλλίτερα το θρόνο να κρατούνε
και το ραβδί και νάχουνε την εξουσία της χώρας.
Μα δε θα το πιτύχουνε νάχουν εμέ βοηθό τους·
μήτε ποτέ και διάφορο θα ιδούν από της Θήβας
τη βασιλεία· το ξέρω αυτό, γροικώντας από τούτη
τις προφητείες και νοιώθοντας τα παλαιά τα λόγια
όσα για μένα κάποτε μου μήνυσεν ο Φοίβος.
Και τώρα και τον Κρέοντα να με ζητήση ας στέλνουν
ή κι' όποιον άλλον, που τρανός στην πολιτεία λογιέται.
Γιατί, αν εσείς, ω φίλοι μου, θελήσετε με τούτες
τις πολυσέβαστες θεές της χώρας τις προστάτρες
βοήθεια να μου δώσετε, τρανό στην πολιτεία
προστάτη θα χαρίσετε και στους εχτρούς μου λύπες.
ΧΟΡΟΣ
Ταξίζεις Οιδίπου, κ' εσύ κι' αυτές εδώ οι παρθένες
να βρης συμπόνεση· κι' αφού με τα όσα λες προστάτης
της χώρας τούτης δείχνεσαι να σ' ορμηνέψω θέλω
τα όσα θα σου είν' ωφέλιμα.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Ω τρισαγαπημένε!
ορμήνευέ με ό,τι κ' εγώ τώρα να κάμω πρέπει.
ΧΟΡΟΣ
Παστρέψου τώρα για τιμή των θεώνε, που σιμά τους
πρωτόρθες και τους πάτησες τον ιερό τους τόπο.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Με τρόπους ποιους να κάμω αυτό; φίλοι μου, μάθετέ με.
ΧΟΡΟΣ
Πρώτα από αστέρευτη κρουνιά σταλαγματιές να φέρνης
άγιες, αφού με καθαρά τα χέρια του τις πιάσης.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Κι' όταν αυτό το αμόλευτο νερό απ' τη βρύση πιάσω;
ΧΟΡΟΣ
Είναι κροντήρια απ' άνθρωπο τεχνίτη δουλεμμένα,
που εσύ τα δυο χερούλια τους σκέπασε και το στόμα.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Με νέα βλαστάρια ή γνέματα, ή με ποιόν άλλο τρόπο;
ΧΟΡΟΣ
Με πρόβατου νεογέννητου ποκάρι νιοκομμένο.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Καλά· μα κ' έπειτ' απ' αυτά πού πρέπει να τελειώσω;
ΧΟΡΟΣ
Στέκοντας ανατολικά να χύνης τις χοές.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Με τα κροντήρια αυτά, που λες, και τις χοές να χύνω;
ΧΟΡΟΣ
Απ' το καθένα τρις φορές χύνε· μα το στερνό όλο.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Με τι να το γεμίσω αυτό; και τούτο ορμήνευέ με.
ΧΟΡΟΣ
Νερό και μέλι· μα κρασί καθόλου να μη βάνης.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Κι' όταν η γη η μαυρόφυλλη τα πάρη;
ΧΟΡΟΣ
Αφού σκορπίσης
και με τα δυο τα χέρια σου σ' αυτήν ελιάς κλωνάρια
ενιά από τρεις φορές, να λες τα παρακάλια τούτα.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Να τα γροικήσω θέλω αυτά, γιατί είν' το πιο σπουδαίο.
ΧΟΡΟΣ
Με την ψυχή καλόγνωμη να δέχουνται σωσμένο
τον παρακαλεστήν αυτές, που κράζουμ' Ευμενίδες,
ζήταγε εσύ μονάχος σου ή και για σε όποιος άλλος,
μιλώντας σιγανά χωρίς πιο δυνατή να βγάνη
φωνή· να τραβηχτή έπειτα δίχως να βλέπη πίσω.
Και τούτα αν κάμη θαρρετά κ' εγώ θα σε βοηθήσω·
αλλοιώτικα πάντα από σε, ξένε, θε νάχω φόβο.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Παιδιά μου, ακούτε αυτούς εδώ τους κοντινούς μας ξένους;
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Κι' ακούσαμε και διάταζε να κάμουμε ό,τι πρέπει.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Εγώ να πάω δεν μπορώ· τι με κρατούνε δύο
κακά, που διόλου δύναμη δεν έχω, μήτε βλέπω.
Μα από τις δυο σας τώρα η μια τούτα να κάμη ας πάη.
Γιατί νομίζω, είν' αρκετή αντίς πολλές και μία
ψυχή να ξεπληρώση αυτά, καλόγνωμη αν σιμώνη.
Μα γλήγορα κάμετε αρχή και μη με αφήστε μόνο,
γιατί δεν έχει δύναμη μονάχο το κορμί μου
να σέρνεται, μηδέ χωρίς οδηγητή.
ΙΣΜΗΝΗ
Να κάμω
αυτά που λες πηγαίνω εγώ· μα και το μέρος, όπου
ανάγκη θάναι να τα βρω, θέλω να μάθω.
ΧΟΡΟΣ
Ξένη,
από το δάσος πέρα εκεί· και τίποτε αν σου λείψη
από όλα, υπάρχει φύλακας που θα σου πη.
ΙΣΜΗΝΗ
Πηγαίνω
γι' αυτά, κ' εσύ, Αντιγόνη μου, μένοντας εδώ πέρα,
πρόσεχε τον πατέρα μας· γιατί κανείς δεν πρέπει
του κόπου νάχη θύμηση, για τους γονιούς του αν πάσχη.
Στροφή α'.
ΧΟΡΟΣ
Είναι σκληρό τη συφορά, που τώρα πια κοιμάται,
να την ξυπνάω, φίλε.
Όμως να μάθω θέλω . . .
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Αυτό που θέλεις ποιο είναι;
ΧΟΡΟΣ
Το μαύρο σου τον πόνο,
που ανίκητος σε βρήκε
και σε κρατάει σκλάβο.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Ω! μη μου ξεσκεπάσης,
σε ορκίζω στη φιλιά σου,
όσα σκληρά έχω πάθει
(15)
.
ΧΟΡΟΣ
Θέλω ν' ακούσω, φίλε,
σωστή την ιστορία
αυτή, που τόσο απλώθη
στον κόσμ' όλο κι' ακόμη
δε λησμονιέται διόλου.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Ωιμέ!
ΧΟΡΟΣ
Παρακαλώ σε,
στρέξε.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Ωχ, αλλοίμονό μου!
ΧΟΡΟΣ
Στρέξε· γιατί κ' εγώ
σ' ό,τι γυρεύεις στρέγω.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Αντιστροφή α'
Έπαθα, φίλοι, συφορές, έπαθα αθέλητά μου
και μάρτυρας ο θεός μου·
μα κι' απ' αυτές δεν ήλθε
καμμιά με θέλησή μου.
ΧΟΡΟΣ
Όμως σε τι έχεις πάθει;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Μ' έμπλεξε η πολιτεία
χωρίς να το γνωρίζω
σε μισητό κρεββάτι,
σε γάμους, που αφανίζουν.
ΧΟΡΟΣ
Αλήθεια, όπως μαθαίνω,
επήρες της μητέρας
το στυγερό κρεββάτι;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Ωιμέ! θάνατος είναι
ν' ακούω τούτο, φίλε.
Όμως αυτές οι δύο
δικές μου είναι . . .
ΧΟΡΟΣ
Τι λες;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Κόρες και δυο κατάρες!
ΧΟΡΟΣ
Ω Δία!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Γεννήθηκαν
από την κοιλοπόνια
ίδιας στους τρεις μας μάννας.
ΧΟΡΟΣ
Στροφή β'
Είναι λοιπόν και κόρες σου και. . . (16)
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
και δυο αδερφάδες.
του πατέρα
ΧΟΡΟΣ
Ωιμένα!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
και βέβαια ωιμένα!
αδιάκοπα χτυπήματα,
κακομοιριάς περίσσιας.
ΧΟΡΟΣ
Έπαθες;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Έπαθα όσο
να τα θυμάμαι πάντα.
ΧΟΡΟΣ
Έκαμες . . .
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Δεν έκαμα, όχι.
ΧΟΡΟΣ
Μα τι λοιπόν;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Δέχτηκα δώρο,
που άμποτε ο κακομοίρης
εγώ την πολιτεία
να μην είχα βοηθήσει
για να μη το κερδίσω.
ΧΟΡΟΣ
Αντιστροφή β'
Δυστυχισμένε, τι λοιπόν; σκότωσες; . . .
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Τι είναι τούτο
Σαν τι θέλεις να μάθης;
ΧΟΡΟΣ
τον πατέρα;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Ωιμένα!
Δεύτερη μου κατάφερες
πληγή πας στην πληγή.
ΧΟΡΟΣ
Σκότωσες;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Σκότωσα· όμως
ο φόνος μου έχει κάτι
ΧΟΡΟΣ
Τι;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
να με δικαιολογήση.
ΧΟΡΟΣ
Σαν τι;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Θε να σου πω.
Νά, δηλαδή απ' ανάγκη
σκότωσα και ξολόθρεψα·
μα είμαι απ' το νόμο αθώος,
γιατί χωρίς να ξέρω
έκαμα αυτό το φόνο.
ΧΟΡΟΣ
Μα νά, που φθάνει ο βασιλιάς Θησέας ο γυιός του Αιγέα·
γι' αυτά που τον καλέσαμε, καθώς παρακαλούσες.
ΘΗΣΕΑΣ
Από πολλούς ακούγοντας και πρώτα των ματιών σου
το ματοστάλαχτο χαμό, παιδί του Λάιου, σ' είχα
γνωρίσει και τα τωρινά στο δρόμο μου γροικώντας
γνωρίζω σε καλλίτερα. Γιατί κ' η φορεσιά σου
κ' η κεφαλή σου η δύστυχη δείχνουν σ' εμάς ποιος είσαι·
κι' αφού πια σε συμπόνεσα να σε ρωτήσω θέλω
δυστυχισμένε Οιδίποδα, σ' αυτό το μέρος ήλθες
ποιο παρακάλεμα έχοντας για με και για τη χώρα,
κ' εσύ κι' αυτή η βαριόμοιρη παραστεκάμενή σου.
Λέγε· κι' αν έχης να μου ειπής κανένα παρακάλιο
μεγάλο, που εξ αιτίας του μακριά θε να τραβιόμουν,
εγώ, που ξένος τι θα ειπή το ξέρω, γιατί ξένος,
καθώς εσύ όταν ήμουνα, τόμαθα και στα ξένα
σαν άντρας εκινδύνεψα πολύ για το κορμί μου,
(17)
κ' έτσι δε δύνουμαι κρυφά κανένα ν' αποφύγω,
που ξένος είναι, όπως εσύ, για να μη τον βοηθήσω.
Γιατί, πως είμαι άνθρωπος καλά το ξέρω κι' ότι
δεν είν' δικό μου τ' αύριο περσότερο από σένα.