Σημ. 28 — στ. 1295
. . . ούτε νικήσας λόγω
Συνήθως οι ερμηνευταί εξηγούν: «χωρίς να με πείση ή να με νικήση εις αγώνα λόγων». Επειδή όμως μου εφάνη κάπως ανάρμοστον προς τον χαρακτήρα τον Πολυνείκους να παραδεχθή, όπως αφήση την βασιλείαν και αν ενικάτο εις αγώνα λόγων — πράγμα άλλως τε μη στηριζόμενον ουδαμού — εξήγησα «χωρίς δικαιολογίαν», ενισχυθείς εις την ερμηνείαν αυτήν και από τους αμέσως κατωτέρω λόγους τον Πολυνείκους, «πόλιν δε πείσας». ↩
Σημ. 29 — στ. 1377
ίν' αξιώτον τους φυτεύσαντας σέβειν.
Μετά τον στίχον τούτον ακολουθούν οι δύο στίχοι «και μη ξατιμάζετον κτλ.» τους οποίους δεν μετέφρασα, παραδεχόμενος την γνώμην του Spengel ότι είναι νόθοι.↩
Σημ. 30 — στ. 1425
. . . ος σφων θάνατον εξ αμφοίν θροεί.
Εις τους κριτικούς και ερμηνευτάς φαίνεται περίεργος η χρήσις τον «εξ αμφοίν», και δια τούτο προτείνουν διαφόρους αντικαταστάσεις της λέξεως. Υποθέτω, ότι η φράσις έχει ορθώς και δεν υπάρχει ανάγκη άλλης λέξεως, αν λάβωμεν το «αμφοίν» ως προσωπικόν αντικείμενον του «θροεί» και το «εκ σφων» ως ποιητικόν αίτιον του «θάνατον». Συμφώνως προς ταύτα έκαμα και την μετάφρασιν.↩
Σημ. 31 — στ. 1433
. . . αλλ' εμοί μεν ήδ' οδός
έσται μέλουσα δύσποτμός τε και κακή.
Την φράσιν αυτήν οι ερμηνευταί εξηγούν συνήθως «εγώ θα φροντίσω διά την στρατείαν» ή κάπως αναλόγως. Φρονώ, ότι η ερμηνεία αυτή δεν είναι ορθή, διότι ο Πολυνείκης δεν πρόκειται να φροντίση τώρα δια την εκστρατείαν αυτήν, αφού ο στρατός των Αργείων, ως είπεν ανωτέρω, περικυκλώνει το Θηβαϊκόν πεδίον. Ο Πολυνείκης, κατ' εμέ, λέγει ενταύθα περί του αποτελέσματος της εκστρατείας· ότι δηλαδη θα είναι δι' αυτήν δύσποτμος και κακή. Διά τούτο νομίζω, ότι την δεικτικήν αντωνυμίαν «ήδε» πρέπει να την εκλάβωμεν ως το απλούν άρθρον η, όπερ λίαν σύνηθες εις τους Αττικούς, το δε «μέλουσα» να γραφή «μέλλουσα», ήτοι: «η μέλλουσα οδός έσται μοι δύσποτμος και κακή»· ούτω δε και μετέφρασα. ↩
Σημ. 32 — στ. 1595
. . . στάς του τε Θορικίου πέτρου.
Εις πάντας τους κριτικούς η λέξις «Θορικίου» φαίνεται ύποπτος, διότι δεν υπάρχει τι γνωστόν περί του «Θορικίου πέτρου». Ο Meineke προτείνει να διορθωθή «του τ' Ερικείου πέτρου», όπερ μάλλον απίθανον. Είς τινα χειρόγραφα υπάρχει η γραφή «τούθ' ορικίου πέτρου», άνωθεν δε του «τούθ'» η λέξις τε. Ο αντιγραφεύς ηθέλησε να δείξη ότι το τούθ' είναι δύο λέξεις: του τε. Κατόπιν τούτων νομίζω, ότι κάλλιστα δυνάμεθα ν' αναγνώσωμεν «του θ' οριαίου πέτρου». Η γραφή «οριαίου» απέχει των χειρογράφων κατά έν μόνον γράμμα. Η λέξις είναι μεν σπανία, αλλ' ουχί και αδόκιμος. Την διόρθωσιν ταύτην καθιστούν πιθανωτέραν και άλλοι λόγοι. Ο Οιδίπους εστάθη εις μίαν των ατραπών πλησίον του κοίλου κρατήρος, όστις ευρίσκετο κατά το μέσον της αχέρδου, του λαΐνου τάφου και του θορικίου (ή οριαίου) πέτρου. Αλλά ποίος ο πέτρος ούτος; Εις τον στίχον 192 υπάρχει η φράσις «τούδ' αντιπέτρου βήματος» όπου ο αρχαίος σχολιαστής σημειώνει: «του αντιπέτρου βήματος του κατ' ίσον βεβηκότος πέτρου, όπερ είπε χαλκούν οδόν. Τούτον δε τον πέτρον υποτίθεται του αβάτου όριον». Αν ενθυμηθώμεν, ότι ο Οιδίπους εις την αρχήν της τραγωδίας εκάθισεν επί αξέστου πέτρου εντός τον ιερού χώρου, ον μετ' ολίγον ο Ξένος απεκάλεσε «χαλκόπουν οδόν», και ότι εις τον στίχον 1590 λέγεται: «τον καταρράκτην οδόν χαλκοίς βάθροισι γήθεν ερριζωμένον», πλησίον του οποίου ο «κοίλος κρατήρ», ουχί απιθάνως δυνάμεθα να υποθέσωμεν, ότι ο «άξεστος πέτρος», ο κατά τον σχολιαστήν «του αβάτου όριον» και ο Θορίκιος ή οριαίος πέτρος είναι έν και το αυτό. Μετά τα ανωτέρω, φρονώ ότι η διόρθωσίς μου «οριαίου» είναι λίαν πιθανή, διό και μετέφρασα: «κι' από την πέτρα που σύνορο είναι». Δηλαδή σύνορον του ιερού χώρου.↩
Σημ. 33 — στ. 1605.
κουκ ην έτ' αργόν ουδέν ων εφίετο.
Τα χειρόγραφα έχουν: «ουκ ην έτ' κτλ». Τον στίχον αυτόν θεωρώ νόθον, διότι δεν είναι η επανάληψις τον προηγουμένου. Εκ της γραφής των χειρογράφων φαίνεται ότι τον παρενέθεσεν ως επεξήγησιν αντιγραφεύς τις, οι δε κριτικοί δια να τον συνδέσουν προς τον προηγούμενον προσέθεσαν τον και. ↩
Σημ. 34 — στ. 1640.
ω παίδε, τλάσας χρη το γενναίον φρενί.
Ο Λαυρεντιανός κώδιξ έχει: «το γενναίον φέρειν»· ο Dindorf σημειώνει, ότι η γραφή «φρενί» είναι αβεβαία εικασία, ληφθείσα εξ απογράφου τινός. Οι κριτικοί προσκρούοντες εις την λέξιν κάμνουν διαφόρους διορθώσεις. Νομίζω, ότι δυνάμεθα να διορθώσωμεν «το γε νέον φέρον», ότε το φέρον σημαίνει τύχην, μοίραν. Την λέξιν «φέρον» υπό την αυτήν σημασίαν απαντώμεν και κατωτέρω εις τον στίχον 1694 «το φέρον εκ θεού καλώς φέρειν χρη».↩
Σημ. 35 — στ. 1752.
Χάρις η χθονία ξύν' απόκειται.
Τα χειρόγραφα έχουν «χάρις η χθονία ξυναπόκειται». Αλλ' επειδή εις πάντας τους κριτικούς το χωρίον εφάνη κατεστραμμένον, προέβησαν πολλοί εις διαφόρους διορθώσεις. Επροτίμησα την διόρθωσιν του Martin «χάρις η χθονία νυξ απόκειται», διότι η συμβουλή του Θησέως προς τας κόρας να μη θρηνούν δύναται να έχη ως αιτιολογίαν «ότι είναι αμαρτία να θρηνή τις εκεί όπου ο θάνατος (η χθονία νυξ) επήλθεν ως ευεργεσία. Αι δε κόραι του Οιδίποδος εθρήνουν κυρίως δια τον θάνατον του πατρός, όστις θάνατος ήτον αληθής ευεργεσία διά τον Οιδίποδα, τον τόσον παρακαλέσαντα τας Ευμενίδας να του δώσουν το τέλος των δεινών του. ↩
* * *
Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη (Ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) σε δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους μεταφραστές του τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε εξελισσόμενο το γλωσσικό της όργανο. Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα, στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου, Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα.
Οιδίπους επί Κολωνώ. Το τελευταίο από τα δράματα του Σοφοκλέους. Πααρουσιάζει τις τελευταίες περιπέτεις του Οιδίποδος και κλείνει με τον θάνατό του στον Κολωνό. Η γενική έξαρση, ο λυρισμός, η εξύμνηση των Αθηνών, το μεγαλείον του ήρωα που πεθαίνει, αναδεικνύουν το δράμα αυτό ως ένα από τα αριστουργήματα του παγκοσμίου θεάτρου.
Η «ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ» ΑΝΑΤΥΠΩΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ
ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ.
ΑΘΗΝΑΙ, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ 36
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΤΣΙΜΙΣΚΗ 61
ΤΙΜΗ ΤΟΜΟΥ ΔΡΑΧΜΕΣ 10