WeRead Powered by ReaderPub
Ο δεκαπενταετής πλοίαρχος cover

Ο δεκαπενταετής πλοίαρχος

Chapter 14: ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ'.
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A teenage crew member assumes command of a small whaling vessel after a crisis and must lead a scattering of passengers and sailors through dangerous seas, scarce provisions, and internal betrayal. After shipboard disaster, survivors are driven ashore and undertake a grueling overland journey across hostile terrain where illness, violence, and the depredations of slave traffickers threaten them. The narrative blends precise maritime detail with tense landward adventure, tracing tests of leadership, endurance, and moral choice as the young captain strives to safeguard his companions and reach a place of refuge.

 — Καλά, φίλοι μου! είπεν ο δόκιμος. Πριν τελειώση το ταξείδιον, θα ήσθε καλοί ναυτικοί.

 — Θα πράξωμεν ό,τι δυνηθώμεν, πλοίαρχε Σανδ, απεκρίθη ο Τωμ.

Και η κυρία Βέλδων συνεχάρη ωσαύτως τους καλούς εκείνους άνδρας.

Ο μικρός Ζακ έλαβε το ανάλογον μερίδιον των επαίνων, καθότι ειργάσθη φιλοτίμως.
 
 — Νομίζω μάλιστα, κύριε Ζακ, είπεν ο Ηρακλής μειδιών, ότι υμείς εθραύσατε την υπέραν! Τι δυνατόν χέρι που έχετε. Άνευ υμών, τίποτε καλόν δεν θα εγίνετο.
 
Και ο μικρός Ζακ, λίαν υπερήφανος δι' εαυτόν, έσεισεν ισχυρώς την χείρα του φίλου του Ηρακλέους.

Η αποκατάστασις των ιστίων του «Πίλγριμ» δεν ήτο εισέτι τελεία. Έλειπαν τα υψηλά ιστία, ων η ενέργεια δεν είναι περιφρονητέα εν τοιαύτη ανοικτή θαλασσοπλοΐα. Ο μυοπάρων είχεν ανάγκην του φώσωνος, του σιπάρου και των προϊστίων, ο δε Δικ Σανδ απεφάσισε να τα αναρτήση.

Ο χειρισμός ούτος είναι δυσκολώτερος των προηγουμένων, ουχί διά τα προΐστια άτινα δύνανται να αίρωνται και να πηδώνται κάτωθεν, αλλά διά τα σταυρωτά ιστία του ακατίου ιστού.
 
Έπρεπε να αναβή τις μέχρι των διζύγων όπως αναπτύξη αυτά, και ο Δικ Σανδ, μη θέλων να εκθέση τινά εκ του αγυμνάστου πλήρωμα ιός του, απεφάσισε να εκτελέση αυτός την εργασίαν ταύτην.

Εκάλεσε λοιπόν τον Τωμ και τον έθεσεν εις το οιακοστρόφιον, δεικνύων αύτω προς ποίον σημείον έπρεπε να διευθύνη το πλοίον.

Είτα δε ο Ηρακλής, ο Βαρθολομαίος, ο Ακτέων, ο Αυγουστίνος, ετέθησαν οι μεν εις τας υπέρας του φώσωνος, οι δε εις τας υπέρας του σιπάρου, και ο Δικ Σανδ ώρμησεν εις τους ιστούς.

Το να αναρριχηθή εις τας βαθμίδας των εξαρτίων του ακατίου ιστού, εις τας αναβάθρας των εξαρτίων του επιστηλίου και να φθάση επί των διζύγων, ήτο παιγνίδιον διά τον νεαρόν δόκιμον.
 
Εντός ενός λεπτού της ώρας ευρέθη επί των βαθμίδων της κεραίας του φώσωνος και έλυσε τα σχοινία άτινα εκράτουν δεδεμένον το ιστίον.
 
Είτα επανήλθεν επί των διζύγων και ανερριχήθη επί της κεραίας του σιπάρου, του οποίου ταχέως ανεπέτασε το ιστίον.

Ο Δικ Σανδ είχε τελειώσει την εργασίαν του, και δράξας ένα των δεξιών παρατόνων [παταράτσα) ωλίσθησε μέχρι του καταστρώματος.

Εκεί, υπό τας οδηγίας αυτού, τα δύο ιστία ανεπετάσθησαν και εποδόθησαν, είτα δε αι δύο κεραίαι ανυψώθησαν διά των συνδετήρων. Αφού δε τα προΐστια ετέθησαν μεταξύ του μεγάλου ιστού και του ακατίου ιστού, η εργασία ετελείωσεν.
 
Την φοράν ταύτην ο Ηρακλής ουδέν έθραυσε.
 
Το «Πίλγριμ» έφερε τότε όλα τα ιστία τα αποτελούντα τον εξαρτισμόν αυτού.
 
Βεβαίως ο Δικ Σανδ επεθύμει να προσθέση τα παρίστια του αριστερού ακατίου [κουρτεράτσες του τρίγκου), αλλ' εις τας παρούσας περιστάσεις ήτο εργασία δύσκολος, και εάν επήρχετο ανάγκη να τα συστείλωσιν ένεκα ανεμοστροβίλου, δεν θα ηδύναντο να πράξωσι τούτο ταχέως. Τούτου ένεκεν ο δόκιμος ηρκέσθη εις όσα εγένοντο.

Ο Τωμ παρήτησε την παρά το οιακοστρόφιον θέσιν του και ανέλαβεν αυτήν ο Δικ Σανδ.
 
Η αύρα ενεδυναμούτο. «Το «Πίλγριμ», κλίνον ελαφρώς προς τα δεξιά, ωλίσθαινε ταχέως επί της επιφανείας της θαλάσσης αφίνον όπισθεν αυτού αύλακα ομαλωτάτην.

 — Πλέομεν καλώς, κυρία Βέλδων, είπε τότε ο Δικ Σανδ, και τώρα, ο Θεός να μας διατηρήση αυτόν τον ούριον άνεμον.
 
Η κυρία Βέλδων έθλιψε την χείρα του νεαρού δοκίμου. Είτα κεκμηκυία εξ όλων των συγκινήσεων της τελευταίας εκείνης ώρας επανήλθεν εις τον κοιτωνίσκον της και περιέπεσεν εις είδος τι επιπόνου νάρκης, ήτις δεν ήτο ύπνος.

Το νέον πλήρωμα έμεινεν επί του καταστρώματος του μυοπάρωνος, επαγρυπνούν επί της πρώρας και έτοιμον να υπακούση εις τας διαταγάς του Δικ Σανδ, ήτοι να διευθετή τα ιστία αναλόγως των μεταβολών του ανέμου· αλλ' ενόσω η αύρα θα διετήρη και την διεύθυνσιν εκείνην, ουδεμία εργασία θα ήτο αναγκαία.

Καθ' όλον εκείνον τον χρόνον τι έπραττεν ο εξάδελφος Βενέδικτος;

Ο εξάδελφος Βενέδικτος ησχολείτο να εξετάζη διά του μικροσκοπίου έναθρόν τι, όπερ επί τέλους ανεκάλυψεν εν τω πλοίω· απλούν τι ορθόπτερον, του οποίου η κεφαλή εχάνετο υπό τον προθώρακα, έντομόν τι μεθ' ομαλών ελύτρων, γαστρός στρογγύλης και πτερύγων αρκούντως μακρών, ανήκον εις την ενέργειαν των σιλφοειδών και εις το είδος των αμερικανικών σιλφών.

Το πολύτιμον εκείνο εύρημα ανεκάλυψεν ερευνών εν τω μαγειρείω του Νεγορού, και καθ' ήν στιγμήν ο μάγειρος έμελε να το κατασυντρίψη ασπλάχνως. Εκ τούτου εξεδήλωσε οργή την οποίαν ο Νεγορός αφήκε ψυχρώς να παρέλθη.

Αλλ' ο εξάδελφος εκείνος Βενέδικτος, εγίνωσκεν άρα γε ποία μεταβολή εγένετο εν τω πλοίω, από της στιγμής καθ' ήν ο πλοίαρχος Χουλ και οι μετ' αυτού είχον αρχίσει την απαισίαν εκείνην αλιείαν της φαλαίνης; Ναι, βεβαίως. Ευρίσκετο μάλιστα επί του καταστρώματος, ότε το «Πίλγριμ» έφθασεν απέναντι των συντριμμάτων της φαλαινοθηρίδος. Το πλήρωμα λοιπόν του μυοπάρωνος απώλετο προ των οφθαλμών του.

Να ισχυρισθή τις ότι η καταστροφή εκείνη ουδόλως συνεκίνησεν αυτόν, θα ήτο κατηγορία κατά της καρδίας του. Βεβαίως ησθάνθη τον οίκτον εκείνον, ον πάντες αισθάνονται επί τη δυστυχία του άλλου. Είχεν ωσαύτως συγκινηθή διά την κατάστασιν, εις ην ευρέθη η εξαδέλφη του. Ήλθε και έσφιγξε την χείρα της κυρίας Βέλδων, ως εάν τη έλεγε: «Μη φοβήσθε! Είμαι εδώ! Σας μένω εγώ!

Είτα ο εξάδελφος Βενέδικτος επέστρεψε προς τον κοιτωνίσκον του, ίνα μελετήση βεβαίως τας συνεπείας του καταστρεπτικού εκείνου συμβάντος και σκεφθή ποία δραστήρια μέτρα ήρμοζε να λάβωσιν.

Αλλά καθ' οδόν συνήντησε τον περί ου ο λόγος σάρακα, και επειδή είχε την αξίωσιν να αποδείξη είς τινας εντομολόγους ότι αι σίλφαι του είδους των φερασποειδών, αξιοσημείωτοι διά τα χρώματά των έχουσιν ήθη όλως διάφορα των κυρίως λεγομένων σιλφών, προσηλώθη εις την σπουδήν αυτής, λησμονήσας ότι υπήρχεν άλλοτε είς πλοίαρχος Χουλ όστις εκυβέρνα το «Πίλγριμ» και ότι ο δυστυχής εκείνος απώλετο μεθ' όλου του πληρώματος.

Η σίλφη απερρόφα όλην αυτού την προσοχήν. Ουχ ήττον δε την εθαύμαζε και την περιποιείτο ως εάν ήτο χρυσούς κάνθαρος.

Η εν τω πλοίω ζωή επανέλαβε λοιπόν την τακτικήν αυτής πορείαν, αν και έκαστος έμελλε να μένη επί πολύν χρόνον υπό την επήρειαν της οδυνηράς και απροόπτου εκείνης καταστροφής.

Κατά την ημέραν εκείνην ο Δικ Σανδ έθεσε τα πάντα εν τάξει ώστε να δυνηθή να προλάβη παν ενδεχόμενον. Οι μαύροι υπήκουον αυτώ μετά ζήλου. Αρίστη τάξις επεκράτει εντός του «Πίλγριμ». Ηδύναντο λοιπόν να ελπίζωσιν ότι τα πάντα θα έβαινον καλώς.
 
Ο Νεγορός ουδεμίαν πλέον εποίησεν απόπειραν, όπως αποφύγη την εξουσίαν του Δικ Σανδ. Εφαίνετο ως εάν την ανεγνώρισεν σιωπηλώς. Ενησχολημένος, ως πάντοτε, εν τω στενώ κοιτωνίσκω του, δεν ενεφανίζετο πλειότερον ή πρότερον. Άλλως τε εις την ελαχίστην απείθειαν, ή εις πρώτην παρεκτροπήν, ο Δικ Σανδ είχεν απόφασιν να τον ρίψη εις τον βυθόν του πυθμένος καθ' όλον το υπόλοιπον του διάπλου. Εις έν νεύμα του ο Ηρακλής θα συνελάμβανε τον μάγειρον εκ του τραχήλου.

Προς τούτο δεν εχροιάζετο πολλή ώρα. Τότε δε η Ναν, ήτις εγίνωσκε μαγειρικήν, θα τον αντικαθίστα εν τω μαγειρίω. Ο Νεγορός λοιπόν θα εσκέφθη ότι δεν ήτο απαραίτητος, και επειδή τον επετήρουν εκ του σύνεγγυς, εφρόντιζε να μη δώση λαβήν τινα εναντίον του.

Ο άνεμος έπνεεν ο αυτός μέχρι της εσπέρας, ώστε ουδεμία ανάγκη επήλθε μεταβολής της ιστιοθεσίας. Οι στερεοί ιστοί του πλοίου, η σιδηρά αυτού εξάρτησις ήτις ήτο εν καλή καταστάσει, τω επέτρεπον να πλέη και υπό ισχυρότερον άνεμον.

Κατά την νύκτα συνήθως περιστέλλουσι τα ιστία και ιδίως τα υψηλά, τα λαίφη, τα φωσώνια, τους σιπάρους κτλ. Το μέτρον τούτο είναι συνετόν, διά την περίπτωσιν καθ' ήν ανεμοστρόβιλός τις ήθελεν ενσκήψει.

Αλλ' ο Δικ Σανδ ενόμισεν ότι ηδύνατο ν' αποφύγη την προφύλαξιν ταύτην. Η κατάστασις της ατμοσφαίρας ουδέν απαίσιον προοιωνίζετο, άλλως τε δε ο νεαρός δόκιμος, απόφασιν έχων να διέλθη την πρώτην εκείνην νύκτα επί του καταστρώματος, εφρόνει ότι ηδύνατο να επιτηρή τα πάντα.

Και έπειτα τοιουτοτρόπως έπλεον ταχύτερον, και η επιθυμία του ήτο να φθάσωσιν εις παράλια ολιγώτερον έρημα.

Είπομεν ότι το δρομόμετρον και η πυξίς ήσαν τα μόνα όργανα άτινα ο Δικ Σανδ ηδύνατο να μεταχειρισθή, όπως εκτιμήση ως έγγιστα το διανυθέν υπό του «Πίλγριμ» διάστημα.

Κατά την ημέραν εκείνην ο δόκιμος έρριπτε καθ' εκάστην ημίσειαν ώραν το δρομόμετρον και εσημείου τας υπό του οργάνου σημειουμένας ενδείξεις.

Πυξίδες υπήρχον δύο εν τω πλοίω. Η μία ευρίσκετο εν τη πυξιδοθήκη υπό τα όμματα του οιακιστού. Η πλαξ αυτής φωτιζομένη την μεν ημέραν υπό του ηλιακού φωτός, την δε νύκτα υπό δύο πλαγίων λυχνιών, εδείκνυεν κατά πάσαν στιγμήν, πού έβλεπε το πλοίον, ήτοι ποίαν διεύθυνσιν ηκολούθει.
 
Η άλλη πυξίς ήτο πυξίς ανάστροφος προσηλωμένη εις τας κιγκλίδας του δωματίου, όπερ κατείχεν άλλοτε ο πλοίαρχος Χουλ. Κατ' αυτόν τον τρόπον, χωρίς να εξέλθη του κοιτώνος του ηδύνατο πάντοτε να ηξεύρη εάν η υποδειχθείσα οδός ηκολουθείτο ακριβώς, ή εάν ο οιακιστής εξ ανικανότητος ή αμελείας έδιδεν εις το πλοίον πολύ μεγάλας αποκλίσεις.

Άλλως τε όλα τα πλοία τα χρησιμεύοντα εις μακρούς πλόας, έχουσι δύο τουλάχιστον πυξίδας ως και δύο χρονόμετρα. Δέον να παραβάλλωνται τα όργανα ταύτα μεταξύ των και κατ' ακολουθίαν να εξελέγχωνται αι υποδείξεις αυτών.

Το «Πίλγριμ» ήτο λοιπόν επαρκώς εφωδιασμένον υπό την έποψιν ταύτην, και ο Δικ Σανδ συνέστησεν εις τους ανθρώπους του να προσέχωσι πολύ τας δύο πυξίδας τας τοσούτον αναγκαίας εις αυτόν.
 
Αλλά δυστυχώς, κατά την νύκτα της 12 προς την 13 Φεβρουαρίου, ενώ ο δόκιμος ήτο εν υπηρεσία και εκράτει το οιακοστρόφιον, συνέβη δυσάρεστόν τι.

Η ανάστροφος πυξίς, ήτις ήτο προσκεκολημμένη διά χαλκίνου κρίκου επί της μεσοδόμης του κοιτώνος, απεσπάσθη και έπεσεν επί του δαπέδου. Μόλις δε την επομένην ημέραν παρετήρησαν τούτο.

Πώς ο κρίκος εκείνος ήνοιξε; το πράγμα ήτο ανεξήγητον. Πιθανόν όμως να είχεν οξειδωθή και προνευσασμός τις ή σάλος τον απέσπασεν από της μεσόδμης. Ακριβώς δε κατά την νύκτα εκείνην η θάλασσα ήτο αγριωτέρα. Όπως δήποτε η πυξίς είχε θραυσθή εις τρόπον ανεπίδεκτον διορθώσεως.

Ο Δικ Σανδ εδυσθύμησεν. Εις το εξής ήτο υπεύθυνος, ηδύνατο να έχη δυσαρέστους συνεπείας. Έλαβε λοιπόν ο δόκιμος όλα τα μέτρα, ώστε η άλλη πυξίς να προφυλάσσηται από παντός ενδεχομένου.

Πλην της βλάβης ταύτης, τα πάντα μέχρι τότε έβαινον καλώς εν τω πλοίω.
 
Η κυρία Βέλδων, βλέπουσα την αταραξίαν του Δικ Σανδ, ανέλαβε θάρρος. Ουχί διότι δεν απελπίσθη ποτέ. Προ παντός άλλου εστηρίζετο εις την αγαθότητα του Θεού. Τούτου ένεκα, ως ειλικρινής και ευσεβής χριστιανός ενεδυναμούτο διά της προσευχής.

Ο Δικ Σανδ είχε διευθετήσει τα πράγματα, ούτως ώστε να μένη εις το πηδάλιον κατά την νύκτα. Εκοιμάτο πέντε ή έξ ώρας την ημέραν και τούτο τω εφαίνετο αρκετόν, επειδή δεν ησθάνετο κόπωσιν. Κατά το διάστημα τούτο ο Τωμ ή ο υιός του Βαρθολομαίος αντικαθίστων αυτόν εις το οιακοστρόφιον, και χάρις εις τας συμβουλάς του εγίνοντο ολίγον κατ' ολίγον καλοί πηδαλιούχοι.

Πολλάκις η κυρία Βέλδων και ο δόκιμος συνομίλουν. Ο Δικ Σανδ ευχαρίστως εδέχετο συμβουλάς παρά της ευφυούς και γενναίας εκείνης γυναικός. Καθ' εκάστην τη εδείκνυεν επί του χάρτου του πλοίου το διανυθέν διάστημα, όπερ υπελόγιζε λαμβάνων υπ' όψει μόνον την διεύθυνσιν και την ταχύτητα του πλοίου.

 — Ιδέτε, κυρία Βέλδων, τη επανελάμβανε πολλάκις, εάν εξακολουθήσωσιν οι άνεμοι ούτοι, δεν θα βραδύνωμεν να φθάσωμεν ες τα παράλια της μεσημβρινής Αμερικής. Δεν θέλω να βεβαιώσω, αλλά νομίζω ότι, όταν το πλοίον αντικρύση ξηράν, δεν θα είμεθα μακράν του Βαλπαραΐζου.

Η κυρία Βέλδων δεν ηδύνατο ν' αμφιβάλη ότι η διεύθυνσις του πλοίου ήτο καλή, υποβοηθουμένη προ πάντων υπό των ανέμων εκείνων.

Αλλά πόσον μακράν έτι τη εφαίνετο από της Αμερικανικής παραλίας! Πόσοι κίνδυνοι μεταξύ αυτού και της ξηράς, χωρίς να υπολογίση τους δυναμένους να προέλθωσιν εκ μεταβολής τινος εις την κατάστασιν της θαλάσσης και του ουρανού!

Ο Ζακ, αμέριμνος ως όλα τα παιδία της ηλικίας του, είχεν επαναλάβει τα συνήθη παίγνιά του τρέχων επί του καταστρώματος, διασκεδάζων μετά του Δίγγου.

Βεβαίως έβλεπεν ότι ο Δικ ήτο ολιγότερον ή άλλοτε μετ' αυτού, αλλ' η μήτηρ του τω έδωκε να εννοήση ότι έπρεπε να αφήση τον δόκιμον ήσυχον εις τας ασχολίας του. Ο μικρός Ζακ υπήκουσεν εις τας συμβουλάς εκείνας και δεν ηνώχλει πλέον τον «πλοίαρχον Σανδ».

Ούτω τα πράγματα έβαινον εν τω πλοίω. Οι μαύροι εξετέλουν μετά νοημοσύνης τας εργασίας των και εγίνοντο ημέρα τη ημέρα εμπειρότεροι εις το ναυτικόν επάγγελμα.

Ο Τωμ εγένετο φυσικώς ο ναύκληρος και αυτόν βεβαίως θα εξέλεγον οι σύντροφοί του διά το έργον τούτο. Αυτός εκυβέρνα, όταν ανεπαύετο ο δόκιμος και είχε μεθ' εαυτού τον υιόν του Βαρθολομαίον και τον Αυγουστίνον.

Ο Ακτέων και ο Ηρακλής υπηρέτουν κατά την άλλην φυλακήν υπό την διεύθυνσιν του Δικ Σανδ. Τοιουτοτρόπως δε ενώ ο είς εκυβέρνα, οι άλλοι ηγρύπνουν εις την πρώραν.

Καίτοι τα μέρη εκείνα ήσαν έρημα και ουδείς φόβος συρράξεως υπήρχεν, όμως ο νεαρός δόκιμος απήτει αυστηράν επαγρύπνησιν καθ' όλην την νύκτα. Ουδέποτε έπλεε χωρίς να έχη τους ωρισμένους φανούς — ένα πράσινον δεξιά και ένα ερυθρόν αριστερά — και ως προς τούτο ενήργει φρονιμώτατα.

Εν τούτοις κατά τας νύκτας, ης ο Δικ Σανδ διήρχετο ολοκλήρους εις το πηδάλιον, ησθάνετο ενίοτε να τον καταλαμβάνη ακαταμάχητος κάματος.

Τότε η χειρ του εκυβέρνα ορμεφύτως. Ήτο αποτέλεσμα κόπου, τον οποίον δεν ήθελε να λάβη υπ' όψιν.

Αλλά κατά την νύκτα της 13 προς την 14 Φεβρουαρίου ο Δικ Σανδ, κατάκοπος, ηναγκάσθη ν' αναπαυθή επί τινας ώρας και αντικατεστάθη εις το πηδάλιον υπό του γέροντος Τωμ.
 
Ο ουρανός ήτο κεκαλυμμένος υπό νεφών, άτινα προς το εσπέρας εχαμήλωσαν υπό την επιρροήν του ψυχρού αέρος. Ήτο λοιπόν σκότος πολύ, και θα ήτο αδύνατον να διακρίνη τις τα υψηλά ιστία βεβυθισμένα εν τω ζόφω. Ο Ηρακλής και ο Ακτέων εφρούρουν εν τη πρώρα.

Εις την πρύμνην, το φως της πυξίδος ασθενή μόνον λάμψιν άφινε να διαφεύγη, ήτις αντενακλάτο εις το μεταλλικόν επικάλυμμα του οιακοστροφίου. Οι φανοί ρίπτοντες τα φώτα των πλαγίως, άφινον το κατάστρωμα του πλοίου εις βαθύ σκότος.

Περί την τρίτην ώραν της πρωίας φαινόμενον υπνωτισμού εγένετο, όπερ ουδόλως ηδυνήθη να εννοήση ο γέρων Θωμάς. Οι οφθαλμοί του, οίτινες επί πολύ έμενον προσηλωμένοι επί τινος φωτεινού σημείου της πυξιδοθήκης, έχασαν αίφνης την αίσθησιν της οράσεως και περιέπεσεν εις αληθή υπνωτιστικήν αναισθησίαν.

Ου μόνον δεν έβλεπε πλέον, αλλά και αν τον ήγγιζε τις ή τον εκέντα ισχυρώς, ουδέν πιθανώς θα ησθάνετο.

 — Δεν είδε λοιπόν σκιάν τινα ολισθήσασαν επί του καταστρώματος. Ήτο ο Νεγορός.

Όταν έφθασεν εις την πρύμνην ο μάγειρος, έθεσεν υπό το κιβώτιον αντικείμενόν τι βαρύ, όπερ εκράτει εις την χείρα.

Είτα, αφού παρετήρησεν επί τινας στιγμάς την φωτεινήν πλάκα της πυξίδος, έφυγε χωρίς να παρατηρηθή.

Εάν την επιούσαν ο Δικ Σανδ έβλεπε το υπό του Νεγορού εις την πυξίδα τεθέν αντικείμενον εκείνο, θα έσπευδε να το εξαγάγη.
 
Τωόντι ήτο τεμάχιον σιδήρου, του οποίου η επιρροή αλοίωσε τας υποδείξεις της πυξίδος. Η μαγνητική βελόνη παρεξετράπη και αντί να δεικνύη τον μαγνητικόν βορράν, όστις διαφέρει του κόσμου, εδείκνυε τα βορειανατολικά. Εγένετο λοιπόν παρεκτροπή τεσσάρων τετάρτων, ήτοι ημισείας ορθής γωνίας.
 
Ο Τωμ σχεδόν αμέσως συνήλθεν εκ της νάρκης του. Οι οφθαλμοί του εστράφησαν επί της πυξίδος . . . Ενόμησεν ότι το «Πίλγριμ» δεν είχε καλήν διεύθυνσιν.

Έδωκε μίαν ώθησιν εις το πηδάλιον, ίνα επαναφέρη το πλοίον προς ανατολάς . . . Τούτο ενόμιζε τουλάχιστον.

Αλλά, συν τη παρεκκλίσει της βελόνης, την οποίαν δεν ηδύνατο να υποπτεύση, η πρώρα, τροποποιηθείσα κατά τέσσαρα τέταρτα, διηυθήνετο νοτιοανατολικώς.

Και τοιουτοτρόπως, ενώ υπό την επίδρασιν ουρίου ανέμου το «Πίλγριμ» θα ηκολούθει την απαιτουμένην διεύθυνσιν, έπλεε μετά λάθους τεσσαράκοντα και πέντε μοιρών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ'.

ΤΡΙΚΥΜΙΑ


Κατά την μετά το συμβάν τούτο εβδομάδα, από της 14 μέχρι της 21 Φεβρουαρίου, ουδέν έτερον συνέβη εν τω πλοίω. Ο βορειοδυτικός άνεμος ενεδυναμούτο κατ' ολίγον, και το «Πίλγριμ» διέσχιζε ταχέως τα κύματα διατρέχον κατά μέσον όρον 160 μίλια ανά 24 ώρας. Ήτο περίπου όσον ηδύνατό τις να ζητήση παρά πλοίου τοιούτου μεγέθους.
 
Ο μυοπάρων, κατά την ιδέαν του Δικ Σανδ, θα προσήγγιζε λοιπόν εις τα παράλια τα μάλλον συχναζόμενα υπό των μακρών ταχυδρομικών πλοίων, άτινα προσπαθούσι να διέλθωσιν από του ενός εις το άλλο ημισφαίριον· Ο δόκιμος ήλπιζε πάντοτε ότι ήθελε να συναντήση έν εκ των τοιούτων πλοίων και είχε σταθεράν απόφασιν να μεταβιβάση εις αυτό τους επιβάτας του, ή να δανεισθή παρ' αυτού επικουρικούς τινας ναύτας, και ίσως ένα αξιωματικόν. Αλλ' αν και η επαγρύπνησις ήτο δραστηριωτάτη, ουδέν πλοίον εφάνη, και η θάλασσα ήτο πάντοτε έρημος.

Τούτο εξέπληττεν ολίγον τον Δικ Σανδ. Είχε διαπλεύσει πολλάκις το μέρος εκείνο του Ειρηνικού κατά τας τρεις τελευταίας αλιείας εις τας βορείας θαλάσσας. Υπό το πλάτος δε και το μήκος εις τα οποία υπελόγιζεν ότι ευρίσκετο, σπάνιον ήτο να φανή πλοίον τι αγγλικόν ή αμερικανικόν ανερχόμενον από του ακρωτηρίου Χορν προς τον Ισημερινόν, ή κατερχόμενον προς την εσχάτην άκραν της νοτίας Αμερικής.

Αλλ' εκείνο το οποίον ο Δικ Σανδ ηγνόει, εκείνο το οποίον δεν ηδύνατο μάλιστα να γνωρίση, ήτο ότι το «Πίλγριμ» ευρίσκετο ήδη εν υψηλοτέρω πλάτει, δηλαδή πλειότερον προς νότον παρ' όσον υπέθετε.

Τούτο συνέβαινε διά δύο λόγους.

Πρώτον διότι τα ρεύματα των μερών εκείνων, των οποίων την ταχύτητα ατελώς μόνον ηδύνατο να εκτιμήση ο δόκιμος, είχεν συντελέσει, χωρίς να το εννοήση, εις το να ρίψωσι το πλοίον έξω της οδού του.

Δεύτερον η πυξίς, διαστραφείσα υπό της κακούργου χειρός του Νεγορού, παρείχεν ανακριβείς ενδείξεις, — ενδείξεις τας οποίας, από της απωλείας της δευτέρας πυξίδος, δεν ηδύνατο ο Δικ Σανδ να εξελέγξη. Ούτω λοιπόν, ενώ επίστευε και έπρεπε να πιστεύη ότι κατηυθύνετο προς ανατολάς, πράγματι κατηυθύνετο προς τα νοτιανατολικά. Η πυξίς ευρίσκετο πάντοτε ενώπιόν του. Το δρομόμετρον ερρίπτετο τακτικώς. Τα δύο ταύτα όργανα τω επέτρεπον κατά τι μέτρον, να διευθύνη το «Πίλγριμ» και να υπολογίζη τον αριθμόν των διανυθέντων μιλίων. Αλλ' ήτο τούτο αρκετόν;

Εν τούτοις ο νεαρός δόκιμος καθησύχαζε πάντοτε, και όσον ηδύνατο πειστικώτερον την κυρίαν Βέλδων την οποίαν ανησύχουν ενίοτε τα περιστατικά του διάπλου εκείνου.

 — Θα φθάσωμεν, θα φθάσωμεν! επανελάμβανε. Θα πσοσεγγίσωμεν εις την αμερικανικήν παραλίαν, αδιάφορον πού, αλλ' όπως δήποτε θα προσορμισθώμεν. Δεν αμφιβάλλω, Δικ;

 — Βεβαίως, κυρία Βέλδων, θα ήμην ησυχώτερος εάν δεν ευρίσκεσθε εντός του πλοίου, εάν δεν είχομεν να δώσωμεν λόγον ειμή μόνον περί ημών, αλλά . . .

 — Αλλ' εάν δεν ήμην εις το πλοίον, απεκρίθη η κυρία Βέλδων, εάν ο εξάδελφος Βενέδικτος, ο Ζακ και εγώ δεν επιβιβαζόμεθα επί του «Πίλγριμ», και εάν αφ' ετέρου ο Τωμ και οι σύντροφοί του δεν εσυνάζοντο από την θάλασσαν, Δικ, δεν θα υπήρχον πλέον εδώ ειμή δύο και μόνοι άνθρωποι, συ και ο Νεγορός . . . Τι θα εγίνεσο μόνος μετ' αυτού του κακού ανθρώπου, προς τον οποίον δεν δύνασαι να έχης εμπιστοσύνην; Ναι, τέκνον μου, τι θα εγίνεσο;

 — Πρώτον, απεκρίθη αποφασιστικώς ο Δικ Σανδ, θα καθίστων τον Νεγορόν ανίκανον να βλάψη.
 
 — Και θα εκυβέρνας μόνος;

 — Ναι . . . μόνος . . . με την βοήθειαν του Θεού.

Η ευστάθεια των λόγων τούτων έδιδε πολλήν ελπίδα εις την κυρίαν Βέλδων.

Και όμως, βλέπουσα τον μικρόν Ζακ, πολλάκις ησθάνετο ανησυχίαν.
 
Εάν η γυνή δεν εδείκνυε τι ησθάνετο η μήτηρ, δεν κατώρθου όμως πάντοτε να εμποδίση μυστικήν τινα αγωνίαν θλίβουσαν την καρδίαν της.

Εν τούτοις, εάν ο νεαρός δόκιμος δεν είχε τόσας υδρογραφικάς γνώσεις ώστε να υπολογίζη, εκέκτητο όμως αληθή ιδιοφυίαν ναυτικήν διά να προγνωρίζη τον καιρόν.

Η όψις του ουρανού αφ' ενός και αφ' ετέρου αι υποδείξεις του βαρομέτρου τω επέτρεπον να λαμβάνη τας προφυλάξεις του.

Ο πλοίαρχος Χουλ καλός μετεωρολόγος, τον είχε διδάξει την χρήσιν του οργάνου τούτου, ούτινος τα προγνωστικά είναι εντελώς βέβαια.

Ιδού εν ολίγοις τι περιλαμβάνουσιν αι σχετικαί προς την παρατήρησιν του βαρομέτρου γνώσεις:

1. Όταν μετά αρκούντως μακράν διάρκειαν ωραίου καιρού το βαρόμετρον αρχίζη να ταπεινούται βιαίως και εξακολουθητικώς, θα επέλθη βεβαίως βροχή· αλλ' εάν ο ωραίος καιρός διήρκεσεν επί μακρόν, ο υδράργυρος δύναται να κατέλθη δύο ή τρεις ημέρας εις τον βαρομετρικόν σωλήνα πριν ή παρατηρηθή μεταβολή τις εν τη καταστάσει της ατμοσφαίρας.
 
Τότε, όσω περισσότερος χρόνος παρέλθη μεταξύ της πτώσεως του υδραργύρου και της επελεύσεως της βροχής, τόσω μακροτέρα θα είναι η διάρκεια του βροχερού καιρού.

2. Εάν εξ εναντίας εν καιρώ βροχερώ διαρκέσαντι επί μακρόν, το βαρόμετρον αρχίζει να υψούται βραδέως και κανονικώς, βεβαιότατα ο ωραίος καιρός θα επέλθη και θα διαρκέση τόσω μάλλον όσο μακρότερον διάστημα παρήλθε μεταξύ της ελεύσεως αυτού και της ενάρξεως της υψώσεως του βαρομέτρου.

3. Εις τας δύο προηγουμένας περιπτώσεις, εάν η μεταβολή του καιρού επέλθη αμέσως μετά την κίνησιν της βαρομετρικής στήλης, η μεταβολή ολίγιστον θα διαρκέση.

4. Εάν το βαρόμετρον ανέρχηται βραδέως και εξακολουθητικώς επί δύο ή τρεις ημέρας ή μάλιστα περισσότερον, αναγγέλει ωραίον καιρόν, έστω και αν η βροχή δεν ήθελε παύσει κατά τας τρεις ημέρας, και τανάπαλιν· αλλ' εάν το βαρόμετρον ανέρχηται επί δύο ή πλείονας ημέρας διαρκούσης της βροχής, είτα δε, επανερχομένου του ωραίου καιρού, αρχίση πάλιν να κατέρχηται τότε ο ωραίος καιρός θα διαρκέση ολίγιστον, και τανάπαλιν.
 
5. Κατά το έαρ και το φθινόπωρον, βιαία κατάπτωσις του βαρομέτρου προμυνύει άνεμον. Κατά το θέρος, εάν ο καιρός είναι θερμότατος, προμηνύει θύελλαν. Κατά τον χειμώνα, μετά παγετόν διαρκέσαντα επί τινα χρόνον, ταχεία ταπείνωσις της βαρομετρικής στήλης προμηνύει μεταβολήν ανέμου συνοδευομένην υπό διαλύσεως του πάγου και υπό της βροχής, αλλ' ύψωσις επερχομένη εν παγετώ διαρκέσαντι επί τινα χρόνον, είναι προγνωστικόν χιόνος.
 
6. Αι ταχείαι ταλαντεύσεις του βαρομέτρου ουδέποτε πρέπει να εξηγώνται ως προάγγελοι ξηρού ή βροχερού καιρού διαρκείας τινός. Αι υποδείξεις αύται δίδονται αποκλειστικώς διά της υψώσεως ή ταπεινώσεως ήτις εκτελείται κατά τρόπον κανονικόν και άνευ διακοπής.

7. Περί τα τέλη του φθινοπώρου, εάν μετά παρατεταμένον βροχερόν ή ανεμώδη καιρόν το βαρόμετρον υψωθή, η ύψωσις αύτη προαναγγέλλει την μεταβολήν του ανέμου εις βόρειον και προσέγγισιν παγετού.

Τοιαύτα είναι αι γενικαί συνέπειαι ας δύναταί τις να εξαγάγη εκ των ενδείξεων του πολυτίμου τούτου οργάνου.

Τούτο εγίνωσκεν εντελώς ο Δικ Σανδ, τούτο είχε παρατηρήσει εις διαφόρους περιστάσεις του ναυτικού του βίου, και τούτο καθίστα αυτόν επιτήδειον να προφυλάσσηται κατά παντός ενδεχομένου να συμβή.

Ακριβώς λοιπόν την 20 Φεβρουαρίου αι μετακινήσεις της βαρομετρικής στήλης ήρχισαν να εμβάλλωσιν εις μερίμνας τον νεαρόν δόκιμον, όστις καθ' εκάστην παρετήρει αυτάς μετά πολλής προσοχής. Πράγματι, το βαρόμετρον ήρχισε να καταβαίνη βραδέως και συνεχώς, όπερ προεμήνυε βροχήν· αλλ' η βροχή αύτη εβράδυνε να πέση· και ο Δικ Σανδ συνεπέρανεν ότι ο άθλιος καιρός ήθελε διαρκέσει. Τούτο και συνέβη.
 
Αντί της βροχής επήλθεν ο άνεμος, και τωόντι από της στιγμής εκείνης τοσούτον ηυξήθη, ώστε διήνυεν εξήκοντα πόδας κατά παν δευτερόλεπτον ήτοι τριάκοντα και έν μίλια την ώραν.

Εδέησε τότε ο Δικ Σανδ να λάβη προφυλάξεις τινάς, όπως μη κινδυνεύσωσιν οι ιστοί και τα ιστία του «Πίλγριμ».

Είχεν ήδη περιστείλει τον σίπαρον, το λαίφος και τον πρόθοον, απεφάσισε δε να πράξη το αυτό ως προς τον φώσωνα και τον δόλωνα.

Η τελευταία αύτη εργασία έμελλε να παρουσιάση δυσχερείας τινάς ένεκεν του μη εισέτι εξησκημένου πληρώματος. Εν τούτοις δεν έπρεπε να διστάσωσι, και ουδείς εδίστασεν.
 
Ο Δικ Σανδ, συνοδευόμενος υπό του Βαρθολομαίου και του Αυγουστίνου, ανήλθεν επί του ακατίου ιστού και κατώρθωσεν, ουχί άνευ δυσκολίας, να περιστείλη τον φώσωνα. Εάν ο καιρός ήτο ολιγώτερον απειλητικός, θα άφινε τας δύο κεραίας επί του ιστού αλλά προβλέπων ότι θα ηναγκάζετο πιθανώς να αφοπλίση τον ιστόν και ίσως μάλιστα να τον αποσπάση εντελώς, αφήρεσε τας δύο κεραίας και τας έρριψεν επί του καταστρώματος. Είναι ευνόητον ότι όταν ο άνεμος κατασταθή ισχυρότατος, πρέπει ου μόνον να ελαττωθώσι τα ιστία αλλά και οι ιστοί. Τούτο είναι μεγάλη ανακούφισις εις το πλοίον, όπερ, ολιγώτερον βεβαρημένον εις τα άνω, δεν κουράζεται πλέον υπό του σάλου και του προνευστασμού [παρακυλητό και σκαμπανέβασμα).

Περαιωθέντος του πρώτου τούτου έργου — όπερ απήτησε δύο ώρας — ο Δικ Σανδ και οι σύντροφοί του ενησχολήθησαν να περιστείλωσι την επιφάνειαν του δόλαινος. Το «Πίλγριμ» δεν έφερεν ως τα πλείστα νεώτερα πλοία διπλούν δόλωνα, όπερ ευκολύνει τον χειρισμόν. Έπρεπε λοιπόν να ενεργήσωσιν ως άλλοτε, δηλαδή να τρέξωσι διά των αναβαθρών όπως περιστείλωσι το υπό του ανέμου δερόμενον ιστίον και το δέσωσι στερεώς διά των μικρών σχοινίων.

Η εργασία ήτο δύσκολος, μακρά και επικίνδυνος, αλλά τέλος ο περισταλείς δόλων έδωκεν ολιγωτέραν λαβήν εις τον άνεμον, και ο μυοπάρων επαισθητώς ανεκουφίσθη.

Ο Δικ Σανδ κατέβη πάλιν μετά του Βαρθολομαίου και του Αυγουστίνου. Το «Πίλγριμ» ευρέθη τότε υπό τας απαιτουμένας προς πλουν συνθήκας.
 
Κατά τας τρεις ακολούθους ημέρας, 20, και 21, και 22 Φεβρουαρίου, η δύναμις και η διεύθυνσις του ανέμου δεν μετεβλήθησαν επαισθητώς. Ουχ ήττον ο υδράργυρος εξηκολούθει να καταβαίνη εν τω βαρομετρικώ σωλήνι, και κατά την τελευταίαν ταύτην ημέραν ο δόκιμος εσημείωσεν ότι κατ' εξακολούθησιν έμενε κάτω των εικοσιοκτώ δακτύλων και 7]10 [728 χιλιομέτρων).
 
Ουδεμία ένδειξις άλλως τε ότι το βαρόμετρον ήθελεν ανέλθει, πριν παρέλθη χρόνος τις. Η θέα του ουρανού ήτο κακή και υπερβολικώς ανεμώδης. Πλην δε τούτου, πυκναί ομίχλαι εκάλυπτον αυτόν διαρκώς. Το στρώμα αυτών μάλιστα τόσω ήτο βαθύ, ώστε δεν εφαίνετο πλέον ο ήλιος και θα ήτο δύσκολον να ορίση τις το μέρος της ανατολής και της δύσεως αυτού.
 
Ο Δικ Σανδ ήρχισε ν' ανησυχή. Δεν ανεχώρει από του καταστρώματος, και μόλις εκοιμάτο. Εν τούτοις, η ηθική δύναμις τω επέτρεπε να απωθή τας αγωνίας του εις τους μυχούς της καρδίας του.

Την επιούσαν, 23 Φεβρουαρίου, ο άνεμος εφάνη ολίγον πραϋνθείς κατά την πρωίαν, αλλ' ο Δικ Σανδ δεν ησύχασε. Και είχε δίκαιον, διότι μετά μεσημβρίαν ο άνεμος εγένετο σφοδρός και η θάλασσα μάλλον αγρία.

Περί την τετάρτην ώραν ο Νεγορός, όστις ενεφανίζετο σπανίως, αφήκε την θέσιν του και ανέβη επί του σκοπιωρού της πρώρας. Ο Δίγγος εκοιμάτο είς τινα γωνίαν βεβαίως, καθότι δεν υλάκτησε κατά το σύνηθες.

Ο Νεγορός, πάντοτε σιωπηλός, έμεινεν επί ημισείαν ώραν παρατηρών τον ορίζοντα.
 
Μεγάλα κύματα διεδέχοντο άλληλα, χωρίς έτι να συγκρούωνται. Εν τούτοις ήσαν υψηλότερα παρ' όσον η δύναμις του ανέμου επέτρεπε τούτο. Εκ τούτου ώφειλον να συμπεράνωσιν ότι μεγάλη κακοκαιρία επεκράτει προς δυσμάς, εις πλησιεστάτην ίσως απόστασιν, και ότι δεν θα εβράδυνε να έλθη και εις τα μέρη εκείνα.

Ο Νεγορός παρετήρησε την ευρείαν εκείνην έκτασιν της θαλάσσης, ήτις τοσούτω βαθέως συνεταράσσετο περί το «Πίλγριμ». Είτα οι οφθαλμοί του, πάντοτε ψυχροί και ξηροί, εστράφησαν προς τον ουρανόν.
 
Η θέα αυτού ήτο ανησυχητική. Οι ατμοί μετετοπίζοντο μετά διαφόρου ταχύτητος. Τα νέφη της ανωτέρας ζώνης έτρεχον ταχύτερον ή τα νέφη των χαμηλών στρωμάτων της ατμοσφαίρας. Έδει λοιπόν να προΐδωσι την λίαν προσεχή περίπτωσιν, καθ' ήν αι βαρείαι εκείναι μάζαι θα εχαμήλουν και θα μετεβάλλοντο εις τρικυμίαν ίσως εις λαίλαπα.
 
Είτε διότι ο Νεγορός ήτο ανήρ άφοβος, είτε διότι δεν εννόησε τας απειλάς του καιρού, δεν εφάνη αισθανθείς εντύπωσίν τινα. Εν τούτοις μοχθηρόν τι μειδίαμα εφάνη επί των χειλέων του. Ηδύνατό τις δε να είπη ότι η κατάστασις εκείνη των πραγμάτων μάλλον ηυχαρίστησεν ή δυσηρέστησεν αυτόν. Ανέβη επί του πλαγίου ιστού της πρώρας, ίνα εκτείνη την δράσιν του μακρότερον, ωσεί εζήτει σημείον τι εις τον ορίζοντα. Είτα, κατέβη πάλιν και ησύχως, χωρίς να προσφέρη λέξιν, χωρίς να ποιήση χειρονομίαν, επέστρεψεν εις την θέσιν του.

Εν τούτοις, εν μέσω όλων των φοβερών εκείνων εικασιών, υπήρχεν αίσιόν τι, όπερ οι εν τω πλοίω ώφειλον να λάβωσιν υπ' όψιν· ήτο δε τούτο ότι ο άνεμος εκείνος, όσον βίαιος και αν ήτο ή ηδύνατο να γίνη, ήτο ούριος και το «Πίλγριμ» θα έφθανε ταχέως εις την αμερικανικήν παραλίαν. Εάν μάλιστα ο καιρός δεν μεταβάλλετο εις τρικυμίαν, ο πλους εκείνος θα εξηκολούθει γινόμενος άνευ μεγάλου κινδύνου, οι αληθείς δε κίνδυνοι θα παρουσιάζοντο μόνον εάν προέκειτο να προσορμισθώσιν εις δυσόριστόν τι σημείον της παραλίας.
 
Τούτο λοιπόν απησχόλει τον Δικ Σανδ. Εάν ανεκάλυπτε ξηράν, πώς ήθελε διευθύνει το πλοίον άνευ πλοηγού τινος, ή οδηγού εμπείρου των παραλίων; Εν ή δε περιπτώσει η κακοκαιρία τον ηνάγκαζε να ζητήση λιμένα τινά καταφυγής, τι θα έπραττεν, αφού τα μέρη εκείνα ήσαν εντελώς άγνωστα εις αυτόν;

Βεβαίως δεν υπήρχεν ακόμη ανάγκη να σκεφθή επί του ενδεχομένου τούτου.

Εν τούτοις, όταν θα ήρχετο η ώρα εκείνη, έπρεπε να λάβη απόφασίν τινα. Λοιπόν ο Δικ Σανδ θα την ελάμβανε.

Κατά τας δεκατρείς ημέρας αίτινες παρήλθον από της 24 Φεβρουαρίου, η κατάστασις της ατμοσφαίρας δεν μετεβλήθη επαισθητώς.
 
Ο ουρανός ήτο πάντοτε βεβαρυμένος υπό πυκνής ομίχλης.

Επί τινας ώρας ο άνεμος ηλαττούτο, αλλ' έπειτα έπνεε μετά της αυτής δυνάμεως.

Δις ή τρεις το βαρόμετρον ανήλθεν, αλλ' η ταλάντευσις αυτού, περιλαμβάνουσα δωδεκάδα γραμμών, ήτο πολύ απότομος ώστε να αναγγείλη μεταβολήν καιρού και επάνοδον ησυχωτέρων ανέμων.
 
Άλλως τε η βαρομετρική στήλη σχεδόν αμέσως κατήρχετο πάλιν και ουδεμία υπήρχεν ελπίς ταχείας απαλλαγής από του κακού εκείνου καιρού.
 
Μεγάλαι ταραχαί εξεδηλώθησαν ωσαύτως αίτινες σπουδαίως ανησύχησαν τον Δικ Σανδ. Δις ή τρις ο κεραυνός προσέβαλε τα κύματα εις απόστασιν ολίγων μέτρων από του πλοίου.

Είτα η βροχή έπεσε κατά χειμάρρους και εγένοντο δίναι ατμών ημισυμπεπυκνωμένων, αίτινες περιέβαλον το «Πίλγριμ» διά πυκνής ομίχλης.
 
Επί ώρας ολοκλήρους ο σκοπός ουδέν ηδύνατο να διακρίνη και έπλεον εις τα τυφλά.

Αν το πλοίον εκλυδωνίζετο, ευτυχώς η κυρία Βέλδων υπέμενε τον σάλον εκείνον χωρίς να ενοχληθή. Αλλά το μικρόν της τέκνον υπέφερε πολύ και ήτο ηναγκασμένη να τω παρέχη πάσαν περιποίησιν.

Ο εξάδελφος Βενέδικτος δεν ήτο πλειότερον ασθενής των αμερικανικών σιλφών, αίτινες απετέλουν την μόνην συναναστροφήν του, και διήρχετο τον καιρόν του σπουδάζων, ως εάν εκάθητο ησύχως εις το εν Αγίω Φραγκίσκω σπουδαστήριόν του.

Ευτυχώς επίσης ο Τωμ και οι εταίροι αυτού δεν έπαθον ναυτίαν, και εξηκολούθησαν βοηθούντες τον νεαρόν δόκιμον, ειθισμένον εις όλας ταύτας τας ατάκτους κινήσεις πλοίου κλυδωνιζομένου.

Το «Πίλγριμ» έπλεε ταχέως μετά των ολίγων ιστίων και ήδη ο Δικ Σανδ προέβλεπεν ότι θα ήτο ανάγκη να τα ελαττώση έτι μάλλον.
 
Αλλ' ήθελε να διατηρή αυτήν την κατάστασιν, εν όσω ήτο δυνατόν να πράττη τούτο ακινδύνως.

Κατά τους υπολογισμούς του η ξηρά δεν έπρεπε να είναι μακράν.

Επηγρύπνουν λοιπόν μετά προσοχής. Εν τούτοις ο δόκιμος δεν ηδύνατο να έχη εμπιστοσύνην εις τους οφθαλμούς των συντρόφων του προς ανακάλυψιν των πρώτων ενδείξεων της ξηράς.
 
Τωόντι όσον καλήν δράσιν και αν έχη εκείνος όστις δεν είναι συνηθισμένος εις την εξέτασιν του ορίζοντος της θαλάσσης, αδυνατεί να εξιχνιάση τας πρώτας περιοχάς παραλίας τινός, προ πάντων εν μέσω ομίχλης. Ώφειλε λοιπόν ο Δικ Σανδ να επαγρυπνή αυτός ο ίδιος, και πολλάκις ανέβαινεν επί των διζύγων διά να ίδη καλλίτερον.

Αλλ' ουδέν εισέτι σημείον αμερικανικής γης εφαίνετο.

Τούτο τον εξέπληττε, και η κυρία Βέλδων, έκ τινων λέξεων, αίτινες του διέφυγον, εννόησε την έκπληξίν του ταύτην.

Ήτο η 9 Μαρτίου. Ο δόκιμος ίστατο εις την πρώραν, άλλοτε μεν εξετάζων την θάλασσαν και τον ουρανόν, άλλοτε δε παρατηρών τα ιστία του «Πίλγριμ» τα οποία ήρχισαν να κάμπτωνται υπό την δύναμιν του ανέμου.

 — Ακόμη δεν βλέπεις τίποτε, Δικ; τον ηρώτησεν η κυρία Βέλδων καθ' ήν στιγμήν άφηνε το τηλεσκόπιον.

 — Τίποτε, κυρία Βέλδων, τίποτε, απεκρίθη ο δόκιμος, και εν τούτοις ο ορίζων φαίνεται αιθριούμενος ολίγον υπό τον βίαιον τούτον άνεμον όστις τείνει να γίνη βιαιότερος.
 
 — Και κατά την ιδέαν σου, Δικ, η αμερικανική ακτή δεν πρέπει τώρα να είναι μακράν;

 — Δεν ειμπορεί να είναι, κυρία Βέλδων, και εάν πράγματι με εκπλήττει, τούτο είναι πώς δεν ηδυνήθην εισέτι να την διακρίνω.
 
 — Εν τούτοις, επανέλαβεν η κυρία Βέλδων, το πλοίον έπλεε ταχέως.

 — Πάντοτε, αφότου ο άνεμος έπνεε βορειοδυτικός, απεκρίθη ο Δικ Σανδ, ήτοι από της ημέρας καθ' ήν απωλέσαμεν τον δυστυχή ημών πλοίαρχον και το πλήρωμα αυτού. Ήτο η 10 Φεβρουαρίου. Σήμερον έχομεν 9 Μαρτίου. Παρήλθον λοιπόν είκοσι και επτά ημέραι.

 — Αλλά κατ' εκείνην την εποχήν πόσον απείχομεν της ακτής; ηρώτησεν η κυρία Βέλδων.

 — Τέσσαρας χιλιάδας και πεντακόσια μίλια περίπου, κυρία Βέλδων. Υπάρχωσι πράγματα περί ων έχω πολλάς αμφιβολίας, περί του αριθμού όμως τούτου δύναμαι να εγγυηθώ με την διαφοράν είκοσι μιλίων περισσότερον ή ολιγώτερον.

 — Και ποία ήτον η ταχύτης του πλοίου;

 — Κατά μέσον όρον εκατόν ογδοήκοντα μίλια καθ' ημέραν, αφότου εδυνάμωσεν ο άνεμος, απήντησεν ο δόκιμος. Διά τούτο εκπλήττομαι πώς δεν εφθάσαμεν ακόμη απέναντι ξηράς. Ό,τι δε μοι φαίνεται περισσότερον έκτακτον, είναι ότι δεν συναντώμεν μήτε έν εξ εκείνων των πλοίων τα οποία διαπλέουσι συνεχώς τα μέρη ταύτα.

 — Μήπως ηπατήθης, Δικ, εις τον υπολογισμόν της ταχύτητος του «Πίλγριμ»; επανέλαβεν η κυρία Βέλδων.

 — Όχι, κυρία Βέλδων. Ως προς τούτο δεν ήτο δυνατόν να απατηθώ. Το δρομόμετρον ερρίπτετο κατά πάσαν ημίσειαν ώραν και εσημείου ακριβώς τας ενδείξεις αυτού. — Ιδού, θα το ρίψω πάλιν, και θα ιδήτε ότι διατρέχομεν κατ' αυτήν την στιγμήν δέκα μίλια την ώραν, ήτοι πλέον των διακοσίων μιλίων την ημέραν.
 
Ο Δικ Σανδ εκάλεσε τον Τωμ και τον διέταξε να ρίψη το δρομόμετρον, — εργασία εις ην ο γέρων μαύρος ήτο τώρα εντριβέστατος.
 
Το δρομόμετρον στερεώς δεδεμένον εις το άκρον σχοινίου εκομίσθη και ερρίφθη εις την θάλασσαν.
 
Εικοσιπέντε μόλις οργυιαί εξετυλίχθησαν, ότε το σχοινίον εχαλαρώθη αίφνης μεταξύ των χειρών του Τωμ.

 — Α! κύριε Δικ, έκραξεν ούτος.

 — Τι είναι, Τωμ;

 — Το σχοινίον εκόπη!

 — Εκόπη! εφώνησεν ο Δικ Σανδ. Και το δρομόμετρον εχάθη!

Ο γέρων Τωμ έδειξε το άκρον του σχοινίου όπερ έμεινεν εις τας χείρας του.
 
Ήτο αληθέστατον. Το σχοινίον δεν ελύθη, αλλ' εκόπη εις το μέσον. Και εν τούτοις το σχοινίον εκείνο ήτο στερεόν. Κατ' ανάγκην λοιπόν έπρεπε να υποθέση τις ότι είχε φθαρή εκ της πολλής χρήσεως εις ην θέσιν εκόπη. Και πράγματι, τούτο ηδύνατο να πιστεύση ο Δικ Σανδ, όταν έλαβεν εις χείρας του την άκραν του σχοινίου. Αλλ' άρα γε εκ της χρήσεως εφθάρη; τούτο ηρώτα καθ' εαυτόν ο δόκιμος δυσπιστών.
 
Όπως δήποτε το δρομόμετρον απώλετο, και ο Δικ Σανδ ουδέν είχεν πλέον μέσον προς ακριβή εκτίμησιν της ταχύτητος του πλοίου του. Ως μόνον όργανον λοιπόν είχεν εις το εξής μίαν πυξίδα, αγνοών ότι και ταύτης οι ενδείξεις ήσαν ψευδείς.
 
Η κυρία Βέλδων τον είδε τόσω λυπηθέντα εκ του συμβάντος εκείνου, ώστε δεν ηθέλησε να τον εξετάση περισσότερον, και μετά συγκεκινημένης καρδίας επανήλθεν εις τον κοιτωνίσκον της.

Αλλ' εάν η ταχύτης του «Πίλγριμ» και επομένως το διανυθέν διάστημα δεν ηδύνατο πλέον να εκτιμηθώσιν, εύκολον όμως ήτο να παρατηρήσωσιν ότι η σχηματιζομένη αύλαξ δεν ηλαττούτο.
 
Και πράγματι την επιούσαν 10 Μαρτίου το βαρόμετρον κατήλθεν είκοσι οκτώ δακτύλους και δύο δέκατα [716 χιλιόμετρα). Τούτο ανήγγελεν άνεμον ταχύτητος εξήκοντα μιλίων καθ' ώραν.

Ήτο επάναγκες να ελαττώσωσιν έτι μάλλον τα ιστία, ίνα μη διακινδυνεύση η ασφάλεια του πλοίου.
 
Ο Δικ Σανδ απεφάσισε να καταβιβάση το επιστηλίδιον, και το λαίφος και να περιστείλη τα κατώτερα ιστία, ίνα πλέη μόνον μετά του μικρού αρτέμονος και του περιεσταλμένου δόλωνος.
 
Εκάλεσε τον Τωμ και τους συντρόφους του όπερ δυστυχώς δεν ηδύνατο να εκτελεσθή ταχέως.

Και εν τούτοις, ο καιρός επείγε, η τρικυμία εμαίνετο ήδη σφοδρότατα.
 
Ο Δικ Σαδ, ο Αυγουστίνος ο Ακτέων και ο Βαρθολομαίος ανήλθον επί των ιστών, ενώ ο Τωμ έμενεν εις το πηδάλιον, και ο Ηρακλής επί του καταστρώματος, έτοιμος να χαλαρώση τας υπέρας εις πρώτην διαταγήν.
 
Μετ' απείρους προσπαθείας κατεβίβασαν τον ιστόν του λαίφους και το επιστηλίδιον, καίτοι οι γενναίοι εκείνοι άνδρες εκατοντάκις εκινδύνευσαν να πέσωσιν εις την θάλασσαν, τόσον ο σάλος έσειε τους ιστούς. Είτα δε ελαττωθέντος του δόλωνος και συσταλέντος του ακατίου ο μυοπάρων δεν έφερε πλέον ειμή τον μικρόν αρτέμονα και τον σμικρυθέντα δόλωνα.
 
Ει και ο αριθμός των ιστίων ηλαττώθη κατά πολύ, εν τούτοις το «Πίλγριμ» εξηκολούθησε να πλέη μεθ' υπερβολικής ταχύτητος.

Την 12 ο καιρός ετράπη επί τα χείρω. Την ημέραν εκείνην από της πρωίας ο Δικ Σανδ είδε μετά τρόμου ότι το βαρόμετρον κατήλθεν εις εικοσιεπτά δακτύλους και εννέα δέκατα [709 χιλιόμετρα).

Αληθής τρικυμία εξερρήγνυτο, και τοιαύτη ώστε το «Πίλγριμ» δεν ηδύνατο να βαστάζη ουδέ τα ολίγα ιστία, τα οποία είχεν αναπετασμένα.

Ο Δικ Σανδ, βλέπων ότι ο δόλων εκιδύνευε να σχισθή, διέταξε να τον περισφίξωσιν.

Αλλ' εις μάτην. Βιαία ριπή ανέμου επέπεσε κατά την στιγμήν εκείνην επί του πλοίου και απέσπασε το ιστίον. Ο Αυγουστίνος, ευρισκόμενος επί της κεραίας του μικρού δόλωνος, προσεβλήθη υπό του ποδός της δεξιάς. Πληγωθείς δε ελαφρώς ηδυνήθη να καταβή πάλιν επί του καταστρώματος.



Ο Δικ Σανδ, εις άκρον ανήσυχος, μίαν είχε πλέον σκέψιν ότι το πλοίον, ωθούμενον μετά τοιαύτης μανίας, εκινδύνευε να συντριβή από στιγμής εις στιγμήν, καθότι, κατά τους υπολογισμούς του, οι σκόπελοι δεν θα ήσαν μακράν. Μετέβη λοιπόν εις την πρώραν, αλλ' ουδέν είδεν ομοιάζον προς ξηράν και επανήλθεν εις το πηδάλιον.

Μετ' ολίγας στιγμάς ο Νεγορός ανέβη εις το κατάστρωμα. Εκεί αίφνης, ωσεί ακουσίως, ο βραχίων του ετάθη προς σημειόν τι του ορίζοντος. Ήθελέ τις υποθέσει ότι διέκρινε ξηράν τινα εν τω μέσω της ομίχλης.

Και πάλιν εμειδίασε μοχθηρώς, και χωρίς να είπη τι είδεν, επανήλθεν εις την θέσιν του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ'.

ΕΙΣ ΤΟΝ ΟΡΙΖΟΝΤΑ


Κατ' εκείνην την ημέραν η τρικυμία έλαβε την μάλλον τρομεράν αυτής μορφήν, ήτις λαίλαψ. Ο άνεμος έπνευσε νοτιοδυτικός μετά ταχύτητος ενενήκοντα μιλίων καθ' ώραν.

Τωόντι ήτο λαίλαψ, είς των τρομερών εκείνων ανέμων, οίτινες ρίπτουσιν επί της παραλίας όλα τα προσωρμισμένα πλοία, και κατά των οποίων και αύται αι εν τη ξηρά στερεαί οικοδομαί δεν δύνανται να ανθέξωσι. Τοιαύτη ήτο εκείνη, ήτις τη 23 Ιουλίου 1825 κατέστρεψε την Γουαδελούπην.

Εάν βαρέα πυροβόλα ανηρπάγησαν από των υποστατών των, φαντασθήτε τι θα εγίνετο πλοίον μη έχων άλλο στήριγμα ειμή θάλασσαν τεταραγμένην!

Και εν τούτοις εις την ευκινησίαν του μόνην δύναται να εύρη την σωτηρίαν του, ενδίδει εις τας ωθήσεις του ανέμου και εάν είναι στερεώς κατασκευασμένον, δύναται να αψηφήση και τας βιαιοτέρας προσβολάς της θαλάσσης. Τοιούτο ήτο το «Πίλγριμ».

Ολίγας στιγμάς μετά την διάρρηξιν του δόλωνος, η αρτεμονίς ανηρπάγη και αυτή. Τότε ο Δικ Σανδ απεφάσισε να παραιτηθή και αυτής της προτονίδος [σταντέρα), μικρού ιστίου εκ χονδρού πανίου, όπερ θα ηδύνατο να καταστήση το πλοίον μάλλον ευκυβέρνητον.

Έπλεε λοιπόν το «Πίλγριμ» άνευ ιστίων, αλλ' ο άνεμος τοσούτον ισχυρώς προσέβαλλε το σκάφος, τους ιστούς τον εξαρτισμόν, ώστε τω έδιδε ταχύτητα καταπληκτικήν. Ενίοτε μάλιστα εφαίνετο ανυψούμενον υπέρ τα κύματα και ηδύνατό τις να πιστεύση ότι μόλις τα επέψαυεν.

Υπό τας συνθήκας ταύτας, ο σάλος του πλοίου δερομένου υπό των τεραστίων κυμάτων τα οποία ανήγειρεν η τρικυμία, ήτο φοβερός.

Υπήρχε φόβος μήπως κτυπηθή εκ των όπισθεν έκ τινος τερατώδους κύματος. Τα θαλάσσια εκείνα όρη έτρεχον ταχύτερον του μυωπάρωνος και ηπείλουν να τον πλήξωσιν εις την πρύμνην, εάν δεν ανυψούτο αρκετά ταχέως.

Ούτος είναι ο μέγιστος κίνδυνος εις παν πλοίον φεύγον προ της τρικυμίας.

Αλλά τι έπρεπε να γίνη, όπως προληφθή ο κίνδυνος ούτος; Δεν ηδύναντο να δώσωσιν εις το «Πίλγριμ» ταχύτητα μεγαλυτέραν, καθότι τότε ουδέ τεμάχιον ιστίου ήθελεν εναπομείνει. Έπρεπε λοιπόν να κρατώσιν όσω το δυνατόν διά μόνου του πηδαλίου, του οποίου η ενέργεια πολλάκις ήτο ανίσχυρος.

Ο Δικ Σανδ δεν άφινε πλέον το οιακοστρόφιον. Προσεδέθη μάλιστα από της οσφύος, ίνα μη τον αναρπάση κύμα τι βίαιον.

Ο Τωμ και ο Βαρθολομαίος, δεδεμένοι επίσης, ήσαν έτοιμοι να τον βοηθήσωσι. Ο Ηρακλής και ο Ακτέων κρατούμενοι στερεώς εκ των ορθοστατών, εφρούρουν εις την πρώραν.

Η δε κυρία Βέλδων, ο μικρός Ζακ, ο εξάδελφος Βενέδικτος και η Ναν κατά διαταγήν του δοκίμου, έμενον εις τους κοιτωνίσκους της πρύμνης. Η κυρία Βέλδων θα επροτίμα να μείνη εις το κατάστρωμα, αλλ' ο Δικ Σανδ αντέτεινεν εις τούτο οριστικώς, καθότι τοιουτοτρόπως θα εξετίθετο εις κίνδυνον άνευ τινός ανάγκης.

Πάντες οι κάθεκται είχον κλεισθή αραρότως. Ήλπιζον ότι ήθελον ανθέξει καθ' ήν περίπτωσιν φοβερόν τι θαλάσσιον κύμα θα εισέπιπτεν επί του καταστρώματος. Εάν κατά δυστυχίαν ενέδιδον υπό το βάρος του θαλασσίου όγγου, το πλοίον επλημμυρείτο και θα εβυθίζετο.

Ευτυχώς επίσης, το φορτίον ήτο καλώς διηυθετημένον, ούτως ώστε μεθ' όλην την κλίσιν του μυοπάρωνος, τα βυτία δεν μετεκινούντο.

Ο Δικ Σανδ ηλάττωσεν ωσαύτως τας ώρας του ύπνου του. Η κυρία Βέλδων εφοβήθη μήπως ασθενήση, κατώρθωσε δε να τον πείση ότι έπρεπε ν' αναπαύηται περισσότερον.

Ενώ όμως αναπαύετο την νύκτα της 13 προς την 14 Μαρτίου συνέβη πάλιν νέον γεγονός.

Ο Τωμ και ο Βαρθολομαίος ευρίσκοντο εις την πρύμνην, οπόταν ο Νεγορός, όστις σπανίως ενεφανίζετο εις το μέρος εκείνο του καταστρώματος, επλησίασε και εφάνη μάλιστα θέλων να συνδέση συνομιλίαν μετ' αυτών· αλλ' ο Τωμ και ο υιός του δεν τω απεκρίθησαν.

Αίφνης, είς τινα βιαίαν κυλίνδησιν, ο Νεγορός έπεσε, και θα ερρίπτετο βεβαίως εις την θάλασσαν, εάν δεν εκρατείτο εκ της πυξιδοθήκης.

Ο Τωμ εξέφερε κραυγήν, φοβηθείς μήπως εθραύσθη η πυξίς.

Ο Δικ Σανδ, εν στιγμή αϋπνίας ήκουσε την κραυγήν, και ορμήσας έξω της θέσεώς του έδραμεν εις την πρύμνην.
 
Ο Νεγορός είχεν ήδη εγερθή αλλ' εκράττει εις την χείρα του το τεμάχιον του σιδήρου, όπερ αφήρεσε κάτωθεν του κυτίου και το έκρυψε πριν ή το ιδή ο Δικ Σανδ.

Είχεν άρα γε συμφέρον ο Νεγορός να επαναλάβη η βελόνη την αληθή αυτής διεύθυνσιν; Ναι, καθότι οι νοτιοδυτικοί άνεμοι τον εβοήθουν τότε.

 — Τι είναι; ηρώτησεν ο δόκιμος.

 — Αυτός ο κατηραμένος μάγειρος έπεσεν επί της πυξίδος, απεκρίθη ο Τωμ.