WeRead Powered by ReaderPub
Ο δεκαπενταετής πλοίαρχος cover

Ο δεκαπενταετής πλοίαρχος

Chapter 16: ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ'.
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A teenage crew member assumes command of a small whaling vessel after a crisis and must lead a scattering of passengers and sailors through dangerous seas, scarce provisions, and internal betrayal. After shipboard disaster, survivors are driven ashore and undertake a grueling overland journey across hostile terrain where illness, violence, and the depredations of slave traffickers threaten them. The narrative blends precise maritime detail with tense landward adventure, tracing tests of leadership, endurance, and moral choice as the young captain strives to safeguard his companions and reach a place of refuge.

Εις τας λέξεις ταύτας ο Δικ Σανδ, ανησυχήσας τα μέγιστα, έκυψεν επί του κυτίου. Τα πάντα ήσαν εν καλή καταστάσει, ο δε διαβήτης, φωτιζόμενος υπό των φανών, ανεπαύετο πάντοτε επί των δύο συγκεντρικών αυτού κύκλων.

Η καρδία του νεαρού δοκίμου ησύχασεν. Η θραύσις της μόνης πυξίδος του πλοίου θα ήτο δυστύχημα ανεπανόρθωτον.

Αλλ' ό,τι ο Δικ Σανδ δεν είδεν, ήτο ότι, μετά την αφαίρεσιν του σίδηρου τεμαχίου, η βελόνη επανέλαβε την τακτικήν θέσιν της και εδείκνυεν ακριβώς τον μαγνητικόν βορράν, εκείνον όστις έπρεπε να είναι υπό τον μεσημβρινόν εκείνον.

Εν τούτοις, εάν δεν ηδύνατο να καταστήση τον Νεγορόν υπεύθυνον διά την πτώσιν, ήτις εφαίνετο ακουσία, ο Δικ Σανδ είχε δίκαιον να εκπλαγή πώς τον εύρεν εν τη ώρα ταύτη εις την πρύμνην του πλοίου.

 — Τι κάμνετε εδώ; τον ηρώτησεν.

 — Ό,τι θέλω, απεκρίθη ο Νεγορός.

 — Τι είπατε! . . . ανέκραξεν ο Δικ Σανδ αδυνατών αν καταστείλη κίνημα οργής.

 — Λέγω, απεκρίθη ο μάγειρος, ότι δεν υπάρχη κανονισμός απαγορεύων να περιφέρεται τις εις την πρύμνην.

 — Λοιπόν, τον κανονισμόν τούτον τον κάμνω εγώ, είπεν ο Δικ Σανδ, και σας απαγορεύω να έρχεσθε εις την πρύμνην.
 
 — Αλήθεια! απεκρίθη ο Νεγορός.

Ο άνθρωπος εκείνος, τοσούτω κύριος εαυτού, έκαμε τότε απειλητικόν κίνημα.

Ο δόκιμος εξήγαγε του θυλακίου του περίστροφον και το διηύθυνε προς τον μάγειρον.
 
 — Νεγορέ, είπε, μάθετε ότι το περίστροφον τούτο είναι πάντοτε επάνω μου και εις πρώτον κίνημα απειθείας σας συντρίβω την κεφαλήν.

Την αυτήν στιγμήν ο Νεγορός ησθάνθη εαυτόν βιαίως κύπτοντα επί του καταστρώματος.

Ήτο ο Ηρακλής όστις απλώς επέθεσε την χείρα επί του ώμου του.

 — Πλοίαρχε Σανδ, είπεν ο γίγας, θέλετε να ρίψω αυτόν τον αχρείον εις την Θάλασσαν; Θα είναι άριστον φαγητόν εις τα οψάρια, τα οποία τρώγουν τα πάντα.
 
 — Όχι ακόμη, απήντησεν ο Δικ Σανδ.

Ευθύς ως η χειρ του μαύρου έπαυε πλέον να τον πιέζη, ο Νεγορός ανηγέρθη. Αλλά διερχόμενος προ του Ηρακλέους.
 
 — Κατηραμένε μαύρε, εψιθύρισε, θα με το πλήρωσης!

Εν τούτοις ο άνεμος μετεβλήθη, ή τουλάχιστον εφαίνετο ότι υπερπήδησε τεσσαράκοντα και πέντε βαθμούς. Και εν τούτοις, παράδοξον πράγμα, όπερ εξέπληξε τον δόκιμον, ουδόλως η κατάστασις της θαλάσσης εμαρτύρει την μεταβολήν ταύτην. Το πλοίον είχε πάντοτε την αυτήν διεύθυνσιν, αλλ' ο άνεμος και τα κύματα αντί να το ωθώσιν απ' ευθείας εκ των όπισθεν, έπληττον τότε αυτό εκ της αριστεράς πλευράς, — κατάστασις αρκετά επικίνδυνος, εκθέτουσα το πλοίον εις προσβολάς εκ του ασθενούς μέρους. Τούτου ένεκα ο Δικ Σανδ ηναγκάσθη να στρέψη ολίγον την διεύθυνσιν του πλοίου.
 
Αφ' ετέρου η προσοχή του διηγέρθη πλειότερον ή άλλοτε. Εσκέπτετο μήπως υπήρχε συνάφειά τις μεταξύ της πτώσεως του Νεγορού και της θραύσεως της πρώτης πυξίδος. Τι ήλθε να πράξη εκεί ο μάγειρος; Μήπως είχε συμφέρον τι οίον δήποτε να καταστή άχρηστος και η δευτέρα πυξίς; Ποίον ήτο άρα γε το συμφέρον τούτο; Τούτο ουδαμώς ηδύνατο να εξηγήση. Ο Νεγορός δεν επεθύμει, ως επεθύμουν όλοι, να πλησιάση όσω το δυνατόν ταχύτερον την αμερικανικήν ακτήν;

Όταν ο Δικ Σανδ ωμίλησε περί του συμβάντος εκείνου εις την κυρίαν Βέλδων, αύτη, καίτοι στηρίζουσα κατά τι την δυσπιστίαν του, δεν ηδυνήθη να μαντεύση την εύλογον αιτίαν, ην θα είχεν ο μάγειρος προς διάπραξιν του μελετημένου εκείνου κακουργήματος.

-1-

Εν τούτοις διά παν ενδεχόμενον, ο Νεγορός ετέθη υπό αυστηράν επιτήρησιν. Αλλ' ούτος συνεμορφώθη προς τας διαταγάς του δοκίμου και δεν ετόλμησε πλέον να έλθη εις την πρύμνην του πλοίου, όπου η υπηρεσία του ουδέποτε τον εκάλει. Άλλως τε δε ο Δίγγος είχεν εγκατασταθή εκεί διαρκώς, και ο μάγειρος απέφευγε να τον πλησιάση.
 
Καθ' όλην την εβδομάδα, η τρικυμία δεν ηλαττώθη. Το βαρόμετρον εταπεινώθη περισσότερον. Από της 14 μέχρι της 26 Μαρτίου υπήρξεν αδύνατον να επωφεληθώσι νηνεμίας τινός, όπως αναπετάσωσιν ολίγα ιστία. Το «Πίλγριμ» έφευγε προς το βορειανατολικόν μετά ταχύτητος ουχί κατωτέρας των διακοσίων μιλίων εις είκοσι και τεσσάρας ώρας, και εισέτι γη δεν εφαίνετο! Εν τούτοις η γη εκείνη ήτο η Αμερική, ήτις είναι ερριμένη ως άπειρον διάφραγμα μεταξύ του Ατλαντικού και του Ειρηνικού, επί μήκους μείζονος των εκατόν είκοσι μοιρών.
 
Ο Δικ Σανδ εσκέφθη μήπως δεν είχε πλέον την αίσθησιν του αληθούς, μήπως από τοσούτων ημερών εν αγνοία του διέτρεχε προς λελανθασμένην διεύθυνσιν. Όχι, δεν ηδύνατο να απατηθή εις τοιούτον βαθμόν. Ο ήλιος, ει και δεν εφαίνετο εν τω μέσω της ομίχλης, ανέτελλε πάντοτε ενώπιόν του και έδυεν όπισθέν του. Αλλά τότε πώς εξηφανίσθη η γη εκείνη; Η Αμερική εκείνη, εις την οποίαν θα εξώκειλεν ίσως το πλοίον του, πού ήτο εάν δεν ήτο εκεί; Είτε εις την νότιον είτε εις την βόρειον ήπειρον — καθότι τα πάντα ήσαν δυνατά εν μέσω του χάους εκείνου — το «Πίλγριμ» ώφειλε να πλησιάση. Τι συμβαίνη λοιπόν από της ενάρξεως της φοβεράς εκείνης τρικυμίας; Τι συνέβαινεν έτι αφού η παραλία εκείνη, είτε προς σωτηρίαν είτε προς απώλειαν, δεν ενεφανίζετο; Έπρεπε λοιπόν ο Δικ Σανδ να υποθέση ότι ηπατήθη υπό της πυξίδος, της οποίας δεν ηδύνατο να εξελέγξη τας υποδείξεις, αφού η δευτέρα πυξίς έλειπε διά να ποιήση την εξέλεγξιν εκείνην; Τη αληθεία τον κατέλαβεν ο φόβος ούτος, τον οποίον ηδύνατο να δικαιολογήση η απουσία οίας δήποτε ξηράς. Ούτω λοιπόν, όταν δεν ήτο εις το πηδάλιον, ο Δικ Σανδ δεν έπαυε να κατατρώγη διά των οφθαλμών τον χάρτην. Αλλ' εις μάτην τον ηρεύνα, δεν ηδύνατο ούτος να τω δώση την εξήγησιν αινίγματος, όπερ, εν ή θέσει έφερεν αυτόν ο Νεγορός, ήτο ακατανόητον, ως θα ήτο και εις πάντα άλλον . . .
 
Εν τούτοις την ημέραν εκείνην, 21 Μαρτίου, συνέβη τι σπουδαιότατον.

Ο Ηρακλής, φρουρών εις την πρώραν, ανέκραξε:

 — Γη! γη!

Ο Δικ Σανδ επήδησεν εις το πρωραίον ανύψωμα. Ο Ηρακλής, όστις δεν ηδύνατο να έχη οφθαλμούς ναυτικού, μήπως ηπατάτο άρα γε;

 — Η γη; ανέκραξεν ο Δικ Σανδ.

 — Εκεί, απεκρίθη ο Ηρακλής, δεικνύων σημειόν τι σχεδόν αδιόρατον εις τον ορίζοντα προς το βορειανατολικόν.

Μόλις ηκούοντο ομιλούντες εν μέσω των μυκηθμών της θαλάσσης και του ουρανού.

 — Είδετε την γην; . . . είπεν ο δόκιμος.



 — Ναι, απήντησεν ο Ηρακλής, επικυρών και διά της κεφαλής.

 — Και η χειρ του ετέθη πάλιν προς αριστερά. Ο δόκιμος παρετήρει, αλλ' ουδέν διέκρινε.
 
Την στιγμήν εκείνην η κυρία Βέλδων, ήτις είχεν ακούσει την κραυγήν του Ηρακλέους, ανέβη εις το κατάστρωμα, παρά την υπόσχεσιν ότι δεν ήθελε ναναβή.

 — Κυρία! . . . έκραξεν ο δόκιμος.

Η κυρία Βέλδων, μη δυναμένη να ακουσθή, προσεπάθησε και αύτη να διακρίνη την υπό του μαύρου αναγγελθείσαν γην, και εφαίνετο ωσεί θέλουσα να συγκεντρώση όλην αυτής την ζωήν εις τους οφθαλμούς.

Δέον να πιστεύσωμεν ότι η χειρ του Ηρακλέους εσφαλμένως εδείκνυε το σημείον του ορίζοντος, όπερ ήθελε να δείξη, καθότι μήτε η κυρία Βέλδων μήτε ο δόκιμος ηδυνήθησαν να ίδωσί τι.
 
Αλλ' αίφνης και ο Δικ Σανδ εξέτεινε την χείρα.

 — Ναι! ναι! γη! είπεν.

Είδος τι κορυφής εφαίνετο εις ανοικτόν μέρος της ομίχλης. Οι εξησκημένοι εις την θάλασσαν οφθαλμοί του δεν ηδύναντο να απατηθώσι.

 — Τέλος πάντων! εφώνησε, τέλος πάντων!

Εκρατείτο πυρετωδώς από του παραρρύματος. Η κυρία Βέλδων, υποστηριζομένη υπό του Ηρακλέους, δεν έπαυε παρατηρούσα την σχεδόν ανέλπιστον εκείνην γην.

Η ακτή, σχηματιζομένη υπό της υψηλής εκείνης κορυφής, ανηγείρετο τότε εις απόστασιν δέκα μιλίων υπηνέμως προς τα αριστερά.

Επειδή δε εντελώς ανοικτόν μέρος εγένετο ένεκα διασχίσεως των νεφών, επανείδον αυτήν καθαρώτερον. Ήτο βεβαίως ακρωτήριόν τι της αμερικανικής ηπείρου. Το «Πίλγριμ», άνευ ιστίων, δεν ηδύνατο μεν να κατευθυνθή εκεί, αλλ' όπως δήποτε δεν θα εβράδυνε να πλησιάση εις την ξηράν.
 
Ήτο ζήτημα ωρών τινων μόνον. Τότε δε ήτο ογδόη ώρα της πρωίας. Άρα, βεβαιότατα, προ της μεσημβρίας το «Πίλγριμ» θα ήτο πλησίον της ξηράς.

Εις έν σημείον του Δικ Σανδ, ο Ηρακλής επανέφερε την κυρίαν Βέλδων εις την πρύμνην, καθότι δεν θα ηδύνατο να αντιστή εις την βιαιότητα του προνευστασμού.

Ο δόκιμος έμεινεν επ' ολίγας στιγμάς έτι εις την πρώραν, είτα επανήλθεν εις το πηδάλιον, πλησίον του γέροντος Τωμ.

Έβλεπε λοιπόν τέλος πάντων την παραλίαν εκείνην τοσούτον βραδέως φανείσαν, τοσούτω διαπύρως αναμενομένην! τώρα όμως μετά τινος τρόμου έβλεπεν αυτήν.

Πράγματι, υφ' ας συνθήκας ευρίσκετο το «Πίλγριμ» ήτοι φεύγον προ της τρικυμίας, η υπήνεμος ξηρά ήτο ρίψιμον μεθ' όλων αυτού των τρομερών συνεπειών.

Δύο ώραι παρήλθον. Το ακρωτήριόν τότε εφαίνετο εκ των πλαγίων του πλοίου.

Κατ' εκείνην την στιγμήν ο Νεγορός ανεφανίσθη εις το κατάστρωμα. Την φοράν ταύτην παρετήρησε την ακτήν μετά πολλής προσοχής, εκίνησε την κεφαλήν ως άνθρωπος γνωρίζων τι έβλεπε και κατέβη πάλιν, αφού επρόφερε λέξιν τινά ην ουδείς ηδυνήθη να ακούση.
 
Ο Δικ Σανδ εζήτει να ίδη το μέρος, όπερ εξετείνετο όπισθεν του ακρωτηρίου.

Δύο ώραι διέρρευσαν. Το ακρωτήριον, ωρθούτο όπισθεν αριστερά, αλλ' η παραλία δεν εφαίνετο εισέτι.

Εν τούτοις ο ουρανός εκαθαρίζετο εις τον ορίζοντα, και η υψηλή παραλία, ήτις θα ήτο ακριβώς αμερικανική γη, περιχειλουμένη υπό της γιγαντιαίας σειράς των Άνδεων θα εφαίνετο εξ αποστάσεως είκοσι μιλίων και περισσότερον.

Ο Δικ Σανδ έλαβε το τηλεσκόπιον και το περιέφερε βραδέως εφ' όλου του ανατολικού ορίζοντος.

Ουδέν! ουδέν έβλεπε πλέον.

Κατά την δευτέραν ώραν μετά μεσημβρίαν παν ίχνος, γης εξηφανίσθη όπισθεν του «Πίλγριμ».

Εις τα εμπρός, το τηλεσκόπιον δεν ηδύνατο να αντιληφθή ουδεμίαν κάτοψιν γης υψηλής ή χαμηλής. Η κραυγή διέφυγε τότε τα χείλη του Δικ Σανδ, όστις αφήσας πάραυτα το κατάστρωμα κατέβη ταχέως εις τον κοιτωνίσκον, ένθα έμενεν η κυρία Βέλδων μετά του μικρού Ζακ, της Ναν και του εξαδέλφου Βενεδίκτου.
 
 — Νήσος! δεν ήτο άλλο ειμή νήσος, είπε.

 — Νήσος, Δικ! αλλά ποία; ηρώτησεν η κυρία Βέλδων

 — Ο χάρτης θα μας το δείξη, απήντησε ο δόκιμος.

Και δραμών εις το φυλάκειον, μετέφερε τον χάρτην του πλοίου.

 — Εκεί, κυρία Βέλδων, εκεί, είπεν. Η ξηρά, την οποίαν είδομεν, δεν δύναται να είναι άλλο τι ειμή το σχεδόν αφανές εκείνο σημείον, εν τω μέσω του Ειρηνικού, δεν δύναται να είναι άλλο ειμή η νήσος του Πάσχα. Δεν υπάρχουσιν άλλαι εις τα μέρη ταύτα.

 — Και την αφήσαμεν ήδη οπίσω, ηρώτησεν η κυρία Βέλδων.

 — Μάλιστα, πολύ οπίσω.

Η κυρία Βέλδων παρετήρει προσεκτικώς την νήσον του Πάσχα, ήτις εσχημάτιζεν αδιόρατόν τι σημείον επί του χάρτου.

 — Και πόσον απέχει η νήσος αύτη από της αμερικανικής παραλίας;

 — Τριάκοντα πέντε μοίρας.

 — Όπερ σημαίνει; . .

 — Περίπου δύο χιλιάδας μίλια.

 — Λοιπόν το «Πίλγριμ» δεν επροχώρει, αφού ευρισκόμεθα εισέτι τόσον μεμακρυσμένοι από της ηπείρου;

 — Κυρία Βέλδων, απεκρίθη ο Δικ Σανδ, φέρων προς στιγμήν την χείρα επί του μετώπου ωσεί διά να συγκεντρώση τας ιδέας του, δεν ηξεύρω . . . δεν ημπορώ . . . να εξηγήσω την απίστευτον αυτήν βραδύτητα . . . Όχι, δεν ειμπορώ . . . εκτός εάν αι ενδείξεις της πυξίδος ήσαν ψευδείς . . . Αλλ' η νήσος εκείνη δεν δύναται να είναι άλλη ειμή η νήσος του Πάσχα, αφού εφεύγομεν προς τα βορειανατολικά με τον άνεμον όπισθεν, και πρέπει να ευχαριστήσω τον Θεόν επειδή μοι επέτρεψε να καθορίσω την θέσιν ημών. Ναι, είναι η νήσος του Πάσχα. Ναι, απέχει δύο χιλιάδας μίλια από της παραλίας. Ηξεύρω τέλος πού μας ώθησεν η τρικυμία, και εάν κατευνασθή, δυνάμεθα να προσεγγίσωμεν μετά τινων ελπίδων σωτηρίας την αμερικανικήν ήπειρον. Τώρα τουλάχιστον το πλοίον ημών δεν εχάθη πλέον εις το άπειρον του Ειρηνικού.

Την πεποίθησιν ταύτην, ην εμαρτύρει ο Δικ Σανδ, συνεμερίσθησαν όλοι όσοι τον ήκουσαν ομιλούντα. Και αυτή η κυρία Βέλδων κατεπείσθη. Εφαίνετο αληθώς ότι οι δυστυχείς εκείνοι άνθρωποι ήσαν εις το τέρμα των δεινών των, και το «Πίλγριμ», έχον ευνοϊκόν τον άνεμον, δεν θα εβράδυνε να εισέλθη εις τον λιμένα της σωτηρίας.

Η νήσος του Πάσχα — το αληθές όνομα της οποίας είναι ΒάιΧου — ανακαλυφθείσα υπό του Διβίδ τω 1686 και εξερευνηθείσα υπό του Κουκ και του Λαπερούς, κείται υπό την 270 νοτίου πλάτους και την 112ο ανατολικού μήκους. Εάν ο μυοπάρων παρεσύρθη τοιουτοτρόπως περισσότερον των δεκαπέντε μοιρών προς βορράν, τούτο προδήλως ωφείλετο εις την νοτιοδυτικήν εκείνην τρικυμίαν προ της οποίας ηναγκάσθη να φεύγη.

Λοιπόν το «Πίλγριμ» απείχεν έτι δύο χιλιάδας μίλια από της ξηράς. Εν τούτοις υπό την ώθησιν του κεραυνοβόλου εκείνου ανέμου δεν θα εχρειάζετο περισσοτέρας των δέκα ημερών, όπως φθάση εις οίον δήποτε σημείον της Νοτίου Αμερικής.

Αλλ' άρα γε δεν ηδύνατο να ελπίζωσιν, ως το είχεν ειπή ο δόκιμος, ότι ο άνεμος θα κατηυνάζετο ολίγον και θα ηδύναντο να αναπετάσωσιν ιστίον τι, άμα έβλεπον ξηράν;

Αύτη ήτο η ελπίς του Δικ Σανδ. Εσκέπτετο ότι η καταιγίς εκείνη, ήτις από τοσούτων ημερών διήρκει, θα κατέπαυεν ίσως επί τέλους. Και τώρα ότε, χάρις εις την ανακάλυψιν της νήσου του Πάσχα, εγνώριζεν ακριβώς την θέσιν του, ηδύνατο να έχει την πεποίθησιν ότι αποκατασταθείς κύριος του πλοίου του, θα το διηύθυνεν εις μέρος ασφαλές.

Ναι, η ανακάλυψις του μεμονωμένου εκείνου σημείου, γενομένη ωσεί εκ θείας προνοίας, απέδωκε θάρρος εις τον Δικ Σανδ. Εάν εφέρετο κατά τας ιδιοτροπίας της τρικυμίας, της οποίας δεν ηδύνατο να κατισχύση, τουλάχιστον δεν έπλεεν εις τα τυφλά.

Το «Πίλγριμ» άλλως τε στερεώς κατασκευασμένον και κατηρτισμένον δεν υπέφερε πολύ εκ των σκληρών προσβολών της τρικυμίας. Αι ζημίαι του συνίσταντο μόνον εις την απώλειαν του δόλωνος και της αρτεμονίδος απώλεια ήτις ευκόλως ηδύνατο να αναπληρωθή. Ουδεμία σταγών ύδατος διεπέρασε το σκάφος και το κατάστρωμα. Αι αντλίαι ήσαν εντελώς ανέπαφοι. Υπό την έποψιν λοιπόν ταύτην ουδέν είχον να φοβηθώσιν.

Έμενε λοιπόν η ακατάπαυστος εκείνη καταιγίς, της οποίας την μανίαν ουδέν εφαίνετο ικανόν να καταστείλη. Εάν, έν τινι μέτρω ο Δικ Σανδ ηδύνατο να θέση το πλοίον του εις κατάστασιν να παλαίση κατά της τρικυμίας, δεν ηδύνατο όμως να διατάξη τον άνεμον να κατευνασθή, τα κύματα εκείνα να καταπραϋνθώσι, τον ουρανόν εκείνον να αιθριάση. Εάν εντός του πλοίου ήτο «κύριος μετά τον Θεόν», έξω όμως του πλοίου μόνος ο Θεός εδέσποζε των ανέμων και των κυμάτων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ'.

ΓΗ! ΓΗ.!


Εν τούτοις η πεποίθησις εκείνη υπό της οποίας επληρούτο ορμεμφύτως η καρδία του Δικ Σανδ, έμελλεν εν μέρει να δικαιολογηθή.
 
Την επιούσαν, 27 Μαρτίου η υδραργυρική στήλη υψώθη εν τω βαρεμετρικώ σωλήνι. Η ταλάντευσις μήτε βιαία, μήτε μεγάλη υπήρξε· γραμμαί τινες μόνον, αλλ' η πρόοδος ήτο συνεχής. Η τρικυμία έμελλε προδήλως να εισέλθη εις την φθίνουσαν αυτής περίοδον και εάν η θάλασσα έμεινεν υπερβολικώς τεταραγμένη, ηδυνήθησαν όμως να βεβαιωθώσιν ότι ο άνεμος ηλαττούτο, ανερχόμενος ελαφρώς προς δυσμάς.

Ο Δικ Σανδ δεν ηδύνατο έτι να σκεφθή αναπέτασιν ιστίου τινός, καθότι και το μικρότερον θα ανηρπάζετο αμέσως. Εν τούτοις ήλπιζεν ότι δεν θα παρήχοντο 24 ώραι και θα ηδύνατο να αναπετάση μίαν προτονίδα.

Πράγματι κατά την νύκτα ο άνεμος εχαλαρώθη επαισθητώς, παραβαλλόμενος προς εκείνον όστις έπνεε κατά τας παρελθούσας ημέρας, και το πλοίον εσαλεύετο ολιγώτερον υπό των σφοδρών κτυπημάτων του σάλου, άτινα ηπείλησαν να το εξαθρώσωσιν.
 
Οι επιβάται ήρχισαν να αναβαίνωσιν εις το κατάστρωμα. Δεν εκινδύνευον πλέον ν' αρπαγώσιν υπό τινος κύματος.
 
Πρώτη η κυρία Βέλδων εγκατέλιπε το τετράγωνον, εν τω οποίω ο Δικ χάριν προφυλάξεως την ηνάγκασε να περιορισθή κατά την διάρκειαν της μακράς εκείνης τρικυμίας. Ήλθε να συνομιλήση μετά του δοκίμου, τον οποίον θέλησις αληθώς υπεράνθρωπος είχε καταστήσει ικανόν να αντιστή εις τόσους μόχθους.

Ισχνός, ωχρός υπό το ηλιοκαές του χρώματός του, θα ηδύνατο να εξασθενήση ένεκα της στερήσεώς του ύπνου εκείνου του τοσούτον αναγκαίου εις την ηλικίαν του. Αλλ' όχι· η ισχυρά κράσις του αντείχεν εις όλα. Ίσως βραδύτερον θα επλήρωνεν ακριβά την περίοδον εκείνην των δοκιμασιών.

Αλλ' η στιγμή εκείνη δεν ήτο κατάλληλος να καταβληθή. Ο Δικ Σανδ εσκέπτετο πάντοτε ταύτα, η δε κυρία Βέλδων τον εύρεν επίσης δραστήριον όσον ήτο και πρότερον.

Και έπειτα ο γενναίος εκείνος Σανδ είχε θάρρος, και εάν το θάρρος δεν επιβάλλεται, τουλάχιστον επιβάλλει.

 — Δικ, αγαπητόν μου τέκνον, πλοίαρχέ μου είπεν η κυρία Βέλδων, τείνουσα την χείρα προς τον νεαρόν δόκιμον.

 — Α! κυρία Βέλδων, ανέκραξεν ο Δικ Σανδ μειδιών, απειθείται εις τον πλοίαρχόν σας! Επανέρχεσθε εις το κατάστρωμα, εγκαταλείπετε τον κοιτωνίσκον σας μεθ' όλας τας παρακλήσεις του.
 
 — Ναι, απειθώ, απεκρίθη η κυρία Βέλδων· αλλ' έχω προαίσθημά τι ότι η τρικυμία καταπαύει ή θα καταπαύση μετ' ολίγον.
 
 — Τωόντι καταπαύει, κυρία Βέλδων, απεκρίθη ο δόκιμος. Δεν απατάσθε. Το βαρόμετρον δεν κατήλθεν από της χθες. Ο άνεμος εμετρίασε, και έχω λόγον να πιστεύω, ότι αι σκληρότεραι δοκιμασίαι μας παρήλθον.

 — Ο Θεός να σε ακούση, Δικ. Α! πολύ υπέφερες, αγαπητόν μου τέκνον! Έπραξες . .

 — Απλώς το καθήκον μου, κυρία Βέλδων.

 — Αλλά θα αναπαυθής τέλος ολίγον;

 — Ν' αναπαυθώ! είπεν ο δόκιμος. Δεν έχω ανάγκην αναπαύσεως, κυρία Βέλδων. Είμαι κάλλιστα, χάρις τω Θεώ και πρέπει να εκτελέσω το καθήκον μου μέχρι τέλους. Με ωνομάσατε πλοίαρχον, και, θα μένω πλοίαρχος μέχρι της στιγμής καθ' ήν όλοι οι επιβάται θα είναι εν ασφαλεία.
 
 — Δικ, επανέλαβεν η κυρία Βέλδων, εγώ και ο σύζυγος μου ουδέποτε θα λησμονήσωμεν τι έπραξες.

 — Ο Θεός έπραξε τα πάντα, απεκρίθη ο Δικ, τα πάντα.

 — Τέκνον μου, σου επαναλαμβάνω ότι, διά της ηθικής και δραστηριότητός σου, εδείχθης ανήρ άξιος να κυβερνάς και μετ' ολίγον, άμα περαιωθώσιν αι σπουδαί σου, — και ο σύζυγός μου δεν θα με διαψεύση, — θα ήσαι πλοίαρχος παρά τω οίκω Ζαμ Ουίλλιαμ Βέλδων.

 — Εγώ! εγώ! ανέκραξεν ο Δικ Σανδ, του οποίου οι οφθαλμοί εκαλύφθησαν υπό δακρύων.

 — Δικ, απεκρίθη η κυρία Βέλδων, ήσο ήδη θετός ημών υιός, αλλά τώρα είσαι υιός μας, είσαι ο σωτήρ της μητρός σου και του μικρού αδελφού σου Ζακ. Φίλτατε Δικ, σε ασπάζομαι διά τον σύζυγόν μου και δι' εμέ!

Η γενναία γυνή επεθύμει να μη συγκινηθή θλίβουσα τον νεαρόν δόκιμον εις τας αγκάλας της, αλλ' η καρδία της υπερεξεχείλιζεν. Αλλά ποία γραφίς θα ηδύνατο να περιγράψη τι ησθάνετο ο Δικ Σανδ; Εσκέπτετο εάν ηδύνατο να πράξη τι περισσότερον ή να προσφέρη την ζωήν του υπέρ των ευεργετών του και εδέχετο προκαταβολικώς πάσας τας δοκιμασίας, όσαι θα τω επεβάλλοντο εις το μέλλον.
 
Μετά την συνδιάλεξιν ταύτην ο Δικ Σανδ ησθάνθη εαυτόν ισχυρότερον. Εάν ο άνεμος εγίνετο μετριώτερος και τω επέτρεπε ν' αναπετάση ιστίον τι, δεν αμφέβαλλεν ότι θα ηδύνατο να διευθύνη το πλοίον του πρός τινα λιμένα, ένθα όλοι εκείνοι τους οποίους έφερε θα εύρισκον τέλος την σωτηρίαν.

Τη 29, ελαττωθέντος ολίγον του ανέμου, ο Δικ Σανδ εσκέφθη να αποκαταστήση το ακάτιον και τον δόλωνα και κατ' ακολουθίαν να αυξήση την ταχύτητα του «Πίλγριμ», εξασφαλίζων την διεύθυνσίν του.
 
 — Εμπρός, Τωμ! εμπρός, φίλοι μου! Ανέκραξεν, όταν ανέβη εις το κατάστρωμα όρθρου βαθέως. Έλθετε! έχω ανάγκην των βραχιόνων σας.
 
 — Είμεθα έτοιμοι, πλοίαρχε Σανδ, απεκρίθη ο γέρων Τωμ.

 — Έτοιμοι εις όλα, προσέθηκεν ο Ηρακλής. Κατά την διάρκειαν της τρικυμίας δεν είχον τι να πράξω και ήρχιζα να σκωριάζω.

 — Έπρεπε να φυσάς με το μεγάλον στόμα σου, είπεν ο μικρός Ζακ. Στοιχηματίζω ότι θα ήσο τόσον δυνατός όσον ο άνεμος.
 
 — Καλή ιδέα, Ζακ! είπεν ο Δικ Σανδ, γελών. Όταν είναι γαλήνη, θα λέγωμεν εις τον Ηρακλέα να φυσά εις τα ιστία.
 
 — Εις τας διαταγάς σας, κύριε Δικ, απεκρίθη ο αγαθός μαύρος εξογκών τας παρειάς ως γιγαντιαίος Βορέας.

 — Τώρα, φίλοι, επανέλαβεν ο δόκιμος, θα αναρτήσωμεν πρώτον αναπληρωτικόν ιστίον, καθότι ο δόλων ανηρπάγη από του ανέμου. Ίσως είναι δύσκολον, αλλά πρέπει να γίνη.

 — Θα γίνη! απεκρίθη ο Ακτέων.

 — Ειμπορώ να σας βοηθήσω; ηρώτησεν ο μικρός Ζακ πάντοτε πρόθυμος να εργασθή.
 
 — Ναι, Ζακ μου, απεκρίθη ο δόκιμος. Θα μείνης εις τον τροχόν πλησίον του φίλου μας Βαρθολομαίου, και θα τον βοηθής να κυβερνά.
 
Περιττόν να είπωμεν πόσον υπερηφανεύθη ο μικρός Ζακ γενόμενος βοηθός πηδαλιούχος του «Πίλγριμ».

 — Τώρα, εις έργον, επανέλαβεν ο Δικ Σανδ, και όσω το δυνατόν ας μη εκτιθέμεθα.

Οι μαύροι, βοηθούμενοι υπό του δοκίμου, ήρχισαν την εργασίαν. Η εξάρτησις ενός δόλωνος παρείχε δυσκολίας τινάς εις τον Τωμ και τους συντρόφους του. Πρόκειτο να ανυψώσωσι κατ' αρχάς το περιτετυλιγμένον εφ' εαυτό ιστίον, είτα δε να το στερεώσωσιν επί της κεραίας.

Εν τούτοις ο Δικ Σανδ τόσω καλώς διηύθυνε και τόσω καλώς υπήκουσαν εις αυτόν, ώστε μετά εργασίαν μιας ώρας, το ιστίον εξετυλίχθη, η κεραία ανυψώθη και ο δόλων αποκατέστη καλώς μετά δύο σειρών θηλιών.

Το ακάτιον και ο δεύτερος αρτέμων, άτινα είχον συμπτυχθή προ της τρικυμίας, ανεπτύχθησαν άνευ πολλής δυσκολίας μεθ' όλον τον βίαιον άνεμον.

Τέλος, την ημέραν εκείνην, εις τας δέκα της πρωίας το «Πίλγριμ» έπλεε μετά ακατίου, του δόλωνος και του αρτέμονος.

Ο Δικ Σανδ δεν έκρινε συνετόν να θέση πλειότερα ιστία. Όσα είχεν, ενόσω ο άνεμος δεν εχαλαρούτο, ήρκουν να τω εξασφαλίσωσι ταχύτητα διακοσίων μιλίων τουλάχιστον εις είκοσι τεσσάρας ώρας, και δεν τω εχρειάζετο περισσότερο, όπως φθάση εις την αμερικανικήν ακτήν προ δέκα ημερών.
 
Ο δόκιμος ευχαριστήθη αληθώς όταν, επανελθών εις το πηδάλιον, επανέλαβε την θέσιν του, ευχαριστήσας των κυρ Ζακ, τον βοηθόν πηδαλιούχον του «Πίλγριμ» Δεν ήτο πλέον εις την διάκρισιν των κυμάτων. Έπλεε καλώς. Η χαρά του δύναται να εννοηθή παρ' όλων εκείνων όσοι είναι πως συνοικειωμένοι προς τα ναυτικά πράγματα.

Την επιούσαν, τα νέφη έτρεχον μεν εισέτι μετά της αυτής ταχύτητος, αλλ' άφινον μεταξύ των μεγάλα κενά, διά των οποίων αι ηλιακαί ακτίνες ηκοντίζοντο μέχρι της επιφανείας των υδάτων. Ενίοτε το «Πίλγριμ» κατεφωτίζετο υπ' αυτών. Ωραίον πράγμα το ζωογόνον τούτο φως! Ενίοτε εσβύνετο όπισθεν ευρείας μάζης ατμών ορμώντων προς ανατολάς, είτα ανεφαίνετο πάλιν, και πάλιν εξηφανίζετο, αλλ' ο καιρός αποκαθίστατο ωραίος.

Οι καθέκται ηνεώχθησαν, όπως αερισθή το εσωτερικόν του πλοίου. Αήρ υγιεινός εισήρχετο εις το κύτος εις το πρυμναίον διαμέρισμα, εις τας θέσεις του πληρώματος. Τα υγρά ιστία εξηπλώθησαν διά να στεγνώσωσιν. Εκαθαρίσθη ωσαύτως το κατάστρωμα. Ο Δικ Σανδ δεν ήθελε να φθάση το πλοίον του εις τον λιμένα χωρίς να είναι ολίγον καλλωπισμένον. Χωρίς να καταπονήται το πλήρωμα, ολίγαι ώραι αφιερούμεναι καθ' εκάστην εις την εργασίαν ταύτην ήρχουν όπως τα πάντα περαιωθώσι καλώς.
 
Καίτοι ο δόκιμος δεν ηδύνατο πλέον να ρίπτη το δρομόμετρον, είχεν όμως αρκούσαν έξιν να υπολογίζη τον ολκόν πλοίου και να ευρίσκη την ταχύτητα αυτού. Δεν αμφέβαλλε λοιπόν ότι πριν ή παρέλθωσιν επτά ημέραι θα έβλεπε ξηράν, την γνώμην δε ταύτην έπεισε και την κυρίαν Βέλδων να παραδεχθή, αφού τη έδειξεν επί του χάρτου την πιθανήν θέσιν του πλοίου.

 — Και λοιπόν! εις ποίον μέρος της ακτής θα φθάσωμεν, φίλτατε Δικ; τον ηρώτησεν εκείνη.

 — Εδώ, κυρία Βέλδων, απεκρίθη ο δόκιμος, δεικνύων την μακράν εκείνην παράλιον ταινίαν ήτις εκτείνεται μεταξύ του Περού και της Χιλής. Δεν δύναμαι να ήμαι ακριβέστερος. Ιδού η νήσος του Πάσχα την οποίαν αφήσαμεν προς δυσμάς, εκ της διευθύνσεως δε του ανέμου, ήτις υπήρξε σταθερά, συμπεραίνω ότι θα ίδωμεν την ξηράν προς ανατολάς. Οι όρμοι είναι πολυάριθμοι επί της ακτής ταύτης, αλλά προς το παρόν δεν δύναμαι να ορίσω ακριβώς το μέρος εις το οποίον θα προσορμισθώμεν.

 — Καλά, Δικ, όστις και αν είναι ο λιμήν ούτος, καλώς να έλθη!

 — Μάλιστα, κυρία Βέλδων, και θα εύρητε εκεί βεβαίως τα μέσα να επιτρέψηται ταχέως εις Άγιον Φραγκίσκον. Η ατμοπλοϊκή εταιρία του Ειρηνικού έχει κάλλιστα ωργανωμένην την συγκοινωνίαν του μέρους τούτου. Τα ατμόπλοια αυτής προσεγγίζουσιν εις τα κυριώτερα μέρη της παραλίας, και θα σας είναι πολύ εύκολον να επιβιβασθήτε διά την Καλιφορνίαν.
 
 — Δεν σκοπεύεις λοιπόν να επαναφέρης το «Πίλγριμ» εις Άγιον Φραγκίσκον; ηρώτησεν η κυρία Βέλδων.
 
 — Μάλιστα, αφού σας αποβιβάσω, κυρία Βέλδων. Εάν δυνηθώμεν να εύρωμεν αξιωματικόν τινα και πλήρωμα. Θα εκφορτώσωμεν εις Βαλπαραΐζον, ως εσκόπευε να πράξη ο πλοίαρχος Χουλ. Έπειτα δε θα επιστρέψωμεν εις τον ορμητήριον λιμένα του πλοίου. Αλλά τούτο θα φέρη πολλήν χρονοτριβήν, και με όλην την θλίψιν την οποίαν έχω, αποχωριζόμενος αφ' υμών . . .

 — Καλά, Δικ, απεκρίθη η κυρία Βέλδων. Βραδύτερον θα ίδωμεν τι πρέπει να πράξωμεν. — Ειπέ μοι, εφαίνεσο φοβούμενος τους κινδύνους τους οποίους παρουσιάζει η γη;

Τωόντι, είναι επίφοβοι, είπεν ο δόκιμος, αλλ' ελπίζω πάντοτε ότι θα συναντήσω πλοίον τι εις τα μέρη ταύτα, και μάλιστα εκπλήττομαι πώς δεν είδον κανέν. Έν και μόνον εάν διέλθη, θα συνεννοηθώμεν μετ' αυτού, θα μας δώση ακριβείς πληροφορίας πού ευρισκόμεθα, και τούτο θα καταστήση ευκολώτερον την προσέγγισιν ημών εις την ξηράν.
 
 — Δεν υπάρχουσι λοιπόν, πλοηγοί εκτελούντες την υπηρεσίαν της παραλίας ταύτης; ηρώτησεν η κυρία Βέλδων.

 — Βεβαίως θα υπάρχωσιν, απεκρίθη ο Δικ Σανδ, αλλά πλησιέστερον της ξηράς. Πρέπει λοιπόν να εξακολουθώμεν πλησιάζοντες αυτήν.
 
 — Και εάν δεν συναντήσωμεν πλοηγόν! . . . ηρώτησεν η κυρία Βέλδων, επιμένουσα να μάθη πώς ο νεαρός δόκιμος θα απέτρεπε τους ενδεχομένους κινδύνους.

 — Εν τοιαύτη περιπτώσει, κυρία Βέλδων, ή ο καιρός θα είναι καθαρός, ο άνεμος μέτριος, και θα προσπαθήσω να παραπλεύσω την παραλίαν μέχρις ου εύρω καταφύγιον, ή ο άνεμος θα γίνη ισχυρός, και τότε . . .

 — Τότε; . . . Τι θα πράξης, Δικ;

 — Τότε, απεκρίθη ο Δικ Σανδ, εις την κατάστασιν εις ην ευρίσκεται το «Πίλγριμ», εάν άπαξ εξοκείλη, θα είναι πολύ δύσκολον να ανελκυσθή.
 
 — Τι θα πράξης; ηρώτησεν η κυρία Βέλδων.

 — Θα αναγκασθώ να ρίψω το πλοίον μου εις την ξηράν, απεκρίθη ο δόκιμος, του οποίου το μέτωπον εζοφώθη προς στιγμήν. Α! είναι σκληρόν το μέτρον! και ο Θεός να δώση να μη καταφύγωμεν εις την εσχάτην ταύτην ανάγκην! Αλλά σας επαναλαμβάνω, κυρία Βέλδων, η θέα του ουρανού φαίνεται ενθαρρυντική, και δεν είναι δυνατόν πλοίον τι ή ρυμουλκόν να μη συναντήσωμεν. Λοιπόν, καλή ελπίς! Διευθυνόμεθα προς την ξηράν, και θα ίδωμεν εντός ολίγου.

Να ρίπτεις το πλοίον εις την ξηράν είναι η εσχάτη πράξις προ της οποίας και ο θαρραλεώτερος ναυτικός καταλαμβάνεται υπό τρόμου. Τούτου ένεκεν ο Δικ Σανδ δεν ήθελε να προΐδη την περίπτωσιν ταύτην, ενόσω είχεν ελπίδας τινάς ότι ήθελε την αποφύγει·

Επί τινας ημέρας εγένοντο εις την ατμόσφαιραν μεταβολαί τινες αίτινες ενέβαλον και πάλιν εις τον δόκιμον ανησυχίαν. Ο άνεμος έπνεε πάντοτε σφοδρός και ταλαντεύσεις τινές της βαρομετρικής στήλης εδήλουν ότι έμελλε να γίνη σφοδρότερος.

Ο Δικ Σανδ λοιπόν εσκέπτετο ουχί άνευ φόβου μήπως αναγκασθή και πάλιν να φεύγη άνευ ιστίων. Εν τούτοις είχε τόσον μέγα συμφέρον να διατηρήση τουλάχιστον τον δόλωνά του, ώστε απεφάσισε να τον κρατήση, ενόσω δεν εκινδύνευε να αναρπαγή υπό του ανέμου.

Αλλά, όπως εξασφαλίση την στερεότητα των ιστών, ενέτεινε καλώς και σφοδρώς τα εξάρτια και τους παρατόνους. Προ πάντων δεν έπρεπε να διακινδυνεύση την θέσιν, ήτις θα καθίστατο σπουδαιοτάτη, εάν το «Πίλγριμ» έχανε τους ιστούς του.

Άπαξ ή δις ωσαύτως, ανελθόντος του βαρομέτρου εφοβήθησαν μήπως ο άνεμος γίνη εντελώς αντίθετος, ήτοι μήπως μεταβληθή ανατολικός.

Θα εστενοχωρούντο λοιπόν περισσότερον.

Νέα αγωνία διά τον Δικ Σανδ. Τι θα έπραττε με τον εναντίον εκείνον άνεμον; Να λοξοδρομή;

Αλλ' εάν ηναγκάζετο να καταφύγη εις το μέτρον τούτο, πόσαι νέαι βραδύτητες θα επήρχοντο και πόσοι κίνδυνοι, εάν ερρίπτετο πάλιν εις το πέλαγος!

Ευτυχώς όμως οι φόβοι ούτοι δεν επραγματοποιήθησαν. Ο άνεμος, αφού εποίκιλλεν επί τινας ημέρας, πλέων οτέ μεν βόρειος οτέ δε νότιος, αποκατέστη επί τέλους οριστικώς δυτικός.

Αλλ' ήτο πάντοτε ισχυρός και επίεζε τους ιστούς.

Ήτο η 5 Απριλίου. Ούτω λοιπόν πλειότερον των δύο μηνών είχον παρέλθει ήδη από της ημέρας καθ' ήν το «Πίλγριμ» απέπλευσεν εκ της Νέας Ζηλανδίας. Επί είκοσιν ημέρας, εναντίος άνεμος και μακραί νηνεμίαι είχον επιβραδύνη την πορείαν αυτού. Ακολούθως ευρέθη υπό συνθήκας ευνοϊκάς, όπως φθάση ταχέως εις την ξηράν.

Η ταχύτης μάλιστα αυτού κατά την διάρκειαν της τρικυμίας βεβαίως ήτο μεγάλη. Ο Δικ Σανδ υπελόγιζεν ως μέσον όρον τουλάχιστον διακόσια μίλια την ημέραν! Πώς λοιπόν δεν είδον ακόμη ξηράν;

Έφευγεν άρα γε αύτη προ του «Πίλγριμ»; Τούτο ήτο εντελώς ανεξήγητον.
 
Και εν τούτοις ουδεμία γη εφάνη, ει και είς των μαύρων έμενε διαρκώς φρουρών επί του υψώματος.
 
Πολλάκις ανέβαινεν εκεί αυτός ο Δικ Σανδ, έχων δε το τηλεσκόπιον εις τους οφθαλμούς προσεπάθει να ανακάλυψη ένδειξίν τινα ορέων.

Η σειρά των Άνδεων είναι λίαν υψηλή.

Εις την ζώνην λοιπόν των νεφών έπρεπε να αναζητήση κορυφήν τινα υπερέχουσαν των ατμών του ορίζοντος.

Πολλάκις ο Τωμ και οι μετ' αυτού ηπατήθησαν εκ ψευδών ενδείξεων ξηράς. Ήσαν απλοί ατμοί παραδόξου σχήματος ορθούμενοι εις τον ορίζοντα.

Συνέβη μάλιστα ώστε οι αγαθοί εκείνοι άνδρες να επιμένωσιν ενίοτε εις τας βεβαιώσεις των· αλλά μετά τινα χρόνον ηναγκάζοντο να ομολογήσωσιν ότι είχον γείνη θύματα οπτικής απάτης. Η υποτιθεμένη γη μετετοπίζετο, μετέβαλλε σχήμα και μορφήν και επί τέλους εξηλείφετο εντελώς.

Τη 6 Απριλίου ουδεμία αμφιβολία ήτο δυνατή.

Ήτο ογδόη ώρα της πρωίας, ο Δικ Σανδ είχεν αναβή επί του υψώματος. Κατ' εκείνην την στιγμήν, αι αχλύες διελύθησαν υπό τας πρώτας ηλιακάς ακτίνας, και ο ορίζων εκαθαρίσθη αρκούντως.

Εκ του στόματος του Δικ Σανδ εξέφυγε τέλος η τόσω περιπόθητος κραυγή.
 
 — Γη! γη! ενώπιον ημών.

Εις την κραυγήν ταύτην όλοι ώρμησαν εις το κατάστρωμα, ο μικρός Ζακ, περίεργος ως είναι όλα τα παιδία της ηλικίας του, η κυρία Βέλδων, της οποίας τα παθήματα έμελλον να παύσωσι διά της προσορμίσεως, ο Τωμ και οι μετ' αυτού, οίτινες θα απέβαινον τέλος επί της αμερικανικής ηπείρου, και αυτός ο εξάδελφος Βενέδικτος, όστις ήλπιζε να πλουτίση την συλλογήν του δι' όλως νέων αυτώ εντόμων.
 
Μόνος ο Νεγορός δεν εφάνη.

Έκαστος είδε τότε ό,τι είχεν ιδεί ο Δικ Σανδ, οι μεν ευκρινώς, οι δε πεπειθότες εις την διαβεβαίωσιν των άλλων. Αλλ' ο δόκιμος, εξησκημένος εις την εξερεύνησιν του θαλασσίου ορίζοντος, δεν ηδύνατο να απατηθή, και μετά μίαν ώραν θα ηναγκάζοντο να συνομολογήσωσι τούτο πάντες.

Εις απόστασιν τεσσάρων μιλίων περίπου προς ανατολάς, διεκρίνετο παραλία αρκούντως χαψηλή ή φαινομένη τουλάχιστον ως τοιαύτη. Βεβαίως όπισθεν αυτής θα εξείχεν η υψηλή σειρά των Άνδεων, αλλ' η τελευταία ζώνη των νεφών δεν επέτρεπε να βλέπωσι τας κορυφάς αυτής.

Το «Πίλγριμ» έπλεε κατ' ευθείαν και ταχέως προς την ακτήν εκείνην, ήτις επλατύνετο εν ριπή οφθαλμού.

Μετά δύο ώρας τρία μόλις μίλια απείχεν απ' αυτής.

Το μέρος εκείνο της ακτής επερατούτο βορειοανατολικώς δι' ακρωτηρίου αρκετά υψηλού καλύπτοντος είδος τι όρμου. Εξ εναντίας, προς τα νοτιοανατολικά, εξετείνετο ως λεπτή γλώσσα γης.

Δένδρα τινα έστεφον σειράν βράχων χαμηλών διακρινομένων τότε. Αλλ' ήτο πρόδηλον ότι, γνωστού όντος του γεωγραφικού χαρακτήρος του τόπου, η υψηλή οροσειρά των Άνδεων εσχημάτιζε το οπίσθιον αυτών σχέδιον.

Ουδεμία όμως ορατή κατοικία, ουδείς λιμήν, ουδέν στόμιον ποταμού δυνάμενον να χρησιμεύση ως καταφύγιον πλοίου.

Κατ' εκείνην την στιγμήν το «Πίλγριμ» έπλεε κατ' ευθείαν προς την ξηράν.

Μετά των ηλαττωμένων ιστίων, τα οποία διέθετεν, επειδή ο άνεμος το έπληττεν εκ του πλαγίου, ο Δικ Σανδ δεν θα ηδύνατο να το αναστείλη.

Εις τα εμπρός εζωγραφίζετο μακρά σειρά σκοπέλων, επί των οποίων κατάλευκος άφριζεν η θάλασσα. Εφαίνοντο τα κύματα υψούμενα μέχρι του ημίσεως των θαλασσοκρήμνων. Θα υπήρχεν εκεί φοβερά παλίρροια.

Ο Δικ Σανδ, αφού έμεινεν επί του πρωραίου υψώματος παρατηρών την ακτήν, επανήλθεν εις την πρύμνην και χωρίς μήτε λέξιν να προσφέρη έλαβε το πηδάλιον.

Ο άνεμος ηύξανε πάντοτε. Ο μυοπάρων δεν απείχε πλέον από της παραλίας πλειότερον μιλίου.

Ο Δικ Σανδ παρετήρησε τότε είδος τι μικρού κόλπου, εν τω οποίω απεφάσισε να εισέλθη· αλλά, πριν φθάση εκεί, έπρεπε τα διέλθη σειράν σκοπέλων, μεταξύ των οποίων θα ήτο δύσκολον να εύρη δίοδον. Η οπισθόρμησις των υδάτων εδείκνυεν ότι το ύδωρ πανταχού ήτο αβαθές.

Κατ' εκείνην την στιγμήν ο Δίγγος, όστις περιεφέρετο επί του καταστρώματος, ώρμησεν εις την πρώραν, και παρατηρών την γην ήρχισε να υλακτή θρηνωδώς. Ήθελέ τις υποθέσει ότι ο κύων ανεγνώριζε την παραλίαν εκείνην, και ότι το ορμέμφυτον αυτού τω επανέφερε θλιβεράν τινα ανάμνησιν.

Ο Νεγορός τον ήκουε βεβαίως, καθότι ακαταμάχητον τι αίσθημα τον ώθησεν έξω του κοιτωνίσκου του, και μολονότι εφοβείτο τον κύνα, ήλθε σχεδόν αμέσως να επακουμβήση επί του παραρρύματος.
 
Ευτυχώς δι' αυτόν, ο Δίγγος, του οποίου αι θλιβεραί υλακαί απηυθύνοντο πάντοτε προς την γην εκείνην, δεν τον είδεν.

Ο Νεγορός παρετήρει την μανιώδη εκείνην παλίρροιαν, και τούτο δεν εφάνη ότι τον εφόβησεν. Η κυρία Βέλδων, ήτις τον υπέβλεπεν, ενόμισεν ότι είδε το πρόσωπόν του ερυθριάσαν ελαφρώς και ότι προς στιγμήν οι χαρακτήρες του συνεσπάσθησαν.
 
Εγνώριζεν λοιπόν ο Νεγορός το μέρος εκείνο της ηπείρου, όπου ώθησαν το «Πίλγριμ» οι άνεμοι.

Κατά την στιγμήν εκείνην ο Δικ Σανδ εγκατέλειπε τον οίακα εις τας χείρας του γέροντος Τωμ και ήλθε διά τελευταίαν φοράν να παρατήρηση τον μικρόν όρμον όστις ηνοίγετο ολίγον κατ' ολίγον. Είτα δε:

 — Κυρία Βέλδων, είπε μετά φωνής σταθεράς, δεν ελπίζω πλέον ότι θα εύρω καταφύγιον. Πριν ή παρέλθη ημίσεια ώρα, μεθ' όλας τας προσπαθείας μου, το «Πίλγριμ» θα πέση επί των σκοπέλων. Δεν θα φέρω το πλοίον εις λιμένα. Αναγκάζομαι να το χάσω διά να σας σώσω. Αλλά μεταξύ της σωτηρίας υμών και αυτού, δεν έχω να διστάσω.

 — Έπραξες παν ό,τι εξηρτάτο από σου, Δικ; ηρώτησεν η κυρία Βέλδων.

 — Τα πάντα, απήντησεν ο νεαρός δόκιμος. Και αμέσως προετοιμάσθη, όπως εξωκείλη.
 
Εν πρώτοις η κυρία Βέλδων, ο Ζακ, ο εξάδελφος Βενέδικτος και η Ναν εζώσθησαν τα σωσίβια. Ο Δικ Σανδ ο Τωμ και οι μαύροι, επιτήδειοι κολυμβηταί, ητοιμάσθησαν και ούτοι να φθάσωσιν εις την ξηράν, εν ή περιπτώσει ήθελον αναγκασθή να πέσωσιν εις την θάλασσαν.
 
Ο Ηρακλής ώφειλεν ιδίως να προσέχη την κυρίαν Βέλδων.

Ο δόκιμος θα εφρόντιζε περί του μικρού Ζακ. Ο εξάδελφος Βενέδικτος, άλλως τε λίαν ήσυχος, ενεφανίσθη επί του καταστρώματος φέρων ανηρτημένον από των ώμων του το εντομολογικόν κιβώτιόν του. Ο δόκιμος τον συνέστησεν εις τον Βαρθολομαίον και τον Αυγουστίνον. Όσον δ' αφορά τον Νεγορόν, η παράδοξος αυτού αταραξία εμαρτύρει αρκούντως ότι ουδενός βοηθού είχεν ανάγκην.
 
Ο Δικ Σανδ, είχεν χάριν τελευταίας προφυλάξεως, διατάξει να αναβιβάσωσιν επί του πρωραίου υψώματος δέκα βαρέλια εκ του φορτίου, άτινα περιείχον έλαιον φαλαίνης.

Το έλαιον τούτο, χυνόμενον εγκαίρως, καθ' ήν στιγμήν το «Πίλγριμ» θα ευρίσκετο επί της παλιρροίας, έμελλε να κατευνάση επί τινας στιγμάς την θάλασσαν, αλείφον ούτως ειπείν τα μόρια του ύδατος, και διά της πράξεως ταύτης θα διηυκολύνετο ίσως η διάβασις του πλοίου μεταξύ των σκοπέλων.
 
Ο Δικ Σανδ δεν ήθελε να παραμελήση ουδέν, εξ όσων ηδύναντο ίσως να εξασφαλίσωσι την κοινήν σωτηρίαν.

Αφού δε ελήφθησαν όλαι αύται αι προφυλάξεις, ο δόκιμος επέστρεψεν εις το πηδάλιον.

Το «Πίλγριμ» απείχε τότε μόλις διακόσια μέτρα, ήτοι σχεδόν ήγγιζε τους σκοπέλους. Η δεξιά αυτού πλευρά ελούετο ήδη εν λευκώ αφρώ της παραλίας. Κατά πάσαν στιγμήν ο δόκιμος επίστευεν ότι η τρόπις του πλοίου έμελλε να προσκρούση επί τινος πέτρας.

Αίφνης ο Δικ Σανδ παρετήρησεν εκ της μεταβολής του χρώματος του ύδατος, ότι δίοδός τις εξετείνετο μεταξύ των σκοπέλων. Έπρεπε λοιπόν, χωρίς να διστάση, να εισέλθη τολμηρώς, όπως πλησιάση όσω το δυνατόν περισσότερον εις την ξηράν.

Ο δόκιμος δεν εδίστασε. Διά μιας κινήσεως του πηδαλίου ώθησε το πλοίον εις την στενήν και ελικοειδή διώρυγα.

Εις το μέρος εκείνο η θάλασσα ήτο πολύ μανιωδεστέρα, τα δε κύματα ανεπήδων μέχρι του καταστρώματος.



Οι μαύροι ίσταντο εις την πρώραν, πλησίον των βαρελίων, περιμένοντες τας διαταγάς του δοκίμου.

 — Κενώσατε το έλαιον! Κενώσατε! έκραξεν ο Δικ Σανδ.

Υπό το έλαιον εκείνο όπερ εχύθη ποταμηδόν, η θάλασσα κατηυνάσθη ως διά μαγείας. επιφυλασσομένη να γίνη μανιωδεστέρα μετ' ολίγας στιγμάς.

Το «Πίλγριμ» ωλίσθησε ταχέως επί των ελαιωθέντων εκείνων υδάτων και επροχώρησε κατ' ευθείαν προς το παράλιον.

Αίφνης εγένετο σύρραξις. Το πλοίον, ανυψωθέν υπό τρομερού κύματος, εξώκειλε και οι ιστοί αυτού κατέπεσον χωρίς να πληγώσωσί τινα.

Το σκάφος του «Πίλγριμ» ημιανοιχθέν εκ της συγκρούσεως, κατεπλημμυρίσθη υπό του ύδατος μετά μεγίστης ορμής. Αλλά το παράλιον δεν απείχε πλειότερον των εκατόν μέτρων και σειρά μικρών μελανωπών βράχων επέτρεπε να το φθάσωσιν ευκόλως.
 
Τοιουτοτρόπως μετά δέκα λεπτά όλοι οι επιβάται του «Πίλγριμ» απέβησαν εις τους πρόποδας του θαλασσοκρήμνου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ'.

ΤΙ ΠΟΙΗΤΕΟΝ


Ούτω λοιπόν, μετά μικρόν ένεκα των νηνεμιών διάπλουν, ακολούθως δε ευνοηθέντα υπό βορειανατολικών και νοτιοδυτικών ανέμων, — διάπλουν διαρκέσαντα ουχί ολιγώτερον των εβδομήκοντα και τεσσάρων ημερών, — το «Πίλγριμ» ερρίφθη επί της ξηράς.

Εν τούτοις η κυρία Βέλδων και οι μετ' αυτής ηυχαρίστησαν την θείαν Πρόνοιαν, άμα ευρέθησαν εν ασφαλεία. Τωόντι η τρικυμία τους έρριψεν ουχί επί τινος των απαισίων νήσων της Πολυνησίας αλλ' επί ηπείρου.

Η εις τας πατρίδας των επιστροφή, εις οίον δήποτε σημείον της Νοτίου Αμερικής και αν ευρίσκοντο, δεν εφαίνετο παρουσιάζουσα σπουδαίας δυσκολίας.

Το «Πίλγριμ» όμως απώλετο. Δεν ήτο πλέον άλλο τι ειμή σκελετός άνευ αξίας, του οποίου τα λείψανα θα διεσκόρπιζε μετ' ολίγον η παλίρροια.

Θα ήτο αδύνατον να σώσωσί τι εξ αυτού. Αλλ' εάν ο Δικ Σανδ δεν είχε την χαράν εκείνην να επαναφέρη εις τον εφοπλιστήν το πλοίον ανέπαφον, τουλάχιστον χάρις εις αυτόν οι επιβάται του ήσαν σώοι και υγιείς επί τινος φιλοξένου ακτής, μεταξύ δε αυτών η γυνή και το τέκνον του κυρίου Βέλδων.

Ως προς το ζήτημα εις ποίον μέρος της αμερικανικής παραλίας είχεν εξοκείλει το βρίκιον, τούτο ηδύνατο να συζητηθή επί μακρόν. Ήτο άρα γε το παράλιον του Περού, ως υπέθετεν ο Δικ Σανδ;

Ίσως, καθότι εγίνωσκε, μετά την αναγνώρισιν της νήσου του Πάσχα, ότι το «Πίλγριμ» υπό την ώθησιν των ανέμων ωσαύτως δε και υπό την επιρροήν βεβαίως των ρευμάτων της ισημερινής ζώνης είχε ριφθή προς τα νοτιοανατολικά.

Από της τεσσαρακοστής τρίτης μοίρας πλάτους ηδύνατο μάλλιστα να παρεκκλίνη μέχρι της δεκάτης πέμπτης.

Ήτο λοιπόν σπουδαίον να βεβαιωθή όσον τάχιστα, εις ποιον μέρος ακριβώς της ακτής συνετρίβη το βρίκιον. Δοθέντος ότι η ακτή εκείνη ήτο η του Περού, οι λιμένες, αι κώμαι, τα χωρία δεν θα έλειπον, και κατ' ακολουθίαν θα ήτο εύκολον να φθάσωσιν είς τι μέρος κατοικούμενον. Αλλ' εκείνη η παραλία εφαίνετο έρημος.
 
Ήτο στενή ακτή πλήρης μαύρων βράχων σχηματιζόντων θαλασσόκρημνον μετρίου ύψους, λίαν ακανονίστως διακοπτομένη υπό ευρέων χωνίων οφειλομένων εις την θραύσιν του βράχου. Τήδε κακείσε, ομαλαί τινες κλιτύες έφθανον μέχρι της κορυφής.

Προς Βορράν, έν τέταρτον μιλίου από του μέρους ένθα εξώκειλε το πλοίον, ηνοίγετο το στόμιον ποταμίου, όπερ δεν ηδύνατο να φανή από του πελάγους.

Επί των οχθών αυτού έκλινον απειράριθμα «ριζοφόρα» είδος μαγλίων εντελώς διαφόρων των ινδικών ομογενών των.

Η κορυφή της θαλασσοκρήμνου, — τούτο αμέσως ανεγνωρίσθη — εδεσπόζετο υπό πυκνού δάσους, του οποίου τα χλοερά φυλλώματα εκυμάτιζον υπό το βλέμμα και εξετείνοντο μέχρι των ορέων του οπισθίου σχεδίου.

Εκεί, εάν ο εξάδελφος ήτο βοτανικός, πόσα δένδρα άγνωστα εις αυτόν θα διήγειρον τον θαυμασμόν του!

Ήσαν υψηλά βαοβάβ, — εις τα οποία απεδόθη έκτακτος μακροβιότης, — οποίων ο κορμός ωμοίαζε προς τον αιγυπτιακόν συηνίτην, λατάνιαι λευκόταται, ταμαρινέαι, πεπερέαι ιδιαιτέρου είδους, και εκατόν άλλα φυτά τα οποία ο Αμερικανός δεν είναι συνηθισμένος να βλέπη εις το βόρειον μέρος της νέας ηπείρου.

Αλλά κατά σύμπτωσιν περίεργον, μεταξύ των δασικών εκείνων δένδρων δεν εύρεν ούτε έν μόνον δείγμα της πολυαρίθμου εκείνης οικογενίας των φοινίκων, ήτις αριθμεί πλειότερα των χιλίων ειδών, διεσπαρμένων αφειδώς εφ' όλης σχεδόν της επιφανείας της γης.
 
Άνωθεν της ακτής περιίπτατο μέγας αριθμός φλυάρων πτηνών ανηκόντων κατά το πλείστον εις διαφόρους ποικιλίας χελιδόνων, μελανοπτίλων μετ' ανταυγείας κυανής ως του χάλυβος, αλλά ξανθής και καστανής εις το ανώτερον μέρος της κεφαλής.

Τήδε κακείσε ανίπταντο ωσαύτως πέρδικές τινες, μετά τραχήλου εντελώς ατρίχου και χρώματος φαιού.

Η κυρία Βέλδων και Δικ Σανδ παρετήρησαν ότι τα διάφορα εκείνα πτηνά δεν εφαίνοντο πολύ άγρια. Άφινον να πλησιάζωνται αφόβως.
 
Δεν είχον λοιπόν μάθει να φοβώνται την παρουσίαν του ανθρώπου, και η παραλία εκείνη τοσούτον ήτο εγκαταλελειμμένη ώστε η επυρσοκρότησις πυροβόλου ουδέποτε είχεν ακουσθή;

Εις τα άκρα των βράχων περιεφέροντο πελεκάνες τινες εκ του είδους «πελεκάνος του ελάσσονος», ασχολούμενοι να πληρώσιν εκ μικρών ιχθύων τον σάκκον, ον έφερον κατά την κάτω σιαγόνα.

Λάροι τινές, ελθόντες από του πελάγους, ήρχιζον να περιστρέφωνται περί το «Πίλγριμ».

Αλλά τα πτηνά εκείνα ήσαν τα μόνα έμψυχα όντα, άτινα εφαίνοντο συχνάζοντα εις το μέρος εκείνο της παραλίας, μη λαμβανομένων υπ' όψιν βεβαίως των απειραρίθμων περιέργων εντόμων, τα οποία ο εξάδελφος Βενέδικτος δεν θα εβράδυνε να ανακαλύψη.

Αλλ' ό,τι και αν έπραξεν ο μικρός Ζακ, δεν ηδύναντο να τα ερωτήσωσι περί του ονόματος του τόπου, διά να μάθωσι δε αυτό έπρεπε να αποταθώσι πρός τινα ιθαγενή.

Τοιούτος όμως δεν υπήρχεν ή τουλάχιστον δεν έβλεπον μήτε ένα. Ουδαμού έβλεπον κατοικίαν καλύβην, ή τρώγλην, ούτε προς βορράν πέραν του ποταμίου, ούτε προς νότον, ούτε τέλος προς το ανώτερον μέρος του θαλασσοκρήμνου εκείνου, εν τω μέσω των δένδρων του πυκνού δάσους. Ουδείς καπνός υψούτο εις τον αέρα. Ουδεμία ένδειξις, ουδέν σημείον, ουδέν ίχνος εμαρτύρει ότι το μέρος εκείνο της ηπείρου επατήθη υπό ανθρώπων. Ο Δικ Σανδ εξεπλήσσετο.