— Πού είμεθα; είναι δυνατόν να είμεθα; εσκέπτετο. Πώς! ουδείς προς τον οποίον να ομιλήσω!
Ουδείς αληθώς, καθότι εάν προσήρχετό τις, ο Δίγγος βεβαίως θα τον ωσφραίνετο και θα τον ανήγγελε δι' υλακής. Ο κύων περιήρχετο την ακτήν έχων την ρίνα προς το έδαφος, την ουράν τεταπεινωμένην, γογγύζων υποκώφως, κινούμενος παραδόξως, μη αναγγέλων όμως την προσέγγισιν μήτε ανθρώπου μήτε ζώου οίου δήποτε.
— Δικ, ιδέ λοιπόν τον Δίγγον! είπεν η κυρία Βέλδων.
— Ναι! παράδοξον πράγμα! απεκρίθη ο δόκιμος. Φαίνεται ως να ζητή να επανεύρη ίχνος τι.
— Πολύ παράδοξον, αληθώς, εψιθύρισεν η κυρία Βέλδων.
Είτα δε επαναλαμβάνουσα.
— Τι πράττει ο Νεγορός; ηρώτησε.
— Πράττει ό,τι πράττει ο Δίγγος, απήντησε ο Δικ. Σανδ.
— Προχωρεί, επιστρέφει . . . Αλλ' εδώ είναι ελεύθερος. Δεν έχω το δικαίωμα να τον διατάσσω. Η υπηρεσία του ετελείωσε μετά την απώλειαν του «Πίλγριμ».
Τωόντι ο Νεγορός ανήρχετο την παραθαλασσίαν, επέστρεφε, παρετήρει την ακτήν και τον θαλασσόκρημνον, ως άνθρωπος ζητών να συναθροίση τας αναμνήσεις του και να τας σταματήση. Μη άραγε εγνώριζε την χώραν εκείνην; Εάν τον ηρώτων, θα ηρνείτο πιθανώς να αποκριθή. Προτιμότερον ήτο και πάλιν να μη δώσωσι προσοχήν εις άνθρωπον τόσω ακοινώνητον. Μετ' ολίγον ο Δικ Σανδ τον είδε διηυθυνόμενον προς το μέρος του ποταμίου, και όταν εγένετο άφαντος στρέψας τον θαλασσόκρημνον, έπαυε πλέον να τον συλλογίζεται.
Ο Δίγγος υλάκτησε μεν, όταν ο μάγειρος έφθασεν εις την ακτήν, αλλ' εσιώπησε σχεδόν αμέσως.
Τώρα έπρεπε να σκεφθώσι περί του μάλλον καταπείγοντος. Το μάλλον δε κατεπείγον ήτο να εύρωσι καταφύγιόν τι, σκέπην τινα οίαν δήποτε, ένθα να εγκαθιδρυθώσι προσωρινώς και να λάβωσιν ολίγην τροφήν.
Ακολούθως θα συνεσκέπτοντο και θα απεφάσιζον τι έπρεπε να πράξωσι.
Περί τροφής δεν είχον να φροντίσωσι, διότι πλην των βοηθημάτων τα οποία ηδύνατο να παρέξη η χώρα, η τροφοδόχη του πλοίου είχε κενωθή προς χρήσιν των επιζησάντων εκ του ναυαγίου. Η παλίρροια είχε ρίψει τήδε κακείσε διάφορα αντικείμενα εν τω μέσω των σκοπέλων. Ο Τωμ και οι σύντροφοί του είχον ήδη συνάξει βαρέλια τινα διπύρων, κυτία τεταριχευμένων εδωδίμων, κιβώτια απεξηραμένου κρέατος. Το ύδωρ δεν τα είχε βλάψει εισέτι, ώστε η διατροφή της μικράς συνοδείας ήτο εξησφαλισμένη διά πλειότερον χρόνον, παρ' όσον απητείτο βεβαίως όπως φθάσωσιν εις κώμην τινά ή χωρίον. Υπό την έποψιν λοιπόν ταύτην ουδέν είχον να φοβηθώσι. Πάντα ταύτα τα διάφορα ναυάγια, τεθέντα εις μέρος ασφαλές, δεν ηδύναντο πλέον ν' αναρπαγώσιν υπό της εξογκουμένης θαλάσσης.
Αλλά και το γλυκύ ύδωρ δεν έλειπεν. Ευθύς εξ αρχής ο Δικ Σανδ εφρόντισε να πέμψη τον Ηρακλέα να φέρη εκ του πλησίον ποταμίου ολίγην ποσότητα ύδατος. Αλλ' ο ρωμαλέος μαύρος επανήλθε φέρων επί των ώμων ολόκληρον πίθον πλήρη δροσερού και διαυγούς ύδατος, όπερ η παλίρροια άφινεν εντελώς πόσιμον.
Όσον αφορά το πυρ, εάν ήτο ανάγκη να ανάψωσι, ξηρά ξύλα δεν έλειπον εις τα πέριξ, και αι ρίζαι των γηραιών μαγγλίων θα παρείχον όλην την απαιτουμένην καύσιμον ύλην. Ο γέρων Τωμ, μανιώδης καπνιστής, είχεν εφοδιασθή δι' ικανής ποσότητος ύσκας καλώς διατηρουμένης εν κυτίω αραρότως κεκλεισμένω, και όταν θα ήθελον, θα εκτύπα πυρίτην λίθον έστω και διά χάλικος της ακτής.
Έμενε λοιπόν να εύρωσι την οπήν εν τη οποία θα συνεσπειρούτο η μικρά συνοδεία, εν ή περιπτώσει ήθελεν αναγκασθή να αναπαυθή επί μίαν νύκτα πριν επαναλάβη την οδοιπορίαν αυτής.
Και μα την αλήθειαν ο μικρός Ζακ εύρεν αυτόν τον κοιτώνα.
Καλπάζων εις τους πρόποδας του θαλασσοκρήμνου, όπισθεν καμπής τινος του
βράχου ανεκάλυψεν εν των λείων και κατακένων εκείνων σπηλαίων, τα οποία αυτή
η θάλασσα ορύττει, όταν τα κύματα αυτής εξογκούμενα υπό της τρικυμίας, δέρωσι
την ακτήν.
Το μικρόν παιδίον ήτο καταμαγευμένον. Προσεκάλεσε διά κραυγών χαράς την μητέρα του και τη έδειξε θριαμβευτικώς την ανακάλυψίν του.
— Καλά, Ζακ! είπεν η κυρία Βέλδων. Εάν ήμεθα Ροβινσώνες προωρισμένοι να ζήσωμεν πολύν χρόνον εις αυτήν την παραλίαν, δεν θα ελησμονούμεν να δώσωμεν το όνομά σου εις αυτό το σπήλαιον.
Το σπήλαιον είχε δέκα ή δώδεκα ποδών βάθος και τόσων πλάτος, αλλ' εις τους οφθαλμούς του Ζακ εφαίνετο τεράστιον υπόγειον.
Όπως δήποτε ήρκει να περιλάβη τους ναυαγούς, η δε κυρία Βέλδων και η Ναν παρετήρησαν μετ' ευχαριστήσεως ότι ήτο ξηρότατον.
Η σελήνη ευρίσκετο εις το πρώτον αυτής τέταρτον και δεν είχον να φοβηθώσι
μήπως η άμπωτις ήθελε προσβάλει τους πρόποδας του θαλασσοκρήμνου,
επομένως δε και το σπήλαιον. Δεν εχρειάζοντο λοιπόν πλείον τι όπως
αναπαυθώσιν επί τινας ώρας.
Μετά δέκα λεπτά της ώρας όλοι είχον κατακλιθή επί τάπητος εκ φυκών. Και αυτός
ο Νεγορός ενόμισε καθήκον του να επιστρέψη εις την μικράν συνοδείαν και να
λάβη μέρος εις το κοινόν γεύμα.
Βεβαίως δεν είχε κρίνει καλόν να ριψοκινδυνεύση μόνος υπό το πυκνόν εκείνο δάσος, διά του οποίου διήρχετο οφειοειδές ποτάμιον.
Ήτο μία ώρα μετά μεσημβρίαν. Το τεταριχευμένον κρέας, τα δίπυρα, το ύδωρ, αναμιγνυόμενον μετά τινων σταγόνων ρουμίου, του οποίου έν βαρέλιον είχε διασώσει ο Βαρθολομαίος, απετέλεσαν το γεύμα.
Αλλ' εάν ο Νεγορός έλαβε μέρος εις το γεύμα, δεν ανεμίχθη όμως εις την συνομιλίαν, κατά την οποίαν συνεζητήθησαν τα μέτρα άτινα απήτει η θέσις των ναυαγών. Εν τούτοις, χωρίς να φαίνεται ότι προσέχει, ήκουσε και βεβαίως ωφελήθη εξ όσων ήκουσε.
Κατ' εκείνο το διάστημα ο Δίγγος, όστις δεν είχε λησμονηθή, εφύλαττεν έξωθεν του σπηλαίου. Ηδύναντο να μένωσιν ήσυχοι. Ουδέν έμψυχον ον θα ενεφανίζετο εις την ακτήν, χωρίς να αναγγείλη την εμφάνισιν αυτού το πιστόν ζώον.
Η κυρία Βέλδων, κρατούσα τον μικρόν Ζακ ημικεκλιμένον και σχεδόν κοιμώμενον επ' αυτής, ωμίλησε πρώτη.
— Φίλε μου, Δικ, είπεν, εν ονόματι όλων σε ευχαριστώ διά την αφοσίωσιν την οποίαν έδειξες μέχρι τούδε αλλά δεν σε αφίνομεν εισέτι ελεύθερον. Θα ήσαι ο οδηγός ημών κατά ξηράν, ως ήσο εν τω πλοίω πλοίαρχος. Όλη η εμπιστοσύνη ημών σοι ανήκει. Λέγε λοιπόν. Τι πρέπει να πράξωμεν;
Η κυρία Βέλδων, η γραία Ναν, ο Τωμ και οι σύντροφοι αυτού είχον τους οφθαλμούς προσηλωμένους επί του νεαρού δοκίμου. Και αυτός ο Νεγορός τον παρετήρει μετά παραδόξου επιμονής. Προδήλως τον ενδιέφερεν όλως ιδιαιτέρως ό,τι έμελλε να αποκριθή ο Δικ Σανδ.
Ο Δικ Σανδ εσκέφθη επί τινας στιγμάς. Είτα δε:
— Κυρία Βέλδων, είπε, το σπουδαίον είναι να μάθωμεν πρώτον πού
είμεθα. Νομίζω ότι το πλοίον ημών εξώκειλεν εις το μέρος εκείνο της αμερικανικής
παραλίας, όπερ σχηματίζει την περουβιανήν ακτήν.
. . . Οι άνεμοι και τα ρεύματα θα το έφερον εις το πλάτος τούτο. Αλλά μήπως
ευρισκόμεθα εις μεσημβρινήν τινα επαρχίαν του Περού, ήτοι εις μέρος
ακατοίκητον συνορεύον προς τας πάμπας; Ίσως. Το πιστεύω έτι μάλλον, βλέπων
την έρημον ταύτην παραλίαν ήκιστα ως φαίνεται συχναζομένην. Εν τοιαύτη
περιπτώσει δυνατόν να ήμεθα πολύ μακράν από της πλησιεστέρας κώμης, όπερ
δυσάρεστον.
— Λοιπόν, τι θα πράξωμεν; επανέλαβεν η κυρίαν Βέλδων.
— Η γνώμη μου είναι, απήντησεν ο Δικ Σανδ, να μη εγκαταλείψωμεν το καταφύγιον τούτο πριν ή βεβαιωθώμεν περί της θέσεώς μας. Αύριον, μετά την ανάπαυσιν μιας νυκτός, δύο εξ ημών δύνανται να μεταβώσι προς κατασκόπευσιν. Χωρίς να μακρυνθώσι πολύ, θα προσπαθήσωσι να συναντήσωσιν ιθαγενείς τινας, να λάβωσι παρ' αυτών πληροφορίας και να επιστρέψωσιν εις το σπήλαιον.
. . . Είναι αδύνατον να μη εύρωσί τινα εις απόστασιν δέκα ή δώδεκα
μιλίων.
— Να χωρισθώμεν! είπεν η κυρία Βέλδων . . . . . .
— Τούτο με φαίνεται απαραίτητον, απεκρίθη ο δόκιμος. Εάν δεν επιτύχωμεν πληροφορίαν τινά, εάν, όπερ αδύνατον, η χώρα είναι εντελώς έρημος, τότε θα σκεφθώμεν πώς να εξέλθωμεν της δυσχέρειας κατ' άλλον τρόπον.
— Και τις θα μεταβή προς κατασκόπευσιν; ηρώτησεν η κυρία Βέλδων μετά τινα στιγμήν σκέψεως.
— Τούτο θα αποφασίσωμεν, απεκρίθη ο Δικ Σανδ.
— Εν τούτοις φρονώ ότι υμείς, κυρία Βέλδων, η Ναν, ο Ζακ, ο κύριος Βενέδικτος, δεν πρέπει να εγκαταλείψετε το σπήλαιον τούτο. Ο Βαρθολομαίος, ο Ηρακλής, ο Ακτέων και ο Αυγουστίνος θα μείνωσι πλησίον σας, ενώ ο Τωμ και εγώ θα αναχωρήσωμεν. — Ο Νεγορός βεβαίως θα προτιμήση να μείνη εδώ, προσέθηκεν ο Δικ Σανδ παρατηρών τον μάγειρον.
— Πιθανόν, απήντησεν ο Νεγορός, όστις δεν ήτο άνθρωπος δεσμευόμενος δι' υποσχέσεων.
— Θα λάβωμεν μεθ' ημών τον Δίγγον, επανέλαβεν δόκιμος. Θα μας είναι χρήσιμος εις αυτήν την εξερεύνησιν.
Ο Δίγγος, ακούσας προφερόμενον το όνομά του, εφάνη εις την είσοδον του σπηλαίου και εφαίνετο επιδοκιμάζων διά μικράς υλακής τα σχέδια του Δικ Σανδ.
Αφ' ης στιγμής ο δόκιμος προέτεινε ταύτα, η κυρία Βέλδων εγένετο σκυθρωπή. Ο αποχωρισμός εκείνος, έστω και βραχύς, την ανησύχει πολύ. Πιθανόν, ινδικαί φυλαί συχνάζουσαι εις την παραλίαν εκείνην να εμάνθανον το ναυάγιον του «Πίλγριμ»· εις περίπτωσιν δε καθ' ήν ναυαγιοσυλλέκται τινές ενεφανίζοντο, δεν ήτο προτιμότερον να ευρίσκωνται όλοι εκεί, όπως τους αποκρούσωσιν;
Η παρατήρησις αύτη ήτο αληθώς αξία συζητήσεως.
Αλλά κατέπεσε προ των επιχειρημάτων του Δικ Σανδ όστις παρετήρησεν ότι οι Ινδοί δεν πρέπει να συγχέωνται προς τους αγρίους της Αφρικής και της Πολυνησίας και ότι δεν ήτο πιθανή προσβολή εκ μέρους αυτών. Αλλά να εισχωρίσωσιν εις τον τόπον εκείνον χωρίς μήτε καν να γνωρίζωσι μήτε εις ποίαν απόστασιν ευρίσκετο η πλησιεστέρα κώμη της επαρχίας ταύτης, θα εξετίθεντο εις πολλούς μόχθους. Ο χωρισμός ηδύνατο μεν να έχη ατοπήματα, βεβαίως, αλλά πολύ ολιγώτερα τυφλής πορείας εν τω μέσω δάσους, όπερ εφαίνετο εκτεινόμενον έως τους πρόποδας των ορέων.
— Άλλως τε, επανέλαβεν ο Δικ Σανδ, επιμένων, δεν δύναμαι να παραδεχθώ ότι ο χωρισμός ούτος θα είναι μακροχρόνιος, και βεβαιώ μάλιστα ότι δεν θα είναι.
Μετά δύο ημέρας το πολύ, εάν ο Τωμ και εγώ δεν εύρωμεν μήτε κατοίκημα,
μήτε κάτοικον, θα επιστρέψωμεν εις το σπήλαιον. Αλλά τούτο είναι λίαν απίθανον·
μόλις δε προχωρήσωμεν είκοσι μίλια εις το εσωτερικόν του τόπου, θα γνωρίσωμεν
ακριβώς την γεωγραφικήν αυτού θέσιν. Πιθανόν μεθ' όλα ταύτα να απατώμαι εις
τους υπολογισμούς μου, επειδή δεν έχω τα μέσα να προσδιορίσω αυτήν
αστρονομικώς, και δεν είναι αδύνατον να ευρισκόμεθα εις πλάτος υψηλότερον ή
χαμηλότερον.
— Ναι, . . βεβαίως, έχεις δίκαιον, τέκνον μου, απήντησεν η κυρία Βέλδων
λίαν ανήσυχος.
— Και υμείς, κύριε Βενέδικτε, ηρώτησεν ο Δικ Σανδ, τι φρονείτε περί τούτου;
— Εγώ; απεκρίθη ο εξάδελφος Βενέδικτος.
— Μάλιστα, ποία είναι η γνώμη σας;
— Ουδεμίαν γνώμην έχω, απεκρίθη ο εξάδελφος Βενέδικτος. Ευρίσκω
καλά όσα προτείνονται, και θα πράξω ό,τι θέλουσι. Θέλετε να μείνωμεν εδώ μίαν ή
δύο ημέρας; έχει καλώς, και θα μεταχειρισθώ τον καιρόν μου σπουδάζων την
παραλίαν ταύτην υπό έποψιν καθαρώς εντομολογικήν.
— Πράξον λοιπόν ό,τι θέλεις, είπεν η κυρία Βέλδων προς τον Δικ Σανδ. Θα
μείνωμεν εδώ, και θα αναχωρήσης με τον γέροντα Τωμ.
— Είμεθα σύμφωνοι, είπεν ο εξάδελφος Βενέδικτος μετά μεγίστης
αταραξίας. Εγώ, θα επισκευθώ τα έντομα της χώρας.
— Μη απομακρύνεσθε, κύριε Βενέδικτε, είπεν ο δόκιμος. Πολύ σας
συνιστώμεν τούτο.
— Και προ πάντων, μη μας φέρετε πολλούς κώνωπας προσέθηκεν ο γέρων Τωμ.
— Μείνε ήσυχος, παιδί μου.
Μετά τινας στιγμάς ο εντομολόγος, φέρων ανηρτημένον το εκ κασσιτέρου πολύτιμον κιβώτιόν του, εξήλθε του άντρου.
Σχεδόν συγχρόνως ο Νεγορός εξήλθεν ωσαύτως. Εφαίνετο απλούστατον εις τον
άνθρωπον εκείνον να μη φροντίζη ειμή περί εαυτού. Αλλ' ενώ ο εξάδελφος
Βενέδικτος αναρριχάτο εις τας κλιτύας του θαλαοσοκρημνού, ούτως εξερευνήση
την άκραν του δάσους, εκείνος, επιστρέψας προς το ποτάμιον, απεμακρύνετο διά
βραδέων βημάτων και εξηφανίζετο εκ δευτέρου ανερχόμενος την όχθην.
Ο Ζακ εξηκολούθει να κοιμάται. Η κυρία Βέλδων, αφήσασα αυτόν επί των γονάτων
της Ναν, κατέβη τότε προς την παραλίαν.
Ο Δικ Σανδ και οι σύντροφοί του την ηκολούθησαν. Ήθελον να ίδωσιν εάν η θάλασσα επέτρεπε να μεταβώσιν εις το σκάφος του «Πίλγριμ», όπου ευρίσκοντο έτι πολλά αντικείμενα δυνάμενα να είναι χρήσιμα εις αυτούς.
Οι σκόπελοι εφ' ών είχεν εξοκείλει ο μυοπάρων ήσαν νυν ξηροί. Εν τω μέσω των παντοειδών συντριμάτων ωρθούτο ο σκελετός του πλοίου, το οποίον η άμπωτις είχεν εν μέρει καλύψει.
Τούτο εξέπληξε τον Δικ Σανδ καθότι εγίνωσκεν ότι αι πλήμμυραι ήσαν
μετριώταται εις την αμερικανικήν παραλίαν του Ειρηνικού. Αλλ' όμως το
φαινόμενον τούτο ηδύνατο να εξηγηθή ως εκ της μανίας του ανέμου, όστις έπληττε
την ακτήν.
Επαναβλέποντες το πλοίον των, η κυρία Βέλδων και οι μετ' αυτής ησθάνθησαν
οδυνηράν εντύπωσιν. Εκεί είχον ζήσει πολλάς ημέρας, εκεί είχον υποφέρει.
Η θέα του αθλίου εκείνου πλοίου, ημισυντετριμμένου, μη έχοντος πλέον μήτε
ιστούς, κεκλιμένου επί της πλευράς ως ον εστερημένον ζωής, έθλιψε ζωηρώς την
καρδίαν αυτών.
Αλλ' έπρεπε να επισκεφθώσι το σκάφος εκείνο, πριν το αποσυνθέσει εντελώς η
θάλασσα.
Ο Δικ Σανδ και οι μαύροι ευκόλως ηδυνήθησαν να εισέλθωσιν εις το εσωτερικόν, αφού ανερριχήθησαν εις το κατάστρωμα διά των σχοινίων των κρεμαμένων εις την πλευράν του «Πίλγριμ». Ενώ δε ο Τωμ, ο Ηρακλής, ο Βαρθολομαίος και ο Αυγουστίνος ενησχολούντο να εξάγωσιν εκ της τροφοδόχης παν ό,τι χρήσιμον εκ των εδωδίμων και των ποτών, ο δόκιμος εισήλθεν εις τον θάλαμον του πλοιάρχου. Χάρις τω Θεώ το ύδωρ δεν είχεν εισβάλει έτι εις το μέρος εκείνο του πλοίου, του οποίου η πρύμνη έμενεν έξω της θαλάσσης.
Εκεί, ο Δικ Σανδ εύρε τέσσαρα όπλα εν καλή καταστάσει, — εξαίρετα οπισθογεμή του εργοστασίου Πώρδεϋ και Σας, — ως και εκατοντάδα φυσιγγίων, επιμελώς κεκλεισμένων εις τας φυσιγγιοθήκας των.
Δι' αυτών ηδύνατο να οπλίση τον μικρόν στρατόν του και να τον έχη έτοιμον
προς άμυναν κατά πάσης ενδεχομένης επιθέσεως των Ινδών καθ' οδόν.
Ο δόκιμος δεν ημέλησε συγχρόνως να λάβη και φανόν τινα του θυλακίου·· αλλ' οι
χάρται του πλοίου οι τεθειμένοι εν τω φυλακείω της πρώρας και βλαφθέντες υπό
του ύδατος ήσαν άχρηστοι.
Εν τη αποθήκη του «Πίλγριμ», υπήρχον ωσαύτως, τινες μάχαιραι χρησιμεύουσαι εις τον διαμελισμόν της φαλαίνης. Ο Δικ Σανδ εξελέξατο έξ, όπως συμπληρώση τον εξοπλισμόν των συντρόφων του, και το μικρόν αβλαβές όπλον, όπερ ανήκεν εις τον μικρόν Ζακ.
Τα δε άλλα αντικείμενα όσα περιείχεν έτι το πλοίον, ήσαν διασκορπισμένα, ή δεν ηδύναντο πλέον να χρησιμεύσωσιν. Άλλως τε δε ήτο περιττόν να επιβαρυνθή υπέρ το μέτρον διά τας ολίγας ημέρας καθ' ας ήθελε διαρκέσει η οδοιπορεία αυτών· Ζωοτροφίας, όπλα, πολεμοφόδια είχον αρκετά. Εν τούτοις ο Δικ Σανδ, κατά σύστασιν της κυρίας Βέλδων, δεν παρημέλησε να λάβη όλα τα χρήματα όσα ευρίσκοντο εν τω πλοίω, πεντακόσια δολλάρια περίπου.
Τη αληθεία ήσαν ολίγα. Η κυρία Βέλδων είχε περισσότερα, άτινα δεν ευρέθησαν.
Τις λοιπόν, πλην του Νεγορού, μετέβη προ αυτών εις το πλοίον και υπεξήρεσε τα χρήματα του πλοιάρχου Χουλ και της κυρίας Βέλδων; Ουδείς πλην αυτού ήτο ύποπτος
Εν τούτοις ο Δικ Σανδ εδίστασε προς στιγμήν. Ό,τι εγίνωσκε και ό,τι διέβλεπεν εν αυτώ ήτο ότι τα πάντα ώφειλον να φοβώνται εκ του επιφυλακτικού εκείνου χαρακτήρος, όστις εις τα παθήματα των άλλων εμειδία. Ναι ο Νιγορός ήτο ον μοχθηρόν, αλλ' έπρεπεν εκ τούτου να συμπεράνη ότι ήτο και κακούργος; Ο Δικ Σανδ δεν ηδύνατο να φθάση μέχρι τοιούτου βαθμού υπονοίας. Και εν τούτοις ηδύναντο αι υπόνοιαι να σταματήσωσιν επί άλλου; Όχι! οι αγαθοί εκείνοι μαύροι δεν είχον εγκαταλίπει ουδ' επί μίαν στιγμήν το σπήλαιον, ενώ ο Νεγορός είχε περιπλανηθή επί της παραλίας. Αυτός μόνος έπρεπε να είναι ο ένοχος. Απεφάσισε λοιπόν ο Δικ Σανδ να ερωτήση τον Νεγορόν και εν ανάγκη να διατάξη να ερευνήσωσιν, άμα ήθελον επιστρέψει. Ήθελεν εξ άπαντος να γινώσκη τι άνθρωπος ήτο.
Ο ήλιος τότε έκλινε εις τον ορίζοντα. Κατά τον χρόνον εκείνον δεν είχεν εισέτι διέλθει τον ισημερινόν όπως φέρη το φως και το θάλπος αυτού εις το βόρειον ημισφαίριον, επλησίαζεν όμως.
Έπεσε λοιπόν σχεδόν καθέτως επί της κυκλικής εκείνης γραμμής, ένθα συνεχέετο η θάλασσα μετά του ουρανού.
Το λυκόφως ολίγον διήρκεσεν, η σκοτία επήλθε ταχέως, όπερ ενίσχυσε την ιδέαν του δοκίμου ότι είχεν εξωκείλει εις μέρος κείμενον μεταξύ του τροπικού του Αιγόκαιρω και του ισημερινού.
Η κυρία Βέλδων, ο Δικ Σανδ και αι μαύροι επέστρεψαν εις το σπήλαιον, όπως αναπαυθώσιν επί τινας ώρας.
— Η νυξ θα είναι αγριωτέρα, παρετήρησεν ο Τωμ δεικνύων τον εκ πυκνών νεφών κεκαλυμμένον ορίζοντα.
— Ναι, απεκρίθη ο Δικ Σανδ, θα φυσήση δυνατός άνεμος. Αλλ' αδιάφορον τώρα! Το δυστυχές ημών πλοίον εχάθη, και η τρικυμία δεν δύναται πλέον να μας φθάση.
— Γεννηθήτω το θέλημα του Θεού, είπεν η κυρία Βέλδων.
Είχε συμφωνηθή ότι κατά την νύκτα εκείνην, ήτις θα ήτο σκοτεινοτάτη, έκαστος των μαύρων θα εφρούρει εξ υπαμοιβής εις την είσοδον του σπηλαίου. Πλην όμως τούτου, ηδύναντο να βασίζωνται και εις την καλήν επαγρύπνησιν του Δίγγου.
Παρετήρησαν τότε ότι ο εξάδελφος Βενέδικτος δεν είχεν επιστρέψει.
Ο Ηρακλής τον εκάλεσε δι' όλης της δυνάμεως των ισχυρών πνευμόνων του, και σχεδόν αμέσως είδον τον εντομολόγον καταβαίνοντα τας κλιτίας του θαλασσοκρήμνου με κίνδυνον να θραύση την κεφαλήν του.
Ο εξάδελφος Βενέδικτος ήτο κυριολεκτικώς μανιώδης. Ουδέ έν έντομον νέον εύρεν εις το δάσος, όχι, ούτε έν μόνον άξιον να κοσμήση την συλλογήν του! Σκορπίοι, σκολόπερδαι και άλλα μυριάποδα, όσα θέλετε, και άφθονα μάλιστα. Και είναι γνωστόν ότι ο εξάδελφος Βενέδικτος δεν είχε μεγάλην σχέσιν μετά των μυριαπόδων.
— Δεν ήξιζε τον κόπον, είπε, να διατρέξη τις πεντακισχίλια ή εξακισχίλια μίλια, να αψηφήση την τρικυμίαν και να εξωκείλη εις την παραλίαν, χωρίς να εύρη μήτε έν των αμερικανικών εκείνων εξαπόδων, άτινα είναι τιμή εις εντομολογικόν μουσείον.
Όχι, δεν ήξιζε τον κόπον.
Και ως συμπέρασμα, ο εξάδελφος Βενέδικτος εζήτει να αναχωρήσωσι. Δεν ήθελε να μείνη μήτε μίαν ώραν περισσότερον εις το αποτρόπαιον εκείνο παράλιον. Η κυρία Βέλδων καθησύχασε το μεγάλον παιδίον της. Τω έδωκε την ελπίδα ότι θα ήτο ευτυχέστερος την επιούσαν και όλοι συνεσπειρώθησαν εις το σπήλαιον, όπως κοιμηθώσι μέχρι της ανατολής του ηλίου, ότε ο Τωμ παρετήρησεν ότι ο Νεγορός δεν επέστρεψαν εισέτι, αν και είχε νυκτώσει·
— Πού είναι άρα γε; ηρώτησεν η κυρία Βέλδων.
— Τι μας μέλει! είπεν ο Βαρθολομαίος.
— Εξ εναντίας μας μέλει πολύ, απήντησεν η κυρία Βέλδων. Θα επροτίμων να ήτο αυτός ο άνθρωπος εδώ.
— Βεβαίως, κυρία Βέλδων, απεκρίθη ο Δικ Σανδ, αλλ' εάν έφυγεν εκουσίως, δεν βλέπω πώς δυνάμεθα να τον αναγκάσωμεν να επανέλθη. Τις οίδεν εάν δεν έχη τους λόγους του να μας αποφύγη διά παντός.
Και λαβών ιδιαιτέρως την κυρίαν Βέλδων, ο Δικ Σανδ τη ανεκοίνωσε τας υπονοίας του. Δεν εξεπλάγη ιδών ότι και αυτή είχε τας αυτάς υπονοίας. Εις έν μόνον σημείον διεφώνουν.
— Εάν ο Νεγορός επιστρέψη, είπεν η κυρία Βέλδων, σημαίνει ότι θα έκρυψεν εις μέρος ασφαλές το προϊόν της κλοπής του. Κατά την γνώμην μου, μη δυνάμενοι να τον αποδείξωμεν ένοχον, προτιμότερον είναι να κρύψωμεν, απ' αυτού τας υποψίας ημών και να τον αφήσωμεν να πιστεύση ότι μας ηπάτησεν.
Η κυρία Βέλδων είχε δίκαιον, και ο Δικ Σανδ παρεδέχθη την γνώμην της.
— Εν τούτοις ο Νεγορός προσεκλήθη επανειλημμένως, αλλά, δεν απεκρίθη.
Ή ήτο πολύ μακράν ήδη και δεν ήκουεν, ή δεν ήθελε πλέον να επανέλθη.
Οι μαύροι ουδόλως ελυπούντο διότι απηλλάγησαν αυτού, αλλά, ως το είπεν η κυρία Βέλδων, ίσως ήτο μάλλον επίφοβος μακρόθεν ή εγγύθεν. Αλλά πώς να εξηγήσωμεν ότι ο Νεγορός ηθέλησε να ριψοκινδυνεύση μόνος εις την άγνωστον εκείνην χώραν! Απεπλανήθη λοιπόν και κατά την σκοτεινήν εκείνην νύκτα ματαίως εζήτει την προς το σπήλαιον άγουσαν.
Η κυρία Βέλδων και ο Δικ Σανδ δεν ήξευρον τι να υποθέσωσιν. Όπως δήποτε, περιμένοντες τον Νεγορόν, δεν έπρεπε να στερηθώσιν αναπαύσεως αναγκαίας εις άπαντας.
Κατ' εκείνην την στιγμήν ο κύων, όστις έτρεχεν επί της άμμου, υλάκτησε σφοδρώς.
— Τι έχει άρα γε ο Δίγγος; Πρέπει αμέσως να το μάθωμεν, είπεν ο δόκιμος. Ίσως επιστρέφει ο Νεγορός.
Πάραυτα ο Ηρακλής, ο Βαρθολομαίος, ο Αυγουστίνος και ο Δικ Σανδ διηυθύνθησαν προς το στόμιον του ποταμίου.
Φθάσαντες όμως εις την όχθην, μήτε είδον τι μήτε ήκουσαν.
Την στιγμήν εκείνην ο Δίγγος εσιώπα. Ο Δικ Σανδ και οι μαύροι επανήλθον εις
το σπήλαιον Η καταύλισις ωργανώθη, όσον το δυνατόν καλλίτερον. Έκαστος των
μαύρων παρεσκευάσθη να φρουρή εξωθών εξ υπαμοιβής.
Αλλ' η κυρία Βέλδων, ανησυχούσα, δεν ηδυνήθη να κοιμηθή.
Τη εφαίνετο ότι η γη εκείνη η τοσούτω διακαώς επιθυμητή δεν τη παρείχεν ό,τι ηδύνατο να ελπίζη, την ασφάλειαν των μετ' αυτής και την ανάπαυσιν εαυτής.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ'.
Ο ΧΑΡΡΗΣ
Την επιούσαν, 7 Απριλίου ο Αυγουστίνος, όστις εφύλαττε περί την αυγήν, είδε τον
Δίγγον τρέχοντα προς το ποτάμιον υλακτούντα. Σχεδόν αμέσως η κυρία Βέλδων, ο
Δικ Σανδ και οι μαύροι εξήλθον του σπηλαίου
Βεβαίως συνέβαινέ τι.
— Ο Δίγγος θα εμυρίσθη ζων τι αντικείμενον, άνθρωπον ή ζώον, είπεν ο δόκιμος.
— Όπως δήποτε, δεν θα είναι ο Νεγορός, παρετήρησεν ο γέρων Τωμ, διότι ο Δίγγος θα υλάκτει μανιωδώς.
— Εάν δεν είναι ο Νεγορός, πού να είναι άρα γε; ηρώτησεν η κυρία Βέλδων, ρίπτουσα επί του Δικ Σανδ βλέμμα, όπερ αυτός μόνος εννόησε, και εάν δεν είναι εκείνος, ποίος είναι άρα γε;
— Θα το μάθωμεν αμέσως, κυρία Βέλδων, απεκρίθη ο δόκιμος.
Ακολούθως, απευθυνόμενος προς τον Βαρθολομαίον, τον Αυγουστίνον και τον Ηρακλέα.
— Οπλίσθητε, φίλοι μου, και έλθετε.
Έκαστος των μαύρων έλαβεν έν όπλον και μίαν μάχαιραν, ως έπραξε και ο Δικ Σανδ. Φυσίγγιον ετέθη εις το κοίλωμα των οπισθογεμών, ούτω δε ωπλισμένοι και οι τέσσαρες διηυθύνθησαν προς την όχθην του ποταμίου.
Η κυρία Βέλδων, ο Τωμ και ο Ακτέων, έμειναν εις την είσοδον του σπηλαίου,
όπου ο μικρός Ζακ και η Ναν ευρίσκοντο έτι.
Ο ήλιος ανέτελλε κατ' εκείνην την στιγμήν. Αι ακτίνες αυτού, διακοπτόμενοι υπό
των υψηλών προς ανατολάς ορέων, δεν έφθανον επ' ευθείας εις τον
θαλασσόκρημνον αλλά, μέχρι του δυτικού ορίζοντος, η θάλασσα ηκτινοβόλει υπό
τα πρώτα φώτα της ημέρας.
Ο Δικ Σανδ και οι μετ' αυτού ηκολούθουν την αμμώδη παραλίαν, της οποίας η καμπύλη απέληγεν εις το στόμιον του ποταμίου.
Εκεί, ο Δίγγος ακίνητος και ωσεί παραφυλάττων θήραμα, εξηκολούθει να υλακτή. Ήτο πρόδηλον ότι έβλεπεν ή ωσφραίνετο ιθαγενή τινα.
Και τωόντι ο κύων την φοράν ταύτην δεν ωργίζετο κατά του εν τω πλοίω εχθρού του του Νεγορού.
Την στιγμήν εκείνην άνθρωπός τις έστρεφε την τελευταίαν καμπήν του θαλασσοκρήμνου. Επροχώρει προσεκτικώς επί της όχθης, και διά φιλικών χειρονομιών προσεπάθει να καταπραΰνη τον Δίγγον. Ευνόητον είναι ότι δεν ήθελε να περιφρονήση την οργήν του ρωμαλέου ζώου.
— Δεν είναι ο Νεγορός! είπεν ο Ηρακλής.
— Δεν θα χάσωμεν εις την αλλαγήν, απεκρίθη ο Βαρθολομαίος.
— Όχι, είπεν ο δόκιμος. Θα είναι πιθανώς ιθαγενής τις, όστις θα μας απαλλάξη της ανησυχίας του χωρισμού. Θα μάθωμεν τέλος πού ευρισκόμεθα.
Και οι τέσσαρες δε, θέσαντες τα όπλα επί των ώμων διηυθύνθησαν ταχέως προς τον άγνωστον.
Εκείνος, ιδών αυτούς πλησιάζοντας, έδειξε κατ' αρχάς σημεία ζωηροτάτης
εκπλήξεως. Βεβαιότατα, δεν περιέμενε να συναντήση ξένους επί του μέρους
εκείνου της ακτής. Πρόδηλον ήτο ωσαύτως, ότι δεν είχεν παρατηρήσει τα
συντρίματα του «Πίλγριμ», άλλως η παρουσία ναυαγών θα εξηγείτο φυσικώτατα.
Άλλως τε, κατά την νύκτα, η παλίρροια είχε τελείως διαμελίσει τον σκελετόν του
πλοίου, και δεν έμενον πλέον εξ αυτού ειμή λείψανά τινα επιπλέοντα εις το
πέλαγος.
Κατά την πρώτην στιγμήν ο άγνωστος, βλέπων προχωρούντας προς αυτόν τους
τέσσαρας εκείνους ωπλισμένους άνδρας, εκινήθη όπως οπισθοχωρήση. Είχε
πυροβόλον ανηρτημένον, όπερ έφερε ταχέως εις την χείρα και από της χειρός εις
τον ώμον. Φαίνεται ότι εταράχθη.
Ο Δικ Σανδ εποίησε κίνημα χαιρετισμού, όπερ ο άγνωστος δεν εννόησε βεβαίως, καθότι μετά τινα δισταγμόν εξηκολούθησε προχωρών.
Τότε ο Δικ Σανδ ηδυνήθη να τον εξετάση μετά προσοχής.
Ήτο ανήρ εύρωστος, ηλικίας τεσσαράκοντα ετών το πολύ, με όμμα ζωηρόν, κόμην και γένειον υπόλευκα, χρώμα ηλιοκαές, ως νομάδος πάντοτε, ζήσαντος εν τω ανοικτώ αέρι του δάσους ή της πεδιάδος. Είδος τι επιχιτωνίου εκ δέρματος κατειργασμένου, τω εχρησίμευεν ως υπενδύτης, πλατύγυρος πίλος εκάλυπτε την κεφαλήν του, δερμάτινα υποδήματα έφθανον μέχρι των γονάτων του και πτερνιστήρες μετά μεγάλων πλήκτρων αντήχουν επί των υψηλών αυτού πτερνών.
Εκείνο δε το οποίον εξ αρχής εγνώρισεν ο Δικ Σανδ — και το οποίον ήτο τωόντι — είναι ότι είχεν απέναντι αυτού, ουχί ένα των Ινδών εκείνων οίτινες συνήθως διατρέχουσι τας πάμπας, αλλ' ένα των τυχοδιωκτών εκείνων, καταγωγής ξένης, πολλάκις επικινδύνων, οίτινες συνήθως συναντώνται εις τας μεμακρυσμένας εκείνας χώρας. Εκ της ακάμπτου μάλιστα στάσεώς του, εκ του ερυθρωπού χρώματος τριχών τινων της γενειάδος του, εφαίνετο ότι ο άγνωστος εκείνος ανήκεν εις την αγγλοσαξωνικήν φυλήν. Όπως δήποτε δεν ήτο μήτε Ινδός μήτε Ισπανός.
Και τούτο εφάνη βέβαιον, όταν εις τον Δικ Σανδ όστις είπεν αυτώ αγγλιστί «Καλώς ήλθετε», απεκρίθη εν τη αυτή γλώσση, και χωρίς η προφορά του να έχη ξενικόν τινα τόνον.
— Καλώς ήλθετε και ημείς, νέε μου φίλε, είπεν ο άγνωστος προχωρών προς τον δόκιμον και θλίβων την χείρα αυτού. Προς δε τους μαύρους ηρκέσθη να τοις απευθύνη χαιρετισμόν, χωρίς να τοις είπη τι.
— Είσθε Άγγλοι; ηρώτησε τον δόκιμον.
— Αμερικανοί, απεκρίθη ο Δικ Σανδ.
— Της Νοτίου;
— Της Βορείου.
Η απόκρισις αύτη εφάνη ευχαριστήσασα τον άγνωστον, όστις εκίνησε ισχυρότερον την χείρα του δοκίμου, εντελώς αμερικανικώ τω τρόπω την φοράν ταύτην.
— Και δύναμαι να μάθω, νέε μου φίλε, πώς ευρίσκεσθε εις την παραλίαν ταύτην; ηρώτησεν.
Αλλά, κατά την στιγμήν ταύτην, χωρίς να περιμένη την απόκρισιν του δοκίμου
εις την ερώτησίν του, ο άγνωστος απεκαλύφθη και εχαιρέτισεν.
Η κυρία Βέλδων είχε προχωρήσει προς την όχθην και ευρίσκετο τότε ενώπιόν του.
Αύτη απήντησεν εις την ερώτησίν του·
— Κύριε, είπεν, είμεθα ναυαγοί, των οποίων το πλοίον συνετρίβη χθες επ' αυτών των σκοπέλων.
Αίσθημά τι οίκτου εζωγραφήθη επί της μορφής του άγνωστου, ούτινος τα
βλέμματα ανεζήτησαν το εις την ακτήν εξοκείλαν πλοίον.
— Δεν έμεινε πλέον τίποτε εκ του πλοίου, προσέθηκεν ο δόκιμος. Η
παλίρροια συνεπλήρωσε την καταστροφήν κατ' αυτήν την νύκτα.
— Και η πρώτη ημών ερώτησις, επανέλαβεν η κυρία Βέλδων, είναι να σας
ερωτήσωμεν πού ευρισκόμεθα.
— Αλλ' είσθε εις την παραλίαν της Νοτίου Αμερικής, απεκρίθη ο άγνωστος, όστις εφάνη απορήσας διά την ερώτησιν. Μήπως είχετε αμφιβολίαν τινά περί τούτου;
— Ναι, κύριε, διότι η τρικυμία ίσως μας παρέσυρε της ευθείας οδού την οποίαν δεν ηδυνάμην να ορίσω μετ' ακριβείας, απεκρίθη ο Δικ Σανδ. Αλλ' επιθυμώ να μάθω ακριβέστερον πού ευρισκόμεθα. Άρα γε εις την παραλίαν του Περού;
— Όχι νέε μου φίλε, όχι. Ολίγον τι μάλλον προς τον νότον. Εξοκείλατε επί της βολιβιανής ακτής.
— Α! εφώνησεν ο Δικ Σανδ.
— Και μάλιστα ευρίσκεσθε επί του μεσημβρινού μέρους της Βολιβίας, όπερ συνορεύει προς το Χιλί.
— Λοιπόν ποία είναι αυτή η άκρα; ηρώτησεν ο Δικ Σανδ δεικνύων το προς βορράν ακρωτήριον.
— Δεν ηξεύρω να σας είπω τ' όνομά του, απεκρίθη ο άγνωστος, καθότι εάν γνωρίζω ολίγον τι τον τόπον εις τα ενδότερα, ως διατρέξας αυτά πολλάκις, την παραλίαν όμως ταύτην πρώτην φοράν επισκέπτομαι.
Ο Δικ Σανδ εσκέπτετο περί όσων ήκουσε. Δεν εξεπλήσσετο όμως πολύ, καθότι πιθανόν ή μάλλον δυνατόν ήτο να ηπατήθη εις τους υπολογισμούς του ένεκα των ρευμάτων, αλλ' η απάτη δεν ήτο σπουδαία. Τωόντι ενόμιζεν ότι ήτο περίπου μεταξύ της εικοστής εβδόμης και της τριακοστής παραλλήλου μετά την αναγνώρισιν της νήσου του Πάσχα, και εξώκειλεν επί της εικοστής πέμπτης παραλλήλου.
Ουδόλως αδύνατον να υπέστη το «Πίλγριμ» τοιαύτην ελαχίστην παρέκκλισιν
επί τοσούτον μακρόν διάπλουν.
Άλλως τε ουδέν διδόμενον είχε να αμφιβάλλη περί των διαβεβαιώσεων του
αγνώστου, και αφού η ακτή εκείνη ήτο η της κάτω Βολιβίας, ουδέν άπορον εάν ήτο
τόσον έρημος.
— Κύριε, είπε τότε ο Δικ Σανδ, εκ της αποκρίσεώς σας δύναμαι να
συμπεράνω ότι ευρισκόμεθα πολύ μακράν της Λίμας.
— Ω! η Λίμα είναι μακράν . . . απ' εκεί! εις το βόρειον μέρος.
Η κυρία Βέλδων, ήτις κατ' αρχάς είχε συλλάβει υπονοίας διά την εξαφάνισιν
του Νεγορού, παρετήρει τον άγνωστον μετά μεγάλης προσοχής, αλλά μήτε εις την
στάσιν του, μήτε εις τας εκφράσεις του ηδυνήθη να εύρη ύποπτον.
— Κύριε είπεν, η ερώτησίς μου δεν είναι βεβαίως αδιάκριτος . . . Δεν
φαίνεσθε καταγωγής περουβιανής
— Είμαι Αμερικανός ως είσθε υμείς, κυρία; . . . είπεν ο άγνωστος περιμείνας προς στιγμήν όπως η Αμερικανίς τω είπη το όνομά της.
— Κυρία Βέλδων, απεκρίθη αύτη.
— Εγώ ονομάζομαι Χάρρης, και εγεννήθην εις την μεσημβρινήν Καρολίναν. Αλλά παρήλθον είκοσιν έτη αφ' ότου εγκατέλιπον την πατρίδα μου διά να έλθω εις τας πάμπας της Βολιβίας και πολύ ευχαριστούμαι, όταν βλέπω συμπολίτας.
— Κατοικείτε το μέρος τούτο της επαρχίας, κύριε Χάρη; ηρώτησεν η κυρία Βέλδων.
— Όχι, κυρία Βέλδων, απεκρίθη ο Χάρρης, κατοικώ εις το νότιον μέρος, εις τα σύνορα της Χιλής, αλλά την στιγμήν ταύτην μεταβαίνω εις Ατακάμαν, βορειοανατολικά.
— Είμεθα λοιπόν εις το άκρον της ομωνύμου ερήμου; ηρώτησεν ο Δικ Σανδ.
— Ακριβώς, νέε μου φίλε, και η έρημος αύτη εκτείνεται πολύ πέραν των ορέων, τα οποία κλείουσι τον ορίζοντα.
— Η έρημος της Ατακάμας; επανέλαβεν ο Δικ Σανδ.
— Ναι, απεκρίθη ο Χάρρης. Η έρημος αύτη είναι ως ιδιαίτερος τις τόπος εν τη ευρεία ταύτη Νοτίω Αμερική, της οποίας διαφέρει υπό πολλάς απόψεις. Είναι το μάλλον περίεργον και το ολιγώτερον γνωστόν μέρος της ηπείρου ταύτης.
— Και οδοιπορείτε μόνος; ηρώτησεν η κυρία Βέλδων.
— Ω! δεν είναι η πρώτη φορά καθ' ήν πράττω τούτο! απεκρίθη ο Αμερικανός. Διακόσια μίλια μακράν απ' εδώ υπάρχει έπαυλις μεγάλη, η έπαυλις του Αγίου Ευτυχούς, ήτις ανήκει εις ένα των αδελφών μου και εκεί μεταβαίνω χάριν του εμπορίου μου. Εάν θέλετε να με ακολουθήσετε, θα σας υποδεχθώσι καλώς, και θα εύρετε τα μέσα όπως μεταβήτε εις την πόλιν Αταμάκαν: Ο αδελφός μου θα είναι ευτυχής εάν σας παράσχη ταύτα.
Αι προσφοραί αύται, γινόμεναι αυθορμήτως, δεν ηδύνατο ειμί να διαθέσωσι τους ναυαγούς ευνοϊκώς υπέρ του Αμερικανού, όστις επανέλαβεν αμέσως αποτεινόμενος προς την κυρίαν Βέλδων.
— Οι μαύροι αυτοί είναι δούλοι σας;
Και διά της χειρός εδείκνυεν τον Τωμ και τους συντρόφους του.
— Δεν έχομεν πλέον δούλους εις τας Ηνωμένας Πολιτείας, απεκρίθη
ζωηρώς η κυρία Βέλδων. Οι βόρειοι προ πολλού κατήργησαν την δουλείαν, οι δε
νότιοι εδέησε ν' ακολουθήσωσι το παράδειγμα των βορείων.
— Α! ορθόν, απεκρίθη ο Χάρρης. Είχον λησμονήσει ότι ο πόλεμος του 1862 έλυσε το σπουδαίον τούτο ζήτημα. — Ζητώ συγνώμην παρά των καλών τούτων ανδρών, προσέθηκεν ο Χάρρης μετά τινος λεπτής ειρωνείας, χαρακτηριζούσης τους νοτίους Αμερικανούς όταν ομιλώσι προς μαύρους. Αλλά βλέπων τους ευπατρίδας τούτους εις την υπηρεσίαν σας, ενόμισα . . .
— Μήτε είναι μήτε ήσαν ποτέ εις την υπηρεσίαν μου, κύριε, απεκρίθη σοβαρώς η κυρία Βέλδων.
— Θεωρούμεν τιμήν μας να σας υπηρετώμεν, κυρία Βέλδων, είπεν τότε
ο γέρων Τωμ. Αλλ' ας μάθη ο κύριος Χάρρης ότι εις ουδένα ανήκομεν. Είναι μεν
αληθές ότι εγώ συνελήφθην και επωλήθην ως δούλος εις την Αφρικήν, όταν ήμην
έξ ετών· αλλ' ο υιός μου Βαρθολομαίος εγεννήθη εξ απελευθέρου πατρός, οι δε
σύντροφοί μου εγεννήθησαν εκ γονέων απελεύθερων.
— Σας συγχαίρω, είπεν ο Χάρρης μετά τόνου φωνής, ον η κυρία Βέλδων δεν
εύρε σοβαρόν. Άλλως τε επί της γης ταύτης της Βολιβίας δεν έχομεν δούλους.
Λοιπόν ουδέν έχετε να φοβηθήτε, και δύνασθε να οδεύητε εδώ τόσον ελευθέρως
όσον εις τας πολιτείας της Νέας Αγγλίας.
Την στιγμήν εκείνην ο μικρός Ζακ, ακολουθούμενος υπό της Ναν εξήλθε, του
σπηλαίου τρίβων τους οφθαλμούς του.
Είτα, ιδών την μητέρα του, έδραμε προς αυτήν. Η κυρία Βέλδων τον ενηγκαλίσθη τρυφερώς.
— Τι χαριτωμένο παιδάκι! Είπεν ο Αμερικανός πλησιάζων τον Ζακ.
— Είναι υιός μου, είπεν η κυρία Βέλδων.
— Ω! κυρία Βέλδων, λοιπόν θα υπεφέρετε διττώς, αφού το παιδίον τούτο εξετέθη εις τόσας δοκιμασίας!
— Ο Θεός το διετήρησε σώον και υγιές, ως και όλους ημάς, κύριε Χάρρη, απεκρίθη η κυρία Βέλδων.
— Μοι επιτρέπετε να ασπασθώ τας ωραίας παρειάς του; ηρώτησεν ο Χάρρης.
— Ευχαρίστως, απεκρίθη η κυρία Βέλδων.
Αλλ' η μορφή του «κυρίου Χάρρη» φαίνεται ότι δεν ήρεσεν εις τον μικρόν Ζακ, καθότι συνεσπειρώθη περισσότερον πλησίον της μητρός του.
— Πώς! είπεν ο Χάρρης, δεν θέλετε να σας ασπασθώ! Σας προξενώ λοιπόν φόβον, μικρέ μου φίλε;
— Συγγχωρήσατέ το, κύριε, έσπευσε να είπη η κυρία Βέλδων. Δειλιά.
— Καλά! θα γνωρισθώμεν περισσότερον, απεκρίθη ο Χάρρης. Όταν φθάσωμεν εις την έπαυλιν, θα διασκεδάζη με έν ωραίον αλογάκι το οποίον θα του είπη πολλά πράγματα δι' εμέ.
— Αλλά και η προσφορά αύτη του ωραίου ιππαρίου δεν εδελέασε τον Ζακ.
Η κυρία Βέλδων, αρκετά στενοχωρηθείσα, έσπευσε να στρέψη την συνομιλίαν. Δεν έπρεπε, να δυσαρεστήσωσι άνθρωπον, όστις τοσούτον υποχρεωτικώς είχε προσφέρει τας υπηρεσίας του.
Κατ' εκείνο το διάστημα ο Δικ Σανδ εσκέπτετο την τοσούτον εγκαίρως
γενομένην πρότασιν να μεταβώσιν εις την έπαυλιν του Αγίου Ευτυχούς. Ως είπεν ο
Χάρρης, ήτο πορεία πλέον των διακοσίων μιλίων, οτέ μεν διά των δασών, οτέ δε
διά πεδιάδων, — πορεία λίαν κοπιώδης, βεβαίως, επειδή υπήρχεν εντελής έλλειψις
μέσων μεταφοράς.
Ο νεαρός δόκιμος επέφερε λοιπόν παρατηρήσεις τινάς ως προς το αντικείμενον
τούτο και περιέμενε την απόκρισιν του Αμερικανού.
— Η οδοιπορία είναι τωόντι ολίγον μακρά, είπεν ο Χάρρης, αλλ' έχω εκεί, ολίγας τινάς εκατοντάδας βημάτων όπισθεν της όχθης, ίππον, τον οποίον σκοπεύω να θέσω εις την διάθεσιν της κυρίας Βέλδων και του υιού της. Δι' ημάς ούτε δύσκολον, ούτε λίαν επίπονον να πορευθώμεν πεζή. Άλλως τε δε όταν είπω διακόσια μίλια, εννόουν να ακολουθήσωμεν την διεύθυνσιν του ποταμίου τούτου, ως το έπραξα ήδη. Αλλ' εάν διασχίσωμεν το δάσος, ο δρόμος μας θα συντομευθή κατά ογδοήκοντα τουλάχιστον μίλια. Λοιπόν, εάν διανύωμεν δέκα μίλια καθ' ημέραν, μοι φαίνεται ότι θα φθάσωμεν εις την έπαυλιν χωρίς πολλούς κόπους.
Η Κυρία Βέλδων ευχαρίστησε τον Αμερικανόν.
— Δεν δύνασθε να με ευχαριστήσετε καλλίτερον, ειμή δεχομένη είπεν ο
Χάρρης. Αν και ουδέποτε διήλθον τούτο το δάσος, νομίζω ότι δεν θα δυσκολευθώ
να εύρω τον δρόμον, επειδή έχω μεγάλην έξιν της πάμπας. Έν μόνον ζήτημα
σπουδαιότερον υπάρχει, το των τροφίμων, διότι εγώ δεν έχω ειμή ακριβώς όσα
αρκούσι διά να φθάσω εις την έπαυλιν του Αγίου Ευτυχούς.
— Κύριε Χάρρη, είπεν η κυρία Βέλδων, έχομεν ευτυχώς άφθονα τρόφιμα,
και θα ήμεθα ευτυχείς να τα μοιρασθώμεν.
— Λοιπόν, κυρία Βέλδων, μοι φαίνεται ότι πάντα έχουσι καλώς και ότι ουδέν άλλο μένει ειμή η αναχώρησις.
Ο Χάρρης διηυθύνετο προς την όχθην σκοπεύων να παραλάβη τον ίππον του εκ του μέρους ένθα τον είχεν αφήσει, ότε ο Δικ Σανδ τον εσταμάτησε πάλιν όπως τω αποτείνη μίαν ερώτησιν.
Εις τον νέον δόκιμον δεν εφαίνετο πολύ φρόνιμον να εγκαταλίπη την παραλίαν και να εισδύση εις το εσωτερικόν της χώρας διά του απεράντου εκείνου δάσους.
Ο ναυτικός ανεφαίνετο πάλιν εν αυτώ, και επροτίμα να ανέρχηται και να κατέρχηται την παραλίαν.
— Κύριε Χάρρη, είπεν, αντί να οδοιπορήσωμεν εκατόν είκοσι μίλια εν τη ερήμω ταύτη της Ατακάμας διατί δεν ακολουθούμεν την παραθαλασσίαν; Απόστασις και ούτως, απόστασις και άλλως. Δεν είναι προτιμότερον να φθάσωμεν την πλησιεστέραν πόλιν είτε προς βορράν είτε προς νότον;
— Αλλά, νέε μου φίλε, απεκρίθη ο Χάρρης συσπών ελαφρώς τας οφρύς, νομίζω ότι δεν υπάρχει πόλις πλησιέστερον των τριακοσίων ή τετρακοσίων μιλίων από της ακτής ταύτης, την οποίαν να γνωρίζω ακριβώς.
— Προς βορράν μάλιστα, απεκρίθη ο Δικ Σανδ, αλλά προς νότον;.
— Προς νότον, απήντησεν ο Αμερικανός, θα είναι ανάγκη να κατέλθωμεν μέχρι της Χιλής. Λοιπόν το διάστημα είναι σχεδόν επίσης μακρόν, και εις την θέσιν σας δεν θα ήθελον να διέλθω τας πάμπας της αργεντινής Δημοκρατίας. Εγώ δε, μετά μεγάλης μου λύπης, σας ειδοποιώ ότι δεν δύναμαι να σας συνοδεύσω.
— Τα πλοία τα πλέοντα μεταξύ του Περού και Χιλής δεν διέρχονται λοιπόν προ της παραλίας ταύτης; ηρώτησεν η κυρία Βέλδων.
— Όχι, απεκρίθη ο Χάρρης. Διέρχονται πολύ απώτερον εις το πέλαγος,
και βεβαίως δεν συνηντήσατε ουδέν εξ αυτών.
— Πράγματι, είπεν η κυρία Βέλδων. — Λοιπόν, Δικ, έχεις άλλην τινά
ερώτησιν να απευθύνης προς τον κύριον Χάρρην;
— Μίαν μόνην, κυρία Βέλδων, απεκρίθη ο δόκιμος όστις ησθάνετο δυσκολείαν τινά να ενδώση. Θα ερωτήσω τον κύριον Χάρρην εις ποίον λιμένα νομίζει ότι θα εύρωμεν πλοίον τι διά να επιστρέψωμεν εις Άγιον Φραγκίσκον;
— Μα την αλήθειαν, νέε μου φίλε, δεν ηξεύρω τι να σας είπω, απεκρίθη ο Αμερικανός, Ότι ηξεύρω είναι ότι θα σας παράσχωμεν εις την έπαυλην του Αγίου Ευτυχούς τα μέσα να φθάσετε εις την πόλιν Ατακάμαν και εκείθεν . .
— Κύριε Χάρρη, είπε τότε η κυρία Βέλδων, μη νομίσετε ότι ο Δικ Σανδ διστάζει να δεχθή τας προσφοράς σας.
— Όχι, κυρία Βέλδων όχι βεβαίως δεν διστάζω, είπεν ο νεαρός δόκιμος, αλλά δεν ειμπορώ να μη λυπηθώ διότι δεν επέσαμεν εις παραλίαν μοίρας τινάς βορειότερον ή νοτιώτερον. Θα ευρισκόμεθα τότε πλησίον λιμένος τινός, και η περίπτωσις εκείνη, διευκολύνουσα την παλινόστησιν ημών, θα μας απήλλασε της ανάγκης να ενοχλήσωμεν την προθυμίαν του κυρίου Χάρρη.
— Μη φοβήσθε ότι θα με ενοχλήσετε, κυρία Βέλδων επανέλαβεν ο Χάρρης. Σας επαναλαμβάνω ότι σπανιώτατα λαμβάνω αφορμήν να ευρεθώ απέναντι συμπολιτών μου. Είναι δι' εμέ αληθής ευχαρίστησις να σας υποχρεώσω.
— Δεχόμεθα την προσφοράν σας κύριε Χάρρη, είπεν η κυρία Βέλδων, αλλ' εν τούτοις δεν θέλω να σας στερήσω του ίππου σας. Είμαι καλή πεζοπόρος·
— Και εγώ κάλλιστος πεζοπόρος, απεκρίθη ο Χάρρης προσκλίνων. Συνηθισμένος εις τας μακράς πορείας διά των πεδιάδων, ουδεμίαν θα επιφέρω βραδύτητα εις την συνοδείαν. Όχι, κυρία Βέλδων, υμείς και ο μικρός σας Ζακ θα μεταχειρισθήτε τον ίππον. Άλλως τε δε πιθανόν να συναντήσωμεν καθ' οδόν υπηρέτας τινας της επαύλεως, και επειδή θα είναι έφιπποι, θα μας παραχωρίσωσι τους ίππους των.
Ο Δικ Σανδ εννόησε καλώς ότι εάν απέτεινε και άλλας παρατηρήσεις, θα δυσηρέστει την κυρίαν Βέλδων.
— Κύριε Χάρρη, είπε, πότε θα αναχωρήσωμεν;
— Σήμερον, νέε μου φίλε, απεκρίθη ο Χάρρης. Η κακή εποχή άρχεται από του Απριλίου, και πρέπει όσω το δυνατόν να φθάσετε πρότερον εις την έπαυλιν του Αγίου Ευτυχούς. Επί τέλους, η διά του δάσους οδός είναι η συντομωτέρα και ίσως η ασφαλεστέρα, διότι είναι ολιγώτερον εκτεθειμένη εις τας επιδρομάς των νομάδων Ινδών, οίτινες είναι ακάματοι λησταί.
— Τωμ, φίλοι μου, είπε ο Δικ Σανδ στρεφόμενος προς τους μαύρους, δεν μας μένει πλέον άλλο ειμή να ετοιμασθώμεν προς αναχώρησιν. Ας εκλέξωμεν λοιπόν, εκ των προμηθειών του πλοίου, εκείνας όσαι δύνανται ευκολώτερον να μετακομισθώσι, και ας κατασκευάσωμεν δέματα, τα οποία να διαμοιρασθώμεν.
— Κύριε Δικ, είπεν ο Ηρακλής, εάν θέλετε, τα λαμβάνω εγώ όλα.
— Όχι, καλέ μου Ηράκλεις, απεκρίθη ο δόκιμος. Είναι προτιμότερον να μοιρασθώμεν το βάρος.
— Είσθε εύρωστος σύντροφος, Ηράκλεις, είπε τότε ο Χάρρης, όστις παρετήρει τον μαύρον ως εάν ούτος ήτο προς πώλησιν. Εις τας αγοράς της Αφρικής θα είχετε μεγάλην αξίαν.
— Αξίζω ό,τι αξίζω, είπεν ο Ηρακλής και οι αγορασταί πρέπει πολύ να τρέξωσιν εάν θέλωσι να με συλλάβωσι.
Τα πάντα είχον συμφωνηθή, προς επίσπευσιν δε της αναχωρήσεως, όλοι
ήρχισαν να εργάζωνται. Άλλως τε δε δεν είχον να ασχοληθώσι διά την τροφοδοσίαν
της μικράς συνοδείας ειμή από της παραλίας μέχρι της επαύλεως, ήτοι διά πορείαν
δέκα περίπου ημερών.
— Αλλά, πριν αναχωρήσωμεν, κύριε Χάρρη είπεν η κυρία Βέλδων, πριν
δεχθώμεν την φιλοξενείαν σας, θα σας παρακαλέσω να δεχθήτε την ημετέραν. Σας
προσφέρομεν αυτήν εξ όλης καρδίας.
— Δέχομαι, κυρία Βέλδων. Θα ωφεληθώ εκ των δέκα τούτων στιγμών, όπως φέρω τον ίππον μου εδώ. Εκείνος επρογευμάτησε.
— Θέλετε να σας συνοδεύσω, κύριε; ηρώτησεν ο Δικ Σανδ τον Αμερικανόν.
— Όπως επιθυμείτε, νέε μου φίλε, απεκρίθη ο Χάρρης. Έλθετε. Θα σας δείξω το κάτω ρεύμα του ποταμίου τούτου.
Ανεχώρησαν αμφότεροι.
Κατά το διάστημα τούτο ο Ηρακλής επέμφθη προς αναζήτησιν του εντομολόγου. Ο εξάδελφος Βενέδικτος ολίγον μα την αλήθειαν εφρόντηζε διά τα περί εαυτόν συμβαίνοντα. Περιεπλανάτο τότε επί της κορυφής του θαλασσοκρήμου αναζητών έντομόν τι «ανεύρετον», όπερ άλλως τε δεν εύρισκε.
Ο Ηρακλής τον επανέφερεν εκόντα άκοντα. Η κυρία Βέλδων τω είπεν ότι η αναχώρησις είχεν αποφασισθή και ότι επί δέκα περίπου ημέρας θα εταξίδευον εις το εσωτερικόν της χώρας. Ο εξάδελφος Βενέδικτος απεκρίθη ότι ήτο έτοιμος να αναχωρήση, καθότι δεν εζήτει άλλο καλλίτερον ειμή να διέλθη και ολόκληρον έτι την Αμερικήν, αρκεί να τον αφήνωσι να «συλλέγη» καθ' οδόν.
Η Κυρία Βέλδων, βοηθουμένη υπό της Ναν, ενησχολήθη τότε να παρασκευάση
τονωτικόν γεύμα. Καλή προφύλαξις πριν αρχίσωσι την οδοιπορίαν.
Εν τούτω τω αναμεταξύ ο Χάρρης, συνοδευόμενος υπό του Δικ Σαν, έστρεψε τον
αγκώνα του θαλασσοκρήμνου. Αμφότεροι ηκολούθησαν την όχθην εις διάστημα
τριακοσίων βημάτων. Εκεί ίππος προσδεδεμένος εις δένδρον, εχρεμέτησε
περιχαρώς εις την προσέγγισιν του κυρίου του.
Ήτο ζώον ισχυρόν, έκ τινος είδους όπερ ο Δικ Σανδ δεν ηδυνήθη να αναγνωρήση.
Εκ του μακρού όμως αυχένος, των βραχέων μηρών, των μακρών οπισθίων, των
ευρέων ώμων και της σχεδόν κυρτής προσόψεως, ο ίππος εκείνος εδείκνυε τα
διακριτικά σημεία των γενεών εκείνων, εις ας αποδίδουσιν αραβικήν
καταγωγήν.
— Βλέπετε, νέε φίλε μου, είπεν ο Χάρρης, ότι είναι δυνατός ίππος, και
δύνασθε να ήσθε βέβαιος ότι δεν θα πέση εις τον δρόμον.