WeRead Powered by ReaderPub
Ο δεκαπενταετής πλοίαρχος cover

Ο δεκαπενταετής πλοίαρχος

Chapter 23: ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A teenage crew member assumes command of a small whaling vessel after a crisis and must lead a scattering of passengers and sailors through dangerous seas, scarce provisions, and internal betrayal. After shipboard disaster, survivors are driven ashore and undertake a grueling overland journey across hostile terrain where illness, violence, and the depredations of slave traffickers threaten them. The narrative blends precise maritime detail with tense landward adventure, tracing tests of leadership, endurance, and moral choice as the young captain strives to safeguard his companions and reach a place of refuge.

Εν τούτοις ο Δικ Σανδ έμενε σκεπτικός. Έτι άπαξ, αμφιβολία τις εγένετο εν τω πνεύματι αυτού.
 
Την επιούσαν, 17 Απριλίου, η πορεία επανελήφθη, και ο Αμερικανός εβεβαίωσεν ότι μετά παρέλευσιν είκοσι και τεσσάρων ωρών η μικρά συνοδεία θα ευρίσκετο εις την έπαυλιν του Αγίου Ευτυχούς.

 — Εκεί, κυρία Βέλδων, θα λάβετε όλας τας απαιτουμένας εις την θέσιν σας περιποιήσεις, και ημέραι τινές αναπαύσεως θα σας αναζωογονήσωσι καθ' ολοκληρίαν. Ίσως δεν θα εύρετε εις την έπαυλιν εκείνην την πολυτέλειαν εις ην έχετε συνηθίσει εις την εν Αγίω Φραγκίσκω κατοικίαν σας, αλλά θα ιδήτε ότι αι καλλιεργητικοί ημών εργασίαι δεν είναι πτωχαί, και ότι δεν ήμεθα εντελώς άγριοι.

 — Κύριε Χάρρη, απεκρίθη η κυρία Βέλδων, εάν δεν έχομεν άλλο να σας προσφέρωμεν ειμή ευχαριστίας διά την γενναίαν υμών συνδρομήν, τουλάχιστον σας προσφέρομεν αυτάς εξ όλης καρδίας. Ναι! ήτο καιρός πλέον να φθάσωμεν.

 — Εκουράσθητε πολύ, κυρία Βέλδων;

 — Εγώ, αδιάφορον, απεκρίθη η κυρία Βέλδων, αλλά βλέπω ότι ο μικρός μου Ζακ εξαντλείται ολίγον κατ' ολίγον. Κατά τινας ώρας αρχίζει να τον καταλαμβάνη ο πυρετός.
 
 — Ναι, είπεν ο Χάρρης, και μολονότι το κλίμα του οροπεδίου τούτου είναι υγιεινότατον, πρέπει όμως να ομολογήσωμεν ότι κατά τον Μάρτιον και τον Απρίλιον επικρατούσι διαλείποντες πυρετοί.

 — Βεβαίως, είπεν τότε ο Δικ Σανδ, αλλ' ωσαύτως η φύσις, ήτις πάντοτε και πανταχού είναι προνοητική, έθεσε το φάρμακον πλησίον του κακού.

 — Και πώς τούτο, νέε μου φίλε; ηρώτησεν ο Χάρρης, όστις εφαίνετο μη εννοών.
 
 — Δεν ευρισκόμεθα λοιπόν εις την χώραν των κιγκινών; απεκρίθη ο Δικ Σανδ.
 
 — Τωόντι, είπεν ο Χάρρης, έχετε εντελώς δίκαιον. Τα δένδρα τα παράγοντα τον πολύτιμον αντιπυρετικόν φλοιόν εδώ έχουσι την πατρίδα των.

 — Εκπλήττομαι μάλιστα, προσέθετο ο Δικ Σανδ, πώς δεν είδομεν έτι μήτε έν.
 
 — Α! νέε μου φίλε, απεκρίθη ο Χάρρης, τα δένδρα ταύτα δεν διακρίνονται ευκόλως. Καίτοι έχουσιν ύψος πολύ, φύλλα μεγάλα και άνθη ρόδινα και ευώδη, δεν τα ανακαλύπτει τις ευκόλως. Σπάνιον είναι να ευρεθώσι συμπεπυκνωμένα. Μάλλον είναι διεσπαρμένα εις τα δάση, και οι Ινδοί, οίτινες συλλέγουσι την κιγκίναν, δεν δύνανται να τα διακρίνωσιν ειμή εκ του πρασίνου φυλλώμματός των.

 — Κύριε Χάρρη, είπεν η κυρία Βέλδων, εάν ιδήτε δένδρον τι εξ αυτών, να με το δείξητε.
 
 — Βεβαίως, κυρία Βέλδων, αλλ' εις την έπαυλιν θα εύρετε θιεικήν κινίνην. Αυτή είναι πολύ προτιμωτέρα ή ο απλούς φλοιός προς θεραπείαν του πυρετού (14) .

Η τελευταία εκείνη ημέρα της οδοιπορίας παρήλθεν άνευ συμβάντος τινός. Ήλθεν η εσπέρα και η νυκτερινή στάθμευσις διωργανώθη ως το σύνηθες. Μέχρι τότε, δεν είχε βρέξει, αλλ' ο καιρός έτεινε να μεταβληθή, καθότι θερμή αναθυμίασις υψώθη από του εδάφους και μετ' ολίγον εσχημάτισε πυκνήν ομίχλην.

Πράγματι επλησίαζεν η εποχή των βροχών. Ευτυχώς την επιούσαν, άνετον καταφύγιον θα προσεφέρετο φιλοξένως εις την μικράν συνοδείαν. Ολίγισται ώραι έμενον να παρέλθωσιν.

Ει και κατά τον Χάρρην, όστις έκαμε τους υπολογισμούς του επί τη βάσει του χρόνου καθ' όν διήρκεσεν η οδοιπορία, δεν απείχον της επαύλεως πλειότερον των έξ μιλίων, ελήφθησαν όμως διά την νύκτα αι συνήθεις προφυλάξεις. Ο Τωμ και οι σύντροφοί του έπρεπε να φρουρώσι διαδοχικώς. Ο Δικ Σανδ επέμεινε να μη επέλθη ουδεμία μεταβολή. Πλειότερον ή άλλοτε ήθελε να διατηρήση την συνήθη φρόνησίν του, καθότι τρομερά υπόνοια εγεννήθη εις το πνεύμα του· δεν ήθελεν όμως έτι να είπη τι.

Η κατάκλισις εγένετο παρά τας ρίζας συστάδος μεγάλων δένδρων. Ένεκα του καμάτου, η κυρία Βέλδων και οι μετ' αυτής εκοιμώντο ήδη, ότε αφυπνίσθησαν υπό φοβεράς κραυγής.

 — Τι είναι; ηρώτησεν ο Δικ Σανδ, πρώτος πάντων αναπηδήσας όρθιος.

 — Εγώ! εγώ εφώναξα! είπεν ο εξάδελφος Βενέδικτος.

 — Και τι έχετε; ηρώτησεν η κυρία Βέλδων.

 — Εδαγκάσθην.

 — Υπό όφεως; . . . ηρώτησεν έντρομος η κυρία Βέλδων.

 — Όχι, όχι! Δεν είναι όφις, αλλ' έντομον, απεκρίθη ο εξάδελφος Βενέδικτος. Α! το κρατώ! το κρατώ!

 — Λοιπόν, φονεύσατε το έντομόν σας, είπεν ο Χάρρης, και αφήσατέ μας να κοιμηθώμεν κύριε Βενέδικτε.

 — Να φονεύσω έντομον! ανέκραξεν ο εξάδελφος Βενέδικτος. Ποτέ, ποτέ! Πρέπει να ίδω τι είναι!

 — Θα είναι κώνωψ, είπεν ο Χάρρης, υψών τους ώμους.

 — Διόλου! Είναι μυία, απεκρίθη ο εξάδελφος Βενέδικτος, και μυία ήτις θα είναι πολύ περίεργος.

Ο Δικ Σανδ ήναψε τον μικρόν φορητόν φανόν και τον επλησίασεν εις τον εξάδελφον Βενέδικτον.

 — Ω θεία αγαθότης! ανέκραξεν ούτος. Ιδού τι με παρηγορεί διά τας τόσας αποτυχίας μου. Έκαμα τέλος μίαν ανακάλυψιν!

Ο αγαθός ανήρ παρεφρόνει εκ της χαράς. Παρετήρει την μυίαν του ως θριαμβεύων, και ευχαρίστως θα την εφίλει.
 
 — Αλλά τι είναι; ηρώτησεν η κυρία Βέλδων.

 — Δίπτερον, εξαδέλφη, περίφημον δίπτερον!

Και ο εξάδελφος Βενέδικτος έδειξε μυίαν μικροτέραν μελίσσης, χρώματος αμαυρού με γραμμάς κιτρίνας εις το κατώτερον μέρος του σώματός της.
 
 — Δεν είναι φαρμακερή η μυία αύτη; ηρώτησεν η κυρία Βέλδων.

 — Όχι, εξαδέλφη, όχι, διά τον άνθρωπον τουλάχιστον. Αλλά διά τα ζώα, δι' αντιλόπας, διά βουβάλους, και δι' αυτούς τους ελέφαντας, το πράγμα διαφέρει. Αχ! τι αξιολάτρευτον έντομον!

 — Τέλος, ηρώτησεν ο Δικ Σανδ, θα μας ειπήτε, κύριε Βενέδικτε τι είναι αυτή η μυία;

 — Αυτή η μυία, απεκρίθη ο εντομολόγος, αυτή η μυία την οποίαν κρατώ εις τα δάκτυλά μου, αυτή η μυία . . . είναι «τσετσέ». Είναι το περίφημον εκείνο δίπτερον το οποίον είναι η τιμή ενός τόπου, και μέχρι της σήμερον ουδέποτε ευρέθη «τσετσέ» εις την Αμερικήν.

Ο Δικ Σανδ δεν ετόλμησε να ερωτήση τον εξάδελφον Βενέδικτον, εις ποίον μέρος του κόσμου ευρίσκετο αποκλειστικώς το φοβερόν εκείνο «τσετσέ».

Και όταν οι σύντροφοι του μετά το επεισόδιον τούτο, επανέλαβον τον διακοπέντα ύπνον των, ο Δικ Σανδ, μεθ' όλον τον καταβαρύνοντα κάματον, δεν έκλεισε πλέον τους οφθαλμούς δι' όλης της νυκτός.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ'.

Η ΤΡΟΜΕΡΑ ΛΕΞΙΣ

Καιρός ήτο να φθάσωσι. Τελεία κόπωσις έφερε την κυρίαν Βέλδων εις κατάστασιν να μη δύναται πλέον να εξακολουθήση οδοιπορίαν γινομένην υπό τοιαύτας συνθήκας.

Το μικρόν τέκνον της, ερυθρότατον κατά τας προσβολάς του πυρετού, ωχρότατον κατά τας διαλείψεις, ήτο οικτρόν την θέαν.

Η μήτηρ αυτού, εις άκρον ανήσυχος, δεν ηθέλησε να εγκαταλίπη τον Ζακ, έστω και εις τας φροντίδας της αγαθής Ναν. Τον εκράτει ημικατακεκλιμένον εις τας αγκάλας της.

Ναι, ήτο καιρός να φθάσωσι. Κατά τας διαβεβαιώσεις δε του Αμερικανού, το εσπέρας της ανατελλούσης εκείνης ημέρας, το εσπέρας της 18 Απριλίου, η μικρά συνοδεία θα ήτο τέλος υπό την σκέπην της επαύλεως του Αγίου Ευτυχούς.

Δώδεκα ημερών οδοιπορία, δώδεκα νυκτών στάθμευσις εν υπαίθρω, ήτο αδύνατον να μη καταβάλωσι μίαν γυναίκα, όσον γενναία και αν ήναι.
 
Άλλως τε δε η θέα του ασθενούς Ζακ, από του οποίου έλειπον αι στοιχειωδέστεραι περιποιήσεις, ήρκει διά να κατασυντρίψη την κυρίαν Βέλδων.

Αλλ' ο Χάρρης εφαίνετο εξοικειωμένος προς τας δοκιμασίας των μακρών εκείνων διά των δασών οδοιποριών, και ο κάματος δεν κατέβαλεν αυτόν.
 
Καθ' όσον όμως επλησίαζον προς την έπαυλιν, ο Δικ Σανδ παρετήρησεν ότι ήτο μάλλον περίφροντις και τα διαβήματά του δεν ήσαν τόσον ειλικρινή όσον πρότερον. Το εναντίον θα ήτο φυσικώτερον.

Αυτή τουλάχιστον η ιδέα του νεαρού δοκίμου, όστις εγένετο μάλλον δύσπιστος προς τον Αμερικανόν. Και εν τούτοις τι συμφέρον είχεν άρα γε ο Χάρρης να τους απατήση;

 — Ο Δικ Σανδ δεν ηδύνατο να το εξηγήση, αλλ' επετήρει εκ του σύνεγγυς τον οδηγόν των.

Ο Αμερικανός ησθάνθη πιθανώς ότι υπεβλέπετο υπό του Δικ Σανδ, και βεβαίως η δυσπιστία εκείνη, καθίστα αυτόν σιωπηλότερον προς τον «νέον φίλον του».

Η πορεία επανελήφθη.

Εν τω δάσει, ολιγώτερον πυκνώ, τα δένδρα διεσκορπίζοντο κατ' αθροίσματα, και δεν εσχημάτιζον πλέον αδιαπεράστους μάζας. Ήτο λοιπόν η αληθής πάμπα, περί ης είχεν ομιλήσει ο Χάρρης;

Κατά τας πρώτας ώρας της ημέρας, ουδέν συμβάν επεδείνωσε τας ανησυχίας του Δικ Σανδ. Δύο όμως γεγονότα είλκυσαν την προσοχήν αυτού.

Ίσως δεν είχον μεγάλην σπουδαιότητα, αλλ' υπό τας περιστάσεις εκείνας ουδεμία λεπτομέρεια έπρεπε να παραμελήται.

Το πρώτον ήτο τα κινήματα του Δίγγου, όστις ευθύς εξ αρχής επέσυρε μάλλον ιδιαιτέρως την προσοχήν του νεαρού δοκίμου.

Τωόντι ο κύων όστις καθ' όλην εκείνην την οδοιπορίαν εφαίνετο ωσεί ακολουθών ίχνη, εγένετο αλλοίος, και τούτο, σχεδόν αιφνιδίως.

Μέχρι τότε, την ρίνα έχων ως επί το πλείστον εις το έδαφος, οσφραινόμενος τα χόρτα ή τους θάμνους, ή εσιώπα ή εξέφερεν είδος τι θρηνώδους υλακής, ως εάν ήτο έκφρασις λύπης ή πόθου.

Την ημέραν όμως εκείνην αι υλακαί του παραδόξου ζώου εγένοντο ισχυραί, ενίοτε μανιώδεις, τοιαύται οίαι ήσαν άλλοτε, ότε ο Νεγορός ενεφανίζετο επί του καταστρώματος του «Πίλγριμ».

Υπόνοιά τις διήλθε του πνεύματος του Δικ Σανδ, και την υπόνοιαν εκείνην ενίσχυσεν ο Τωμ ειπών.
 
 — Πολύ παράδοξον πράγμα, κύριε Δικ. Ο Δίγγος δεν οσφραίνεται πλέον το έδαφος ως έπραττε μέχρι της χθες. Έχει την ρίνα εις τον αέρα, είναι τεταραγμένος, αι τρίχες του ορθούνται. Θα έλεγέ τις μυρίζει μακρόθεν . . .

 — Τον Νεγορόν, δεν είναι αλήθεια; απεκρίθη ο Δικ Σανδ, αρπάσας τον βραχίονα του γέροντος μαύρου και ποιήσας αυτώ σημείον να ομιλή χαμηλή τη φωνή.
 
 — Τον Νεγορόν, κύριε Δικ. Δεν είναι τάχα δυνατόν να ηκολούθησε τα ίχνη μας;

 — Ναι, Τωμ, και κατ' αυτήν μάλιστα την στιγμήν να μη είναι πολύ μακράν;

 — Αλλά . . . διατί; είπεν ο Τωμ.

 — Ή ο Νεγορός δεν εγνώριζεν αυτόν τον τόπον, επανέλαβεν ο Δικ Σανδ, και τότε είχε παν συμφέρον να μη μας χάση . . .

 — Ή; . . . . είπεν ο Τωμ βλέπων μετ' αγωνίας τον δόκιμον.

 — Ή, επανέλαβεν ο Δικ Σανδ τον εγνώριζεν και τότε . . . .

 — Αλλά πώς ο Νεγορός να γνωρίζη την χώραν ταύτην, αφού ουδέποτε ήλθεν εδώ;

 — Ουδέποτε ήλθεν; εψιθύρισεν ο Δικ Σανδ. Τέλος αδιαφιλονείκητον γεγονός είναι ότι ο Δίγγος φέρεται, ως εάν ήτο πλησίον ημών ο άνθρωπος τον οποίον απεχθάνεται.

Είτα διακόπτων την ομιλίαν όπως καλέση τον Δίγγον, όστις μετά τινα δισταγμόν ήλθε προς αυτόν·

 — Ε! είπεν, ο Νεγορός! ο Νεγορός!

Μανιώδης υλακή υπήρξεν η απάντησις του Δίγγου.
 
Το όνομα εκείνο παρήγαγεν επ' αυτού το σύνηθες αποτέλεσμα, και ώρμησεν εμπρός, ως ει ο Νεγορός ήτο κεκρυμμένος όπισθεν θάμνων.

Ο Χάρρης είδεν όλην εκείνην την σκηνήν. Με τα χείλη δε συνεσφιγμένα επλησίασε τον δόκιμον.
 
 — Τι ζητείτε λοιπόν από τον Δίγγον; ηρώτησεν.

 — Ω! σχεδόν τίποτε, κύριε Χάρρη, απεκρίθη ο γέρων Τωμ αστειευόμενος. Τω εζητούμεν ειδήσεις περί τινος συνεπιβάτου, τον οποίον εχάσαμεν.

 — Α! είπεν ο Αμερικανός, περί του Πορτογάλου εκείνου; του μαγείρου του πλοίου περί του οποίου μοι ομιλήσατε ήδη;

 — Μάλιστα, απεκρίθη ο Τωμ. Ακούων τις τον Δίγγον, θα υπέθετεν ότι ο Νεγορός είναι εδώ πλησίον.

 — Πώς ηδυνήθη να φθάση έως εδώ; απεκρίθη ο Χάρρης. Καθ' όσον γνωρίζω, ουδέποτε ήλθεν εις τον τόπον τούτον.
 
 — Εκτός εάν μας το έκρυψεν; απεκρίθη ο Τωμ. Θα ήτο παράδοξον τούτο, είπεν ο Χάρρης. Αλλ' εάν θέλετε να εξετάσωμεν τα περίχωρα. Πιθανόν ο δυστυχής αυτός να έχη ανάγκην συνδρομής, να στερήται των πάντων.

 — Είναι περιττόν, κύριε Χάρρη, απεκρίθη ο Δικ Σανδ. Εάν ο Νεγορός ηδυνήθη να έλθη έως εδώ, θα ηδυνήθη να υπάγη και πλέον μακράν. Είναι άνθρωπος ο οποίος ηξεύρει να υπερνικά τας δυσκολίας.
 
 — Όπως επιθυμείτε, απεκρίθη ο Χάρρης.

 — Εμπρός, Δίγγε, σιώπα, προσέθηκε τραχέως ο Δικ Σανδ διά να παύση την ομιλίαν.

Η δευτέρα παρατήρησις η γενομένη παρά του δοκίμου εσχετίζετο προς τον ίππον του Αμερικανού.

Δεν εφαίνετο ούτος ότι «ωσφραίνετο τον σταύλον», ως πράττουσι τα ζώα του είδους του.

Δεν ερρόφα τον αέρα, δεν έσπευδε τα βήματά του, δεν διέστελλε τους ρώθωνάς του, δεν εξέφερε χρεμετισμούς μαρτυρούντας το τέλος της οδοιπορίας. Εάν τις τον παρετήρει καλώς, εφαίνετο επίσης αδιάφορος ή εάν η έπαυλις εις την οποίαν εν τούτοις είχε μεταβή πολλάκις και ην ώφειλε να γνωρίζη, ήτο εκατοστύας έτι μιλίων μακράν.

 — Δεν είναι ίππος φθάνων εις το τέρμα της πορείας του, εσκέφθη ο νεαρός δόκιμος.

Και εν τούτοις, κατά τους λόγους του Χάρρη της προτεραίας, μόλις έμενον να διανυθώσιν εξ μίλια και εκ των έξ εκείνων μιλίων, κατά την πέμπτην ώραν της εσπέρας, τα τέσσαρα είχον βεβαίως διανυθή.

Εάν λοιπόν ο ίππος δεν ωσφραίνετο σταύλον, του οποίου βεβαίως θα είχε μεγάλην ανάγκην, ουδέν ωσαύτως ανήγγελε την προσέγγισιν μεγάλου κτήματος, οίον έπρεπε να είναι η έπαυλις του Αγίου Ευτυχούς.
 
Η κυρία Βέλδων, όσον και εάν ήτο αδιάφορος τότε προς παν άλλο ή το τέκνον της, εξεπλάγη βλέπουσα έτι την χώραν τόσον έρημον. Πώς! μήτε είς ιθαγενής μήτε είς των θεραπόντων της επαύλεως, εις τόσον μετρίαν απόστασιν; Μήπως ο Χάρρης είχεν αποπλανηθή; Όχι! Απεδίωξε την ιδέαν ταύτην. Νέα βραδύτης θα ήτο ο θάνατος του μικρού Ζακ.

Εν τούτοις ο Χάρρης ώδευε πάντοτε προς τα πρόσω! αλλ' εφαίνετο ερευνών τα βάθη του δάσους και έβλεπε δεξιά και αριστερά, ως άνθρωπος όστις δεν είναι βέβαιος περί εαυτού . . . ή περί της οδού.
 
Η κυρία Βέλδων έκλεισε τους οφθαλμούς ίνα μη τον βλέπη πλέον.

Μετά ευρείαν πεδιάδα ενός μιλίου, το δάσος, χωρίς να είναι τόσω πυκνόν όσω προς δυσμάς, ανεφανίσθη πάλιν, και η μικρά συνοδεία εβυθίσθη εκ νέου υπό τα μεγάλα δένδρα.

Κατά την έκτην ώραν της εσπέρας έφθασαν πλησίον πυκνώματός τινος, διά του οποίου εφαίνετο ότι προσφάτως είχε διέλθει αγέλη μεγάλων ζώων.

Ο Δικ Σανδ παρετήρησε λίαν προσεκτικώς περί εαυτόν.

Εις ύψος τι μη υπερβαίνον κατά πολύ το ανάστημα του ανθρώπου, οι κλάδοι ήσαν απεσπασμένοι ή συντετριμμένοι.

Συγχρόνως δε τα χόρτα, βιαίως αποχωρισθέντα, άφινον να φαίνωνται επί του έλώδους ολίγον εδάφους ίχνη βημάτων άτινα αδύνατον να ήσαν θωών ή κουγουάρων.

Ήσαν άρα γε άις ή άλλα βραδυπόρα ζώα, των οποίων οι πόδες απετυπώθησαν ούτως επί του εδάφους;

Αλλά πώς να εξηγηθή τότε η θραύσις των κλάδων εις τοσούτον ύψος;

Βεβαίως ελέφαντες θα ηδύναντο να αφήσωσι τοιαύτα ίχνη, να αποτυπώσωσι τοιαύτα ευρέα πατήματα, να ανοίξωσι τοιαύτην δίοδον εις την αδιαπέραστον λόχμην. Αλλά τοιούτοι ελέφαντες δεν ευρίσκονται εν Αμερική.

Τα υπερμεγέθη ταύτα παχύδερμα δεν είναι αυτόχθονα του Νέου Κόσμου, ουδέ ενεκλιματίσθησάν ποτε εκεί.
 
Η εικασία λοιπόν ότι θα διέβησαν ελέφαντες, ήτο εντελώς απαράδεκτος.

Όπως δήποτε, ο Δικ Σανδ δεν κατέστησε γνωστάς τας σκέψεις του επί του ανεξηγήτου εκείνου γεγονότος. Ουδέ αυτόν τον Αμερικανόν ηρώτησε περί τούτου, διότι τι ηδύνατό τις να περιμένη παρ' ανθρώπου, όστις ηθέλησε να παραστήση τας καμηλοπαρδάλεις ως στρουθοκαμήλους;

Ο Χάρρης θα έδιδε και τότε εξήγησίν τινα κατά το μάλλον και ήττον φαντασιώδη, ήτις ουδόλως θα ηδύνατο να μεταβάλη την κατάστασιν.

Όπως δήποτε ο Δικ Σανδ εσχημάτισε την γνώμην του περί του Χάρρη. Εννόησεν ότι ήτο προδότης. Περίπτωσιν κατάλληλον μόνον περιέμενεν ίνα καταστήση καταφανή την ατιμίαν του και να δικαιολογηθή η γνώμη του, τα πάντα δε τω έλεγον ότι η περίπτωσις εκείνη προσήγγιζεν.

Αλλά τις ηδύνατο να είναι ο μυστικός σκοπός του Χάρρη; Ποίον μέλλον λοιπόν περιέμενε τους ναυαγούς του «Πίλγριμ»;

Ο Δικ Σανδ επανελάμβανε καθ' εαυτόν ότι η ευθύνη του δεν έπαυσε μετά του ναυαγίου, ώφειλε, πλειότερον ή άλλοτε, να μεριμνήση περί της σωτηρίας εκείνων, οίτινες μετά το ναυάγιον έπεσαν επί της ακτής εκείνης. Την γυναίκα εκείνην, το νεαρόν εκείνο παιδίον, τους μαύρους εκείνους όλους τους εν δυστυχία συντρόφους του, αυτός μόνος ώφειλε να σώση.

Αλλ' εάν ηδύνατο να πράξη τι εντός του πλοίου, θα ηδύνατο να ενεργήση ως ναυτικός, ενταύθα όμως, εν τω μέσω των τρομερών δοκιμασιών τας οποίας διέβλεπε, ποίαν απόφασιν να σχηματίση;

Ο Δικ Σανδ δεν ηθέλησε να κλείση τους οφθαλμούς προ της φοβεράς πραγματικότητος, ην πάσα στιγμή καθίστα αδιαφιλονείκητον. Ο δεκαπενταετής πλοίαρχος του «Πίλγριμ», ανελάμβανε τα αυτά καθήκοντα και εις τας παρούσας περιστάσεις.

Αλλά δεν ηθέλησε να είπη τι δυνάμενον να λυπήση την δυστυχή μητέρα πριν ή έλθη η στιγμή της δράσεως.
 
Δεν είπε τι ουδέ όταν, φθάσας προ των οχθών ευρέος ρύακος, ότε προηγείτο της μικράς συνοδείας κατά εκατόν βήματα, παρετήρησεν υπερμεγέθη ζώα ορμώντα υπό τα υψηλά χόρτα.

 — Ιπποπόταμοι! ιπποπόταμοι! έμελλε ν' αναφωνήση.

Τωόντι ήσαν εκ των παχυδέρμων εκείνων των εχόντων μεγάλην κεφαλήν, εξωγκωμένον ρύγχος, οδόντας εξερχομένους του στόματος κατά ένα πόδα, κνήμας βραχείας και των οποίων το άτριχον δέρμα έχει χρώμα πυρρόν. Ιπποπόταμοι εν Αμερική!

Εξηκολούθησαν να οδεύωσιν επί όλην την ημέραν, αλλ' επιπόνως.

Ο κάματος ήρχιζε να καταβάλη και τους ευρωστοτέρους. Αληθώς ήτο καιρός να φθάσωσιν, άλλως θα ηναγκάζοντο να σταματήσωσιν.

Η κυρία Βέλδων, αποκλειστικώς ενασχολουμένη εις τον μικρόν της Ζακ, δεν ησθάνετο ίσως τον κάματον, αλλ' αι δυνάμεις αυτής ήσαν εξηντλημέναι. Άπαντες, κατά το μάλλον και ήττον, είχον καταβληθή. Ο Δικ Σανδ ανθίστατο δι' υπερτάτης ηθικής ενεργείας, πηγαζούσης εκ του αισθήματος του καθήκοντος.

Περί την τετάρτην ώραν της εσπέρας ο γέρων Τωμ εύρεν εις τα χόρτα αντικείμενόν τι, όπερ είλκυσε την προσοχήν του.
 
Ήτο όπλον, είδος τι μαχαιρίου ιδιαιτέρου σχήματος, εσχηματισμένου εκ πλατείας κεκυρτωμένης λεπίδος μετά χειρίδος εκ τετραγώνου ελεφαντοστού βαναύσως πεποικιλμένου.

Ο Τωμ έφερε την μάχαιραν εκείνην εις τον Δικ Σανδ, όστις την έλαβε, την εξήτασε και επί τέλους την έδειξεν εις τον Αμερικανόν λέγων.
 
 — Βεβαίως οι ιθαγενείς δεν είναι μακράν.

 — Πράγματι, απεκρίθη ο Χάρρης, και εν τούτοις . . .

 — Εν τούτοις; . . . επανέλαβεν ο Δικ Σανδ παρατηρών τον Χάρρην εις τους οφθαλμούς.

 — Έπρεπε να ήμεθα πολύ πλησίον της επαύλεως, επανέλαβεν ο Χάρρης διστάζων, και δεν αναγνωρίζω.

 — Μήπως παρεπλανήθητε; ηρώτησε ζωηρώς ο Δικ Σανδ.

 — Παρεπλανήθην . . . όχι. Η έπαυλις δεν είναι δυνατόν να απέχη περισσότερον των τριών μιλίων. Αλλ' ηθέλησα να λάβω την συντομωτέραν οδόν διά του δάσους, και ίσως είχον άδικον.
 
 — Ίσως, απήντησεν ο Δικ Σανδ.

 — Νομίζω ότι θα πράξω καλώς να προπορευθώ, είπεν ο Χάρρης.

 — Όχι, κύριε Χάρρη, μη χωρισθώμεν, απεκρίθη ο Δικ Σανδ επιτακτικώς.

 — Όπως θέλετε, είπεν ο Αμερικανός. Αλλά την νύκτα θα με είναι δύσκολον να σας οδηγήσω.

Μη φροντίζετε περί τούτου, απεκρίθη ο Δικ Σανδ. Θα σταματήσωμεν. Η κυρία Βέλδων θα συγκατατεθή να διέλθη μίαν τελευταίαν νύκτα υπό τα δένδρα, και αύριον, όταν εξημερώση καλά, θα αρχίσωμεν πάλιν να οδοιπορώμεν. Δύο ή τρία μίλια έτι δύνανται να διανυθώσιν εις μίαν ώραν.

 — Έστω, είπεν ο Χάρρης.

Κατ' εκείνην την στιγμήν ο Δίγγος εξέφερε μανιώδεις υλακάς.

 — Εδώ, Δίγγε, εδώ! έκραξεν ο Δικ Σανδ. Ηξεύρεις καλώς ότι δεν είναι κανείς, και ότι ευρισκόμεθα εις την έρημον.

Απεφασίσθη λοιπόν ο τελευταίος εκείνος σταθμός. Η κυρία Βέλδων άφησε τους μετ' αυτής να πράξωσι κατά την αρέσκειάν των, χωρίς ούτε λέξιν να προφέρη. Ο μικρός της Ζακ, καταβληθείς υπό του πυρετού, ανεπαύετο εις τας αγκάλας της.

Ανεζήτησαν την καταλληλοτέραν θέσιν, όπως διέλθωσι την νύκτα.

Ο Δικ Σανδ εσκέφθη καλόν να κατακλιθώσι κάτωθεν ευρέος συμπλέγματος δένδρων, αλλ' ο γέρων Θωμάς όστις ενησχολείτο μετ' αυτού εις τας προετοιμασίας εκείνας, τον εσταμάτησεν αίφνης ανακράζων.

 — Κύριε Δικ! Ιδέτε! Ιδέτε!

 — Τι είναι, γηραιέ μου Θωμά; ηρώτησεν ο Δικ Σανδ μετ' ηρεμίας ανθρώπου περιμένοντος τα πάντα.

 — Εκεί . . . εκεί . . . . είπεν ο Τωμ . . . . υπό τα δένδρα εκείνα . . . κηλίδες αίματος! . . . Και κατά γης . . . μέλη ηκρωτηριασμένα! . . .

Ο Δικ Σανδ ώρμησε προς το μέρος όπερ εδείκνυεν ο γέρων Τωμ. Είτα, επιστρέψας προς αυτόν.

 — Σιώπα, Τωμ, σιώπα, είπε . .

Τωόντι υπήρχον εκεί, επί του εδάφους, χείρες κεκομμέναι, και πλησίον των ανθρωπίνων τούτων λειψάνων δίκρανα τινά τεθραυσμένα και άλυσις συντετριμμένη.

Ευτυχώς η κυρία Βέλδων ουδέν είδεν εκ του φρικώδους εκείνου θεάματος.
 
Ο Χάρρης έμενε κατά μέρος, και εάν τις τον παρετήρει κατ' εκείνην την στιγμήν θα εξεπλήσσετο διά την επελθούσαν εις αυτόν αλλοίωσιν. Η μορφή αυτού είχε τι το θηριώδες.

Ο Δίγγος ήλθε και αυτός πλησίον του Δικ Σανδ, και ενώπιον των αιματοφύρτων εκείνων μελών υλάκτει λυσσωδώς.

Ο δόκιμος πολύν κόπον κατέβαλεν όπως τον αποδιώξη.

Εν τούτοις ο γέρων Τωμ, εις την θέαν των δικράνων εκείνων και της συντετριμμένης εκείνης αλύσεως, έμενεν ακίνητος, ως ει οι πόδες του ερριζώθησαν εν τω εδάφει. Με οφθαλμούς υπερμέτρως ανοικτούς, με χείρας συνεσφιγμένας, παρετήρει, ψιθυρίζων τας ασυναρτήτους ταύτας λέξεις.

 — Είδον . . . είδον . . . αυτά τα δίκρανα . . . πολύ μικρός . . . είδον! . . .

 — Σιώπα, Τωμ, επανέλαβεν ο Δικ Σανδ. Χάριν της κυρίας Βέλδων, χάριν όλων ημών, σιώπα.

Και ο δόκιμος παρέσυρεν εκείθεν τον γέροντα μαύρον.

Έτερον μέρος σταθμεύσεως εξελέχθη, ολίγον απωτέρω, και τα πάντα διετέθησαν διά την νύκτα.

Το δείπνον ητοιμάσθη, αλλά μόλις το ήγγισαν. Ο κάματος ήτο υπέρτερος της πείνης. Πάντες διετέλουν υπό την εντύπωσιν απεριγράπτου ανησυχίας προσεγγιζούσης εις τον τρόμον.
 
Το σκότος επήλθε μικρόν κατά μικρόν. Μετ' ολίγον εγένετο βαθύ. Ο ουρανός ήτο κεκαλυμμένος υπό μεγάλων θυελλωδών νεφών. Μεταξύ των δένδρων, προς τον δυτικόν ορίζοντα, εφαίνετο ανάπτουσαι αστραπαί τινες θερμότητος. Πεσόντος του ανέμου, ουδέν φύλλον εσείετο εις τα δένδρα. Εντελής σιωπή διεδέχετο τους θορύβους της ημέρας, και ηδύνατό τις να πιστεύση ότι η βαρεία ατμόσφαιρα, κορεσθείσα ηλεκτρισμού, καθίστατο ακατάλληλος προς μετάδοσιν των ήχων.

Ο Δικ Σανδ, ο Αυγουστίνος, ο Βαρθολομαίος ηγρύπνουν ομού. Προσεπάθουν να ίδωσι, ν' ακούσωσιν, εν τη βαθεία εκείνη σκοτία, μήπως φως τι οίον δήποτε ή θόρυβός τις ύποπτος θα προσέβαλλε τους οφθαλμούς ή τα ώτα αυτών. Αλλ' ουδέν ετάραττε την ησυχίαν ή την σκοτίαν του δάσους.

Ο Τωμ, ουχί κοιμώμενος, αλλά βεβυθισμένος εις σκέψεις, την κεφαλήν έχων κεκλιμένην, έμενεν ακίνητος, ωσεί προσβληθείς υπό αιφνιδίου τινός κτυπήματος.

Η κυρία Βέλδων ελίκνιζε το τέκνον της εις τας αγκάλας της και αυτό μόνον εσκέπτετο. Μόνος ο εξάδελφος Βενέδικτος εκοιμάτο ίσως, καθότι αυτός μόνος δεν υφίστατο την κοινήν εντύπωσιν. Η δύναμις του προαισθάνεσθαι δεν ήτο ανεπτυγμένη εν αυτώ.

Αίφνης, περί την ενδεκάτην ώραν, ηκούσθη παρατεταμένος και βαρύς βρυχηθμός, αναμεμιγμένος μετά τινος οξυτέρου φρυαγμού.

Ο Τωμ ανεπήδησεν όρθιος και έτεινε την χείρα προς πυκνήν τινα λόχμην απέχουσαν το πολύ έν μίλιον.

Ο Δικ Σανδ έδραξε τον βραχίονά του, αλλά δεν ηδυνήθη να εμποδίση τον Τωμ να κράξη μεγάλη τη φωνή.

 — Ο λέων! ο λέων!

Τον βρυχηθμόν εκείνον, τον οποίον πολλάκις είχεν ακούσει κατά την παιδικήν του ηλικίαν, ο γέρων μαύρος τον ανεγνώρισεν

 — Ο λέων! επανέλαβεν.

Ο Δικ Σανδ, αδυνατών να συγκρατήση εαυτόν περισσότερον, ώρμησε με την μάχαιραν εις την χείρα προς το μέρος όπου ήτο ο Χάρρης.

Αλλ' ο Χάρρης δεν ήτο πλέον εκεί, μετ' αυτού δε εγένετο άφαντος και ο ίππος του.

Είδος τι αναστατώσεως εγένετο εις το πνεύμα του Δικ Σανδ . . Δεν ήτο εις το μέρος όπου ενόμιζεν ότι ήτο.

Λοιπόν το Πίλγριμ δεν έπεσεν επί της αμερικανικής ακτής. Η νήσος της οποίας ο δόκιμος είχε καθορίσει την θέσιν εν τη θαλάσση δεν ήτο του Πάσχα, αλλά άλλη τις νήσος, κειμένη ακριβώς προς δυσμάς της ηπείρου τούτης, ως η νήσος του Πάσχα κείται προς δυσμάς, της Αμερικής.

Η πυξίς τον είχεν απατήσει επί διάστημά τι του ταξειδίου, και γνωρίζομεν διατί. Παρασυρθείς υπό της τρικυμίας εις σφαλεράν διεύθυνσιν, θα παρέκαμψε το ακρωτήριον Χορν, και από του Ειρηνικού Ωκεανού μετέβη εις τον Ατλαντικόν! Η ταχύτης του πλοίου του, την οποίαν ατελώς μόνον ηδύνατο να υπολογίζη, είχε διαπλασιασθή εν αγνοία του ως εκ της δυνάμεως του ανέμου.

Ιδού διατί τα δένδρα του καουτσού, αι κιγκίνοι, τα προϊόντα της Νοτίου Αμερικής έλειπον εκ της χώρας ταύτης, ήτις δεν ήτο μήτε το οροπέδιον της Ατακάμας, μήτε η βολιβιανή πάμπα.

Ναι, καμηλοπαρδάλεις και ουχί στρουθουκάμηλοι έφυγον εκ του αδένδρου μέρους. Ελέφαντες είχον διέλθει την πυκνήν λόχμην. Ιπποπόταμοι ήσαν εκείνοι των οποίων ο Δικ Σανδ είχε διαταράξει την ησυχίαν υπό τα υψηλά χόρτα. Το δίπτερον το οποίον συνέλαβεν ο Βενέδικτος ήτο το τσετσέ, το φοβερόν εκείνο τσετσέ, του οποίου τα νύγματα θανατώνουσι τα ζώα των συνοδειών.

Τέλος ο ακουσθείς βρυχηθμός εν τω δάσει ήτο βρυχηθμός λέοντος. Και τα δίκρανα εκείνα, αι αλύσεις εκείναι, η παραδόξου σχήματος εκείνη μάχαιρα, ήσαν τα εργαλεία του δουλεμπόρου. Αι ηκρωτηριασμέναι χείρες ήσαν χείρες αιχμαλώτων.
 
Ο Πορτογάλος Νεγορός και ο Αμερικανός Χάρρης ήσαν συνεννοημένοι.

Και αι τρομεραί αύται λέξεις, αι μαντευθείσαι υπό του Δικ Σανδ, διέφυγον τα χείλη του.

Η Αφρική! Η ισημερινή Αφρική! Η Αφρική των δουλεμπόρων και των δούλων!

ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΜΕΡΟΥΣ.

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.

Η ΣΩΜΑΤΕΜΠΟΡΕΙΑ


Η σωματεμπορεία! Ουδείς αγνοεί την έννοιαν της λέξεως ταύτης, ήτις ουδέποτε έπρεπε να εύρη την θέσιν εν τη ανθρωπίνη γλώσση. Το αποτρόπαιον τούτο εμπόριον, επί πολύν χρόνον διαπραττόμενον προς όφελος των ευρωπαϊκών εθνών των κεκτημένων υπερωκεανείους αποικίας, απηγορεύθη προ πολλών ήδη ετών. Εν τούτοις ενεργείται πάντοτε επί μεγάλης κλίμακος, και κυρίως εν τη κεντρική Αφρική. Εν μεσούντι δεκάτω εννάτω αιώνι, η υπογραφή Κρατών τινων εκ των λεγομένων χριστιανικών, λείπει εκ της καταργούσης την δουλείαν συνθήκης.

Ηδύνατό τις να πιστεύση ότι η σωματεμπορεία δεν ενεργείται πλέον, ότι η αγοραπωλησία ανθρωπίνων πλασμάτων έπαυσεν! Αλλά δεν συμβαίνει ούτω, και τούτο πρέπει να γινώσκη ο αναγνώστης, εάν θέλη να αισθανθή μείζον ενδιαφέρον εις το δεύτερον μέρος της ιστορίας ταύτης.

Πρέπει να μάθη τι είναι και νυν τα ανθρωποκυνήγια ταύτα, άτινα απειλούσι να εξερημώσωσιν ολόκληρον ήπειρον χάριν της συντηρήσεως αποικιών τινων, πού και πώς εκτελούνται αι βάρβαροι αύται αρπαγαί, πόσον αίμα στοιχίζουσι, πόσας προκαλούσι πυρκαϊάς και λεηλασίας, τέλος προς όφελος τίνων γίνονται.

Κατά την ΙΕ' εκατονταετηρίδα βλέπομεν διά πρώτην φοράν εξασκουμένην την σωματεμπορείαν των μαύρων και ιδού υπό τίνας περιστάσεις έλαβε την αρχήν της.

Οι Μουσουλμάνοι, αφού εδιώχθησαν εκ της Ισπανίας, κατέφυγον πέραν του στενού επί της αφρικανικής ακτής. Οι Πορτογάλλοι, οίτινες κατείχον τότε τα παράλια εκείνα μέρη, κατεδίωξαν αυτούς λυσσωδώς. Αριθμός τις φυγάδων εκείνων ηχμαλωτίσθη και μετεφέρθη εις Πορτογαλλίαν. Περιελθόντες ούτοι εις δουλείαν, απετέλεσαν τον πρώτον πυρήνα αφρικανικών δούλων, όστις εσχηματίσθη εν τη δυτική Ευρώπη από της χριστιανικής εποχής.

Αλλ οι Μουσουλμάνοι εκείνοι ανήκον κατά το πλείστον εις πλουσίας οικογενείας, αίτινες ηθέλησαν να τους εξαγοράσωσιν αντί μεγάλης τιμής. Οι Πορτογάλοι ηρνήθησαν να δεχθώσι λύτρα, καθότι δεν είχον ανάγκην χρημάτων. Εκείνο όπερ εχρειάζοντο ήτο βραχίονες απαραίτητοι εις την εργασίαν των αρτισυστάτων αποικιών, και συντόμως ειπείν βραχίονες δούλων.

Τότε αι μουσουλμανικαί οικογένειαι, μη δυνάμεναι να εξαγοράσωσι τους αιχμαλώτους συγγενείς των, προσέφερον να τους ανταλλάξωσι διά μεγαλειτέρου αριθμού αφρικανών μαύρων, τους οποίους ευκόλως ηδύναντο να συλλάβωσιν. Η προσφορά εγένετο δεκτή υπό των Πορτογάλων, οίτινες εύρισκον ωφέλειαν εις την τοιαύτην ανταλλαγήν, και τοιουτοτρόπως η σωματεμπορία εγκαθιδρύθη εν Ευρώπη.
 
Περί τα τέλη της ΙΣΤ' εκατονταετηρίδος η μυσαρά αύτη εμπορεία είχε γίνει γενικώς αποδεκτή, και τα εισέτι βάρβαρα ήθη δεν απετροπιάζοντο αυτήν. Πάντα τα κράτη επροστάτευον αυτήν διά να κατορθώσωσι ταχύτερον και ασφαλέστερον να αποικίσωσι τας Νήσους του Νέου Κόσμου. Τωόντι οι αιθιοπικής καταγωγής δούλοι ηδύναντο ν' ανθέξωσιν εκεί ένθα οι λευκοί, μη εξοικειωμένοι μετά του κλίματος και αδυνατούντες εισέτι να υποφέρωσι την θερμότητα των τροπικών χωρών, θα απέθνησκον κατά χιλιάδας. Η μεταφορά των μαύρων εις τας αποικίας της Αμερικής εγίνετο λοιπόν τακτικώς δι' ειδικών πλοίων, και ο κλάδος ούτος του υπερωκεανείου εμπορίου επέφερε την σύστασιν σπουδαίων γραφείων εις διάφορα μέρη της αφρικανικής ακτής. Το «εμπόρευμα» ήτο εφθηνόν εν τω τόπω της παραγωγής και τα κέρδη ήσαν μεγάλα.

Αλλ' όσον και αν ήτο αναγκαία υπό όλας τας επόψεις η ίδρυσις υπερθαλασσίων αποικιών, δεν ηδύνατο να δικαιολογήση τας αγοράς ταύτας ανθρωπινής σαρκός. Γενναίοι φωναί ηκούσθησαν μετ' ολίγον, αίτινες διεμαρτυρήθησαν κατά της εμπορείας των μαύρων και εζήτησαν παρά των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων να ψηφίσωσι την κατάργησιν αυτής εν ονόματι των αρχών της φιλανθρωπίας.

Τω 1751, οι Κουάκεροι ετέθησαν επικεφαλής της καταργητικής εξεγέρσεως εν αυτώ τω κέντρω της βορείου εκείνης Αμερικής, ένθα μετά εκατόν έτη έμελλε να εκραγή ο εμφύλιος πόλεμος, εις ον ουδόλως ήτο ξένον το ζήτημα τούτο της δουλείας.

Διάφορα κράτη της βορείου Αμερικής, η Βιργινία, η Κοννεκτικούτη, η Μασαχουσέτη, η Πενσιλβανία εψήφισαν την κατάργησιν της σωματεμπορείας και απηλευθέρωσαν τους διά μεγάλων δαπανών μεταφερθέντας εις τας γαίας των δούλους.

Αλλ' η εκστρατεία, αρξαμένη από των Κουακέρων, δεν περιωρίσθη εις τας βορείους επαρχίας του Νέου Κόσμου. Οι δουλοκάτοχοι προσεβλήθησαν ζωηρώς μέχρι και πέραν του Ατλαντικού.

Η Γαλλία και η Αγγλία, μάλλον ιδιαιτέρως, εστρατολόγησαν οπαδούς υπέρ της δικαίας ταύτης υποθέσεως:

«Ας χαθώσι μάλλον αι αποικίαι ή μία αρχή!» τοιούτον υπήρξε το γενναίον σύνθημα, όπερ αντήχησεν εν όλω τω παλαιώ κόσμω, και μεθ' όλα τα εις το ζήτημα περιπεπλεγμένα πολιτικά και εμπορικά συμφέροντα, το σύνθημα εκείνο μετεδόθη αποτελεσματικώς εις όλην την Ευρώπην.

Η ώθησις είχε δοθή. Τω 1807, η Αγγλία κατήργησε την σωματεμπορείαν εις τας αποικίας αυτής και τω 1814 ηκολούθησε το παράδειγμα αυτής και η Γαλλία.

Τα δύο ισχυρά έθνη αντήλαξαν επί του αντικειμένου τούτου συνθήκην, ην επεκύρωσεν ο Ναπολέων κατά την εποχήν των Εκατών Ημερών.

Εν τούτοις μέχρι της εποχής εκείνης έτι, ουδέν άλλο ήτο ειμή διακήρυξις καθαρώς θεωριτική. Τα μεταγωγικά των δουλεμπόρων πλοία δεν έπαυον να κενώσι τα «εβένινα φορτία των» εις τους αποικιακούς λιμένας.

Εδέησε λοιπόν να ληφθώσι πρακτικώτερα μέτρα, όπως τεθή τέρμα εις το εμπόριον τούτο. Αι Ηνωμέναι Πολιτείαι τω 1820 εκήρυξαν την σωματεμπορείαν ως πειρατείαν, ως πειράτας δε τους εξασκούντας αυτήν. Ως τοιούτοι διέτρεχον την ποινήν του θανάτου, και κατεδιώκοντο αμειλίκτως. Η Γαλλία προσεχώρησεν αμέσως εις την νέαν ταύτην συνθήκην.

Αλλ' αι πολιτείαι της νοτίας Αμερικής, αι Ισπανικαί και αι πορτογαλικαί αποικίαι δεν ανεμίχθησαν εις την συνθήκην της καταργήσεως και η εξαγωγή των μαύρων εξηκολούθησε προς όφελός των, μεθ' όλων το γενικώς αναγνωρισθέν δικαίωμα επισκέψεως, όπερ περιωρίζετο εις την επαλήθευσιν της σημαίας των υπόπτων πλοίων.

Εν τούτοις ο νέος περί κατεργήσεως νόμος δεν έσχε δύναμιν αναδρομικήν. Ναι μεν δεν εγίνοντο νέοι δούλοι, αλλ' οι αρχαίοι δεν ανέκτησαν εισέτι την ελευθερίαν των.

Εν ταις περιστάσεσιν ταύταις η Αγγλία έδωκε το παράδειγμα. Τη 14 Μαΐου 1833, γενική διακήρυξις απηλευθέρωσεν όλους τους μαύρους των αποικιών της Μεγάλης Βρετανίας, και κατ' Αύγουστον του 1838 εξακόσιαι εβδομήκοντα χιλιάδες δούλοι εκηρύχθησαν ελεύθεροι.

Μετά δέκα έτη, τω 1818, η δημοκρατία απηλευθέρου τους δούλους των Γαλλικών αποικιών, ήτοι διακοσίας εξήκοντα χιλιάδες μαύρων.

Τω 1850, ο εκραγείς μεταξύ των ανθενωτικών και των ομοσπονδιακών πόλεμος, συμπληρών το της απελευθερώσεως έργον, επεξέτεινεν αυτό καθ' όλην την Βόρειον Αμερικήν.

Αι τρεις λοιπόν μεγάλαι δυνάμεις είχον εκπληρώσει το φιλάνθρωπον τούτο έργον. Ταύτην την στιγμήν, η σωματεμπορεία δεν εξασκείται πλέον ειμή προς όφελος των ισπανικών ή πορτογαλικών αποικιών, και χάριν των αναγκών των πληθυσμών της Ανατολής, τουρκικών ή αραβικών. Η Βραζιλία, εάν δεν απέδωκεν εισέτι την ελευθερίαν εις τους αρχαίους αυτής δούλους, τουλάχιστον δεν δέχεται πλέον νέους, και τα τέκνα των μαύρων γεννώνται εκεί ελεύθερα.

Εις τα ενδότερα της Αφρικής, ένεκα των αιματηρών εκείνων πολέμων τους οποίους οι αφρικανοί αρχηγοί διεξάγουσι προς αλλήλους χάριν του ανθρωποκυνηγίου τούτου, φυλαί ολόκληραι περιήλθον εις κατάστασιν δουλείας. Δύο αντίθετοι διευθύνσεις εδόθησαν τότε εις τας συνοδείας, η μεν προς δυσμάς, προς την πορτογαλικήν αποικίαν της Αγγόλας, η δε προς ανατολάς, προς την Μοζαμβίκην. Εκ των δυστυχών εκείνων πλασμάτων, των οποίων ελάχιστον μόνον μέρος φθάνει εις τον προς ον όρον, άλλα μεν αποστέλλοντο είτε εις Κούβαν, είτε εις Μαδαγασκάρην, άλλα δε εις τας αραβικάς ή τουρκικάς επαρχίας της Ασίας, εις την Μέκκαν ή εις την Μασκάτην. Τα αγγλικά και τα γαλλικά καταδρομικά δεν δύνανται ειμή εν ασθενεστέρω μέτρω να παρακωλύσωσι το εμπόριον τούτο, τοσούτον δυσχερής είναι η αποτελεσματική επιτήρησις των απεράντων εκείνων παραλίων.

Αλλ' είναι άρα γε εισέτι μέγας ο αριθμός των μυσαρών τούτων εξαγωγών;

Ναι! Υπολογίζεται ότι ογδοήκοντα χιλιάδες δούλοι φθάνουσιν εις το παράλιον, και ο αριθμός ούτος, ως φαίνεται δεν παριστά ειμή το δέκατον των φονευομένων ιθαγενών.

Μετά τας φρικώδεις ταύτας σφαγάς, οι λεηλατηθέντες αγροί μένουσιν έρημοι, αι πυρποληθείσαι κώμαι μένουσαι κεναί κατοίκων, οι ποταμοί κυλίουσι πτώματα, τα άγρια θηρία νέμονται την χώραν. Ο Λίβιγγστων, την επιούσαν των ανθρωποκυνηγίων τούτων, δεν ανεγνώριζε πλέον τας επαρχίας τας οποίας είχεν επισκεφθή πρό τινων μηνών.



Τα αυτά λέγουσι και πάντες οι άλλοι περιηγηταί, ο Γραντ, ο Σπέκε, ο Βούρτων, ο Καμερών, ο Στάνλεϋ, περί του δασώδους εκείνου οροπεδίου της κεντρικής Αφρικής, κυρίου θεάτρου των προς αλλήλους πολέμων των αρχηγών.

Εν τη ζώνη των μεγάλων λιμνών, επί όλης της ευρείας εκείνης χώρας ήτις τροφοδοτεί την αγοράν της Ζανζιβάρης, εν τω Βορνού και Φεζάν νοτιώτερον, επί των οχθών του Νυάσα και του Ζαμβέση δυτικώτερον, εν τοις διαμερίσμασι του άνω Ζαΐρου, το όποια διήλθε προ ολίγου ο τολμηρός Στάνλεϋ, το αυτό θέαμα, καταστροφαί, σφαγαί, ερημώσεις.

Δεν θα τελειώση λοιπόν η αιχμαλωσία εν τη Αφρική ειμή μετά της εξαφανίσεως της μελαίνης φυλής, και θα πάθη αύτη ό,τι έπαθεν η αυστραλιακή φυλή εν τη Νέα Ολλανδία!

Αλλ' η αγορά των ισπανικών και των πορτογαλλικών αποικιών θα κλείση ημέραν τινά, ο ποταμός ούτος θα στειρεύση· πεπολιτισμένοι λαοί δεν δύνανται πλέον ν' ανέχωνται την σωματεμπορείαν!

Ναι, βεβαίως, και το έτος τούτο μάλιστα, 1878, πρέπει να ίδη την απελευθέρωσιν όλων των κατεχομένων εισέτι υπό των χριστιανικών κρατών δούλων.

Εν τούτοις επί πολλά εισέτι έτη, τα μουσουλμανικά έθνη θα διατηρώσι το εμπόριον τούτο το εξερημούν την αφρικανικήν ήπειρον.

Τωόντι προς αυτά διευθύνεται η σπουδαιοτέρα μετανάστευσις μαύρων, αφού ο αριθμός των ιθαγενών των αποσπωμένων εκ των επαρχιών των και διευθυνομένων προς την ανατολικήν ακτήν, υπερβαίνει κατ' έτος τας τεσσαράκοντα χιλιάδας.

Πολύ προ της εκστρατείας εις Αίγυπτον, οι μαύροι του Σεναάρ επωλούντο κατά χιλιάδας εις τους μαύρους του Δαρφούρ, και τανάπαλιν.

Ο στρατηγός Βοναπάρτης ηδυνήθη μάλιστα ν' αγοράση μέγαν αριθμόν εκ των μαύρων τούτων, τους οποίους διωργάνωσεν ως στρατιώτας κατά τον τρόπον των μαμελούκων.

Έκτοτε, κατά την εκατοενταετηρίδα ταύτην της οποίας διέρρευσαν ήδη τα τέσσαρα πέμπτα, το εμπόριον των δούλων δεν ηλαττώθη εν Αφρική. Εξ εναντίας.

Και τωόντι, ο ισλαμισμός είναι εύνους προς την σωματεμπορείαν. Εδέησεν όπως ο μαύρος δούλος αντικαταστήση εν ταις μουσουλμανικαίς επαρχίαις τον άλλοτε λευκόν δούλον. Τούτου ένεκα οι πάσης προελεύσεως δουλέμποροι εξασκούσιν εν εκτάσει την αποτρόπαιον ταύτην συναλλαγήν και συμπληρούσι τας φυλάς ταύτας, αίτινες σβένυνται και θα εξαφανισθώσιν ημέραν τινά, επειδή δεν αναγεννώνται εκ της εργασίας. Οι δούλοι ούτοι, ως και κατά την εποχήν του Βοναπάρτου, γίνονται πολλάκις στρατιώται. Παρά τισι λαοίς του άνω Νίγειρος, απαρτίζουσι κατά το ήμισυ τους στρατούς των αφρικανών ηγεμόνων. Υπό τας συνθήκας ταύτας, η τύχη αυτών δεν είναι επαισθητώς κατωτέρα της των ελευθέρων ανδρών.

Άλλως τε δε όταν ο δούλος δεν είναι στρατιώτης, είναι νόμισμα όπερ κυκλοφορεί και εν αυτή τη Αιγύπτω και εν τω Βορνού, αξιωματικοί δε και υπάλληλοι πληρώνονται διά του νομίσματος τούτου. Ο Γουλιέλμος Λεζάν το είδε και το είπε.

Τοιαύτη λοιπόν η παρούσα κατάστασις της σωματεμπορείας.

Πρέπει άρα γε να προσθέσωμεν ότι πολλοί πράκτορες των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων δεν αισχύνονται να δεικνύωσι προς το εμπόριον τούτο λυπηράν επιείκειαν; Εν τούτοις ουδέν αληθέστερον, και ενώ τα καταδρομικά επιτηρούσι τας ακτάς του Ατλαντικού και του Ινδικού ωκεανού, η συναλλαγή εκτελείται κανονικώς εν τω εσωτερικώ, αι συνοδείαι οδεύουσιν υπό τα όμματα υπαλλήλων τινών, αι σφαγαί καθ' ας δέκα μαύροι απόλλυνται, όπως προμηθεύσωσιν ένα δούλον εκτελούνται καθ' ωρισμένας εποχάς!

Ούτω δύναταί τις τώρα να εννοήση ποίαν τρομεράν σημασίαν ενείχον αι λέξεις ας επρόφερεν ο Δικ Σανδ:

 — Η Αφρική! η τροπική Αφρική! Η Αφρική των δουλεμπόρων και των δούλων!

Δεν ηπατάτο. Ήτο η Αφρική μεθ' όλων αυτής των κινδύνων διά τους συντρόφους του και δι' αυτόν.

Αλλ' εις ποίον μέρος της αφρικανικής ηπείρου ανεξήγητον πεπρωμένον τον ηνάγκασε να ριφθή; Προδήλως εις την δυτικήν ακτήν, και επιβαρυντική περίπτωσις, ο νέος δόκιμος ώφειλε να σκεφθή ότι το «Πίλγριμ» εξώκειλεν ακριβώς επί της παραλίας της Αγγόλας, ένθα αφικνούνται αι συνοδείαι αι υπηρετούσαι όλον εκείνο το μέρος της Αφρικής.

Εκεί ήτο τωόντι. Ήτο η χώρα εκείνη ην ο Καμερών προς νότον και ο Στάνλεϋ προς άρκτον έμελλον να διέλθωσι μετά τινα έτη μετά πολλού κινδύνου. Εκ της ευρυτάτης εκείνης γης, ήτις απαρτίζεται εκ τριών επαρχιών, της Βενεγουέλας, του Κόγγου και της Αγγόλας, τότε μόνον η παραλία ήτο γνωστή. Εκτείνεται δε αύτη από της Νούρσης μεσημβρινώς μέχρι του Ζαΐρου αρκτικώς, και δύο πόλεις σχηματίζουσιν εκεί δύο λιμένας, η Βενεγουέλα και ο Άγιος Παύλος της Λοάνδας, προτεύουσα της αποικίας, ήτις ανήκει εις την Πορτογαλίαν.

Εις τα ενδότερα, η χώρα ήτο τότε σχεδόν άγνωστος. Ολίγιστοι περιηγηταί ετόλμησαν να ριψοκινδυνεύσωσιν εις αυτήν.

Κλίμα λοιμώδες, γαίαι θερμαί και υγραί γεννώσαι πυρετούς, ιθαγενείς βάρβαροι ών τινες είναι εισέτι ανθρωποφάγοι, ο αδιάκοπος πόλεμος μεταξύ των φυλών, η δυσπιστία των δουλεμπόρων προς πάντα ξένον θέλοντα να εισδύση εις τα μυστικά του ατίμου εμπορίου των, τοιαύται αι δυσχέρειαι ας οφείλει τις να υπερπηδήση, τοιούτοι οι κίνδυνοι τους οποίους οφείλει να κατανικήση εν τη επαρχία ταύτη της Αγγόλας, μια των πλέον επικινδύνων της ισημερινής Αφρικής.

Ο Τούκεϋ, τω 1876, είχεν αναπλεύσει τον Κόγγον μέχρι πέραν των καταρακτών του Υελλάλα, αλλ' επί περιφερείας διακοσίων μόλις μιλίων.

Η μικρά αύτη εκδρομή δεν ηδύνατο να παράσχη σπουδαίαν γνώσιν της χώρας, και εν τούτοις επέφερε τον θάνατον των πλείστων επιστημόνων και αξιωματικών, των αποτελούντων την αποστολήν.

Μετά τριάκοντα και επτά έτη ο δόκτωρ Λίβιγγστων επροχώρησεν από του ευέλπιδος ακρωτηρίου μέχρι του άνω Ζαμβέση.

Εκείθεν, κατά μήνα Νοέμβριον του 1853, μετά τόλμης απαραδειγματίστου διέσχισε την Αφρικήν από νότου προς τα βορειοδυτικά, υπερέβη τον Κοάγγον, ένα των ομόρρων του Κόγγου, και έφθασε την 31 Μαΐου 1854 εις Άγιον Παύλον της Λοάνδας.

Τότε εγένετο η πρώτη είσοδος εν τω αγνώστω της μεγάλης πορτογαλικής αποικίας.

Μετά δεκαοκτώ έτη, δύο τολμηροί εξερευνηταί έμελλον να διέλθωσι την Αφρικήν απ' ανατολών προς δυσμάς και να εξέλθωσι, ο μεν προς νότον, ο δε προς βορράν της Αγγόλας, διατρέχοντες ανηκούστους δυσχερείας.

Ο πρώτος χρονολογικώς είναι ο υποπλοίαρχος του αγγλικού ναυτικού Βέρνεϋ Χόβετ Καμερών. Τω 1872 είχον λόγους να πιστεύωσιν ότι η εκστρατεία του Αμερικανού Στάνλεϋ, εκπεμφθείσα προς αναζήτησιν του Λιβιγγστώνος εν τη χώρα των μεγάλων λιμνών, είχε τα μέγιστα διακινδυνεύσει.

Ο υποπλοίαρχος Καμερών προσεφέρθη να ανακαλύψη τα ίχνη αυτού. Η προσφορά εγένετο δεκτή. Ο Καμερών, συνοδευόμενος υπό του ιατρού Διλλών, του υποπλοιάρχου Κεκιλίου Μούρφη και του Ροβέρτου Μόφατ, ανεψιού του Λιβιγγστώνος, ανεχώρησεν εκ Ζανζιβάρης.

Αφού διήλθε το Ούγογον, συνήντησε το σώμα του Λιβιγγστώνος όπερ οι πιστοί αυτού υπηρέται επανέφερον εις την ανατολικήν ακτήν. Εξακολουθών τότε την προς δυσμάς πορείαν του μετά της ακλονήτου θελήσεως να μεταβή από της μιας παραλίας εις την άλλην, διήλθε την Ουνυανυεμβέ, την Ουγούνδαν, την Ταχουλέ ένθα συνέλεξε τα έγγραφα του μεγάλου περιηγητού, και υπερέβη την Ταγκανίκαν, τα όρη του Βαμβαρέ, τον Λουαλάβαν του οποίου δεν ηδυνήθη να καταπλεύση το ρεύμα. Αφού δε επεσκέφθη όλας εκείνας τας υπό του πολέμου καταστραφείσας και υπό της σωματεμπορείας ερημωθείσας επαρχίας, την Κιλέμβαν, την Ουρούαν, τας πηγάς του Λομανέ, την Ουλούδαν, και την Λοβαλέ, αφού διήλθε την Κοάνζαν και τα απέραντα αυτής δάση, εν οις ο Χάρρης παρεπλάνησε τον Δικ Σανδ και τους συνοδούς αυτού, ο δραστήριος Καμερών είδε τέλος τον Ατλαντικόν ωκεανόν και έφθασεν εις Άγιον Φίλιππον της Βενεγουέλας.
 
Η περιοδεία αύτη διήρκεσε τρία έτη και τέσσαρες μήνας, απέθανον δε κατ' αυτήν δύο των συντρόφων του, ο ιατρός Διλλών και ο Ροβέρτος Μόφατ.

Τον Άγγλον Καμερών έμελλεν αμέσως σχεδόν να διαδεχθή ο Αμερικανός Ερρίκος Μόρελανδ Στάνλεϋ εν τη οδώ ταύτη των ανακαλύψεων.

Είναι γνωστόν ότι ο ακάματος ούτος ανταποκριτής του Κήρυκος της Νέας Υόρκης, αποσταλείς προς αναζήτησιν του Λιβιγγιστώνος, τον επανεύρε τη 30 Οκτωβρίου 1871 εις Ουζιζί παρά τας όχθας της λίμνης Ταγκανίκας.

Αλλ' ότι τοσούτον επιτυχώς εξετέλεσεν υπό έποψιν φιλανθρωπίας, ο Στάνλεϋ ηθέλησε να το επαναλάβη και προς το συμφέρον της γεωγραφικής επιστήμης. Σκοπός αυτού τότε ήτο η τελεία εξερεύνησις του Λουαλάβα, ον μόλις είχεν ίδει πρότερον.
 
Ο Καμερών περιεπλανάτο εισέτι εις τας επαρχίας της κεντρώας Αφρικής, ότε ο Στάνλεϋ κατά Νοέμβριον του 1874, κατελίμπανε το Βαγαμόγιον επί της ανατολικής ακτής, ανεχώρει μετά είκοσι και ένα μήνα, τη 24 Αυγούστου 1876, εκ του Ουζιζί, δεκατισθέντος εκ της επιδημίας της ευλογίας, εξετέλει εις εβδομήκοντα και τέσσαρας ημέρας τον διάπλουν της λίμνης Νυανγουέ, μεγάλης αγοράς δούλων ην είχον ήδη επισκεφθή ο Λίβιγγστων και ο Καμερών, και παρίστατο εις τας φρικώδεις σκηνάς των αρπαγών των ανθρώπων εκτελουμένων εν τη χώρα του Μαρουγγού και των Μανυεμά υπό των αξιωματικών του σουλτάνου της Ζανζιβάρης.