WeRead Powered by ReaderPub
Ο δεκαπενταετής πλοίαρχος cover

Ο δεκαπενταετής πλοίαρχος

Chapter 25: ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'.
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A teenage crew member assumes command of a small whaling vessel after a crisis and must lead a scattering of passengers and sailors through dangerous seas, scarce provisions, and internal betrayal. After shipboard disaster, survivors are driven ashore and undertake a grueling overland journey across hostile terrain where illness, violence, and the depredations of slave traffickers threaten them. The narrative blends precise maritime detail with tense landward adventure, tracing tests of leadership, endurance, and moral choice as the young captain strives to safeguard his companions and reach a place of refuge.

Ο Στάνλεϋ ηδυνήθη τότε να εξακριβώση το ρεύμα του Λουαλάβα και να κατέλθη αυτόν μέχρι των εκβολών του.

Εκατόν τεσσαράκοντα φορείς, μισθωθέντες εις Νυανγουέ, και δεκαεννέα πλοία απετέλουν το υλικόν και το προσωπικόν της εκστρατείας του. Ευθύς εξ αρχής εδέησε να πολεμήσωσι τους ανθρωποφάγους του Ουκουζού, και ευθύς εξ αρχής να μετακομίσωσι φορηδόν τας λέμβους ίνα παρακάμψωσιν αδιαβάτους καταρράκτας.

Υπό τον ισημερινόν, εις το μέρος ένθα ο Λουαλάβας στρέφεται προς το βορειανατολικόν, πεντήκοντα τέσσαρες λέμβοι επιβαινόμεναι υπό πολλών εκατοστύων ιθαγενών προσέβαλον τον στολίσκον του Στάνλεϋ, όστις κατώρθωσε να τους τρέψη εις φυγήν.

Έπειτα ο γενναίος Αμερικανός ανελθών μέχρι της δευτέρας μοίρας βορείου πλάτους, εβεβαιώθη ότι ο Λουαλάβας δεν ήτο ειμή ο άνω Ζαΐρος ή Κόγγος, και ότι ακολουθών το ρεύμα αυτού, θα κατέβαινε κατ' ευθείαν εις την θάλασσαν.

Τούτο και έπραξε, πολεμών σχεδόν καθ' ημέραν κατά των παραποταμίων φυλών. Τη 3 Ιουνίου 1877, διερχόμενος τους καταρράκτας του Μασάσα, απώλεσεν ένα των μετ' αυτού, τον Φραγκίσκον Ποκόκ, αυτός δε ο ίδιος, τη 18 Ιουλίου, παρεσύρθη μετά της λέμβου του υπό των καταρρακτών του Μπέλου, και μόλις εκ θαύματος διέφυγε τον θάνατον.

Τέλος τη 9 Αυγούστου ο Ερρίκος Στάνλεϋ έφθασεν εις το χωρίον Νισάνδα, τέσσαρας ημέρας απέχον της παραλίας.

Μετά δύο ημέρας εις την Βάνζαν Μπούκο εύρε τας υπό δύο εμπόρων της Εμβόκας αποσταλείσας ζωοτροφίας, και ανεπαύθη τέλος εν τη μικρά εκείνη παραλία πόλει, γηράσας εν τριακονταετεί ηλικία υπό των κόπων και των στερήσεων, αφού εις διάστημα δύο ετών και εννέα μηνών διήλθεν άπασαν την αφρικανικήν ήπειρον. Αλλά το ρεύμα του Λουαλάβα είχεν ανακαλυφθή μέχρι του Ατλαντικού, και εάν ο Νείλος είναι η μεγάλη αρτηρία του βορρά, εάν ο Ζαμβέσης είναι η μεγάλη αρτηρία της ανατολής, γινώσκομεν σήμερον ότι η Αφρική κέκτηται προσέτι προς δυσμάς τον τρίτον των μεγίστων ποταμών του κόσμου, εκείνον όστις, ρέων επί διαστήματος δύο χιλιάδων εννεακοσίων μιλίων (15) υπό τα ονόματα Λαουλάβα, Ζαΐρου και Κόγγου, συνάπτει την χώραν των λιμνών μετά του Ατλαντικού ωκεανού.

Εν τούτοις, μεταξύ των δύο τούτων δρομολογίων, του Στάνλεϋ και του Καμερών, η επαρχία της Αγγόλας ήτο σχεδόν άγνωστος κατά το έτος εκείνο 1873, καθ' ήν εποχήν το «Πίλγριμ» εξώκειλεν εις την αφρικανικήν παραλίαν. Γνωστόν ήτο μόνον ότι ήτο το θέατρον του δυτικού σωματεμπορείου, χάρις εις τας σπουδαίας αγοράς του Βιχέ, της Κασάγγης και του Κοζονδέ.
 
Και εν τη χώρα ταύτη παρεσύρθη ο Δικ Σανδ, διακόσια μίλια μακράν της παραλίας μετά μιας γυναικός εξηντλημένης υπό του κόπου και της οδύνης, μεθ' ενός παιδιού ημιθανούς και μετά συντρόφων μαύρων την καταγωγήν, ετοίμου λείας εις την απληστείαν των δουλεμπόρων.

Ναι, ήτο η Αφρική, και ουχί η Αφρική εκείνη ένθα μήτε οι ιθαγενείς, μήτε τα θηρία, μήτε το κλίμα είναι αληθώς επίφοβα. Δεν ήτο η ευδαίμων εκείνη χώρα, η κειμένη μεταξύ των Κορδελλιέρων και της ακτής, ένθα οι ναυαγοί θα εύρισκον πάσαν ευκολίαν προς παλινόστησιν.

Ήτο η τρομερά Αγγόλα, και ουχί το μέρος εκείνο της ακτής το αμέσως επιτηρούμενον υπό των πορτογαλικών αρχών, αλλά τα ενδότερα αυτά της αποικίας, την οποίαν διασχίζουσι τα καραβάνια των δούλων υπό την μάστιγα των χαλβιδάρων.

Τι εγνώριζεν ο Δικ Σανδ περί του τόπου εκείνου ένθα τον έρριψεν η προδοσία; Ολίγιστα πράγματα, όσα δηλαδή εγνώριζον οι ιεραπόστολοι του ΙΣΤ' και του ΙΖ' αιώνος, οι πορτογάλοι έμποροι οι διερχόμενοι την οδόν από του αγίου Παύλου της Λοάνδας μέχρι του Ζαΐρου διά του Σαν Σαλβατόρ, όσα είχε διηγηθή ο Δόκτωρ Λίβιγγστων κατά την περιήγησιν του 1853, και ταύτα ήρκουν να καταβάλωσι ψυχήν ολιγώτερον ισχυράν της ιδικής του.

Τη αληθεία η θέσις των ήτο τρομερά.
 

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β’.

Ο ΧΑΡΡΗΣ ΚΑΙ Ο ΝΕΓΟΡΟΣ


Την επιούσαν της ημέρας καθ' ήν ο Δικ Σανδ και οι μετ' αυτού έστησαν το τελευταίον αυτών άσυλον εν τω δάσει, δύο άνδρες συνηντώντο εις απόστασιν τριών μιλίων εκείθεν, ως είχε προηγουμένως συμφωνηθή μεταξύ αυτών.

Οι δύο εκείνοι άνδρες ήσαν ο Χάρρης και ο Νεγορός, και θα ίδωμεν κατωτέρω κατά πόσον συνετέλεσεν η τύχη, ώστε να συναντηθώσιν εις την Αγγόλαν ο εκ Νέας Ζηλανδίας ελθών Πορτογάλλος και ο Αμερικανός τον οποίον το δουλεμπορικόν επάγγελμά του υπεχρέου να διατρέχη πολλάκις την επαρχίαν εκείνην της δυτικής Αφρικής.

Ο Χάρρης και ο Νεγορός εκαθέσθησαν παρά την ρίζαν υπερμεγέθους βανιάνας, επί της όχθης χειμαρρώδους ρυακίου ρέοντος μεταξύ διπλής σειράς παπύρων.

Η συνομιλία ήρχησε, καθότι ο Πορτογάλος και ο Αμερικανός συνηντήθησαν προ ολίγου αμέσως, και ευθύς εξ αρχής η συνομιλία περιεστράφη εις τα γεγονότα όσα συνέβησαν κατά τας τελευταίας εκείνας ώρας.

 — Λοιπόν, Χάρρη, είπεν ο Νεγορός, δεν ηδυνήθης να παρασύρης μακρότερον εις την Αγγόλαν το μικρόν στράτευμα του πλοιάρχου Σανδ, ως καλούσιν τον δεκαπενταετή τούτον δόκιμον;

 — Όχι, σύντροφε, απήντησεν ο Χάρρης, και μάλιστα απορώ πώς κατώρθωσα να τους φέρω εκατόν μίλια τουλάχιστον μακράν της ακτής. Από πολλών ημερών ο νεαρός φίλος μου Δικ Σανδ με έβλεπε διά βλέμματος ανησύχου, αι υπόνοιαί του μετεβάλλοντο ολίγον κατ' ολίγον εις βεβαιότητας, και μα την αλήθειαν . . .

 — Εκατόν μίλια ακόμη, Χάρρη, και οι άνθρωποι αυτοί θα ήσαν έτι ασφαλέστερον εις τας χείρας μας. Εν τούτοις δεν πρέπει να μας διαφύγωσι.

 — Ε! και πώς θα διαφύγωσιν; απεκρίθη ο Χάρρης υψών τους ώμους. Σοι το επαναλαμβάνω, Νεγορέ, καιρός ήτο πλέον να τους εγκαταλείψω. Διέκρινα εις τους οφθαλμούς του, ότι ο νεαρός φίλος μου είχε διάθεσιν να μου στείλη εις το μέσον του στήθους μίαν σφαίραν, και έχω πολύ κακόν στόμαχον όπως χωνεύσω τα δαμάσκηνα ταύτα τα δώδεκα εις την λίτραν.
 
 — Καλά! είπεν ο Νεγορός. Αλλά και εγώ ωσαύτως έχω να εκκαθαρίσω λογαριασμόν τινα μετά του δοκίμου εκείνου . . .

 — Και θα τον εκκαθαρίσης ευκόλως και με τόκους, σύντροφε. Το κατ' εμέ, κατά τας πρώτας ημέρας της οδοιπορίας, κατώρθωσα να τον πείσω να νομίση ότι η επαρχία αύτη είναι η έρημος Ατακάμα, την οποίαν άλλοτε επεσκέφθην· αλλά το παιδίον εζήτει καουτσού, μυιοτροχίλους, αλλ' η μήτηρ εζήτει κινήνην, αλλ' ο εξάδελφος εζήτει κουκούγιους . . .

Τη αληθεία, έχασα όλον το εφευρετικόν πνεύμα μου, και αφού μετά μεγάλης δυσκολίας τους έδωκα να φάγωσι τας καμηλοπαρδάλεις ως στρουθοκαμήλους, δεν ήξευρον πλέον τι να εφεύρω. Άλλως τε δε έβλεπον καλώς, ότι ο νεαρός φίλος μου δεν παρεδέχετο πλέον τας εξηγήσεις μου. Έπειτα επέσαμεν εις τα ίχνη ελεφάντων. Έπειτα έλαβον μέρος οι ιπποπόταμοι. Και γνωρίζεις, Νεγορέ, ότι οι ιπποπόταμοι και οι ελέφαντες είναι ό,τι οι τίμιοι άνθρωποι εις τα σωφρονιστήρια της Βεγγουέλας . . . Τέλος προς συμπλήρωσιν της ατυχίας μου, ο γέρων μαύρος ανεκάλυψεν εις την ρίζαν δένδρου δίκρανα και αλύσεις, τας οποίας δούλοι τινες είχον θραύσει διά να φύγωσι. Κατά την αυτήν στιγμήν ηκούσθη λέοντος βρυχηθμός, τον οποίον δύσκολον θα ήτο να εκλάβη τις ως αβλαβές νιαούρισμα γαλής. Μόλις λοιπόν επρόφθασα να καββαλικεύσω τον ίππον μου και να τρέξω έως εδώ.

 — Εννοώ, απήντησεν ο Νεγορός. Εν τούτοις, επεθύμουν να τους είχον εκατόν μίλια ενδότερον της επαρχίας.

 — Πράττει τις ό,τι δύναται, σύντροφε, απεκρίθη ο Χάρρης. Συ όμως όστις παρηκολούθεις την συνοδείαν ημών από της ακτής, καλώς έπραξες να μένης μακράν. Σε ησθάνοντο εκεί. Υπάρχει Δίγγος τις, όστις δεν φαίνεται να σε αγαπά. Τι έκαμες λοιπόν εις αυτό το ζώον!

 — Τίποτε, είπεν ο Νεγορός, αλλά μετ' ολίγον θα λάβη μίαν σφαίραν εις την κεφαλήν.

 — Ως θα ελάμβανες και συ μίαν υπό του Δικ Σανδ, εάν ολίγον τι εδείκνυες το άτομόν σου εις απόστασιν διακοσίων μέτρων από του πυροβόλου του. Α! σκοπεύει άριστα ο νεαρός φίλος μου, και, μεταξύ μας, είμαι ηναγκασμένος να ομολογήσω ότι εις το είδος του, είναι αξιόλογος νέος.

 — Όσον και αν είναι αξιόλογος, Χάρρη, θα με πληρώση ακριβά τας αυθαδείας του, απεκρίθη ο Νεγορός του οποίου η φυσιογνωμία εξέφρασεν αμείλικτον θηριωδίαν.

 — Καλά, εψιθύρισεν ο Χάρρης, ο σύντροφός μου έμεινεν ο αυτός ως τον εγνώρισα πάντοτε! Αι περιηγήσεις δεν τον μετέβαλον.

Έπειτα, μετά τινας στιγμάς σιωπής·

 — Λοιπόν, Νεγορέ, επανέλαβεν, όταν απροσδοκήτως σε συνήντησα εκεί κάτω, εις τον τόπον του ναυαγίου, εις το στόμιον του Κόγγου, μόλις έλαβες καιρόν να μοι συστήσης τους καλούς εκείνους ανθρώπους, παρακαλών με να τους οδηγήσω όσω το δυνατόν απώτερον διά μέσου της υποθετικής ταύτης Βολιβίας, αλλά δεν με είπες τι έπραξες από δύο ετών. Δύο έτη εν τη περιπετειώδει ημών υπάρξει, σύντροφε, είναι πολύ. Μίαν ημέραν, αφού ανέλαβες την οδηγίαν συνοδείας δούλων διά λογαριασμόν του γέροντος Αλβέζ, του οποίου είμεθα ταπεινότατοι πράκτορες, κατέλιπες την Κασσάγγαν και δεν εγένετο πλέον λόγος περί σου. Ενόμισα ότι σοι συνέβη δυσάρεστόν τι εκ μέρους των αγγλικών καταδρομικών και ότι εκρεμάσθης.

 — Ολίγον έλειψε Χάρρη . . .

 — Θα γείνη τούτο Νεγορέ.

 — Ευχαριστώ.

 — Τι τα θέλεις, απήντησεν ο Χάρρης μετ' αδιαφορίας φιλοσοφικωτάτης, τούτο είναι μία εκ των ελπίδων του επαγγέλματος. Δεν εκτελεί τις την σωματεμπορίαν επί της αφρικανικής ακτής, χωρίς να ριψοκινδυνεύση την ζωήν του αλλαχού ή επί της κλίνης. Τέλος συνελήφθης;

 — Ναι.

 — Υπό των Άγγλων!

 — Όχι! Υπό των Πορτογάλων.

 — Προ ή μετά την παράδοσιν του φορτίου σου; ηρώτησεν ο Χάρρης·

 — Μετά . . . απήντησεν ο Νεγορός, όστις εδίστασεν ολίγον να αποκριθή. Αυτοί οι Πορτογάλοι κάμνουν τώρα τους δυσκόλους! Δεν θέλουν την δουλείαν, αν και επί τόσον καιρόν την μετεχειρίσθησαν προς όφελός των. Κατηγγέλθην, επιτηρήθην. Με συνέλαβαν . . .

 — Και σε κατεδίκασαν;

 — Να τελειώσω τας ημέρας μου εις το σωφρονιστήριον του Αγίου Παύλου της Λοάνδας.

 — Διάβολε! ανέκραξεν ο Χάρρης. Σωφρονιστήριον! Ιδού τόπος ανθυγιεινός δι' ανθρώπους συνηθίσαντας ως ημείς να ζώσιν εις τον ελεύθερον αέρα. Εγώ, θα προετίμων να κρεμασθώ.

— Εκ της αγχόνης δεν δύναταί τις να διαφύγη, απεκρίθη ο Νεγορός, αλλ' εκ της ειρκτής . . .

 — Κατώρθωσες να αποδράσης;

 — Ναι, Χάρρη. Δεκαπέντε ημέρας μόνον μετά την φυλάκισίν μου εις τα κάτεργα, ηδυνήθην να κρυφθώ εις το κύτος ενός αγγλικού ατμοπλοίου αναχωρούντος διά την Ωκλάνδην της Νέας Ζηλανδίας. Βαρέλιον ύδατος, κιβώτιον διατετηρημένον τροφών, μεταξύ των οποίων ήμην κεχωσμένος, μοι επρομήθευσαν φαγητόν και ποτόν καθ' όλον τον διάπλουν. Ω! τρομερά υπέφερον μη θέλων να εμφανισθώ, ότε ευρισκόμεθα εις την θάλασσαν. Αλλ' εάν είχον την αφροσύνην να πράξω τούτο, θα με έρριπτον πάλιν εις το βάθος του κύτους και είτε εκουσίως είτε ακουσίως η βάσανος θα ήτο η αυτή. Πλην τούτου, κατά την εις Ωκλάνδην άφιξίν μου, θα με παρέδιδον εις τας αγγλικάς αρχάς, αίτινες θα με επανέφερον εις το σωφρονιστήριον της Λοάνδας, ή θα με εκρέμων ίσως, ως λέγεις. Ιδού διατί προετίμησα να ταξειδεύσω άγνωστος.

 — Και χωρίς να πληρώσης ναύλον! ανέκραξεν ο Χάρρης γελών. Α! δεν είσαι αβρόφρων, σύντροφε! Να τραφής και να μεταφερθής δωρεάν!

 — Ναι, επανέλαβεν ο Νεγορός, αλλά τριάκοντα ημέραι διάπλου εις το βάθος πυθμένος!

 — Τέλος, έγινε Νεγορέ. Ιδού ότι ανεχώρησες διά την Νέαν Ζηλανδίαν, εις την χώραν των Μαορή. Αλλ' επέστρεψες εκείθεν. Μήπως και η επιστροφή έγινεν υπό τους αυτούς όρους;

 — Όχι Χάρρη. Εννοείς ότι εκεί κάτω μίαν μόνην είχον σκέψιν· να επανέλθω εις την Αγγόλαν και να επαναλάβω το δουλεμπορικόν επάγγελμά μου.
 
 — Ναι, απήντησεν ο Χάρρης, αγαπά τις το επάγγελμά του . . . εκ συνηθείας!

 — Επί δεκαοκτώ μήνας . . .

Ειπών τας τελευταίας ταύτας λέξεις ο Νεγορός εσιώπησεν αποτόμως. Ήρπασε τον βραχίονα του συνεταίρου του και ηκροάζετο.
 
 — Χάρρη, είπε ταπεινών την φωνήν· δεν νομίζεις ότι έγινε θόρυβος εις τον θαμνώνα εκείνον των παπύρων;

 — Πράγματι, απεκρίθη ο Χάρρης, δράξας το πυροβόλον του και έτοιμος πάντοτε να πυροβολήση.
 
Ο Νεγορός και αυτός ηγέρθησαν, παρετήρησαν τριγύρω και ηκροάσθησαν μετά μεγίστης προσοχής.
 
 — Δεν είναι τίποτε, είπε μετ' ολίγον ο Χάρρης. Εκείνο το ρυάκιον εξογκωθέν υπό της θυέλλης ρέει θορυβωδέστερον. Από δύο ετών, σύντροφε, έχασες την έξιν των θορύβων του δάσους, αλλά θα συνηθίσης πάλιν. Εξακολούθησον λοιπόν την διήγησιν των συμβάντων σου. Αφού μάθω καλώς το παρελθόν, θα συνομιλήσωμεν περί του μέλλοντος.

Ο Νεγορός και ο Χάρρης επανέλαβον την θέσιν των εις την ρίζαν της βανιάνας. Ο Πορτογάλλος εξηκολούθησεν ως εξής.

— Επί δεκαοκτώ μήνας εφυτοβίωσα εις την Ωκλάνδην. Άμα έφθασεν εκεί το ατμόπλοιον, κατώρθωσα να εξέλθω απαρατήρητος· αλλά δεν είχον μήτε γρόσιον μήτε έν δολλάριον εις το θυλάκιόν μου, και διά να ζήσω ηναγκάσθην να μετέλθω όλα τα επαγγέλματα.

 — Και αυτό το επάγγελμα τιμίου ανθρώπου, Νεγορέ;

 — Ως λέγεις, Χάρρη.

 — Πτωχέ νέε!

 — Περιέμενον λοιπόν πάντοτε ευκαιρίαν τινά, ήτις δεν εβράδυνε να παρουσιασθή, ότε το φαλαινοθηρευτικόν «Πίλγριμ» έφθασεν εις τον λιμένα της Ωκλάνδης.
 
 — Αυτό είναι το πλοίον το οποίον εξώκειλεν εις την παραλίαν της Αγγόλας;

 — Αυτό τούτο Χάρρη, και επί του οποίου έμελλον να επιβώσιν η κυρία Βέλδων, το τέκνον της και ο εξάδελφός της. Καθό αρχαίος ναυτικός, υπηρετήσας μάλιστα ως υποπλοίαρχος εντός πλοίου δουλεμπορικού, δεν εδυσκολευόμην να επαναλάβω υπηρεσίαν εις άλλο πλοίον . . . Επαρουσιάσθην λοιπόν εις τον πλοίαρχον του «Πίλγριμ» αλλά το πλήρωμα ήτο πλήρες. Ευτυχώς δι' εμέ, ο μάγειρος του βρικίου ελιποτάκτησε. Και επειδή ουδείς ναυτικός γνωρίζει μαγειρικήν, προσεφέρθην ως μάγειρος· ελλείψει άλλου καλλιτέρου με εδέχθησαν, και μετά τινας ημέρας το «Πίλγριμ» απεμακρύνθη της Νέας Ζηλανδίας.

 — Αλλά, ηρώτησεν ο Χάρρης, εξ όσων με διηγήθη ο νεαρός φίλος μου, το «Πίλγριμ» δεν κατευθύνετο πλησιέστερον προς τας ακτάς της Αφρικής. Πώς λοιπόν έφθασεν εδώ;

 — Ο Δικ Σανδ δεν το εννοεί ακόμη και ίσως ουδέποτε θα το εννοήση, απήντησεν ο Νεγορός· αλλά θα σοι εξηγήσω, Χάρρη, τι συνέβη· θα δυνηθής να το επαναλάβης εις τον νεαρόν φίλον σου, εάν τούτο σε ευχαριστή.

 — Πώς λοιπόν! απεκρίθη ο Χάρρης. Λέγε, σύντροφε, λέγε.

 — Το «Πίλγριμ», επανέλαβεν ο Νεγορός, κατηυθύνετο προς το Βαλπαραΐζον. Ότε επεβιβάσθην, ενόμιζα ότι θα μετέβαινον εις το Χιλί. Τοιουτοτρόπως συνέτεμνα το ήμισυ της οδού μεταξύ της Νέας Ζηλανδίας και της Αγγόλας, και επλησίαζον κατά πολλάς χιλιάδας μίλια την αφρικανικήν ακτήν. Αλλά συνέβη τούτο, ότι τρεις εβδομάδας μετά την αναχώρησιν εξ Ωκλάνδης, ο κυβερνών το «Πίλγριμ» πλοίαρχος Χουλ έγεινεν άφαντος μεθ' όλου του πληρώματος, θηρεύων φάλαιναν. Την ημέραν εκείνην, δεν έμειναν πλέον εις το πλοίον ειμή δύο μόνον ναυτικοί, ο δόκιμος και ο μάγειρος Νεγορός.
 
Και ανέλαβες την διοίκησιν του πλοίου; ηρώτησεν ο Χάρρης.

 — Συνέλαβον κατ' αρχάς την ιδέαν ταύτην αλλ' έβλεπον ότι εδυσπίστουν προς εμέ. Υπήρχον εις το πλοίον πέντε δυνατοί και ελεύθεροι μαύροι. Δεν θα ηδυνάμην να γίνω κύριός των, και σκεφθείς καλώς, έμεινα ό,τι ήμην κατά την αναχώρησιν, μάγειρος του «Πίλγριμ».

 — Λοιπόν η τύχη ωδήγησε το πλοίον εκείνο εις την αφρικανικήν ακτήν;

 — Όχι, Χάρρη, απήντησεν ο Νεγορός, δεν υπάρχει άλλη τύχη εις όλα ταύτα τα συμβάντα, ειμή ότι σε συνήντησα κατά τινα των σωματεμπορικών πορειών σου, ακριβώς εις το μέρος της παραλίας όπου εξώκειλε το «Πίλγριμ». Όσον δ' αφορά την άφιξίν μου εις την Αγγόλαν, τούτο εγένετο κατά θέλησίν μου, κατά μυστικήν θέλησίν μου. Ο νεαρός φίλος σου πολύ αρχάριος έτι περί τα ναυτικά, δεν ηδύνατο να προσδιορίση την θέσιν του ειμή διά του δρομομέτρου και της πυξίδος. Λοιπόν ημέραν τινά το δρομόμετρον έμεινεν εις το βάθος της θαλάσσης. Νύκτα τινά η πυξίς παρεξέκλινε, το δε «Πίλγριμ», ωθούμενον υπό σφοδράς τρικυμίας, εξετράπη της πορείας του. Η μακρότης του διάπλου, ανεξήγητος διά τον Δικ Σανδ, θα ήτο η αυτή και διά τον μάλλον πεπειραμένον ναυτικόν. Χωρίς ο δόκιμος να εννοήση το παραμικρόν, ούτε καν να το υποπτεύση, παρεκάμψαμεν το ακρωτήριον Χορν· αλλ' εγώ, Χάρρη, το διέκρινα εν τω μέσω της ομίχλης. Τότε η βελόνη της πυξίδος, χάρις εις εμέ, επανέλαβε την αληθή διεύθυνσίν της, και το πλοίον, παρασυρόμενον βορειανατολικώς υπό της φρικώδους εκείνης λαίλαπος, ερρίφθη εις τας ακτάς της Αφρικής, ακριβώς εις την γην της Αγγόλας εις την οποίαν ήθελα να φθάσω.

 — Και κατά την ιδίαν στιγμήν, Νεγορέ, απεκρίθη ο Χάρρης, η τύχη με έφερεν εκεί διά να σε υποδεχθώ και να οδηγήσω τους καλούς εκείνους ανθρώπους εις το εσωτερικόν. Επίστευον, και δεν ηδύναντο ειμή να πιστεύωσιν ότι ήσαν εις την Αμερικήν, και ευκόλως τοις παρέστησα ότι η επαρχία αύτη είναι η Κάτω Βολιβία, μετά της οποίος έχει ακριβώς ομοιότητά τινα.

 — Ναι το επίστευσαν, ως ο νεαρός φίλος σου είχε πιστεύσει ότι ανεγνώρισε την νήσον του Πάσχα, ότε διήρχοντο απέναντι του Τριστάν Δακούνχα.
 
 — Και πας άλλος θα ηπατάτο, Νεγορέ.

 — Το ηξεύρω Χάρρη, και εσκόπουν να εκμεταλλευθώ την απάτην εκείνην. Τέλος, ιδού η κυρία Βέλδων και οι μετ' αυτής εκατόν μίλια εν τω εσωτερικώ της Αφρικής ταύτης όπου ήθελα να τους παρασύρω.
 
 — Αλλά, απήντησεν ο Χάρρης, ηξεύρουσι τώρα πού ευρίσκονται.

 — Ε! τι πειράζει τώρα! ανέκραξεν ο Νεγορός.

 — Και τι θα πράξης; ηρώτησεν ο Χάρρης.

 — Τι θα πράξω! απεκρίθη ο Νεγορός. Πριν σε το είπω, Χάρρη, δος με ειδήσεις περί του κυρίου μας του δουλεμπόρου Αλβέζ, τον οποίον δεν είδον από δύο ετών.

 — Ω! ο γεροκατεργάρης έχει θαυμάσια εις την υγείαν του! απήντησεν ο Χάρρης, και θα ευχαριστηθή πολύ να σε επανίδη.
 
 — Είναι εις την αγοράν του Βιχέ; ηρώτησεν ο Νεγορός.

 — Όχι, σύντροφε, από ενός ήδη έτους είναι εις το εν Καζονδέ κατάστημά του.

 — Και αι υποθέσεις ευδοκιμούσι;

 — Πολύ μάλιστα! ανέκραξεν ο Χάρρης, αν και η δουλεμπορεία αποβαίνη επί μάλλον δύσκολος, τουλάχιστον εις τα μέρη ταύτα. Αι Πορτογαλικαί αρχαί αφ' ενός και αφ' ετέρου τα αγγλικά καταδρομικά ενοχλούσι πολύ τας εξαγωγάς. Μόνον εις τα πέριξ του Μουσαμεδέ, προς νότον της Αγγόλας, η επιβίβασις των μαύρων δύναται τώρα να εκτελήται μετ' ελπίδος τινός επιτυχίας. Προς το παρόν τα μανδρίσματα είναι πλήρη δούλων και περιμένουσι τα πλοία τα οποία θα τους φορτώσωσι διά τας ισπανικάς αποικίας. Αλλ' είναι εντελώς αδύνατον να διέλθωσι διά της Βεγγουέλας ή του Αγίου Παύλου της Λοάνδας. Οι διοικηταί δεν δέχονται τίποτε. Είναι λοιπόν ανάγκη να περιστρεφώμεθα εις τα πρακτορεία του εσωτερικού, και τούτο σκοπεύει να πράξη ο γέρων Αλβέζ. Θα υπάγη προς το μέρος της Νυαγγουέ και της Ταγγανίκας, να ανταλλάξη υφάσματα αντί ελαφαντοστού και δούλων. Αι υποθέσεις είναι πάντοτε επικερδείς μετά της άνω Αιγύπτου και των ακτών της Μοζαμβίκης, ήτις προμηθεύει όλην την Μαδαγασκάρην. Αλλά φοβούμαι ότι πλησιάζει η ημέρα καθ' ήν η σωματεμπορεία δεν θα δύναται πλέον να ενεργήται. Οι Άγγλοι ποιούσι μεγάλας προόδους εις το εσωτερικόν της Αφρικής. Οι ιεραπόστολοι προχωρούσι και βαδίζουσι καθ' ημών! Ο Λίβιγγστων, εκείνος ο διάβολος να τον πάρη! αφού εξηρεύνησε την χώραν των λιμνών, σκοπεύει ως λέγεται, να διευθυνθή προς την Αγγόλαν. Έπειτα γίνεται λόγος και περί τινος Καμερών, όστις προτίθεται να διέλθη την ήπειρον εξ ανατολών προς δυσμάς. Υπάρχει προσέτι φόβος ότι ο Αμερικανός Στάνλεϋ θα πράξη τα αυτά. Όλαι αύται αι επισκέψεις θα καταλήξωσιν εις το να βλάψωσι τας εργασίας μας, Νεγορέ, και εάν έχωμεν συναίσθησιν των συμφερόντων μας, δεν πρέπει ουδέ είς των περιηγητών τούτων να επανέλθη εις την Ευρώπην και να διηγηθή ό,τι είχε την αδιακρισίαν να ίδη εις την Αφρικήν.

Ακούων τις τους αθλίους εκείνους δεν θα ενόμιζεν ότι ωμίλουν ως τίμιοι έμποροι, των όποιων τα συμφέροντα υπέφερον προσωρινώς έκ τινος εμπορικής κρίσεως; Τις θα επίστευεν ότι αντί σάκκων καφέ ή κιβωτίων σακχάρεως επρόκειτο περί ανθρωπίνων όντων, τα οποία έμελλον να αποστέλλωνται ως εμπορεύματα;

Οι σωματέμποροι ούτοι ουδέν έχουσι πλέον αίσθημα του δικαίου ή του αδίκου.
 
Η ηθική κρίσις ελλείπει απ' αυτών ολοτελώς, αλλά και αν είχον θα την έχανον ταχέως, εν τω μέσω των φρικαλαιοτήτων της αφρικανικής σωματεμπορείας.

Αλλ' ο Χάρρης είχε δίκαιον, όταν έλεγεν ότι ο πολιτισμός εισέδυεν ολίγον κατ' ολίγον εις τας αγρίας εκείνας χώρας κατόπιν της επισκέψεως των τολμηρών εκείνων περιηγητών, των οποίων το όνομα συνδέεται αδιαρρήκτως μετά των ανακαλύψεων της ισημερινής Αφρικής.

Πρώτος ο Δαβίδ Λίβιγγστων, μετ' αυτόν δε ο Γραν, ο Σκέπε, ο Βούρτων, ο Καμερών, ο Στάνλεϋ, οι ήρωες ούτοι θα αφήσωσι φήμην ανεξάλειπτον ως ευεργέται της ανθρωπότητος.
 
Όταν η συνδιάλεξις έφθασεν εις το σημείον τούτο, ο Χάρρης εγίνωσκε τα κατά τα δύο παρελθόντα έτη συμβάντα του βίου του Νεγορού. Ο αρχαίος πράκτωρ του σωματεμπόρου Αλβέζ, ο δραπέτης του σωφρονιστηρίου της Λοάνδας, επανευρίσκετο οίος ήτο πάντοτε, ήτοι έτοιμος να πράξη τα πάντα.

Αλλά ποίους σκοπούς είχε περί των ναυαγών του «Πίλγριμ», ο Χάρρης δεν εγίνωσκεν εισέτι και ηρώτησε περί τούτου τον συνέταιρόν του.
 
 — Και τώρα, είπε, τι θα κάμης αυτούς τους ανθρώπους;

— Θα τους χωρίσω εις δύο, απεκρίθη ο Νεγορός, ως άνθρωπος όστις προ πολλού εσχημάτισε το σχέδιόν του, τους μεν θα πωλήσω ως δούλους, και τους άλλους . . .
 
Ο Πορτογάλος δεν ετελείωσε την φράσιν του, αλλ' η αγρία φυσιογνωμία του ωμίλει αρκούντος αντ' αυτού.

 — Ποίους θα πωλήσης; ηρώτησεν ο Χάρρης

 — Τους μαύρους εκείνους οι οποίοι συνοδεύουσι την κυρίαν Βέλδων, απεκρίθη ο Νεγορός. Ο γέρων Τωμ δεν έχει ίσως μεγάλην αξίαν, αλλ' οι άλλοι τέσσαρες είναι εύρωστοι άνδρες, οι οποίοι θα πωληθούν ακριβά εις την αγοράν του Καζονδέ.

 — Το πιστεύω, Νεγορέ, απεκρίθη ο Χάρρης. Τέσσαρες μαύροι καλώς συνγκεκροτημένοι και συνηθισμένοι εις την εργασίαν, μη ομοιάζοντες προς τα κτήνη εκείνα τα οποία μας έρχονται από το εσωτερικόν! Βεβαίως θα τους πωλήσης ακριβά, σύντροφε. Δούλοι, γεννηθέντες εις την Αμερικήν και αποσταλέντες εις τας αγοράς της Αγγόλας, είναι σπάνιον εμπόρευμα. — Αλλά, προσέθηκεν ο Αμερικανός, δεν με είπες υπήρχον χρήματα εντός του «Πίλγριμ»;

 — Ω! Ολίγαι μόνον εκατοντάδες δολλαρίων τας οποίας διέσωσα. Ευτυχώς, έχω τας ελπίδας μου εις άλλας προσόδους.

 — Ποίας λοιπόν, σύντροφε; ηρώτησε περιέργως ο Χάρρης.

 — Τίποτε! απεκρίθη ο Νεγορός όστις εφάνη μεταμελούμενος διότι είπε περισσότερα παρ' όσα ήθελε.

 — Μένει τώρα να γίνωμεν κύριοι όλου αυτού του βαρυτίμου εμπορεύματος, είπεν ο Χάρρης.

 — Μήπως είναι πολύ δύσκολον; ηρώτησεν ο Νεγορός.

 — Όχι σύντροφε. Δέκα μίλια μακράν εντεύθεν, επί του Κοάνζα, είναι εστρατοπεδευμένη συνοδεία δούλων, οδηγούμενη υπό του άραβος Ιβν Χαμή, όστις περιμένει την επιστροφήν μου διά να διευθυνθή προς το Καζονδέ. Υπάρχουσιν εκεί περισσότεροι ιθαγενείς στρατιώται, παρ' όσοι απαιτούνται διά να αιχμαλωτίσωσι τον Δικ και τους μετ' αυτού. Αρκεί λοιπόν ο νεαρός φίλος μου να συλλάβη την ιδέαν να διευθυνθή προς τον Κοάνζαν.

 — Αλλ' άρα γε θα τω επέλθη αυτή η ιδέα; ηρώτησεν ο Νεγορός.

 — Βεβαίως, απήντησεν ο Χάρρης, επειδή είναι νοήμων και δεν ειμπορεί να υποπτεύση τον κίνδυνον όστις τον περιμένει. Ο Δικ Σανδ δεν θα σκεφθή να επανέλθη εις την παραλίαν διά της αυτής οδού, ην ηκολουθήσαμεν ομού, καθότι θα πλανηθή τότε εν τω μέσω των απεράντων εκείνων δασών. Είμαι βέβαιος, λοιπόν ότι θα ζητήση να φθάση είς τινα των ποταμών οίτινες ρέουσι προς την παραλίαν, ώστε να κατέλθη το ρεύμα του επί σχεδίας. Δεν ειμπορεί να πράξη άλλως, και το γνωρίζω, τούτο θα πράξη.

 — Ναι . . . ίσως . . . ! . . απήντησεν ο Νεγορός σκεπτικός.

 — Δεν πρέπει να λέγης ίσως, αλλά βεβαίως επανέλαβεν ο Χάρρης. Βλέπεις, Νεγορέ, είναι ως εάν έδιδον συνέντευξιν εις το νεαρόν φίλον μου επί των οχθών του Κοάνζα·

 — Λοιπόν, είπεν ο Νεγορός, δρόμον. Γνωρίζω τον Δικ Σανδ. Δεν θα βραδύνη μήτε επί μίαν ώραν, και πρέπει να τον προλάβωμεν.

 — Δρόμον λοιπόν, σύντροφε.

Ο Χάρρης και ο Νεγορός ηγείροντο αμφότεροι, ότε ο θόρυβος όστις είχε διεγείρει την προσοχήν του Πορτογάλου επανελήφθη. Εγένετο κίνησίς τις των κλάδων μεταξύ των υψηλών παπύρων.

Ο Νεγορός έστη και ήρπασε την χείρα του Χάρρη.

Αίφνης, υπόκωφος υλακή ηκούσθη. Κύων ενεφανίσθη κάτωθι της όχθης, το στόμα έχων ανοικτόν και έτοιμος να ορμήση.
 
 — Ο Δίγγος! έκραξεν ο Χάρρης.

 — Α! αυτήν την φοράν δεν θα μου διαφύγη! είπεν ο Νεγορός.

Ο Δίγγος έμελλε να ορμήση κατ' αυτού, ότε ο Νεγορός, αρπάσας το πυροβόλον του Χάρρη, εσταμάτησε ταχέως και επυροβόλησε.
 
Μακρά ωρυγή οδύνης απήντησεν εις την εκπυρσοκρότησιν, και ο Δίγγος εξηφανίσθη μεταξύ της διπλής σειράς της περιχειλούσης τον ρύακα.

Ο Νεγορός κατήλθεν αμέσως εις την όχθην.

Ρανίδες αίματος έστιζον κλάδους τινάς παπύρων, και μακρά γραμμή ερυθρά εφαίνετο επί των χαλίκων του ρύακος.

 — Τέλος, το κατηραμένον εκείνο ζώον έλαβε τα αντίποινά του! έκραξεν ο Νεγορός.

Ο Χάρρης χωρίς να προφέρη λέξιν, παρέστη, εις όλην εκείνην την σκηνήν.

 — Ε Νεγορέ, είπεν, είχε λοιπόν ιδιαιτέραν απέχθειαν προς σε ο κύων ούτος;

 — Φαίνεται, Χάρρη, αλλά δεν έχη πλέον.

 — Και διατί σε εμίσει τόσον, σύντροφε;

 — Ω! είναι παλαιά υπόθεσις η οποία έπρεπε να τακτοποιηθή μεταξύ αυτού και εμού.
 
 — Παλαιά υπόθεσις; . . . είπεν ο Χάρρης.

Ο Νεγορός δεν είπε περισσότερα, και ο Χάρρης συνεπέρανεν ότι ο Πορτογάλλος τω απέκρυπτε συμβάν τι του παρελθόντος του, αλλά δεν επέμεινε να το μάθη.

Μετά τινας στιγμάς αμφότεροι, καταβάντες την διεύθυνσιν του ρεύματος, διευθύνθησαν προς τον Κοάνζαν διά μέσου του δάσους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'.

ΚΑΘ' ΟΔΟΝ.


Η Αφρική! Το τοσούτον τρομερόν όνομα κατά τας παρούσας περιστάσεις, το όνομα τούτο όπερ έμελλε τέλος ν' αντικατασταθή εις το μέρος της Αμερικής, δεν ηδύνατο να εξαλειφθή ουδ' επί στιγμήν εκ της σκέψεως του Δικ Σανδ. Όταν ο νεαρός δόκιμος ανήρχετο εις την εξέτασιν προηγουμένων τινών εβδομάδων, εσκέπτετο πώς το «Πίλγριμ» προσήγγισεν επί τέλους εις το επικίνδυνον εκείνο παράλιον, πώς παρέκαμψε το ακρωτήριον Χορν και διήλθεν από του ενός ωκεανού εις τον άλλον. Βεβαίως, τώρα εννόει διατί, μεθ' όλην την ταχείαν πορείαν του πλοίου του, η γη τοσούτον βραδέως εφάνη, αφού το μήκος της περιστροφής, ην επρόκειτο να εκτελέση όπως φθάση εις την αμερικανικήν ακτήν είχε διπλασιασθή εν αγνοία του.

 — Η Αφρική! η Αφρική! επανελάμβανεν ο Δικ Σανδ.

Είτα αίφνης, ενώ ανεπόλει μετ' επιμονής τα συμβάντα του ανεξηγήτου εκείνου διάπλου, τω επήλθεν η ιδέα ότι η πυξίς είχε διαταραχθή. Ενθυμήθη ωσαύτως ότι ο πρώτος διαβήτης είχε θραυσθή, ότι η γραμμή του δρομομέτρου είχε κοπή, και τούτων πάντων ένεκα δεν ηδύνατο να καταμετρήση την ταχύτητα του «Πίλγριμ».

 — Ναι, εσκέπτετο, δεν έμενε πλέον ειμή μία μόνη πυξίς εν τω πλοίω, μία μόνη της οποίας δεν ηδυνάμην να εξακριβώσω τας υποδείξεις . . . Νύκτα τινά αφυπνήσθην υπό της κραυγής του γέροντος Τωμ . . . Ο Νεγορός ήτο εκεί, εις την πρύμνην . . . Τι εζήτει εκεί, μήπως ήθελε να την παραπλανήση;

Φως τι διεχέετο επί του πνεύματος του Δικ Σανδ. Ήπτετο της αληθείας διά του δακτύλου. εννόει τέλος παν το ύποπτον εν τη διαγωγή του Νεγορού. Έβλεπε την χείρα του εις όλην εκείνην την σειράν των γεγονότων, όσα επέφερον την καταστροφήν του «Πίλγριμ» και εξέθεσαν εις φοβερούς κινδύνους τους επιβάτας αυτού.

Αλλά τι ήτο ο άθλιος εκείνος; Υπήρξεν άρα γε ναυτικός και το απέκρυπτε πάντοτε; Ήτο ικανός να συνδυάση τοιαύτην αποτρόπαιον μηχανορραφίαν μέλλουσαν να ρίψη το πλοίον εις την αφρικανικήν ακτήν;

Όπως δήποτε, εάν έμενον εισέτι σκοτεινά τινα σημεία εις το παρελθόν, δεν ηδύνατο πλέον να παρουσιάζη τοιαύτα το παρόν. Ο νεαρός δόκιμος εγίνωσκε κάλλιστα ότι ευρίσκετο εν τη Αφρική, και λίαν πιθανώς εν τη απαισία εκείνη επαρχία της Αγγόλας, πλέον ή εκατόν μίλια μακράν της ακτής. Εγίνωσκεν ωσαύτως ότι η προδοσία του Χάρρη δεν ηδύνατο να τεθή υπό αμφιβολίαν. Εκ τούτου δε λογικώς συνεπέρανεν ότι παλαιά γνωριμία υπήρχεν μεταξύ του Αμερικανού και του Πορτογάλλου, ότι απαισία σύμπτωσις συνήνωσεν αυτούς επί της χώρας εκείνης και ότι συνεφωνήθη μεταξύ των σχέδιόν τι, του οποίου το αποτέλεσμα θα απέβαινεν ολέθριον εις τους ναυαγούς του «Πίλγριμ».

Αλλά προς τι αι μοχθηραί εκείναι ενέργειαι; Ότι ο Νεγορός ήθελε να γίνη κύριος του Τωμ και των συντρόφων του διά να τους πωλήση ως δούλους εν τω τόπω εκείνω της σωματεμπορείας, ηδύνατο να το παραδεχθή. Ότι ο Πορτογάλλος, κινούμενος εξ αισθήματος έχθρας, εζήτει να εκδικηθή κατ' αυτού, και τούτο ήτο ευνόητον . . . Αλλά την κυρίαν Βέλδων, το μικρόν εκείνο παιδίον, πώς ήθελε να μεταχειρισθή ο άθλιος εκείνος!

Εάν ο Δικ Σανδ ηδύνατο να ακούση ολίγας λέξεις εκ της συνομιλίας του Χάρρη και του Νεγορού, θα εγνώριζε πού να βασισθή και τίνες κίνδυνοι ηπείλουν την κυρίαν Βέλδων, μαύρους και αυτόν!

Η θέσις ήτο φρικώδης, αλλ ο νεαρός δόκιμος δεν εδειλίασε. Πλοίαρχος εν τω πλοίω, θα έμενε πλοίαρχος και εν τη ξηρά. Εις αυτόν απέκειτο τα σώση την κυρίαν Βέλδων, τον μικρόν Ζακ, όλους εκείνους των οποίων την τύχην έθεσεν ο ουρανός εις χείρας του. Το νέον του έργον μόλις ήρχιζε. Θα το εξετέλει μέχρι τέλους.

Μετά δύο ή τρεις ώρας καθ' ας το παρόν και το μέλλον συνώψισαν εις το πνεύμα του όλας τας καλάς και τας κακάς απόψεις — αι τελευταίαι δε αύται ήσαν δυστυχώς πολυαριθμότεραι — ο Δικ Σανδ ανηγέρθη σταθερός, αποφασιστικός.

Αι πρώται φαύσεις της ημέρας εφώτιζον τότε τας υψηλάς κορυφάς του δάσους. Εξαιρέσει του δοκίμου και του Τωμ, πάντες εκοιμώντο.
 
Ο Δικ Σανδ επλησίασε τον γέροντα μαύρον.

 — Τωμ, τω είπε χαμηλή τη φωνή, εννοήσατε τους βρυχηθμούς του λέοντος, εννοήσατε τας μηχανορραφίας του δουλεμπόρου, ηξεύρετε ότι ήμεθα εις την Αφρικήν;

 — Μάλιστα, κύριε Δικ, το ηξεύρω.

 — Λοιπόν, Τωμ, ούτε λέξιν περί τούτου, μήτε εις την κυρίαν Βέλδων, μήτε εις τους συντρόφους σας. Πρέπει ημείς μόνοι να το ηξεύρωμεν, ημείς μόνοι να φοβώμεθα!

 — Μόνοι . . . πράγματι . . . είναι ανάγκη . . . απεκρίθη ο Τωμ.

 — Τωμ, επανέλαβεν ο δόκιμος, πρέπει να επαγρυπνώμεν αυστηρότερον ή πρότερον. Είμεθα εις τόπον εχθρών! και ποίων εχθρών και ποίον τόπον! Αρκεί μόνον να είπωμεν εις τους συντρόφους μας ότι επροδόθημεν υπό του Χάρρη διά να προφυλάττωνται. Θα εννοήσωσιν ότι πρέπει να φοβώμεθα επίθεσίν τινα των νομάδων Ινδών και τούτο αρκεί.
 
 — Δύνασθε να έχετε πλήρη βεβαιότητα επί της γενναιότητος και της αφοσιώσεως αυτών, κύριε Δικ.

 — Το ηξεύρω, ως έχω και επί της συνέσεως και της πείρας σας. Θα με βοηθήτε, γέρον Τωμ;

 — Εις όλα και πανταχού, κύριε Δικ.

Το σχέδιον όπερ ο Δικ Σανδ συνέλαβεν, επεδοκιμάσθη υπό του γηραιού μαύρου. Εάν ο Χάρρις συνελήφθη επ' αυτοφώρω προδίδων, πριν της ώρας τας ενεργείας τουλάχιστον, ο νεαρός δόκιμος και οι μετ' αυτού δεν διέτρεχον άμεσόν τινα κίνδυνον. Τωόντι, μόνη η συνάντησις των υπό τινων δούλων εγκαταλελειμμένων αλύσεων, μόνος ο απροσδόκητος βρυχηθμός του λέοντος προυκάλεσαν την αιφνηδίαν εξαφάνισιν του Αμερικανού.

Ησθάνθη ότι ανεκαλύφθη, και έφυγε, πιθανώς πριν ή η μικρά συνοδεία την οποίαν ωδήγει φθάση εις το μέρος όπου ήθελε προσβληθή. Ο δε Νεγορός, του οποίου ο Δίγγος βεβαίως ανεγνώρισε την παρουσίαν κατά τας τελευταίας ημέρας της οδοιπορίας, φαίνεται ότι συνηνώθη μετά του Χάρρη όπως συνεννοηθώσιν από κοινού. Εν πάση περιπτώσει, ώραι τινες θα παρήρχοντο βεβαίως πριν ή ο Δικ Σανδ και οι μετ' αυτού προσβληθώσι και έδει να ωφεληθώσιν εκ του χρόνου εκείνου.

Το μοναδικό σχέδιον ήτο να επανακάμψωσιν όσω το δυνατόν ταχύτερον εις την παραλίαν. Η παραλία εκείνη, ως είχε πάντα λόγον να πιστεύη ο νεαρός δόκιμος θα ήτο η της Αγγόλας. Άμα τη εκεί αφίξει, ο Δικ Σανδ θα προσεπάθει είτε προς βορράν είτε προς νότον να φθάση εις τα πορτογαλλικά ιδρύματα, ένθα οι σύντροφοί του θα ηδύναντο να περιμένωσιν εν ασφαλεία μέσον να επιστρέψωσιν εις την πατρίδα των.

Αλλ' όπως εκτελέσωσι την επάνοδον ταύτην εις την παραλίαν, έπρεπεν άρα γε να επαναλάβωσι την οδόν ην είχον διατρέξει; Ο Δικ Σανδ δεν εσκέπτετο τούτο, διότι θα συνηντάτο μετά του Χάρρη, όστις είχεν εννοήσει σαφώς ότι αι περιστάσεις θα ηνάγκαζον τον νεαρόν δόκιμον να λάβη την συντομωτέραν οδόν.

Τωόντι θα ήτο δυσχερές, ίνα μη είπωμεν ασύνετον ν' αρχίση πάλιν την διά μέσου του δάσους πορείαν, ήτις άλλως τε δεν θα απέληγεν ειμή εις το να ευρεθή εις το αυτό σημείον εξ ου ανεχώρησεν. Επίσης δε θα επέτρεπεν ούτω εις τους συνενόχους του Νεγορού να ακολουθήσωσι βέβαια ίχνη. Το μόνον λοιπόν μέσον όπερ παρουσιάζετο ήτο να διέλθωσι τον ποταμόν, του οποίου θα κατήρχοντο πάλιν βραδύτερον το ρεύμα, συγχρόνως δε ου μόνον αι προσβολαί των αγρίων θηρίων, άτινα μέχρι τότε ευτυχώς έμενον εις αρκετήν απόστασιν, θα ήσαν ολιγώτερον επίφοβοι, αλλά και αυταί αι επιθέσεις των ιθαγενών υπό τοιαύτας περιστάσεις παρουσίαζον ωσαύτως ολιγωτέραν σπουδαιότητα.

Ο Δικ Σανδ και οι μετ' αυτού άπαξ επιβαίνοντες στερεάς τίνος σχεδίας, καλώς οπλισμένοι, θα ευρίσκοντο υπό καλλιτέρας συνθήκας όπως αμυνθώσιν. Το παν λοιπόν ήτο πώς να εύρωσι το ύδωρ. Δέον ωσαύτως να προσθέσωμεν ότι λαμβανομένης υπ' όψιν της καταστάσεως της κυρίας Βέλδων και του μικρού Ζακ, ο τρόπος ούτος της μεταφοράς ήρμοζε κάλλιον.
 
Χείρες βεβαίως δεν έλειπον όπως βαστάσωσι το ασθενές παιδίον.

Εν ελλείψει του ίππου του Χάρρη, ηδύναντο μάλιστα να κατασκευάσωσι φορείον εκ κλάδων, επί του οποίου θα ανεβιβάζετο η κυρία Βέλδων.

Αλλά διά του τρόπου τούτου της μεταφοράς ήθελον απασχολήσει δύο εκ των μαύρων, ο δε Δικ Σανδ ήθελεν ευλόγως όλοι οι σύντροφοί του να είναι ελεύθεροι εις τας κινήσεις των διά πάσαν ενδεχομένην αιφνιδίαν προσβολήν.

Είτα δε, κατά την κάθοδον του ρεύματος, ο νεαρός δόκιμος θα ευρίσκετο πάλιν εις το στοιχείον του.

Το ζήτημα λοιπόν περιωρίζετο να μάθωσιν εάν υπήρχεν εις τα πέριξ ρυάκιόν τι δυνάμενον να χρησιμοποιηθή.

Ο Δικ Σανδ εφρόνει τούτο δυνατόν, και ιδού διατί.

Ο ποταμός όστις εξέβαλλεν εις τον Ατλαντικόν, εις το μέρος όπου εξώκειλε το «Πίλγριμ», δεν ηδύνατο να ανέρχηται πολύ προς βορράν, μήτε πολύ προς ανατολάς της επαρχίας, αφού οροσειρά πλησιεστάτη — αύτη εκείνη την οποίαν εξέλαβον ως τας Κορδελλιέρας — έκλειε τον ορίζοντα εκατέρωθεν.

Λοιπόν, ή ο ποταμός κατήρχετο εκ των ύψεων εκείνων, ή έκαμπτε προς νότον, και κατά αμφοτέρας τας περιπτώσεις ο Δικ Σανδ ηδύνατο να βραδύνη μέχρις ου εύρη την διεύθυνσιν αυτού.

Ίσως μάλιστα, πριν του ποταμού εκείνου, — καθότι είχε δικαίωμα να καλήται ούτω ως εκβάλων κατ' ευθείαν εις τον Ωκεανόν, — θα παρουσιάζετο ομόρρους τις αυτού, όστις θα ήρκει εις την μεταφοράν της μικράς συνοδείας. Εν πάση περιπτώσει, οίος δήποτε ρύαξ δεν θα ήτο μακράν.

Πράγματι, κατά τα τελευταία μίλια της οδοιπορίας, η φύσις του εδάφους είχε μεταβληθή.

Αι κλιτύες εχαμηλούντο και καθίσταντο υγραί. Εδώ και εκεί έρρεον στενά ρυάκια, μαρτυρούντα ότι το υπέδαφος περιείχε δίκτυον υδατώδες.
 
Κατά την τελευταίαν ημέραν της πορείας, η συνοδεία παρέπλευσεν ένα των ρυάκων εκείνων των οποίων τα ύδατα, ερυθραθέντα υπό του σιδηρούχου οξειδίου, έψαυον τας ανωμάλους όχθας του.

Να επανεύρωσιν αυτόν μήτε μακρόν μήτε δύσκολον ήτο.

Προδήλως δεν θα ηδύνατο να κατέλθωσιν το χειμαρρώδες ρεύμα του, αλλά θα ήτο εύκολον να παρακολουθήσωσιν αυτόν μέχρι της εκβολής του είς τινα ομόρρουν μεγαλείτερον και ως εκ τούτου μάλλον πλευστόν.

Τοιούτον υπήρξε το απλούστατον σχέδιον όπερ εσχημάτισεν ο Δικ Σανδ, αφού συνεσκέφθη μετά του γέροντος Τωμ.

Eλθούσης της ημέρας, όλοι οι σύντροφοί των αφυπνίσθησαν ολίγον κατ' ολίγον.

Η κυρία Βέλδων απέθεσε τον μικρόν της Ζακ, νυσταλέον έτι, εις τους βραχίονας της Ναν.

Το παιδίον, αλλοιωθέν εκ του διαλείποντος πυρετού, επροξένει οίκτον εις τους βλέποντας.

Η κυρία Βέλδων επλησίασε τον Δικ Σανδ.

 — Δικ, ηρώτησεν αφού τον παρετήρησεν, πού είναι ο Χάρρης; Δεν τον βλέπω.

Ο νεαρός δόκιμος εσκέφθη ότι αφίνων τους συντρόφους του να νομίζωσιν ότι επάτουν το έδαφος της Βολιβίας, δεν έπρεπε να τοις κρύψη την προδοσίαν του Αμερικανού.

Χωρίς λοιπόν να διστάση.

 — Ο Χάρρης, είπε, δεν είναι πλέον εδώ.

 — Μήπως επροχώρησεν εμπρός; ηρώτησε ζωηρώς η κυρία Βέλδων.

 — Έφυγε, κυρία Βέλδων, απήντησεν ο Δικ Σανδ. Ο Χάρρης εκείνος είναι προδότης, και είναι σύμφωνος μετά του Νεγορού όστις μας παρέσυρε μέχρις εδώ.

 — Προς ποίον σκοπόν;

 — Δεν ηξεύρω, αλλ' ό,τι ηξεύρω είναι ότι πρέπει να επανέλθωμεν όσον τάχος εις την παραλίαν.

 — Εκείνος ο άνθρωπος . . . προδότης! επανέλαβεν η κυρία Βέλδων. Το προησθανόμην. Και νομίζεις, Δικ, ότι είναι σύμφορος μετά του Νεγορού;

 — Ούτω πρέπει να είναι, κυρία Βέλδων. Ο άθλιος εκείνος εις τα ίχνη μας. Η τύχη συνήνωσε τους δύο τούτους αχρείους και . . .

 — Και ελπίζω ότι δεν θα χωρισθώσιν, όταν τους επανεύρω, είπεν ο Ηρακλής. Θα σπάσω την κεφαλήν του ενός με την κεφαλήν του άλλου! προσέθηκεν ο γίγας εκτείνων τους δύο φοβερούς γρόνθους.

 — Αλλά το τέκνον μου! ανέκραξεν η κυρία Βέλδων. Αι περιποιήσεις τας οποίας ήλπιζον να τω παρέξω εις την έπαυλιν του Αγίου Ευτυχούς!

 — 0 Ζακ θα αναλάβη, απεκρίθη ο γέρων Τωμ, όταν πλησιάση εις το υγεινότερον μέρος της χώρας.

 — Δικ, επανέλαβεν η κυρία Βέλδων, είσαι βέβαιος ότι ο Χάρρης μας επρόδωσε;

 — Βεβαιότατος, κυρία Βέλδων, απεκρίθη ο νεαρός δόκιμος όστις επεθύμει να αποφύγη πάσαν εξήγησιν επί του αντικειμένου τούτου.

 — Τούτου ένεκα έσπευσε να προσθέση, παρατηρών τον γέροντα μαύρον.

 — Αυτήν την νύκτα, ο Τωμ και εγώ, ανεκαλύψαμεν την προδοσίαν του, και εάν δεν έφευγε πηδών επί του ίππου του, θα τον εφόνευον!

 — Λοιπόν η έπαυλις εκείνη; . . .

 — Δεν υπάρχει εις τα πέριξ μήτε έπαυλις, μήτε χωρίον, μήτε κώμη, απεκρίθη ο Δικ Σανδ. Σας επαναλαμβάνω, κυρία Βέλδων, ότι πρέπει να επανέλθωμεν εις την παραλίαν.

 — Διά της ιδίας οδού, Δικ;

 — Όχι, κυρία Βέλδων, αλλά θα ακολουθήσωμεν ρεύμα τι το οποίον θα μας επαναφέρη ακόπως και ακινδύνως εις την θάλασσαν. Ακόμη ολίγα μίλια πεζή, και δεν αμφιβάλλω . . .

 — Ω! είμαι ισχυρά, Δικ! απεκρίθη η κυρία Βέλδων προσπαθούσα να καταβάλη την αδυναμίαν της. Θα περιπατήσω! Θα βαστάζω το τέκνον μου! . . .
 
 — Είμεθα εδώ, κυρία Βέλδων, απεκρίθη ο Βαρθολομαίος, και θα βαστάσωμεν και υμάς.

 — Ναι, ναι . . . προσέθηκεν ο Αυγουστίνος. Δύο κλάδοι δένδρου, φύλλα επ' αυτών . . .

 — Ευχαριστώ, φίλοι μου, απεκρίθη η κυρία Βέλδων, αλλά θέλω να περιπατήσω . . . Θα περιπατήσω. Εμπρός λοιπόν!

 — Εμπρός! είπεν ο νεαρός δόκιμος.

 — Δότε μοι τον Ζακ, είπεν ο Ηρακλής αρπάσας το παιδίον από τας αγκάλας της Ναν. Όταν δεν κρατώ τι κουράζομαι.

Και ο αγαθός μαύρος έλαβε προσεκτικώς εις τας ευρώστους χείρας του το μικρόν κοιμώμενον παιδίον, όπερ ούτε αφυπνίσθη.

Τα όπλα επιθεωρήθησαν μετά προσοχής. Όσαι έμενον ζωοτροφίαι συνηθροίσθησαν εις έν μόνον δέμα, εις τρόπον ώστε να δύναται να το βαστάζη είς.
 
Ο Ακτέων το εφορτώθη εις τους ώμους του, και οι σύντροφοί του έμειναν τοιουτοτρόπως ελεύθεροι εις τας κινήσεις των.

Ο εξάδελφος Βενέδικτος, του οποίου οι μακροί χαλύβδυνοι πόδες περιεφρόνουν πάντα κάματον, ήτο έτοιμος προς αναχώρησιν.

Είχεν άρα γε παρατηρήσει την εξαφάνησιν του Χάρρη; Αδύνατον να βεβαιώσωμεν. Ολίγον τον έμελεν.

Άλλως τε δε ευρίσκετο υπό το βάρος τρομεράς καταστροφής επελθούσης αυτώ.
 
Τωόντι, σπουδαία ζημία, ο εξάδελφος Βενέδικτος έχασε το μικροσκόπιον και τας διόπτρας του.

Ευτυχώς, ο Βαρθολομαίος εύρε τα δύο εκείνα πολύτιμα εργαλεία εν μέσω των μεγάλων χόρτων της στρωμνής του· αλλά, κατά την συμβουλήν του Δικ Σανδ, τα είχε φυλλάξει.

Διά του τρόπου τούτου θα ήσαν βέβαιοι ότι το μεγάλον παιδίον θα έμενεν ήσυχον κατά την πορείαν, αφού ως ελέγετο δεν έβλεπε πέραν της άκρας της ρινός του.

Τεθείς μεταξύ του Ακτέωνος και του Αυγουστίνου, μετά της ρητής διαταγής να μη τους εγκαταλείψη, ο αξιολύπητος Βενέδικτος ουδεμίαν αντίρρησιν έφερε, και ηκολούθησε την τάξιν του, ως τυφλός αγόμενος διά σχοινίου.

Η μικρά συνοδεία δεν είχε προχωρήσει πεντήκοντα βήματα, ότε ο γέρων Τωμ την εσταμάτησεν αίφνης διά μιας λέξεως.

 — Ο Δίγγος; είπε.

 — Τωόντι ο Δίγγος δεν είναι εδώ, απεκρίθη ο Ηρακλής.

Και διά της ισχυράς φωνής του εκάλεσε τον κύνα επανειλημένως.
 
Ουδεμία υλακή απήντησεν.

Ο Δικ Σανδ έμεινε σιωπηλός. Η απουσία του κυνός τον ελύπει, διότι θα προεφύλαττε την μικράν συνοδείαν από πάσης αιφνιδίας επιθέσεως.

 — Μήπως ο Δίγγος ηκολούθησεν τον Χάρρην; ηρώτησεν ο Τωμ.
 
 — Τον Χάρρην . . όχι απήντησεν ο Δικ Σανδ, αλλά θα κατώρθωσε να ορμήση κατά τα ίχνη του Νεγορού. Τον εμυρίσθη εδώ πλησίον.

 — Ο απαίσιος εκείνος μάγειρος δεν θα αργήση να λάβη μίαν σφαίραν! ανέκραξεν ο Ηρακλής.

 — Εκτός εάν ο Δίγκος προφθάσει και τον πνίξη, απήντησεν ο Βαρθολομαίος.

 — Ίσως, είπεν ο νεαρός δόκιμος. Αλλά δεν δυνάμεθα να περιμένωμε την επιστροφήν του Δίγγου. Άλλως τε δε εάν ζη είναι αρκετά νοήμων ώστε να μας επανεύρη. Εμπρός λοιπόν!

Ο καιρός ήτο θερμότατος. Ευθύς από της αυγής μεγάλα νέφη εκάλυπτον τον ορίζοντα. Ηπειλείτο θύελλα εν τω αέρι. Πιθανώς η ημέρα δεν θα ετελείωνε άνευ βροχής. Ευτυχώς το δάσος, αν και ολιγώτερον πυκνόν, διετήρει ολίγην δρόσον εις την επιφάνειαν του εδάφους. Εδώ και εκεί, υψίκομα δένδρα περιεκύκλουν λειμώνας κεκαλειμμένους υπό χόρτων υψηλών και πυκνών. Είς τινα μέρη, γιγανταίοι κορμοί, απηνθρακωμένοι ήδη, έκειντο κατά γης, — σημείον υπάρξεως γηπέδων ανθρακούχων, οία συναντά τις συχνάκις επί της αφρικανικής ηπείρου. Έπειτα, εις τα ανοικτά μέρη, των οποίων ο χλοερός τάπης ανεμιγνύετο μετά τίνων ροδίνων κλωνίων, τα άνθη εποίκιλλον τα χρώματά των, ζιγγιβέρεις κίτριναι ή κυαναί, λοβηλίαι ωχραί, ορχεοειδή ερυθρά, ακαταπαύστως επισκεπτόμενα υπό των γονιμοποιούντων αυτά εντόμων.

Τα δένδρα δεν εσχημάτιζον πλέον τότε αδιαπεράστους συστάδας, αλλά τα είδη αυτών ήσαν ποικιλώτερα.

Ήσαν ελαίαι, είδος φοινίκων, παρεχόντων έλαιον επιζήτητον εν Αφρική, βαμβακιαί, σχηματίζουσαι θάμνους υψηλούς οκτώ μέχρι δέκα ποδών, των οποίων τα ινώδη στελέχη παρήγον βάμβακα μακρόινον, σχεδόν ανάλογον προς τον του Φερναμπούκου.

Εκεί κοπάλια εκκρίνοντα διά των υπό τινων εντόμων σχηματιζομένων οπών ευώδην ρητίνην, ρέουσαν μέχρι του εδάφους, ένθα εναπεθηκεύετο διά τας ανάγκας των ιθαγενών.