WeRead Powered by ReaderPub
Ο δεκαπενταετής πλοίαρχος cover

Ο δεκαπενταετής πλοίαρχος

Chapter 27: ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A teenage crew member assumes command of a small whaling vessel after a crisis and must lead a scattering of passengers and sailors through dangerous seas, scarce provisions, and internal betrayal. After shipboard disaster, survivors are driven ashore and undertake a grueling overland journey across hostile terrain where illness, violence, and the depredations of slave traffickers threaten them. The narrative blends precise maritime detail with tense landward adventure, tracing tests of leadership, endurance, and moral choice as the young captain strives to safeguard his companions and reach a place of refuge.

Αλλαχού λεμονέαι, ροιαί εν αγρία καταστάσει και είκοσιν άλλα δενδροειδή φυτά, μαρτυρούντα την θαυμασίαν γονιμότητα του οροπεδίου εκείνου της κεντρικής Αφρικής.

Εις πολλά μέρη ωσαύτως η όσφρησις προσεβάλλετο ευαρέστως υπό λεπτής τίνος οσμής βανίλλης, χωρίς να δύναταί τις να ανακαλύψη ποίον θαμνίον ανέδιδεν αυτήν

Το σύνολον τούτο των δένδρων και φυτών εχλόαζεν αν και ήτο η ξηρά εποχή του έτους, και σπάνιαι θύελλαι επότιζον τα πλούσια εκείνα εδάφη.

Ήτο λοιπόν η εποχή των πυρετών αλλά ως παρετήρησεν ο Λίβιγγστων, δύναταί τις εν γένει ν' απαλλαγή αυτών, φεύγων εκ του μέρους εις το οποίον προσεβλήθη υπ' αυτών.

Ο Δικ Σανδ εγίνωσκε την παρατήρησιν ταύτην του μεγάλου περιηγητού και ήλπιζεν ότι ο μικρός Ζακ δεν θα την διέψευδε.

Το είπε δε προς την κυρίαν Βέλδων, αφού παρετήρησεν ότι η περιοδική προσβολή δεν επανήλθεν ως εφοβούντο, και το παιδίον ανεπαύετο ησύχως εις τας αγκάλας του Ηρακλέους.

Τοιουτοτρόπως εβάδιζον συνετώς και ταχέως.
 
Ενίοτε εφαίνοντο πρόσφατα ίχνη διελεύσεως ανθρώπων ή ζώων.
 
Οι κλάδοι των θάμνων και των βάτων αποκεχωρισμένοι ή τεθραυσμένοι επέτρεπον τότε να οδεύωσι μετ' ίσου βήματος.

Αλλά, το πλείστον του χρόνου, πολλαπλά κωλύματα άτινα έπρεπε να υπερνικήσωσιν επεβράδυνον την πορείαν της μικράς συνοδείας προς μεγάλην δυσαρέσκειαν του Δικ Σανδ.
 
Ήσαν λιάναι συμπεπλεγμέναι, τας οποίας δικαίως ηδύνατό τις να παραβάλη προς άτακτον εξαρτισμόν πλοίου, κληματίδες τινές όμοιοι προς δαμασκηνά ξίφη επίκυρτα, των οποίων η λεπίς θα ήτο πεποικιλμένη διά μακρών ακανθών, φυτικοί όφεις, μακροί πεντήκοντα μέχρις εξήκοντα ποδών, οίτινες είχον την ιδιότητα να στρέφωνται, όπως κεντώσι τον διαβάτην διά των οξέων κέντρων των.

Οι μαύροι με τον πέλεκυν ανά χείρας, έκοπτον αφειδώς, αλλ' αι λιάναι εκείναι ανεφύοντο ακαταπαύστως από της επιφανείας του εδάφους μέχρι της κορυφής των υψηλοτάτων δένδρων, τα οποία περιέστεφον.

Το ζωικόν βασίλειον δεν ήτο ολιγώτερον περίεργον του φυτικού βασιλείου εν τω μέρει εκείνω της επαρχίας.

Τα πτηνά περιίπταντο απειράριθμα υπό την άφθονον εκείνην διακλάδωσιν, αλλ' εννοείται ότι ουδένα πυροβολισμόν είχον να φοβηθώσιν εκ μέρους ανθρώπων, οίτινες ουδέν άλλο εζήτουν ειμή να διέλθωσι κρυφίως και ταχέως.

Υπήρχον εκεί μυριάδες μελεαγρίδων, ατταγάδες διαφόρων ειδών, δυσκόλως πλησιαζόμενοι, καί τινα των πτηνών εκείνων άτινα οι βόρειοι Αμερικανοί αποκαλούσι κατ' ονοματοποιίαν «βιπ πούαρ γουόλ» τριών δηλαδή συλλαβών παριστωσών ακριβώς τας κραυγάς των.

Ο Δικ Σανδ και ο Τωμ ηδύναντο αληθώς να νομίσωσιν ότι ευρίσκοντο είς τινα επαρχίαν της νέας ηπείρου.

Αλλά φευ! εγνώριζον πού ήσαν.

Μέχρι τότε τα άγρια θηρία τοσούτον επικίνδυνα εν αφρική δεν είχον πλησιάσει την μικράν συνοδείαν. Είδον εις τον πρώτον εκείνον σταθμόν καμηλοπαρδάλεις τας οποίας ο Χάρρης θα υπεδείκνυε βεβαίως ως στρουθοκαμήλους — αλλ' εις μάτην την φοράν ταύτην.

Τα ταχύποδα εκείνα ζώα διήρχοντο ταχέως, πτοηθέντα εκ της εμφανήσεως ανθρώπων εις τα σπανίως συχναζόμενα εκείνα δάση.

Μακράν, εις την άκραν των λειμώνων υψούτο ενίοτε πυκνόν νέφος κονιορτού.

Ήτο αγέλη βουβάλων καλπαζόντων μετά κρότου αμαξίων βαρέως φορτωμένων.

Επί δύο μίλια, ο Δικ Σανδ ηκολούθησε τοιουτοτρόπως το ρεύμα του ρυακίου, όπερ ώφειλε να καταλήξη είς τινα σπουδαιότερον ποταμόν.

Επεθύμει πολύ να εμπιστευθή τους συντρόφους του εις το ταχύ ρεύμα ενός των ποταμών της χώρας, φρονών ότι τοιουτοτρόπως οι κίνδυνοι και οι κόποι θα ήσαν ολιγώτεροι.

Περί την μεταμεσημβρίαν, τρία μίλια είχον διανυθή άνευ δυσαρέστου τινός συναντήσεως. Ουδέν ίχνος Χάρρη ή Νεγορού. Ο Δίγγος δεν ανεφάνη.

Έπρεπε να σταθμεύσωσιν όπως αναπαυθώσι και λάβωσιν ολίγην τροφήν.

Η κατασκήνωσις εγένετο εντός λόχμης ινδοκαλάμων, ήτις εστέγασε καθ' ολοκληρίαν την μικράν συνοδείαν.

Ολίγα είδον διαρκούντος του γεύματος. Η κυρία Βέλδων ανέλαβε πάλιν το μικρόν τέκνον της εις τας αγκάλας της· δεν απέσπα απ' αυτού τα βλέμματά της· δεν ηδύνατο να φάγη.

 — Πρέπει να λάβητε ολίγην τροφήν, κυρία Βέλδων, τη επανέλαβε πολλάκις ο Δικ Σανδ. Τι θα γίνετε εάν σας λείψουν αι δυνάμεις; Φάγετε, φάγετε! Μετ' ολίγον θα αρχίσωμεν πάλιν την πορείαν μας και έν καλόν ρεύμα θα μας φέρη ακόπως εις την παραλίαν.

Η κυρία Βέλδων παρετήρει ασκαρδαμυκτί τον Δικ Σανδ ενώ τη ωμίλει τοιουτοτρόπως.

Οι φλογεροί οφθαλμοί του νεαρού δοκίμου εξέφραζον όλον το θάρρος υπό του οποίου κατείχετο.

Βλέπουσα αυτόν τοιούτον, παρατηρούσα τους αγαθούς εκείνους μαύρους, γυνή ούσα και μήτηρ, δεν ήθελεν να απελπισθή εισέτι. Άλλως τε δε διατί να απελπισθή;

Δεν ενόμιζεν ότι ευρίσκεται επί φιλοξένου γης;

Κατ' αυτήν, η προδοσία του Χάρρη δεν ηδύνατο να έχη σοβαράς συνεπείας.

Ο Δικ Σανδ εμάντευε τους διαλογισμούς αυτής και έκλινε την κεφαλήν.
 

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'

ΑΙ ΚΑΚΑΙ ΟΔΟΙ ΤΗΣ ΑΓΓΟΛΑΣ


Κατ' εκείνην την στιγμήν, ο μικρός Ζακ αφιπνίσθη και επέρασε τους βραχίονάς του εις τον τράχηλον της μητρός του. Οι οφθαλμοί του ήσαν εις καλλιτέραν κατάστασιν. Ο πυρετός δεν είχεν επανέλθει.

Είσαι καλλίτερα αγάπη μου; ηρώτησεν η κυρία Βέλδων θλίβουσα το πάσχον τέκνον επί της καρδίας της.

 — Ναι, μήτερ, απεκρίθη ο Ζακ, αλλά διψώ ολίγον. Δεν ηδυνήθησαν να δώσωσιν εις το παιδίον ειμή ύδωρ δροσερόν, εκ του οποίου έπιεν ευχαρίστως ολίγας σταγόνας.

 — Και ο φίλος μου Δικ; ηρώτησεν.

 — Εδώ είμαι, απεκρίθη ο Δικ Σανδ πλησιάσας και λαβών την χείρα του παιδίου.
 
 — Και ο φίλος μου Ηρακλής . .

 — Παρών ο Ηρακλής, κύριε Ζακ, απήντησεν ο γίγας πλησιάζων το αγαθόν του πρόσωπον.

 — Και ο ίππος; ηρώτησεν ο μικρός Ζακ.

 — Ο ίππος; Ανεχώρησε, κύριε Ζακ, απεκρίθη ο Ηρακλής. Τώρα εγώ είμαι ο ίππος! Εγώ σας φέρω. Μήπως ευρίσκετε το κάλπασμα δυνατόν;

 — Όχι απεκρίθη ο μικρός Ζακ, αλλά τότε δεν έχω πλέον να κρατώ χαλινόν.

 — Ω! θα μου βάλετε χαλινόν, εάν θέλετε, είπεν ο Ηρακλής ανοίγων το πλατύ στόμα του, και θα με σύρετε όσον σας ευχαριστεί.

 — Ηξεύρεις ότι εγώ σχεδόν δεν θα σύρω.

 — Θα έχετε άδικον, διότι έχω το στόμα σκληρόν.

 — Αλλ' η έπαυλις του κυρίου Χάρρη; . . . ηρώτησε και πάλιν το μικρόν παιδίον.

 — Θα φθάσωμεν μετ' ολίγον, Ζακ, είπεν η κυρία Βέλδων. Ναι . . . μετ' ολίγον . . .

 — Θέλετε να επαναλάβωμεν την οδοιπορίαν; είπεν τότε ο Δικ Σανδ, διά να διακόψη την συνομιλίαν εκείνην.

 — Ναι, Δικ, εμπρός, απεκρίθη η κυρία Βέλδων. Ηγέρθησαν λοιπόν όλοι και η πορεία επανελήφθη κατά την αυτήν τάξιν.
 
Έπρεπε να διέλθωσι διά μέσου της πυκνάδος, και να μη εγκαταλίπωσι το ρεύμα του ρυακίου.
 
Ναι μεν υπήρχον άλλοτε εκεί ατραποί τινες αλλ' αι ατραποί εκείναι απέθανον, κατά την εγχώριον έκφρασιν, ήτοι ότι κατεπλημμύρησαν αυτάς άκανθαι και θάμνοι.

Εδέησε τότε να διανήσωσιν έν μίλιον υπό τοιαύτας συνθήκας και να δαπανήσωσι προς τούτο τρεις ώρας. Οι μαύροι ειργάζοντο αδιακόπως.

Ο Ηρακλής αφού παρέδωκε πάλιν τον μικρόν Ζακ εις την Ναν, έλαβε μέρος εις την εργασίαν, και οποίον μέρος!

Εξέπεμπε κραυγάς ηχηράς οσάκις περιέστρεφε τον πέλεκυν, και μέγα άνοιγμα εγίνετο εκεί, ως εάν υπήρχε παμφάγον πυρ.

Ευτυχώς η κοπιώδης εκείνη εργασία δεν έμελλε να διαρκέση πολύ.

Αφού διήνυσαν το πρώτον εκείνο μίλιον, είδον ευρύ άνοιγμα διερχόμενον το δάσος και απολήγον πλαγίως του ρύακος του οποίου παρηκολούθει την ακτήν.

Ήτο δίοδος ελεφάντων, και τα ζώα ταύτα, κατά εκατοντάδας βεβαίως, είχον την συνήθειαν να κατέρχονται το μέρος εκείνο του δάσους.

Μεγάλαι οπαί, γενόμεναι από των ποδών των τεραστίων παχυδέρμων εχάρασσον έδαφος κάθυγρον κατά την εποχήν των βροχών και του οποίου η σπογγώδης φύσις ήτο κατάλληλος εις αποτύπωσιν τοιούτων ιχνών.
 
Μετ' ολίγον εφάνη ότι η δίοδος εκείνη δεν εχρησίμευε μόνον εις τα γιγαντιαία εκείνα ζώα.

Ανθρώπινα όντα πλέον ή άπαξ θα διήλθον εκείθεν, αλλ' ως θα την διήρχοντο ποίμνια κτηνωδώς οδηγούμενα εις το σφαγείον.

Τήδε κακείσε, οστά ευρίσκοντο επί του εδάφους, υπόλοιπα σκελετών ημιφαγωθέντων υπό των αγρίων θηρίων και των οποίων τινές έφερον εισέτι τα δεσμά του δούλου.

Εν τη κεντρική Αφρική υπάρχουσι μακροί οδοί κατεσπαρμέναι τοιουτοτρόπως υπό ανθρωπίνων λειψάνων.

Εκατοντάδας μιλίων διανύουσιν αι συνοδείαι και πολλοί δυστυχείς πίπτουσι καθ' οδόν υπό την μάστιγα των οδηγών, θνήσκοντες υπό του κόπου ή των στερήσεων, δεκατιζόμενοι υπό των ασθενειών.

Πόσοι πάλιν σφάζονται υπό αυτών τούτων των σωματεμπόρων, όταν ελείψωσιν αι ζοωτροφίαι! Ναι όταν δεν έχωσι πλέον να τους θρέψωσι, τους φονεύουσι διά του πυροβόλου, διά της σπάθης, διά της μαχαίρας και αι σφαγαί αύται δεν είναι σπάνιαι!

Ούτω λοιπόν, συνοδείαι δούλων θα διήλθον την οδόν εκείνην.

Επί έν μίλιον, ο Δικ Σανδ και οι μετ' αυτού προσέκρουσαν ανά παν βήμα εις τα διεσπαρμένα εκείνα οστά, αποδιώκοντες πληθύν αιγοθήλων οίτινες διά βαρείας πτήσεως έφευγον εις την προσέγγισίν του και περιεστρέφοντο εν τω αέρι.

Η κυρία Βέλδων παρετήρει χωρίς να βλέπη.

Ο Δικ Σανδ έτρεμε μήπως τον εξετάση, καθότι διετήρει την ελπίδα ότι ήθελε την επαναφέρει εις την παραλίαν, χωρίς να τη αποκαλύψη ότι η προδοσία του Χάρρη τους είχεν αποπλανήσει εις επαρχίαν αφρικανικήν.
 
Ευτυχώς η κυρία Βέλδων δεν εζήτει εξηγήσεις περί όσων έβλεπεν.

Ηθέλησε να αναλάβη το τέκνον της, και ο μικρός Ζακ, κοιμώμενος περιέσπα όλην την σκέψιν της.

Ο Ναν εβάδιζε πλησίον της, και μήτε η μία μήτε η άλλη απέτεινον εις τον νεαρόν δόκιμον τας τρομεράς ερωτήσεις, τας οποίας ούτος εφοβείτο.
 
Ο γέρων Τωμ επροχώρει με οφθαλμούς τεταπεινωμένους.

Κάλλιστα εννόει διατί η ατραπός εκείνη ήτο κατεσπαρμένη υπό ανθρωπίνων οστέων.

Οι σύντροφοι του παρετήρουν δεξιά και αριστερά έκπληκτοι, νομίζοντας ότι διήρχοντο απέραντον νεκροταφείον, του οποίου τους τάφους ανέτρεψε κατακλυσμός, αλλ' εβάδιζον σιωπηλώς.
 
Εν τούτοις η κοίτη του ρυακίου εγίνετο βαθυτέρα και πλατυτέρα, συγχρόνως δε το ρεύμα αυτού ήτο ολιγώτερον χειμαρρώδες.

Ο Δικ Σανδ ήλπιζεν ότι μετ' ολίγον ήθελε καταστή πλωτόν ή ότι θα εχύνετο εις άλλον τινά μεγαλύτερον ποταμόν, εισβάλλοντα εις τον Ατλαντικόν.

Η μόνη λοιπόν απόφασις του νεαρού δοκίμου ήτο να ακολουθήση πάση θυσία το ρεύμα εκείνο.

Ώστε δεν εδίστασε να εγκαταλείψη την δίοδον εκείνην, όταν είδεν ότι αύτη, ανερχομένη πλαγίως, απεμακρύνετο του ρυακίου.

Η μικρά συνοδεία εισήλθεν εκ νέου εις το πυκνόν δάσος.

Ώδευσε δε, τη βοηθεία του πελέκεως, διά μέσου των λιανών και των αδιαξιτήτως περιπεπλεγμένων κληματίδων.

Αλλ' εάν τα φυτά εκείνα έφραττον το έδαφος, δεν ήτο όμως το πυκνόν εκείνο δάσος, όπερ εύρον κατά την είσοδον.
 
Τα δένδρα εγίνοντο σπάνια. Μεγάλοι αστάχεις ινδοκαλάμων ωρθούντο μόνον άνωθεν των χόρτων, άτινα ήσαν τόσω υψηλά, ώστε μήτε ο Ηρακλής ηδύνατο να τα υπερβή κατά το ύψος.

Η δίοδος της μικράς συνοδείας μόνον εκ της κινήσεως των στελεχών εκείνων ηδύνατο να παρατηρηθή.

Κατά την ημέραν εκείνην, περί την τρίτην ώραν μετά μεσημβρίαν, η φύσις του εδάφους μετεβλήθη εντελώς.

Ήσαν ευρείαι πεδιάδες αίτινες θα είχον καταπλημμυρισθή ολοτελώς κατά την εποχήν των βροχών.

Το έδαφος μάλλον ελώδες, εκαλύπτετο υπό πυκνών βρύων, εφ' ων υπερέκειντο θελκτικώταται πτέριδες. Εάν εν τω μεταξύ συνήντων λοφίσκον τινά ξηρόν, αμέσως παρετήρουν τον φαιόν αιματίτην, τελευταία λείψανα βεβαίως πλουσίου τινός μεταλλικού στρώματος.

Ο Δικ Σανδ ενθυμήθη τότε λίαν εγκαίρως, όσα είχεν αναγνώσει εν ταις περιοδείαις του Λιβηγγστώνος.

Πλέον ή άπαξ ο τολμηρός περιηγητής εκινδύνευσε να ταφή εις τα έλη εκείνα, λίαν άπιστα εις τον πόδα.

 — Προσέχετε, φίλοι μου, είπε προπορευόμενος. Δοκιμάζετε το έδαφος, πριν πατήσετε επ' αυτού.

 — Τωόντι, είπεν ο Τωμ, θα έλεγέ τις ότι αυτά τα χώματα εποτίσθησαν από της βροχής και εν τούτοις δεν έβρεξε κατά τας τελευταίας ταύτας ημέρας.

 — Όχι απεκρίθη ο Βαρθολομαίος, αλλ' η καταιγίς δεν είναι μακράν.

 — Λόγος ισχυρότερος, απήντησεν ο Δικ Σανδ, να σπεύσωμεν να υπερβώμεν το έλος τούτο πριν ή εκραγή. — Ηρακλή, λάβε πάλιν τον μικρόν Ζακ εις τας αγκάλας σου. Βαρθολομαίε, Αυγουστίνε, μένετε πλησίον της κυρίας Βέλδων, εις τρόπον ώστε να δυνηθήτε να την υποστηρίξετε εν ανάγκη. — Υμείς δε, κύριε Βενέδικτε. Ε! τι κάμνετε, κύριε Βενέδικτε;

 — Πίπτω! απεκρίθη απλούστατα ο εξάδελφος Βενέδικτος, όστις εγένετο άφαντος, ως εάν καταπακτή τις ηνεώχθη αιφνιδίως υπό τους πόδας του.

Τωόντι ο δυστυχής εκείνος είχεν εμπέσει είς τινα χαράδραν και εβυθίσθη μέχρι της μέσης εντός στερεού πηλού.

Τω έτεινον τας χείρας, και ηγέρθη πλήρης ιλύος, αλλά λίαν ευχαριστημένος διότι το πολύτιμον εντομολογικόν κιβώτιόν του δεν έπαθε τίποτε.

Ο Ακτέων ετέθη πλησίον του, προσταχθείς να προλαμβάνη πάσαν νέαν πτώσιν του απροσέκτου μύωπος.

Άλλως τε ο εξάδελφος Βενέδικτος κακώς εξελέξατο την χαράδραν εκείνην, εν ή κατεβυθίσθη.

Ότε τον ανέσυρον εκ του βορβορώδους εκείνου εδάφους, πλήθος πομφολύγων ανήλθον εις την επιφάνειαν, αίτινες διαρραγείσαι ανέδωσαν αέρια πνιγηράς οσμής.

Ο Λίβιγγστων όστις ενίοτε και μέχρι του στήθους εβυθίσθη εις τοιαύτην ιλύν, παρέβαλε τας γαίας ταύτας προς σύνολον υπερμεγεθών σπόγγων πεπλασμένων εκ γης μελαίνης και πορόδους, από των οποίων ανεπήδων άπειρα ρυάκεια, οσάκις ο πους επάτει επ' αυτών.

Αι δίοδοι εκείναι ήσαν πάντοτε επικίνδυνοι.

Επί ήμισυ μίλιον ο Δικ Σανδ και οι μετ' αυτού ηναγκάσθησαν να βαδίζωσιν επί του σπογγώδους εκείνου εδάφους.

Εγένετο μάλιστα τούτο τοσούτω κακόν, ώστε η κυρία Βέλδων εσταμάτησε, καθότι εβυθίζετο μέχρι κνήμης εν τη χαράδρα.

Ο Ηρακλής, ο Βαρθολομαίος και Αυγουστίνος, θελήσαντες να την απαλλάξωσι από τον κόπον τοιαύτης δυσχερούς διαβάσεως της ελώδους εκείνης πεδιάδος, κατεσκεύασαν φορείον εξ ινδοκαλάμων, επί του οποίου εκείνη συγκατετέθη να αναβή.

Ο Μικρός Ζακ ετέθη εις τας αγκάλας της και ήρχισαν πάλιν να διασχίζωσιν όσω το δυνατόν ταχύτερον το λοιμώδες εκείνο έλος.
 
Αι δυσχέρειαι υπήρξαν μεγάλαι.

Ο Ακτέον εκράτει ισχυρώς τον εξάδελφον Βενέδικτον.

Ο Τωμ εβοήθει την Ναν, ήτις άνευ αυτού πολλάκις θα εβυθίζετο είς τινα ρωγμήν.

Οι τρεις άλλοι μαύροι εβάσταζον το φορείον.

Προπορευόμενος ο Δικ Σανδ εξήταζε το έδαφος.

Η εκλογή της θέσεως, όπου έπρεπε να θέσωσι τον πόδα δεν εγίνετο ευκόλως.

Έπρεπε κατά προτίμησιν να βαδίζωσιν επί των οφρύων, τας οποίας εκάλυπτε πυκνόν και σκληρόν χόρτον αλλά πολλάκις δεν ευρίσκετο σημείον στηρίγματος και εβυθίζοντο μέχρι γόνατος εν τω βορβόρω.

Τέλος, περί την πέμπτην ώραν της εσπέρας, υπερπηδηθέντος του έλους το έδαφος επανέλαβεν αρκούσαν σκληρότητα, χάρις εις την αργιλώδη φύσιν του αλλ' ησθάνετό τις υγρόν εις τα υποκάτωθεν.

Προφανώς τα εδάφη εκείνα ήσαν χαμηλώτερα των γειτονικών αυτών ποταμών, και το ύδωρ διέρεε διά των πόρων.

Κατ' εκείνην την στιγμήν, η θερμότης κατέστη υπερβολική. Θα ήτο μάλιστα αφόρητος, εάν πυκνά θυελλώδη νέφη δεν παρενεβάλλοντο μεταξύ των φλογερών ακτίνων και του εδάφους.

Μακρυναί αστραπαί ήρχιζον να διασχίζωσι τα νέφη και υπόκωφοι βρονταί εμυκώντο εις τα βάθη του ουρανού. Έμελλε να εκραγή τρομερά θύελλα.

Οι τοιούτοι κατακλυσμοί είναι φοβεροί εις αφρικήν, βροχαί χειμαρρώδεις, ανεμοστρόβιλοι εις ους και αυτά τα στερεότερα δεν δύνανται να ανθέξωσι, κεραυνοί αλλεπάλληλοι, τοιαύτη η πάλη των στοιχείων υπό το πλάτος εκείνο.

Ο Δικ Σανδ εγίνωσκε τούτο καλώς, και κατελήφθη υπό μεγίστης ανησυχίας. Δεν ηδύναντο να διέλθωσι την νύκτα αστέγαστοι.

Η πεδιάς ηδύνατο να κατακλυσθή και ουδέν μέρος εφαίνετο κατάλληλον να χρησιμεύση ως καταφύγιον.

Αλλά το καταφύγιον πού να το ζητήσωσιν εις το έρημον εκείνο άνευ δένδρων, άνευ θάμνων, κοίλωμα;

Και αυτά τα έγκατα του εδάφους δεν θα το έδιδαν.

Εις δύο πόδας υπό την επιφάνειαν θα εύρισκον ύδωρ.

Εντούτοις προς βορράν σειρά λόφων ουχί υψηλών εφαίνετο περιορίζουσα την ελώδη πεδιάδα.

Ωμοίαζεν ως το πλαίσιον της κοιλότητος του εδάφους

Δένδρα τινά εφαίνοντο επί της τελευταίας τινός ζώνης μάλλον ανοιχτής, την οποίαν τα νέφη εσχημάτιζον εις την γραμμήν του ορίζοντος.

-2-

Εκεί, εάν δεν ευρίσκετο εισέτι καταφύγιον, η μικρά συνοδεία δεν θα εκινδύνευε τουλάχιστον να καταληφθή υπό της επερχομένης θυέλλης.

Εκεί ήτο ίσως η σωτηρία πάντων. — Εμπρός, φίλοι μου, εμπρός! επανελάμβανεν ο Δικ Σανδ. Τρία μίλια εισέτι, και θα ήμεθα εν πλειοτέρα ασφάλεια ή εν τη πεδιάδι.

 — Εμπρός! εμπρός! ανέκραξεν ο Ηρακλής. Ο αγαθός μαύρος ήθελε να λάβη όλους εις τας αγκάλας του και να τους φέρη αυτός μόνος.

Αι λέξεις αύται ενεψύχουν τους θαρραλέους εκείνους ανθρώπους, και μεθ' όλους τους καμάτους μιας ημέρας πορείας επροχώρουν ταχύτερον τότε ή κατά την έναρξιν της οδοιπορείας.

Όταν εξεράγη η θύελλα, το μέρος εις ο έπρεπε να φθάσωσιν ευρίσκετο εισέτι δύο μίλια μακράν. Ευτυχώς η βροχή δεν συνώδευσε τας πρώτας αστραπάς, αίτινες αντηλλάγησαν μεταξύ του εδάφους και των ηλεκτρικών νεφών.

Η σκοτία τότε εγένετο σχεδόν τελεία, ει και ο ήλιος δεν εξηφανίσθη όπισθεν του ορίζοντος.

Αλλ' ο θόλος των ατμών εταπεινούτο ολίγον κατ' ολίγον, ως εάν ηπείλει να καταρρεύση — κατάρρευσις ήτις έμελλε να διαλυθή εις βροχήν χειμαρρώδη.
 
Αστραπαί, ερυθραί ή κυαναί, διέσχιζον αυτόν εις μύρια μέρη και περιέζωνον την πεδιάδα δι' αδιεξιτήτου δικτύου πυρών.

Εικοσάκις ο Δικ και οι μετ' αυτού εκινδύνευσαν να κεραυνοβοληθώσιν.

Επί του οροπεδίου εκείνου του αδένδρου, εσχημάτιζον τα μόνα εξέχοντα σημεία και ηδύναντο να ελκύσωσι τας ηλεκτρικάς βολάς.

Ο Ζακ, αφυπνισθείς υπό των κρότων του κεραυνού, εκρύπτετο εις τας αγκάλας του Ηρακλέους.

Εφοβήθη μεν το πτωχόν παιδίον, αλλά δεν ήθελε να το αποδείξη εις την μητέρα του διά να μη την λυπήση περισσότερον.

Ο Ηρακλής, οδεύων μεγάλοις βήμασι, τον παρηγόρει όσον ηδύνατο.

 — Μη φοβείσθε, Ζακάκι, επανελάμβανεν. Εάν ο κεραυνός μας πλησιάση, θα τον σπάσω εις δύο με την μίαν μόνον χείρα. Είμαι δυνατώτερος αυτού.

Και αληθώς, η δύναμις του γίγαντος καθησύχαζεν ολίγον τον μικρόν Ζακ.

Εν τούτοις δεν θα εβράδυνε να πέση και τότε τα νέφη εκείνα συμπυκνούμενα θα κατέρριπτον χειμάρρους.

Τι θα εγίνοντο η κυρία Βέλδων και οι μετ' αυτής, εάν δεν εύρισκον καταφύγιόν τι;

Ο Δικ Σανδ έστη προς στιγμήν πλησίον του γέροντος Θωμά.

 — Τι να πράξωμεν; είπε.

 — Να εξακολουθήσωμεν την πορείαν μας, κύριε Δικ, απήντησεν ο Τωμ. Δεν ειμπορούμεν να μείνωμεν εις αυτήν την πεδιάδα, την οποίαν θα μεταβάλη μετ' ολίγων εις βάλτον.

 — Όχι, Τωμ, όχι! αλλά καταφύγιον πού; ποίον; έστω και μία καλύβη! . . .

Ο Δικ Σανδ διέκοψε αποτόμως την φράσιν του. Αστραπή τις λευκοτέρα εφώτισεν όλην την πεδιάδα.

 — Τι βλέπω εκεί, έν τέταρτον μιλίου μακράν; . . . ανέκραξεν ο Δικ Σανδ.

 — Ναι, και εγώ είδον . . . . απεκρίθη ο γέρων Τωμ κινών την κεφαλήν.

 — Δεν είναι στρατόπεδον;

 — Ναι, κύριε Δικ . . . θα είναι στρατόπαιδον ιθαγενών.

Νέα αστραπή επέτρεψε να παρατηρήσωσι καθαρώτερον το στρατόπαιδον εκείνο, όπερ κατείχε μέρος της απεράντου πεδιάδος.

Εκεί πράγματι υψούτο εκατοντάς κωνικών σκηνών, συμμέτρως τεταγμένων και εχουσών ύψος δώδεκα μέχρι δεκαπέντε ποδών. Άλλως τε δε ούτε είς στρατιώτης εφαίνετο.

Μήπως ήσαν κεκλεισμένοι υπό τας σκηνάς των, όπως αφήσωσι να παρέλθη η θύελλα, ή μήπως το στρατόπεδον ήτο εγκαταλελειμένον;

Εν τη πρώτη περιπτώσει ο Δικ Σανδ, οίαι δήποτε και αν ήσαν αι απειλαί του ουρανού, έπρεπε να φύγη όσον τάχιστα· Εν τη δευτέρα εκεί θα ήτο ίσως το ζητούμενον καταφύγιον.

 — Θα το μάθω, είπεν.

Είτα, αποτεινόμενος προς τον γέροντα Τωμ·
 
 — Μείνετε, εδώ, προσέθηκε. Να μη με ακολουθήση κανείς. Θα υπάγω να κατασκοπεύσω το στρατόπεδον εκείνο.

 — Αφήσατε να σας συνοδεύση είς εξ ημών, κύριε Δικ.

 — Όχι, Τωμ. Θα υπάγω μόνος. Ειμπορώ να πλησιάσω, χωρίς να φανώ. Μείνετε.

 — Η μικρά συνοδεία, ης προεπορεύοντο ο Τωμ και ο Δικ Σανδ, έστη. Ο νεαρός δόκιμος απεσπάσθη αμέσως και εγένετο άφαντος εν μέσω της σκοτίας, ήτις ήτο βαθυτάτη, όταν αι αστραπαί δεν διέσχιζον τα νέφη.

Μεγάλαι σταγόνες βροχής ήρχιζον ήδη να πίπτωσι.

 — Τι συμβαίνει; ηρώτησεν η κυρία Βέλδων πλησιάσασα τον γέροντα μαύρον.

 — Είδομεν ένα στρατόπεδον, κυρία Βέλδων, απεκρίθη ο Τωμ, έν στρατόπεδον . . . ή ίσως χωρίον, και ο πλοίαρχός μας ηθέλησε να υπάγη να το κατασκοπεύση, πριν μας φέρη εκεί.

Η κυρία Βέλδων ηρκέσθη εις την απάντησιν εκείνην.

Μετά τρία λεπτά, ο Δικ Σανδ επέστρεψεν.

 — Έλθετε! Έλθετε! έκραξε διά φωνής μαρτυρούσης όλην την ευχαρίστησίν του.

 — Το στρατόπεδον είναι εγκαταλελειμένον; ηρώτησεν ο Τωμ.

 — Δεν είναι στρατόπεδον! απεκρίθη ο νεαρός δόκιμος, μήτε χωρίον! είναι μυρμηκιαί.

 — Μυρμηκιαί! ανέκραξεν ο εξάδελφος Βενέδικτος, τον οποίον εξήγειρεν η λέξις αύτη.

 — Ναι, κύριε Βενέδικτε, αλλά μυρμηκιαί υψηλαί δώδεκα πόδας τουλάχιστον, και εις τας οποίας θα προσπαθήσωμεν να χωθώμεν.

 — Αλλά τότε απεκρίθη ο εξάδελφος Βενέδικτος θα είναι μυρμηκιαί των φιλοπολέμων ή των αδηφάγων τερμιτών! Μόνον τα ευφυή ταύτα έντομα εγείρουσι τοιαύτα μνημεία, τα οποία θα ετίμων και τους περιφημοτέρους αρχιτέκτονας.

 — Είτε είναι είτε δεν είναι τερμίται, κύριε Βενέδικτε, απήντησεν ο Δικ Σανδ, πρέπει να τους εκτοπίσωμεν και να καταλάβωμεν την θέσιν των.

 — Θα μας καταφάγωσι. Και θα έχωσι δίκαιον.

 — Δρόμον, δρόμον!

 — Περιμένετε δα! είπε πάλιν ο εξάδελφος Βενέδικτος. Ενόμιζον ότι αι μυρμηκιαί αύται ευρίσκονται μόνον εις την Αφρικήν!

 — Εμπρός! έκραξε διά τελευταίαν φοράν ο Δικ Σανδ με είδος τι αποτομότητος, τόσον εφοβείτο μήπως ήκουσεν η κυρία Βέλδων την υπό του εντομολόγου προφερθείσαν τελευταίαν ταύτην λέξιν.

Ηκολούθησαν τον Δικ Σανδ εν πάση σπουδή. Είχεν εγερθή μανιώδης άνεμος. Παχείαι σταγόνες χιόνος έπιπτον επί του εδάφους. Μετ' ολίγας στιγμάς, η λαίλαψ θα καθίστατο αφόρητος.

Μετ' ολίγον έφθασαν εις ένα των εν τη πεδιάδι ορθουμένων εκείνων κώνων, όσον δε και αν ήσαν απειλητικοί οι τερμίται, δεν έπρεπε να διστάσωσιν όπως συμμεθέξωσι την κατοικίαν των, εάν δεν ήθελον δυνηθή να τους αποδιώξωσι.

Εις το κάτω μέρος του κώνου, κατασκευασμένη εξ είδους τινος ερυθρωπής αργίλου, ηνοίγετο στενωτάτη οπή, την οποίαν ο Ηρακλής επλάτυνεν εις ολίγας στιγμάς διά της μαχαίρας του, ούτως ώστε να δύναται να διέλθη δι' αυτής άνθρωπος ως αυτός.

Προς μεγίστην έκπληξιν του εξαδέλφου Βενεδίκτου δεν ενεφανίσθη ούτε είς εκ των χιλιάδων εκείνων των τερμιτών, οίτινες έπρεπε να κατέχωσι την μυρμηκιάν. Ο κώνος λοιπόν ήτο εγκαταλελειμένος;

Ευρυνθείσης της οπής, ο Δικ και οι μετ' αυτού εισήλθον εκεί και ο Ηρακλής εξηφανίσθη τελευταίος, καθ' ήν στιγμήν η βροχή έπιπτε μετά τοσαύτης μανίας, ώστε εφαίνετο σβύνουσα τας αστραπάς.

Αλλά δεν εφοβούντο πλέον την καταιγίδα εκείνην. Ευτυχής συγκυρία είχε προμηθεύσει εις την μικράν συνοδείαν το στερεόν εκείνο καταφύγιον, καλλίτερον σκηνής, καλλίτερον καλύβης ιθαγενούς.

Ήτο είς εκ των κώνων εκείνων οίτινες κατά την σύγκρισιν του υποπλοιάρχου Καμερών, ένεκεν της υπό τοσούτω μικρών εντόμων κατασκευής αυτών, είναι καταπληκτικότεροι των πυραμίδων της Αιγύπτου, οικοδομηθεισών υπό ανθρωπίνων χειρών.

«Είναι λέγει, ως εάν λαός τις έκτισε το όρος Έβερστ το υψηλότερον των Ιμαλαΐων ορέων!»

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.

ΜΑΘΗΜΑ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΜΥΡΜΗΚΩΝ ΕΝ ΜΥΡΜΗΚΩΝΙ


Κατ' εκείνην την στιγμήν, η θύελλα εξερήγνυτο μετά βιαιότητος αγνώστου εις τα εύκρατα πλάτη.

Κατά θείαν πρόνοιαν ο Δικ Σανδ και μετ' αυτού εύρον το καταφύγιον εκείνο.

Τωόντι η βροχή δεν έπιπτε πλέον κατά σταγόνας διακεκριμένας, αλλά κατά ρύακας ύδατος ποικίλου πάχους.

Ενίοτε ήτο συμπαγής μάζα και ομοιάζουσα καταρράκτην, Νιαγάραν.

Φαντασθήτε εναέριον δεξαμενήν, περιέχουσαν ολόκληρον θάλασσαν, και ανατρεπομένην αιφνιδίως.

Υπό τοιαύτας ροάς το έδαφος πλημμυρίζει, αι πεδιάδες μεταβάλλονται εις λίμνας, οι ρύακες εις χειμάρρους, οι ποταμοί εκχειλίζουσι και καλύπτουσιν ευρυτάτας εκτάσεις.

Εναντίον του ό,τι συμβαίνει εις τας ευκράτους ζώνας ένθα αι θύελλαι δεν έχουσι μεγάλην διάρκειαν, εν Αφρική, όσον ισχυραί και αν ήναι, διαρκούσιν ημέρας ολοκλήρους.
 
Πώς τόσος ηλεκτρισμός αποθηκεύεται εις τα νέφη; πώς τόσοι ατμοί συσωρεύονται; είναι δύσκολον να το εξηγήση τις.
 
Και όμως συμβαίνει και δύναταί τις να υποθέση ότι μετεφέρθη εις τας εκτάκτους εποχάς της κατακλυσμιαίας περιόδου. Ευτυχώς ο μηρμηκών, πυκνότατος κατά τας πλευράς ήτο εντελώς αδιαπέραστος.

Καλύβη καστόρων, εκ πηλού καλώς κατεργασθείσα, δεν θα ήτο μάλλον στεγανή.

Χείμαρρος ηδύνατο να διέλθη υπεράνω αυτού, χωρίς ουδέ μία σταγών να εισδύση διά των πόρων αυτού.

Άμα ο Δικ και οι μετ' αυτού κατέλαβον τον κώνον, ησχολήθησαν να εξετάσωσι την εσωτερικήν διασκευήν. Ήναψαν λυχνίαν και ο μυρμηκών εφωτίσθη επαρκώς.

Ο κώνος εκείνος είχε δώδεκα ποδών ύψος και ένδεκα πλάτος, εκτός του ανωτέρου μέρους όπερ εστρογγυλούτο εν σχήματι κεφαλοσακχάρου.
 
Πανταχού, το πάχος των πλευρών ήτο ενός ποδός περίπου, κενόν τι δε υπήρχε μεταξύ των σειρών των κυψελών, αίτινες εκάλυπτον αυτάς.

Αν και εκπλήττεται τις διά την κατασκευήν τοιούτων κτιρίων, οφειλομένων εις τας βιομηχανικάς φάλαγγας εντόμων, ουχ' ήττον είναι αληθές ότι ευρίσκονται συχνάκις εις τα ενδότερα της Αφρικής.

Ολλανδός τις περιηγητής του παρελθόντος αιώνος, ο Σμήθμαν, ανήλθε μετά τεσσάρων συντρόφων του εις την κορυφήν ενός τοιούτου κώνου.

Εν τω Λουνδέ, ο Λίβιγγστων παρετήρησε πολλούς τοιούτους μυρμηκώνας, εκτισμένους δι' ερυθράς αργίλου και έχοντες ύψος δεκαπέντε και είκοσι ποδών.
 
Ο υποπλοίαρχος Καμερών εξέλαβε πολλάκις ως στρατόπεδον τας συσσωρεύσεις ταύτας των κώνων, αίτινες ωρθούντο εν τη πεδιάδι της Νυαγγβέ.

Έστη μάλιστα ενώπιον αληθών οικοδομημάτων, ουχί είκοσι ποδών, αλλά τεσσαράκοντα και πεντήκοντα, τεραστίων στρογγύλων κώνων κοσμουμένων διά κωδωνίσκων ως ο θόλος καθεδρικού ναού, ως εκείνους τους οποίους κέκτηται η μεσημβρινή Αφρική.

Εις ποίον είδος μυρμήκων ωφείλετο η θαυμασία οικοδομή των μυρμηκώνων τούτων;

 — Εις τον φιλοπόλεμον τερμίτην, είχεν αποκριθή αδιστάκτως ο εξάδελφος Βενέδικτος, άμα αναγνωρίσας την φύσιν της ύλης εξ ης κατεσκευάσθησαν.

Και πράγματι, αι πλευραί ήσαν κατεσκευασμέναι εξ ερυθρωπής αργίλου. Εάν ήσαν κατεσκευασμέναι εξ άλλης γης, θα απεδίδοντο εις τον «δηκτικόν τερμίτην» ή τον «άγριον τερμίτην».

Ως βλέπομεν τα έντομα ταύτα έχουσιν ονόματα ήκιστα ενθαρρυντικά, άτινα μόνον εις σπουδαίον εντομολόγον, οίος ήτο ο εξάδελφος Βενέδικτος ηδύναντο να αρέσκωσι.
 
Το κεντρικόν μέρος του θόλου, εν τω οποίω κατ' αρχάς η μικρά συνοδεία εύρε θέσιν και όπερ εσχημάτιζε το εσωτερικόν κενόν, δεν θα ήρκη να την περιλάβη· αλλά ευρείαι κοιλότητες αλλεπάλληλοι εσχημάτιζον τοσαύτας καλύβας, εν ταις οποίαις άνθρωπος μεσαίου αναστήματος ηδύνατο να συμμμαζευθή.

Φαντασθήτε σειράν ερμαρίων ανοικτών, εις το βάθος δε των ερμαρίων εκείνων, εκατομμύρια κοιλωμάτων κατειλημμένων υπό τερμιτών, και θα εννοήσετε ευκόλως την εσωτερικήν διασκευήν του μυρμηκώνος.

Εν συντόμω, τα ερμάρια εκείνα ήσαν επιτεθειμένα επαλλήλως ως αι κλίναι των κοιτωνίσκων των πλοίων, και εις τα ανώτερα πλαίσια κατέφυγον η κυρία Βέλδων, ο μικρός Ζακ, η Ναν και ο εξάδελφος Βενέδικτος.
 
Εις το κατώτερον πάτωμα συνεσπειρώθησαν ο Αυγουστίνος, ο Βαρθολομαίος και ο Ακτέων.
 
Ο Δικ Σανδ, ο Τωμ και ο Ηρακλής έμειναν εις το κατώτερον μέρος του κώνου.

 — Φίλοι μου, είπε τότε προς τους δύο μαύρους ο νεαρός δόκιμος, το έδαφος αρχίζει να υγραίνηται. Πρέπει λοιπόν να το επιχωματώσωμεν ρίπτοντες επ' αυτού την άργιλον της βάσεως· αλλ' ας προσέξωμεν μη φράξωμεν την οπήν δι' ης εισέρχεται ο εξωτερικός αήρ. Δεν πρέπει να κινδυνεύσωμεν να πνιγώμεν εντός του μυρμηκώνος τούτου!

 — Μίαν μόνην νύκτα θα διέλθωμεν εδώ, απεκρίθη ο γέρων Τωμ.

 — Λοιπόν, ας προσπαθήσωμεν να αναπαυθώμεν ύστερον από τόσους κόπους. Από δέκα ήδη ημερών, είναι η πρώτη φορά καθ' ήν δεν θα κοιμηθώμεν εις το ύπαιθρον.

 — Από δέκα ημερών! επανέλαβεν ο Τωμ.

 — Άλλως τε δε, προσέθηκεν ο Δικ Σανδ, αφού ο κώνος ούτος σχηματίζει στερεόν καταφύγιον, ίσως θα είναι καλόν να μείνωμεν είκοσι τέσσαρας ώρας. Κατά το διάστημα τούτο, θα μεταβώ προς εξιχνίασιν του ρεύματος, όπερ ζητούμεν και το οποίον δεν πρέπει να είναι μακράν. Νομίζω μάλιστα ότι, μέχρι της στιγμής καθ' ήν θα κατασκευάσωμεν σχεδίαν, προτιμότερον είναι να μη εγκαταλίπωμεν το καταφύγιον τούτο. Τοιουτοτρόπως θα αποφύγωμεν την καταιγίδα. Ας σχηματίσωμεν λοιπόν έδαφος μάλλον ξηρόν.

Αι διαταγαί του Δικ Σανδ εξετελέσθησαν αμέσως.

Ο Ηρακλής εκρήμνισε διά του πελέκεως το πρώτον πάτωμα των κοιλοτήτων, όπερ συνέκειτο εξ αργίλου ευθρύπτου.

Τοιουτοτρόπως ανύψωσε κατά ένα ολόκληρον πόδα το εσωτερικόν μέρος του ελώδους εδάφους επί του οποίου εβασίζετο ο μυρμηκών, και ο Δικ Σανδ εβεβαιώθη ότι ο αήρ ηδύνατο να εισέρχηται ελευθέρως εις το εσωτερικόν του κώνου διά της ανοικτής εις την βάσιν οπής . .

Κατ' ευτυχή βεβαίως συγκυρίαν η μυρμηκιά εκείνη είχεν εγκαταλειφθή υπό των τερμιτών, διότι εάν ευρίσκοντο εκεί χιλιάδες τινές εκ των μυρμήκων τούτων θα ήτο ακατοίκητος.

Αλλ' είχεν άραγε εκκενωθή προ πολλού, ή τα αδηφάγα εκείνα νευρόπτερα προ ολίγου εγκατέλιπον αυτήν; Δεν ήτο περιττή η ερώτησις αύτη.

Ο εξάδελφος Βενέδικτος εποίησε πρώτος την σκέψιν ταύτην, τοσούτον εξεπλάγη διά την εγκατάλειψιν ταύτην, και επείσθη μετ' ολίγον ότι η μετατανάστευσις ήτο πρόσφατος.

Και πράγματι δεν εβράδυνε να κατέλθη εις το κατώτερον μέρος του κώνου, και εκεί, φωτιζόμενος υπό της λυχνίας ήρχισε να ανιχνεύη τας μυστικωτέρας γωνίας της μυρμηκιάς.

Τοιουτοτρόπως ανεκάλυψεν ό,τι ωνόμασε «γενικήν αποθήκην» των τερμιτών, ήτοι το μέρος όπου τα βιομήχανα ταύτα έντομα εναποθήκευον τας προμηθείας της αποικίας.

Ήτο κοιλότης κατεσκευασμένη εις την πλευράν της βασιλικής κυψέλης, την οποίαν η εργασία του Ηρακλέους είχε καταστρέψει συγχρόνως μετά των κυψελών των προωρισμένων διά τας νεαράς νύμφας.

Εν τη αποθήκη εκείνη ο εξάδελφος Βενέδικτος συνέλεξε ποσότητά τινα τμημάτων κόμμεως και φυτικών χυμών μόλις στερεοποιθέντων, — όπερ απεδείκνυεν ότι οι τερμίται νεωστί είχον μεταφέρει ταύτα έξωθεν.
 
 — Λοιπόν όχι! ωσεί απεκρίνετο εις αντίρησίν τινα γενομένην αυτώ. Όχι! ο μυρμηκών ούτος δεν εγκατελείφθη προ πολλού!

 — Τις σας λέγει το εναντίον, κύριε Βενέδικτε; είπεν ο Δικ Σανδ. Προσφάτως ή όχι, το σπουδαίον δι' ημάς είναι ότι οι τερμίται τον εγκατέλιπον, επειδή ημείς έπρεπε να λάβωμεν, την θέσιν των.

 — Το σπουδαίον απεκρίθη ο εξάδελφος Βενέδικτος, θα είναι να μάθωμεν διά τίνας λόγους τον εγκατέλιπον. Χθες, σήμερον την πρωίαν μάλιστα, τα ευφυή ταύτα νευρόπτερα κατώκουν έτι εδώ, επειδή υπάρχουσι ρευστοί χυμοί, και αυτήν την εσπέραν . . .

Αλλά τι θέλετε να συμπεράνητε, κύριε Βενέδικτε; ηρώτησεν ο Δικ Σανδ.

 — Ότι κρυφίον τι προαίσθημα τα παρεκίνησε να εγκαταλείψωσι τον μυρμηκώνα.

Ου μόνον ουδείς των τερμιτών έμεινεν εν ταις κυψέλαις, αλλ' εφρόντισαν να απαγάγωσι και τας νεαράς νύμφας εκ των οποίων ούτε μίαν δύναμαι να εύρω! Λοιπόν, επαναλαμβάνω ότι πάντα ταύτα δεν εγένοντο άνευ αιτίας και ότι τα προνοητικά ταύτα έντομα προέβλεπον κίνδυνόν τινα προσεγγίζοντα.
 
 — Προέβλεπον ότι εμέλλομεν να καταλάβωμεν την κατοικίαν των, απεκρίθη ο Ηρακλής γελών.

 — Αληθώς! απήντησεν ο εξάδελφος Βενέδικτος όστις εσκανδαλίσθη προδήλως εκ της αποκρίσεως ταύτης του αγαθού μαύρου. Νομίζετε λοιπόν όσον και αν ήσθε ισχυρός, δύνασθε να ήσθε επικίνδυνος εις τα θαρραλέα ταύτα έντομα; Ολίγαι χιλιάδες εξ αυτών των νευροπτέρων ταχέως θα σας μετέβαλλον εις σκελετόν, εάν σας εύρισκον νεκρόν κατά την πορείαν των.

 — Νεκρόν, βεβαίως! απεκρίθη ο Ηρακλής, όστις δεν ήθελε να ενδώση· αλλ' εάν ήμαι ζωντανός θα κατασυντρίψω πάμπολλα.

 — Θα κατασυντρίψετε εκατόν χιλιάδας, πεντακοσίας χιλιάδας, έν εκατομμύριον! απήντησεν ο εξάδελφος Βενέδικτος εξαπτόμενος, αλλ' όχι χίλια εκατομμύρια, και χίλια εκατομμύρια θα σας κατεβρόχθιζον, ζώντα ή νεκρόν, μέχρι και του τελευταίου τεμαχίου.

Διαρκούσης της συζητήσεως ταύτης, ήτις ήτο ολιγότερον ματαία παρ' όσον ηδύνατό τις να υποθέση ο Δικ Σανδ εσκέπτετο επί της παρατηρήσεως του εξαδέλφου Βενεδίκτου. Ουδεμία αμφιβολία ότι ο επιστήμων εγίνωσκε καλώς τα ήθη των τερμιτών και δεν ηδύνατο ν' απατηθή· Αφού εβεβαίου ότι μυστικόν τι προαίσθημα τους ειδοποίησε να εγκαταλίπωσι προσφάτως τον μυρμηκώνα, σημαίνει ότι αληθώς διέτρεχον κίνδυνον εάν έμενον.

Εν τούτοις, επειδή δεν ηδύνατο πλέον να γίνη λόγος περί εγκαταλείψεως του καταφυγίου εκείνου, καθ' ήν στιγμήν η καταιγίς εξερρήγνυτο μετ' απιστεύτου εντάσεως, ο Δικ Σανδ δεν εζήτησε πλατυτέραν εξήγησιν περί του ανεξηγήτου κατ' αυτόν φαινομένου εκείνου, και ηρκέσθη να είπη.
 
 — Λοιπόν, κύριε Βενέδικτε, εάν οι τερμίται άφησαν εις τον μυρμηκώνα τούτον τας προμηθείας των, μη λησμονώμεν ότι εφέραμεν τας ημετέρας και ας δειπνήσωμεν. Αύριον, αφού παύση η καταιγίς, θα σκεφθώμεν περί του πρακτέου.

Ησχολήθησαν τότε να προετοιμάσωσι το εσπερινόν δείπνον, καθότι όσον μέγας και αν υπήρξεν ο κόπος, δεν ηδυνήθη ν' αλλοιώση την όρεξιν των ισχυρών εκείνων περιπατητών.

Απ' εναντίας και αύται αι κονσέρβαι, αίτινες έπρεπε να επαρκέσωσι επί δύο έτι ημέρας, εγένοντο ευπρόσδεκτοι.
 
Τα δίπυρα δεν είχον προσβληθή υπό της υγρασίας και επί τινας στιγμάς ηκούοντο τρίζοντα υπό τους στερεούς οδόντας του Δικ Σανδ και των μετ' αυτού. Εις τας σιαγόνας του Ηρακλέους ήτο ως σίτος υπό τον μύλον του μυλωθρού.
 
Δεν εθλώντο, συνετρίβοντο.

Μόνη η Κυρία Βέλδων ολίγον έφαγε, και τούτο διότι πολύ την παρεκάλεσεν ο Δικ Σανδ.

Τω εφαίνετο ότι η γενναία εκείνη γυνή ήτο μάλλον περίφροντις, μάλλον κατηφής παρ' όσον ήτο μέχρι τότε.

Εν τούτοις ο μικρός της Ζακ υπέφερεν ολιγώτερον, ο πυρετός δεν επανελήφθη· και την στιγμήν εκείνην αναπαύετο υπό τα βλέμματα της μητρός του έν τινι κοιλώματι καλώς περιφραγμένω δι' ενδυμάτων.

Ο Δικ Σανδ δεν ήξευρε τι να υποθέση.

Περιττόν να είπωμεν ότι ο εξάδελφος Βενέδικτος ετίμησε το γεύμα· ουχί διότι απέδιδε προσοχήν τινα εις την ποιότητα ή την ποσότητα των εδωδίμων άτινα κατεβρόχθιζεν, αλλά διότι εύρεν ευνοϊκήν την περίστασιν να δώση εντομολογικόν μάθημα περί των τερμιτών.

Α! εάν ηδύνατο να εύρη ένα τερμίτην, ένα μόνον εν τη εγκαταλειφθείση μυρμηκιά! Αλλ' ουδέν!

 — Τα θαυμαστά ταύτα έντομα, είπε χωρίς να τον μέλη εάν τον ήκουον, ανήκουσιν εις την θαυμασίαν τάξιν των νευροπτέρων, των οποίων τα κεράτια είναι μακρότερα της κεφαλής, τα ακροχείλια λίαν ευδιάκριτα, τα κάτω πτερύγια κατά το πλοίστον του χρόνου ίσια των άνω. Πέντε φυλαί συκγροτούσι την τάξιν ταύτην! τα Πανόμερα, οι Μυρμηκολέοντες, τα Ημερόβια, τα Τερμιτίνια και τα Μαργαριτίδια. Περιττόν να προσθέσω ότι τα έντομα των οποίων, απρεπώς ίσως κατέχομεν την κατοικίαν, είναι Τερμιτίνια.
 
Κατ' εκείνην την στιγμήν ο Δικ Σανδ ηκροάτο λίαν προσεκτικώς τον εξάδελφον Βενέδικτον.

Μήπως η συνάντησι των τερμιτών εκείνων εξήγειρεν εν αυτώ την σκέψιν ότι ευρίσκετο ίσως επί της αφρικανικής ηπείρου, χωρίς να γινώσκη ποία ειμαρμένη τον έρριψεν εκεί;

Ο νεαρός δόκιμος ησθάνετο μεγάλην αγωνίαν να εξακριβώση το πράγμα.

Ο επιστήμων, παρασυρόμενος υπό του ευνοουμένου του θέματος, εξηκολούθησεν ευφραδέστερον.

«Τα τερμιτίνια λοιπόν ταύτα, είπε, χαρακτηρίζονται εκ των τεσσάρων άρθρων εις τους ταρσούς, των κερατοειδών ακροχειλίων και εκ της συμαντικής αυτών ρώμης. Υπάρχει το γένος «μαντίσπαι», το γένος «ραφιδίαι», το γένος «τερμίται» γνωστοί πολλάκις υπό το όνομα λευκοί μύρμηκες, εν τω οποίω περιλαμβάνεται ο απαίσιος τερμίτης, ο κιτρινοθώραξ τερμίτης, ο φυξίφωτος τερμίτης, ο δηκτικός, ο καταστρεπτικός.

 — Αυτοί δε οι οποίοι έκτισαν τον μυρμηκώνα τούτον; ηρώτησεν ο Δικ Σανδ.

 — Είναι φιλοπόλεμοι! απεκρίθη ο εξάδελφος Βενέδικτος, όστις επρόφερε το όνομα τούτο ως εάν επρόφερε το όνομα των Μακεδόνων ή άλλου τινός αρχαίου λαού γενναίου εν πολέμω. Ναι φιλοπόλεμοι και παντός αναστήματος! Μεταξύ του Ηρακλέους και ενός νάνου η διαφορά θα ήτο μικροτέρα ή μεταξύ του μεγαλειτέρου και του μικροτέρου των εντόμων τούτων.
 
Εάν υπάρχωσι μεταξύ αυτών εργάται μακροί πέντε χιλιοστομέτρων, στρατιώται δέκα χιλιοστομέτρων, άρρενα και θύλεα είκοσι χιλιοστομέτρων, υπάρχει όμως και άλλο είδος περιεργότατον, οι σιραφρύ, οίτινες έχουσιν μήκος ημίσεως δακτύλου, λαβίδας αντί ακροχειλίων και κεφαλήν παχυτέραν του σώματός των ως καρχαρίαι· αυτοί είναι οι καρχαρίαι των εντόμων και εν περιπτώσει συμπλοκής των σιραφού μεθ' ενός καρχαρίου, στοιχηματίζω υπέρ των σιραφού.
 
 — Και πού παρατηρούνται συνηθέστερον οι σιραφού; ηρώτησεν τότε ο Δικ Σανδ.

 — Εις την Αφρικήν, απήντησεν ο εξάδελφος Βενέδικτος, εις τας κεντρικάς και μεσημβρινάς επαρχίας. Η Αφρική εξαιρετικώς είναι η χώρα των μυρμήκων. Πρέπει να αναγνώσετε τι λέγει ο Λίβιγγστων εις τας τελευταίας σημειώσεις τας γραφείσας υπό του Στάνλεϋ. Ευτυχέστερος εμού, ο δόκτωρ ηδυνήθη να παρευρεθή εις ομηρικήν τινα μάχην συγκροτηθείσαν μεταξύ στρατού μαύρων μυρμήκων και στρατού ερυθρών μυρμήκων. Οι τελευταίοι, οίτινες καλούνται «οδηγοί», υπό δε των ιθαγενών καλούνται σιραφού, ανεδείχθησαν νικηταί. Οι άλλοι οι «τσουγγού» παραλαβόντες τα ωά των και τα μικρά των, ετράπησαν εις φυγήν, αφού όμως υπερήσπισαν εαυτούς γενναίως.
 
»Ουδέποτε, λέγει ο Λίβιγγστων, ουδέποτε η πολεμική ορμή ανεπτύχθη περισσότερον εις τους ανθρώπους ή τα κτήνη. Διά των σκληρών ακροχειλέων των, άτινα αποσπώσι το τεμάχιον, ούτοι οι σιραφού αναγκάζουσι και αυτόν τον γενναιότερον άνδρα να οπισθοχωρήση. Και αυτά τα μεγαλείτερα ζώα, λέοντες, ελέφαντες φεύγουσιν απ' έμπροσθεν αυτών.

»Ουδέν εμποδίζει αυτούς, μήτε δένδρα εις τα οποία ανέρχονται επί της κορυφής, μήτε ρύακες τους οποίους διέρχονται σχηματίζοντες εναέριον γέφυραν διά των σωμάτων των συνδεδεμένα προς άλληλα. Και ποίον πλήθος, αμέτρητον!

Έτερος περιηγητής, ο Δουχαλιού, είδε παρελαύνουσαν επί δώδεκα ώρας στήλην τοιούτων μυρμήκων, οίτινες εν τούτοις δεν εβραδυπόρουν. Διατί άλλως τε να εκπληττώμεθα εις την θέαν τόσων μυριάδων! Η γονιμότης των εντόμων είναι καταπληκτική, και διά να επανέλθωμεν εις τους φιλοπολέμους ημών τερμίτας, εβεβαιώθη ότι μία θήλεια, τίκτει καθ' εκάστην εξήκοντα χιλιάδας περίπου ωά! Τοιουτοτρόπως τα νευρόπτερα ταύτα παρέχουσιν εις τους ιθαγενείς τροφήν εύχυμον. Ουδέν εκλεκτότερον, φίλοι μου, ουδέν εκλεκτότερον, εν τω κόσμω ή οπτοί μύρμηκες.

 — Εφάγετε τοιούτους, κύριε Βενέδικτε; ηρώτησεν ο Ηρακλής.

 — Ποτέ, απήντησεν ο σοφός καθηγητής, αλλά θα φάγω.

 — Πού;

 — Εδώ.
 
Εδώ δεν είμεθα εις την Αφρικήν! είπεν ζωηρώς ο Τωμ.

 — Όχι . . . όχι . . . απεκρίθη ο εξάδελφος Βενέδικτος, και εν τούτοις μέχρι τούδε, οι φιλοπόλεμοι ούτοι τερμίται και τα χωρία των μυρμηκώνων παρετηρήθησαν μόνον επί της Αφρικανικής ηπείρου. Α! τοιούτοι είναι οι περιηγηταί! Δεν ηξεύρουσι να βλέπωσι. Τόσον το καλλίτερον, ύστερον από όλα! Ανεκάλυψα ήδη έν «τσετσέ» εν Αμερική. Εις την δόξαν ταύτην προσθέτω και εκείνην ότι εύρον φιλοπολέμους τερμίτας επί της αυτής ηπείρου. Ποία ύλη δι' υπόμνημα, όπερ θα προξενήση εντύπωσιν εις την επιστημονικήν Ευρώπην, και ίσως δημοσιευθή εν βιβλίω μετά εικόνων και χαλκογραφιών εκτός του κειμένου.

Ήτο πρόδηλος ότι η αλήθεια δεν είχεν αποκαλυφθή εν τω πνεύματι του εξαδέλφου Βενεδίκτου.

Ο δυστυχής εντομολόγος και πάντες αυτού οι σύντροφοι, πλην του Δικ Σανδ και του Τωμ, επίστευον και ώφειλον να πιστεύωσιν ότι ήσαν εκεί όπου δε ήσαν.

Εχρειάζοντο άλλα περιστατικά, άλλα γεγονότα σπουδαιότερα των επιστημονικών περιέργων, όπως εξέλθωσι της απάτης.

Ήτο τότε ενάτη της εσπέρας.

Ο εξάδελφος Βενέδικτος είχεν ομιλήσει πολύ.

Εννόησεν άρα γε ότι οι ακροαταί του, στηρίζοντες τα νώτα επί των κοιλοτήτων, είχον αποκοιμηθή ολίγον κατ' ολίγον διαρκούντος του εντομολογικού του μαθήματος; Όχι βεβαίως. Παρέδιδε δι' εαυτόν.

Ο Δικ Σανδ δεν τον διέκοπτε πλέον και έμενεν ακίνητος ει και δεν εκοιμάτο.

Ο Ηρακλής αντέσχε πλειότερον των άλλων αλλ' επί τέλους ο κόπος τω έκλεισε τους οφθαλμούς και μετά των οφθαλμών τα ώτα.

Επί τινα χρόνον έτι ο εξάδελφος Βενέδικτος εξηκολούθησεν ομιλών.

Αλλ' ο ύπνος τέλος τον κατέβαλε και ανέβη εις την ανωτέραν κοιλότητα του κώνου, την οποίαν είχεν ήδη εκλέξει ως κατοικίαν.

Βαθεία σιωπή επεκράτησε τότε εντός του μυρμηκώνος, ενώ η καταιγίς επλήρου το διάστημα κρότων και πυρών.

Ουδέν εφαίνετο εμφαίνον ότι ο κατακλυσμός επλησίαζε να παύση.

Η λυχνία είχε σβεσθή.
 
Το εσωτερικόν του κώνου ήτο βεβυθισμένον εις εντελές σκότος.