WeRead Powered by ReaderPub
Ο δεκαπενταετής πλοίαρχος cover

Ο δεκαπενταετής πλοίαρχος

Chapter 29: ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'.
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A teenage crew member assumes command of a small whaling vessel after a crisis and must lead a scattering of passengers and sailors through dangerous seas, scarce provisions, and internal betrayal. After shipboard disaster, survivors are driven ashore and undertake a grueling overland journey across hostile terrain where illness, violence, and the depredations of slave traffickers threaten them. The narrative blends precise maritime detail with tense landward adventure, tracing tests of leadership, endurance, and moral choice as the young captain strives to safeguard his companions and reach a place of refuge.

Όλοι βεβαίως εκοιμώντο. Μόνος ο Δικ Σανδ δεν εζήτει εν τω ύπνω την τοσούτω αναγκαίαν εις αυτόν ανάπαυσιν.

Αι σκέψεις τον εβασάνιζον.
 
Εσκέπτετο τους συντρόφους του, τους οποίους πάση θυσία ήθελε να σώση. Το ναυάγιον του «Πίλγριμ» δεν έθεσε τέρμα εις τας σκληράς δοκιμασίας, πολλαί άλλαι τρομερότεραι τους ηπείλουν, εάν περιεπίπτον εις τας χείρας των ιθαγενών.
 
Και πώς να αποφύγωσι τον κίνδυνον τούτον τον χείριστον πάντων κατά την επάνοδον εκείνην εις την παραλίαν; Προδήλως ο Χάρρης και ο Νεγορός δεν τους έφερον εκατόν μίλια εις το εσωτερικόν της Αγγόλας άνευ μυστικού σκοπού να τους συλλάβωσιν. Αλλά τι άρα γε εμελέτα ο άθλιος εκείνος Πορτογάλλος; Ποίον απέβλεπε το μίσος του; Ο νεαρός δόκιμος ενθυμείτο ότι αυτός μόνος είχε προκαλέσει το μίσος τούτο, και τότε ανεκεφαλαίου όλα τα κατά τον διάπλουν συμβάντα, την συνάντησιν του ναυαγίου και των μαύρων, την καταδίωξιν της φαλαίνης, την εξαφάνισιν του πλοιάρχου Χουλ και του πληρώματος αυτού.
 
Ο Δικ Σανδ, δεκαπενταετής έτι τότε, ανέλαβε την διοίκησιν πλοίου, ου η πυξίς και το δρομόμετρον έμελλον μετ' ολίγον να καταστραφώσιν υπό της κακούργου χειρός του Νεγορού.

Ανεπόλει ότι εφέρθη αυθεντικώς απέναντι του αυθάδους μαγείρου, απειλήσας αυτόν ότι θα τον έστελλεν εις τα δεσμά ή θα τω έθραυε την κεφαλήν διά περιστρόφου.

Α! διατί η χειρ του εδίστασε. Το πτώμα του Νεγορού θα ερρίπτετο εις την θάλασσαν και θα απεφεύγοντο τόσαι καταστροφαί.

Τοιούτο ήτο το ρεύμα των σκέψεως του νεαρού δοκίμου.

Είτα διεκόπτετο προς στιγμήν επί του ναυαγίου, όπερ υπήρξε το τέλος του διάπλου του «Πίλγριμ».

Ο προδότης Χάρρης ενεφανίζετο τότε, και η επαρχία εκείνη της μεσημβρινής Αμερικής μετεμορφούτο μικρόν κατά μικρόν.

Η Βολιβία εγένετο η τρομερά Αγγόλα, μετά του πυρετώδους αυτής κλίματος, των αγρίων θηρίων, των έτι μάλλον θηριωδών ιθαγενών.

Η μικρά στρατιά θα ηδύνατο άρα γε να αποφύγη ταύτα κατά την εις τα παράλια επιστροφήν της;

Ο ποταμός εκείνος τον οποίον ο Δικ Σανδ ανεζήτει, τον οποίον ήλπιζε να συναντήση, θα τους έφερεν άρα γε εις την παραλίαν μετά πλειοτέρας ασφαλείας, μετ' ολιγωτέρων κόπων;

Δεν ήθελε ν' αμφιβάλλη περί τούτου, καθότι εγίνωσκε καλώς ότι οδοιπορία εκατόν μιλίων διά της αφιλοξένου εκείνης χώρας, εν μέσω αδιακόπων κινδύνων, δεν ήτο πλέον δυνατή.
 
 — Ευτυχώς, εσκέπτετο, η κυρία Βέλδων, και όλοι αγνοούσι την σπουδαιότητα της θέσεως. Ο γέρων Τωμ και εγώ, είμεθα οι μόνοι, οίτινες ηξεύρομεν ότι ο Νεγορός μας έρριψεν εις την ακτήν της Αφρικής, και ότι ο Χάρρης μας παρέσυρεν εις τα βάθη της Αγγόλας.

Ταύτα εσκέπτετο ο Δικ Σανδ, ότε ησθάνθη ωσεί πνοήν διερχομένην επί του μετώπου του. Χειρ τις εστηρίχθη επί του ώμου του, και φωνή συγκεκινημένη εψιθύρισεν εις το ους του:

 — Ηξεύρω τα πάντα, πτωχέ μου Δικ, αλλ' ο Θεός δύναται ακόμη να μας σώση. Γενηθήτω το θέλημά του!

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ'.

ΚΑΤΑΔΥΤΙΚΟΣ ΚΩΔΩΝ


Εις την απροσδόκητον ταύτην αποκάλυψιν, ο Δικ Σανδ δεν ηδυνήθη να αποκριθή τι. Η κυρία Βέλδων άλλως τε επανήλθεν αμέσως εις την θέσιν της πλησίον του μικρού Ζακ. Προφανώς δεν ήθελε να είπη περισσότερα, και ο νεαρός δόκιμος δεν θα είχε το θάρρος να την κρατήση.

Ούτω λοιπόν η κυρία Βέλδων ήτο εν γνώσει των συμβαινόντων. Τα διάφορα γεγονότα της οδοιπορίας είχον διαφωτίσει και αυτήν, και ίσως η λέξις «Αφρική!» η τοσούτον αφρόνως προφερθείσα την προτεραίαν υπό του εξαδέλφου Βενεδίκτου.

 — Η κυρία Βέλδων ηξεύρει τα πάντα, έλεγε καθ' εαυτόν ο Δικ Σανδ. Λοιπόν, πολύ προτιμότερον τούτο. Η γενναία γυνή δεν απελπίζεται. Ούτε εγώ δεν θα απελπισθώ.

Μετά πολλής λοιπόν ανυπομονησίας περιέμενε να εξημερώση, ίνα δυνηθή να εξερευνήση τα περίχωρα του χωρίου εκείνου των τερμιτών.

Ποταμός εκβάλλων εις τον Ατλαντικόν και ταχύ τι ρεύμα αυτού, ιδού τι απητείτο να εύρη, όπως μεταφέρη την μικράν συνοδείαν, και είχον ωσεί προαίσθημά τι ότι ο ρύαξ εκείνος δεν θα ήτο μακράν.

Ό,τι απητείτο προ πάντων ήτο ν' αποφύγη την συνάντησιν των ιθαγενών, ίσως ορμησάντων ήδη επί την καταδίωξιν αυτών υπό την οδηγίαν του Χάρρη και του Νεγορού.

Αλλ' η ημέρα δεν ήρχετο εισέτι. Ουδεμία φαύσις διεισέδυε διά του κατωτέρου στομίου εντός του κώνου. Βρονταί, τας οποίας το πάχος των τοίχων καθίστα υποκώφους, εμαρτύρουν ότι η θύελλα δεν κατηυνάζετο.

Ο Δικ Σανδ, προσηλώσας το ους, ήκουεν ωσαύτως την βροχήν πίπτουσαν βιαίως εις την βάσιν του μυρμηκώνος, και επειδή αι πλατείαι σταγόνες δεν εκτύπων πλέον έδαφος στερεόν, ώφειλε να συμπεράνη ότι όλη η πεδιάς κατεκλύσθη.

Θα ήτο ενδεκάτη ώρα περίπου. Ο Δικ Σανδ ησθάνθη τότε ότι είδος τι νάρκης, αν όχι αληθής ύπνος, έμελλε να τον αποκοιμίση.

Όπως δήποτε θα ήτο τούτο μικρά ανάπαυσις. Αλλά καθ' ήν στιγμήν έμελλε να ενδόση, σκέψις τω επήλθεν ότι διά της επισωρεύσεως της εμπεποτισμένης αργίλου, το κατώτερον άνοιγμα εκινδύνευε να φραχθή. Τότε πάσα δίοδος του εξωτερικού αέρος θα εκωλύετο, η δε αναπνοή των εν τω εσωτερικώ δέκα ατόμων έμελλε να τον μολύνη πληρούσα αυτόν ανθρακικού οξέως.

Ο Δικ Σανδ ωλίσθησε λοιπόν μέχρι του εδάφους, όπερ είχεν ανυψωθή μέχρι της αργίλου του πρώτου πατώματος των κοιλωμάτων.

Το στρώμα εκείνο ήτο έτι εντελώς ξηρόν, το δε στόμιον καθ' ολοκληρίαν ανοικτόν.

Ο αήρ εισέδυσεν ελευθέρως εντός του κώνου, και μετ' αυτού λάμψεις τινές των εξαστράψεων και αι ζωηραί αντηχήσεις της καταιγίδος εκείνης, ην κατακλυσμιαία βροχή δεν ηδύνατο να καταπαύση.
 
Ο Δικ Σανδ είδεν ότι τα πάντα είχον καλώς. Ουδείς άμεσος κίνδυνος ηπείλει τους ανθρωπίνους εκείνους τερμίτας, οίτινες είχον υποκαταστήσει την αποικίαν των νευροπτέρων.

Εσκέφθη λοιπόν ο νεαρός δόκιμος ν' ανακτήση δυνάμεις μετά τινων ωρών ύπνον, αφού υφίστατο ήδη την επιρροήν αυτού.

Αλλά προς μεγαλειτέραν προφύλαξιν κατεκλίθη επί του αργιλώδους επιστρώματος, εις την βάσιν του κώνου, πλησίον του στενού ανοίγματος.

Τοιουτοτρόπως ουδέν ηδύνατο να συμβή εις τα εκτός χωρίς να το αισθανθή πρώτος αυτός.

Η ανατολή της ημέρας θα τον αφύπνιζεν επίσης, και θα ηδύνατο να αρχίση την εξερεύνησιν της πεδιάδος.
 
Ο Δικ Σανδ κατεκλίθη λοιπόν, την κεφαλήν ακουμβήσας επί του τοίχου, κρατών εις την χείρα το πυροβόλον, και σχεδόν αμέσως απεκοιμήθη.

Πόσον διήρκεσεν η κάρωσις εκείνη δεν ηδύνατο να εννοήση, αλλ' αίφνης αφυπνίσθη αισθανθείς ζωηράν δρόσον.

Ανηγέρθη και είδεν μετά μεγίστης ανησυχίας ότι το ύδωρ επλημμύρει τον μυρμηκώνα, και τόσον μάλιστα ταχέως, ώστε εντός ολίγων δευτερολέπτων έφθασεν εις το πάτωμα των κοιλοτήτων, όπερ κατείχον ο Τωμ και ο Ηρακλής.

Ούτοι, αφυπνισθέντες υπό του Δικ Σανδ, έμαθον την νέαν εκείνην περιπλοκήν.

Ο φανός αναφθείς εφώτισεν αμέσως το εσωτερικόν του κώνου.

Το ύδωρ είχε σταματήσει εις πέντε περίπου ποδών ύψος και έμεινε στάσιμον.

 — Τι είναι Δικ; ηρώτησεν η κυρία Βέλδων.

 — Τίποτε, απεκρίθη ο νεαρός δόκιμος. Το κατώτερον μέρος του κώνου επλημμύρισε. Πιθανόν είναι ότι κατά την καταιγίδα ταύτην γειτονικός τις ποταμός εξεχύλισεν εις την πεδιάδα.

 — Καλόν τούτο! είπεν ο Ηρακλής. Απόδειξις ότι ο ποταμός είναι εδώ.

 — Ναι, απήντησεν ο Δικ Σανδ, και αυτός θα μας φέρη εις την παραλίαν. Ησυχάσατε λοιπόν, κυρία Βέλδων, το ύδωρ δεν δύναται να φθάση μήτε υμάς, μήτε τον μικρόν Ζακ, μήτε την Ναν, μήτε τον εξάδελφον Βενέδικτον.
 
Η κυρία Βέλδων δεν απεκρίθη, ο δε εξάδελφος εκοιμάτο ως αληθής τερμίτης.

Εν τούτοις οι μαύροι, κεκλιμένοι όντες επί της υδατώδους εκείνης σινδόνης, περιέμενον όπως ο Δικ Σανδ όστις εμέτρει το ύψος της πλημμύρας τους ειδοποιήση τι έπρεπε να πράξωσιν.

Ο Δικ Σανδ εσιώπα, αφού προεφύλαξεν από τας προσβολάς της πλημμύρας, τας ζωοτροφίας και τα όπλα.

 — Το ύδωρ εισήλθε διά της οπής; ηρώτησεν ο Τωμ.

 — Ναι, απήντησε ο Δικ Σανδ, και τώρα εμποδίζει την ανανέωσιν του εσωτερικού αέρος.

 — Δεν ημπορούμεν να ανοίξωμεν άλλην οπήν εις τον τοίχον υπεράνω της επιφανείας του ύδατος; ηρώτησεν ο γέρων μαύρος.
 
 — Βέβαια ειμπορούμεν, Τωμ, αλλά, εάν έχωμεν πέντε ποδών ύδωρ εντός, θα υπάρχει έξ ή επτά . . ίσως περισσότερον . . . έξω.

 — Και τι νομίζετε, κύριε Δικ;

 — Νομίζω, Τωμ, ότι το ύδωρ, αναβαίνον εις το εσωτερικόν του μυρμηκώνος, επίεσε τον αέρα εις το ανώτερον αυτού μέρος, και ότι ο αήρ ούτος το εμποδίζει να υψωθή περισσότερον. Αλλ' εάν τρυπήσωμεν εις τον τοίχον οπήν διά της οποίας να διαφεύγη ο αήρ, ή το ύδωρ θα αναβή ακόμη μέχρις ου φθάση την εξωτερικήν επιφάνειαν, ή εάν υπερβή την οπήν, θα φθάση μέχρι του σημείου ένθα ο πιεσθείς αήρ θα το συνείχε πάλιν. Είμεθα λοιπόν ενταύθα ως εν καταδυτικώ κώδωνι.

 — Τι να πράξωμεν λοιπόν; ηρώτησε ο Τωμ.

 — Θα σκεφθώμεν πριν ή ενεργήσωμεν, απήντησεν ο Δικ Σανδ. Μία αφροσύνη θα ηδύνατο να διακινδυνεύση την ζωήν μας. Η παρατήρησις του νεαρού δοκίμου ήτο ορθοτάτη. Συγκρίνων τον κώνον προς υποβρύχιον κώδωνα είχε δίκαιον.

 — Η διαφορά μόνον ήτο, ότι εν τω μηχανήματι τούτω ο αήρ ανανεούται ακαταπαύστως διά των σιφώνων, οι δε δύται καταλήλως αναπνέουσι, και δεν υφίστανται άλλα δυσάρεστα, ειμή όσα δύνανται να προκύψωσιν εκ παρατεταμένης διαμονής εν ατμοσφαίρα πεπιεσμένη μη εχούση πλέον τακτικήν πίεσιν.

Αλλ' ενταύθα, πλην των ατοπημάτων τούτων, ο χώρος είχεν ήδη σμικρυνθή κατά το έν τρίτον διά της εισβολής του ύδατος, όσον δ' αφορά τον αέρα, ούτος δεν θα ανανεούτο εάν διά τινος οπής δεν έθετον αυτόν εις συγκοινωνίαν μετά της εξωτερικής ατμοσφαίρας.

Αλλ' ηδύνατο άραγε, χωρίς να διατρέξωσι τους κινδύνους, ους ανέφερεν ο Δικ Σανδ, να ανοίξωσι την οπήν εκείνην και η θέσις των δεν θα καθίστατο εκ τούτου μάλλον σοβαρά;

Το βέβαιον είναι ότι το ύδωρ εκρατείτο τότε εις επιφάνειαν την οποίαν δύο μόνον αιτίαι ηδύναντο να αυξήσωσιν, ή εάν ηνοίγετο οπή και η εσωτερική επιφάνεια του ύδατος ήτο υψηλοτέρα της εξωτερικής, ή εάν το ύδωρ εκείνο ηύξανεν έτι μάλλον.

Και εις τας δύο ταύτας περιπτώσεις δεν θα έμενε πλέον εις το εσωτερικόν του κώνου ειμή στενόν διάστημα, ένθα ο μη ανανεούμενος αήρ ήθελε συμπυκνωθή περισσότερον.
 
Αλλά και ο μυρμηκών δεν εκινδύνευε να αποσπασθή από του εδάφους και να ανατραπή υπό της πλημμύρας, προς έσχατον κίνδυνον των εν αυτώ κεκλεισμένων;

Όχι, διότι ως αι καλύβαι των καστόρων η βάσις αυτής ήτο στερεωτάτη.

Λοιπόν ό,τι καθίστα την περίπτωσιν φοβερωτέραν ήτο η επιμονή της καταιγίδος και κατ' ακολουθίαν η αύξησις της πλημμύρας.

Τριάκοντα ποδών ύδωρ εν τη πεδιάδι θα κατεκάλυπτε το εκ δεκαοκτώ ποδών κόνων και θα συνεπίεζε το εσωτερικόν αέρα υπό πίεσιν μιας ατμοσφαίρας.
 
Ο Δικ Σανδ σκεπτόμενος καλώς ήρχισε να φοβήται, μήπως η πλημμύρα εκείνη λάβη σημαντικήν ανάπτυξιν.

Τωόντι, αύτη δεν θα ωφείλετο μόνον εις τον κατακλυσμόν εκείνον, τον οποίον εξεκένουν τα νέφη.

Εφαίνετο πιθανώτερον ότι ρεύμα τι των περιχώρων, εξογκωθέν υπό της καταιγίδος, είχε διαρρήξει την κοίτην αυτού και διαχυθή επί της πεδιάδος ήτις ευρίσκετο χαμηλότερον. Και ποία άρα γε η απόδειξις ότι ο μυρμηκών δεν είχε τότε εντελώς κατακλυσθή, και ότι δεν ήτο πλέον δυνατόν να εξέλθωσιν ουδέ διά της κορυφής, την οποίαν ούτε μακρόν ούτε δύσκολον θα ήτο να κατεδαφίσωσιν!

Ο Δικ Σανδ, ες άκρον ανήσυχος εσκέπτετο τι ώφειλε να πράξη.

Έπρεπε να περιμένη ή να επισπεύση την λύσιν της δυσχερείας εκείνης, αφού μελετήση καλώς τα πράγματα;

Ήτο τότε τρίτη ώρα της πρωίας. Πάντες ακίνητοι, σιωπηλοί, ηκροώντο.

Οι εξωτερικοί θόρυβοι έφθανον λίαν ασθενείς διά της πεφραγμένης οπής.

Εν τούτοις υπόκωφός τις βοή, εκτεταμένη και συνεχής, εμαρτύρει σαφώς ότι η πάλη των στοιχείων δεν είχε παύσει.

Κατ' εκείνην την στιγμήν ο γέρων Τωμ εποίησε την παρατήρησιν, ότι η επιφάνεια του ύδατος υψούτο ολίγον κατ' ολίγον.

 — Ναι, απήντησεν ο Δικ Σανδ, και εάν αναβαίνη, ει και ο αήρ δεν δύναται να φύγη έξω, τούτο σημαίνει ότι η πλημμύρα αυξάνει και το πιέζει επί μάλλον και μάλλον.

 — Έως τώρα το πράγμα δεν είναι σπουδαίον, είπεν ο Τωμ.

 — Βεβαίως, απεκρίθη ο Δικ Σανδ, αλλά πού θα σταματήση η ύψωσις αύτη;

 — Κύριε Δικ, ηρώτησεν ο Βαρθολομαίος, θέλετε να εξέλθω από τον μυρμηκώνα; Βυθιζόμενος, θα προσπαθήσω να εξέλθω διά της οπής.

 — Προτιμότερον να κάμω εγώ αυτήν την απόπειραν, απεκρίθη ο Δικ Σανδ.

 — Όχι, κύριε Δικ, όχι απεκρίθη ζωηρώς ο γέρων Τωμ. Αφήσατε τον υιόν μου και εμπιστευθήτε εις την επιτηδειότητά του. Εις περίπτωσιν καθ' ήν δεν θα ειμπορέση να επιστρέψη, η παρουσία σας είναι αναγκαία εδώ.

Είτα, χαμηλώτερον:

 — Μη λησμονήτε την κυρίαν Βέλδων και τον μικρόν Ζακ.

 — Έστω απήντησεν ο Δικ Σανδ, υπάγετε λοιπόν, Βαρθολομαίε. Εάν ο μυρμηκών κατακλυσθή, μη ζητήσετε να εισέλθετε. Θα προσπαθήσωμεν να εξέλθωμεν, όπως θα εξέλθετε υμείς. Αλλ' εάν ο κώνος μένη εισέτι έξω του ύδατος, κτυπήσατε ισχυρώς την κορυφήν του διά του πελέκεως τον οποίον θα κρατήτε. Θα σας ακούσωμεν και θα χρησιμεύση τούτο ως σύνθημα ότι πρέπει και ημείς να τον κατεδαφίσωμεν. Εννοείτε;

 — Μάλιστα, κύριε Δικ, απήντησεν ο Βαρθολομαίος.

 — Ύπαγε λοιπόν, τέκνον μου, προσέθηκεν ο γέρων Τωμ, θλίψας την χείρα του υιού του.

Ο Βαρθολομαίος, αφού ανέπνευσεν αρκετόν αέρα, εβυθίσθη υπό την υγράν μάζαν της οποίας το βάθος υπερέβαινε τους πέντε πόδας. Η εργασία ήτο λίαν δυσχερής, καθότι πρώτον μεν ώφειλε να αναζητήση την κάτω οπήν, είτα δε να ανέλθη εις την επιφάνειαν των υδάτων. Τούτο απήτει ταχείαν εκτέλεσιν.

Ήμισυ λεπτόν παρήλθεν. Ενώ ο Δικ Σανδ εσκέπτετο ότι ο Βαρθολομαίος επέτυχε να εξέλθη, αίφνης ο μαύρος ανεπήδησε πάλιν.
 
 — Λοιπόν; ηρώτησεν ο Δικ Σανδ.

 — Η οπή είναι πεφραγμένη υπό των κρημνισμάτων, απεκρίθη ο Βαρθολομαίος άμα ηδυνήθη να αναπνεύση.

 — Πεφραγμένη! επανέλαβεν ο Τωμ.

 — Ναι, απεκρίθη ο Βαρθολομαίος. Το ύδωρ πιθανώς διέλυσε την άργιλον. Εψηλάφησα τον τοίχον διά της χειρός. Δεν υπάρχει οπή.

Ο Δικ Σανδ έσεισε την κεφαλήν. Αυτός και οι μετ' αυτού ήσαν αραρότως κεκλεισμένοι εντός του κώνου εκείνου, τον οποίον το ύδωρ θα κατεκάλυπτεν ίσως.

 — Εάν δεν υπάρχη πλέον οπή, είπε τότε ο Ηρακλής, πρέπει να ανοίξωμεν άλλην.

 — Περιμένετε, είπεν ο νεαρός δόκιμος σταματών τον Ηρακλέα, όστις με τον πέλεκυν εις την χείρα ητοιμάζετο να βυθισθή.

Ο Δικ Σανδ εσκέφθη επί τινας στιγμάς. Είτα δε,

 — Πρέπει να εργασθώμεν αλλέως. Όλον το ζήτημα είναι να μάθωμεν εάν το ύδωρ καλύπτη τον μυρμηκώνα ή όχι. Εάν ανοίξωμεν μικράν οπήν εις την κορυφήν του κώνου, θα μάθωμεν τι συμβαίνει. Αλλ' εις περίπτωσιν καθ' ήν ο μυρμηκών είναι ήδη κατακεκλυσμένος, το ύδωρ θα καταπλημμυρήση εδώ και θα χαθώμεν. Ας αρχίσωμεν ψηλαφούντες.

 — Αλλά ταχέως, είπεν ο Τωμ.

 — Τωόντι η επιφάνεια του ύδατος εξηκολούθει να αναβαίνη ολίγον κατ' ολίγον. Το ύδωρ τότε είχεν ύψος έξ ποδών εις το εσωτερικόν του κώνου. Εξαιρέσει της κυρίας Βέλδων, του υιού αυτής, του εξαδέλφου Βενεδίκτου και της Ναν, οίτινες είχον καταφύγει εις τας ανωτέρας κοιλότητας, όλοι τώρα ήταν βεβυθισμένοι μέχρι της οσφύος εν τω ύδατι.

Καθίστατο λοιπόν επάναγκες να σπεύσωσι την εργασίαν, ως προέτεινεν ο Δικ Σανδ.

Ένα πόδα υπεράνω της εσωτερικής επιφανείας, κατ' ακολουθίαν δε επτά πόδας υπεράνω του εδάφους, ο Δικ Σανδ απεφάσισε να τρυπήση οπήν εν τω αργιλώδει τοίχω.

Εάν διά της οπής ταύτης ήρχοντο εις συγκοινωνίαν μετά του εξωτερικού αέρος, σημείον ότι ο κώνος εξείχε του ύδατος.
 
Εάν εξ εναντίας η οπή εκείνη ηνοίγετο κάτωθεν της επιφανείας του εξωτερικού ύδατος, ο αήρ θα απωθείτο εσωτερικώς και εν τη περιπτώσει ταύτη έπρεπε να την φράξωσι τάχιστα, άλλως το ύδωρ θα υψούτο μέχρις αυτής.

Έπειτα θα ήρχιζαν πάλιν το πείραμα ένα πόδα υψηλότερον και ούτω καθεξής.
 
Αλλ' εάν τέλος εις το ανώτερον μέρος του κώνου δεν εύρισκον και πάλιν εξωτερικόν αέρα, τούτο θα εσήμαινεν ότι υπήρχεν ύδωρ εν τη πεδιάδι περισσότερον των δεκαπέντε ποδών, και ότι όλον το χωρίον των τερμιτών εξηφανίσθη υπό την πλημμύραν.

Και τότε, ποία ελπίς έμενεν εις τους εν τω μυρμηκώνι εγκεκλεισμένους να διαφύγωσι τον φοβερώτερον των θανάτων, τον εκ βραδείας ασφυξίας θάνατον!

Ο Δικ Σανδ εγίνωσκε πάντα ταύτα, αλλ' η ψυχραιμία του μηδέ στιγμήν τον εγκατέλιπεν.

Είχε σαφώς υπολογίσει τας συνεπείας του μελετωμένου πειράματος.

Άλλως τε δε να περιμένη περισσότερον ήτο αδύνατον.

Η ασφυξία ήτο απειλητική εις τον στενόν εκείνον χώρον, τον οποίον εκάστη στιγμή εστένευε περισσότερον, εντός κέντρου κατακεκορεσμένου ήδη υπό ανθρακικού οξέως.

Το καλλίτερον εργαλείον, όπερ είχε να μεταχειρισθή ο Δικ Σανδ διά να ανοίξη την οπήν εκείνην εν τω τοίχω, ήτο ο οβελός πυροβόλου όστις είχεν εις την άκραν του εκπωματιστήριον, χρησιμεύον προς εκκένωσιν του όπλου. Ο κοχλίας εκείνος, περιστραφείς ταχέως εντός της αργίλου ως τρύπανον, ήνοιξεν ολίγον κατ' ολίγον οπήν. Δεν ηδύνατο λοιπόν να έχη άλλην διάμετρον ειμή την του οβελού, αλλά τούτο θα ήρκει. Ο αήρ θα ηδύνατο να διέλθη δι' αυτής.

Ο Ηρακλής, κρατών τον φανόν υψωμένον, εφώτιζε τον Δικ Σανδ.

Είχον και άλλα κηρία παραπληρωματικά, ώστε δεν εφοβούντο ότι θα εστερούντο φωτός.

Ολίγας στιγμάς μετά την έναρξιν της εργασίας, ο οβελός ενεπήχθη ελευθέρως εις τον τοίχον.

Αμέσως παρήχθη υπόκωφος θόρυβος ομοιάζων προς εκείνον ον παράγουσι σφαιρίδια αέρος διαφεύγοντα διά στήλης ύδατος.

Ο αήρ διέφευγεν έξω, και την αυτήν στιγμήν η επιφάνεια του ύδατος ανέβη εις τον κώνον και εστάθη μέχρι της οπής, όπερ απεδείκνυεν ότι ετρύπησαν πολύ χαμηλά, ήτοι κάτωθεν της μάζης.

 — Πρέπει να αρχίσωμεν εκ νέου την εργασίαν, είπε ψυχρώς ο νεαρός δόκιμος φράττων ταχέως την οπήν διά δρακός αργίλου.

Το ύδωρ έμεινεν πάλιν στάσιμον εν τω κώνω, αλλ' ο εναπολειφθείς χώρος είχεν ελαττωθή πλέον των οκτώ δακτύλων.

Η αναπνοή εγίνετο δύσκολος, καθότι το οξυγόνον ήρχιζε να ελλείπη. Έβλεπέ τις τούτο ωσαύτως εις το φως του φανού, όπερ ερυθρούτο και έχανε μέρος της λάμψεώς του.

Ένα πόδα υπεράνω της πρώτης οπής ο Δικ Σανδ ήρχισε αμέσως να τρυπά δευτέραν διά του αυτού τρόπου. Εάν το πείραμα δεν επετύγχανε, το ύδωρ θα ανέβαινε περισσότερον εντός του κώνου . . . αλλ' έπρεπε να μη διστάσωσι προ του κινδύνου τούτου.

Ενώ ο Δικ Σανδ εχειρίζετο το τύμπανόν του, ήκουσεν αίφνης τον εξάδελφον Βενέδικτον κράζοντα:

 — Ω διάβολε! ιδού . . . ιδού . . . ιδού διατί!

Ο Ηρακλής ύψωσε τον φανόν του και διεύθυνε το φως αυτού προς τον εξάδελφον Βενέδικτον, του οποίου η μορφή εξέφραζε τελείαν ευχαρίστησιν.
 
 — Ναι, επανέλαβεν, ιδού διατί οι νοήμονες ούτοι τερμίται εγκατέλιπον τον μυρμηκώνα. Είχον προαισθανθή την πλημμύραν. Α! το ορμέμφυτον, φίλοι μου, το ορμέμφυτον! Οι τερμίται πονηρότεροι ημών, πολύ πονηρότεροι.

Και τούτο ήτο όλον το ηθικόν συμπέρασμα, όπερ ο εξάδελφος Βενέδικτος εξήγαγεν εκ της καταστάσεως εκείνης.

Κατ' εκείνην την στιγμήν ο Δικ Σανδ ανέσυρε τον οβελόν, όστις είχε διατρυπήσει τον τοίχον. Συριγμός τις παρήχθη.

Το ύδωρ ανέβη κατά ένα έτι πόδα εις το εσωτερικόν του κώνου. Η οπή δεν είχε συναντήσει τον ελεύθερον αέρα εις τα έξω.

Η θέσις των ήτο τρομερά. Η κυρία Βέλδων, σχεδόν προσβληθείσα υπό του ύδατος, ανύψωσε τον μικρόν Ζακ εις τας χείρας της. Όλοι επνίγοντο εις τον στενόν εκείνον χώρον.

Τα ώτα αυτών εβόμβουν. Ο φανός δεν έρριπτε πλέον ειμή φως ανεπαρκές.

 — Μήπως ο κώνος ευρίσκετο όλος υπό το ύδωρ; εψιθύρισεν ο Δικ Σανδ.

Ήτο ανάγκη να το μάθη, προς τούτο δε ετρύπησε και τρίτην οπήν εις την κορυφήν αυτήν του κώνου.

Αλλ’ ήτο η ασφυξία, ήτο ο άμεσος θάνατος, εάν το αποτέλεσμα και της τελευταίας εκείνης αποπείρας απέβαινεν άκαρπον. Όσος αήρ έμενεν εις τα εντός θα εξήρχετο διά της ανωτέρας οπής, και το ύδωρ θα επλήρου τον κώνον ολόκληρον!

 — Κυρία Βέλδων, είπε τότε ο Δικ Σανδ, γνωρίζετε την θέσιν μας. Εάν βραδύνωμεν, ο εισπνεύσιμος αήρ θα εκλείψη. Εάν η τρίτη απόπειρα αποτύχη, το ύδωρ θα πληρώση όλον τούτον τον χώρον. Η μόνη ελπίς ήτις μας μένει είναι, εάν η κορυφή του κώνου υπερβαίνη την επιφάνειαν της πλημμύρας. Πρέπει να δοκιμάσωμεν την τελευταίαν ταύτην απόπειραν. Θέλετε;

 — Πράξον, Δικ, απεκρίθη η Κυρία Βέλδων.

Κατ' εκείνην την στιγμήν ο φανός εσβέσθη εν τω κέντρω εκείνω τω λίαν ακαταλλήλω προς ανάφλεξιν.

Η κυρία Βέλδων και οι μετ' αυτής εβυθίσθησαν εις εντελές σκότος.

Ο Δικ Σανδ ανερριχήθη επί των ώμων του Ηρακλέους, όστις είχε προσκολληθή εις μίαν των πλαγίων κοιλοτήτων, και του οποίου μόνη η κεφαλή υπερείχε του ύδατος.

Η κυρία Βέλδων, ο Ζακ, ο εξάδελφος Βενέδικτος ήσαν περιεσφιγμένοι εις το ανώτατον μέρος των κοιλοτήτων.

Ο Δικ Σανδ προσέβαλε τον τοίχον και ο οβελός του εβυθίσθη ταχέως εις την άργιλον.

Εις το μέρος εκείνο ο τοίχος ήτο παχύτερος και σκληρότερος, τούτου ένεκα δε ολιγώτερον εύκολος να διατρυπηθή.

Ο Δικ Σανδ έσπευδεν, ουχί άνευ τρομεράς αγωνίας, καθότι διά της μικράς εκείνης οπής ή μετά του αέρος θα εισήρχετο η ζωή, ή μετά του ύδατος ο θάνατος.

Αίφνης ηκούσθη σύριγμα οξύ. Ο συμπεπιεσμένος αήρ διεξέφυγεν . . . αλλά και φωτεινή ακτίς εισήλθε διά του τοίχου.

Το ύδωρ ανήλθε κατά οκτώ μόνον δακτύλους, και εστάθη χωρίς να λάβη ανάγκην ο Δικ Σανδ να κλείση πάλιν την οπήν εκείνην.

Η μεταξύ της εσωτερικής και εξωτερικής επιφανείας ισορροπία είχεν επέλθει.

Η κορυφή του κώνου υπερεξείχεν. Η κυρία Βέλδων και οι μετ' αυτής εσώθησαν.

Αμέσως, μετά φρενητιώδες «ουρρά» εν τω οποίω εδέσποζεν η βροντώδης φωνή του Ηρακλέου, αι μάχαιραι ετέθησαν εις ενέργειαν.
 
Η κορυφή ζωηρώς προσβληθείσα, επλαντύθη, ο καθαρός αήρ εισέδυσεν απλέτως, και μετ' αυτού εισέδυσαν και αι πρώται ακτίνες του ανατέλλοντος ηλίου.

Αποκορυφωθέντος άπαξ του κώνου θα ήτο εύκολον να αναρριχηθώσιν επί του τοίχου, και θα εσκέπτοντο τότε διά τίνος μέσου να φθάσωσιν εις γειτονικόν τι ύψωμα, μακράν πάσης πλημμύρας.

Ο Δικ Σανδ ανέβη πρώτος εις την κορυφήν του κώνου.

Κραυγή διέφυγεν αυτώ.

Ιδιαίτερός τις θόρυβος, λίαν γνωστός εις τους περιηγητάς της Αφρικής, ον αφίνουσι τα βέλη συρίζοντα, διήλθε τον αέρα.
 
Ο Δικ Σανδ επρόφθασε να ίδη εκατόν βήματα μακράν του μυρμηκώνος στρατόπεδόν τι, και δέκα βήματα μακράν του κώνου επί της πλημμυρισθείσης πεδιάδος, μακράς λέμβους πλήρεις ιθαγενών.

Εκ μιας των λέμβων εκείνων είχεν αφεθή το νέφος των βελών, καθ' ήν στιγμήν η κεφαλή του νεαρού δοκίμου προέκυπτεν έξω της οπής.

Ο Δικ Σανδ δι' ολίγων λέξεων είπε τα πάντα εις τους συντρόφους του.

Λαβών δε το πυροβόλον του και ακολουθούμενος υπό του Ηρακλέους, του Ακτέωνος και του Βαρθολομαίου, ενεφανίσθη πάλιν εις την κορυφήν του κώνου, και άπαντες επυροβόλησαν κατά μιας λέμβου.



Πολλοί ιθαγενείς έπεσαν, ωρυγμοί δε συνοδευθέντες υπό πυροβολισμών, απήντησαν εις την εκπυρσοκρότησιν ταύτην.

Αλλά τι ηδύναντο να πράξωσιν ο Δικ Σανδ και οι μετ' αυτού εναντίον εκατοντάδος Αφρικανών περικυκλωσάντων αυτούς πανταχόθεν;

Ο μυρμηκών εκυριεύθη. Η κυρία Βέλδων, το τέκνον της, ο εξάδελφος Βενέδικτος, απεσπάθησαν εκείθεν κτηνωδώς και χωρίς να λάβωσι καιρόν μήτε να ομιλήσωσι μήτε να θλίψωσιν αλλήλων την χείρα διά τελευταίαν φοράν, απεχωρίσθησαν οι μεν από τους δε βεβαίως κατά προηγουμένως δοθείσας διαταγάς.
 
Μία πρώτη λέμβος παρέλαβε την κυρίαν Βέλδων, τον μικρόν Ζακ και τον εξάδελφον Βενέδικτον, ο δε Δικ Σανδ τους είδεν εξαφανιζομένους εις το μέσον του στρατοπέδου.

Αυτός δε, συνοδευόμενος υπό της Ναν, του γέροντος Τωμ, του Ηρακλέους, του Βαρθολομαίου, του Ακτέωνος και του Αυγουστίνου, ερρίφθη εις δευτέραν πιρόγαν, ήτις διηυθύνθη προς άλλο μέρος του λόφου.

Είκοσιν ιθαγενείς επέβαινον της λέμβου ταύτης, την οποίαν ηκολούθουν πέντε άλλαι.

Να αντισταθώσιν ήτο αδύνατον, και εν τούτοις ο Δικ και οι μετ' αυτού επειράθησαν τούτο.

Στρατιώταί τινες της συνοδείας επληγώθησαν υπ' αυτών, και βεβαίως θα επλήρωνον διά της ζωής των την αντίστασιν ταύτην, εάν δεν υπήρχεν ρητή διαταγή να φεισθώσιν αυτών.

Εντός ολίγων λεπτών το ταξείδιον επερατώθη.

Αλλά καθ' ήν στιγμήν η λέμβος εσταμάτησεν, ο Ηρακλής, δι' άλματος ακατασχέτου, επήδησεν επί του εδάφους.

Δύο ιθαγενείς ώρμησαν κατ' αυτού· αλλ' ο γίγας περιέτρεψε το πυροβόλον του ως ρόπαλον και οι ιθαγενείς έπεσαν με το κρανίον συντεθραυσμένον.
 
Μετά μίαν στιγμήν ο Ηρακλής εγένετο άφαντος υπό το φύλλωμα των δένδρων εν μέσω χαλάζης σφαιρών, καθ' ήν στιγμήν ο Δικ Σανδ και οι μετ' αυτού, αφού απετέθησαν χαμαί, εδέθησαν ως δούλοι.
 

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'.

ΚΑΤΑΣΚΗΝΩΣΙΣ ΕΠΙ ΤΩΝ ΟΧΘΩΝ ΤΟΥ ΚΟΑΝΖΑ


Η θέα της χώρας, αφότου η πλημμύρα μετέβαλεν εις λίμνην την πεδιάδα εκείνην εν τη οποία υψούτο το χωρίον των τερμιτών, είχεν εντελώς μεταβληθή.

Είκοσι περίπου μυρμηκώνες υπερείχαν διά του κώνου των και εσχημάτιζον τα μόνα εξέχοντα σημεία επί της ευρείας εκείνης λεκάνης.

Ο Κοάνζας είχεν υπερχειλίσει ένεκα της εις αυτόν εισβολής των υπό της καταιγίδος εξογκωθέντων υδάτων των παραποτάμων του.

Ο Κοάνζας ούτος, είς των ποταμών της Αγγόλας, χύνεται εις τον Ατλαντικόν ωκεανόν, εκατόν μίλια μακράν του μέρους όπου εξώκειλε το «Πίλγριμ».

Τον ποταμόν τούτον ώφειλε να διέλθη μετά τινα έτη ο υποπλοίαρχος Καμερών, πριν φθάση εις Βεγγουέλαν. Ο Κοάνζας είναι προωρισμένος να καταστή το όργανον της εσωτερικής διαμετακομίσεως του μέρους τούτου της πορτογαλικής αποικίας.

Ήδη ατμόπλοια αναπλέουσι το κάτω ρεύμα αυτού και πριν ή παρέλθωσι δέκα έτη θα διαπλεύσωσι και την ανωτέραν αυτού κοίτην.

Φρονίμως λοιπόν έπραξεν ο Δικ Σανδ ζητήσας προς βορράν πλωτόν τινα ποταμόν.

Ο ρύαξ, ον είχε ακολουθήσει, εχύνετο εις αυτόν τούτον τον Κοάνζαν.

Εάν δεν συνέβαινεν η αιφνιδία εκείνη επίθεσις, κατά της οποίας ουδέν ηδυνήθη να τον προφυλάξη, θα τον εύρισκεν έν μίλιον απωτέρω, οι δε σύντροφοί του και αυτός θα επέβαινον σχεδίας ευκόλως κατασκευαζομένης και θα είχον μεγάλην ελπίδα να κατέλθωσι τον Κοάνζαν μέχρι των πορτογαλικών κωμών, ένθα προσορμίζονται τα ατμόπλοια. Εκεί θα ήτο εξηφαλισμένη η σωτηρία των.

Αλλά δεν συνέβη ούτω.

Το υπό του Δικ Σανδ παρατηρηθέν στρατόπεδον ήτο εστημένον επί τινος υψώματος πλησίον του μυρμηκώνος, εντός του οποίου η μοίρα τον είχε ρίψει ως παγίδα.

Εις την κορυφήν του υψώματος εκείνου ηγείρετο γιγαντιαία συκομυρέα, ήτις ευκόλως θα εστέγαζε πεντακοσίους ανθρώπους υπό το τεράστιον αυτής φύλλωμα.

Όστις δεν είδε τα γιγαντώδη ταύτα δένδρα της κεντρώας Αφρικής δεν δύνανται να σχηματίση ιδέαν περί αυτών· οι κλάδοι αυτών αποτελούσι δάσος και δύναταί τις να αποπλανηθή εν μέσω αυτών.

Απώτερον, βανανέαι εξ εκείνων των οποίων οι σπόροι δεν μεταβάλλονται εις καρπούς, συνεπλήρουν το πλαίσιον του ευρέος εκείνου τοπίου.
 
Υπό την σκέπην της συκομορέας εκείνης, κρυπτομένη ως εν μυστηριώδει ασύλω ολόκληρος συνοδεία — εκείνη της οποίας την άφιξιν είχεν αναγγείλει εις τον Νεγορόν ο Χάρρης — είχε κατασκηνώσει.

Η πολυάριθμος εκείνη ομάς των ιθαγενών, αποσπασθέντων εκ των χωρίων των υπό των υπαλλήλων του σωματεμπόρου Αλβέζ, κατηυθύνετο προς την αγοράν του Καζονδέ. Εκείθεν οι δούλοι, κατά τας παρουσιασθησομένας ανάγκας, θα αποστέλλοντο είτε εις τα δυτικά της χώρας παραπήγματα, είτε εις Νυαγγέ, εις την ζώνην των μεγάλων λιμνών, όπως διανεμηθώσιν ή εις την άνω Αίγυπτον, ή εις τα πρακτορεία της Ζανζιβάρης . .

Άμα τη αφίξει αυτών εις το στρατόπεδον, ο Δικ Σανδ και οι μετ' αυτού ελογίσθησαν ως δούλοι.

Εις τον γέροντα Τωμ, εις τον υιόν του, εις τον Αυγουστίνον, εις τον Ακτίωνα, εις την δυστυχή Ναν, καίτοι δεν ανήκον εις την Αφρικανικήν φυλήν, επεφυλάχθη η τύχη των ιθαγενών αιχμαλώτων. Αφού αφωπλίσθησαν, μεθ' όλην την ζωηράν των αντίστασιν, εκρατήθησαν εκ του τραχήλου, ανά δύο, διά τινος δικράνου μακρού έξ ή επτά ποδών και κλεισμένου εκατέρωθεν υπό ράβδου σιδηράς.

Τοιουτοτρόπως ήσαν υποχρεωμένοι να βαδίζωσι κατά γραμμήν, ο είς όπισθεν του άλλου, χωρίς να δύνανται να παρεκλίνωσι μήτε προς τα δεξιά, μήτε προς τα αριστερά.

Προς περισσοτέραν προφύλαξιν, βαρεία άλυσις τους συνέδεεν εκ της οσφύος.
 
Είχον λοιπόν τους βραχίονας ελευθέρους, όπως βαστάζωσι τα βάρη, και τους πόδας ελευθέρους, όπως βαδίζωσιν, αλλά δεν θα ηδύναντο να ποιήσωσι χρήσιν αυτών όπως φύγωσιν.
 
Ούτω δε έμελλον να διανύσωσιν εκατοντάδας μιλίων, υπό τας μαστιγώσεις οδηγού.
 
Κείμενοι κατά μέρος, καταβεβλημένοι υπό της αντιδράσεως ήτις επηκολούθησε τας πρώτας στιγμάς της εναντίον των μαύρων πάλης εκείνης, ουδόλως εκινούντο πλέον.
 
Διατί δεν ηδυνήθησαν να ακολουθήσωσι τον Ηρακλέα εν τη φυγή του! Και εν τούτοις τι ηδύναντο να ελπίζωσι διά τον φυγάδα; Όσον και αν ήτο ρωμαλέος, τι θα εγίνετο εν τη αφιλοξένω εκείνη χώρος, ένθα η πείνα, η μόνωσις, τα άγρια θηρία, οι ιθαγενείς, τα πάντα ήσαν κατ' αυτούς; Δεν θα ηναγκάζετο μετ' ολίγον να ποθήση την τύχην των συντρόφων του;

Και όμως ούτοι, ουδεμίαν ευσπλαχνίαν περιέμενον εκ των αρχηγών της συνοδείας, Αράβων ή Πορτογάλων, ομιλούντων γλώσσαν την οποίαν δεν ηδύναντο να εννοήσωσι, και οίτινες ουδεμίαν άλλην συνεννόησιν είχον μετ' αυτών ειμή διά βλεμμάτων και απειλητικών κινημάτων.

Μόνος ο Δικ Σανδ δεν ήτο δεδεμένος μετ' άλλου δούλου. Ήτο λευκός και δεν ετόλμησαν βεβαίως να τω επιβάλωσι την κοινήν μεταχείρισιν.

Αφοπλισθείς, είχεν ελευθέρους τους πόδας και τας χείρας, οδηγός τις όμως τον επετήρει ιδιαιτέρως. Παρετήρει το στρατόπεδον, και εις εκάστην στιγμήν περιέμενε να ίδη ή τον Νεγορόν ή τον Χάρρην . . .

Αλλ' η προσδοκία του εψεύσθη. Εν τούτοις δι' αυτόν ουδεμία αμφιβολία ότι οι δύο εκείνοι άθλιοι ήσαν οι διευθύνοντες την κατά του μυρμηκώνος επίθεσιν.
 
Τω επήλθε συγχρόνως η σκέψις ότι η κυρία Βέλδων, ο μικρός Ζακ και ο εξάδελφος Βενέδικτος είχον μεταφερθή κεχωρισμένως κατά τας διαταγάς του Αμερικανού ή του Πορτογάλου· μη βλέπων μήτε τον ένα μήτε τον άλλον, ενόμιζεν ότι οι δύο συνένοχοι συνώδευον ίσως τα θύματά των. Πού τους ωδήγουν;

Ποίαν τύχην επεφύλαττον αυτοίς; αύτη ήτο η σκληροτάτη φροντίς του.

Ο Δικ Σανδ ελησμόνει την ιδίαν εαυτού κατάστασιν σκεπτόμενος την κυρίαν Βέλδων και τους μετ' αυτής.

Η συνοδεία, εσκηνωμένη υπό την γιγαντιαίαν συκομορέαν, ηρίθμει περί τα οκτακόσια άτομα, ήτοι πεντακοσίους δούλους αμφοτέρων των φύλων, διακοσίους στρατιώτας και εκατόν αχθοφόρους, φύλακας, οδηγούς, πράκτορας ή αρχηγούς.

Οι αρχηγοί ούτοι ήσαν καταγωγής αραβικής ή πορτογαλικής. Δυσκόλως δύναταί τις να φαντασθή τας ωμότητας τας οποίας τα απάνθρωπα ταύτα όντα εξασκούσιν επί των αιχμαλώτων των.

Τους τύπτουσιν αδιακόπως, εκείνους δε οίτινες πίπτουσιν εξηντλημένοι και δεν είναι πλέον εις κατάστασιν να πωληθώσι, τους αποτελειώνουσι διά του πυροβόλου ή της μαχαίρας.

Τους συνέχουσι τοιουτοτρόπως διά του τρόμου· αλλά το αποτέλεσμα του συστήματος τούτου είναι ότι κατά την άφιξιν της συνοδείας, πεντήκοντα δούλοι επί τοις εκατόν ελλείπουσιν εκ του λογαριασμού του σωματεμπόρου, είτε διότι τινές κατώρθωναν ν' αποδράσωσιν είτε διότι τα οστά των υπό των βασάνων θανόντων εκάλυψαν τας μακράς οδούς του εσωτερικού προς την παραλίαν.

Ευνόητον ότι οι ευρωπαϊκής καταγωγής πράκτορες, Πορτογάλοι κατά το πλείστον, δεν είναι ειμή περιτρίμματα της πατρίδος των, κατάδικοι, αποδράντες της φυλακής, αρχαίοι σωματέμποροι διαφυγόντες την αγχόνην, εν ενί λόγω το αίσχος της ανθρωπότητος.
 
Τοιούτος ο Νεγορός, τοιούτος ο Χάρρης υπηρετούντες τώρα ένα των μεγίστων δουλεμπόρων της κεντρώας Αφρικής, τον Ιωσίαν Αντώνιον Αλβέζ, γνωστότατον εις τους δουλεμπόρους της επαρχίας και περί του οποίου ο υποπλοίαρχος Καμερών έδωκε περιέργους πληροφορίας.

Οι συνοδεύοντες τους αιχμαλώτους στρατιώται είναι εν γένει ιθαγενείς υπομίσθιοι των δουλεμπόρων.

Αλλ' ούτοι δεν έχουσι το μονοπώλιον των επιδρομών διά των οποίων προμηθεύονται δούλους.

Οι μαύροι βασιλείς πολεμούσι προς αλλήλους πολέμους σκληρούς και προς τον αυτόν σκοπόν· τότε οι έφηβοι ηττηθέντες, αι γυναίκες και τα παιδία, περιελθόντες εις κατάστασιν δουλείας, πωλούνται υπό των νικητών εις τους σωματεμπόρους αντί υαρδών τίνων υφάσματος πυρίτιδος, πυροβόλων, μαργαριτών ροδίνων ή ερυθρών και πολλάκις μάλιστα, λέγει ο Λίβιγγστων, εν ώρα πείνης, αντί ολίγων κόκκων αραβοσίτου.

Οι συνοδεύοντες τους αιχμαλώτους του γέροντος Αλβέζ ηδύναντο να δώσωσιν ακριβώς ιδέαν τι είναι οι αφρικανικοί στρατοί.

Είναι συρφετός μαύρων ληστών, ημιγύμνων, παλλόντων μακρά πυροβόλα των οποίων ο σωλήν είναι κεκοσμημένος διά πολλών χαλκίνων δακτυλίων.

Μετά τοιαύτης συνοδείας, εις ην προστίθενται και αλήται τινες ίσης αξίας, οι πράκτορες περιέρχονται πολλάκις εις δυσχερή θέσιν.

Συζητούσι τας διαταγάς των, επιβάλλουσιν αυτοίς τα μέρη και τας ώρας των σταθμεύσεων, απειλούσιν ότι θα τους εγκαταλείψωσι και δεν είναι σπάνιον να υποκύπτωσιν οι πράτορες ούτοι εις τας απαιτήσεις του ελεεινού τούτου στρατού.

Καίτοι δε οι δούλοι, άνδρες ή γυναίκες υποχρεούνται εν γένει να βαστάζωσι βάρη καθ' όν χρόνον βαδίζει η συνοδεία, υπάρχουσι προσέτι ολίγοι τινές αχθοφόροι παρακολουθούντες.

Καλούνται ούτοι ειδικώτερον «παγάζοι» και βαστάζουσι δέματα πολυτίμων αντικειμένων, ιδίως ελεφαντοστούν.
 
Ενίοτε, τοιούτον είναι το μέγεθος των ελεφαντοδόντων εκείνων, ώστε τινές αυτών ζυγίζουσι μέχρις εκατόν εξήκοντα λιτρών, απαιτούνται δε δύο «παγάζοι» διά να τους φέρωσιν εις τα πρακτορεία, οπόθεν το πολύτιμον τούτον εμπόρευμα εξαποστέλλεται εις τας αγοράς του Καρτούμ, της Ζανζιβάρης και του Νατάλ.

Κατά την άφιξίν των οι «παγάζοι» ούτοι πληρώνονται την συμφωνηθείσαν τιμήν, ήτις συνίσταται εξ εικοσάδος τινών υαρδών πανίου ή του υφάσματος εκείνου του καλουμένου «μερικάνι», ολίγης πυρίτιδος, μιας δρακός «καουρί» [Κογχύλια κοινότατα εν τη χώρα χρησιμεύοντα αντί νομίσματος) ολίγων, μαργαριτών, και ενίοτε έκ τινων μαύρων εντελώς εξηντλημένων, όταν ο δουλέμπορος δεν έχη άλλο νόμισμα.

Μεταξύ των πεντακοσίων δούλων εξ ων απετελείτο η συνοδεία, ολίγοι ήσαν οι τέλειοι άνδρες.

Τούτο αποδοτέον εις το ό,τι μετά το πέρας της θήρας και την πυρπόλησιν του χωρίου, πας ιθαγενής πρεσβύτερος των τεσσαράκοντα ετών ανηλεώς σφάζεται και απαγχονίζεται εις τα πέριξ δένδρα.

Μόνοι οι νεαροί έφηβοι αμφοτέρων των φύλων προορίζονται ίνα σταλώσιν εις τας αγοράς.

Μετά κυνηγεσίας ταύτας ανθρώπων, μόλις επιζή το δέκατον των ηττηθέντων. Ούτως εξηγείται η φοβερά λιπανθρωπία η μεταβάλλουσα εις ερήμους ευρείας γαίας της Ισημερινής Αφρικής.

Εδώ τα παιδία και οι έφηβοι μόλις εφόρουν ράκος τι εκ του φλοιώδους υφάσματος, όπερ παράγουσι δένδρα τινά και όπερ καλείται «μπουζού» εν τω τόπω. Τοιουτοτρόπως η κατάστασις του ανθρωποποιμνίου εκείνου, ήτο εκ των μάλλον αξιοθρηνήτων.

Γυναίκες κεκλυμέναι υπό πληγών προελθουσών εκ της μάστιγος των οδηγών, παιδία ισχνά, πνευστιώντα, με πόδας αιματοφύρτους, τα οποία αι μητέρες προσεπάθουν να φέρωσι ως επίμετρον βάρους, νέοι στενώς προσηλωμένοι εις το δίκρανον εκείνον το μάλλον οδυνηρόν ή η άλυσος κατέργου.
 
Ναι, η θέα των δυστυχών τούτων, μόλις ζώντων, των οποίων η φωνή δεν είχε πλέον ήχον, «εβενίνων σκελετών», κατά την έκφρασιν του Λιβιγγστώνος, θα συνεκίνει καρδίας αγρίων θηρίων, αλλά τόσαι αθλιότητες άφινον αναλγήτους τους Άραβας και τους Πορτογάλους εκείνους, οίτινες εάν πιστεύσωμεν τον υποπλοίαρχον Καμερών ήσαν πολύ σκληρότεροι.

Ιδού τι λέγει ο Καμερών:

«Όπως επιτύχη τας πεντήκοντα γυναίκας των οποίων κύριος ελέγετο ο Αλβέζ, δέκα χωρία κατεστράφησαν δέκα χωρία έχοντα έκαστον εκατόν έως διακοσίους κατοίκους, ήτοι χιλίας πεντακοσίας ψυχάς. Τινές τούτων ηδυνήθησαν να διαφύγωσιν, αλλ' οι πλείστοι — σχεδόν όλοι — απώλοντο εις τας φλόγας, εφονεύθησαν υπερασπίζοντες τας οικογενείας των ή απέθανον εκ πείνης εις τα παραπήγματα, εκτός εάν τα σαρκοβόρα θηρία δεν επέρανον ταχύτερον τας βασάνους των.

Τα εγκλήματα ταύτα, διαπραττόμενα εν τω κέντρω της Αφρικής υπό ανθρώπων λεγομένων χριστιανών και Πορτογάλων, θα εφαίνοντο απίστευτα εις τους κατοίκους των πεπολιτισμένων χωρών. Αδύνατον η κυβέρνησις της Λισσαβώνος να γινώσκη τας ωμότητας τας διαπραττομένας παρ' ανθρώπων φερόντων την σημαίαν αυτής και καυχωμένων ότι είναι υπήκοοι αυτής».

Σημ. Εν Πορτογαλία ζωηρότατοι εγένοντο διαμαρτυρήσεις κατά των διαβεβαιώσεων τούτων του Καμερών.

Ευνόητον ότι κατά τας πορείας, και τας σταθμεύσεις εκείνας, οι δέσμιοι επετηρούντο αυστηρότατα.

Τοιουτοτρόπως ο Δικ Σανδ εννόησε μετ' ολίγον, ότι δεν έπρεπε ουδέ να πειραθή να αποδράση. Αλλά τότε, πώς να επανεύρη την κυρίαν Βέλδων; Ότι το τέκνον της και αυτή ηρπάγησαν υπό του Νεγορού, τούτο ήτο βεβαιότατον.

Ο Πορτογάλος ηθέλησε να την χωρίση από των συντρόφων αυτής διά λόγους αγνώστους έτι εις τον νεαρόν δόκιμον· αλλά δεν ηδύνατο να αμφιβάλη περί της παρεμβάσεως του Νεγορού, και η καρδία του εθλίβετο εις την σκέψιν ότι παντοειδείς κίνδυνοι ηπείλουν την κυρίαν Βέλδων.

 — Α! έλεγε καθ' εαυτόν, όταν σκέπτωμαι ότι είχον τους δύο τούτους αθλίους υπό τον σωλήνα του όπλου μου και δεν τους εφόνευσα! . . .

Η σκέψις αύτη ήτο εκ των μάλλον επιμόνως επανερχομένων εις το πνεύμα του Δικ Σανδ.

Πόσα δυστυχήματα θα απεφεύγοντο διά του θανάτου, διά του δικαίου θανάτου του Χάρρη και του Νεγορού! πόσαι αθλιότητες ολιγώτεραι δι' εκείνους τους οποίους οι έμποροι εκείνοι ανθρωπίνης σαρκός μετεχειρίζοντο ως δούλους!

Όλη η φρίκη της θέσεως της κυρίας Βέλδων και του μικρού Ζακ παρουσιάζετο αμέσως εις τον Δικ Σανδ.

Μήτε η μήτηρ, μήτε το τέκνον ηδύναντο να ελπίζωσί τι παρά του εξαδέλφου Βενεδίκτου.

Ο δυστυχής εκείνος μόλις ηδύνατο να επαρκέση εις εαυτόν.

Βεβαίως παρέσυρον και τους τρεις εις μέρος τι απομεμακρυσμένον της επαρχίας της Αγγόλης. Αλλά ποίος, εβάσταζε το ασθενές έτι παιδίον;

 — Η μήτηρ του, ναι, η μήτηρ του! επανελάμβανε καθ' εαυτόν ο Δικ Σανδ. Θα επανεύρε δυνάμεις δι' αυτό! Θα έπραξεν ό,τι πράττουσιν αι δυστυχείς αύται δούλοι· και θα καταπέση ως αυταί. Ω! ας με φέρη πάλιν ο θεός ενώπιον των δημίων τούτων, και θα . . .

Αλλ' ήτο δέσμιος! Ηριθμείτο ως μία κεφαλή εν τη αγέλη εκείνη, την οποίαν οι οδηγοί ώθουν προς το εσωτερικόν της Αφρικής! Ούτε καν εγίνωσκεν εάν ο Νεγορός και ο Χάρρης ωδήγουν αυτοί ούτοι την συνοδείαν, ης απετέλουν μέρος τα θύματα αυτών.

Ο Δίγγος δεν ήτο πλέον εκεί, όπως ανιχνεύση τον Πορτογάλον, όπως υποδείξη την προσέγγισιν αυτού.

Μόνος ο Ηρακλής ηδύνατο να βοηθήση την ατυχή κυρίαν Βέλδων. Αλλ' έπρεπε να ελπίζωσι τοιούτο θαύμα;

Εν τούτοις ο Δικ Σανδ προσεκολλάτο εις την ιδέαν ταύτην. Εσκέπτετο ότι ο ρωμαλέος μαύρος ήτο ελεύθερος. Περί της αφοσιώσεώς του δεν υπήρχεν αμφιβολία.

Παν ό,τι ήτο ανθρωπίνως δυνατόν να πράξη ο Ηρακλής θα το έπραττεν υπέρ της κυρίας Βέλδων.

Ναι! ή ο Ηρακλής θα επειράτο να επανεύρη τα ίχνη των και να έλθη εις συγκοινωνίαν μετ' αυτών, ή, εν αποτυχία, θα προσεπάθει να συνεννοηθή μετά του Δικ Σανδ, και ίσως να τον αρπάση, να τον απελευθερώση διά τινος τολμήματος.

Κατά τας νυκτερινάς σταθμεύσεις αναμιγνυόμενος μετά των δεσμοτών, μέλος ως αυτοί, θα ηδύνατο ίσως να διαλάθη την προσοχήν των στρατιωτών, να φθάση μέχρις αυτού, να θραύση τας αλύσεις του, να τον σύρη εις το δάσος, αμφότεροι δε, ελεύθεροι τότε, τι δεν θα έπραττον υπέρ της σωτηρίας της κυρίας Βέλδων!

Ρύαξ τις θα τοις επέτρεπε να κατέλθωσι μέχρι της παραλίας, και ο Δικ Σανδ θα επανελάμβανε, μετά νέων ελπίδων επιτυχίας και μεγαλειτέρας γνώσεως των δυσχερειών, το τοσούτον δυστυχώς διά της προσβολής των ιθαγενών διακοπέν σχέδιόν του.

Ο νεαρός δόκιμος παρεδίδετο εις αλληλοδιαδόχους σκέψεις φόβου και ελπίδος.

Ευτυχώς όμως, χάρις εις τον ενεργητικόν χαρακτήρα του, δεν κατεβάλλετο και ήτο έτοιμος να επωφεληθή και της ελαχίστης παρουσιασθησομένης ευκαιρίας.
 
Ό,τι προ πάντων έπρεπε να μάθη ήτο προς ποίαν αγοράν ωδήγουν αυτούς οι διευθύνοντες την συνοδείαν των δούλων.

Άρα γε προς πρακτορείον τι της Αγγόλης, δηλαδή μετά τινας σταθμούς μόνον, ή θα ώδευον έτι εκατοντάδας μιλίων διά μέσου της κεντρώας Αφρικής;

Η κυρία αγορά των σωματεμπόρων είναι η της Νυαγγέ, εν Μανυεμά, ήτοι εις τον μεσημβρινόν εκείνον, όστις διαιρεί την αφρικανικήν ήπειρον εις δύο μέρη σχεδόν ίσα, εκεί ένθα εντείνεται η χώρα των μεγάλων λιμνών ην διέτρεχε τότε ο Λίβιγγστων.

Αλλ' από του Κοάνζα μέχρι της κώμης εκείνης η απόστασις ήτο μεγάλη· μήνες οδοιπορίας δεν θα ήρκουν έως να φθάσωσιν εκεί.

Η ιδέα αύτη τα μέγιστα απησχόλει τον Δικ Σανδ, καθότι αφικνούμενοι άπαξ εις Νυαγγέ, και επί τη υποθέσει ότι η κυρία Βέλδων, ο Ηρακλής, οι άλλοι μαύροι και αυτός κατώρθωνον να αποδράσωσι, πόσον θα ήτο δύσκολος, ίνα μη είπωμεν αδύνατος η επιστροφή εις την παραλίαν, εν μέσω των κινδύνων τοσούτω μακράς πορείας!

Αλλ' ο Δικ Σανδ δικαίως εσκέφθη μετ' ολίγον, ότι η συνοδεία δεν θα εβράδυνε να φθάση εις τον προς ον όρον.

Καίτοι δεν εννόησε την γλώσσαν ην ελάλουν οι αρχηγοί της συνοδείας, ήτοι οτέ μεν την αραβικήν, οτέ δε το αφρικανικόν ιδίωμα, παρετήρησεν ότι το όνομα σπουδαίας αγοράς της χώρας ταύτης επανελαμβάνετο συχνάκις.

Ήτο το όνομα, του Καζονδέ, και δεν ηγνόει ότι εκεί διενηργείτο μέγιστον δουλεμπόριον.
 
Φυσικώς λοιπόν συνεπέρανεν ότι εκεί θα απεφασίζετο η τύχη των δεσμοτών, είτε προς όφελος του βασιλέως της επαρχίας είτε διά λογαριασμόν πλουσίου τινός εντοπίου δουλεμπόρου. Γνωστόν ότι δεν ηπατάτο.

Ο Δικ Σανδ, ων ειδήμων την νεωτέρας γεωγραφίας, εγίνωσκε καλώς τα περί Κοζανδέ.