WeRead Powered by ReaderPub
Ο δεκαπενταετής πλοίαρχος cover

Ο δεκαπενταετής πλοίαρχος

Chapter 30: ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η.'
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A teenage crew member assumes command of a small whaling vessel after a crisis and must lead a scattering of passengers and sailors through dangerous seas, scarce provisions, and internal betrayal. After shipboard disaster, survivors are driven ashore and undertake a grueling overland journey across hostile terrain where illness, violence, and the depredations of slave traffickers threaten them. The narrative blends precise maritime detail with tense landward adventure, tracing tests of leadership, endurance, and moral choice as the young captain strives to safeguard his companions and reach a place of refuge.

Η απόστασις της πόλεως ταύτης από του Αγίου Παύλου της Λοάνδας δεν υπερβαίνει τα τετρακόσια μίλια, επομένως διακόσια πεντήκοντα μίλια το πολύ την διαχωρίζουν από της εν Κοάνζα κατασκηνώσεως.

Ο Δικ Σανδ υπελόγιζε κατά προσέγγισιν, λαμβάνων ως βάσιν των υπολογισμών του το διάστημα, όπερ διήνυσε το μικρόν σώμα υπό την οδηγίαν του Χάρρη.
 
Υπό τας συνήθεις περιστάσεις, το διάστημα εκείνο δεν απήτει πλειοτέρας των δέκα μέχρι των δώδεκα ημερών.

Διπλασιαζομένου δε του χρόνου τούτου ένεκα των αναγκών της συνοδείας εξηντλημένης ήδη εκ της μακράς πορείας, ο Δικ Σανδ έπρεπε να υπολογίση εις τρεις εβδομάδας την διάρκειαν της από Κοάνζα εις Κοζανδέ αποστάσεως.

Όσα ενόμιζεν ότι εγίνωσκεν ο Δικ Σανδ, επεθύμει να ανακοινώση εις τον Τωμ και τους συνεταίρους αυτού. Η βεβαιώτης ότι δεν τους παρέσυρον εις το κέντρον της Αφρικής, εις τας απαισίας εκείνας χώρας, από τας οποίας δεν θα ήλπιζον πλέον να εξέλθωσι, θα ήτο είδος τι παρηγορίας δι' αυτούς.
 
Ήρκουν ολίγαι λέξεις εν παρόδω, όπως τοις ανακοινώση εκείνο όπερ ηγνόουν. Αλλά θα κατώρθου άρα γε να τοις είπη τας λέξεις ταύτας;

Ο Τωμ και ο Βαρθολομαίος — κατά τύχην είχον συνενωθή πατήρ και υιός — ο Ακτέων και ο Αυγουστίνος, δεδεμένοι ανά δύο, ευρίσκοντο εις την δεξιάν άκραν της συνοδείας. Είς οδηγός και δωδεκάς στρατιωτών επετήρουν αυτούς.

Ο Δικ Σανδ, ελεύθερος εις τας κινήσεις του, απεφάσισε να ελαττώση ολίγον κατ' ολίγον την απόστασιν, ήτις διεχώριζεν αυτόν από του ομίλου τον οποίον εσχημάτιζον οι σύντροφοί του πεντήκοντα βήματα μακράν αυτού. Ήρχισε λοιπόν να επιδιώκη τον σκοπόν τούτον.

Πιθανόν ο γέρων Τωμ να εμάντευσε την σκέψιν του Δικ Σανδ. Λέξεις προφερθείσαι χαμηλή τη φωνή ειδοποίησε τους συντρόφους να ώσι προσεκτικοί. Δεν εκινήθησαν λοιπόν, αλλ' ήσαν έτοιμοι και να ίδωσι και να ακούσωσι.

Μετ' ολίγον ο Δικ Σανδ επροχώρησε με ύφος αδιάφορον πεντήκοντα περίπου βήματα.

Εκ του μέρους όπου ευρίσκετο τότε, θα ηδύνατο να φωνάξη εις τρόπον ώστε να ακουσθή, το όνομα Καζονδέ και να τω είπη ποία θα ήτο η πιθανή διάρκεια της οδοιπορίας.
 
Θα ήτο προτιμότερον να συμπληρώση τας πληροφορίας εκείνας και να συνεννοηθή μετ' αυτών τι έπρεπε να πράξωσι.
 
Εξηκολούθησε λοιπόν να τους πλησιάζη. Ήδη η καρδία του έπαλλεν υπό ελπίδος· δεν απείχε πλέον ειμή ολίγα βήματα από του ποθουμένου σκοπού, ότε οδηγός τις ως ει εννόησεν αίφνης την πρόθεσίν του ώρμησε κατ' αυτού.

Εις τας κραυγάς του μανιακού εκείνου, δέκα στρατιώται προσέδραμον, και ο Δικ Σανδ, κτηνωδώς εφέρθη πάλιν οπίσω, ενώ ο Τωμ και οι σύντροφοί του εσύροντο εις την άλλην άκραν του στρατοπέδου.

Ο Δικ Σανδ μανιώδης ώρμησε κατά του οδηγού· κατώρθωσε να θραύση διά των χειρών το πυροβόλον του, και σχεδόν το απέσπασεν· αλλ' επτά ή οκτώ στρατιώται τον περιεκύκλωσαν και ηναγκάσθη να τον αφήση.

Εν τη μανία των θα τον εφόνευον ίσως, εάν δεν επενέβαινεν Άραψ τις αρχηγός υψηλού αναστήματος και αγρίας φυσιογνωμίας.

Ο Άραψ εκείνος ήτο ο αρχηγός Ιβν Χαμίς, περί ου είχεν ομιλήσει ο Χάρρης.

Επρόφερε λέξεις τινάς, τας οποίας ο Δικ Σανδ δεν ηδηνήθη να εννοήση και οι στρατιώται αναγκασθέντες να αφήσωσι την λείαν των, απεμακρύνθησαν.

Ήτο λοιπόν προδηλότατον αφ' ενός μεν ότι είχεν αυστηρώς απαγορευθή πάσα συγκοινωνία του νεαρού δοκίμου μετά των συντρόφων του, αφ' ετέρου δε ότι είχον συστήσει να μη προσβληθή η ζωή του.

Τις άλλος ηδύνατο να δώση τοιαύτας διαταγάς πλην του Χάρρη ή του Νεγορού;

Κατ' εκείνην την στιγμήν — ήτο ενάτη της πρωίας της 19 Απριλίου — ηκούσθησαν οι άγριοι ήχοι κέρατος «κουδού» και οι κρότοι τύμπανου. Η στάθμευσις έμελλε να λήξη.
 
Άπαντες, αρχηγοί, στρατιώται, φορείς, δούλοι, ηγέρθησαν αμέσως. Φορτωθέντων των δερμάτων, πολλοί όμιλοι αιχμαλώτων εσχηματίσθησαν υπό την οδηγίαν ενός οδηγού αναπετάσαντος σημαίαν ζωηρών χρωμάτων.

Εδόθη το σημείον της αναχωρήσεως.

Άσματα αντήχησαν τότε, αλλ' οι ψάλλοντες ούτοι ήσαν οι ηττημένοι, ουχί οι νικηταί.

Και ιδού τι έλεγον τα άσματα εκείνα, ως απειλή αφελούς πίστεως των δούλων κατά των τυράννων των, κατά των δημίων των:

Με στέλλετε εις την παραλίαν, αλλ' όταν αποθάνω, δεν έχω πλέον ζυγόν και θα επανέλθω να σας φονεύσω.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η.'

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΙΝΕΣ ΤΟΥ ΔΙΚ ΣΑΝΔ


Καίτοι η καταιγίς της προτεραίας είχε παύσει, εν τούτοις ο καιρός ήτο έτι πολύ τεταραγμένος.

Άλλως τε δε ήτο η εποχή της «μαζίκας» της δευτέρας περιόδου της εποχής των βροχών υπό την ζώνην εκείνην του αφρικανικού ουρανού.

Αι νύκτες προ πάντων έμελλον να ώσι βροχεραί επί μίαν, δύο ή τρεις εβδομάδας, όπερ θα επηύξανεν έτι μάλλον τας κακοπαθείας της συνοδείας.

Την ημέραν εκείνην, εν καιρώ συννεφώδει, ανεχώρησαν από του Κοάνζα και εβάδισαν σχεδόν κατ' ευθείαν προς ανατολάς.

Πεντήκοντα περίπου στρατιώται ήσαν επί κεφαλής, περί τους εκατόν εκατέρωθεν της συνοδείας, οι δε επίλοιποι ήρχοντο όπισθεν. Θα ήτο δύσκολον εις τους αιχμαλώτους να αποδράσωσιν, έστω και εάν δεν ήσαν δεσμευμένοι.

Γυναίκες, παιδιά, άνδρες επορεύοντο αναμίξ, και οι οδηγοί εβίαζον τα βήματά των διά μαστιγώσεων.

Υπήρχον δυστυχείς μητέρες αίτινες θηλάζουσαι έν παιδίον, εκράτουν άλλο διά της ελευθέρας χειρός. Άλλαι έσυρον τα μικρά εκείνα όντα γυμνά, ανυπόδητα, επί των οξυβελών χόρτων του εδάφους.

Ο αρχηγός της συνοδείας, ο άγριος εκείνος Ιβν Χαμίς ο επεμβάς εις την πάλην μεταξύ του Δικ Σανδ και του οδηγού του, επετήρει όλην εκείνην την αγέλην μεταβαίνων από την μιας εις την άλλην άκραν της μακράς στήλης.
 
Εάν οι πράκτορές του και αυτός δεν εφρόντιζον περί των δυστυχιών των αιχμαλώτων των, έπρεπεν όμως να λαμβάνωσιν υπό σπουδαίαν έποψιν είτε τους στρατιώτας οίτινες απήτουν αύξησίν τινα μισθού, είτε τους βαστάζους οίτινες ήθελον να αναπαυθώσιν.
 
Εκ τούτου εγεννώντο φιλονικίαι, πολλάκις μάλιστα διαπληκτισμοί. Και πάλιν οι αιχμάλωτοι υφίσταντο τα αποτελέσματα της αδιακόπου οργής των οδηγών.

Αφ' ενός ηκούοντο απειλαί, αφ' ετέρου κραυγαί οδύνης, και όσοι ήρχοντο κατόπιν, επάτουν επί εδάφους βραχέντος διά του αίματος των πρώτων.

Οι μετά του Δικ Σανδ, κρατούμενοι πάντοτε μετά προσοχής εμπρός της συνοδείας, ουδεμίαν ηδύναντο να έχωσι συγκοινωνίαν μετ' αυτής.

Επροχώρουν κατά στίχον δεδεμένοι εκ του τραχήλου δι' αλύσεως βαρείας, ήτις δεν επέτρεπεν αυτοίς ουδέ έν κίνημα κεφαλής.

Εμαστιγούντο δε και αυτοί όσον και οι εν δυστυχία σύντροφοί των.
 
Ο Βαρθολομαίος συνδεδεμένος μετά του πατρός του εβάδιζε προ αυτού, προσέχων να μη κινή το δίκρανον, εκλέγων τα καλλίτερα μέρη όπως θέση τον πόδα, επειδή μετ' αυτόν έμελλε να διέλθη ο γέρων Τωμ.

Προσεπάθει μάλιστα να βραδύνη την πορείαν του, όταν ησθάνετο ότι ο Τωμ εκουράζετο.
 
Ήτο βάσανος διά τον καλόν εκείνον υιόν να μη δύναται να στρέψη την κεφαλήν, όπως ίδη τον καλόν του πατέρα ον υπερηγάπα.

Ο Τωμ είχε βεβαίως την ευχαρίστησιν να βλέπη τον υιόν του, αλλά πολύ ακριβά επλήρωνε την ευχαρίστησιν ταύτην.

Ποσάκις παχέα δάκρυα έρρευσαν από των οφθαλμών του, όταν η μάστιξ του οδηγού κατέπιπτεν επί του Βαρθολομαίου!

Ήτο δεινότερον βασανιστήριον ή εάν έπιπτεν επί της ιδίας εαυτού σαρκός.

Ο Αυγουστίνος και ο Ακτέων ήρχοντο ολίγα βήματα όπισθεν, δεδεμένοι ο είς μετά του άλλου και βασανιζόμενοι κατά πάσαν στιγμήν.

Α! πώς εφθόνουν την τύχην του Ηρακλέους! Οίοι δήποτε και αν ήσαν οι απειλούντες αυτόν εις την αγρίαν εκείνην χώραν κίνδυνοι, ηδύνατο τουλάχιστον να ποιήται χρήσιν της δυνάμεώς του και να υπερασπίση την ζωήν του.

Κατά τας πρώτας στιγμάς της αιχμαλωσίας των ο γέρων Τωμ εγνώρισε τέλος προς τους συντρόφους του όλην την αλήθειαν.
 
Προς μεγάλην έκπληξίν των, έμαθον παρ' αυτού ότι ήσαν εις την Αφρικήν, ότι η διπλή προδοσία του Χάρρη και του Νεγορού πρώτον μεν τους έρριψεν εκεί, είτα τους παρέσυρε, και ότι ουδέν έλεος είχον να ελπίζωσιν εκ μέρους των κυρίων των.
 
Αλλά και την Ναν δεν μετεχειρίζοντο καλλίτερον. Απετέλει μέρος ομίλου γυναικών, όστις κατείχε το κέντρον της συνοδείας.

Την είχον δέσει μετά νεαράς μητρός εχούσης δύο τέκνα το έν νήπιον και το άλλο τριετές μόλις βαδίζον.

Η Ναν συγκινηθείσα ανέλαβε το μικρόν εκείνο ον, και η δυστυχής δούλη ηυχαρίστησεν αυτήν διά δακρύων.

Η Ναν εβάσταζε λοιπόν το παιδίον, απαλλάττουσα αυτό και εκ του κόπου υπό του οποίου ήθελε καταβληθή και εκ των μαστιγώσεων τας οποίας θα ελάμβανεν υπό του οδηγού.

Αλλά το φορτίον ήτο βαρύ διά την γραίαν Ναν· εφοβείτο μη αι δυνάμεις της εξαντληθώσι, και εσκέπτετο τον μικρόν Ζακ.

Εφαντάζετο αυτόν εις τας αγκάλας της μητρός του! Ναι μεν η ασθένεια τον είχεν αδυνατίσει, αλλά και πάλιν θα ήτο βαρύς διά τους ασθενείς βραχίονας της κυρίας Βέλδων.

Πού να ήτο αύτη; Τι εγίνετο; Άρα γε η γηραιά θεράπαινά της θα την επανέβλεπε ποτέ;

Ο Δικ Σανδ είχε τεθή σχεδόν όπισθεν της συνοδείας. Δεν ηδύνατο να ίδη μήτε τον Τωμ, μήτε τους συντρόφους του, μήτε την Ναν.

Τότε μόνον ηδύνατο να τους ίδη όταν διήρχοντο πεδιάδα τινά. Εβάδιζε κατεχόμενος υπό λυπηρών διαλογισμών, από των οποίων αι κραυγαί των πρακτόρων μόλις τον απέσπων.

Δεν εσκέπτετο μήτε εαυτόν, μήτε τους κόπους ους θα ήτο ανάγκη να υποστή έτι, μήτε τα βασανιστήρια όσα τω επεφύλασσεν ίσως ο Νεγορός.

Εσκέπτετο μόνον την κυρίαν Βέλδων· εις μάτην ανεζήτει εις το έδαφος, εις τας ακάνθας των ατραπών, εις τους χαμηλούς κλάδους των δένδρων, να ανεύρη ίχνος τι της διαβάσεώς της.
 
Εάν κατά πάσαν βεβαιότητα, την ωδήγουν εις Καζονδέ, δεν ήτο δυνατόν να έλαβεν άλλην οδόν. Τι δεν έδιδεν, όπως επανεύρη σημειόν τι της πορείας της προς το μέρος όπου ωδήγουν και αυτούς;

Τοιαύτη ήτο η σωματική και πνευματική κατάστασις του νεαρού δοκίμου και των μετ' αυτού:

Αλλ' ό,τι και αν ηδύναντο να φοβώνται δι' εαυτούς, όσον μεγάλα και αν ήσαν τα ίδια εαυτών παθήματα, ο οίκτος κατεκυρίευσεν αυτούς βλέποντας την τρομεράν αθλιότητα της δυστυχούς εκείνης αγέλης των δεσμίων και την ανήκουστον θηριωδίαν των κυρίων των.

Φευ! ουδέν είχον όπως βοηθήσωσι τους μεν, ουδέν όπως αντισταθώσιν εις τους άλλους!

Όλον το μέρος το κείμενον προς ανατολάς του Κοάνζα δεν ήτο ειμή δάσος εις περιφέρειαν είκοσι περίπου μιλίων.

Εν τούτοις τα δένδρα είτε διότι φθείρονται υπό των δηγμάτων των απείρων εντόμων των χωρών τούτων, είτε διότι τα καταρρίπτουσιν αγέλαι νεαρών ελεφάντων ήσαν ολιγώτερον πυκνά ή τα της γείτονος παραλίας.

Υπήρχε τωόντι αφθονία εκ των βαμβακοφόρων εκείνων, υψηλών επτά ή οκτώ πόδας, των οποίων ο βάμβαξ χρησιμεύει προς κατασκευήν των μελανών ή λευκών ραβδωτών υφασμάτων, άτινα μεταχειρίζονται εις τα ενδότερα της επαρχίας.
 
Είς τινα μέρη το έδαφος μετεβάλλετο εις πυκνοτάτους καλαμώνας εντός των οποίων εθάπτετο η συνοδεία.

Εξ όλων των ζώων της χώρας μόνοι οι ελέφαντες, και καμηλοπαρδάλεις θα ηδύναντο να εξέχωσι των καλάμων εκείνων, των οποίων το στέλεχος έχει ενός δακτύλου περίμετρον.

Βεβαίως οι πράκτορες εγίνωσκον καλώς τα μέρη, όπως μη αποπλανώνται.
 
Καθ' ημέραν η συνοδεία ανεχώρει άμα τη αυγή και αναπαύετο μόνον την μεσημβρίαν επί μίαν ώραν. Ήνοιγον τότε δέματά τινα μανιόκας και το εδώδιμον τούτο διενέμετο μετά φειδωλίας εις τους δούλους.

Προσετίθεντο πατάται, ή αίγειον κρέας και μόσχειον, όταν οι στρατιώται ελεηλάτουν κατά την διάβασιν χωρίον τι.

Αλλ' η κόπωσις ήτο τοιαύτη, η ανάπαυσις τόσον ανεπαρκής, τόσον μάλιστα αδύνατος κατά τας βροχεράς εκείνας νύκτας, ώστε, ερχομένης της ώρας της διανομής των τροφίμων, οι αιχμάλωτοι μόλις ηδύναντο να φάγωσιν.

Ούτω, οκτώ ημέρας μετά την εν Κοάνζα αναχώρησιν, είκοσι τουλάχιστον είχον πέσει καθ' οδόν, απομείναντες εις την διάθεσιν των θηρίων, άτινα περιεπλανώντο όπισθεν της συνοδείας.

Λέοντες, πάνθηρες και λεοπαρδάλεις περιέμενον τα θύματα, άτινα δεν ηδύναντο να λείψωσι, και καθ' εσπέραν, μετά την δύσιν του ηλίου, οι μηκυθμοί αυτών εξερρήγνυντο εις τοσούτω βραχείαν απόστασιν, ώστε υπήρχε φόβος αμέσου επιθέσεως.
 
Ο Δικ Σανδ, ακούων τους βρυχηθμούς εκείνους, ους η σκιά καθίστα έτι μάλλον φοβερούς, ανελογίζετο μετά τρόμου τα προσκόμματα τα οποία τοιαύται συναντήσεις ηδύναντο να εγείρωσιν εις τα διαβήματα του Ηρακλέους και τους κινδύνους ους θα διέτρεχεν εις έκαστον βήμα του.

Και εν τούτοις, εάν και αυτός εύρισκεν ευκαιρίαν να φύγη, δεν θα εδίσταζε να το πράξη.

Ιδού δε αι σημειώσεις τας οποίας ο Δικ Σανδ έλαβε κατά το δρομολόγιον εκείνο μεταξύ Κοάνζα και Καζονδέ.
 
Εικοσιπέντε «πορείαι» εχρειάσθησαν όπως διανύσωσι την απόστασιν εκείνην των διακοσίων πεντήκοντα μιλίων, της πορείας, κατά την γλώσσαν των σωματεμπόρων, ούσης εκ δέκα μιλίων μετά σταθμεύσεως καθ' εκάστην.

 — Από 25-27 Απριλίου. — Εφάνη χωρίον περικυκλούμενον υπό τειχών εκ καλάμων υψηλών 8-9 ποδών.

Αγροί καλλιεργημένοι εξ αραβοσίτου, κυάμων, σόργου και διαφόρων αραχίδων.

Δύο μαύροι συληφθέντες και αιχμαλωτισθέντες. Δεκαπέντε φονευθέντες. Κάτοικοι έφυγαν.

Την εποιούσαν, διέλευσις θορυβώδης ποταμίου πλάτους εκατόν πεντήκοντα υαρδών.
 
Γέφυρα κινητή σχηματισθείσα εκ κορμών δένδρων προσδεθέντων διά βρύων.

Στηρίγματα ημιθραυσθέντα. Δύο γυναίκες δεδεμέναι εν τω αυτώ δικράνω έπεσαν εις τα ύδατα.

Η μία εβάσταζε το μικρόν παιδίον της. Τα ύδατα ταράσσονται και γίνονται αιματοβαφή.

Οι κροκόδειλοι ολισθαίνουσι μεταξύ των συνδέσεων της γεφύρας. Κίνδυνος μήπως θέση τις τον πόδα επί των χαινόντων στομάτων των.

 — 28 Απριλίου. — Διέλευσις δάσους βαυχινιών. Δένδρα υψίκορμα εξ εκείνων άτινα παρέχουσι το σιδηρόξυλον εις τους πορτογάλους.

Ραγδαία βροχή. Έδαφος κάθυγρον. Πορεία άκρως δυσχερής.

Προς το κέντρον της συνοδείας φαίνεται η δυστυχής Ναν κρατούσα αιθιοπίδιον εις τας αγκάλας της.

Σύρεται δυσκόλως. Η μετ' αυτής δεσμευμένη δούλη χωλαίνει, και το αίμα ρέει εκ του υπό των μαστιγώσεων κατεσχισμένου ώμου αυτής.
 
Την εσπέραν κατασκήνωσις υπό γιγαντιαίον βαοβάβ μετ' ανθέων λευκών και φυλλώματος πρασίνου τρυφερού.

Κατά την νύκτα βρυχηθμοί λεόντων και λεοπαρδάλεων. Πυροβολισμός ιθαγενούς κατά πάνθηρος. Τι γίνεται ο Ηρακλής;

 — 29 και 30 Απριλίου. — Πρώτα ψύχη του καλουμένου αφρικανικού χειμώνος. Δρόσος αφθονωτάτη.

Τέλος της βροχεράς εποχής μετά του μηνός Απριλίου ήτις άρχεται μετά του μηνός Νοεμβρίου. Πεδιάδες απλέτως πλημμυρισμέναι, εισέτι ανατολικοί άνεμοι διακόπτοντες την αναπνοήν και καθιστώντες τους ελώδεις πυρετούς μάλλον επαισθητούς.

Ουδέν ίχνος της κυρίας Βέλδων, μήτε του κυρίου Βενεδίκτου. Πού άραγε τους ωδήγουν αν μη εις Καζονδέ; Ώφειλον να ακολουθώσι την αυτήν πορείαν και να προηγώνται ημών. Διατελώ εις μεγίστην ανησυχίαν. Μήπως ο μικρός Ζακ κατελήφθη πάλιν υπό του πυρετού εν τη νοσηρά εκείνη χώρα! Αλλά ζη άρα γε:

 — Από 1-6 Μαΐου. — Διέλευσις πολλών και μικρών πεδιάδων τας οποίας η εξάτμησις δεν είχεν αποξηράνει.

Ύδωρ μέχρι της ζώνης ενίοτε. Μυριάδες βδελλών προσκολλομένων εις το δέρμα.
 
Ανάγκη όμως να βαδίζωμεν. Επί τινων εξεχόντων υψωμάτων λωτοί και πάπυροι.

Εις το βάθος υπό τα ύδατα, άλλα φυτά μεγάλων λαχανοειδών φύλλων, επί των οποίων προσκόπτει ο πους, όπερ επιφέρει πτώσεις αδιακόπους.
 
Εις τα ύδατα ταύτα άπειροι μικροί ιχθύς εκ του είδους των γλανίδων, τους οποίους οι ιθαγενείς αλιεύουσι καθ' εκατομμύρια διά καλαμωτών και πωλούσιν εις τας συνοδείας.

Αδύνατον να ευρεθή τόπος κατασκηνώσεως διά την νύκτα.

Όριον δεν φαίνεται εις την καταπλημμυρισμένην πεδιάδα· πρέπει να οδεύωμεν εν τη σκοτία.

Αύριον πολλοί δούλοι θα λείπωσιν εκ της συνοδείας. Πόσαι αθλιότητες! Όταν έπιπτέ τις, προς τι να εγερθή! Ολίγας στιγμάς υπό τα ύδατα και ετελείωνον τα πάντα! Η μάστιξ του οδηγού δεν σας έφθανεν εν τη σκιά.

 — Ναι αλλ' η κυρία Βέλδων και ο υιός της! Δεν έχω το δικαίωμα να τους εγκαταλείψω. Θα ανθέξω μέχρι της τελευταίας στιγμής! Τούτο είναι καθήκον μου.
 
Φοβεραί κραυγαί ακούονται κατά την νύκτα.

Περί τους είκοσι στρατιώται απέσπασαν ολίγους εξέχοντας κλάδους έκ τινων ρητινοδών δένδρων. Πελιδναί λάμψεις εις τα σκότη.

Ιδού η αιτία των ακουσθεισών κραυγών. Επίθεσις κροκοδείλων. Δώδεκα ή δεκαπέντε εκ των τεράτων τούτων ερρίφθησαν εν τη σκιά εις το πλευρόν της συνοδείας.

Γυναίκες, παιδία, ηρπάγησαν και παρεσύρθησαν υπό των κροκοδείλων μέχρι του «μέρους της βοσκής των».

Ούτως αποκαλεί ο Λίβιγγστων τας βαθείας εκείνας οπάς ένθα το αμφίβιον τούτο αποθέτει την λείαν του.

Αφού την πνίξη, καθότι, δεν την τρώγει ειμή όταν φθάση εις βαθμόν τινα αποσυνθέσεως.
 
Αι φολίδες ενός των κροκοδείλων εκείνων με προσέψαυσαν τραχέως.

Νέος τις δούλος συνελήφθη πλησίον μου και απεσπάσθη εκ του κρατούντος αυτόν από του λαιμού δικράνου. Το δίκρανον συνετρίβη.

Ποία κραυγή απελπισίας ποίος ορυγμός οδύνης! Τον ακούω εισέτι!

 — 7 και 8 Μαΐου. — Την επιούσαν εμετρήθησαν τα θύματα. Έλειπον είκοσι δούλοι.

Περί την χαραυγήν ανεζήτησα τον Τωμ και τους συντρόφους του. Ας έχη δόξαν ο Θεός! Είναι ζωντανοί. Φευ! πρέπει να δοξάζω τον Θεόν; Δεν θα ήσαν ευτυχέστεροι εάν η ζωή των ετελείωνε μεθ' όλων εκείνων των αθλιοτήτων!

Ο Τωμ προηγείται της συνοδείας. Καθ' ην στιγμήν ο υιός του εποίησε στροφήν τινα, το δίκρανον επλαγίασε και ο Τωμ ηδυνήθη να με ίδη.

Εις μάτην ζητώ την γραίαν Ναν. Ανεμίχθη άρα γε ες τον κεντρικόν σωρόν, ή απώλετο κατά την φοβεράν εκείνην νύκτα;

Την επιούσαν διήλθομεν το όριον της πλημμυρισμένης πεδιάδος, μετά εικοσιτετράωρον εν τω ύδατι πορείαν.

Εσταθμεύσαμεν επί τινος λόφου. Ο ήλιος μας ξηραίνει ολίγον. Εσθίομεν, αλλά ποίαν αθλίαν τροφήν!Ολίγον μανιόκον, ολίγος δράκας αραβοσίτου! Προς πόσιν ουδέν άλλο ή ύδωρ θολόν. Δεσμώται εκτάδην επί του εδάφους κείμενοι, πόσοι εξ αυτών δεν θα ανεγερθώσιν!

Όχι! δεν είναι δυνατόν η κυρία Βέλδων και το τέκνον της να διήλθον διά τοσούτων δεινοπαθημάτων! Ο Θεός θα τους ηλέησε και θα τους ωδήγησε δι' άλλης οδού εις Καζονδέ! Η δυστυχής μήτηρ δεν θα ηδύνατο να ανθέξη.

Νέα κρούσματα ευφλογίας εν τη συνοδεία ή «ντουέ», καθώς λέγουσιν. Οι ασθενείς δεν δύνανται να προβώσι περαιτέρω. Θα τους εγκαταλείψωσιν άρα γε;

 — 9 Μαΐου — Ηρχίσαμεν την πορείαν άμα τη αυγή. Ουδείς καθυστέρησεν. Η μάστιξ του οδηγού ανήγειρε ζωηρώς εκείνους τους οποίους ο κάματος ή ασθένεια είχε καταβάλλει. Οι δούλοι εκείνοι έχουσιν αξίαν. Είναι νόμισμα. Οι πράκτορες δεν θα τους αφήσωσιν οπίσω, ενόσω τοις μένει δύναμις να βαδίζωσι.

Περικυκλούμαι υπό ζώντων σκελετών. Δεν έχουσι πλέον φωνήν, όπως εκφράσωσι παράπονον.
 
Είδον τέλος την γραίαν Ναν! Οικτρόν θέαμα! Το παιδίον όπερ εβάσταζεν, δεν ήτο πλέον εις τας αγγάλας της. Άλλως τε δεν είναι μόνη· τούτο θα είναι ολιγώτερον επίπονον δι' εαυτήν, αλλ' η άλυσις είναι εισέτι εις την ζώνην της, και είχεν αναγκασθή να ρίψη το άκρον αυτής άνωθεν του ώμου.
 
Έσπευσα προς αυτήν. Ηδύνατό τις να είπη ότι δεν με ανεγνώριζε. Τόσον λοιπόν μετεβλήθην;

 — Ναν τη είπον.

Η γραία υπηρέτρια με παρετήρησεν επί πολύ και τέλος:

 — Υμείς, κύριε Δικ! Εγώ . . εγώ μετ' ολίγας στιγμάς θα ήμαι νεκρά.

 — Όχι, θάρρος! απεκρίθην ενώ οι οφθαλμοί μου εχαμηλώθησαν διά να μη βλέπωσι το άνευ αίματος φάσμα της ατυχούς.
 
 — Νεκρά, επανέλαβε και δεν θα επανίδω πλέον την αγαπητήν μου δέσποιναν, μήτε τον μικρόν μου Ζακ! Θεέ μου! Θεέ μου! ευσπλαγχνίσου με!

Ηθέλησα να υποστηρίξω την γραίαν Ναν, της οποίας όλον το σώμα έτρεμεν υπό τα κατεσχισμένα ενδύματά της. Θα ήτο χάρις εάν με έδενον μετ' αυτής και εάν ηδυνάμην να συμμερισθώ την άλυσιν εκείνην, της οποίας εβάσταζεν όλον το βάρος μετά τον θάνατον της συνδεσμώτιδάς της.

Στιβαρός βραχίων με απώθησε, και η δυστυχής Ναν, πληγείσα διά της μάστιγος, επετάχθη εις τον σωρόν των δούλων.

Ηθέλησα να ορμήσω κατά του κτηνώδους εκείνου ανθρώπου, αλλ' ο άραψ αρχηγός ενεφανίσθη, έδραξε τον βραχίονά μου και με εκράτησε μέχρι της στιγμής καθ' ήν ευρέθην πάλιν εις την τελευταίαν σειράν της συνοδείας.

Τότε επρόφερε το όνομα;

 — Νεγορός!

Ο Νεγορός! Κατά διαταγήν λοιπόν του Πορτογάλου ενεργεί και με μεταχειρίζεται άλλως ή τους εν δυστυχία συντρόφους μου.

Ποία τύχη μοι επιφυλάσσεται;

 — 10 Μαΐου — Διήλθομεν σήμερον πλησίων δύο χωρίων καιωμένων. Αι καλύβαι καίονται πανταχού. Πτώματα κρέμανται εις δένδρα τα οποία εφείσθη η πυρκαϊά.
 
Οι κάτοικοι φεύγουσιν. Οι αγροί είναι έρημοι. Εκτελείται ανθρωποκυνήγιον. Εγένετο ίσως διακόσιοι φόνοι, όπως συλληφθώσι δώδεκα δούλοι.
 
Η εσπέρα έφθασε. Νυκτερινή στάθμευσις. Εγένετο κατασκήνωσις υπό μεγάλα δένδρα.

Υψηλά χόρτα σχηματίζουσι φράκτην περί το δάσος.

Δούλοι τινες είχον φύγει την προτεραίαν θραύσαντες το δίκρανόν των.

Συνελήφθησαν εκ νέου και εβασανίσθησαν μετ' απαραδειγματίστου σκληρότητος.

Η επιτήρησις των στρατιωτών και των οδηγών διπλασιάζεται.

Επήλθεν η νυξ. Βρυχηθμοί λεόντων και υαινών. Ρογχασμοί μακρυνοί ιπποποτάμων.

Βεβαίως γειτονεύει λίμνη τις ή ρυάκιον.

Μεθ' όλον τον κάματον, δεν δύναμαι να κοιμηθώ. Σκέπτομαι τόσα πράγματα!

Είτα, νομίζω ότι ακούω πατήματα εις τα υψηλά χόρτα. Ίσως θηρίον τι. Θα τολμήση άρα γε να παραβιάση την είσοδον του στρατοπέδου;

Ακροώμαι. Ουδέν. Ναι, ζώον τι διέρχεται διά των καλάμων. Είμαι άοπλος. Εν τούτοις θα υπερασπισθώ. Θα καλέσω. Η ζωή μου δύναται να είναι χρήσιμος εις την κυρίαν Βέλδων, εις τους συντρόφους μου.

Παρατηρώ διά του βαθέος σκότους· Δεν υπάρχει σελήνη. Η νυξ είναι σκοτεινοτάτη.

Ιδού δύο οφθαλμοί φεγγοβολούντες εν τη σκιά, μεταξύ των παπύρων οφθαλμοί υαίνης ή λεοπαρδάλεως. Χάνονται . . . πάλιν εμφανίζονται . . .

Τέλος ακούω θρουν εις τα χόρτα. Ζώον τι πηδά επ' εμού.

Έμελλον να εκφέρω κραυγήν, να καλέσω βοήθειαν. Ευτυχώς δεν το έπραξα.

Δεν δύναμαι να πιστεύσω εις τους οφθαλμούς μου.

Ο Δίγγος, ο Δίγγος είναι πλησίον μου . . . Γενναίε Δίγγε! Πώς μοι απεδόθη; Πώς ηδυνήθη να μ' επανεύρη;

Α! το ορμέφυτον αρκεί να εξηγήση τοιαύτα θαύματα πιστότητος. Λείχει τας χείρας μου. Αχ, καλέ κύον, τώρα μόνε φίλε μου. Δεν σε εφόνευσαν λοιπόν!

Τω ανταπέδωκα τας θωπείας του. Με εννόησεν. Ήθελε να υλακτήση.

Τον καθησυχάζω. Δεν πρέπει να τον ακούσωσιν. Ας ακολουθή την συνοδείαν απαρατήρητος . . . Αλλά πώς τρίβει επιμόνως τον λαιμόν του εις τας χείρας μου . . .
 
Φαίνεται ως εάν μοι λέγει «Ζήτησον λοιπόν! . . ». Ζητώ. και αισθάνομαί τι εκεί δεδεμένον εις τον τράχηλόν του . . . τεμάχιον καλάμου είναι διαπερασμένον εις το περιλαίμιον εκείνο, όπου είναι κεχαραγμένα τα δύο γράμματα Σ. Β., των οποίων το μυστήριον είναι εισέτι ανεξήγητον δι' ημάς.

Ναι . . . απέσπασα το καλάμιον . . . Το έθραυσα. Επιστολή υπάρχει εν αυτώ.
 
Αλλ' αυτήν την επιστολήν δεν δύναμαι να την αναγνώσω. Πρέπει να περιμείνω την ημέραν . . . την ημέραν . . . Θέλω να κρατήσω τον Δίγκον, αλλά το καλόν ζώον, καίτοι λείχον τας χείρας μου, φαίνεται σπεύδον να με εγκαταλείπη . . Εννόησεν ότι η αποστολή του είχεν εκπληρωθή.

Δι' ενός πλαγίου άλματος έγινεν άφαντον αθορύβως μεταξύ των χόρτων.

Ο Θεός να το λυτρώση εκ των οδόντων των λεόντων ή των υαινών.

Ο Δίγγος βεβαίως επέστρεψε προς εκείνον, όστις με τον απέστηλεν.

Η επιστολή εκείνη, την οποίαν δεν δύναμαι έτι να αναγνώσω, καίει τας χείρας μου.

Ποίος την έγραψε; Προέρχεται εκ του Ηρακλέους; Πώς το πιστόν ζώον, όπερ ενομίζομεν νεκρόν συνήντησε τον ένα ή τον άλλον; Περιέχει άρα γε σχέδιον αποδράσεως, ή με δίδει μόνον ειδήσεις ανθρώπων προσφυλών; Όπως δήποτε το συμβεβηκός εκείνο με συνεκίνησε και κατέπαυσε τας αθλιότητάς μου.
 
Ω! πόσον μακρά μοι εφάνη η νυξ.

Καραδοκώ την ελαχίστην φαύσιν εις τον ορίζοντα. Δεν δύναμαι να κλείσω τους οφθαλμούς.

Ακούω εισέτι βρυχηθμούς θηρίων. Δυστυχή Δίγγε μου, είθε να τα διαφύγης!

Τέλος η ημέρα πλησιάζει να φανή και σχεδόν άνευ λυκαυγούς υπό τα τροπικά εκείνα πλάτη.

Έλαβον τοιαύτην θέσιν, ώστε να μη με παρατηρήσωσι.

Προσπαθώ να αναγνώσω . . Αλλ' αδήνατον εισέτι

Τέλος ανέγνωσα. Το επιστόλιον ήτο διά χειρός του Ηρακλέους.

Είχε γραφή επί τεμαχίου χάρτου διά μολυβδοκονδύλου.

Ιδού τι περιείχεν:

«Η κυρία Βέλδων μεταφέρεται μετά μικρού Ζαν, επί κιτάνδας. Ο Χάρης και ο Νεγορός συνοδεύουσιν αυτήν. Προηγούνται της συνοδείας κατά τρεις ή τέσσαρας σταθμούς μετά του εξαδέλφου Βενεδίκτου. Δεν ηδυνήθην να συγκοινωνήσω μετ' αυτής. Εύρον τον Δίγγον, όστις είχε πληγωθή διά σφαίρας όπλου . . αλλ' εθεραπεύθη. Έχετε ελπίδας κύριε Δικ. Υμάς μόνον σκέπτομαι και έφυγον, διά να σας είμαι μάλλον χρήσιμος».

ΗΡΑΚΛΗΣ

Α! η κυρία Βέλδων και ο υιός της ζώσιν! Ας έχη δόξαν ο Θεός! δεν θα υπέφερον ως ημείς εκ των καμάτων της σκληράς ταύτης πορείας.

Η κιτάνδα είναι είδος χορείου εκφόρτων ξηρών κρεμαμένη εις μακρόν βαμβού , όπερ δύο άνδρες φέρουσιν εκ των ώμων. Κάλυμα εξ υφάσματος περικαλύπτει αυτήν. Η κυρία Βέλδων και ο μικρός Ζακ ευρίσκονται εντός αυτής της κιτάνδας.

Τι σκέπτονται περί αυτών ο Χάρρης και ο Νεγορός; Οι άθλιοι εκείνοι βεβαίως τους φέρουσιν εις Καζονδέ; ναι . . ναι. Θα τους επανεύρω. Α! εν τω μέσω όλων τούτων των αθλιοτήτων, αύτη είναι καλή είδησις, είναι χαρά την οποίαν μοι εκόμισεν ο Δίγγος.
 
 — Από 11-25 Μαΐου. — Η συνοδεία εξακολουθεί την πορείαν αυτής. Οι δεσμώται σύρονται επί μάλλον και μάλλον επιμόνως.

Οι πλείστοι αφίνουσιν επί των βημάτων των ίχνη αίματος. Υπολογίζω ότι απαιτούνται έτι δέκα ημέραι, όπως φθάσωμεν εις Καζονδέ.

Πόσοι μέχρι τότε θα παύσωσιν υποφέροντες! Αλλ' εγώ πρέπει να φθάσω εκεί και θα φθάσω.

Είναι αποτρόπαιον! Εν τη συνοδεία υπάρχουσι δυστυχείς τινες των οποίων όλον το σώμα είναι μία πληγή.

Τα προσδένοντα αυτούς σχοινία εισέρχονται εις τας σάρκας των.

Από της χθες μήτηρ τις φέρει εις τας αγκάλας της το μικρόν τέκνον της αποθανόν εκ πείνης! δεν θέλει ν' αποχωρισθή αυτού.

Η οδός καλύπτεται υπό πτωμάτων. Η ευφλογία ενέσκηψε μετά νέας σφοδρότητος.
 
Διήλθομεν πλησίον δένδρου. Εις το δένδρον εκείνο, ήσαν δούλοι δεδεμένοι εκ του τραχήλου. Τους είχον αφήσει εκεί να αποθάνωσιν εκ πείνης.
 
 — Από 16-24 Μαΐου. Αι δυνάμεις μου σχεδόν είχον εξαντληθή, αλλά δεν είχον το δικαίωμα να εξασθενήσω. Αι βροχαί είχον παύσει εντελώς. Έχομεν ημέρας «σκληράς πορείας».
 
Τούτο οι σωματέμποροι καλούσι «τρικέσαν» ή μεταμεσημβρινήν πορείαν. Πρέπει να βαδίζωμεν ταχύτερον, και το έδαφος υψούται κατά τραχείας ανωφερείας.

Διερχόμεθα δι' υψηλών χόρτων λίαν σκληρών. είναι τα «νυάση», των οποίων το στέλεχος εκδαίρει το πρόσωπόν μου, των οποίων οι καυστικοί κόκκοι εισέρχονται εις το δέρμα μου, υπό τα ρακώδη ιμάτιά μου.
 
Ευτυχώς τα ισχυρά υποδήματά μου αντέσχον καλώς.
 
Οι πράκτορες ήρχισαν να εγκαταλείπωσιν εκείνους, όσοι εκ της πολλής αδυναμίας δεν ηδύναντο να ακολουθώσιν.

Άλλως δε αι ζωοτροφίαι ήρχισαν να εκλείπωσι. Στρατιώται και φορείς θα επανεστάτουν, εάν ηλαττούτο το σιτηρέσιόν των.
 
Δεν τολμώσιν να τοις αποκόψωσιν ουδέ το ελάχιστον και τότε τόσον το χειρότερον διά τους αιχμαλώτους!

 — Ας φαγωθούν μεταξύ των! είπεν ο αρχηγός. Εκ τούτου έπεται ότι οι δούλοι νέοι, εύρωστοι έτι αποθνήσκουσιν άνευ σημείου τινός ασθενείας.

Ενθυμούμαι ότι ο δόκτωρ Λίβιγγστων είπεν επί του αντικειμένου τούτου:

«Οι ατυχείς ούτοι παραπονούνται διά την καρδίαν των, θέτουσι τας χείρας επ' αυτής και πίπτουσι. Τωόντι η καρδία των συντρίβεται. Τούτο είναι ιδιάζον εις τους ελευθέρους ανθρώπους, τους υποδουλωθέντας άνευ ουδενός προοιμίου».
 
Σήμερον είκοσιν αιχμάλωτοι μη δυνάμενοι πλέον να συρθώσιν εφονεύθησαν διά των πελέκεων υπό των οδηγών.

Ο άραψ αρχηγός δεν αντέστη εις την σφαγήν ταύτην.

Η σκηνή υπήρξε φρικώδης!

Η δυστυχής γραία Ναν έπεσεν υπό την μάχαιραν εν τη φοβερή ταύτη ανθρωποθυσία.

Διερχόμενος προσέκοψα εις το πτώμα της.

Δεν ηδυνήθην καν να τη παρέξω ταφήν χριστιανικήν.

Είναι η πρώτη εκ των επιζησάντων του «Πίλγριμ», ην ο Θεός εκάλεσε παρ' εαυτώ. Δυστυχές ον! Δυστυχή Ναν!

Κατά πάσαν νύκτα περιμένω τον Δίγγον. Δεν επανέρχεται πλέον.

Μήπως συνέβη δυστύχημά τι εις αυτόν ή εις τον Ηρακλέα! Όχι! . . . Όχι! . . . Δεν θέλω να το πιστεύσω! . . . Η σιωπή εκείνη, ήτις μοι φαίνεται τόσω μακρά, έν μόνον αποδεικνύει, ότι ο Ηρακλής δεν έχει νέον τι να μου ανακοινώση. Πρέπει άλλως τε να είναι συνετός και να προφυλάσσηται καλώς.
 

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'.

ΤΟ ΚΑΖΟΝΔΕ.


Τη 26 Μαΐου η συνοδεία των δούλων έφθασεν εις Κανζοδέ. Πεντήκοντα επί τοις εκατόν εκ των αιχμαλώτων του τελευταίου εκείνου ανθρωποκυνηγίου έπεσαν καθ' οδόν.

Εν τούτοις η υπόθεσις ήτο έτι καλή διά τους δουλεμπόρους· αι αιτήσεις συνέρρεον, και η τιμή των δούλων έμελλε να υψωθή εις τας αγοράς της Αφρικής.

Η Αγγόλα ενήργει κατ' εκείνην την εποχήν μέγα εμπόριον μαύρων.

Αι πορτογαλικαί αρχαί του Αγίου Παύλου της Λοάνδας ή της Βεγγουέλας δυσκόλως ηδύναντο να παρεμποδίσωσιν αυτό, καθότι αι συνοδείαι διηυθύνοντο προς τα ενδότερα της αφρικανικής ηπείρου.
 
Τα παραπήγματα της χώρας έβριθον αιχμαλώτων.

Τα ολίγα σωματεμπορικά πλοία όσα ηδύναντο να διέλθωσι μεταξύ των καταδρομικών της ακτής, δεν ήρκουν όπως επιβιβάσουν αυτούς διά τας ισπανικάς αποικίας της Αμερικής.

Το Καζονδέ, κείμενον εις απόστασιν τριακοσίων μιλίων από του στομίου του Κοάνζα, είναι έν των κυριωτέρων «λακονή», μία των σπουδαιοτέρων αγορών της επαρχίας ταύτης.
 
Εις την μεγάλην αυτού πλατείαν, «τσίτοκαν», διενεργούνται αι υποθέσεις εκεί, οι δούλοι εκτίθενται και πωλούνται.

Εξ εκείνου του κέντρου αι συνοδείαι διακλαδίζονται προς την χώραν των μεγάλων λιμνών.

Το Καζονδέ, ως όλαι αι μεγάλαι πόλεις της κεντρώας Αφρικής, διαιρείται εις δύο μέρη διακεκριμένα· το έν είναι η συνοικία των αράβων, πορτογάλων ή ιθαγενών εμπόρων, και περιέχει τα ιδιαίτερά του παραπήγματα· το έτερον είναι η διαμονή του μαύρου βασιλέως, αγρίου τινος μεθύσου εστεμμένου, βασιλεύοντος διά του τρόμου και ζώντος εκ προμηθειών φυσικών, τας οποίας οι σωματέμποροι τω παρέχουσιν αφειδώς.

Εν Καζονδέ, η εμπορική συνοικία ανήκε τότε εις εκείνον τον Ιωσίαν Αντώνιον Αλβέζ, περί του οποίου εγένετο λόγος μεταξύ του Χάρρη και του Νεγορού, απλών υπομιοθίων αυτού πρακτόρων.

Εκεί ήτο το κύριον κατάστημα του σωματεμπόρου εκείνου, όστις εκέκτητο και δεύτερον εις Βιχέ και τρίτον εις Κασάγγαν της Βεγγουέλας, ένθα ο υποπλοίαρχος Καμερών έμελλε να τον συναντήση μετά τινα έτη.

Μεγάλη κεντρική οδός, εκατέρωθεν των σειρών των οικιών μεθ' ομαλών στεγών και στερεού πηλού τοίχων, των οποίων η τετράγωνος αυλή χρησιμεύει ως μάνδρα, εις την άκραν της οδού η ευρεία αγορά περικυκλομένη υπό παραπηγμάτων, υπεράνω δε του συνόλου εκείνου των κατοικιών γιγαντιαίαι τινες βανιάναι των οποίων οι κλάδοι αναπτύσσονται θαυμασίως, ένθεν κακείθεν μεγάλοι φοίνικες πεφυτευμένοι ως σάρωθρα, με την κεφαλήν προς τα επάνω, επί της κόνεως των οδών, εικοσάς πτηνών σαρκοβόρων χρησιμοποιουμένων χάριν της δημοσίας υγείας, τοιαύτη είναι η εμπορική συνοικία του Καζονδέ.

Ου μακράν ρέει ο Λουχή, ποταμός του οποίου ο ρους είναι έτι απροσδιόριστος, ή τουλάχιστον είναι υποπαραπόταμος του Κουάγγου, όστις εκβάλλει εις τον Ζαΐρον.

Η κατοικία του βασιλέως του Καζονδέ, ήτις συνορεύει προς την εμπορικήν συνοικίαν, ουδέν άλλο είναι ή άθροισμα ακαθάρτων καλυβών εκτεινομένων επί εκτάσεως ενός τετραγωνικού μιλίου.

Εκ των καλυβών εκείνων αι μεν έχουσιν ελευθέραν την είσοδον· αι άλλαι περιβάλλονται διά καλαμίνων χαρακωμάτων ή περιχειλούνται διά συκών πυκνοφύλλων.

Ιδιαίτερον παράπηγμα περικυκλούμενον υπό φράκτου εκ παπύρων, τριακοντάς καλυβών χρησιμευουσών ως κατοικία των δούλων του αρχηγού, άθροισμά τι καλυβών διά τας γυναίκας του, έν «τεμπέ» μάλλον ευρύχωρον και μάλλον υψηλόν, ημεκεχωσμένον εις τας φυτείας του μανιόκου, αύτη είναι η κατοικία του βασιλέως του Καζονδέ, ανδρός πεντηκονταετούς, ονομαζομένου Μοΐνη Λούγγα, και ήδη πολύ εκπεσόντος εκ της θέσεως των προκατόχων του·

Δεν έχει τετρακισχιλίους στρατιώτας, εκεί όπου οι πρώτοι πορτογάλοι σωματέμποροι ηρίθμουν εικοσακισχιλίους, και δεν ηδύνατο πλέον, ως εις τους καλούς χρόνους, να θεσπίζη την θυσίαν εικοσιπέντε ή τριάκοντα αιχμαλώτων καθ' ημέραν.

Άλλως τε δε ο βασιλεύς εκείνος ήτο πρόωρος γέρων κατεστραμμένος υπό της ασωτίας, κεκαυμένος υπό των οινοπνευμάτων, άγριος μανιακός, ακρωτηριάζων εξ ιδιοτροπίας τους υπηκόους του, τους αξιωματικούς του ή τους υπουργούς του, κόπτων την ρίνα ή τα ώτα των μεν, τον πόδα ή την χείρα των άλλων, και του οποίου ο θάνατος, προσεχώς αναμενόμενος, θα ηκούετο άνευ ουδεμιάς λύπης.

Είς μόνον άνθρωπος εις όλον το Καζονδέ θα έχανεν ίσως διά του θανάτου του Μοΐνη Λούγγα.

Ο άνθρωπος εκείνος ήτο ο σωματέμπορος Ιωσίας Αντώνιος Αλβέζ, όστις συνεννοείτο κάλλιστα μετά του μεθύσου, του οποίου όλη η επαρχία ανεγνώριζε την εξουσίαν.

Υπήρχε φόβος μήπως μετ' αυτόν, εάν η ανάρρησις της πρώτης των γυναικών του, της βασιλίσσης Μοΐνας ήθελεν αμφισβητηθή, τα κράτη του Μοΐνη Λούγγα καταληφθώσιν υπό γείτονος αντιπάλου, ενός των βασιλέων του Ουκουζού.
 
Ούτος νεώτερος, δραστηριώτερος, είχεν ήδη καταλάβει χωρία τινά εξαρτώμενα εκ της Κυβερνήσεως του Καζονδέ, και ήτο αφωσιωμένος εις άλλον τινά σωματέμπορον αντίζηλον του Αλβέζ, τον Τίπον-Τίπον, μαύρον Άραβα καθαράς καταγωγής, του οποίου ο Καμερών έμελλε μετ' ολίγον να δεχθή την επίσκεψιν εις Νυαγγουέ.

Ιδού άλλως τε τι ήτο ο Αλβέζ, εκείνος ο αληθής κυριάρχης επί της βασιλείας του απεκτηνωμένου μαύρου, του οποίου είχεν αναπτύξει και εκμεταλλευθή τα ελαττώματα.

Ο Ιωσίας Αντώνιος Αλβέζ, προκεχωρημένος ήδη την ηλικίαν, δεν ήτο, ως ηδύνατό τις να πιστεύση «μσουγγού», ήτοι άνθρωπος λευκής φυλής·

Δεν είχεν έτερόν τι πορτογαλικόν ειμή μόνον το όνομα, όπερ εδανείσθη βεβαίως διά τας ανάγκας του εμπορίου του.

Ήτο αληθής μαύρος γνωστότατος εν τω κόσμω των σωματεμπόρων, και καλούμενος Κενδελέ.

Πράγματι γεννηθείς εν Δόνδρω παρά τας όχθας του Κοάνζα, ήρχισε τον βίον ως απλούς πράκτωρ των δουλομεσιτών, και επί τέλους εγένετο διάσημος σωματέμπορος και εθεωρείτο ως ο εντιμότερος άνθρωπος του κόσμου.

Τούτον τον Αλβέζ ο Καμερών, περί τα τέλη του 1874, έμελλε να συναντήση εις Κιλέμβαν, πρωτεύουσαν του Κασόγγου, αρχηγόν του Ουραία, όστις έμελλε να τον οδηγήση μετά της συνοδείας του μέχρι του Βιχέ καταστήματός του, ήτοι εις απόστασιν επτακοσίων μιλίων.

Η συνοδεία των δούλων, φθάσασα εις Καζονδέ, ωδηγήθη εις την μεγάλην πλατείαν.

Ήτο η 26 Μαΐου. Οι υπολογισμοί του Δικ Σανδ ήσαν λοιπόν ορθοί. Η οδοιπορία διήρκεσε τριάκοντα και οκτώ ημέρας από της εκ των οχθών του Κοάνζα κατασκηνώσεως.

Πέντε εβδομάδες βασάνων και αθλιοτήτων, οποίας ουδέποτε άλλοτε υπέστησαν ανθρώπινα όντα.

Ήτο μεσημβρία ότε εισήλθον εις Καζονδέ. Τα τύμπανα εκρούοντο, τα κέρατα ήχουν εν τω μέσω των πυροβολισμών.

Οι στρατιώται της συνοδείας εξεκένουν τα πυροβόλα των εις τον αέρα και οι θεράποντες του Αντωνίου Ιωσία Αλβέζ απεκρίνοντο μετά ζωηρότητος.
 
Όλοι οι λησταί εκείνοι ήσαν ευτυχείς επαναβλέποντες αλλήλους μετ' απουσίαν διαρκέσασαν τέσσαρας μήνας.

Έμελλον τέλος να αναπαυθώσι και ανακτήσωσι τον απολεσθέντα χρόνον εν τη ακολασία και τη μέθη.

Οι δεσμώται, οι πλείστοι εξηντλημένοι, απετέλουν ολικόν άρθροισμα εκ διακοσίων πεντήκοντα κεφαλών. Αφού τους εδίωκον εμπρός ως ποίμνιον, έμελλον να τους κλείσωσιν εις τα παραπήγματα εκείνα, τα οποία οι αγρονόμοι της Αμερικής δεν θα ήθελον μήτε διά σταύλους.
 
Εκεί τους περιέμενον χίλιοι διακόσιοι ή χίλιοι πεντακόσιοι άλλοι αιχμάλωτοι, μέλλοντες να εκτεθώσι την μεθεπομένην ημέραν εις την μεγάλην αγοράν του Καζονδέ.

Τα παραπήγματα εκείνα επληρώθησαν διά των νεωστί ελθόντων δούλων. Αφηρέθησαν μεν τα βαρέα δίκρανα, αλλ' αι αλύσεις έμενον.

Οι αχθοφόροι εστάθησαν επί της πλατείας, αφού απέθεσαν τα εξ ελεφαντοστού φορτία των, τα οποία έμελλον να παραλάβωσιν οι έμποροι του Καζονδέ.

Είτα πληρωνόμενοι διά τινων υαρδών πανίου ή άλλου υφάσματος ανωτέρας τιμής, θα επέστρεφον όπως ενωθώσι μετά τινος άλλης συνοδείας.

Ο γέρων Τωμ και οι σύντροφοί του ηλευθερώθησαν λοιπόν εκ του κρίκου εκείνου, τον οποίον έφερον επί πέντε εβδομάδας.

Ο Βαρθολομαίος και ο πατήρ του ερρίφθησαν τέλος εις τας αγκάλας αλλήλων.

Όλοι συνέθλιψαν τας χείρας. Αλλά μόλις ηδύνατο να ομιλήσωσι. Και τι να έλεγον, όπερ δεν θα ήτο λόγος απελπισίας;

Ο Βαρθολομαίος, ο Ακτέων, ο Αυγουστίνος, και οι τρεις ρωμαλέοι, πεπλασμένοι διά τας τραχείας εργασίας, ηδυνήθησαν να ανθέξωσιν εις τους κόπους· αλλ' ο γέρων Τωμ, εξασθενήσας υπό των στερήσεων, ήτο εξηντλημένος.

Ολίγον έτι, και το πτώμα του θα εγκατελείπετο ως το της γραίας Ναν βορά των θηρίων της επαρχίας εκείνης.
 
Και οι τέσσαρες, άμα φθάσαντες, εμανδρώθησαν εις έν στενόν παράπηγμα, του οποίου η θύρα αμέσως εκλείσθη όπισθεν αυτών. Εκεί εύρον τροφήν τινα, και περιέμενον την επίσκεψιν του σωματεμπόρου ενώπιον του οποίου αλλ' ανωφελώς, έμελλον να διεκδικήσωσι την αμερικανικήν αυτών εθνικότητα.

Ο Δικ Σανδ έμεινεν εις την πλατείαν υπό την ειδικήν επιτήρησιν ενός οδηγού.

Ευρίσκετο τέλος εν Καζονδέ, ένθα δεν αμφέβαλλεν ότι προηγήθησαν αυτού η κυρία Βέλδων, ο μικρός Ζακ και ο εξάδελφος Βενέδικτος.

Τους εζήτησε διά των οφθαλμών διερχόμενος τας διαφόρους συνοικίας της πόλεως, και τα άλλα μέρη ένθα ενόμιζεν ότι ίσως θα τους έβλεπεν.

Η κυρία Βέλδων δεν ήτο εκεί!

 — Μήπως δεν την ωδήγησαν εδώ; εσκέφθη ο Δικ Σανδ. Αλλά πού να ήναι; Όχι, ο Ηρακλής δεν ήτο δυνατόν να απατηθή.

Άλλως τε τούτο περιορίζεται εις τον κύκλον των μυστικών σχεδίων του Χάρρη και του Νεγορού . . . Και εν τούτοις μήτε αυτούς δεν βλέπω!

Θανάσιμος αγωνία κατέλαβε τον Δικ Σανδ. Ότι η κυρία Βέλδων, κρατουμένη δεσμώτις, εκρύπτετο απ' αυτού, τούτο εξηγείται.

Αλλ' ο Χάρρης και ο Νεγορός, — ο τελευταίος προ πάντων, — έπρεπε να σπεύσωσι να επανίδωσι τον νεαρόν δόκιμον, εν τη εξουσία αυτών τότε, έστω και διά να απολαύσωσι τον θρίαμβόν των, διά να τον υβρίσωσι, να τον βασανίσωσι, να εκδικηθώσι τέλος!

Επειδή όμως δεν ήσαν εκεί, έπρεπεν άρα γε να συμπεράνη ότι είχον λάβει άλλην διεύθυνσιν, και ότι η κυρία Βέλδων θα παρεσύρθη εις άλλο μέρος της κεντρώας Αφρικής.

Έστω και αν η παρουσία του Αμερικανού και του Πορτογάλου ήτο το σύνθημα του μαρτυρίου του, ο Δικ Σανδ επεθύμει αυτήν ανυπομόνως.

Ο Χάρρης και ο Νεγορός εν Καζονδέ θα ήτο δι' αυτόν η βεβαιότης ότι ευρίσκετο εκεί ωσαύτως η κυρία Βέλδων και το τέκνον αυτής.
 
Ο Δικ Σανδ εσκέφθη ότι από της νυκτός, καθ' ήν ο Δίγγος τω έφερε το γραμμάτιον του Ηρακλέους, ο κύων δεν ενεφανίσθη πλέον.

Απάντησιν την οποίαν ο νεαρός δόκιμος διά παν ενδεχόμενον είχεν προετοιμάσει και εν τη οποία συνίστα εις τον Ηρακλέα να φροντίζη μόνον περί της κυρίας Βέλδων και να μη την χάνη από τα βλέμματά του, να την διατηρή όσω το δυνατόν ενήμερον των διατρεχόντων, την απάντησιν εκείνην δεν κατώρθωσε να την διαβιβάση εις τον προς ον όρον.

Ό,τι ο Δίγγος ηδυνήθη να πράξη την πρώτην φοράν, ήτοι να εισδύση εις τας τάξεις της συνοδείας, διατί ο Ηρακλής δεν απεπειράθη να πράξη και εκ δευτέρου;

Μήπως το πιστόν ζώον εφονεύθη εις αποτυχούσαν τινα απόπειραν, ή μήπως ο Ηρακλής εξακολουθών να παρακολουθή τα ίχνη της κυρίας Βέλδων, ως θα έπραττεν ο Δικ Σανδ, εάν ήτο εις την θέσιν του, εισέδυσε μετά του Δίγγου εις τα βάθη του δασώδους οροπεδίου της Αφρικής επί τη ελπίδι να φθάση εις πρακτορείον τι του εσωτερικού;

Τι ηδύνατο να φαντασθή ο Δικ Σανδ, εάν τωόντι μήτε η κυρία Βέλδων μήτε οι άρπαγες αυτής ήσαν εκεί;

Τοσούτον ήτο πεπεισμένος — αδίκως ίσως — ότι θα τους επανεύρισκεν ες Καζονδέ, ώστε μη ιδών αυτούς εταράχθη μεγάλως και ησθάνθη απελπισίαν, ην δεν ηδύνατο πλέον να καταστείλη.

Η ζωή του, εάν δεν ηδύνατο πλέον να είναι χρήσιμος εις εκείνους τους οποίους ηγάπα, ήτο περιττή και δεν τω απέμενεν άλλο ειμή να αποθάνη.

Σκεπτόμενος όμως τοιουτοτρόπως ο Δικ Σανδ, παρεγνώριζε τον ίδιον εαυτού χαρακτήρα.

Υπό την επίδρασιν των δοκιμασιών εκείνων, ο παις εγένετο ανήρ, και η αποθάρρυνσις παρ' αυτώ, παροδικός μόνον ήτο φόρος πληρωνόμενος εις την ανθρωπίνην φύσιν.
 
Φοβερά συμφωνία σαλπίγγων και κραυγών εξερράγη κατ' εκείνην την στιγμήν.

Αίφνης ο Δικ Σανδ, ον είδομεν καταπεσόντα εις την κόνιν, ανωρθώθη.
 
Παν νέον συμβάν ηδύνατο να τον επαναφέρη επί τα ίχνη εκείνων τους οποίους ανεζήτει.
 
Ο προ ολίγου άπελπις δεν απηλπίζετο ήδη πλέον.

 — Αλβέζ! Αλβέζ! το όνομα τούτο επαναλαμβάνετο υπό πλήθους ιθαγενών και στρατιωτών κατακλυσάντων τότε την πλατείαν.

Ο ανήρ από του οποίου εξηρτάτο η τύχη τοσούτων αθλίων έμελλεν επιτέλους να εμφανισθή. Πιθανόν οι πράκτορές του ο Χάρρης και ο Νεγορός να ήσαν μετ' αυτού.

Ο Δικ Σανδ ίστατο όρθιος, με οφθαλμούς ανεωγμένους, με ρώθωνας διεσταλμένους. Τον δεκαπενταετή εκείνον δόκιμον οι δύο προδόται θα τον επανεύρισκον εκεί ενώπιόν των, ευθύν, σταθερόν, βλέποντα αυτούς κατά πρόσωπον.
 
Ο πλοίαρχος του «Πίλγριμ» δεν θα έτρεμεν έμπροσθεν του αρχαίου μαγείρου του πλοίου.

Φορείον τι, είδος κιτάνδας κεκαλυμμένης υπό αθλίου ρακώδους και απεχρωματισμένου υφάσματος, εφάνη εις την κυρίαν οδόν.

Γηραιός μαύρος κατήλθεν εξ αυτού. Ήτο ο σωματέμπορος Μωσίας Αντώνιος Αλβέζ.