Θεράποντές τινες συνώδευον αυτόν μετά πολλών αλλαλαγμών.
Συγχρόνως μετά του Αλβέζ ανεφανίζετο ο φίλος του Κοΐμβρας εκ Βιχέ, και κατά το λέγειν του υποπλοιάρχου Καμερών, ο αχρειέστερος άνθρωπος της επαρχείας ον βρωμερόν, εκτετραχηλισμένον, με οφθαλμούς αγρίους, κόμην με υποκάμισον ρακώδες και εσθήτα εκ χόρτων.
Θα έλεγέ τις, ότι ήτο γραία με ψιάθινον πίλον διάτρητον.
Ο Κοΐμβρας εκείνος ήτο έμπιστος, η κολασμένη ψυχή του Αλβέζ, ο διοργανωτής των ανθρωποκυνηγίων, όλως άξιος να διοική τους ληστάς του σωματεμπόρου.
Προς μεγάλην λύπην του δοκίμου, μήτε ο Χάρρης μήτε ο Νεγορός απετέλουν μέρος της ακολουθείας του Αλβέζ.
Όφειλε λοιπόν ο Δικ Σανδ ν' αποβάλη την ελπίδα ότι ήθελε τους επανεύρει εν Καζονδέ;
Εν τούτοις ο αρχηγός της συνοδείας, ο Άραψ Ιβν Χαμής, αντήλλασσε σφιγξίματα χειρός μετά του Αλβέζ και του Κοΐμβρα. Εδέχθη μύρια συγχαρητήρια.
Οι ημίσεις δούλοι, οίτινες έλειπον εκ της γενικής αριθμήσεως, έφερον μορφασμόν τινα εις το πρόσωπον του Αλβέζ, αλλ' επί τέλους η υπόθεσις ήτο έτι καλή.
Διά του εις τα παραπήγματα υπάρχοντος ανθρωπίνου εκείνου εμπορεύματος ηδύνατο να ικανοποιήση τας απαιτήσεις του εσωτερικού και να ανταλλάξη τους δούλους του αντί ελεφαντοστών και χαλκού.
Συγχαρητήρια άφθονα εδόθησαν και εις τους οδηγούς· εις δε τους αχθοφόρους, ο σωματέμπορος έδωκεν αμέσως διαταγήν να πληρωθή ο μισθός των πάραυτα.
Ο Ιωσίας Αντώνιος Αλβέζ και ο Κοΐμβρας ωμίλουν είδος τι πορτογαλικής γλώσσης αναμεμιγμένης μετ' ιθαγενούς ιδιώματος, την οποίαν κάτοικος της Λισαβώνος θα εδυσκολεύετο ολίγον να εννοήση.
Δεν εννόει λοιπόν, ο Δικ Σανδ τι έλεγον οι «έμποροι» εκείνοι μεταξύ των.
Μήπως συνεζήτουν περί των συντρόφων του και αυτού τοσούτον προδοτικώς συμπεριληφθέντων εις το προσωπικόν της συνοδείας;
Ο νεαρός δόκιμος δεν ηδύνατο πλέον να αμφιβάλλη περί τούτου, όταν εις έν κίνημα του άραβος Ιβν Χαμή παρετήρησεν οδηγόν τινα διευθυνόμενον προς το παράπηγμα, ένθα ήσαν κεκλεισμένοι ο Τωμ, ο Αυγουστίνος, ο Βαρθολομαίος και ο Ακτέων.
Σχεδόν αμέσως οι τέσσαρες Αμερικανοί ήχθησαν ενώπιον του Αλβέζ.
Ο Δικ Σανδ επλησίασε βραδέως. Δεν ήθελε να χάση ουδέν εκ της σκηνής εκείνης.
Το πρόσωπον του Ιωσία Αντωνίου Αλβέζ ήστραψεν, όταν είδε τους ευρώστους εκείνους άνδρας, εις ους η ανάπαυσις και η αφθονωτέρα τροφή έμελλε ταχέως να αποδώση την φυσικήν αυτών ρώμην.
Μόνον τον γέροντα Τωμ είδε μετά περιφρονήσεως, καθότι η ηλικία θα αφήρει πολύ εκ της αξίας του, αλλ' οι άλλοι τρεις θα επωλούντο ακριβά κατά την προσεχή αγοράν του Καζονδέ.
Τότε ο Αλβέζ ενθυμήθη αγγλικάς τινας λέξεις τας οποίας πράκτορες ως ο Αμερικανός Χάρρης τον εδίδαξαν, και ο γέρων πίθηκος ενόμισε καθήκον του να ευχηθή ειρωνικώς την καλήν άφιξιν εις τους νέους του δούλους.
Ο Τωμ εννόησε τας λέξεις εκείνας του σωματεμπόρου, προεχώρησε λοιπόν αμέσως, και δεικνύων τους συντρόφους του και εαυτόν.
— Είμεθα άνδρες ελεύθεροι, είπε. Πολίται των Ηνωμένων Πολιτειών.
Ο Αλβέζ τον εννόησε βεβαίως· απεκρίθη δε μετά φαιδρού μορφασμού σείων την κεφαλήν.
— Ναι, ναι, Αμερικανοί! καλώς ώρισαν . . . καλώς ώρισαν.
— Καλώς ώρισαν, προσέθηκεν ο Κοΐμβρας.
Ο υιός του ταγματάρχου του Βιχέ προεχώρησε τότε προς τον Αυγουστίνον, και ως έμπορος εξετάζων δείγμα, αφού εψηλάφησε το στήθος και τους ώμους του, ηθέλησε να του ανοίξη το στόμα όπως παρατηρήση τους οδόντας του.
Αλλά κατ' εκείνην την στιγμήν ο σινιόρ Κοΐμβρας έλαβεν εις το πρόσωπον το μεγαλοπρεπέστερον γρονθοκόπημα, όπερ έλαβέ ποτε υιός ταγματάρχου.
Ο έμπιστος του Αλβέζ έπεσε δέκα βήματα μακράν. Στρατιώται τίνες ώρμησαν κατά του Αυγουστίνου, όστις θα επλήρωνεν ίσως ακριβά το οργίλον εκείνο κίνημα.
Ο Αλβέζ τους εσταμάτησε διά χειρονομίας. Εγέλα εξ όλης καρδίας διά το πάθημα του φίλου του Κοΐμβρα, ούτινος δύο μόνοι εναπέμειναν οδόντες εκ των πέντε ή έξ τους οποίους είχεν.
Ο Ιωσίας Αντώνιος Αλβέζ δεν εννόει κατ' ουδένα τρόπον να βλάψωσι το
εμπόρευμά του.
Έπειτα δε ήτο χαρακτήρος ευθύμου, και προ πολλού χρόνου δεν είχε γελάσει τόσον
πολύ.
Εν τούτοις παρηγόρησε τον καταισχυθέντα Κοΐμβραν, όστις ανεγερθείς επέστρεψε
και επανέλαβεν την θέσιν του πλησίον του σωματεμπόρου, απευθύνων κίνημα
απειλητικόν κατά του αυθάδους Αυγουστίνου.
Κατ' εκείνην την στιγμήν ο Δικ Σανδ ωθούμενος υπό τινος οδηγού, εφέρθη ενώπιον του Αλβέζ.
Ούτος προφανώς εγίνωσκε τις ήτο ο νεαρός δόκιμος, πόθεν ήρχετο, και πώς συνελήφθη παρά τον Κοάνζαν.
Τούτου ένεκα, αφού τον παρετήρησε διά βλέμματος μοχθηρού.
— Ο μικρός Υανκή, είπεν εν κακή Αγγλική.
— Ναι, Υανκή, απεκρίθη ο Δικ Σανδ. Τι θα κάμουν τους συντρόφους μου και εμέ;
Υανκή! Υανκή! Μικρός Υανκή! επανέλαβεν ο Αλβέζ.
Δεν εννόησεν, ή δεν ήθελε να ενοήση την γενομένην αυτώ ερώτησιν;
Ο Δικ Σανδ και εκ δευτέρου απέτεινε την αυτήν ερώτησιν, την αφορώσαν τους συντρόφους του και αυτόν.
Απετάθη συγχρόνως και προς τον Κοΐμβραν τον οποίον εκ των χαρακτήρων, ει και κατεστραμμένων εκ της καταχρήσεως των πνευματωδών ποτών, ανεγνώρισεν ότι δεν ήτο ιθαγενούς καταγωγής.
Ο Κοΐμβρας επανέλαβε το απειλητικόν κίνημα, όπερ είχεν απευθύνει κατά του Αυγουστίνου και δεν απεκρίθη.
Καθ' όλον εκείνο το διάστημα ο Αλβέζ συνωμίλει μετά του Άραβος Ιβν Χαμή λίαν ζωηρώς και προδήλως περί πραγμάτων αφορώντων τον Δικ Σανδ και τους συντρόφους του.
Βεβαίως έμελλον να τους αποχωρήσωσιν εκ νέου, και τις οίδεν εάν παρουσιάζετό ποτε ευκαιρία να ανταλλάξωσιν ολίγας λέξεις.
— Φίλοι μου, είπεν ο Δικ Σανδ χαμηλή τη φωνή και ως εάν ωμίλει προς εαυτόν, ολίγας λέξεις μόνον. Έλαβον διά του Δίγγου επιστολήν του Ηρακλέους, όστις παρηκολούθησε την συνοδείαν. Ο Χάρρης και ο Νεγορός έσυρον την κυρίαν Βέλδων, τον Ζακ και τον κύριον Βενέδικτον. Πού; Δεν ηξεύρω πλέον, αφού δεν είναι εδώ, εις Καζονδέ. Υπομονή, θάρρος, έστε έτοιμοι διά παν ενδεχόμενον. Είθε τέλος να μας ευσπλαχνισθή ο Θεός!
— Και η Ναν;
— Η Ναν απέθανε.
— Πρώτη!
— Και τελευταία! . . απεκρίθη ο Δικ Σαν, διότι θα κατορθώσωμεν.
Κατ' εκείνην την στιγμήν χειρ τις ετέθη επί του ώμου του και ήκουσε τας λέξεις ταύτας απαγγελθείσας μετά φωνής ησύχου και γνωστής αυτώ.
— Α! είναι ο νέος φίλος μου, εάν δεν απατώμαι. Χαίρω διότι σας επανείδον.
Ο Δικ Σανδ εστράφη.
Ο Χάρρης ήτο ενώπιόν του.
— Πού είναι η κυρία Βέλδων; έκραξεν ο Δικ Σανδ βαδίζων προς τον
Αμερικανόν.
— Φευ! απεκρίθη ο Χάρρης προσποιούμενος λύπην, ην δεν ησθάνετο, η δυστυχής μήτηρ. Πώς θα ηδύνατο να επιζήση . . .
— Απέθανεν! ανέκραξεν ο Δικ Σανδ. Και το τέκνον της;
Το δυστυχές παιδίον! απεκρίθη ο Χάρρης μετά της αυτής φωνής, πώς να μη το φσνεύσωσι τόσαι κακοπάθειαι;
Ούτω λοιπόν, παν ό,τι ηγάπα ο Δικ Σανδ δεν υπήρχε πλέον! Τι συνέβη εν εαυτώ; Ακατάσχετον κίνημα οργής, ανάγκη εκδικήσεως την οποίαν ήθελε να κορέση με πάσαν θυσίαν.
Ο Δικ Σανδ ώρμησε κατά του Χάρρη, έδραξε την εν τη ζώνη του Αμερικανού μάχαιραν και εβύθισεν αυτήν εις την καρδίαν του προδότου.
— Ανάθεμα! . . . έκραξεν ο Χάρρης πίπτων.
— Ο Χάρρης ήτο νεκρός.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι'.
ΗΜΕΡΑ ΜΕΓΑΛΗΣ ΑΓΟΡΑΣ
Το κίνημα του Δικ Σανδ τοσούτον υπήρξε ταχύ, ώστε δεν ηδυνήθη τις να τον
σταματήση.
Ιθαγενείς τίνες ώρμησαν κατ' αυτού, και έμελλε να φονευθή, ότε ενεφανίσθη ο Νεγορός.
Έν σημείον του Πορτογάλου απεμάκρυνε τους ιθαγενείς, οίτινες ήγειρον και απεκόμισαν το πτώμα του Χάρρη.
Ο Αλβέζ και ο Κοΐμβρας απήτουν τον πάραυτα θάνατον του Δικ Σανδ· αλλ' ο Νεγορός τοις είπε χαμηλή τη φωνή ότι ουδέν είχον να χάσωσι περιμένοντες, και εδόθη διαταγήν να απαγάγωσι τον νεαρόν δόκιμον και να τον επιτηρώσιν εκ του σύνεγγυς.
Επανείδε τέλος ο Δικ Σανδ τον Νεγορόν, τότε πρώτον από της εκ της παραλίας
αναχωρήσεώς των.
Ήξευρεν ότι εκείνος ο άθλιος ήτο ο μόνος ένοχος της καταστροφής του
«Πίλγριμ».
Έπρεπε δε να τον μισή πολύ περισσότερον ή τον συνέταιρόν του.
Και εν τούτοις, αφού έπληξε τον Αμερικανόν, απηξίωσε να απευθύνη λέξιν τινά
προς τον Νεγορόν.
Ο Χάρρης είχεν είπει ότι η κυρία Βέλδων και το τέκνον αυτής απεβίωσαν! . . . Ουδέν τον ενδιέφερε πλέον, ούτε καν τι θα απεφάσιζον περί αυτού.
Τον απήγαγον. Πού; Δεν τον έμελλεν.
Ο Δικ Σανδ, σφιγκτώς συνδεδεμένος, απετέθη εις το βάθος παραπήγματος άνευ
παραθύρου, είδος τι ειρκτής εν τη οποία ο σωματέμπορος Αλβέζ ενέκλεισε τους
αντάρτας ή βιαιοπραγούντας δούλους.
Εκεί ουδεμίαν πλέον ηδύνατο να έχη συγκοινωνίαν μετά του εξωτερικού, αλλ' ούτε καν εσκέφθη να λυπηθή επί τούτω.
Είχεν εκδικηθή εκείνους τους οποίους ηγάπα, οίτινες δεν υπήρχον πλέον!
Ήτο έτοιμος να υπομείνη πάσαν τύχην ήτις τον περιέμενεν.
Εννοείται ότι εάν ο Νεγορός εσταμάτησε τους ιθαγενείς τους μέλλοντας να
τιμωρήσωσι τον φόνον του Χάρρη, έπραξε τούτο διότι επεφύλαττεν εις τον Δικ
Σανδ έν των φοβερών εκείνων μαρτυρίων των οποίων το μυστήριον γινώσκουν οι
ιθαγενείς.
Ο μάγειρος του πλοίου είχεν υπό την εξουσίαν του τον δεκαπενταετή πλοίαρχον·
μόνον ο Ηρακλής έλειπε διά να είναι η εκδίκησίς του τελεία.
Μετά δύο ημέρας, τη 28 Μαΐου, ήνοιξεν η αγορά «το μέγα λακωνή», ένθα έμελλον να συναντηθώσιν οι σωματέμποροι των κυριωτάτων πρακτορείων του εσωτερικού και οι ιθαγενείς των γειτονικών επαρχιών.
Η αγορά εκείνη της Αγγόλης δεν ήτο ειδική διά την πώλησιν των δούλων, αλλ' άπαντα τα προϊόντα της γονίμου εκείνης Αφρικής έμελλον να συρρεύσωσιν εκεί συγχρόνως μετά των παραγωγέων.
Από πρωίας η ζωηρότης ήτο ήδη μεγάλη εν τη απεράντω αγορά του Καζονδέ,
και είναι δύσκολον να δώσωμεν ιδέαν τινά αυτής.
Ήτο συρροή τετρακισχιλίων ή πεντακισχιλίων ατόμων, συμπεριλαμβανομένων και
των δούλων του Ιωσία Αντωνίου Αλβέζ, μεταξύ των οποίων διέπρεπον ο Τωμ και οι
μετ' αυτού.
Οι πτωχοί εκείνοι άνθρωποι, ένεκα της ξενικής αυτών καταγωγής, δεν έμελλον να είναι οι ολιγώτερον επιζήτητοι υπό των μεσιτών ανθρωπίνης σαρκός.
Ήτο λοιπόν εκεί ο Αλβέζ, ο πρώτος μεταξύ όλων, συνοδευόμενος υπό του Κοΐμβρα, προέτεινε τας μερίδας των δούλων εκ των οποίων οι σωματέμποροι του εσωτερικού έμελλον να σχηματίσωσι συνοδείαν τινά.
Μεταξύ των σωματεμπόρων τούτων διεκρίνοντο μιγάδες τινές του Ουζιζί, κυρίας αγοράς της λίμνης Ταγγανίκης, και Άραβες, πολύ ανώτεροι των μιγάδων εκείνων εις το είδος τούτο του εμπορίου.
Ήσαν εκεί ωσαύτως πάμπολοι ιθαγενείς. Ήσαν παιδία, άνδρες, γυναίκες, λυσσώδεις πωλήτριαι, πολύ ανώτεραι κατά το εμπορικόν πνεύμα των ομοίων των λευκών.
Εις τας αγοράς των μεγάλων πόλεων, έστω και κατά την ημέραν μεγάλων συναλλαγών, μήτε περισσότερος θόρυβος γίνεται μήτε πλειότεραι υποθέσεις ενεργούνται. Παρά τοις πεπολιτισμένοις, η ανάγκη του πωλείν είναι ίσως υπερτέρα της επιθυμίας του αγοράζειν.
Παρά τοις αγρίοις όμως εκείνοις της Αφρικής, η προσφορά γίνεται μετά του
αυτού πάθους ως και η ζήτησις.
Διά τους ιθαγενείς των δύο φύλων το λακωνή είναι ημέρα εορτάσιμος, και εάν δεν
φέρωσι τα κάλλιστα αυτών ενδύματα, διά λόγους ευνοήτους, φέρουσι τουλάχιστον
τα κάλλιστα αυτών κοσμήματα.
Κόμαι διηρημέναι εις τέσσαρα μέρη καλυπτόμενοι υπό στρωματιδίων και εά
πλοκάμοις συνδεδεμένοις δίκην ψευδοκόμης, ή διατεθειμένης εν είδει ουράς
έμπροσθεν της κεφαλής μετά περικεφαλαίας εξ ερυθρών πτερών, — κόμαι μετά
κεράτων αμφικύρτων κεκαλυμμένοι δι' ερυθρού πηλού και ελαίου, ως το μίνιον
εκείνο το χρησιμεύον προς επάλειψιν των συναρμογών των μηχανών, — εις τους
σωρούς εκείνους των αληθών ή ψευδών τριχών, ύψωμά τι εξ οβελίσκων, σιδηρών
ή ελεφαντίνων καρφίδων, πολλάκις μάλιστα, παρά τοις κομψευομένοις,
κατάστικτον μαχαιρίδιον εμπεπηγμένον εν τη ούλη κόμη, της οποίας εκάστη θριξ,
διαπερασμένη έν τινι σοφή ή υαλίνω μαργαρίτη, σχηματίζει τάπητα κόκκων
διαφόρως κεχρωματισμένων, — τοιαύτα ήσαν τα οικοδομήματα τα μάλλον κοινά
εις τας κεφαλάς των ανδρών.
Αι γυναίκες προετίμων να διαιρώσι την κόμην αυτών εις μικρούς θυσάνους μεγέθους κερασίου, εις περιστροφικούς πλοκάμους, ή ολοκλήρους στήλας, των οποίων τα άκρα παρίστων σχέδιόν τι εν αναγλύφω, ή αποματιστήρια πίπτοντα κατά μήκος του προσώπου.
Τινές αυτών, απλούστεραι, και ίσως ευειδέστεραι, άφινον να κρέμανται τα μαλλία των επί της ράχεώς των κατά τον αγγλικόν τρόπον, και άλλαι κατά τον γαλλικόν τρόπον, έφερον αυτά ως κροσσούς κεκομμένους επί του μετώπου.
Και σχεδόν πάντοτε, επί των προβατομάλλων εκείνων, επίχρισμα λίπους, ή αργίλου, η στιλπνής κόλας, ουσίας ερυθράς εξαγομένης εκ του ξύλου του σαντάλου, τόσον πολύ, ώστε αι κομψευόμενοι εκείναι εφαίνοντο ως εάν ήσαν κεκαλυμμένοι υπό κεράμων.
Δεν πρέπει όμως να νομίσωμεν ότι η πολυτέλεια εκείνη της διακοσμήσεως εφηρμόζετο μόνον εις την κόμην των ιθαγενών.
Εις τι θα εχρησίμευον τα ώτα, εάν δεν διεπερώντο εν αυτοίς οβελοί εκ πολυτίμου ξύλου, δακτύλιοι χαλκοί, αλύσεις πεπλεγμέναι αραβοσίτου, αίτινες τους φέρουσιν εις τα εμπρός ή μικραί κολοκύνθαι χρησιμεύουσαι ως ταμβακοθήκαι, — ούτως ώστε οι χαλαρούμενοι λοβοί των εξαρτημάτων τούτων να πίπτωσιν ενίοτε μέχρι των ώμων των κυρίων των;
Μεθ' όλα ταύτα, οι άγριοι της Αφρικής δεν έχουσι θυλάκια, και πώς να έχωσι
τοιαύτα; Εκ τούτου η ανάγκη να θέτωσι όπου δύνανται και ως δύνανται τα
εγχειρίδια, τας καπνοσύριγκας και τα άλλα εν χρήσει αντικείμενα.
Ο δε λαιμός, οι βραχίονες, οι καρποί της χειρός, αι κνήμαι, τα σφυρά, τα διάφορα
ταύτα μέρη του σώματος είναι αμφισβητήτως προωρισμένα να φέρωσι ψέλλια
χαλκά, τεμάχια κεράτων κεκοσμημένα διά καλύκων στιλπνών και σειρών ερυθρών
μαργαριτών καλουμένων ταλακάς, αίτινες τότε ήσαν λίαν συρμού.
Διά των κοσμημάτων λοιπόν τούτων, αφθόνως εγκατεσπαρμένων, οι πλούσιοι της χώρας είχον θέαν πλαισίων κινητών.
Πλην τούτου, εάν, η φύσις εδώρησεν οδόντας εις τους ιθαγενείς, δεν έπρεπε να
αποσπώσι τους μεσαίους τομείς τους άνω και τους κάτω, να τους ρινίζωσιν εις
αιχμάς, να τους κυρτώσιν εις οξέα αρπάγια;
Εάν εφύτευσεν όνυχας εις τας άκρας των δακτύλων, δεν έπρεπε να αυξάνωσι
τοσούτον υπερμέτρως, ώστε η χρήσις της χειρός να καθίσταται περίπου αδύνατος;
Εάν το δέρμα, μέλαν ή μελάγχρουν, καλύπτη τον ανθρώπινον σκελετόν, δεν
έπρεπε να ποικίλλεται υπό στιγμάτων, παριστώντων δένδρα, πτηνά, ημισελήνους,
πανσελήνους ή γραμμάς κυματοειδείς, εις τας οποίας ο Λίβιγγστων ενόμισεν ότι
επανεύρε ζωγραφήματα της αρχαίας Αιγύπτου;
Ο στιγματισμός ούτος των πατέρων γινόμενος διά τινος κυανής ύλης εισαγομένης
εις τας εντομάς, εκτελείται εις διάφορα μέρη του σώματος των παιδιών, επιτρέπει
να αναγνωρίζωντο εις ποίαν φυλήν ή εις ποίαν οικογένειαν ανήκουσι.
Πρέπει να χαραχθή καλώς το οικόσημον επί του στήθους, αφού δεν είναι
δυνατόν να ζωγραφηθή επί των πλευρών αμάξης.
Τοιούτος λοιπόν ήτο ο στολισμός των ιθαγενών εκείνων συρμών.
Τα δε κυρίως λεγόμενα ενδύματα συνωψίζοντο διά τους κυρίους εκείνους είς τι
περίζωμα εκ δέρματος αντιλόπης κατερχόμενον μέχρι των γονάτων, ή έκ τινος
υποκαμίσου εξ υφάσματος χόρτου ζωηρών χρωμάτων.
Αι κυρίαι έφερον ζώνην εκ μαργαριτών συγκρατούσαν εις την οσφύν εσθήτα
πρασίνην, κεντημένη διά μετάξης, κεκοσμημένην υπό κόκκων υαλίνων ή
κογχυλίων, ενίοτε δε εξ υφάσματος χόρτου κυανού, μέλανος και κιτρίνου,
τοσούτον περιζητήτου υπό των γυναικών της Ζανζιβάρης. Δεν πρόκειται ενταύθα
ειμή περί των μαύρων της υψηλής κοινωνίας.
Οι άλλοι, έμποροι ή δούλοι, ήσαν μόλις ενδεδυμένοι. Αι γυναίκες ως επί το
πλείστον υπηρέτουν ως αχθοφόροι και ήρχοντο εις την αγοράν μετά βαρέων
καλάθων επί των ώμων, τους οποίους εκράτουν δι' ιμάντος πεπερασμένου εις το
μέτωπόν των.
Έπειτα δε, καταλαμβανομένης της θέσεως και απλουμένου του εμπορεύματος,
συνεσπειρούντο εν τω κενώ καλάθω.
Η καταπληκτική ευφορία της χώρας συνεσώρευεν επί της λακωνής εκείνης τρόφιμα
αρίστης ποιότητος.
Υπήρχεν άφθονος η όρυζα εκείνη, ήτις δίδει εκατόν αντί ενός, ο αραβόσιτος
εκείνος, όστις δίδει τρεις συγκομιδάς εις οκτώ μήνας και αποφέρει διακόσια αντί
ενός, το σήσαμον, το πέπερι του Ουρούα, το μανιόκον, το σόργον, τα
μοσχοστάφυλα, το άλας, το φοινικέλαιον.
Εκεί συνηντώντο εκατοντάδες αιγών, χοίρων, προβάτων άνευ μαλλιού, μετά
παραγναθίδων και γενείων, προδήλως ταρταρικής καταγωγής, πτηνά, ιχθείς κ.τ.λ.
Πήλινα αγγεία, συμμέτρως διατεθειμένα, είλκυον τα βλέμματα ένεκα των
ζωηροτάτων χρωμμάτων των.
Τα ποικίλα ποτά τα οποία οι μικροί ιθαγενείς ωνόμαζον διά παλμώδους φωνής,
ηρέθιζον τους φιλοπότας.
Ήσαν δε οίνος βανάνας, βομβέ, ποτόν ισχυρόν εν μεγάλη χρήσει, μαλοφού ζύθος γλυκύς κατασκευαζόμενος εκ καρπών βανανέας και υδρόμελι, μίγμα διαυγές μέλιτος και ύδατος.
Ότι όμως καθίστα την αγοράν του Καζονδέ έτι μάλλον περίεργον, ήτο το εμπόριον των υφασμάτων και του ελεφαντοστού.
Μεταξύ των υφασμάτων εμετρούντο κατά χιλιάδας το χουκάς, το μερικανή, το
κανικί, κυανούν βαμβακηρόν ύφασμα έχον πλάτος τριάκοντα και τεσσάρων
δακτύλων, το σοχαρί, ύφασμα μετά τετραγώνων κυανολεύκων και παρυφής
ερυθράς, ανάμικτον μετά μικρών γραμμών κυανών, ολιγώτερον ακριβόν, ή το
δαουλίς εκ μετάξης της Σουράτης, όπερ έχει επιφάνειαν πρασίνην, ερυθράν ή
κιτρίνην, και όπερ τιμάται από επτά δολλαρίων το τεμάχιον των τριών υαρδών
μέχρις ογδοήκοντα δολλαρίων όταν είναι χρυσοΰφαντον.
Το δε ελεφαντοστούν προήρχετο εξ όλων των μερών της κεντρώας Αφρικής, όπως
αποσταλή εις Χαρτούμ, Ζανζιβάρην ή την Νατάλ και οι έμποροι ήσαν πολυάριθμοι,
οίτινες εξεμεταλεύοντο αποκλειστικώς τον κλάδον τούτον του αφρικανικού
εμπορίου.
Ευκόλως δύναταί τις να φαντασθή ότι οι ελέφαντες φονεύονται ίνα προμηθεύσωσι
τας πεντακοσίας χιλιάδας χιλιόγραμμα ελεφαντοστού, όπερ το εξαγωγικόν
εμπόριον ρίπτει κατ' έτος εις τας αγοράς της Ευρώπης και ιδίως εις την Αγγλίαν.
Απαιτούνται τεσσάρακοντα χιλιάδες μόνον και μόνον διά τας ανάγκας του Ηνωμένου Βασιλείου.
Η δυτική ακτή της Αφρικής παράγει μόνη εκατόν τεσσαράκοντα τόνους εκ της πολυτίμου ταύτης ουσίας.
Ο μέσος όρος είναι εικοσιοκτώ λίτραι δι' έκαστον ζεύγος ελεφαντοδόντων, οίτινες τω 1874, ετιμήθησαν μέχρι χιλίων φράγκων, υπάρχουσιν όμως καί τινες οίτινες ζυγίζωσι μέχρις εκατόν εξήκοντα πέντε λιτρών και ακριβώς εις την αγοράν του Καζονδέ, οι ερασταί του εμπορεύματος τούτου ηδύναντο να εύρωσι τοιούτους θαυμασίους, θαμβούς, διαφανείς, μαλακούς εις την κατεργασίαν, διατηρούντας την λευκότητά των και μη κιτρινίζοντας διά του χρόνου ως οι ελεφαντόδοντες άλλων προελεύσεων.
Και τώρα, πώς εκανονίζοντο μεταξύ αγοραστών και πολητών αι διάφοροι εκείναι εμπορικαί πράξεις; Ποίον ήτο το ισχύον νόμισμα;
Το είπομεν ήδη, το νόμισμα διά τους εμπόρους της Αφρικής ήτο ο δούλος.
Ο ιθαγενής πληρώνει εις κόκκους υαλίνους, κατασκευής ενετικής, καλουμένους κοτσόκολος όταν είναι λευκοί ως η άσβεστος, βουβουλού όταν είναι μέλανες, σικουνδερετσέ όταν είναι ερυθροί.
Οι κόκκοι εκείνοι ή μαργαρίται συνηνωμένοι εις δέκα σειράς ή κετέ, περιστρεφόμενοι δις περί τον λαιμόν, σχηματίζουσι το φούνδον, του οποίου μεγάλη είναι η αξία.
Το δε μάλλον εν χρήσει μέτρον των μαργαριτών τούτων είναι το φραζιλάχ,
ζυγίζον εβδομήκοντα λίτρας· και ο Λίβιγγστων, ο Καμερών, ο Στάνλεϋ πάντοτε
εφρόντιζον να ώσιν αφθόνως εφωδιασμένοι εκ του νομίσματος τούτου.
Εν ελλείψει υαλίνων κόκκων, το πισέ, νόμισμα ζανζιβαρικόν τεσσάρων λεπτών, και
τα βιουγγούας, κογχύλια ιδιαίτερα εις την ανατολικήν ακτήν, έχουσι τρέχουσαν
αξίαν εις τας αγοράς της Αφρικανικής ηπείρου.
Αλλ' οι ανθρωποφάγοι φυλαί αποδίδουσιν αξίαν τινα εις τους οδόντας
ανθρωπίνων σιαγόνων και εις το λακωνή έβλεπε τις τοιαύτα κομβολόγια εις τον
λαιμόν των ιθαγενών, οίτινες βεβαίως είχον φάγει τους κατόχους των οδόντων
τούτων.
Αλλ' οι οδόντες ούτοι ήρχισαν να χάνωσι την αξίαν των.
Τοιαύτη λοιπόν ήτο η θέα της μεγάλης εκείνης αγοράς.
Περί την μεσημβρίαν, η ζωηρότης είχε φθάσει εις τον κατακόρυφον αυτής σημείον και ο θόρυβος εγένετο αφόρητος.
Η μανία των περιφρονουμένων πολιτών και η οργή των αποτυγχανόντων
αγοραστών αδύνατον να παρασταθώσι.
Τούτου ένεκεν ρήξεις συχναί, και εννοείται ευκόλως ότι η έλλειψις αρκετών
ειρηνοφυλάκων καθίστα αδύνατον την συγκράτησιν του ωρυωμένου εκείνου
πλήθους.
Περί το μέσον της ημέρας ο Αλβέζ διέταξε να φέρωσιν εις την πλατείαν τους
δούλους, όσους ήθελε να εκποιήση.
Το πλήθος ηύξησε τοιουτοτρόπως κατά δισχιλίους δυστυχείς πάσης ηλικίας, τους
οποίους ο σωματέμπορος εκράτει εις τα παραπήγματά του από πολλών μηνών.
Η «παρακαταθήκη» εκείνη δεν ήτο εν κακή καταστάσει.
Μακρά ανάπαυσις και καλή τροφή ανεζωγόνησαν αυτούς.
Αλλ' οι εσχάτως ελθόντες δεν ηδύναντο να παραβληθώσι προς αυτούς και μετά μηνιαίαν διαμονήν εν τοις παραπήγμασιν, ο Αλβέζ θα τους επώλει βεβαίως μετά πλειοτέρου κέρδους· αλλ' αι ζητήσεις της ανατολικής ακτής ήσαν τοσαύται, ώστε απεφάσισε να τους εκθέση ως ήσαν και ευρίσκοντο.
Τούτο ήτο δυστύχημα διά τον Τωμ και τους τρεις συνεταίρους αυτού.
Οι οδηγοί τους ώθησαν εις την αγέλην, ήτις επλημμύρισε την αγοράν. Ήσαν στερεώς δεδεμένοι, και τα βλέμματά των εμαρτύρουν τρανώς ποία μανία και ποίον αίσχος κατείχον αυτούς.
— Ο κύριος Δικ δεν είν' εδώ, είπε σχεδόν αμέσως ο Βαρθολομαίος, άμα διέτρεξε διά των οφθαλμών την ευρείαν πεδιάδα του Καζονδέ.
— Όχι, απεκρίθη ο Ακτέων, δεν θα τον πωλήσωσι.
— Θα φονευθή, εάν δεν εφονεύθη ήδη, προσέθηκεν ο γέρων μαύρος.
Ημείς όμως μίαν μόνην έχομεν ελπίδα, να μας αγοράση όλους ομού είς σωματέμπορος. Θα ήτο παρηγορία εις ημάς εάν δεν χωρισθώμεν.
— Όχι είπεν ο Τωμ. Όχι δεν θα μας χωρίσωσι, και ίσως θα δυνηθώμεν . . .
— Εάν ήτο εδώ ο Ηρακλής! έκραξεν ο Αυγουστίνος·
Αλλ' ο γίγας δεν είχεν εμφανισθή πλέον.
Μετά τας τελευταίας εις τον Δικ Σανδ κομισθείσας ειδήσεις δεν ηκούσθη τι μήτε περί του Δίγγου μήτε περί αυτού. Έπρεπεν άραγε να φθονήσωσι την τύχην του;
Ναι, βεβαίως! καθότι εάν ο Ηρακλής απέθανε, τουλάχιστον δεν εδέθη διά των αλύσεων της δουλείας.
Εν τούτοις η πώλησις είχεν αρχίσει. Οι πράκτορες του Αλβέζ περιέφερον εν τω μέσω του πλήθους κλήρους ανδρών, γυναικών, παιδιών, χωρίς να ανησυχήσωσιν εάν εχώριζον ή όχι τας μητέρας από τα μικρά των.
Δεν πρέπει να ονομάζωμεν ούτω τα άθλια εκείνα όντα, τα οποία μετεχειρίζοντο ως οικόβια ζώα;
Ο Τωμ και οι μετ' αυτού περιεφέρθησαν τοιουτοτρόπως από αγοραστού εις αγοραστήν. Πράκτωρ τις εβάδιζε προ αυτών κηρύττων την τιμήν, εις ην ο κλήρος αυτού ήθελε κατακυρωθή. Μεσίται Άραβες ή μιγάδες των κεντρικών επαρχιών, επλησίαζον να τους εξετάσωσι.
Δεν εύρισκον εν εαυτοίς τα ιδιαίτερα εις την αφρικανικήν φυλήν σημεία, τροποποιηθέντα παρά τοις Αμερικανοίς εκείνοις από της δευτέρας γενεάς.
Αλλ' οι εύρωστοι και νοήμονες εκείνοι μαύροι, όλως διάφοροι των μαύρων των
μεταφερθέντων εκ των οχθών του Ζαμβέση ή του Λαουλάβα, είχον μεγάλην αξίαν
εις τους οφθαλμούς των. Τους εψηλάφουν, τους περιέστρεφον, παρετήρουν τους
οδόντας των.
Ούτω πράττουσιν, όσοι θέλουσι ν' αγοράσωσιν ίππους.
Έπειτα έρριπτον μακράν μίαν ράβδον, τους ηνάγκαζον να τρέξωσι διά να την λάβωσι, και τοιουτοτρόπως εβεβαιούντο περί της ευκινησίας αυτών.
Η μέθοδος αύτη εφηρμόζετο εις όλους και όλοι υπεβάλλοντο εις τας ταπεινωτικάς ταύτας δοκιμασίας.
Μη υποθέση τις όμως, ότι οι δυστυχείς εκείνοι υπέμενον αδιαφόρως τους τοιούτους εξευτελισμούς.
Όχι. Εξαιρέσει των παιδιών άτινα δεν ηδύναντο να εννοήσωσιν εις ποίαν εξευτέλισιν υπεβάλλοντο, πάντες, άνδρες ή γυναίκες, ησχύνοντο.
Άλλως τε δε δεν τοις έλειπον μήτε αι ύβρεις μήτε αι μαστιγώσεις. Ο Κοΐμβρας,
ημιμεθυσμένος, και οι πράκτορες του Αλβέζ μετεχειρίζοντο αυτούς μετά τοις
εσχάτης κτηνωδίας, παρά τοις νέοις δε κυρίοις, οίτινες είχον αγοράσει αυτούς αντί
ελεφαντοδόντων, υφασμάτων ή μαργαριτών, δεν εύρισκον καλλιτέραν
υποδοχήν.
Όταν βιαίως απεχωρίζοντο αλλήλων μήτηρ από του τέκνου, ανήρ από της γυναικός,
αδελφός από της αδελφής· δεν επετρέπετο εις αυτούς μήτε τελευταία θωπεία,
μήτε τελευταίος ασπασμός, και εις την αγοράν εκείνην εβλέποντο διά τελευταίαν
φοράν.
Πράγματι, αι ανάγκαι της εμπορίας απαιτούσιν ώστε οι δούλοι, αναλόγως του
φύλου αυτών, να αποστέλλωνται άλλος αλλαχού.
Οι δουλέμποροι οίτινες αγοράζουσιν άνδρας, δεν είναι εκείνοι οίτινες αγοράζουσι
γυναίκας.
Αύται, δυνάμει της πολυγαμίας ήτις είναι νόμος παρά τοις Μουσουλμάνοις,
διευθύνονται κυρίως προς τας αραβικάς χώρας, ένθα ανταλλάσσονται αντί
ελεφαντοδόντων.
Οι δε άνδρες, προωρισμένοι διά τας βαρείας εργασίας μεταφέρονται εις τα
πρακτορεία των δύο ακτών, και εκείθεν εξαποστέλλονται είτε εις τας ισπανικάς
αποικίας, είτε εις τας αγοράς της Μασκάτης και της Μαδαγασκάρης.
Η διαλογή αύτη επιφέρει λοιπόν σπαρακτικάς σκηνάς μεταξύ εκείνων τους
οποίους οι πράκτορες αποχωρίζουσι και οίτινες θα αποθάνωσι χωρίς ουδέποτε
πλέον να επανίδωσιν αλλήλους.
Ο Τωμ και οι μετ' αυτού ώφειλον και ούτοι να υποστώσι την κοινήν τύχην.
Αληθώς όμως ειπείν, δεν εφοβούντο την περίπτωσιν ταύτην.
Τωόντι προτιμότερον ήτο εις αυτούς να αποσταλώσιν εις αποικίαν τινά δούλων.
Εκεί τουλάχιστον θα είχον ελπίδα τινά ότι θα ηδύναντο να απαιτηθώσιν.
Ενώ εξ εναντίας, κρατούμενοι έν τινι επαρχία της Αφρικής, έπρεπε να αποβάλωσι
πάσαν ελπίδα ανακτήσεως της ελευθερίας των.
Ότι επεθύμουν, τούτο και εγένετο. Έσχον μάλιστα την σχεδόν ανέλπιστον
παρηγορίαν να μη αποχωρισθώσιν. Ο κλήρος αυτών ζωηρώς ημφισβητήθη υπό
πολλών δουλεμπόρων του Ουζιζί. Ο Αντώνιος Ιωσίας Αλβέζ έτριβε τας χείρας.
Αι τιμαί υψούντο. Συνωθούντο όπως ίδωσι τους δούλους εκείνους αγνώστου αξίας
επί της αγοράς του Καζονδέ, και των οποίων την προέλευσιν είχεν επιμελώς
αποκρύψει ο Αλβέζ.
Ο Τωμ λοιπόν και οι μετ' αυτού, μη γινώσκοντες την επιτόπιον γλώσσαν, δεν ηδύναντο να διαμαρτυρηθώσι.
Κύριός των εγένετο πλούσιος άραψ σωματέμπορος, όστις μετά τινας ημέρας ώφειλε να τους αποστείλη εις την λίμνην Ταγγανίκαν, ένθα εγίνετο η μεγάλη διέλευσις των δούλων· από του μέρους δε εκείνου θα απεστέλλοντο εις τα πρακτορεία της Ζανζιβάρης.
Αλλά θα έφθανον άρα γε εκεί, διά μέσου των νοσηροτέρων και κινδυνωδεστέρων χωρών της κεντρώας Αφρικής;
Να διανύσωσι χίλια πεντακόσια μίλια εις τας χώρας εκείνας, εν μέσω των συνεχών πολέμων των εγειρομένων υπό αρχηγού κατ' αρχηγού υπό κλίμα φονικόν!
Ο Γέρων Τωμ θα είχεν άραγε την δύναμιν να ανθέξη εις τόσας κακουχίας; δεν θα απέθνησκε καθ' οδόν, ως η γραία Ναν;
Αλλ' οι δυστυχείς εκείνοι άνδρες δεν απεχωρίσθησαν! Η άλυσις η ενούσα αυτούς ομού, τοις εφάνη ελαφροτέρα όπως την βαστάσωσιν.
Ο άραψ σωματέμπορος διέταξε να τους μεταφέρωσιν εις ιδιαίτερον
παράπηγμα. Προδήλως εφρόντιζε μεγάλως περί εμπορεύματος, όπερ τω υπέσχετο
πολλήν ωφέλειαν εν τη αγορά της Ζανζιβάρης.
Ο Τωμ λοιπόν, ο Βαρθολομαίος, ο Ακτέων και ο Αυγουστίνος εγκατέλιπον την
πλατείαν και δεν ηδυνήθησαν μήτε να ίδωσι μήτε να μάθωσι την σκηνήν μεθ' ης
έμελλε να κλείση η μεγάλη αγορά του Καζονδέ.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ'.
ΠΟΥΝΣΙΟ ΠΡΟΣΦΕΡΘΕΝ ΕΙΣ ΤΟΝ ΒΑΣΙΛΕΑ ΤΟΥ ΚΑΖΟΝΔΕ
Ήτο τετάρτη ώρα της εσπέρας, ότε μέγας θόρυβος τυμπάνων, κυμβάλων και άλλων
οργάνων αφρικανικών αντήχησεν εις την άκραν της κυρίας οδού.
Η ζωηρότης εδιπλασιάζετο τότε εις όλας τας γωνίας της αγοράς.
Ημίσεια ημέρα κραυγών, αγώνων, ούτε τας φωνάς εκούρασεν ούτε τους βραχίονας
και τους πόδας των δαιμονίων των εκείνων εμπόρων
Πολλοί δούλοι έμενον εισέτι απώλητοι· οι δουλέμποροι διεφιλονείκουν τας
μερίδας μετά ζέσεως, ης ελαχίστην ιδέαν θα έδιδε και αυτό το χρηματιστήριον του
Λονδίνου εν ημέρα υψώσεως των αξιών.
Αλλ' εις την κακόηχον εκείνην συμφωνίαν την εκραγείσαν αίφνης, αι συναλλαγαί
ανεστάλησαν και οι κήρυκες εσιώπησαν διά να αναπνεύσωσιν.
Ο Βασιλεύς του Καζονδέ, Μοΐνης Λούγγας ήλθε να τιμήση διά της παρουσίας του την μεγάλην αγοράν.
Πολυάριθμοι γυναίκες, υπάλληλοι, στρατιώται και δούλοι συνώδευον αυτόν.
Ο Αλβέζ και οι άλλοι σωματέμποροι έσπευσαν εις προϋπάντησιν αυτού και κατά φυσικόν λόγον προσέφερον τα ταπεινά αυτών σεβάσματα εις την αποκτηνωθείσαν εκείνην εστεμμένην κεφαλήν.
Ο Μοΐνης Λούγγας, ελθών εν φορείω πεπαλαιωμένω κατέβη, ουχί άνευ της βοηθείας δεκάδος βραχιόνων, εις το μέσον της μεγάλης πλατείας.
Ο βασιλεύς εκείνος ήτο πεντακονταετής την ηλικίαν, αλλ' ήθελεν υποθέσει τις
ότι ήτο ογδοηκοντούτης.
Φαντάσθητε γέροντα πίθηκον, φθάσαντα εις το έσχατον όριον του γήρατος.
Επί της κεφαλής αυτού είδος τι τιάρας κεκοσμημένης υπό ονύχων λεοντοπαρδάλεως ερυθρών βεβαμμένων και πεποικιλμένης υπό τριχών υπολεύκων· τούτο ήτο το στέμμα των ηγεμόνων του Καζονδέ.
Εις την ζώνην του εκρέμαντο δύο δερμάτινοι εσθήτες κεντημέναι υπό μαργαριτών και βραχύτεραι περιζώματος σιδηρουργού.
Επί του στήθους του, πολλαπλοί στιγματισμοί μαρτυρούντες την αρχαίαν ευγένειαν του βασιλέως, και εάν ήθελέ τις να τον πιστεύση, η γενεαλογία του Μοΐνη Λούγγα ανήρχετο εις τους παλαιοτάτους χρόνους.
Εις τους αστραγάλους, εις τους καρπούς των χειρών, εις τους βραχίονας της αυτού Μεγαλειότητος περιεστρέφοντο ψέλλια χάλκινα, και οι πόδες αυτού ήσαν υποδεδημένοι ζεύγος υπηρετικών υποδημάτων μετά κιτρίνων αναστροφών, τα οποία τω είχε δωρήσει προ είκοσι περίπου ετών ο Αλβέζ.
Προσθέσατε εις την αριστεράν χείρα του βασιλέως μεγάλην βακτηρίαν μετά λαβής επαργύρου, εις την δεξιάν δε μυοσσόβην μετά λαβής μαργαριτοφόρου, άνωθεν της κεφαλής παλαιόν τι εκ ρακών συνερραμένων αλεξιβρόχιον όμοιον προς αμπέχονον Αρλεκίνου, τέλος δε εις τον λαιμόν και εις την ρίνα έν μικροσκόπιον και ζεύγος ομματοϋαλίων και θα έχετε πανομοιότυπον εικόνα της αυτού αιθιοπικής μεγαλειότητος, την οποίαν έτρεμεν όλη η χώρα εν περιφερεία εκατόν μιλίων.
Ο Μοΐνης Λούγγας δι' αυτό τούτο ότι κατείχε θρόνον, ηξίου ότι είχεν ουράνιον καταγωγήν, εκείνους δε εκ των υπηκόων του οίτινες ήθελον αμφιβάλει περί τούτου, θα τους απέστελλε να βεβαιωθώσιν εις τον άλλον κόσμον.
Έλεγεν ότι εις ουδεμίαν των επιγείων αναγκών υπέκειτο, καθό έχων θείαν ουσίαν.
Εάν έτρωγεν, έτρωγε διότι ήθελεν· εάν έπινε, διότι τον ευηρέστει τούτο.
Άλλως το δε ήτο αδύνατον να πίη τις περισσότερον.
Οι υπουργοί του, οι υπάλληλοί του, ακούραστοι πόται, θα ενομίζοντο εγκρατείς ενώπιον αυτού.
Ήτο Μεγαλειότης οινοπνευματισμένη εις το ανώτατον βαθμόν και ακαταπαύστως εμπεποτισμένη υπό ζύθου ισχυρού, υπό πομβέ και προ πάντων υπό ιδιαιτέρου τινός οινοπνεύματος, όπερ του παρείχεν αφθόνως ο Αλβέζ.
Ο Μοΐνης Λούγγας ηρίθμει εις το χαρέμιόν του συζύγους πάσης ηλικίας και
πάσης τάξεως, των οποίων αι πλείσται συνώδευον αυτόν κατά την εις την αγοράν
επίσκεψίν του εκείνην.
Η Μοΐνα, η πρώτη κατά την τάξιν, ην απεκάλουν βασίλισσαν, ήτο μέγαιρα
τεσσαρακοντούτις, εξ αίματος βασιλικού, ως αι σύντροφοι αυτής.
Έφερεν είδος τι επανωφορίου ζωηρών χρωμάτων, εσθήτα εκ χόρτου, κεντημένην
διά μαργαριτών, περιδέραια πανταχού ένθα ηδύναντο να φέρη, κόμην απλωτήν
σχηματίζουσαν γιγαντιαίον πλαίσιον εις την μικράν κεφαλήν της, τέρας εν ενί λόγω.
Άλλοι σύζυγοι, αίτινες ήσαν ή εξαδέλφαι ή αδελφαί του βασιλέως, ολιγώτερον μεν πλουσίως ενδεδυμέναι, αλλά νεώτεραι, εβάδιζον όπισθεν αυτής, έτοιμοι να εκτελέσωσιν εις έν νεύμα του αυθέντου των καθήκοντα ανθρωπίνων επίπλων. Αι δυστυχείς ούτοι δεν είναι αληθώς άλλο τι. Εάν θέλη ο βασιλείς να καθήση, δύο των γυναικών τούτων κατακλίνονται επί του εδάφους και χρησιμεύουσιν αυτώ αντί καθισμάτων, καθ' όν χρόνον οι πόδες του αναπαύονται επί άλλων γυναικείων σωμάτων, ως επί τάπητος εβενίου!
Μετά τον Μοΐνην Λούγγαν ήρχοντο προσέτι οι υπάλληλοι, οι λοχαγοί και οι μάγοι αυτού.
Εκείνο όμως όπερ παρετήρει τις εις τους αγρίους εκείνους οίτινες εκλονίζοντο
ως ο αυθέντης των, ήτο ότι έλειπε μέρος τι του σώματος, εκ του ενός το ωτίον, εκ
του άλλου είς οφθαλμός εξ εκείνου η ρις, εκ τούτου η χειρ. Ουδείς ήτο
αρτιμελής.
Τούτο προέρχεται διότι δύο μόνον ποιναί επιβάλλονται εις Καζονδέ, ο
ακρωτηριασμός ή ο θάνατος, κατά την ιδιοτροπίαν του βασιλέως.
Διά το ελάχιστον παράπτωμα, οιαδήποτε αποτομή, οι αυστηρότερον δε
τιμωρηθέντες είναι εκείνοι ων απετμήθησαν τα ώτα, καθότι δεν δύνανται πλέον να
φέρωσιν ενώτια.
Οι λοχαγοί των «κιλόλος», διοικηταί διαμερισμάτων, κληρονομικοί ή διοριζόμενοι
κατά τετραετίαν, είχον εις την κεφαλήν κεκρύφαλον εκ δέρματος ζέβρου και αντί
πάσης στολής έφερον ερυθρά εσωκάρδια.
Εις τας χείρας των έπαλλον μακράς ράβδους, ων η άκρα ήτο βεβαμμένη διά μαγικών φαρμάκων.
Οι στρατιώται είχον ως όπλα επιθετικά και αμυντικά τόξα ξύλινα, μαχαίρας οξείας ως γλώσσας όφεων, λόγχας πλατείας και μακράς, ασπίδας εκ ξύλου φοίνικος κεκοσμημένας δι' αραβουργημάτων.
Η δε κυρίως καλουμένη στολή ουδεμίαν δαπάνην απήτει εκ του
θησαυροφυλακείου της Αυτού Μεγαλειότητος.
Τέλος η συνοδεία του βασιλέως περιελάμβανε τους μάγους της αυλής και τους
οργανοπαίκτας.
Οι μάγοι, οι «μνάνγαι», είναι οι ιατροί της χώρας. Οι άγριοι απόλυτον δίδουσιν
πίστιν εις τας μαντικάς υπηρεσίας, εις τους εξορκισμούς, εις τας εξ αργίλου
ερυθρολεύκους εικόνας, παριστώσας ζώα φανταστικά ή μορφάς ανδρών και
γυναικών κεκομμένας εξ ενός κορμού δένδρου.
Αλλά και οι μάγοι εκείνοι δεν ήσαν ολιγώτερον των άλλων αυλικών
ηκρωτηριασμένοι, και βεβαίως ο μονάρχης τους επλήρωνε τοιουτοτρόπως διά τας
αποτυγχανούσας θεραπείας.
Οι οργανοπαίκται, άνδρες ή γυναίκες, εποίουν μέγαν θόρυβον διά της δονήσεως των κροτάλων και της κρούσεως των τυμπάνων, θόρυβον ανυπόφορον διά πάντα μη κεκτημένον αφρικανικά ώτα.
Άνωθεν του απαρτίζοντος την βασιλικήν συνοδείαν εκείνου πλήθους
εκυμάτιζον σημαίαι τινες, επί των ακοντίων δε τα λευκαθέντα κρανία των
αντιπάλων αρχηγών, τους οποίους είχε νικήσει ο Μοΐνης Λούγγας.
Όταν ο βασιλεύς κατήλθε του φορείου, αλαλαγμοί εξερράγησαν πανταχόθεν.
Οι στρατιώται των συνοδειών εξεκένωσαν τα παλαιά πυροβόλα των, των οποίων οι
χαλαροί κρότοι δεν εδέσποζον των κραυγών του πλήθους.
Οι οδηγοί, αφού έτριψαν το μελανόν ρύγχος των διά κόνεων κινναβάρεως ην έφερον εντός σάκκου, έπεσαν πρηνείς.
Είτα ο Αλβέζ, πλησιάσας και αυτός, ενεχείρησεν εις τον βασιλέα αρκετήν ποσότητα νωπού καπνού, ή «καταπραϋντικού χόρτου», ως ονομάζουσιν αυτόν εν τη χώρα.
Και πράγματι ο Μοΐνης Λούγγας είχε μεγάλην ανάγκην καταπραΰνσεως διότι ήτο λίαν κακοδιάθετος, άδηλον διά τίνα αιτίαν!
Συγχρόνως μετά του Αλβέζ ο Κοΐμβρας, Ιβν Χαμίτ και οι άραβες ή μιγάδες σωματέμποροι επροχώρησαν όπως προσφέρωσι τα σεβάσματά των εις τον ισχυρόν ηγεμόνα του Καζονδέ.
«Μαρχαμπά», έλεγον οι Άραβες, όπερ σημαίνει καλώς ωρίσατε εν τη γλώσση
της κεντρώας Αφρικής, άλλοι εκρότουν τας χείρας και προσεκύνουν μέχρι εδάφους,
τινές ερρυπαίνοντο διά βορβόρου και προσέφερον εις την ειδεχθή εκείνην
Μεγαλειότητα δείγματα εσχάτης δουλεμπορείας.
Ο Μοΐνης Λούγγας μόλις έβλεπε τον κόσμον εκείνον και εβάδιζε διαστέλλων τας
κνήμας, ως εάν το έδαφος εκινείτο υπό σάλου και προνευστασμού.
Περιεφέρθη τοιουτοτρόπως ή μάλλον εκυλίσθη εν τω μέσω των αιχμαλώτων, και εάν οι σωματέμποροι εφοβήθησαν μήπως αρπάση τινάς εξ αυτών, αφ' ετέρου και οι αιχμάλωτοι εφοβήθησαν μήπως περιπέσωσιν εις την εξουσίαν τοιούτου κτήνους.
Ο Νεγορός ουδ' επί στιγμήν εγκατέλιπε τον Αλβέζ, και συνοδεύων αυτόν προσέφερε τα σεβάσματά του εις τον βασιλέα.
Αμφότεροι ελάλουν την εγχώριον γλώσσαν, εάν η λέξις «ελάλουν» δύναται να ρηθή επί συνδιαλέξεως, εις ην ο Μοΐνης Λούγγας δεν λάμβανε μέρος ειμή διά μονοσυλλάβων λέξεων, αίτινες μόλις εξήρχοντο των υπό του οίνου διαβρόχων χειλέων του.
Και τότε ακόμη δεν εζήτει παρά του φίλου του Αλβέζ ειμή να ανανεώση την
οινοπνευματικήν προμήθειάν του, την οποίαν αι άφθονοι σπονδαί είχον
εξαντλήσει.
— Καλώς ώρισεν εις την αγοράν τον Καζονδέ ο βασιλεύς Λούγγας, έλεγεν ο
σωματέμπορος.
— Διψώ, απεκρίνατο ο μονάρχης.
— Θα λάβη το μερίδιόν του εκ των υποθέσεων της μεγάλης αγοράς.
— Να πίω! απήντα ο Μοΐνης Λούγγας.
— Ο φίλος μου Νεγορός είναι ευτυχής επαναβλέπων τον βασιλέα του Καζονδέ μετά τόσον μακράν απουσίαν.
— Να πίω! επανελάμβανεν ο μέθυσος, του οποίου όλον το σώμα ανέδιδεν αποτρόπαιον οσμήν οινοπνεύματος.
— Λοιπόν ζύθον, υδρόμελι! ανέκραξεν ο Αντώνιος Ιωσίας Αλβέζ, ως άνθρωπος γινώσκων καλώς πού ήθελε να καταλήξη ο Μοΐνης Λούγγας.
— Όχι! όχι! απεκρίθη ο βασιλεύς. Το οινόπνευμα του φίλου μου Αλβέζ,
και θα του δώσω δι' εκάστην ρανίδα του πυρίνου νερού του . . .
— Μίαν ρανίδα αίματος ενός λευκού! εφώνησεν ο Νεγορός, αφού εποίησε
προς τον Αλβέζ σημείον τι όπερ εκείνος εννόησε και επεδοκίμασεν.
— Ενός λευκού! να θανατώσω ένα λευκόν! απήντησεν ο Μοΐνης Λούγγας, του οποίου τα θυριώδη ένστικτα αφυπνίσθησαν εις την πρότασιν του Πορτογάλου.
— Είς πράκτωρ του Αλβέζ εφονεύθη υπ' αυτού του λευκού, επανέλαβεν
ο Νεγορός.
— Ναι . . . ο πράκτωρ μου Χάρρης, απεκρίθη ο σωματέμπορος και πρέπει να
εκδικήσωμεν τον θάνατόν του.
— Ας στείλωσιν αυτόν τον λευκόν εις τον βασιλέα Μασόγγον εις την χώραν
των Ασούας, εις τον Ζαΐρον. Θα τον κόψωσιν εις τεμάχια και θα τον φάγωσιν
ζωντανόν. Αυτοί δεν ελησμόνησαν την γεύσιν του ανθρωπίνου κρέατος ,ανέκραξεν
ο Μοΐνης Λούγγας.
Ο Μασόγγος εκείνος ήτο τωόντι βασιλεύς φυλής τινος ανθρωποφάγων, και είναι
αληθέστατον ότι είς τινας επαρχίας της κεντρώας Αφρικής η ανθρωποφαγία
εκτελείται αναφανδόν.
Ο Λίβιγγστων ομολογεί τούτο εις τας σημειώσεις της περιηγήσεώς του.
Επί των οχθών του Λαουλόβα, οι Μανυεμάς τρώγουσιν ου μόνον τους
φονευομένους εις τους πολέμους ανθρώπους, αλλά και αγοράζουσι δούλους όπως
καταβροχθίζωσιν αυτούς, λέγοντες ότι το ανθρώπινον κρέας είναι ελαφρώς
ηλατισμένον και ολίγιστον μόνον αλάτισμα απαιτεί.
Τους ανθρωποφάγους τούτους ο Καμερών επανεύρεν εις Μοενέ Βοΰγγα, ένθα τρώγουσι τα πτώματα, αφού πρώτον τα αφήσωσι να μοσχεύσωσιν επί πολλάς ημέρας εντός ρέοντος ύδατος.
Ομοίως ο Στάνλεϋ εύρε παρά τοις κατοίκοις του Ουκουζού τας
ανθρωποφαγικάς ταύτας συνηθείας, προδήλως λίαν δεδομένας μεταξύ των
κεντρώων φυλών.
Αλλ' όσον σκληρόν και αν ήτο το είδος του θανάτου το προταθέν υπό του βασιλέως
διά τον Δικ Σανδ, δεν ηδύνατο να συμφέρη εις τον Νεγορόν, όστις δεν ήθελε να
απομακρυνθή από του θύματός του.
— Εδώ είπεν λευκός εφόνευσε τον σύντροφον ημών.
— Εδώ πρέπει να αποθάνη, προσέθηκεν ο Αλβέζ.
— Όπου θέλεις Αλβέζ, απεκρίθη ο Μοΐνης Λούγγας. Αλλά ρανίδα πυρίνου νερού αντί ρανίδος αίματος.
— Ναι, είπεν ο σωματέμπορος, πύρινον νερόν, και θα ίδης σήμερον ότι του αξίζει το όνομα τούτο. Αυτό το νερόν θα το ανάψωμεν. Ο Ιωσίας Αντώνιος Αλβέζ θα προσφέρη πούνσιον εις τον βασιλέα Μοΐνην Λούγγαν.
Ο μέθυσος έπληξε τας χείρας του φίλου του Αλβέζ. Δεν ηδύνατο να συγκρατήση την χαράν του.
Αι γυναίκες του, οι αυλικοί του, συνεμερίζοντο την παραφοράν του. Ουδέποτε είδον καιόμενον οινόπνευμα και βεβαίως εσκόπευον να πίωσι με τας φλόγας.
Είτα, μετά της δίψης του οινοπνεύματος θα κατηυνάζετο επίσης και η δίψα του αίματος, τοσούτον επιτακτική παρά τοις αγρίοις εκείνοις.
Ταλαίπωρε Δικ Σανδ! ποία φρικώδης βάσανος σε περιέμενεν.
Όταν αναλογίζεταί τις τα τρομερά ή γελοία αποτελέσματα της μέθης εις τα πεπολιτισμένα έθνη, εννοεί μέχρι τίνος σημείου δύναται να εξωθήση αύτη βαρβάρους λαούς.
Ευκόλως εννοείται ότι η σκέψις να βασανισθή λευκός, δεν απήρεσκε μήτε εις τους ιθαγενείς μήτε εις τον Αντώνιον Ιωσίαν Αλβέζ, μαύρον ως αυτοί, μήτε εις τον Κοΐμβραν, μιγάδα εξ αίματος μαύρου, μήτε εις τον Νεγορόν τέλος, εμφορούμενον υπό μίσους αγρίου κατά των ανθρώπων του ιδίου του χρώματος.
Επήλθεν η εσπέρα, εσπέρα άνευ λυκόφωτος, ήτις έμελλε να μεταβάλη σχεδόν αμέσως την ημέραν εις νύκτα, ώραν κατάλληλον διά την ανάφλεξιν του πουνσίου.
Αληθώς η ιδέα του Αλβέζ να προσφέρη πούνσιον εις την αιθιοπικήν εκείνην Μεγαλειότητα και να την παρακινήση ν' αγαπήση το οινόπνευμα υπό νέαν μορφήν, ήτο ιδέα θριαμβευτική.
Ο Μοΐνης Λούγγας ήρχιζε να ευρίσκη ότι το πύρινον ύδωρ δεν εδικαίου αρκούντως το όνομά του.
Ίσως αναφλεγόμενον και καίον θα εγαργάλιζε περισσότερον τα αναισθητήσαντα θηλίδια της γλώσσης του.
Το πρόγραμμα λοιπόν της εσπερίδος περιελάμβανε κατ' αρχάς έν πούνσιον και έπειτα μίαν βάσανον.
Ο Δικ Σανδ, στενώς κεκλεισμένος εν τη φυλακή του, δεν έμελλε να εξέλθη αυτής, ειμή όπως μεταβή εις τον θάνατον.
Οι άλλοι δούλοι, πωληθέντες ή μη, είχον μεταφερθή πάλιν εις τα παραπήγματα.
Δεν έμενον πλέον εις την αγοράν ειμή οι σωματέμποροι, οι οδηγοί, οι στρατιώται, έτοιμοι να λάβωσι το μερίδιόν των εκ του πουνσίου, εάν ο βασιλεύς και οι αυλικοί του άφινον ολίγον.
Κατά συμβουλήν του Νεγορού, ο Ιωσίας Αντώνιος Αλβέζ διηυθέτησε καλώς τα
πράγματα.
Έφερον χάλκινον λέβητα δυνάμενον να περιλάβη διακοσίας τουλάχιστον λίτρας και
τον έθεσαν εν τω μέσω της πλατείας.
Βυτία περιέχοντα οινόπνευμα κατωτέρας μεν ποιότητος, αλλά λίαν καθαρόν,
εχύθησαν εν τω λέβητι. Δεν εφείσθηοαν ούτε κιναμώμου, ούτε μυρωδικών, ούτε
άλλων βοηθητικών, δυναμένων να καταστήσωσι δριμύτερον το άγριον εκείνο
πούνσιον.
Άπαντες περιεκύκλωσαν τον βασιλέα, όστις κλονούμενος επροχώρησε προς τον
λέβητα.
Ήθελέ τις υποθέσει ότι το οινόπνευμα εκείνο τον εγοήτευε και ότι ήθελε να πέση
εντός αυτού.
Ο Αλβέζ τον εκράτησε γενναιοφρόνως, και έθεσεν εις την χείρα του θρυαλλίδαν ανημμένην.