WeRead Powered by ReaderPub
Ο δεκαπενταετής πλοίαρχος cover

Ο δεκαπενταετής πλοίαρχος

Chapter 37: ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ'.
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A teenage crew member assumes command of a small whaling vessel after a crisis and must lead a scattering of passengers and sailors through dangerous seas, scarce provisions, and internal betrayal. After shipboard disaster, survivors are driven ashore and undertake a grueling overland journey across hostile terrain where illness, violence, and the depredations of slave traffickers threaten them. The narrative blends precise maritime detail with tense landward adventure, tracing tests of leadership, endurance, and moral choice as the young captain strives to safeguard his companions and reach a place of refuge.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ’.

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΤΙΝΕΣ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΛΙΒΙΓΓΣΤΩΝΟΣ


Η κυρία Βέλδων, μείνασα μόνη, προσηλώθη κατ' αρχάς εις την σκέψιν ταύτην, ότι θα παρήρχοντο οκτώ ημέραι πριν ή επανέλθη ο Νεγορός να τη ζητήση οριστικήν απάντησιν. Ο χρόνος ούτος ήρκει να σκεφθή και να αποφασίση. Περί της τιμιότητος του Πορτογάλου δεν ηδύνατο να γίνη λόγος, ειμή περί του συμφέροντος αυτού. Η «εμπορική αξία» ην απέδιδεν εις την αιχμαλώτιδά του ηδύνατο προδήλως να προφυλάξη αυτήν και να την απαλάξη, προσωρινώς τουλάχιστον, από πάσης αποπείρας δυναμένης να περιαγάγη αυτήν εις κίνδυνον.

Ίσως θα εύρισκε μέσον, τινά τρόπον όστις θα τη επέτρεπε να αποδοθή εις τον σύζυγόν της, χωρίς ο Ιάκωβος Βέλδων να αναγκασθή να έλθη εις Καζονδέ.

Εγίνωσκε κάλλιστα ότι άμα ελάμβανεν επιστολήν της γυναικός του, ο Ιάκωβος Βέλδων ήθελεν αναχωρήσει, και ήθελεν αψηφήσει τους κινδύνους της μεταβάσεως εις τας κινδυνωδεστέρας χώρας της Αφρικής.

Αλλ' όταν ήρχετο εις Καζονδέ, όταν ο Νεγορός θα ελάμβανεν εις χείρας του τον πλούτον εκείνον των εκατόν χιλιάδων δολαρίων, ποίαν εγγύησιν θα είχον ο Ιάκωβος Βέλδων, η γυνή του, το τέκνον του, ο εξάδελφος Βενέδικτος, ότι θα τους άφινον ελευθέρους να αναχωρήσωσιν;

Ιδιοτροπία τις της βασιλίσσης Μοΐνας δεν ηδύνατο άρα γε να τους εμποδίση; Η «παράδοσις» εκείνη της κυρίας Βέλδων και των μετ' αυτής δεν θα εγίνετο υπό καλλιτέρας συνθήκας, εάν εγίνετο εις την παραλίαν εις μέρος τι ωρισμένον, οπότε ο Ιάκωβος Βέλδων θα απέφευγε και τους κινδύνους της εις το εσωτερικόν μεταβάσεως και την δυσχέρειαν, ίνα μη είπωμεν το αδύνατον της επανόδου;

Ταύτα εσκέπτετο η κυρία Βέλδων.

Τούτου ένεκα ηρνήθη ευθύς εξ αρχής να συγκατατεθή εις την πρότασιν του Νεγορού και να τω δώση την επιστολήν προς τον σύζυγόν της.

Εσκέφθη ωσαύτως ότι εάν ο Νεγορός ανέβαλε την δευτέραν επίσκεψιν μετά οκτώ ημέρας, έπραξε τούτο βεβαίως διότι είχεν ανάγκην του χρονικού τούτου διαστήματος όπως προετοιμάση τα της αναχωρήσεώς του, άλλως θα επανήρχετο ταχύτερον όπως βιάση την χείρα της·

 — Μήπως θέλη αληθώς να με χωρίση από το τέκνον μου; εψιθύρισε.

Κατ' εκείνην την στιγμήν ο Ζακ εισήλθεν εις την καλύβην, και εκ κινήματος ορμεμφύτου η μήτηρ του τον ήρπασεν, ως εάν ο Νεγορός ήτο εκεί έτοιμος να τον αποσπάση.

 — Έχεις μεγάλην λύπην, μήτερ; ηρώτησε το μικρόν παιδίον . . .

 — Όχι Ζακ, απεκρίθη η κυρία Βέλδων. Εσκεπτόμην τον πατέρα σου. Θα ευχαριστείσο εάν τον έβλεπες;

 — Ω, ναι, μήτερ. Μήπως θα έλθη;

 — Όχι . . . όχι. Δεν πρέπει να έλθη!

 — Λοιπόν, ημείς θα υπάγωμεν να τον επανεύρωμε;

 — Ναι, Ζακ.

 — Με τον φίλον μου Δικ . . . και τον Ηρακλέα και τον γέρο Τωμ;

 — Ναι, ναι, ναι απεκρίθη η κυρία Βέλδων ταπεινούσα την κεφαλήν όπως κρύψη, τα δάκρυά της.
 
 — Μήπως σε έγραψεν ο πατήρ; ηρώτησεν ο μικρός Ζακ.

 — Όχι φίλτατέ μου.

 — Λοιπόν συ θα τω γράψης μήτερ.

 — Ναι, ναι, ίσως . . απεκρίθη η κυρία Βέλδων.

Και χωρίς να το εννοήση ο μικρός Ζακ επενέβαινεν απ' ευθείας εις την σκέψιν της μητρός του, ήτις ίνα μη αποκριθή άλλως, τον κατησπάσθη.
 
Αρμόζει τώρα να είπωμεν ότι εις τα διάφορα αίτια, άτινα παρεκίνησαν την κυρίαν Βέλδων να αντιστή εις τας παρακελεύσεις του Νεγορού, προσετίθετο και έτερον αίτιον, όπερ δεν ήτο άνευ αξίας. Η κυρία Βέλδων είχεν ίσως απροσδόκητόν τινα ελπίδα να απελευθερωθή άνευ της επεμβάσεως του συζύγου της και μάλιστα εναντίον της θελήσεως του Νεγορού. Τούτο μεν ήτο παύσις ελπίδος αορίστου έτι, αλλ' όπως δήποτε ήτο ελπίς.

Τωόντι έκ τινων λέξεων ας ήκουσε προ πολλών ημερών, διείδε πιθανήν βοήθειαν προσεχώς, βοήθειαν δυνάμεθα ειπείν της θείας προνοίας.

Ο Αλβέζ και μιγάς τις του Ουζιζί συνδιαλέγοντο ολίγα βήματα μακράν της καλύβης, ην κατείχεν η κυρία Βέλδων. Δεν πρέπει να εκπλαγώμεν ότι το αντικείμενον της συνομιλίας των αξιοτίμων τούτων εμπόρων ήτο ακριβώς το δουλεμπόριον των μαύρων. Οι δύο μεσίται της ανθρωπίνης σαρκός ωμίλουν περί υποθέσεων. Συνεζήτουν περί του επιφυλασσομένου εις το εμπόριόν των μέλλοντος και είχον πολλάς ανησυχίας διά τας προσπαθείας, τας οποίας κατέβαλλον οι Άγγλοι όπως καταστρέψωσι αυτό, ου μόνον εις το εξωτερικόν διά των καταδρομικών πλοίων αλλά και εις το εσωτερικόν της ηπείρου διά των ιεραποστόλων και των περιηγητών.

Ο Ιωσίας Αντώνιος Αλβέζ ενόμιζεν ότι αι ανιχνεύσεις των τολμηρών εκείνων μαχητών δεν ηδύναντο ειμή να βλάψωσι την ελευθέραν εξάσκησιν των εμπορικών επιχειρήσεων. Ο μετ' αυτού συνδιαλεγόμενος συνεμερίζετο καθ' ολοκληρίαν τας γνώμας του και εσκέπτετο ότι όλοι εκείνοι περιηγηταί πολιτικοί ή εκκλησιαστικοί, έπρεπε να τουφεκίζωνται.
 
Τούτο συνέβαινεν ενίοτε· αλλά, προς μεγάλην δυσαρέσκειαν των εμπόρων, εάν εφονεύοντό τινες των περιέργων εκείνων, διήρχοντο άλλοι οίτινες επιστρέφοντες εις τας πατρίδας των διηγούντο, «μεγαλοποιούντες» ως έλεγεν ο Αλβέζ, τας φρικαλεότητας της σωματεμπορίας, και τούτο έβλαπτε καιρίως το εμπόριον εκείνο, όπερ πολύ εξηυτελίσθη ήδη.
 
Ο μιγάς συνεφώνει και ελεεινολόγει τούτο, προ πάντων δε όσον αφορά τας αγοράς του Νυαγγέ, του Ουζιζί, της Ζανζιβάρης και όλης της χώρας των μεγάλων λιμνών. Εκεί είχον έλθει διαδοχικώς ο Σπέκε, ο Γραντ, ο Λίβιγγστων, ο Στάνλεϋ και άλλοι. Ήτο επιδρομή. Μετ' ολίγον όλη η Αγγλία και όλη η Αμερική ήθελον καταλάβει την χώραν.
 
Ο Αλβέζ, παρεπονείτο ειλικρινώς εις τον συνάδελφόν του και ωμολόγει ότι αι επαρχίαι της δυτικής Αφρικής μέχρι τότε είχον ολιγώτερον κακοποιηθή, ήτοι είχον ολιγωτέρους περιηγητάς· αλλ' η επιδημία των περιηγητών τούτων ήρχιζε να διαδίδεται. Εάν το Καζονδέ ήτο απηλλαγμένον, η Κασάγγα όμως και το Βιχέ, ένθα ο Αλβέζ εκέκτητο πρακτορεία, υφίσταντο τας εφόδους αυτών. Ενθυμούμεθα μάλιστα ότι ο Χάρρης ωμίλησεν εις τον Νεγορόν περί τινος υποπλοιάρχου Καμερών, όστις είχε την αξίωσιν να διέλθη την Αφρικήν απ' άκρου εις άκρον εισερχόμενος διά της Ζανζιβάρης και εξερχόμενος διά της Αγγόλας.

Τωόντι ο σωματέμπορος είχε δίκαιον να φοβήται, και γνωρίζομεν ότι μετά τινα έτη ο Καμερών προς νότον και ο Στάνλεϋ προς βορράν έμελλον να εξερευνήσωσι τας αγνώστους εκείνας δυτικάς επαρχίας, να περιγράψωσι τας διαρκείς τερατωδίας της σωματεμπορίας, να αποκαλύψωσι την κακούργον συμμετοχήν των ξένων πρακτόρων και να επιρρίψωσι την ευθύνην όπου έδει.

Την εξερεύνησιν ταύτην του Καμερών και του Στάνλεϋ, μήτε ο Αλβέζ μήτε ο μιγάς ηδύναντο έτι να γνωρίζωσιν, αλλ' ό,τι εγίνωσκον, ότι είπον, ό,τι ήκουσεν η κυρία Βέλδων, ότι μεγάλως την ενδιέφερεν, εν ενί λόγω ότι υπεστήριξεν αυτήν εις την άρνησίν της να ενδώση εις τας απαιτήσεις του Νεγορού ήτο το εξής.

Πιθανόν εντός ολίγου ο δόκτωρ Δαβίδ Λίβιγγστων θα έφθανεν εις Καζονδέ.

Άρα η άφιξις του Λιβιγγστώνος μετά της συνοδείας του, η μεγάλη επιρροή ην έχαιρεν εν Αφρική ο μέγας περιηγητής, η συνδρομή των πορτογαλικών αρχών της Αγγόλας, ήτις δεν θα τη έλειπε, ταύτα πάντα ηδύναντο να απελευθερώσωσι την κυρίαν Βέλδων και τους μετ' αυτής, παρά την θέλησιν του Νεγορού και του Αλβέζ. Θα επανήρχοντο ίσως λίαν προσεχώς εις την πατρίδα των, χωρίς ο Ιάκωβος Βέλδων να ριψοκινδυνεύση την ζωήν του επιχειρών ταξείδιον, του οποίου η έκβασις ηδύνατο να αποβή απαισία.

Αλλ' υπήρχεν άραγε πιθανότης τις ότι ο δόκτωρ Λίβιγγστων έμελλε προσεχώς να επισκεφθή το μέρος εκείνο της ηπείρου; Ναι, καθότι ακολουθών το δρομολόγιον τούτο, έμελλε να συμπληρώση την εξερεύνησιν της κεντρώας Αφρικής.

Γνωστός είναι ο ηρωικός βίος του υιού του μικρού τεϊοπώλου του Βλαντύρ, χωρίου της κομητείας του Λανάρκ· γεννηθείς την 13 Μαρτίου 1813 ο Δαβίδ Λίβιγγστων, το δευτερότοκον των έξ τέκνων, συμπληρώσας τας θεολογικάς και ιατρικάς σπουδάς του, μετά την δοκιμασίαν αυτού εν τη ιεραποστολική εταιρεία του Λονδίνου, απεβιβάσθη εις το Ακρωτήριον, κατά το 1840, σκοπόν έχων να συναντήση τον ιεραπόστολον Μοφφάτ εν τη μεσημβρινή Αφρική.

Από του Ακρωτηρίου, ο μέλλων κεριηγητής μετέβη εις την χώραν των Βεχουάνων, ην εξερεύνησε κατά πρώτον, επανήλθεν εις Κουρούμαν, ενυμφεύθη την θυγατέρα του Μοφφάτ, την ηρωικήν σύντροφον, ήτις έμελλε να γίνη αξία αυτού, και κατά το 1843 ίδρυσεν ιεραποστολήν εν τη κοιλάδι της Μαβότσας.

Μετά τέσσαρα έτη τον ευρίσκομεν εγκατεστημένον εν Κολοβέγγη διακόσια είκοσι πέντε μίλια προς βορράν των Κουρούμαν, εις την χώραν των Βαχουάνων.

Δύο έτη μετέπειτα, το 1849, ο Λίβιγγστων εγκατέλιπε την Κολοβέγγην μετά της γυναικός του, των τριών τέκνων του, και δύο φίλων, των κ. κ. Όσβελ και Μούρραιυ. Τη 1 Αυγούστου του αυτού έτους ανακάλυψε την λίμνην Νγάμην και επανέκαμψεν εις Κολοβέγγην, κατερχόμενος την διεύθυνσιν του Ζούγα.

Κατά την πορείαν ταύτην ο Λίβιγγστων, κωλυόμενος υπό της κακοβουλίας των ιθαγενών, δεν ηδυνήθη να υπερβή την Νγάμην.

Δευτέρα απόπειρα δεν υπήρξεν ευτυχεστέρα. Η τρίτη έμελλε να επιτύχη. Επαναλαβών τότε την προς βορράν πορείαν μετά της οικογενείας του και του κ. Όσβελ, μετά φρικώδη δεινοπαθήματα, έλειψιν τροφίμων, έλλειψιν ύδατος, άτινα ολίγον έλλειψε να θανατώσωσι τα τέκνα του, αφού ώδευσε κατά μήκος του Χοβέ, παραποτάμου του Ζαμβέση, έφθασεν εις την χώραν των Μακαλόλων. Ο αρχηγός αυτών Σεβιτουανέ τον συνήντησεν εις Λινυαντί. Κατά τα τέλη του Ιουνίου 1851 ανεκαλύφθη ο Ζαμβέσης, και ο δόκτωρ επανήλθεν εις το Ακρωτήριον, όπως αποστείλη την οικογένειαν αυτού εις την Αγγλίαν.

Ο ακαταδάμαστος Λίβιγγστων ήθελε να μείνη μόνος και να ριψοκινδυνεύση μόνος την ζωήν του εις την τολμηράν περιοδείαν, την οποίαν έμελλε να επιχειρήση.

Την φοράν ταύτην προέκειτο, αναχωρών εκ του Ακρωτηρίου, να διέλθη πλαγίως την Αφρικήν από νότου προς δυσμάς, ούτως ώστε να φθάση εις τον Άγιον Παύλον της Λοάνδας.

Ο δόκτωρ ανεχώρησε μετά τινων ιθαγενών τη 3 Ιουνίου 1852. Έφθασεν εις Κουρούμαν και παρεπορεύθη την έρημον του Καλαχαρή. Τη 31 Δεκεμβρίου εισήλθεν εις Λιτουβαρούβαν και επανεύρε την χώραν των Βεχουάνων, λεηλατηθείσαν υπό των Βοέων, αρχαίων ολλανδών αποίκων οίτινες ήσαν κύριοι του Ακρωτηρίου προ της καταλήψεως αυτού υπό των Άγγλων.

Ο Λίβιγγστων εγκατέλιπε την Λιτουβαρούβαν τη 15 Ιανουαρίου 1853, εισέδυσεν εις το κέντρον της χώρας των Βαμαγγουάτων, και τη 23 Μαΐου έφθασεν εις Λινυαντί, ένθα ο νεαρός ηγεμών των Μακαλόλων Σεκελετού τον υπεδέξατο μετά μεγάλης τιμής.

Εκεί ο δόκτωρ, κωλυόμενος υπό σφοδρού πυρετού, κατέγινε να σπουδάση τα ήθη της χώρας, και τότε κατά πρώτον ηδυνήθη να παρατηρήση τας καταστροφάς τας γινομένας διά σωματεμπορίου εν Αφρική.

Μετά ένα μήνα, κατήλθε το ρεύμα του Χοβέ, έφθασεν εις τον Ζαμβέσην εισήλθεν εις Νανιελέ, επεσκέφθη την Κατόγγαν και την Λιβόνταν, έφθασεν εις τον ομόρρουν του Ζαμβέση και εκ του Λεέβα εσχημάτησε το σχέδιον να ανέλθη διά του ποταμίου τούτου μέχρι των δυτικών πορτογαλικών κτήσεων, και μετά ενέα μηνών απουσίαν επανήλθεν εις Λινυαντί, όπως προετοιμασθή.
 
Τη 11 Νοέμβριου 1853 ο δόκτωρ, συνοδευόμενος υπό είκοσι επτά Μακαλόλων, εγκατέλιπε το Λινυαντί, και τη 27 Δεκεμβρίου έφθασεν εις το στόμιον του Λεέβα, του οποίου ανήλθεν το ρεύμα μέχρι της γης των Βαλόνδων, εκεί ένθα δέχεται τον Μακόνδον ερχόμενον εξ ανατολών. Τότε κατά πρώτον λευκός εισέδυεν εις την χώραν εκείνην.

Τη 14 Ιανουαρίου, ο Λίβιγγστων έφθασεν εις την πρωτεύουσαν του Σιντέ, του ισχυροτέρου ηγεμόνος των Βαλόνδων, όστις τον υπεδέχη καλώς, και τη 26 του αυτού μηνός, αφού διέβη τον Λεέβαν, έφθασε προς τον βασιλέα Κατεμά. Εκεί τω εγένετο πάλιν καλή υποδεξίωσις. Αναχωρήσας δε μετά της μικράς συνοδείας του, εστρατοπέδευσε τη 20 Φεβρουαρίου εις τας όχθας της λίμνης Διλολό.
 
Από του μέρους εκείνου, χώρα δύσβατος, απαιτήσεις των ιθαγενών, επιθέσεις των φυλών, επαναστάσεις των εταίρων του, απειλαί θανάτου, τα πάντα συνώμοσαν εναντίον του Λιβιγγστώνος, και αν ήτο άλλος τις ολιγώτερον ενεργητικός θα παρητείτο της επιχειρήσεως. Ο δόκτωρ αντέσχε, και τη 4 Απριλίου έφθασεν εις τας όχθας του Κουάγγου, ευρέος ρεύματος όπερ σχηματίζει τα ανατολικά όρια των πορτογαλικών κτήσεων και εκβάλλει προς άρσιν εν τω Ζαΐρω.
 
Μετά έξ ημέρας, ο Λίβιγγστων εισήλθεν εις Κασάγγην, ένθα ο σωματέμπορος Αλβέζ τον είδε κατά την διάβασίν του, και τη 31 Μαΐου έφθασεν εις Άγιον Παύλον της Λοάνδας. Τότε κατά πρώτον και μετά δύο ετών περιοδείαν η Αφρική εξηρευνήθη λοξοειδώς από μεσημβρίας προς δυσμάς.

Τη 24 Σεπτεμβρίου του αυτού έτους ο Δαβίδ Λίβιγγστων εγκατέλιπε την Λοάνδαν. Παρεπορεύθη την δεξιάν όχθην του Κοάνζα εκείνου του τοσούτον απαισίου εις τον Δικ Σανδ και τους μετ' αυτού, έφθασεν εις τον ομόρρουν του Λομβέ, συναντήσας πολλάς συνοδείας δούλων, διήλθε πάλιν διά της Κασάγγας, ανεχώρησε τη 30 Φεβρουαρίου, διέπλευσε τον Κουάγγον και έφθασεν εις την Καβάβαν του Ζαμβέση. Τη 8 Ιουνίου επανεύρε την λίμνην Διλολό, επανείδε την Σχιντέ, κατήλθε τον Ζαμβέση και εισήλθεν εις Λινυαντί την οποίαν εγκατέλιπε τη 30 Νοεμβρίου 1855.

Το δεύτερον τούτο μέρος της περιοδείας, όπερ έμελλε να επαναφέρη τον δόκτορα προς την ανατολικήν ακτήν, επεραίου εντελώς την διέλευσιν εκείνην της Αφρικής από δυσμών προς ανατολάς.

Αφού επεσκέφθη τους περιφήμους καταρράκτας της Βικτωρίας, «τον βροτώδη καπνόν», ο Δαβίδ Λίβιγγστων εγκατέλιπε τον Ζαμβέσην και κατευθύνθη προς το βορειανατολικόν μέρος. Διήλθε διά της χώρας των Βατοκά, ιθαγενών απεκτηνομένων εκ της εισπνεύσεως του καννάβεως, επεσκέφθη τον Σεμαλεμπουέ, ισχυρόν αρχηγόν της χώρας, διέπλευσε τον Καφουέ, επανήλθεν εις τον Ζαμβέσην, επεσκέφθη τον Βασιλέα Μπουρούμαν, εθεώρησε τα ερείπια του Ζούμβου, αρχαίας πορτογαλικής πόλεως, συνήντησε τον αρχηγόν Μπενδέ τη 17 Ιανουαρίου 1856, πολεμούντα τότε κατά των Πορτογάλων και τέλος έφθασεν εις Τετέ, επί των οχθών του Ζαμβέση τη 2 Μαρτίου. Ούτοι ήσαν οι κύριοι σταθμοί του δρομολογίου εκείνου. Τη 22 Απριλίου ο Λίβιγγστων εγκατέλιπε τον σταθμόν τούτον, πλούσιον άλλοτε, κατήλθε μέχρι του δέλτα του ποταμού, και έφθασεν εις Κουιλιμανέ τη 20 Μαΐου, τέσσαρα έτη μετά την εκ του Ακρωτηρίου ανεχώρησιν. Τη 12 Ιουλίου επεβιβάσθη κατευθυνόμενος εις Μαυρίκιον, και τη 22 Δεκεμβρίου επέστρεψεν εις Αγγλίαν μετά δεκαεξαετή απουσίαν . . .

Βραβείον της Γεωγραφικής εταιρείας των Παρισίων, μέγα μετάλλιον της Γεωγραφικής εταιρείας του Λονδίνου, υποδοχαί λαμπραί, ουδέν έλλειψεν εις τον διάσημον περιηγητήν. Έτερος εις την θέσιν του ήθελεν νομίσει ότι έπρεπε να αναπαυθή. Αλλ' ο δόκτωρ δεν εσκέφθη τοιούτο τι, και αναχωρήσας τη 1 Μαρτίου 1858 μετά του αδελφού του Καρόλου, του πλοιάρχου Βαδενφιέλδ, των ιατρών Κιρκ και Μέλλερ, και των κ. κ. Θόρντων και Βαΐνες, έφθασε κατά Μάιον εις τα παράλια της Μοζαμβίκης, σκοπόν έχων να εξετάση το λεκανοπέδιον του Ζαμβέση.

Δεν έμελλον να επανέλθωσι πάντες εκ της εκστρατείας ταύτης.

Μικρόν ατμόπλοιον, το «Μα-Ρόβερ», επέστρεψεν εις τους εξερευνητάς να αναπλεύσωσι τον μέγαν ποταμόν διά του στομίου του Κογγονέ. Έφθασαν εις Τετέ τη 8 Σεπτεμβρίου. Εξέτασις του κάτω ρεύματος του Ζαμβέση και του Χιρέ, του αριστερού ομόρρου του κατ' Ιανουάριον του 1859, επίσκεψις της λίμνης Χιρούας κατ' Απρίλιον, εξερεύνησις της γης των Μαγγάνγια, ανακάλυψις της λίμνης Νυάσας τη 10 Σεπτεμβρίου, επιστροφή εις τους καταρράκτας Βικτωρίας τη 9 Αυγούστου 1860, άφιξις του επισκόπου Μάκενση και των ιεραποστόλων του εις το στόμιον του Ζαμβέση τη 31 Ιανουαρίου 1861, εξερεύνησις του Ροβούμα κατά Μάρτιον, επάνοδος εις την λίμνην Νυάσαν κατά Σεπτέμβριον 1861 και διαμονή μέχρι τέλους του Οκτωβρίου· τη 30 Ιανουαρίου 1862 άφιξις της κυρίας Λιβιγγστώνος και δευτέρου ατμοπλοίου, της «λαίδης Νυάσας», τοιαύτα υπήρξαν τα αξιοσημείωτα γεγονότα των πρώτων ετών της νέας ταύτης εκστρατείας.

Κατ' εκείνην την στιγμήν ο επίσκοπος Μάκενση και είς των ιεραποστόλων είχον ήδη υποκύψει εις τον νοσηρόν του κλίματος, και τη 27 Απριλίου η κυρία Λιβιγγστώνος απεβίωσεν εις τας αγκάλας του συζύγου της.

Κατά Μάιον ο Λίβιγγστων επεχείρησε δευτέραν κατόπτευσιν του Ροβούμα, είτα δε, κατά τα τέλη Νοεμβρίου εισήλθεν εις τον Ζαμβέσην, ανέπλευσε τον Χιρέ, απώλεσε τον εταίρον του Θόρντων, απέστειλεν οπίσω εις την Ευρώπην τον αδελφόν του Κάρολον και τον ιατρόν Κιρκ, εξηντλημένος εκ των νόσων και τη 10 Νοεμβρίου διά τρίτην φοράν επανήλθεν εις Νυάσαν, της οποίας συνεπλήρωσε την υδρογραφίαν.
 
Μετά τρεις μήνας μετέβη πάλιν εις το στόμιον του Ζανζιβάρη και τη 20 Ιουλίου 1864 μετά πενταετή απουσίαν έφθασεν εις Λονδίνον, όπου εδημοσίευσεν το σύγγραμά του επιγραφόμενον: «Εξερεύνησις του Ζαμβέση και των παραποτάμων αυτού».

Τη 2 Ιανουαρίου 1866 ο Λίβιγγστων απεβιβάσθη εκ νέου εις Ζανζιβάρην. Τότε ήρχιζε την τετάρτην περιοδείαν του.

Τη 8 Αυγούστου, αφού παρευρέθη εις τας φρικώδεις σκηνάς, ας προεκάλει η δουλεμπορεία εις εκείνας τας χώρας, ο δόκτωρ μη έχων μεθ' εαυτού την φοράν ταύτην ειμή ολίγους σιπάγιους και ολίγους μαύρους, μετέβη εις Μοκαλαοζέ, επί των οχθών της Νυάσας. Μετά έξ εβδομάδας, οι πλείστοι των ανδρών της συνοδείας του έφευγον, επέστρεφον εις Ζανζιβάρην και διέδιδον ψευδώς την είδησιν του θανάτου του Λιβιγγστώνος.

Εκείνος όμως δεν ωπισθοχώρει. Ήθελε να επισκεφθή την περιλαμβανομένην μεταξύ της Νυάσας και της λίμνης Ταγγανίκας. Τη 10 Δεκεμβρίου οδηγούμενος παρά τινων ιθαγενών, διέπλευσε το ποτάμιον Λοαγγουά και τη 2 Απριλίου 1807 ανεκάλυψε την λίμνην Λιέμβαν. Εκεί έμειναν ένα μήνα μεταξύ ζωής και θανάτου. Τη 30 Αυγούστου, μόλις αναρρώσας, έφθασεν εις την λίμνην Μοέρο, ης επεσκέφθη την βόρειον όχθην, και τη 21 Νοεμβρίου εισήλθεν εις την πόλιν Καζονβέ, ένθα διέμεινε τεσσαράκοντα ημέρας, κατά τας οποίας ανενέωσε δις την εξερεύνησιν της λίμνης Μοέρο.

Από Καζονβέ ο Λίβιγγστων διηυθύνθη προς βορράν, σκοπόν έχων να φθάση εις την σπουδαίαν πόλιν Ουζιζί επί της Ταγγανίκας. Καταληφθείς υπό των πλημμυρών, εγκαταλειφθείς υπό των οδηγών του, ηναγκάσθη να επανέλθη εις Καζονβέ, κατήλθε πάλιν προς νότον τη 6 Ιουνίου, και μετά έξ εβδομάδας έφθασεν εις την μεγάλην λίμνην Βαγγουέολο. Εκεί διέμεινε μέχρι της 9 Αυγούστου και εζήτησε τότε να ανέλθη προς την Ταγγανίκαν.

Οποίον ταξείδιον! Από της 7 Ιανουαρίου 1869 η αδυναμία του ηρωικού δόκτορος ήτο τοιαύτη, ώστε έπρεπε να τον βαστάζωσι. Κατά Φεβρουάριον, έφθασε τέλος εις την λίμνην και μετά ταύτα εις Ουζιζί, ένθα εύρεν αντικείμενά τινα σταλέντα αυτώ υπό της ανατολικής εταιρείας της Καλκούτης.

Ο Λίβιγγστων μίαν μόνην ιδέαν είχε τότε, να φθάση εις τας πηγάς ή την κοιλάδα του Νείλου αναπλέων την Ταγγανίκαν. Τη 21 Σεπτεμβρίου ήτο εις Βαμβαρέ της Μανιουέμας, χώρος των ανθρωποφάγων, και έφθασεν εις τον Λοουλάβαν — τον Λαουλάβαν εκείνον τον οποίον ο μεν Καμερών υπώπτευσεν, ο δε Στάνλεϋ ανεκάλυψεν ότι δεν ήτο ειμή ο άνω Ζαΐρος ή Κόγγος. Εν Μαμοχέλα ο δόκτωρ έμεινεν ογδοήκοντα ημέρας ασθενής, έχων τρεις μόνον υπηρέτας. Τη 21 Ιουλίου 1871 ανεχώρησε πάλιν διά την Ταγγανίκαν και τη 23 Οκτωβρίου μόλις επέστρεψεν εις Ουζιζί. Ήτο σκελετός.

Εν τούτοις, προ της εποχής ταύτης επί πολύ, ουδεμίαν είχον είδησιν περί του περιηγητού. Εν Ευρώπη ηδύνατο να τον νομίζωσιν αποθανόντα. Αυτός ο ίδιος σχεδόν είχεν απολέσει την ελπίδα ότι ήθελόν ποτε τον βοηθήσει.

Ένδεκα ημέρας μετά την εις Ουζιζί επιστροφήν του τη 3 Νοεμβρίου, πυροβολισμοί ηκούσθησαν εις απόστασιν ενός τετάρτου μιλίου από της λίμνης. Ο δόκτωρ έδραμεν εκεί. Λευκός τις ήτο ενώπιόν του.

 — Είσθε ο δόκτωρ Λίβιγγστων, ως υποθέτω.

 — Μάλιστα, απεκρίθη ούτος, εγείρων το σκιάδιόν του και μετ' ευμενούς μειδιάματος.

Και συνέσφιγξαν αλλήλων τας χείρας. Ευχαριστώ τον Θεόν, επανέλαβεν ο λευκός, ότι μοι επέτρεψε να σας συναντήσω.

 — Είμαι ευτυχής, είπεν ο Λίβιγγστων διότι ευρέθην εδώ, όπως σας υποδεχθώ.

Ο λευκός ήτο ο Αμερικανός Στάνλεϋ, πευθήν του «Κήρυκος της Νέας Υόρκης» τον οποίον ο κ. Βενέτ, διευθυντής της εφημερίδος, είχεν αποστείλει προς αναζήτησιν του Δαβίδ Λιβιγγστώνος.

Κατά μήνα Οκτώβριον του 1870, ο Αμερικανός εκείνος, χωρίς να διστάση, χωρίς να είπη τι, αλλ' απλώς ως ήρως, επεβιβάσθη εις Βομβάην διά την Ζανζιβάρην, και ακολουθήσας περίπου το δρομολόγιον του Σπέκε και του Βούρτων, μετά πολλάς κακουχίας και αφού πολλάκις η ζωή του ηπειλήθη, έφθασεν εις Ουζιζί.

Οι δύο περιηγηταί, γενόμενοι φίλοι εξέδραμον τότε προς βορράν της Ταγγανίκας. Επεβιβάσθησαν εις πλοίον, επροχώρησαν μέχρι του ακρωτηρίου Μεγάλα και μετά λεπτομερή εξερεύνησιν εσχημάτισαν την ιδέαν ότι η μεγάλη λίμνη ελάμβανε τα ύδατα αυτής έκ τινος ομόρρου του Λαουλάβα. Τούτο και ο Καμερών και αυτός ο Στάνλεϋ ηθέλησε να παραδεχθώσιν απολύτως μετά τινα έτη. Τη 12 Δεκεμβρίου ο Λίβιγγστων και ο φίλος του επέστρεψαν εις Ουζιζί.
 
Ο Στάνλεϋ ητοιμάσθη να απέλθη. Τη 27 Δεκεμβρίου μετά οκταήμερον πλουν, ο δόκτωρ και αυτός έφθασεν εις Ουρίμβαν, είτα δε, τη 23 Φεβρουαρίου, εισήλθον εις Κουϊχάραν.
 
Η 12 Μαρτίου ήτο ημέρα αποχαιρετισμού.
 
 — Εξετελέσατε, είπεν ο δόκτωρ εις τον φίλον του, ό,τι ολίγιστοι θα έπραττον, και πολύ καλλίτερον μεγάλων τινών περιηγητών. Σας ευγνωμονώ διά τούτο. Ο Θεός να σας οδηγή, φίλε μου, και να σας ευλογή.

 — Είθε, είπεν ο Στάνλεϋ λαμβάνων την χείρα του Λιβιγγστώνος, είθε να επανέλθητε σώος και υγιής μεταξύ ημών, φίλτατε δόκτωρ.

 — Ο Στάνλεϋ απεσπάσθη βιαίως εκ της περιπτύξεως εκείνης και επέστρεψε το πρόσωπον ίνα μη φανώσι τα δάκρυά του.

 — Χαίρε, δόκτωρ, αγαπητέ μου φίλε, είπε μετά φωνής πεπιγμένης.

 — Χαίρε απεκρίθη ασθενώς ο Λίβιγγστων.

Ο Στάνλεϋ ανεχώρησε, και τη 12 Ιουλίου 1872 απέβη εις Μασσαλίαν.

Ο Λίβιγγστων έμελλε να επαναλάβη τας εξερευνήσεις του. Τη 25 Αυγούστου, αφού διέμεινε πέντε μήνας εν Κουιχάρα συνοδευόμενος υπό των μαύρων υπηρετών του — Σουζή Χούμα και Αμοδά, υπό δύο άλλων υπηρετών του Ιακώβου Βαινβράιτ και πεντήκοντα έξ ανδρών αποσταλέντων υπό του Στάνλεϋ διευθύνθη προς νότον της Ταγγανίκας.

Μετά ένα μήνα η συνοδεία έφθασεν εις Μούραν εν μέσω καταιγίδων προκληθεισών υπό μεγίστης ξηρασίας. Είτα επήλθον βροχαί, η έχθρα των ιθαγενών, η απώλεια των φορτηγών ζώων πιπτόντων υπό τα νύγματα του τσετσέ. Τη 27 Απριλίου αφού περίστρεψε προς ανατολάς την λίμνην Βαγγουέολο, κατηυθύνθη προς το χωρίον Τσιτάμβο.

Ιδού το μέρος ένθα σωματέμποροί τινες είχον εγκαταλίπει τον Λιβιγγστώνα. Ιδού τι έμαθον παρ' αυτών ο Αλβέζ και ο συνέταιρός του του Ουζιζί. Είχον πάντα τα διδόμενα να πιστεύωσιν ότι ο δόκτωρ αφού εξερευνήση τα νότια της λίμνης, θα ερριψοκινδύνευε διά μέσου της Λοάνδας και θα ήρχετο να ζητήση προς δυσμάς χώρας αγνώστους. Να ανέλθη προς την Αγγόλαν, να επισκεφθή τας χώρας ας ελυμαίνετο η σωματεμπορία και να προχωρήση μέχρι του Καζονδέ· το δρομολόγιον ήτο αυτόδηλον, και υπήρχε πάσα πιθανότης ότι θα ηκολούθει αυτό ο Λίβιγγστων.

Επί της προσεχούς λοιπόν αφίξεως του μεγάλου περιηγητού ηδύνατο να βασίζεται η κυρία Βέλδων, αφού κατά τας αρχάς του Ιουνίου υπελογίζετο ότι έπρεπε να είχε φθάσει προ δύο μηνών προς νότον της λίμνης Βαγγουέολο.

Αλλά την 13 Ιουνίου, παραμονήν της ημέρας καθ' ήν ο Νεγορός έμελλε να επανέλθη όπως ζητήση παρά της κυρίας Βέλδων την επιστολήν, ήτις θα παρέδιδεν εις χείρας του τας εκατόν χιλιάδες δολλάρια, θλιβερά είδησις διεδόθη διά την οποίαν εχάρησαν ο Αλβέζ και οι σωματέμποροι.
 
Τη 1 Μαΐου 1873, όρθρου βαθέος, ο δόκτωρ Δαβίδ Λίβιγγστων απέθανε.

Και τωόντι, τη 29 Απριλίου, η μικρά συνοδεία έφθασεν εις το χωρίον Τσιτάμβο, προς νότον της λίμνης. Ο δόκτωρ εκομίζετο επί φορείου. Την νύκτα της 30, υπό το κράτος υπερβολικής οδύνης, επρόφερε το παράπονον τούτο μόλις ακουσθέν: «Ω, φιλτάτη, φιλτάτη!» και εβυθίσθη πάλιν εις νάρκωσιν.

Μετά μίαν ώραν, εκάλεσε τον υπηρέτην του Σουζή, εζήτησεν ιατρικά τινα, είτα εψιθύρισε μετά φωνής ασθενούς:

 — Έχει καλώς. Τώρα δύνασθε να απέλθετε.

Περί την τετάρτην ώραν της πρωίας ο Σουζής και πέντε άνδρες της συνοδείας του εισήλθον εις την καλύβην του δόκτορος.

Ο Δαβίδ Λίβιγγστων, γονυπετής πλησίον της κλίνης, την κεφαλήν έχων εστηριγμένην επί των χειρών, εφαίνετο ωσεί προσευχόμενος.

Ο Σουζής έθεσεν ηρέμα τον δάκτυλον επί της σαρκός, ήτο ψυχρά. Ο Δαβίδ Λίβιγγστων δεν υπήρχε πλέον.

Μετά εννέα μήνας το σώμα του μετακομισθέν υπό των πιστών υπηρετών του διά μόχθων ανηκούστων, έφθασεν εις Ζανζιβάρην, και τη 12 Απριλίου 1874 ετάφη εις την μονήν της Ουεστμίνστερ, εν τω μέσω των μεγάλων εκείνων ανδρών, ους η Αγγλία τιμά όσον και τους βασιλείς αυτής.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ'.

ΠΟΥ ΔΥΝΑΤΑΙ ΝΑ ΟΔΗΓΗΣΗ ΜΑΝΤΙΚΟΡΟΣ


Εις ποίαν σανίδα σωτηρίας δεν προσκολλάται ο δυστυχής; Ποίαν ακτίνα ελπίδος, όσον και αν είναι αόριστος, δεν ζητούσιν να ίδωσιν οι οφθαλμοί του καταδίκου;

Το αυτό συνέβη εις την κυρίαν Βέλδων, και εύκολον είναι να εννοήσωμεν τι θα ησθάνθη, όταν έμαθεν εξ αυτού του στόματος του Αλβέζ ότι ο δόκτωρ Λίβιγγστων απεβίωσεν έν τινι μικρώ χωρίω της Βαγγουέολο.

Τη εφάνη ότι ήτο μάλλον ή άλλοτε μεμονωμένη, ότι το είδος τι δεσμού, όστις την συνέδεε μετά του περιηγητού και δι' αυτού μετά του πεπολιτισμένου κόσμου, εθραύσθη.
 
Η σανίς της σωτηρίας έφευγεν υπό την χείρα αυτής, η ακτίς της ελπίδος εσβέννυτο προ των ομμάτων αυτής.

Ο Τωμ και οι σύντροφοί του είχον εγκαταλίπει τον Καζονδέ διευθυνόμενοι προς την χώραν των λιμνών.

Περί του Ηρακλέους ουδεμία υπήρχεν είδησις.
 
Η κυρία Βέλδων δεν ηδύνατο βεβαίως να βασισθή επί ουδενός . . . .

Ήτο ετοίμη λοιπόν να παραδεχθή την πρότασιν του Νεγορού, προσπαθούσα να συζητήση αυτήν και να εξασφαλίση το τελικόν αποτέλεσμα.

Τη 14 Ιουνίου, ημέρας ορισθείσης υπ' αυτού, ο Νεγορός ενεφανίσθη εις την καλύβην της κυρίας Βέλδων.

Ο Πορτογάλος υπήρξεν ως πάντοτε εντελώς πρακτικός. Ουδεμία ενδοτικότητα είχε να δείξη ως προς την σπουδαιότητα των λύτρων, τα οποία η αιχμάλωτος ούτε καν συνεζήτησεν. Αλλά και η κυρία Βέλδων εφάνη πρακτικωτάτη ειπούσα αυτώ:

 — Εάν θέλετε να ενεργήσετε εμπορικήν υπόθεσιν, μη καθιστάτε αυτήν αδύνατον, δι' όρων απαραδέκτων. Η ανταλλαγή της ελευθερίας ημών διά της ποσότητος ην απαιτείτε δύναται να επιτευχθή, χωρίς ο σύζυγός μου να έλθη εις χώραν, όπου βλέπετε πώς μεταχειρίζονται τους λευκούς. Λοιπόν αντί ουδεμιάς θυσίας στέργω να έλθη.

Μετά τινα δισταγμόν Νεγορός ενέδωκε και η κυρία Βέλδων επέτυχεν ώστε ο Ιάκωβος Βέλδων να μη ριψοκινδυνεύση μέχρι του Καζονδέ. Πλοίον τι θα τον απεβίβαζεν εις Μοσαμεδές, μικρόν λιμένα της νοτίου ακτής της Αγγόλας, συνήθως συχναζόμενον υπό των σωματεμπόρων και γνωστότατον εις τον Νεγορόν. Εκεί ο Πορτογάλος θα έφερε τον Ιάκωβον Βέλδων, και εις εποχήν ωρισμένην οι πράκτορες του Αλβέζ θα ωδήγουν ωσαύτως την κυρίαν Βέλδων, τον Ζακ και τον εξάδελφον Βενέδικτον.

Τα χρήματα θα εδίδοντο εις τους πράκτορας εκείνους αντί της παραδόσεως των αιχμαλώτων, ο δε Νεγορός όστις απέναντι του Ιακώβου Βέλδων θα παρίστα πρόσωπον τιμιωτάτου ανδρός, θα εγίνετο άφαντος κατά την άφιξιν του πλοίου.

Ο υπό της κυρίας Βέλδων επιτευχθείς ούτος όρος ήτο σπουδαιότατος. Απήλλασε τον σύζυγόν της από τους κινδύνους της μεταβιβάσεως εις Καζονδέ και να κρατηθή εκεί, αφού επλήρωνε τα λύτρα, ή τους κινδύνους της επιστροφής. Όσον αφορά τα εξακόσια μίλια, άτινα εχώριζον το Καζονδέ από του Μοσαμεδές, υπό τους όρους καθ' ούς έμελλον να διανυθώσι ταύτα μετά την από Κοάνζα αναχώρησιν, η κυρία Βέλδων δεν είχε να φοβηθή άλλο τι ειμή ολίγους κόπους, καθότι το συμφέρον του Αλβέζ, όστις ήτο αναμεμιγμένος εις την υπόθεσιν απήτει ώστε οι αιχμάλωτοι να φθάσωσιν εκεί σώοι και υγιείς.

Ούτω συμφωνηθέντων των πραγμάτων, η κυρία Βέλδων έγραψε προς τον σύζυγόν της υπό την έννοιαν ταύτην, αφίνουσα προσωρινώς εις τον Νεγορόν να παρουσιασθή ως θεράπων αφωσιομένος, όστις ηδυνήθη να διαλάθη τους ιθαγενείς. Ο Νεγορός έλαβε την επιστολήν, ήτις δεν επέτρεπεν εις τον Ιάκωβον Βέλδων να διστάση όπως τον ακολουθήση μέχρι του Μεσαμεδές, και την επιούσαν, συνοδευόμενος υπό εικοσάδος μαύρων, απήλθε προς βορράν.

Διατί ελάμβανεν την διεύθυνσιν εκείνην; Είχεν άρα γε σκοπόν να επιβιβασθή εις πλοίον τι εξ εκείνων, άτινα συχνάζουν εις τα στόμια του Κόγγου και διά του μέσου τούτου να αποφύγη τους πορτογαλικούς σταθμούς και τα σωφρονιστικά καταστήματα, εις τα οποία είχε φιλοξενηθή ακουσίως; Πιθανόν. Τούτο τουλάχιστον επροφασίσθη εις τον Αλβέζ.

Μετά την αναχώρησίν του η κυρία Βέλδων εδέησε να κανονίση τον βίον της ούτως ώστε να διέλθη όσω το δυνατόν καλλίτερον τον χρόνον, καθ' όν θα διέμενεν εν Καζονδέ. Παραδεχομένη τας μάλλον ευνοϊκάς περιπτώσεις υπελόγιζεν ότι ήθελον παρέλθει τρεις ή τέσσαρες μήνες.

Η αναχώρησις και η επάνοδος του Νεγορού τοσούτον χρόνον απήτει.

Ο σκοπός της κυρίας Βέλδων δεν ήτον να εγκαταλίπη το πρακτορείον. Το τέκνο της, ο εξάδελφος Βενέδικτος και αύτη ευρίσκοντο σχετικώς εν ασφαλεία. Αι περιποιήσεις της Χαλιμάς εμετρίαζον ολίγον τας σκληρότητας της φυλακίσεως εκείνης. Ήτο άλλως τε πιθανόν ότι ο σωματέμπορος δεν θα τη επέτρεπε να εγκαταλίπη το κατάστημά του.
 
Η μεγάλη αμοιβή την οποίαν θα τω προσεπόριζεν η αγορά της αιχμαλώτιδος ήξιζε τον κόπον να την φυλάττωσιν αυστηρώς. Ήτο μάλιστα ευτυχής διότι δεν ηναγκάσθη να εγκαταλίπη το Καζονδέ, όπως επισκεφθή τα δύο άλλα αυτού πρακτορεία του Βιχέ και της Κασάγγας. Ο Κοΐμβρας απήλθεν όπως αντικαταστήση αυτόν εν τη εκστρατεία νέων ανθρωποκυνηγεσίων, και ουδεμίαν αιτίαν είχε να ποθή την παρουσίαν του μεθύσου εκείνου.

Προς τούτοις ο Νεγορός προ της αναχωρήσεως του τω συνέστησε θερμώς την κυρίαν Βέλδων. Είχον μέγα συμφέρον να την επιτηρώσιν αυστηρώς. Δεν ήξευρον τι εγένετο ο Ηρακλής. Εάν δεν απώλετο εν τη φοβερά εκείνη επαρχία του Καζονδέ, ίσως θα προσεπάθει να πλησιάση την αιχμαλώτιδα και να αποσπάση εκ των χειρών του Αλβέζ. Ο σωματέμπορος εννόησε καλώς κατάστασιν πραγμάτων αντιπροσωπεύουσαν μέγα αριθμόν δολλαρίων και ηγγυάτο περί της κυρίας Βέλδων ως περί του ιδίου αυτού χρηματοκιβωτίου.

Ο μονότονος λοιπόν βίος της αιχμαλώτιδος, κατά τας πρώτας ημέρας της αφίξεως αυτής εις το πρακτορείον εξηκολούθησεν.

Ό,τι συνέβαινεν εν τω περιβόλω εκείνω αναπαρίστα ακριβέστατα τας διαφόρους πράξεις του εξωτερικού ιθαγενούς βίου. Ο Αλβέζ δεν ηκολούθει άλλα έθιμα ειμή τα των ιθαγενών του Καζονδέ.

Αι γυναίκες του καταστήματος ειργάζοντο ως θα ειργάζοντο εν τη πόλει προς μεγάλην ευχαρίστησιν των συζύγων των ή των κυρίων των· η μέχρι εντελούς αποφλοιώσεως διά ξυλίνων ιγδίων προετοιμασία της ορύζης· το καθάρισμα και το λίχνισμα του αραβοσίτου, και όλαι αι αναγκαίαι εργασίαι προς εξαγωγήν κεγχρώδους ουσίας χρησιμευούσης εις την κατασκευήν ζωμού καλουμένου «μτυελέ» εν τη χώρα· η συλλογή του σόργου, είδους μεγάλης κέγχρου, όπερ κατ' εκείνην την ώραν του έτους ήτο εντελώς ώριμον· η εξαγωγή του ευώδους εκείνου ελαίου των πυρηνωδών καρπών του τοσούτον επιζητήτου υπό των ιθαγενών· η κλώσις του βάμβακος, του οποίου αι ίνες περιστρέφονται δι' ατράκτου ενός και ημίσεως ποδός μήκους, εις το οποίον αι νήθουσαι δίδουσι ταχείαν περιστροφικήν κίνησιν· η εκ φλοιών κατασκευή υφασμάτων· η εξαγωγή των ριζών του μανιόκου και η προπαρασκευή της γης διά τα διάφορα προϊόντα της χώρας, ήτοι της κασάβας, αλεύρου εξαγομένου εκ του μανιόκου· κυάμων των οποίων οι λοβοί μακροί δεκαπέντε δακτύλων παράγονται επί δένδρων είκοσι ποδών υψηλών· αραχίδων προωρισμένων προς κατασκευήν ελαίου· ζωηρών και κυανών πίσων· καφέ ιθαγενούς· σακχαροκαλάμων, των οποίων ο οπός μεταβάλλεται εις σιρόπιον· κρομμύων, γουάβων, σησάμου· αγγουρίων, των οποίων οι σπόροι οπτώνται ως τα κάστανα· παρασκευή των ζημουμένων ποτών, του εκ βανανών κατασκεβαζομένου μαλοφού, του πομβέ και άλλων· περιποιήσεις των οικοβίων κτηνών, των αγελάδων εκείνων αίτινες δεν αφίνουσιν να τας αλμέξωσιν ειμή επί παρουσία του μόσχου των ή μόσχου τεταριχευμένου· των δαμάλεων εκείνων μικράς φυλής βραχυκέρων, των οποίων τινές έχουσιν ύβον· των αιγών εκείνων, αίτινες εν τη χώρα ένθα το κρέας των χρησιμεύει προς τροφήν είναι σπουδαίον αντικείμενον ανταλλαγής, δύναταί τις ειπείν τρέχων νόμισμα ως ο δούλος, τέλος η συντήρησις των ορνίθων, χοίρων, προβάτων, βοών κ. τ. λ. — η μακρά αύτη απαρίθμησις δεικνύει ποίαι τραχείαι εργασίαι επιβαρύνουσι το ασθενές φύλον των αγρίων εκείνων χωρών της αφρικανικής ηπείρου.

Κατά την εποχήν ταύτην οι άνδρες καπνίζουσι τον καπνόν ή την κάνναβιν, θυρεύουσι τον ελέφαντα ή τον βούβαλον, μισθούνται διά λογαριασμόν των σωματεμπόρων εις τα ανθρωποκυνήγια.

Συλογή αραβοσίτων ή δούλων, είναι πάντοτε συλλογή γινομένη κατ' εποχάς ωρισμένας.
 
Εκ των διαφόρων τούτων ασχολιών η κυρία Βέλδων δεν εγίνωσκεν εν τω πρακτορείω του Αλβέζ ειμή το μέρος το αναγόμενον εις τας γυναίκας.

Ενίοτε ίστατο να τας παρατηρή, ενώ εκείναι, οφείλομεν να το είπωμεν, τη απεκρίνοντο διά μορφασμών εχθρικών.

Το φυλετικόν ορμέμφυτον παρεκίνει τας δυστυχείς εκείνας να μισώσι την λευκήν, και εν τη καρδία αυτών ουδεμίαν θα εύρισκε τις συμπάθειαν δι' αυτήν. Μόνη η Χαλιμά απετέλει εξαίρεσιν, η δε κυρία Βέλδων κατωρθώσασα να ενθυμήται λέξεις τινάς της ιθαγενούς γλώσσης, ηδυνήθη μετ' ολίγον να ανταλλάση φράσεις τινάς μετά της νεαράς δούλης.
 
Ο μικρός Ζακ συνώδευε πολλάκις την μητέραν του, ότε αύτη περιεφέρετο εν τω περιβόλω αλλά πολύ επεθύμει να εξέλθη.

Εν τούτοις υπήρχον εκεί παμμέγιστα βαοβάβ, φωλεαί ερωδιών και φωλεαί σουιμάγγων μετά στήθους και λαιμού ερυθρών, είτα υπήρχον χήραι καλάοι των οποίων το κελάδημα ήτο ευάρεστον, ψιττακοί χρώματος φαιού ανοικτού μετά ερυθράς ουράς· δρούγοι εντομοφάγοι. Τη δεκακείσε περιίπταντο ωσαύτως, εκατοστύες χρυσαλλίδων διαφόρων ειδών, προ πάντων πέριξ των ρυακίων άτινα διήρχοντο διά του πρακτορείου· αλλ' όλα ταύτα αφεώρων τον εξάδελφον Βενέδικτον μάλλον ή τον μικρόν Ζακ, και ούτος ελυπείτο διότι δεν ήτο υψηλότερος όπως βλέπη υπεράνω των τοίχων.

Φευ! πού ήτο ο δυστυχής φίλος του, Δικ Σανδ, όστις τον ανεβίβαζε τόσον υψηλά εις τους ιστούς του «Πίλγριμ!» Πώς θα τον ηκολούθει εις τους κλάδους των δένδρων, των οποίων η κορυφή υψούτο πλειότερον των εκατόν ποδών! Πόσας άλλας ωραίας διασκεδάσεις θα απελάμβανον ομού!

Αλλ' ο εξάδελφος Βενέδικτος ήτο πάντοτε ευτυχέστατος εκεί ένθα ήτο, ήρκει να μη τω έλειπον τα έντομα. Ευτυχώς είχεν ανακαλύψει εν τω πρακτορείω — και εσπούδαζεν, όσον ηδύνατο άνευ διόπτρων και μικροσκοπίου — μικροσκοπικωτάτην τινά μέλισσαν, ήτις κατασκεύαζε τας ωοθήκας αυτής μεταξύ των σκωριών του ξύλου καί τινα σφήγγα ωοτοκούσαν εις κυψέλας μη ανηκούσας εις αυτήν, ως πράττει ο κόκκυξ εις την φωλεάν των άλλων.

Οι κώνωπες ωσαύτως δεν έλειπον εις τας όχθας των ρυακίων και τον κατέστιζον διά των νυγμάτων των εις βαθμόν ώστε να τον καθιστώσι αγνώριστον, και ότε η κυρία Βέλδων τον επέπληττε διότι άφινε να τον καταφάγωσι τα κακοποιά εκείνα έντομα,

 — Είναι το ορμέμφυτον αυτών, εξαδέλφη Βέλδων, τη απεκρίνατο ξέων το δέρμα του μέχρις αίματος, είναι το ορμέμφυτον αυτών και δεν πρέπει να δυσαρεστούμεθα.
 
Τέλος ημέραν τινά — ήτο η 17 Ιουνίου — ο εξάδελφος Βενέδικτος ολίγου δειν να γίνη ο ευτυχέστατος των εντομολόγων.

Αλλά το γεγονός τούτο, όπερ έσχεν απροσδοκήτους συνεπείας, δέον να αφηγηθώμεν μετά τινων λεπτομερειών.

Ήτο η ενδεκάτη ώρα περίπου προ μεσημβρίας. Αφόρητος καύσων είχεν αναγκάσει τους κατοίκους του πρακτορείου να μείνωσιν εις τας καλύβας των, και ουδένα ιθαγενή θα συνήντα τις εις τας οδούς του Καζονδέ.

Η κυρία Βέλδων ήτο νεναρκωμένη πλησίον του μικρού Ζακ όστις εκοιμάτο.

Και αυτός ο εξάδελφος Βενέδικτος, υπείκων εις την επιρροήν της τροπικής εκείνης θερμοκρασίας, είχε παραιτήσει τα ευνοούμενα αυτού κυνήγια, — πράγμα όπερ τον δυσηρέστει πολύ, καθότι εις τας σημερινάς εκείνας ακτίνας ήκουε βομβούντα ολόκληρον κόσμον εντόμων.

Μετά μεγάλης λοιπόν λύπης κατέφυγεν εις το βάθος της καλύβης του και εκεί ο ύπνος ήρχισε να τον καταλαμβάνη εν τη καταναγκαστική εκείνη αναπαύσει.

Αίφνης ενώ οι οφθαλμοί του ημιεκλείοντο, ήκουσε θρουν τινα, ήτοι ένα εκ των αφορήτων εκείνων βόμβων των εντόμων, των οποίων τινά δύνανται να ποιήσωσι δεκαπέντε ή δεκαέξ χιλιάδας πτερυγισμούς κατά δευτερόλεπτον.

Εξάποδον! έκραξεν ο εξάδελφος Βενέδικτος αφυπνισθείς πάραυτα και μεταβαίνων από της οριζοντίας θέσεως εις την κάθετον θέσιν.

Ότι ήτο εξάποδον το βομβούν εν τη καλύβη, ουδεμία υπήρχεν αμφιβολία.
 
Αλλ' εάν ο εξάδελφος Βενέδικτος ήτο λίαν μύωψ, είχε τουλάχιστον την ακοήν οξυτάτην, εις τοιούτον μάλιστα βαθμόν ώστε ηδύνατο να διακρίνη έν έντομον από άλλου εκ μόνης της εντάσεως του βόμβου του και τω εφάνη ότι ο βόμβος εκείνος τω ήτο άγνωστος. αν και δεν ηδύνατο να παράγεται έκ τινος γιγαντώδους είδους.

 — Τι είναι το εξάποδον τούτο; ηρώτησε καθ' εαυτόν ο εξάδελφος Βενέδικτος.

Και ιδού αυτός θέλων να διακρίνη το έντομον, όπερ ήτο λίαν δυσχερές εις τους μη διοπτροφορούντας οφθαλμούς του, αλλά προσπαθών να το αναγνωρίση εκ της αναπάλσεως των πτερύγων του.

Το εντομολογικόν αυτού ορμέμφυτον τον ειδοποίησεν ότι θα ήτο καλόν εύρημα, και ότι το έντομον εκείνο δεν θα ήτο τυχόν έντομον.

Ο εξάδελφος Βενέδικτος ανακαθήσας δεν εκινείτο πλέον. Ηκροάζετο.

Ηλιακαί τινες ακτίνες εισέδυον μέχρις αυτού. Οι οφθαλμοί του ανεκάλυψαν τότε μέγα σημείον μέλαν περιιπτάμενον μεν αλλά μη διερχόμενον αρκετά πλησίον ώστε να δυνηθή να το διακρίνη.

Συνείχε την αναπνοή του, και εάν ενύσσετο εις οίον δήποτε μέρος του προσώπου ή των χειρών, είχεν απόφασιν, να μη ποιήση κίνησίν τινα δυναμένην να φυγαδεύση το εξάποδόν του.
 
Τέλος το βομβούν έντομον, αφού εστράφη πολύ περί αυτόν ήλθε και εκαθέσθη επί της κεφαλής του.

Το στόμα του εξαδέλφου Βενεδίκτου διεστάλη προς στιγμήν ωσεί να μειδιάση, και ποίον μειδίαμα! Ησθάνετο το ελαφρόν ζωύφιον τρέχον επί της κόμης του.

Ακαταμάχητος επιθυμία να φέρη εκεί την χείρα τον κατέλαβε προς στιγμήν, αλλ' αντέσχε και έπραξε καλώς.

 — Οχ! όχι! εσκέφθη. ή θα αποτύχω, ή, όπερ το χειρότερον, θα τω προξενήσω κακόν. Ας το αφήσωμεν να έλθη πλησιέστερον. Ιδού βαδίζει! Καταβαίνει.

Αισθάνομαι τους μικροφυείς πόδας του διατρέχοντας το κρανίον μου! Πρέπει να είναι εξάποδον ωραίου μεγέθους. Θεέ μου! ευδόκησον μόνον να καταβή μέχρι του άκρου της ρινός μου και εκεί, αλλοιθωρίζων ολίγον, ίσως δυνηθώ να το ίδω και να ορίσω εις ποίαν ομοταξίαν, εις ποίον γένος, είδος ή ποικιλίαν ανήκει.

Ούτως εσκέπτετο ο εξάδελφος Βενέδικτος. Αλλά μεταξύ του κρανίου του, όπερ ήτο αρκούντως οξύ, μέχρι του άκρου της ρινός του, ήτις ήτο μακροτάτη, η απόστασις ήτο μεγάλη.

Πόσας άλλας διευθύνσεις το ιδιότροπον έντομον ηδύνατο να λάβη, προς το μέρος των ώτων, προς το μέρος του μεσοκράνου, διευθύνσεις αίτινες το απεμάκρυνον από των οφθαλμών του επιστήμονος, χωρίς να υπολογίσωμεν ότι ανά πάσαν στιγμήν ηδύνατο να επαναλάβη την πτήσιν του, να εγκαταλίπη την καλύβην, να εξαφανισθή εις τας ηλιακάς εκείνας ακτίνας, ένθα βεβαίως διήρχετο τον βίον του εν τω μέσω του βόμβου των ομογενών αυτού, άτινα το προσεκάλουν εκτός!

Ο εξάδελφος Βενέδικτος εσκέφθη πάντα ταύτα. Ουδέποτε καθ' όλον τον εντομολογικόν βίον του, διήλθε στιγμάς συγκινητικωτέρας. Αφρικανικόν εξάποδον είδους ή τουλάχιστον ποικιλίας, ή μάλιστα υποποικιλίας νέας, ήτο εκεί επί της κεφαλής του, και δεν ηδύνατο να το διακρίνη ειμή επί τω όρω να καταδεχθή να περιπατήση ένα τουλάχιστον δάκτυλον υπό τους οφθαλμούς του.

Εν τούτοις η ευχή του εξαδέλφου Βενεδίκτου έμελλε να εισακουσθή. Το έντομον, αφού περιώδευσεν επί της ημιανωρθωμένης εκείνης κόμης, ως επί της κορυφής ακαλλιεργήτου τινός θάμνου, ήρχισε να κατεβαίνη εις τας κροτάφους του εξαδέλφου Βενεδίκτου, και ούτος ηδυνήθη τέλος να συλλάβη την ελπίδα ότι ήθελε ριψοκινδυνεύσει εις την κορυφήν της ρινός, διατί να μη κατέλθη προς τας βάσεις;

 — Εγώ εις την θέσιν του θα κατέβαινον, εσκέπτετο ο άξιος επιστήμων.
 
Το αληθέστερον είναι ότι πας άλλος εις την θέσιν του εξαδέλφου Βενεδίκτου θα έδιδεν ισχυρόν κτύπημα διά να κατασυντρίψη το ενοχλητικόν έντομον, ή τουλάχιστον διά να το τρέψη εις φυγήν. Να αισθάνεταί τις έξ πόδας περιφερομένους επί του δέρματός του, χωρίς να αναφέρομεν και τον φόβον μήπως κεντηθή, και να μη κινήται, συμφωνήσατε ότι τούτο είναι αληθής ηρωισμός.

Ο Σπαρτιάτης αφίνων να κατασπαραχθή το σώμα του υπό αλώπεκος. Ο Ρωμαίος κρατών μεταξύ των δακτύλων του άνθρακας ανημμένους, δεν ήσαν κύριοι εαυτών πλειότερον του εξαδέλφου Βενεδίκτου, όστις αναντιρρήτως κατήγετο εκ των δύο τούτων ηρώων.

Το έντομον, αφού εποίησεν είκοσι μικράς περιστροφάς, έφθασεν εις την κορυφήν της ρινός. Εκεί εγένετο δισταγμός τις, όστις επεσώρευσεν εις την καρδίαν όλον το αίμα του εξαδέλφου Βενεδίκτου. Θα ανέβαινε πάλιν το εξάποδον πέραν της γραμμής των οφθαλμών ή θα κατέβαινεν υποκάτω αυτών;

Κατέβη. Ο εξάδελφος Βενέδικτος ησθάνθη τους τριχωτούς πόδας του αναπτυσομένους προς τας βάσεις της ρινός του. Το έντομον δεν διευθύνθη μήτε προς τα δεξιά μήτε προς τα αριστερά. Έμεινε μεταξύ των φρισόντων πτερυγίων, επί της ελαφράς κοίλης κορυφής της επιστημονικής εκείνης ρινός, τοσούτον καλώς εσχηματισμένης, όπως βαστάζη δίοπτρα.

Υπερέβη το μικρόν κοίλωμα το παραχθέν εκ της αδιακόπου χρήσεως του οπτικού τούτου οργάνου του οποίου εστερείτο ο δυστυχής εξάδελφος, και εσταμάτησεν εις αυτήν την άκραν του ρινικού παραρτήματος.

Ήτο η καλλιτέρα θέσις, ην ηδύνατο να εκλέξη το εξάποδον. Εκ της αποστάσεως ταύτης οι δύο οφθαλμοί του εξαδέλφου Βενεδίκτου συνενούντες την οπτικήν αυτών ακτίνα ηδύναντο ως δύο φακοί να εξακοντήσωσιν επί του εντόμου το διπλούν αυτών βλέμμα.
 
 — Θεέ παντοδύναμε! ανέκραξεν ο εξάδελφος Βενέδικτος μη δυνηθείς να συγκρατήση κραυγήν ο φυματώδης μαντίκορος!

Αλλά δεν έπρεπε να κραυγάση, έπρεπε μόνον να το σκεφθή! Αλλά τοιαύτη απαίτησις θα ήτο μεγάλη προκειμένου περί τοιούτου ενθουσιώδους εντομολόγου.

Να έχη επί της άκρας της ρινός φυματώδη μαντίκορον μετά πλατεών ελύτρων, έντομον της ομοιογενείας των πυγολαμπίδων, δείγμα σπανιώτατον εν ταις συλλογαίς, όπερ φαίνεται ειδικόν εις τας μεσημβρινάς εκείνας επαρχίας της Αφρικής και να μη εκφέρη κραυγήν θαυμασμού, τούτο είναι υπέρτερον των ανθρωπίνων δυνάμεων!

Ατυχώς ο μαντίκορος ήκουσε την κραυγήν εκείνην, ην σχεδόν αμέσως παρηκολούθησε πταρμός, όστις έσεισε το παράρτημα εφ' ού ανεπαύετο. Ο εξάδελφος Βενέδικτος ηθέλησε να τον συλλάβη, έτεινε την χείρα, την έκλεισε βιαίως και δεν κατώρθωσε να συλλάβη ειμή το άκρον της ιδίας εαυτού ρινός.
 
 — Ανάθεμα! ανέκραξεν.

Αλλά τότε έδειξεν αξιοσημείωτον ψυχραιμίαν·

Ήξευρεν ότι ο φυματώδης μαντίκορος ημιίπταται, ούτως ειπείν ότι μάλλον βαδίζει ή πετά. Εγονυπέτησε λοιπόν και κατόρθωσε να παρατηρήση εις απόστασιν μικροτέραν των δέκα δακτύλων από των οφθαλμών του, το μέλαν σημείον ολισθαίνον ταχέως έν τινι ηλιακή ακτίνι.

Προδήλως προτιμότερον ήτο να το σπουδάση εν τη ανεξαρτήτω εκείνη καταστάσει.

Προ πάντων όμως έπρεπε να μη το απολέση εκ των οφθαλμών του.

 — Να συλλάβω τον μαντίκορον· θα διέτρεχον τον κίνδυνον να τον κατασυντρίψω, εσκέφθη ο εξάδελφος Βενέδικτος. Όχι! Θα τον παρακολουθήσω, θα τον θαυμάσω. Έχω τον απαιτούμενον καιρόν να τον συλλάβω.

Είχεν άραγε άδικον ο εξάδελφος Βενέδικτος; Όπως δήποτε, ιδού ούτος με τα τέσσαρα, ως κύων οσφραινόμενος ίχνη, και ακολουθών επτά ή οκτώ δακτύλους όπισθεν το μεγαλοπρεπές εξάποδον.