WeRead Powered by ReaderPub
Ο δεκαπενταετής πλοίαρχος cover

Ο δεκαπενταετής πλοίαρχος

Chapter 8: ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A teenage crew member assumes command of a small whaling vessel after a crisis and must lead a scattering of passengers and sailors through dangerous seas, scarce provisions, and internal betrayal. After shipboard disaster, survivors are driven ashore and undertake a grueling overland journey across hostile terrain where illness, violence, and the depredations of slave traffickers threaten them. The narrative blends precise maritime detail with tense landward adventure, tracing tests of leadership, endurance, and moral choice as the young captain strives to safeguard his companions and reach a place of refuge.

 — Ίσως, είπεν η κυρία Βέλδων, δεν θα γνωσθή ποτέ το μυστήριον της καταστροφής ταύτης! Εν τούτοις πιθανόν άνθρωπός τις εκ του πληρώματος να είναι ακόμη εντός του πλοίου.

 — Δεν είναι πιθανόν, κυρία Βέλδων, απεκρίθη ο πλοίαρχος Χουλ. Η πλησίασις ημών θα παρετηρείτο και θα μας έκαμνον σημείον τι. Αλλά τώρα θα βεβαιωθώμεν περί τούτου. — Επίδος ολίγον, Βόλτων, επίδος! έκραξεν ο πλοίαρχος Χουλ, δεικνύων διά της χειρός την διεύθυνσιν την οποίαν έπρεπε να ακολουθήση.

Το «Πίλγριμ» ευρίσκετο εξακόσια μέτρα μακράν του ναυαγίου, και δεν υπήρχε πλέον αμφιβολία ότι το σκάφος εκείνο είχεν εντελώς εγκαταλειφθή παρ' όλου του πληρώματος.

Αλλά, κατά την στιγμήν εκείνην, ο Δικ Σανδ διά κινήματος επέβαλε σιωπήν.

 — Ακούσατε! ακούσατε! είπεν.

Έκαστος επέστησε την προσοχήν του.

 — Ακούω τι ως υλακήν! έκραξεν ο Δικ Σανδ.

Πράγματι, υλακή μεμακρυσμένη αντήχει εις το εσωτερικόν του σκάφους. Υπήρχεν εκεί βεβαίως κύων τις φυλακισμένος ίσως επειδή πιθανόν τα φατνώματα να ήσαν στεγανώς κεκλεισμένα. Αλλά δεν ηδύναντο να τον ίδωσι, καθότι το κατάστρωμα του ναυαγήσαντος πλοίου δεν ήτο εισέτι ορατόν.

 — Έστω και είς κύων να υπάρχη, κύριε Χουλ είπεν η κυρία Βέλδων, θα τον σώσωμεν!

 — Ναι . . . ναι ανέκραξεν ο μικρός Ζακ . — Θα τον σώσωμεν! . . Θα του δώσω να φάγη!. — Θα μας αγαπήση πολύ . . Μήτερ, θα υπάγω να εύρω έν τεμάχιον σακχάρου.

 — Μείνε, τέκνον μου, απεκρίθη η κυρία Βέλδων μειδιώσα. Νομίζω ότι το δυστυχές ζώον θα αποθνήσκη της πείνης και ότι θα προτιμά καλόν φαγητόν ή τεμάχιον του σακχάρου.

 — Καλά, ας τω δώσωσι την σούπαν μου! έκραξεν ο μικρός Ζακ. Ειμπορώ να περάσω και χωρίς σούπαν.

Κατ' εκείνην την στιγμήν αι υλακαί ηκούοντο μάλλον ευδιακρήτως. Τριακόσιοι πόδες το πολύ διεχώριζον το δύο πλοία. Σχεδόν πάραυτα μέγας κύων εφάνη επί των παραρρημάτων της δεξιάς και ανερριχάτο επ' αυτών υλακτών απελπιστικώτερον ή πρότερον.

Χόβικ, είπεν ο πλοίαρχος Χουλ στρεφόμενος προς τον ναύκληρον του «Πίλγριμ», ανακωχεύσατε και ας καταβιβασθή η μικρά λέμβος εις την θάλασσαν.

 — Περίμενε, κύον μου, περίμενε! έκραξεν ο μικρός Ζακ προς το ζώον, όπερ εφάνη ότι τω απήντησε δι' υλακής ημιπεπνιγμένης.

Τα ιστία του «Πίλγριμ» ταχέως διηυθετήθησαν ούτως ώστε το πλοίον να μένη σχεδόν ακίνητον, εις απόστασιν εκατόν σχεδόν μέτρων από του ναυαγίου.

Η λέμβος κατεβιβάσθη, και ο πλοίαρχος Χουλ, ο Δικ Σανδ, και οι δύο ναύται εισήλθον παρευθύς.

Ο κύων εξηκολούθει να υλακτή. Προσεπάθει να κρατηθή επί του παραρρύματος, αλλά καταπάσαν στιγμήν επανέπιπτεν επί του καταστρώματος. Θα έλεγέ τις, ότι αι υλακαί του δεν απευθύνοντο πλέων προς τους ερχομένους προς αυτόν. Μήπως απευθύνοντο προς ναύτας ή επιβάτας φυλακισμένους εις το πλοίον εκείνο;

 — Μήπως υπάρχη ναυαγός ος επέζησεν; εσκέφθη η κυρία Βέλδων.

Η λέμβος του «Πίλγριμ» δι' ολίγων κωπηλασιών έμελλε να φθάση το κεκλιμένον σκάφος.

Αίφνης τα κινήματα του κυνός μετεβλήθησαν. Τας πρώτας υλακάς, αίτινες προσεκάλουν τους σωτήρας να έλθωσι, διεδέχθησαν υλακαί μανιώδεις. Σφοδροτάτη οργή ηρέθιζε το παράδοξον ζώον.

 — Τι έχει άρα γε ο σκύλος εκείνος; είπεν ο πλοίαρχος Χουλ ενώ η λέμβος έστρεφε το όπισθεν του πλοίου διά να φθάση εις το μέρος του καταστρώματος, όπερ ήτο βεβυθισμένον εις την θάλασσαν.

Ό,τι τότε δεν ηδύνατο να παρατηρήση ο πλοίαρχος Χουλ, ό,τι δεν ηδύναντο ουδ' αυτοί οι εντός του «Πίλγριμ» να παρατηρήσωσιν, ήτο ότι η μανία του κυνός εξεδηλώθη ακριβώς καθ' ήν στιγμήν ο Νεγορός, καταλιπών το μαγειρείον του, είχε κατευθυνθή προς την εμπροσθίαν κρηπίδα.

Εγνώριζε λοιπόν και ανεγνώριζεν ο κύων εκείνος τον μάγειρον; Αλλά τούτο ήτο λίαν απίθανον.



Όπως δήποτε, αφού παρετήρησε τον κύνα, χωρίς να φανερώση ουδεμίαν έκπληξιν, ο Νεγορός, του οποίου αι οφρύς συνεσπάσθησαν προς στιγμήν, επέστρεψεν εις την θέσιν των ανθρώπων του πληρώματος.

Εν τούτοις η λέμβος είχε στραφή εις το όπισθεν του πλοίου. Ο πίναξ αυτού έφερε τούτο μόνον το όνομα Βάλδεκ και ουδεμίαν σημείωσιν του λιμένος εις ον ανήκεν. Αλλ' εκ του σχηματισμού του σκάφους, έκ τινων λεπτομερειών τας οποίας ο ναυτικός δύναται ευθύς εξ αρχής να αντιληφθή, ο πλοίαρχος Χουλ εννόησεν ότι το πλοίον εκείνο ήτο κατασκευής αμερικανικής. Άλλως τε δε και το όνομά του επεβεβαίου τούτο. Και τώρα το κέλυφος εκείνο ήτο παν ό,τι απέμενεν εκ του μεγάλου πλοίου χωρητικότητος πεντακοσίων τόνων.

Εις το εμπρόσθιον μέρος του Βάλδεκ υπήρχεν ευρεία οπή δεικνύουσα την θέσιν ένθα εγένετο η σύρραξις. Ένεκα της ανατροπής του σκάφους, η οπή εκείνη ευρίσκετο τότε πέντε ή έξ πόδας υπεράνω της θαλάσσης — όπερ εξήγει διατί ο πάρων δεν είχεν εισέτι βυθισθή.

Επί του καταστρώματος, όπερ ο πλοίαρχος Χουλ έβλεπε καθ' όλην αυτήν την έκτασιν, ουδείς εφαίνετο.

Ο κύων, εγκαταλείψας το παράρρυμα, είχε καταβή εις το κεντρικόν φάτνωμα όπερ ήτο ανοικτόν, και υλάκτει οτέ μεν εις το εσωτερικόν οτέ δε εις το εξωτερικόν.

 — Βεβαιότατα το ζώον εκείνο δεν είναι μόνον εις το πλοίον! παρετήρησεν ο Δικ Σανδ.

 — Όχι, αληθώς! απεκρίθη ο πλοίαρχος Χουλ.

Η λέμβος παρέπλευσε τότε το αριστερόν παράρρυμα όπερ ήτο κατά το ήμισυ βεβυθισμένον, Εάν επήρχετο ισχυρόν τι κύμα ο «Βάλδεκ» θα κατεποντίζετο εντός ολίγων στιγμών.

Το κατάστρωμα του πάρωνος ήτο σαρωμένον απ' άκρου εις άκρον. Δεν έμενον πλέον ειμή οι κορμοί του μεγάλου ιστού και του ακατίου ιστού [τουρκέτου), αμφότεροι τεθραυσμένοι δύο πόδας άνωθεν της βάσεως και οι οποίοι θα έπεσαν κατά την σύρραξιν, παρασύροντες προτόνους, εξάρτια και σχοινία. Εν τούτοις καθ' όλην την έκτασιν εις ην ηδύνατο να φθάση η όρασις, ουδέν σύντριμμα εφαίνετο περί τον «Βάλδεκ», — όπερ εμαρτύρει ότι η καταστροφή θα συνέβη προ πολλών ημερών.

 — Εάν δυστυχείς τινες επέζησαν μετά την σύγκρουσιν, είπεν ο πλοίαρχος Χουλ, πιθανόν ότι η πείνα και η δίψα θα τους κατέβαλον, καθότι το ύδωρ θα κατέκλυσε τας οψοθήκας . . . Ώστε μόνον πτώματα θα υπάρχωσιν εις το πλοίον.

 — Όχι ανέκραξεν ο Δικ Σανδ, όχι! Ο κύων δεν θα υλάκτει τοιουτοτρόπως! Υπάρχουσιν εκεί άνθρωποι ζώντες.

Την στιγμήν εκείνην το ζώον, αποκρινόμενον εις την πρόσκλησιν του δοκίμου ερρίφθη εις την θάλασσαν και εκολύμβησεν επιπόνως προς την λέμβον, διότι εφαίνετο εξηντλημένον.

Το ανέσυρον και ώρμησεν απλήστως, ουχί επί τεμαχίου άρτου όπερ το προσέφερεν ο Δικ Σανδ, αλλ' επί πίθου τινός περιέχοντος ολίγον πόσιμον ύδωρ.

 — Το δυστυχές ζώον αποθνήσκει της δίψης! εφώνησεν ο Δικ Σανδ.

Η λέμβος εζήτει τότε θέσιν ευνοϊκήν, όπως προσμίξη ευκολώτερον τον Βάλδεκ, και τούτου ένεκεν απεμακρύνθη οργυιάς τινας. Ο κύων ενόμισε προδήλως ότι οι σωτήρες αυτού δεν ήθελον ν' αναβώσιν εις το πλοίον, καθότι συνέλαβε τον Δικ Σανδ εκ του επενδύτου και ήρχισε πάλιν μετά νέας δυνάμεως να υλακτή θρηνωδώς.

Το Εννόησαν. Αι κινήσεις, η γλώσσα του, ήσαν τοσούτω σαφείς όσω ηδύνατο να είναι η γλώσσα ανθρώπου. Η λέμβος επροχώρησεν αμέσως μέχρι της αριστεράς επωτίδος. Εκεί, οι δύο ναύται την προσέθεσαν στερεώς, ενώ ο πλοίαρχος Χουλ και ο Δικ Σανδ, αναβάντες επί του καταστρώματος συγχρόνως μετά κόπου μέχρι του φατνώματος, όπερ ηνοίγετο μεταξύ των κορμών των δύο ιστών.

Διά του φατνώματος εκείνου, αμφότεροι εισέδυσαν εις τον πυθμένα.

Ο Πυθμήν του Βάλδεκ, ημιπλήρης ύδατος, ουδέν εμπόρευμα περιείχεν.

Ο πάρων έπλεεν μόνον μετά του έρματος, έρματος εξ άμμου όπερ ολισθήσαν προς τα αριστερά, συνετέλει εις το να κρατή το πλοίον κεκλιμένον εις τα πλάγια. Εκεί λοιπόν ουδέν υπήρχε προς διάσωσιν.

 — Ουδείς εδώ, είπεν ο πλοίαρχος Χουλ.

 — Ουδείς απήντησεν ο δόκιμος, αφού επροχώρησε μέχρι του εμπροσθίου μέρους του κύτους.

Αλλ' ο κύων όστις ήτο επί του καταστρώματος, εξηκολούθει να υλακτή και εφαίνετο επικαλούμενος επιτακτικώτερον την προσοχήν του πλοιάρχου.

 — Ας ανέλθωμεν, είπεν ο πλοίαρχος Χουλ προς τον δόκιμον· αμφότεροι ανήλθον πάλιν εις το κατάστρωμα.

Ο κύων δραμών προς αυτούς, εζήτει να τους παρασύρη προς το υψηλότερον μέρος της πρώρας. Τον ηκολούθησαν.

Εκεί, πέντε σώματα, — πέντε πτώματα βεβαίως, — έκειντο επί του σανιδώματος.

Εις το φως της ημέρας όπερ εισέδυεν απλέτως διά του φεγγίτου, ο πλοίαρχος Χουλ ανεγνώρισε τα σώματα πέντε μαύρων.

Ο Δικ Σανδ, μεταβαίνων από του ενός εις τον άλλον, ενόμισεν ότι οι δυστυχείς ανέπνεον εισέτι.

 — Εις το πλοίον! εις το πλοίον! έκραξεν ο πλοίαρχος Χουλ.

Οι δύο ναύται, οίτινες εφύλαττον την λέμβον προσεκλήθησαν και εβοήθησαν εις την μεταφοράν των ναυαγών έξω της πρώρας.

Τούτο δε εγένετο άνευ κόπου· μετ' ολίγα λεπτά οι πέντε μαύροι ήσαν κατακεκλιμένοι εν τη λέμβω χωρίς ουδείς εξ αυτών να αισθανθή ότι προσεπάθουν να τους σώσωσι. Σταγόνες τινές δυναμωτικού και ολίγον δροσερόν ύδωρ εμφρόνως διδόμενον, ηδύνατο ίσως να τους ανακαλέσωσιν εις την ζωήν.

Το «Πίλγριμ» ευρίσκετο εκατόν μέτρα μακράν του ναυαγίου, η δε λέμβος έφθασεν εις αυτό ταχέως.

Καλώδιον της μεγάλης κεραίας ερρίφθη και έκαστος των μαύρων, ανελκυσθείς κεχωρισμένως, ανεπαύθη τέλος επί του καταστρώματος του «Πίλγριμ».

Ο κύων τους είχε συνοδεύσει.

 — Οι δυστυχείς! ανέκραξεν η κυρία Βέλδων, ιδούσα τους πτωχούς εκείνους ανθρώπους, οίτινες δεν ήσαν πλέον ειμή πτώματα ακίνητα.

 — Ζώσι, κυρία Βέλδων! Θα τους σώσωμεν! Ναι! θα τους σώσωμεν! έκραξεν ο Δικ Σανδ.

 — Τι συνέβη λοιπόν εις αυτούς; ηρώτησεν ο εξάδελφος Βενέδικτος.

 — Περιμένετε μέχρις ου ημπορέσωσι να ομιλήσωσιν, απήντησεν ο πλοίαρχος Χουλ και θα μας διηγηθώσι την ιστορίαν των. Αλλά, προ παντός άλλου, ας τοις δώσωμεν να πίωσιν ολίγον ύδωρ, εις το οποίον να αναμίξωμεν ολίγας σταγόνας ρουμίου.

Είτα στρεφόμενος.

 — Νεγορέ! εφώνησεν.

Εις το όνομα τούτο ο κύων ωρθώθη ως εάν παρεμόνευε, με τρίχας ανωρθωμένας, με το στόμα ανοικτόν.

Εν τούτοις ο μάγειρος δεν εφαίνετο.

 — Νεγορέ! επανέλαβεν ο πλοίαρχος Χουλ.

Ο κύων έδειξεν αύθις σημεία άκρας μανίας.

Ο Νεγορός εξήλθε του μαγειρείου.

Αλλά μόλις εφάνη επί του καταστρώματος και ο κύων ώρμησε κατ' αυτού θέλων να πηδήση εις τον λαιμόν του. Διά ξύλου όπερ εκράτει ο μάγειρος απεμάκρυνε το ζώον καί τινες ναύται κατώρθωσαν να το καθησυχάσωσι.

 — Μήπως γνωρίζετε αυτόν τον κύνα; ηρώτησε τον μάγειρον ο πλοίαρχος Χουλ.

 — Εγώ! απήντησεν ο Νεγορός. Ποτέ δεν το είδα.

 — Παράδοξον πράγμα! εψιθύρισεν ο Δικ Σανδ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'.


Η σωματεμπορεία ενεργείται εισέτι εν μεγάλη κλίμακι καθ' όλην την ισημερινήν Αφρικήν. Μεθ' όλην την επιτήρησιν των αγγλικών και γαλλικών καταδρομικών, πλοία, πλήρη δούλων εγκαταλείπουσι κατ' έτος τας ακτάς της Αγγόλας ή της Μοζαμβίκης όπως μεταφέρωσι μαύρους εις διάφορα μέρη του κόσμου, και, οφείλομεν να το είπωμεν, του πεπολιτισμένου κόσμου.

Ο πλοίαρχος Χουλ δεν ηγνόει τούτο.

Καίτοι τα παράλια εκείνα δεν εσυχνάζοντο συνήθως υπό των σωματεμπόρων, εσκέφθη μήπως οι μαύροι τους οποίους διέσωσεν ήσαν οι επιζώντες έκ τινος φορτίου δούλων, τους οποίους ο Βάλδεκ έμελλε να πωλήση είς τινα αποικίαν του Ειρηνικού. Όπως δήποτε, εάν τούτο ήτο αληθές, οι μαύροι εκείνοι εγίνοντο ελεύθεροι διά τούτο και μόνον ότι επάτησαν εις το πλοίον του, και επόθει να τοις αναγγείλη τούτο.

Εν τω μεταξύ, μετά πάσης σπουδής εδόθησαν αι πρώται βοήθειαι εις τους ναυαγούς του Βάλδεκ. Η κυρία Βέλδων βοηθουμένη υπό της Ναν και του Δικ Σανδ, τους επότισαν ολίγον καλόν ύδωρ δροσερόν, του οποίου είχον στερηθή πολλών ημερών, το ύδωρ δε εκείνο μετά τινος τροφής ήρκεσε να τους ανακαλέση εις την ζωήν.

Ο γηραιότερος των μαύρων εκείνων εξηκοντούτης περίπου, ηδυνήθη μετ' ολίγον να ομιλήση και να αποκριθή αγγλιστί εις τας απευθυνθείσας αυτώ ερωτήσεις.

 — Το πλοίον το οποίον σας μετέφερε συνεκρούσθη; ηρώτησε κατά πρώτον ο πλοίαρχος Χουλ.

 — Ναι, απήντησεν ο Γέρων μαύρος. Προ δέκα ημερών το πλοίον μας συνεκρούσθη κατά τινα νύκτα σκοτεινοτάτην. Ημείς εκοιμώμεθα.

 — Αλλ' οι άνθρωποι του Βάλδεκ τι έγειναν;

 — Δεν ήσαν πλέον εκεί, κύριε, όταν οι σύντροφοί μου και εγώ ανέβημεν επί του καταστρώματος.

 — Ηδυνήθη λοιπόν το πλήρωμα να πηδήση εις το πλοίον το οποίον συνεκρούσθη μετά του Βάλδεκ; ηρώτησεν ο πλοίαρχος Χουλ.

Ίσως, και μάλιστα πρέπει να το ελπίζωμεν.

 — Και το πλοίον εκείνο, μετά την σύγκρουσιν, δεν επανήλθε διά να σας περισυλλέξη;

 — Μήπως εναυάγησε και εκείνο;

 — Δεν εναυάγησεν, απεκρίθη ο γέρων μαύρος σείων την κεφαλήν, επειδή το είδομεν να φεύγη εις το σκότος.

Το γεγονός τούτο όπερ επεβεβαιώθη παρ' όλων των επιζησάντων εκ του Βάλδεκ, δύναται να φανή απίστευτον. Εν τούτοις είναι αληθέστατον, ότι οι πλοίαρχοι, μετά τινα φοβεράν σύγκρουσιν, οφειλομένην εις την αφροσύνην των, έφυγον πολλάκις χωρίς να ανησυχήσωσι περί των ατυχών εκείνων τους οποίους εξέθεσαν εις κίνδυνον, χωρίς να τους βοηθήσωσιν.

Ό,τι αμαξηλάται πράττουσι το αυτό επί της δημοσίας οδού και αφίνουσιν εις άλλους την φροντίδα να επανορθώσωσι το δυστύχημα όπερ επροξένησαν, τούτο είναι αξιοκατάκριτον, αν και τα θύματά των είναι βέβαια ότι θα εύρωσιν άμεσον βοήθειαν. Αλλ' ότι άνθρωποι εγκαταλείπουσιν ούτω ανθρώπους εν θαλάσση, δεν είναι τούτο αίσχος;

Εν τούτοις ο πλοίαρχος Χουλ εγίνωσκε πολλά παραδείγματα τοιαύτης απανθρωπίας, και εδέησε να είπη εις την κυρίαν Βέλδων ότι τοιαύτα γεγονότα υπήρχον, όσω και αν εφαίνοντο τερατώδη, ευτυχώς σπάνια.

Έπειτα επαναλαμβάνων.

 — Πόθεν ήρχετο ο Βάλδεκ; ηρώτησεν.

 — Από την Μελβούρνην.

 — Δεν είσθε λοιπόν δούλοι; . . ,

 — Όχι, κύριε! απεκρίθη ζωηρώς ο γέρων μαύρος ανατιναχθείς όρθιος. Είμεθα υπήκοοι της Πολιτείας της Πενσυλβανίας και πολίται της ελευθέρας Αμερικής!

 — Φίλοι μου, είπεν ο πλοίαρχος Χουλ πιστεύσατε ότι δεν διακινδυνεύετε την ελευθερίαν σας μεταβιβασθέντες εις το αμερικανικόν βρίκιον «Πίλγριμ».

Τωόντι οι πέντε μαύροι τους οποίους μετέφερε το Βάλδεκ ανήκον εις την Πολιτείαν της Πενσυλβανίας.

Ο γηραιότερος πωληθείς εν Αφρική ως δούλος εις ηλικίαν έξ ετών και μεταφερθείς εις τας Ηνωμένας Πολιτείας είχεν απελευθερωθή από πολλών ήδη ετών δυνάμει του περί καταργήσεως της δουλείας νόμου. Οι σύντροφοι αυτού, πολλώ νεώτεροι αυτού, υιοί δούλων απελευθέρων προ της γεννήσεως των είχον γεννηθή ελεύθεροι, και ουδείς λευκός έσχε ποτέ επ' αυτών δικαίωμα ιδιοκτησίας. Ουδέ την των μαύρων γλώσσαν ωμίλουν, ήτις δεν μεταχειρίζεται το άρθρον και γνωρίζει μόνον το απαρέμφατον των ρημάτων, — γλώσσαν ήτις άλλως τε ολίγον κατ' ολίγον εξηφανίσθη από της εποχής του αντιδουλικού πολέμου. Οι μαύροι λοιπόν εκείνοι ελευθέρως είχον εγκαταλίπει τας Ηνωμένας Πολιτείας και ελευθέρως επέστρεφον πάλιν εις αυτάς.

Ως δε επληροφόρησαν τον πλοίαρχον Χουλ είχον μισθωθή παρά τινι Άγγλω, όστις ήτο κύριος μεγάλων κτημάτων πλησίον της Μελβούρνης, εν τη μεσημβρινή Αυστραλία. Εκεί διήνυσαν τρία έτη ωφεληθέντες πολλά, ότε δε έληξεν η μίσθωσίς των ηθέλησαν να επανέλθωσιν εις την Αμερικήν.

Επεβιβάσθησαν λοιπόν επί του Βάλδεκ, πληρώσαντες τον ναύλον των ως συνήθεις επιβάται. Τη 5 Δεκεμβρίου εγκατέλιπον την Μελβούρνην, και μετά δεκαεπτά ημέρας, κατά τινα νύκτα σκοτεινοτάτην, ο Βάλδεκ συνεκρούσθη μετά τινος μεγάλου ατμοπλοίου.

Οι μαύροι ήσαν εις τας κλίνας των. Ολίγα δευτερόλεπτα μετά την σύγκρουσιν, ήτις υπήρξε τρομερά, ώρμησαν επί του καταστρώματος.

Ήδη οι ιστοί του πλοίου είχον πέσει, και ο Βάλδεκ έκλινε πλαγίως, αλλά δεν εφοβείτο να καταποντισθή, καθότι δεν εισήλθε πολύ ύδωρ εις τον πυθμένα.

Ο πλοίαρχος και το πλήρωμα του Βάλδεκ, όλοι έγιναν άφαντοι. Είτε διότι τινές ερρίφθησαν εις την θάλασσαν, είτε διότι οι άλλοι επήδησαν εντός του συγκρούσαντος πλοίου, όπερ μετά ταύτα έφυγε και δεν επανήλθε πλέον.
 
Οι πέντε μαύροι είχον μείνει μόνοι εντός του σκάφους ημιβεβυθισμένοι, χίλια διακόσια μίλια μακράν πάσης ξηράς.

Ο γηραιότερος των μαύρων εκείνων εκαλείτο Τωμ.

Η ηλικία του, ως και ο ενεργητικός αυτού χαρακτήρ και η πείρα ην εκτήσατο συνεπεία μακροχρονίου εργασίας, καθίστων αυτόν φυσικόν αρχηγόν των συντρόφων οίτινες ευρίσκοντο μετ' αυτού.

Οι άλλοι μαύροι ήσαν νέοι εικοσιπέντε μέχρι τριάκοντα ετών ηλικίας, και ωνομάζοντο Βαρθολομαίος, υιός του Τωμ, Αυγουστίνος, Ακτέων και Ηρακλής, και οι τέσσαρες εύσωμοι, εύρωστοι και θα ετιμώντο ακριβά εις τας αγοράς της κεντρικής Αφρικής. Ει και είχον μεγάλως υποφέρει, ηδύνατό τις ευκόλως ν' αναγνωρίση εις αυτούς λαμπρά δείγματα της ισχυράς εκείνης φυλής εις τους οποίους ελευθέριος ανατροφή, ληφθείσα εν τοις απειραρίθμοις σχολείοις της Βορείας Αμερικής, είχεν ήδη επιθέσει την σφραγίδα αυτής.

Ο Τωμ και οι σύντροφοί του λοιπόν είχον ευρεθή μόνοι επί του «Βάλδεκ» μετά την σύρραξιν, ουδέ δυνάμενοι καν να το εγκαταλίπουσι, καθότι οι δύο λέμβοι του πλοίου είχον κατακερματισθή εν τη συγκρούσει. Ηναγκάσθησαν δε να περιμένωσι την διάβασιν πλοίου τινός, ενώ το σκάφος των παρεσύρετο ολίγον κατ' ολίγον υπό των ρευμάτων. Η παρέκκλισις εκείνη εξήγει διατί ευρέθη έξω της οδού του, καθότι ο «Βάλδεκ» αποπλεύσας εκ της Μελβούρνης, έδει να ευρίσκεται εις πολύ κατώτερον πλάτος.

Κατά τας δέκα ημέρας, αίτινες παρήλθον μεταξύ της συρράξεως και της στιγμής καθ' ήν το «Πίλγριμ» έφθασεν απέναντι του ναυαγήσαντος πλοίου, οι πέντε μαύροι ετρέφοντο εκ των ολίγων τροφίμων, άτινα εύρον εν τω οψοφυλακίω του τετραγώνου. Αλλά μη δυνηθέντες να εισέλθωσιν εις το τροφοδοτήριον όπερ είχε κατακλυσθή υπό του ύδατος, δεν είχον ουδέν πνευματώδες ποτόν όπως σβύσωσι την δίψαν των, και υπέφερον σκληρώς, καθότι και αυτά τα βυτία του ύδατος, τα δεδεμένα επί του καταστρώματος, είχον καταστραφή κατά την σύγκρουσιν. Από της προτεραίας, ο Τωμ και οι σύντροφοί του, βασανιζόμενοι υπό της δίψης, απώλεσαν τας αισθήσεις και λίαν εγκαίρως έφθασε το «Πίλγριμ».

Τοιαύτη υπήρξεν η διήγησις την οποίαν εν ολίγοις λέξεσιν ο Τωμ είπεν εις τον πλοίαρχον Χουλ. Δεν υπήρχε δε λόγος να αμφιβάλωσι περί της αληθείας των υπό του γέροντος μαύρου λεχθέντων. Οι σύντροφοι αυτού επεβεβαίωσαν όσα είπεν, άλλως τε δε και αυτά τα πράγματα συνηγόρουν υπέρ των δυστυχών εκείνων ανθρώπων.

Έτερον ον, σωθέν εκ του ναυαγίου, θα ωμίλει βεβαίως μετά της αυτής ειλικρινείας, — ήτο ο κύων τον οποίον η θέα του Νεγορού εφαίνετο ότι δυσηρέστει. Αλλ' εις τούτο βεβαίως θα υπήρχεν αντιπάθειά τις αληθώς ανεξήγητος.

Ο Δίγγος — ούτως εκαλείτο ο κύων — ανήκεν εις την φυλήν των μολοσσών της Νέας Ολλανδίας. Εν τούτοις δεν τον είχεν εύρει εις την Αυστραλίαν ο πλοίαρχος του «Βάλδεκ». Προ δύο ετών ο Δίγγος περιπλανώμενος και ημιθανής εκ της πείνης ευρέθη εις τα δυτικά παράλια της Αφρικής παρά το στόμιον του Κόγγου. Ο πλοίαρχος του Βάλδεκ παρέλαβε το ωραίον εκείνο ζώον όπερ μείναν ακοινώνητον εφαίνετο πάντοτε λυπούμενον διά την στέρησιν αρχαίου κυρίου εκ του οποίου θα απεχωρίσθη βιαίως και τον οποίον θα ήτο αδύνατον να επανεύρη εν τη ερήμω εκείνη χώρα. —

Σ. Β. τα δύο ταύτα γράμματα, κεχαραγμένα επί του περιλαιμίου του, ήσαν τα μόνα άτινα συνέδεον το ζώον εκείνο μετά παρελθόντος, ου ματαίως ήθελε ζητήσει τις την εξήγησιν.

Ο Δίγγος, λαμπρόν και ισχυρόν ζώον, μεγαλύτερον ή οι κύνες των Πυρηναίων, ήτο υπερήφανον δείγμα της ποικιλίας των μολοσσών της Νέας Ολλανδίας. Όταν αρθούτο αναρρίπτων οπίσω την κεφαλήν του, εξισούτο προς το ανάστημα ανθρώπου. Η ευκινησία του, οι ισχυροί μύωνές του διέπλασαν αυτό ικανόν να προσβάλλη μετά θάρρους τους θώας ή πάνθηρας και να μη φοβήται και αντιπαραταχθή εις άρκτον. Είχε τρίχωμα πυκνόν, ουράν μακράν και άκαμπτον ως ουράν λέοντος, το δε καθόλου χρώμα του ήτο βαθύ υπόξανθον. Ο Δίγγος μόνον εις το ρύγχος εποικίλλετο διά τινων φαιών κυλίδων. Το ζώον εκείνο, όταν ωργίζετο, ηδύνατο να καταστή φοβερόν, και ως εκ τούτου δύναταί τις να εννοήση ότι ο Νεγορός δεν ήτο ευχαριστημένος εκ της υποδοχής ης έτυχε παρά του ευρώστου εκείνου δείγματος της κυνείου φυλής.

Εν τούτοις ο Δίγγος, εάν δεν ήτο κοινωνικός δεν ήτο όμως κακός. Εφαίνετο μάλλον τεθλιμμένος. Ο γέρων Τωμ παρετήρησεν επί του «Βάλδεκ» ότι ο κύων δεν τους ηγάπα, τους απέφευγεν. Ίσως επί της αφρικανικής εκείνης ακτής όπου περιπλανάτο, υπέστη δεινά τινα υπό των ιθαγενών. Τούτου ένεκα, ει και ο Τωμ και οι σύντροφοι αυτού ήσαν αγαθοί άνθρωποι, ο Δίγγος ουδέποτε τους επλησίαζε. Κατά τας δέκα ημέρας τας οποίας οι ναυαγοί διήλθον επί του Βάλδεκ, έμενε μεμονωμένος, ετρέφετο άδηλον πώς, αλλά και αυτός υπέφερε σκληρώς εκ της δίψης.

Τοιούτοι λοιπόν ήσαν οι επιζήσαντες εκ του ναυγίου εκείνου, τους οποίους η πρώτη βιαιότης της θαλάσσης έμελλε να καταποντίση. Δεν θα παρέσυρε βεβαίως ειμή πτώματα εις τα βάθη του Ωκεανού, εάν η ανέλπιστος έλευσις του «Πίλγριμ», βραδύναντος και τούτου ένεκα της νηνεμίας και των εναντίων ανέμων δεν επέτρεπεν εις τον πλοίαρχον Χουλ να εκτελέση έργον φιλανθρωπίας.

Διά να συμπληρωθή δε το έργον εκείνο δεν έμενεν άλλο ειμή να επαναφερθώσιν εις την ιδίαν των πατρίδα οι ναυαγοί του Βάλδεκ οίτινες εν τω ναυγίω εκείνω απώλεσαν τας οικονομίας τριετούς εργασίας. Ναι, τούτο επρόκειτο να γείνη. Το «Πίλγριμ», αφού απεβίβαζε το φορτίον του εις Βαλπαραΐζον, θα ανέπλεε την αμερικανικήν ακτήν μέχρι της Καλιφορνίας. Εκεί ο Τωμ και οι σύντροφοί του θα εγίνοντο δεκτοί υπό του Ιακώβου Βέλδων, — η αγαθή σύζυγός του τους διεβεβαίωσε περί τούτου, — και εκεί ήθελον προμηθευτή πάντα τα απαιτούμενα όπως επανακάμψωσιν εις την Πενσυλβανίαν.

Οι αγαθοί εκείνοι άνθρωποι, καθησυχάσαντες περί του μέλλοντος, ηυχαρίστησαν την κυρίαν Βέλδων και τον πλοίαρχον Χουλ. Βεβαίως ώφειλον αυτοίς πολλήν ευγνωμοσύνην, μολονότι δε ήσαν πτωχοί μαύροι, ήλπιζαν ότι ίσως ημέραν τινά θα ηδύναντο να αποτίσωσι το χρέος τούτο της ευγνωμοσύνης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.

Σ. Β.


Εν τούτοις το «Πίλγριμ» επανέλαβε τον πλουν αυτού και προσεπάθησε να προχωρήση όσω το δυνατόν προς ανατολάς. Η δυσάρεστος όμως εκείνη επιμονή της νηνεμίας μεγάλως απησχόλει τον πλοίαρχον Χουλ — ουχί διότι ανησύχει ούτος διά μίαν ή δύο εβδομάδας βραδύτητα κατά τον από Νέαν Ζηλανδίαν εις Βαλπαραΐζον διάπλουν, αλλά διά τον επιπρόσθετον κάματον ον η βραδύτης αύτη ηδύνατο να επιφέρη εις την επιβάτιδά του.

Εν τούτοις η κυρία Βέλδων δεν παρεπονείτο και υπέμενε φιλοσοφικώς τα πάντα.

Την αυτήν εκείνην ημέραν, 2 Φεβρουαρίου προς το εσπέρας το ναυάγιον δεν εφαίνετο πλέον.

Ο πλοίαρχος Χουλ ενησχολήθη κατά πρώτον να εγκαταστήση όσω το δυνατόν ανέτως τον Τωμ και τους συντρόφους του.
 
Η εν είδει κοιτώνος θέσις του πληρώματος επί του καταστρώματος θα ήτο μικρά όπως περιλάβη αυτούς. Τους ετοποθέτησαν λοιπόν υπό την εμπροσθίαν κρηπίδα. Άλλως τε οι αγαθοί εκείνοι άνδρες, συνηθισμένοι εις σκληράς εργασίας δεν ηδύναντο να είναι δύσκολοι, και ένεκα του ωραίου, θερμού και υγιεινού καιρού, η κατοικία εκείνη ηδύνατο να επαρκέση εις αυτούς καθ' όλον τον διάπλουν.

Η εν τω πλοίω ζωή, διακόψασα προς στιγμήν την μονοτονίαν αυτής ένεκα του συμβάντος εκείνου, επανέλαβε την τακτικήν αυτής τροχιάν.

Ο Τωμ, ο Αυγουστίνος, ο Βαρθολομαίος, ο Ακτέων και ο Ηρακλής επεθύμουν να φανώσι χρήσιμοι· αλλ' ένεκα των σταθερών εκείνων ανέμων τα ιστία, άπαξ αναπετασθέντα και δεθέντα, δεν είχον πλέον ανάγκην μετακινήσεως. Εν τούτοις, οσάκις επρόκειτο περί στροφής τινος του πλοίου, ο γέρων μαύρος και οι σύντροφοί του έσπευδον να δώσωσι χείραν βοηθείας εις το πλήρωμα, και πρέπει να ομολογήσωμεν ότι όταν ο κολοσσιαίος Ηρακλής εξετέλει χειρισμόν τινα, διεκρίνετο. Ο ρωμαλέος εκείνος μαύρος υψηλός έξ πόδας, ήξιζεν αυτός μόνον μίαν τροχιλίαν!



Ήτο χαρά διά τον μικρόν Ζακ να βλέπη τον γίγαντα εκείνον. Ουδόλως τον εφοβείτο, και όταν ο Ηρακλής τον εχόρευεν εις τους βραχίονάς του, ως εάν ήτο νήπιον εκ φελλού, εξερρήγνυτο εις ατελευτήτους γέλωτας.

 — Σήκωσέ με πολύ υψηλά, έλεγεν ο μικρός Ζακ.
 
 — Ιδού, κύριε Ζακ, απεκρίνετο ο Ηρακλής.

 — Μήπως είμαι βαρύς;

 — Μήτε σας αισθάνομαι.

 — Λοιπόν, ακόμη υψηλότερα! Εις το άκρον του βραχίονός σου!

Και ο Ηρακλής, κρατών τους δύο μικρούς πόδας του παιδίου εντός της πλατείας χειρός του, το περιέφερεν ως πράττει γυμναστής εν ιπποδρομίω. Ο Ζακ έβλεπεν αυτόν μέγαν, μέγαν, και τούτο τον διεσκέδαζε πολύ. Προσεπάθει μάλιστα «να κάμη τον βαρύν», αλλά τούτο ουδέ το ησθάνετο καν ο κολοσσός.

Ο Δικ Σανδ και ο Ηρακλής ήσαν λοιπόν οι δύο φίλοι του μικρού Ζακ. Δεν εβράδυνεν όμως ούτος να λάβη και τρίτον.

Ο τρίτος εκείνος ήτο ο Δίγγος.

Είπομεν ότι ο Δίγγος ήτο ακοινώνητος. Τούτο αποδοτέον βεβαίως εις το ότι η κοινωνία του «Βάλδεκ» δεν τω ήρεσκεν. Εντός του «Πίλγριμ» όμως συνέβη το εναντίον. Πιθανώς ο Ζακ ηδυνήθη να συγκινήση την καρδίαν του ωραίου εκείνου ζώου, όπερ μετ' ολίγον ήρχισε να αισθάνεται ευχαρίστησιν παίζον μετά του μικρού παιδίου εις το οποίον ήρεσκε το παιγνίδιον τούτο. Εννόησαν μετ' ολίγον ότι ο Δίγγος ήτο εξ εκείνων των κυνών οίτινες ιδιαιτέραν κλίσιν αισθάνονται προς τα παιδία. Άλλως τε ο Ζακ ουδέν κακόν τω επροξένει. Η μεγαλειτέρα διασκέδασίς του ήτο να μετασχηματίζη τον Δίγγον εις ταχύν κέλητα, και επιτρέπεται να διαβεβαιώσωμεν ότι ίππος τοιούτου είδους είναι πολύ υπέρτερος τετραπόδου εκ ναστοχάρτου, έστω και αν έχη τροχούς εις πόδας. Ο Ζακ εκάλπαζε λοιπόν επί του κυνός, όστις υπέκυπτεν εκουσίως, και τη αληθεία δεν εβάρυνε περισσότερον παρ' όσον βαρύνει ίππον του ιπποδρομίου το ήμισυ ενός ιπποδρόμου.

Αλλ' επίσης ποίον ρήγμα εγίνετο καθ' εκάστην εις την αποθήκην της σακχάρεως!

Ο Δίγγος εγένετο μετ' ολίγον ο ευνοούμενος όλου του πληρώματος. Μόνος ο Νεγορός εξηκολούθησε να αποφεύγη πάσαν συνάντησιν μετά του ζώου, του οποίου η προς αυτόν αντιπάθεια ήτο πάντοτε τοσούτον ζωηρά όσον και ανεξήγητος.

Εν τούτοις ο μικρός Ζακ δεν παρημέλησε χάριν του Δίγγου τον αρχαίον φίλον του Δικ Σανδ. Όλον τον χρόνον τον οποίον δεν απήτει η υπηρεσία του πλοίου, ο δόκιμος τον διήρχετο μετά του μικρού παιδός.

Εννοείται ότι η κυρία Βέλδων έβλεπε πάντοτε μετά μεγίστης ευχαριστήσεως την οικειότητα ταύτην.

Ημέραν τινά, την 6 Φεβρουαρίου, ωμίλει περί του Δικ Σανδ εις τον πλοίαρχον Χουλ και ο πλοίαρχος υπερεξεθείαζε τον νέον δόκιμον.

 — Αυτός ο νέος, έλεγε προς την κυρίαν Βέλδων, θα γίνη ημέραν τινά καλός ναυτικός, εγγυώμαι περί τούτου. Έχει αληθώς το ένστικον της θαλάσσσης, και διά του ενστίκτου τούτου συμπληροί παν, ό,τι εισέτι κατ' ανάγκην αγνοεί εκ των θεωρητικών πραγμάτων του επαγγέλματος. Ό,τι πράττει ήδη είναι καταπληκτικόν, εάν αναλογισθώμεν τον ολίγον χρόνον καθ' όν εδιδάχθη.

 — Πρέπει να προσθέσωμεν, απεκρίθη η κυρία Βέλδων, ότι είναι λαμπρόν υποκείμενον, πιστός νέος, πολύ ανώτερος αναλόγως της ηλικίας του και μηδεμίαν επισύρας μομφήν αφότου τον γνωρίζομεν.

 — Είναι τωόντι καλόν υποκείμενον, επανέλαβεν ο πλοίαρχος Χουλ και δικαίως αγαπάται και εκτιμάται παρ' όλων.

 — Μετά το τέλος της θαλασσοπορείας ταύτης, είπεν η κυρία Βέλδων, ηξεύρω ότι ο σύζυγός μου σκοπεύει να τον εισαγάγη εις το σχολείον προς εκμάθησιν της υδρογραφίας, ώστε να δυνηθή βραδύτερον να λάβη πτυχίον πλοιάρχου.

Και ο κ. Βέλδων έχει δίκαιον, απήντησεν ο πλοίαρχος Χουλ. Ο Δικ Σανδ θα τιμήση ημέραν τινά το αμερικανικόν ναυτικόν.

 — Ο πτωχός αυτός ορφανός οδυνηρώς ήρχισε τον βίον, παρετήρησεν η κυρία Βέλδων. Πολύ εβασανίσθη.

 — Βεβαίως, κυρία Βέλδων, αλλά τα μαθήματα τον ωφέλησαν. Εννόησεν ότι πρέπει να υπερνικήση τας δυσχερείας του κόσμου, και ευρίσκετο ήδη εις καλήν οδόν.

 — Ναι, την οδόν του καθήκοντος.

 — Ιδέτε τον τώρα, κυρία Βέλδων, επανέλαβεν ο πλοίαρχος Χουλ. Είναι εις το πηδάλιον, το βλέμμα έχων προσηλωμένον επί του ακατίου ιστού. Ουδεμία αφαίρεσις εκ μέρους του, ουδεμία επομένως περιδύνησις του πλοίου. Ο Δικ Σανδ έχει την πείραν γηραιού πηδαλιούχου. Καλή αρχή δι' ένα ναυτικόν. Το επάγγελμα ημών, κυρία Βέλδων, είναι εξ εκείνων τα οποία πρέπει να αρχίση τις από μικρόν παιδίον. Όστις δεν υπήρξε ναυτόπαις, ουδέποτε θα κατορθώση να γίνη τέλειος ναυτικός, τουλάχιστον εις το εμπορικόν ναυτικόν. Όλα πρέπει να γίνωνται μαθήματα, και επομένως όλα να είναι ορμέμφυτα και δικαιολογημένα εις τον ναυτικόν, — πρέπει να αποφασίζη και να εκτελή.

 — Εν τούτοις, πλοίαρχε Χουλ απήντησεν η κυρία Βέλδων, οι καλοί αξιωματικοί δεν ελλείπουσιν από του πολεμικού ναυτικού.

 — Όχι, απεκρίθη ο πλοίαρχος Χουλ αλλά, κατ' εμέ, οι καλλίτεροι ήρχισαν το στάδιον σχεδόν όλοι εκ παιδικής ηλικίας, και εάν εξαιρέσωμεν τον Νέλσωνα και ολίγους άλλους, οι χειρότεροι δεν είναι εκείνοι οίτινες ήρχισαν από ναυτόπαιδες.

Την στιγμήν εκείνην προέκυψεν εκ του οπισθίου θόλου ο εξάδελφος Βενέδικτος, πάντοτε απερροφημένος υπό των σκέψεων και ήκιστα φροντίζων περί του κόσμου τούτου, ως θα είναι ο προφήτης Ηλίας όταν θα επανέλθη επί της γης.

Ο εξάδελφος Βενέδικτος ήρχισε να περιδιαβάζη επί του καταστρώματος ως ψυχή κολασμένη, εξετάζων διά βλέμματος τα διαστήματα των παραρρυμάτων, ερευνών υπό τα κλωβία των ορνίθων, περιφέρων την χείρα του επί των ανοιγμάτων των σανίδων οπόθεν η πίσσα είχεν αφαιρεθή.

 — Ε! εξάδελφε Βενέδικτε, ηρώτησεν η κυρία Βέλδων, εξακολουθείτε να ήσθε καλά;

 — Μάλιστα . . . εξαδέλφη Βέλδων . . . είμαι καλά, βεβαίως . . . αλλά πολύ βραδύνω να αποβώ εις την ξηράν.

 — Τι ζητείτε υπό το θρανίον εκείνο, κύριε Βενέδικτε; ηρώτησεν ο πλοίαρχος Χουλ.

 — Έντομα, κύριε! απήντησεν ο εξάδελφος Βενέδικτος. Τι άλλο θέλετε να ζητώ ειμή έντομα;

 — Έντομα! Μα την αλήθειαν, καλώς πράττετε, αλλά εις την θάλασσαν δεν θα δυνηθήτε να πλουτίσετε την συλλογήν σας.

 — Και διατί όχι, κύριε; Δεν είναι αδύνατον να εύρω εις τον πλοίον δείγμα τι του . .

 — Εξάδελφε Βενέδικτε, είπεν η κυρία Βέλδων, τότε λοιπόν καταρασθήτε τον πλοίαρχον Χουλ. Το πλοίον του διατηρείται τόσον καθαρόν, ώστε θα επιστρέψετε άπρακτος εκ του κυνηγίου σας.

Ο πλοίαρχος Χουλ ήρχισε να γελά.

 — Η κυρία Βέλδων μεγαλοποιεί τα πράγματα, είπεν. Εν τούτοις, κύριε Βενέδικτε, πιστεύω ότι θα χάσετε τον καιρόν σας ερευνώντες εις τους θαλάμους μας.

 — Ε! το ηξεύρω καλώς, ανέκραξεν ο εξάδελφος Βενέδικτος υψών τους ώμους. Εις μάτην εκοπίασα.

 — Αλλ' εις το κύτος του «Πίλγριμ», επανέλαβεν ο πλοίαρχος Χουλ ίσως θα εύρετε ολίγας σίλφας, αντικείμενα άλλως τε ουχί σπουδαία.

 — Ουχί σπουδαία, τα νυκτερινά ταύτα ορθόπτερα άτινα επέσυρον τας αράς του Βιργιλίου και του Ορατίου! απήντησεν ο εξάδελφος Βενέδικτος ανορθούμενος δι' όλου του σώματός του. Ουχί σπουδαία τα έντομα ταύτα, στενοί συγγενείς του «ανατολικού περιπλανήτου» και του «αμερικανικού κακερλάκου», άτινα κατοικούσιν . .

 — Άτινα βρωμούσιν . . . είπεν ο πλοίαρχος Χουλ.

 — Άτινα βασιλεύουσιν εις τα πλοία . . . απήντησεν υπερηφάνως ο εξάδελφος Βενέδικτος.

 — Ωραία βασιλεία!

 — Ε! δεν είσθε εντομολόγος, κύριε;

 — Ουδέποτε δυστυχώς.

 — Λοιπόν, εξάδελφε Βενέδικτε, είπεν η κυρία Βέλδων, μη εύχεσθε να καταβροχθισθώμεν εξ έρωτος προς την επιστήμην.

 — Δεν εύχομαι τίποτε, εξαδέλφη Βέλδων, απεκρίθη ο ορμητικός εντομολόγος, ειμή να δυνηθώ να προσθέσω εις την συλλογήν μου σπάνιόν τι υποκείμενον όπερ θα τιμήση αυτήν.

 — Δεν είσθε ευχαριστημένος εκ των ευρημάτων της Νέας Ζηλανδίας;

 — Ναι αληθώς, εξαδέλφη Βέλδων, Ευτύχησα να εύρω ένα των νεωτέρων βομβολιών, οίτινες μέχρι τούδε ευρίσκοντο μόνον εκατοστύας τινάς μιλλίων μακρότερον, εις την νέαν Καληδονίαν.

Κατ' εκείνην την στιγμήν ο Δίγγος, όστις έπαιζε μετά του Ζακ, επλησίασε πηδών προς τον εξάδελφον Βενέδικτον.

 — Φύγε, φύγε, είπεν ούτος απωθών το ζώον.

 — Να αγαπά τας σίλφας και να αποστρέφεται τους κύνας; ανέκραξεν ο πλοίαρχος Χουλ. Ω! κύριε Βενέδικτε!

 — Και μάλιστα καλόν κύνα! είπεν ο μικρός Ζακ λαβών εντός των μικρών χειρών του την χονδράν κεφαλήν του Δίγγου.

 — Ναι . . . δεν το αρνούμαι! απεκρίθη ο εξάδελφος Βενέδικτος. Αλλά τι τα θέλετε! Αυτό το διαβολοζώον δεν επραγματοποίησε τας ελπίδας τας οποίας συνέλαβον κατά την συνάντησίν του.

 — Ύψιστε Θεέ! ανέκραξεν η κυρία Βέλδων, μήπως ελπίζετε να τον κατατάξετε εις την τάξιν των διπτέρων και υμενοπτέρων;

 — Όχι, απήντησε σοβαρώς ο εξάδελφος Βενέδικτος.

Αλλά δεν είναι αληθές ότι αυτός ο Δίγγος, αν και ήτο φυλής νεοζηλανδικής, ευρέθη επί της δυτικής ακτής της Αφρικής;

 — Ουδέν τούτου αληθέστερον, απεκρίθη η κυρία Βέλδων, και ο Τωμ ήκουσε πολλάκις τον πλοίαρχον του «Βάλδεκ» να το λέγη.

 — Λοιπόν, εσκέφθην . . . ήλπισα . . . ότι ο κύων αυτός, θα είχε μεθ' εαυτού δείγματά τινα ειδικών ημιπτέρων της αφρικανικής εντομολογίας.

 — Ύψιστε Θεέ! ανέκραξεν η κυρία Βέλδων.

 — Και ότι ίσως, προσέθηκεν ο εξάδελφος Βενέδικτος ψύλλος τις διαπεραστικός ή ερεθιστικός, νέου είδους . .

 — Ακούεις, Δίγγε; είπεν ο πλοίαρχος Χουλ. Ακούεις, σκύλε μου; Παρέλιπες όλα τα καθήκοντά σου.

 — Αλλ' εις μάτην τον εψύλλισα, προσέθηκεν ο εντομολόγος μετά ζωηράς θλίψεως, δεν ηδυνήθην να εύρω ούτε ένα έντομον.

 — Το οποίον ελπίζω ότι αμέσως και ανηλεώς θα εθανατώνετε; ανέκραξεν ο πλοίαρχος Χουλ.

 — Κύριε, απεκρίθη ξηρώς ο εξάδελφος Βενέδικτος, μάθετε ότι ο σιορ Τζων Φραγκλίνος ελυπείτο να φονεύση το ελάχιστον έντομον έστω και αν ήτο κώνωψ αμερικανικός, του οποίου αι προσβολαί είναι πλειότερον επίφοβοι ή αι του ψύλλου, και εν τούτοις δεν θα διστάσετε να συνομολογήσετε ότι ο σερ Τζων Φραγκλίνος ήτο θαλασσινός όσον ουδείς άλλος.

 — Βεβαίως, είπεν ο πλοίαρχος Χουλ προσκλίνων.

 — Και ημέραν τινά, αφού φρικωδώς κατεφαγώθη υπό τινος διπτέρου, εφύσησεν επ' αυτού και το απεδίωξε λέγων χωρίς μάλιστα να τω ομιλήση εις τον ενικόν αριθμόν: «Υπάγετε! Ο κόσμος είναι αρκούντως μέγας δι' υμάς και δι' εμέ!»

 — Α! είπεν ο πλοίαρχος Χουλ.

 — Ναι, κύριε.

 — Λοιπόν, κύριε Βενέδικτε, απήντησεν ο πλοίαρχος Χουλ, άλλος πολύ προ του Τζων Φραγκλίνου είπε τούτο.

 — Άλλος!

 — Ναι, και αυτός ο άλλος είναι ο θείος Τωβίας.

 — Εντομολόγος; ηρώτησε ζωηρώς ο εξάδελφος Βενέδικτος.

 — Όχι, ο θείος Τωβίας της Στερνής, και ο καλός εκείνος θείος είπεν ακριβώς τας αυτάς λέξεις αποδιώκων ένα κώνωπα, όστις τον ηνώχλει, αλλά τον οποίον ενόμισεν ότι ηδύνατο να προσφωνήση εις τον ενικόν αριθμόν:

«Πήγαινε, πτωχέ μου διάβολε, ο κόσμος είναι αρκετά μεγάλος διά να μας χωρέση και σε και εμέ».

 — Λαμπρός άνθρωπος αυτός ο θείος Τωβίας! απεκρίθη ο εξάδελφος Βενέδικτος. Απέθανε;

 — Νομίζω, ανταπήντησε σοβαρώς ο πλοίαρχος Χουλ, επειδή ουδέποτε υπήρξε.

Και όλοι εγέλασαν παρατηρούντες τον εξάδελφον Βενέδικτον.

Ούτω λοιπόν εις τας συνομιλίας ταύτας και πολλάς άλλας, αίτινες εστρέφοντο αναλλοιώτως επί τινος σημείου της εντελούς λογικής επιστήμης, άμα ελάμβανε μέρος ο εξάδελφος Βενέδικτος, διέρρεον αι μακραί ώραι της επιπόνου εκείνης θαλασσοπλοΐας. Η θάλασσα ήτο πάντοτε ωραία, αλλ' οι άνεμοι ηνάγκαζον τον μυοπάρωνα να μη προχωρή. Το «Πίλγριμ» δεν επροχώρει πολύ προς ανατολάς, τόσον η αύρα ήτο ασθενής, και εβράδυνε να φθάση εις τα παράλια εκείνα όπου οι άνεμοι θα ήσαν εις αυτό ευνοϊκώτερον.

Δέον να είπωμεν ενταύθα ότι ο εξάδελφος Βενέδικτος είχεν αποπειραθή να μυήση τον νεαρόν δόκιμον εις τα μυστήρια της εντομολογίας.

Αλλ' ο Δικ Σανδ εφάνη πολύ απειθής εις τας παροτρύνσεις του.

Ελλείψει λοιπόν άλλου, ο επιστήμων επέπεσε κατά των μαύρων, οίτινες δεν ηννόουν τίποτε. Επί τέλους ο Τωμ, ο Ακτέων, ο Βαρθολομαίος και ο Αυγουστίνος ελιποτάκτησαν, ο δε καθηγητής ευρέθη μετά μόνου του Ηρακλέους όστις τω εφαίνετο ότι είχε φυσικάς τινας διαθέσεις να διακρίνη παράσιτον από θυσανούρου.

Ο γιγαντώδης μαύρος έζη λοιπόν εν τω κόσμω των κολεοπτέρων των σαρκοβόρων, των θηρευτών, των κανονοβηλητών, των τεκροθαπτών, των πυγολαμπίδων, των καράβων, των σιλφών, των ασπαλάκων, των μηλονθών, των κανθάρων, των σκοτίων, των σιταροφθειρών, των μυιών, σπουδάζων άπασαν την συλλογήν του εξαδέλφου Βενεδίκτου, χωρίς ούτος να φρικιά οσάκις έβλεπε τα εύθραστα εκείνα δείγματα μεταξύ των χονδρών δακτύλων του Ηρακλέους, άτινα είχον την σκληρότητα και την δύναμιν μαγγάνου.

Αλλ' ο κολοσσιαίος μαθητής ήκουε τοσούτον ευπειθώς τα μαθήματα του καθηγητού, ώστε ήξιζε τη αληθεία να ριψοκινδυνεύσωσί τινα χάριν αυτού.

Ενώ δε ο εξάδελφος Βενέδικτος ειργάζετο τοιουτοτρόπως, η κυρία Βέλδων δεν άφινε τον μικρόν Ζακ εντελώς άνευ ενασχολήσεως.

Εδίδασκεν αυτόν να αναγινώσκη και να γράφη, ο δε φίλος του Δικ Σανδ ανέλαβε την διδασκαλίαν των πρώτων στοιχείων της αριθμητικής.

Εν ηλικία πέντε ετών είναι τις εισέτι μικρόν παιδίον και διδάσκεται καλλίτερον ίσως διά πρακτικών παιγνιδίων ή διά θεωρητικών μαθημάτων, αναγκαίως ολίγον δυσχερών.

Ο Ζακ εμάνθανε να αναγινώσκη ουχί δι' αλφαβηταρίου, αλλά διά γραμμάτων κινητών, τετυπωμένων δι' ερυθρού χρώματος επί ξυλίνων κύβων, ούτως ώστε να σχηματίζωνται λέξεις. Ενίοτε η κυρία Βέλδων ελάμβανε τους κύβους εκείνους και συνέθετε μίαν λέξιν είτα τους ανεμίγνυε και άφινεν εις τον Ζακ την φροντίδα να τους θέση πάλιν εις την απαιτουμένην τάξιν.

Το μικρόν παιδίον πολύ ηγάπα τον τρόπον τούτον του μανθάνειν την ανάγνωσιν. Κάθε ημέραν διήρχετο ώρας τινάς οτέ μεν εις τον θαλαμίσκον οτέ δε εις το κατάστρωμα όπως αναταράσση τα γράμματα του αλφαβήτου του.

Τούτο προεκάλεσεν ημέραν τινά γεγονός τοσούτον παράδοξον, τοσούτον απροσδόκητον, ώστε πρέπει να το αναφέρωμεν μετά τινος λεπτομερείας.

Ήτο η πρωία της 9 Φεβρουαρίου. Ο Ζακ ημικεκλισμένος επί του καταστρώματος, διεσκέδαζε σχηματίζων λέξιν τινά την οποίαν ο γηραιός Τωμ, ώφειλε να ανασχηματίση μετά την ανάμιξιν των γραμμάτων. Ο Τωμ την χείρα έχων επί των οφθαλμών, διά να μη υποκλέψη τι, δεν έπρεπε να ίδη τίποτε και δεν έβλεπε τίποτε εκ της εργασίας του μικρού παιδίου.

Εκ των διαφόρων εκείνων γραμμάτων, πεντήκοντα περίπου τον αριθμόν, τα μεν ήσαν κεφαλαία τα δε μικρά. Προσέτι τινές των κύβων εκείνων έφερον ένα αριθμόν, όπερ επέτρεπε να μανθάνη τις να σχηματίζη λέξεις.

Οι κύβοι εκείνοι ήσαν αραδιασμένοι επί του καταστρώματος, και ο μικρός Ζακ ελάμβανε πότε τον ένα πότε τον άλλον διά να συνθέση την λέξιν του, — τη αληθεία βαρεία εργασία.

Αλλ' από τινων στιγμών ο Δίγγος περιστρέφετο περί το μικρόν παιδίον, ότε αίφνης εστάθη. Οι οφθαλμοί του προσηλώθησαν, ο δεξιός αυτού πους υψώθη, η ουρά του εκινείτο σπασμωδικώς. Είτα αίφνης, ορμήσας επί ενός των ξυλίνων κύβων, τον ήρπασε διά του στόματος του και τον απέθεσεν επί του καταστρώματος ολίγα βήματα μακράν του Ζακ.

Ο κύβος εκείνος έφερε το κεφαλαίον γράμμα Σ.

 — Δίγγε, ε, Δίγγε! ανέκραξε το μικρόν παιδίον νομίσαν κατ' αρχάς ότι ο κύων κατέπιε το Σ εκείνο.

Αλλ' ο Δίγγος είχεν επιστρέψει και αρχίσας πάλιν την αυτήν εργασίαν ήρπασεν άλλον κύβον και τον απέθεσε πλησίον του πρώτου.

Ο δεύτερος εκείνος κύβος ήτο έν Β κεφάλαιον.

Την φοράν ταύτην ο Ζακ εξέβαλε κραυγήν.

Εις την κραυγήν εκείνην, η κυρία Βέλδων, ο πλοίαρχος Χουλ και ο νεαρός δόκιμος, οίτινες περιεφέροντο εις το κατάστρωμα, προσέτρεξαν. Ο μικρός Ζακ διηγήθη τότε εις αυτούς τι είχε συμβή.

Ο Δίγγος εγνώριζε τα γράματά του! Ο Δίγγος ήξευρε να αναγινώσκη. Τούτο ήτο βέβαιον, διότι τον είδεν ο Ζακ.

Ο Δικ Σανδ ηθέλησε να λάβη τους δύο κύβους διά να τους αποδώση εις τον φίλον του Ζακ, αλλ' ο Δίγγος τω έδειξε τους οδόντας.

Εν τούτοις ο δόκιμος κατόρθωσε να ανακτήση τους δύο κύβους και τους έθεσε πάλιν εις το παιγνίδιον.

Ο Δίγγος ώρμησεν εκ νέου, ήρπασε πάλιν τα αυτά δύο γράμματα και τα έφερε μακράν. Την φοράν όμως ταύτην θέσας τους πόδας επ' αυτών, εφαίνετο έχων απόφασιν να τα κρατήση όπως ηδύνατο. Περί δε των άλλων γραμμάτων του αλφαβήτου ουδόλως εφρόντιζεν εάν υπήρχον.

 — Τι περίεργον πράγμα! είπεν η κυρία Βέλδων.

 — Τωόντι πολύ περίεργον, απήντησε, ο πλοίαρχος Χουλ παρατηρών προσεκτικώς τα δύο γράμματα.

 — Σ, Β, — είπεν η κυρία Βέλδων.

 — Σ, Β, — επανέλαβεν ο πλοίαρχος Χουλ. Αλλ' είναι ακριβώς τα γράμματα τα οποία φέρει το περιδέραιον του Δίγγου!

Είτα αίφνης, στραφείς προς τον γέροντα μαύρον.

 — Τωμ, ηρώτησεν, δεν με είπετε ότι αυτός ο κύων προ ολίγου μόνον καιρού ανήκεν εις τον πλοίαρχον του «Βάλδεκ»;

 — Μάλιστα, κύριε. Ο Δίγγος ευρίσκετο εις το πλοίον μόλις από δύο ετών.

Και δεν προσεθέσατε και ότι ο πλοίαρχος του Βάλδεκ εύρε τον κύνα τούτον εις την δυτικήν παραλίαν της αφρικής;

 — Μάλιστα κύριε, εις τα πέριξ του Κόγγου. Ήκουσα πολλάκις τον πλοίαρχον να το λέγη.

 — Λοιπόν, ηρώτησεν ο πλοίαρχος Χουλ, ποτέ δεν έμαθον εις ποίον ανήκεν αυτός ο κύων, μήτε πόθεν ήρχετο;

 — Ποτέ, κύριε· σκύλος έκθετος είναι χειρότερον βρέφους εκθέτου. Μήτε σημείωσίς τις επ' αυτού, και το δεινότερον, μήτε δύναται να ομιλήση.

Ο πλοίαρχος Χουλ εσιώπησε και εσκέπτετο.

 — Τα δύο αυτά γράμματα μήπως φέρουσιν εις την μνήμην σας ανάμνησίν τινα; ηρώτησε τον πλοίαρχον Χουλ η κυρία Βέλδων, αφού τον άφησε να σκεφθή επί τινας στιγμάς.

 — Μάλιστα, κυρία Βέλδων, μίαν ανάμνησιν, ή μάλλον σχέσιν τινά παράδοξον.

 — Ποίαν;

 — Τα δύο αυτά γράμματα δύνανται να έχωμεν έννοιάν τινα και να σας φωτίσωσι περί της τύχης τολμηρού τινος περιηγητού.